Στο Χρονοντούλαπο Της Ιστορίας

Το παλιό τραπέζι από ξύλο καρυδιάς ήταν γεμάτο σκλήθρες που έμπαιναν στα χέρια του καθώς ακουμπούσε, όμως δεν ήταν αυτό που τον ενοχλούσε. Ούτε και το ασθενικό φως από το κοντόχοντρο σπαρματσέτο δίπλα του· όχι, έβλεπε αρκετά για να βουτάει το φτερό στο μελανοδοχείο και να γράφει στα τακτοποιημένα χαρτιά του. Ούτε και η υγρασία του δωματίου ήταν αυτό που τον ενοχλούσε, παρόλο που ήταν τόσο έντονη ώστε η φωτιά στο μικρό τζάκι κούρνιαζε απελπισμένη μέσα στα κάρβουνά της για να την αποφύγει. Εξάλλου είχε παζαρέψει σκληρά με τον σπιτονοικοκύρη και συμφώνησαν σε ένα ιδιαίτερα χαμηλό ενοίκιο για τούτο το παλιοδωμάτιο. Πάλι καλά όμως γιατί τα οικονομικά του, ίσα-ίσα ο μισθός ενός καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Ιένα, δε θα του επέτρεπαν κάτι καλύτερο.

Αυτό που τον ενοχλούσε ήταν η φασαρία έξω στο δρόμο.

Αν μπορούσαν αυτοί οι γρεναδιέροι της γαλλικής εμπροσθοφυλακής να μην έριχναν πυροβολισμούς καθώς περιδιάβαιναν στα δρομάκια, να μη στρατοπέδευαν λίγο πιο κάτω στην αγορά της πόλης και να μην γκάριζαν πρόστυχα τραγούδια καθώς έμπαιναν σε σπίτια και στάβλους και κούρσευαν ό,τι ξύλινο έβρισκαν… Είχε πλακώσει όμως ο βαρύς πρωσικός χειμώνας και τα καυσόξυλα γίνονταν πιο πολύτιμα κι από το χρυσάφι. Σύντομα θα ακολουθούσε και η κύρια δύναμη του γαλλικού στρατού· τότε η πόλη θα γδυνόταν από κάθε τι το ξύλινο και όλα θα κατέληγαν στις φωτιές και στις πυροστιές έξω από τα στρατιωτικά αντίσκηνα. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι η ουσία της πόλης ήταν το ξύλο, ότι αυτό που λέμε ‘πόλη της Ιένα’ ήταν αστικοποιημένο ξύλο, και πως θα έβρισκε τη διαλεκτική του υπέρβαση ως ζέστη στις πυροστιές των γαλλικών στρατευμάτων. Ο ίδιος δεν είχε καμία αντίρρηση, ήξερε μάλιστα ότι τα στρατεύματα αυτά σημείωσαν εκείνη την ημέρα, ούτε λίγο ούτε πολύ, το τέλος της ιστορίας, ευχόταν μόνο να τον άφηναν να γράψει για λίγη ώρα ακόμα, απλώς για λίγη ώρα…

Διότι ήταν η περίφημη ημέρα της 13ης Οκτωβρίου 1806, όπου μέσα στην πόλη της Ιένα ο μέγας Χέγκελ προσέθετε τις τελευταίες παραγράφους στη Φαινομενολογία του Πνεύματος, το πιο μεγαλοφυές έργο όλων των εποχών, την ίδια στιγμή που έξω από την πόλη ο Αυτοκράτορας κατατρόπωνε τα στρατεύματα του βασιλιά Φρειδερίκου Γουλιέλμου του Γ’ και εξαφάνιζε την Πρωσία από τον ευρωπαϊκό χάρτη.

Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και εμφανίστηκε ο σπιτονοικοκύρης Ντέντερλαïν λαχανιασμένος. «Εμείς θα φύγουμε, χερ προφεσόρ. Σε λίγο θα βασιλεύει εδώ ο νόμος της ξιφολόγχης».

«Να φύγετε».

«Θα πάμε στο σπίτι του ύπατου αρμοστή Χέλφελντ, όλοι εκεί τρέχουν να σωθούν. Καλύτερα να ‘ρθετε κι εσείς, χερ προφεσόρ».

