Η Επαναστατική Φύση

Το μεσημέρι της 5ης Σεπτεμβρίου 1793, καθώς ένα παρισινό πλήθος ετοιμαζόταν να βαδίσει από την Κομμούνα προς το κτίριο της Συνέλευσης, ο ήλιος σκοτείνιασε πάνω από τα κεφάλια τους. Οι πολίτες γέλασαν, αντάλλαξαν αστεία και ξεκίνησαν για τις Tuileries να απαιτήσουν την ίδρυση Επαναστατικού Στρατού. «Οι παππούδες των ίδιων αυτών αντρών πιθανότατα θα είχαν παγώσει από το φόβο τους», παρατηρεί ο R. Palmer (Twelve Who Ruled, 1941) όμως «μετά από πενήντα χρόνια Διαφωτισμού, ακόμα και ο αμόρφωτος άνθρωπος του δρόμου έβλεπε σε μια έκλειψη ένα απλό φυσικό φαινόμενο».

Χάρη στους Διαφωτιστές λοιπόν, η επιστημονική πρόοδος των 150 προηγούμενων χρόνων κατέβηκε από τις έδρες των πανεπιστημίων στον «αμόρφωτο άνθρωπο του δρόμου». Οι καινούργιες θεωρίες εισχώρησαν όχι μόνο στην καθημερινή ζωή αλλά και στον τρόπο σκέψης δημιουργώντας μία διαφορετική κοσμοεικόνα: το σύμπαν έπαψε να είναι χωρισμένο σε διάφορους ειδικούς τόπους (υποσελήνια περιοχή, ουράνιες σφαίρες κλπ.) και «εκδημοκρατικοποιήθηκε» με την καρτεσιανή σύλληψη του ενιαίου και ομοιογενούς χώρου. Η Καθολική εκκλησία ένιωσε γρήγορα την απειλή. Η καινούργια σκέψη αμφισβητούσε συμβολικά τις κοινωνικές ιεραρχίες, αμφισβητούσε όμως και ουσιαστικά τη θεία χάρη, του προϊόντος δηλαδή που παρέχει η Εκκλησία στην κοινωνία, με το να τοποθετεί κάθε φυσικό παράγοντα αποκλειστικά στο πεδίο του ορατού και του εγκόσμιου.

Το σημαντικό σε όλα αυτά είναι ότι μέσα στο 18ο αιώνα το πεδίο ήταν ευνοϊκό για μεταφυσικές ακροβασίες έξω από το πλαίσιο της αποδυναμωμένης, πλέον, θρησκείας. Η απαίτηση για μία καινούργια ερμηνεία της πραγματικότητας που να περιλαμβάνει και τη μεθοδολογία της επιστήμης πέρασε σαν βαριά σκυτάλη στους Διαφωτιστές και γέννησε ένα πλήθος καινούργιων θεωριών. Ο στόχος των philosophes ήταν να ανακαλύψουν τους νόμους των κοινωνικών φαινομένων με τον τρόπο που οι «φυσικοί φιλόσοφοι» ανακάλυψαν νόμους για τα φυσικά φαινόμενα. Και ο απώτερος σκοπός ήταν μία σύλληψη τόσο πρωτόγνωρη για την εποχή εκείνη που έμελλε σύντομα να ταρακουνήσει τον κόσμο: ότι ο απελευθερωμένος άνθρωπος θα μπορούσε να ζήσει ευτυχισμένος. Σ’ αυτή τη ζωή, όχι μετά θάνατον.


Η ψυχολογική υπεροχή που είχε μια στάση βασισμένη στο «ευτυχία εδώ και τώρα» έναντι του «μετά θάνατον ευτυχία» της επίσημης θρησκείας είναι φανερή. Οι philosophes δεν εφηύραν εκ του μηδενός την ιδέα της εγκόσμιας ευτυχίας αλλά εξέφρασαν μία συλλογική λαχτάρα που έβρισκε τότε τις κατάλληλες προϋποθέσεις να υλοποιηθεί. Οι «φωτισμένες» δεσποτείες απέκτησαν για πρώτη φορά τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν στην κοινωνία και να καταπολεμούν ορισμένα προβλήματα (όπως το έγκλημα, τις ασθένειες, την πείνα) «που έως τότε δε θεωρούνταν επιλύσιμα, τουλάχιστον σε αυτόν τον κόσμο» (Smith, Εθνική Ταυτότητα, 2000). Η Αμερικάνικη Επανάσταση έφτασε να κηρύξει και πολιτικά σε κάποια στιγμή το δικαίωμα στην ευτυχία, ενώ η Ευρώπη είχε πλουτίσει από το αποικιακό εμπόριο.