«Αργότερα».

«Ο Θεός μαζί σας. Εύχομαι να σας ξαναδώ».

Ο σπιτονοικοκύρης έφυγε χωρίς να κλείσει την πόρτα, ενώ ο κήρυκας του Απόλυτου Πνεύματος έβαζε την τελευταία σελίδα άγραφο χαρτί επάνω στο τραπέζι. Ήταν Δευτέρα και μόλις είχε προλάβει την προηγούμενη Παρασκευή να ταχυδρομήσει το μεγαλύτερο μέρος της Φαινομενολογίας στον φίλο του, τον Νιτχάμερ, στη Βαυαρία. Πάλι καλά. Τώρα ίσα-ίσα που προλάβαινε να τελειώσει το έργο πριν τον προλάβουν οι Γάλλοι και τον τελειώσουν αυτοί· ή η πυρκαγιά που είχε ξεσπάσει στα ανατολικά της πόλης και προχωρούσε καταπίνοντας ένα-ένα τα σπίτια· ή η υγρασία του δωματίου. Ο Χέγκελ ριγούσε συνεχώς, όμως συνέχισε να γράφει ασταμάτητα. Τελικά σηκώθηκε και άνοιξε την κασέλα που φυλούσε τα ρούχα του. Η τσόχινη κάπα ήταν από καιρό φθαρμένη όμως δεν είχε κάτι άλλο να ρίξει επάνω του, τη φόρεσε λοιπόν και σήκωσε το γιακά μέχρι τα μάγουλα. Τα μουτζουρωμένα από το μελάνι δάχτυλά του έτρεμαν ελαφρώς, όμως κατάφερε να συμπληρώσει τις λίγες προτάσεις του τέλους καθαρά και σταθερά. Αυτό ήταν!

Ένας απότομος ήχος πίσω του τον έκανε να πεταχτεί. Γύρισε και βρέθηκε να κοιτάζει την κάνη ενός τουφεκιού στραμμένη κατευθείαν ανάμεσα στα μάτια του. «Χα!» έκανε ο μουστακοφόρος γρεναδιέρος. «Ραντούμπ, για έλα δω!» φώναξε πίσω από τον ώμο του.

Δύο ακόμα μουστάκια φάνηκαν στην πόρτα, ακόμα πιο μεγάλα απ’ αυτά του πρώτου στρατιώτη. «Λέγε, Μπερτώ».

«Το τραπέζι είναι καλό. Κι οι καρέκλες επίσης. Κατάσχονται όλα στο όνομα της Ελευθερίας!».
Οι δύο γρεναδιέροι προχώρησαν και σήκωσαν το παλιό τραπέζι σκορπίζοντας τα χαρτιά. Ο Χέγκελ βούτηξε αμέσως και τα μάζεψε κάτω από τις καρέκλες και το ντιβάνι που χρησιμοποιούσε για κρεβάτι. Τα έχωσε βιαστικά στις τσέπες της κάπας του και σηκώθηκε να αντιμετωπίσει τους εισβολείς· είχαν πάρει το τραπέζι στους ώμους, είχαν οπλίσει τα μουστάκια τους σημαδεύοντάς τον, είχαν και οι δύο ένα ύφος που δε σήκωνε αστεία.
«Και η κάπα κατάσχεται! Όλα!».

«Μα πώς θα ζήσω χωρίς κάπα σ’ αυτό το κρύο;».

«Ή θα ζήσεις ελεύθερος», ο στρατιώτης τράβηξε τον κόκορα του τουφεκιού και πέρασε το δάχτυλο στη σκανδάλη, «ή δε θα ζήσεις καθόλου, μεσιέ λε προφεσέρ!».

«Μπερτώ, μην μπλέκεσαι σε ρητορείες με φιλοσόφους!» είπε ο άλλος στρατιώτης, «δε γλιτώνεις».

«Μα τους χίλιους διαβόλους!» φώναξε ο Μπερτώ.