Όλες τις προηγούμενες παρατηρήσεις θα πρέπει να τις περιορίσουμε κυρίως ανάμεσα στα μορφωμένα στρώματα. Οι philosophes δεν ήταν επαναστάτες ούτε τόνιζαν την ιδέα της βίαιης ανατροπής των καθεστώτων -εξάλλου, οι περισσότεροι υπήρξαν προστατευόμενοι ευγενών. Ο πολιτικός χαρακτήρας στις θεωρίες των γάλλων στοχαστών δόθηκε από αυτούς που ανταποκρίθηκαν στις ιδέες τους: τους ευκατάστατους αστούς. Οικονομικά ισχυροί και πολιτικά ασθενείς, χρησιμοποίησαν τις κοινωνικές θεωρίες των philosophes για να διατυπώσουν συγκεκριμένα πολιτικά αιτήματα και λειτούργησαν σαν ένας ενδιάμεσος κόμβος για να περάσει στις μάζες η πεποίθηση ότι αν γίνουν κάποιες αλλαγές, η ευτυχία θα έρθει εδώ και τώρα.

Ένα πολύ σημαντικό σημείο είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο λειτούργησε η μεθοδολογία της Επιστημονικής Επανάστασης στη σκέψη των philosophes. Τα γραπτά τους ήταν γεμάτα από αποδείξεις, λογικά πορίσματα, αναγωγές σε άτοπα, επαγωγικές σκέψεις, συμπεράσματα υπό προϋποθέσεις κλπ. Πολλές φορές η επιστημονικά καταξιωμένη χρήση του Ορθού Λόγου χρησιμοποιήθηκε για να περιβάλλει αυθαίρετες θέσεις με το φωτοστέφανο της εγκυρότητας και της Αλήθειας (Κονδύλης, Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, 1998) και αρκετές τέτοιες «αλήθειες» βγήκαν από την πένα των philosophes. Επανέφεραν την ιδέα του φυσικού δικαίου, μίλησαν για τη δυνατότητα μίας «φυσικής» ή «ορθολογικής» θρησκείας, ένα ρεύμα επηρεασμένο από τεκτονικές στοές που σήμερα έχει επικρατήσει να ονομάζεται «θεϊσμός», πάντως όλα αυτά ποτέ δεν κατέβηκαν πραγματικά στον πολύ κόσμο. Τα έργα του Ρουσσώ όμως μετέδωσαν στις μάζες κάποιες πεποιθήσεις που θεμελίωσαν ιδεολογικά το νεότευκτο εθνικιστικό ρεύμα:
1) Το έθνος αποτελεί προκοινωνική αρχή. Ο εθνικός χαρακτήρας καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από αντικειμενικούς παράγοντες (κλίμα, γεωγραφία κλπ.), ενώ μπορεί και να χρειαστεί τη βοήθεια του Νομοθέτη.
2) Λανθάνει και βρίσκεται μακριά από το ιδανικό επίπεδο ευτυχίας του.
3) Όταν επιτύχει την αυτοσυνείδηση, εκδηλώνει μια συλλογική θέληση με την οποία μπορεί να αλλάξει την κατάστασή του.
4) Στη συλλογική αυτή θέληση μετέχει ένα ποσοστό των πολιτών, όχι όλοι.

O Προφήτης Στη Θρησκεία Της Γαλλικής Επανάστασης
Αν κάποιο πρόσωπο έπαιξε σαφώς το ρόλο του προφήτη στη θρησκεία της Γαλλικής Επανάστασης, αυτός ήταν ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Ο Llobera, μάλιστα, του αποδίδει τα πνευματικά δικαιώματα για τρεις επίμαχες λέξεις, τόσο της Γαλλικής Επανάστασης όσο και του σύγχρονου εθνικισμού: «Θα ήταν δύσκολο να βρεθεί μια επιρροή πιο αποφασιστική από αυτή του Ρουσσώ στη διαμόρφωση των νεότερων εννοιών των λέξεων patrie και nation, ενώ το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για το peuple» (God Of Modernity, 1994). Δεν έχει σημασία εδώ για ποιους προσωπικούς λόγους ο Πολίτης της Γενεύης χρησιμοποίησε τις λέξεις αυτές με μία ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση. Ο εθνικισμός δεν πρωτοεμφανίστηκε μ' αυτόν, δυόμισι αιώνες πριν, για παράδειγμα, ο Μακιαβέλι είχε επίσης γράψει εκφράσεις που θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε «εθνικιστικές» (για παράδειγμα, οι αναφορές του στην italianita), όμως τελικά ήταν οι καταστάσεις της επαναστατικής Γαλλίας που καθιέρωσαν τη ρουσσωική εκδοχή του έθνους στο σύγχρονο λεξιλόγιο.

Ο Ρουσσώ ξεκίνησε τη φιλολογική του δραστηριότητα προσπαθώντας να προσδιορίσει τη διαφορά ανάμεσα στον φυσικό και στον κοινωνικό άνθρωπο. Την κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει καμία έννοια κοινωνικοποίησης ο Ρουσσώ την ονόμασε «κατάσταση της φύσης». Εκεί δεν υπάρχει ούτε διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό, ούτε γλώσσα, οικογένεια, κοινωνία.

Προτού ο άνθρωπος φτάσει στο σημείο της πλήρους πολιτιστικής ένταξης, πέρασε από ένα ενδιάμεσο στάδιο στο οποίο εμφανίστηκαν τα πρώτα σπέρματα της γλώσσας και της κοινωνίας. Είναι το «στάδιο της άγριας κατάστασης», της «ευτυχέστερης κατάστασης του ανθρώπου». Εδώ διαμορφώνονται και τα πρώτα έθνη: «Οι άνθρωποι, που μέχρι τότε περιπλανιόνταν στα δάση ... συγκεντρώθηκαν σιγά-σιγά, ενώθηκαν σε διάφορες ορδές και τελικά σχημάτισαν κι ένα έθνος σε κάθε περιοχή, ενοποιημένο από τα έθιμα και το χαρακτήρα του, τον κοινό τρόπο ζωής, τις διατροφικές συνήθειες, την επίδραση του κλίματος». Μέχρι στιγμής, λοιπόν, έχουμε ένα πρώτο περιεχόμενο στην έννοια του έθνους: αποτελεί την αρχέγονη συλλογική αρχή, σχεδόν προκοινωνική ανθρώπινη ομαδοποίηση, αφού δημιουργείται από αντικειμενικούς και γεωγραφικούς παράγοντες, ενώ στην αγνή του μορφή είναι συνδεδεμένο με μία εικόνα ευτυχίας.

Από τη στιγμή όμως που επινοήθηκε η γεωργία και ο άνθρωπος αναγκάστηκε να κοινωνικοποιηθεί, εμφανίστηκε η ιδιοκτησία, ο ανταγωνισμός και η ανισότητα. Άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και τα χειρότερα πάθη άρχισαν να κατατρέχουν τον άνθρωπο: ζήλια, υποκρισία, εγωισμός κλπ. Η κοινωνία αναγκάστηκε να οργανωθεί βάσει νόμων και οι άνθρωποι έχασαν την αρμονία τους με τη φύση. Εφ’ όσον λοιπόν είναι αδύνατο πια να επιστρέψουμε στα πρώτα ευτυχισμένα στάδια, η μόνη δικαιολόγηση των δικαιικών νόμων είναι να ευθυγραμμίζονται με τους φυσικούς.


Αυτό ακριβώς προσπάθησε να επιτύχει ο Ρουσσώ με το Κοινωνικό Συμβόλαιο: να προτείνει έναν τρόπο συλλογικής οργάνωσης που να εξασφαλίζει στον άνθρωπο ελευθερία παρόμοια μ’ αυτήν του «σταδίου της φύσης». Η αντίληψη που πέρασε στις εξεγερμένες γαλλικές μάζες ήταν πως με τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς θα επιτύγχαναν ένα ιδανικό επίπεδο ελευθερίας και κοινωνικής αρμονίας. Ο πεινασμένος γαλλικός λαός που ήρθε αργότερα σ’ επαφή με τις ιδέες του Ρουσσώ πίστευε ότι μαχόταν για ένα όραμα ευτυχίας.

Η φύση τελικά, στο έργο του Ρουσσώ, δε λειτούργησε ως ένας απλός βιολογικός ή γεωγραφικός όρος αλλά έγινε η αγνή κατάσταση των πραγμάτων, χωρίς επίπλαστες προσθήκες ή διαστρεβλώσεις. Απετέλεσε συνώνυμο της Αλήθειας, απέκτησε ακόμα και επαναστατικό περιεχόμενο.

Πίσω πάλι σ’ εκείνο το σκοτεινιασμένο μεσημέρι της 5ης Σεπτεμβρίου 1793 που είδαμε στην αρχή. Το πεινασμένο πλήθος υπό την ηγεσία του Chaumette, εισαγγελέα της Κομμούνας, έφτασε στη Συνέλευση για να κοινοποιήσει στους αντιπροσώπους την αίτησή του. «Ήρθε η στιγμή, νομοθέτες», δήλωσε ο Chaumette, «να σταματήσετε τον κακοήθη πόλεμο ανάμεσα στα παιδιά της φύσης και σ’ αυτούς που την έχουν εγκαταλείψει». Ο Chaumette όμως μπορεί στην πραγματικότητα να είπε «ανάμεσα στα παιδιά του έθνους», οι διαφορετικές καταγραφές του λόγου του αποδίδουν αμφίσημα το συγκεκριμένο σημείο. Ο Palmer σχολιάζει πάνω σ’ αυτήν την αμφιβολία: «Οι επαναστάτες του Παρισιού θεωρούσαν για τους εαυτούς τους ... ότι αυτοί είναι ο πραγματικός λαός, πιο φυσικός και πιο εθνικός απ’ ό,τι οι παραπλανημένοι τους αντίπαλοι».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αδερφέ, δεν ξέρω τούτο το φεγγάρι
Στης καρδιάς της άδειας τη φυρονεριά
Πούθε τάχει φέρει, πούθε τάχει πάρει
Φωτεινά στην άμμο, χνάρια σαν κεριά.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.