Ο Χέγκελ τον κοίταξε σταθερά. Ο Μπερτώ φορούσε το τρίκωχο με την κονκάρδα της Γαλλικής Επανάστασης, στη ζώνη του είχε ένα περασμένο γιαταγάνι (προφανώς είχε πολεμήσει στην Αίγυπτο, τότε που ο Αυτοκράτορας δεν ήταν ακόμα Αυτοκράτορας) ενώ στο στήθος του φορούσε την κορδέλα της Λεγεώνας της Τιμής. «Ένας απλός άνθρωπος των γραμμάτων έχει δικαίωμα να απαιτήσει αξιοπρεπή μεταχείριση από έναν στρατιώτη που φοράει τη συγκεκριμένη κορδέλα».

Δεν πήρε καμία απάντηση, είδε μόνο την κάνη του τουφεκιού να χαμηλώνει στο πάτωμα. Προχώρησε αργά προς το τραπέζι που αναπαυόταν στους ώμους των δύο στρατιωτών, πέρασε από κάτω, έφτασε στην πόρτα του δωματίου, βγήκε έξω και άρχισε να τρέχει σαν τρελός. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε πίσω του ήταν: «Και στο ‘λεγα εγώ, μην αρχίζεις διαλόγους…».

Λίγο αργότερα, η πυρκαγιά θα κατάπινε το σπίτι των Ντέντερλαïν, αποδεικνύοντας πως ούτε η πρωσική μούχλα μπορούσε να αντισταθεί στη φλόγα της Ελευθερίας. Μέσα στο πρώην δωμάτιο του Χέγκελ, μία σελίδα χαρτί είχε μείνει πεταμένη κάτω από την κασέλα με τα ρούχα καθώς το ταβάνι γκρεμιζόταν και οι τοίχοι κατέρρεαν. Η ανθρωπότητα έμελλε να γνωρίσει τη Φαινομενολογία του Πνεύματος ελλιπή, χωρίς το παρακάτω απόσπασμα που θα παραδινόταν για πάντα στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας:

Φιλοσοφική Αποδόμηση Του Γκολφ – Εν Αρχή Ην Το Γκαζόν
Η φύση είναι ένα ατελές προϊόν χαμηλής αισθητικής αξίας. Τα εγγενή της ελαττώματα είναι ότι χρησιμοποιεί υπερβολικά πολλά γήινα χρώματα, δεν έχει θετικό Φενγκ Σούι και δεν κυλάνε καλά τα μπαλάκια επάνω της. Η διαμεσολάβηση του ανθρώπου, που είναι το έτερον της φύσης, δημιουργεί μία αντανάκλαση της φύσης εν εαυτώ, και αυτή η αντανάκλαση είναι το γήπεδο γκολφ. Μόνο σ’ αυτό η φύση επιτυγχάνει τη διαλεκτική της κορύφωση και γίνεται φιλική προς τον χρήστη: με βατές διαδρομές, χωρίς έντομα (κουνούπια), χωρίς λάσπες, και με ανηφόρες κλίσης όχι άνω των 10 μοιρών. Η κορύφωση όμως αυτή είναι μία υπέρβαση που δεν εκμηδενίζει αλλά εμπεριέχει την αρχική, ακατέργαστη φύση, είναι μία απομίμηση φύσης που απομονώνει την ουσία της από την τυχαιότητά της. Αυτό που από την αρχή ήταν λανθάνον τώρα γίνεται υποστατό και η ατελής φύση γίνεται φύση υψηλών προδιαγραφών με ISO9001. Φύση Christian Dior.

Ό,τι είναι λογικό είναι πραγματικό και ό,τι είναι πραγματικό είναι λογικό και η φύση είναι αφύσικη και η απομίμηση φύσης είναι φυσικότερη από την ίδια τη φύση.

2 σχόλια:

  1. Με αποστόμωσες φίλε μου με την τελευταία παράγραφο. Χάρηκα που ξανάρθα.
    Καλό σου απόγευμα.

    yannispetsas@gmail.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μερσί. Να 'σαι καλά που μου θύμησες και το τραγούδι του Bob Dylan, χρόνια είχα να το ακούσω και μου αρέσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αδερφέ, δεν ξέρω τούτο το φεγγάρι
Στης καρδιάς της άδειας τη φυρονεριά
Πούθε τάχει φέρει, πούθε τάχει πάρει
Φωτεινά στην άμμο, χνάρια σαν κεριά.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.