Το Καταστατικό

Ο Γαλιλαίος και ο Νεύτωνας ήταν τυχεροί: είχαν το πείραμα ως μέσο απόδειξης των θεωριών τους. Οι Διαφωτιστές ήταν και άτυχοι και τυχεροί: οι κοινωνικές τους θεωρίες ήταν καταδικασμένες να παραμείνουν θεωρίες, οι ίδιοι πάντως δε διακινδύνευαν και πολλά έτσι. Ο Ρουσσώ, παρόλα αυτά, ήταν ο πιο τυχερός απ’ όλους: η διαπρεπέστερή του θεωρία εξετάστηκε πειραματικά.

Το Κοινωνικό Συμβόλαιο είναι ένα αρκετά νομικίστικο κείμενο, γεμάτο αναλύσεις και όρους. Ο Ρουσσώ βλέπει το ιδανικό κράτος σαν μία μεγάλη, συνεταιριστική εταιρία. Καμία απορία που οι ιδέες του είχαν επίδραση στους αστούς της εποχής, ανθρώπους που ήξεραν από εμπόριο και συνεταιρισμούς. Φαντάζομαι ότι η συλλογιστική του θα ήταν κάπως έτσι: αφού οι εταιρίες λειτουργούν με βάση τη δημοκρατία και τη λογική ανάμεσα στους εταίρους τους, γιατί όχι και το κράτος;

[Παρένθεση: Έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι, εκείνη την εποχή των δημοκρατικών πειραματισμών, η ίδια η εταιρεία πήρε μεταφυσικές διαστάσεις, γι’ αυτό και δημιουργήθηκαν τόσες Μυστικές Εταιρείες στην Ευρώπη. Δε θεωρείτο απλώς ένας τρόπος εμπορικής οργάνωσης αλλά κάτι σαν μαγιά της δημοκρατίας. Ο Lefebvre αναφέρει ότι «ο καπιταλισμός μείωνε τη σημασία των προσωπικών δεσμών που περιόριζαν το άτομο και πολλαπλασίαζαν τις υποχρεώσεις του, προς όφελος εμπράγματων σχέσεων• αντικαθιστούσε την άτυπη ένωση συγγενών ή φίλων με την ανώνυμη εταιρεία». Δεν έχω καταφέρει να βρω περισσότερα].

Έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε πάνω σ’ αυτό. Περιέγραψε τους όρους του καταστατικού σ’ αυτήν την ιδανική σύμπραξη διοικούντων - διοικούμενων, με πρότυπο τα επίπεδα ελευθερίας, ευτυχίας και ισότητας που (υποτίθεται ότι) απολάμβανε ο άνθρωπος στο προπολιτικό «στάδιο της φύσης». Το κεντρικό ζήτημα ήταν να βρει «τη μορφή οργάνωσης που θα υπερασπίζεται και θα προστατεύει με τη συλλογική δύναμη την προσωπικότητα και τα αγαθά καθενός εταίρου, και στην οποία ο καθένας, παρόλο που θα έχει ενωθεί με όλους, θα μπορεί ακόμα να υπακούει μόνο στον εαυτό του και θα παραμένει τόσο ελεύθερος όσο και πριν».

Ο στόχος του ήταν η αυτόνομη κυριαρχία των πολιτών• να μην είναι η κυβέρνηση κάτι εκτός του λαού: «οι κυβερνώμενοι θα πρέπει να είναι οι κυβερνώντες». Θεωρούσε δύο πράγματα απαραίτητα γι’ αυτό: 1) Οι πολίτες να συμμετέχουν ενεργά και διαρκώς στα δημόσια θέματα («Ο λαός της Αγγλίας νομίζει ότι είναι ελεύθερος. Αυτό όμως είναι μεγάλο λάθος• είναι ελεύθερος μόνο στις εκλογές των μελών του κοινοβουλίου. Μόλις αυτοί εκλεγούν, ο λαός γίνεται σκλάβος»), 2) «Αυτή η πολιτική τάξη που θα προσφέρει ευκαιρίες συμμετοχής για το διακανονισμό των δημόσιων θεμάτων να μην είναι απλώς ένα κράτος, αλλά ένας τύπος κοινωνίας», κάτι που αντικατοπτρίζεται και στον τίτλο του έργου του: Κοινωνικό Συμβόλαιο, όχι Πολιτικό. Στη σκέψη του, δηλαδή, κάθε φορά που το ενδιαφέρον των πολιτών ατονεί, η ελευθερία τους τίθεται σε κίνδυνο, ενώ όλες οι πλευρές της κοινωνίας θα πρέπει να υποστηρίζουν το ιδεώδες της συμμετοχής των πολιτών.

Ο λαός όμως (παρόμοιος όρος με το έθνος), στον οποίο πρέπει να ανήκει η ανώτατη εξουσία, δεν ταυτίζεται με το σύνολο του πληθυσμού: «Οι πολίτες έχουν την ανώτατη εξουσία υπό τον όρο ότι συμμετέχουν ενεργά στην έκφραση της γενικής θέλησης». Τι ακριβώς σημαίνει αυτός ο όρος, ο οποίος μάλιστα αντιπαραβάλλεται με τη θέληση όλων; «Συχνά εμφανίζεται μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη θέληση όλων και στη γενική θέληση. Η τελευταία εξετάζει μόνο το κοινό συμφέρον, ενώ η πρώτη περιλαμβάνει ιδιωτικά συμφέροντα, και δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα άθροισμα ιδιαίτερων θελήσεων». Άρα, όλοι οι φορείς προσωπικών βλέψεων, ιδιοτελών συμφερόντων κ.λπ. δεν μπορούν να έχουν αξίωση στην ανώτατη εξουσία• μόνο όσοι νοιάζονται για το κοινό καλό δικαιούνται να νομοθετούν, αφού ο νόμος δεν είναι τίποτα άλλο από «πράξη της γενικής θέλησης». Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς ξεχωρίζουν οι δημόσια σκεπτόμενοι πολίτες από τους ιδιοτελείς.

Ο Ρουσσώ πίστευε ότι μπορούν να νοιάζονται για το κοινό καλό μόνο οι πολίτες που έχουν συνειδητοποιήσει όλα τα ιδιαίτερα στοιχεία του έθνους τους (έθιμα, κλίμα, γλώσσα, παραδόσεις κλπ.), αυτά που το κάνουν να ξεχωρίζει από τα άλλα. Στην ημιτελή Μελέτη για το Σύνταγμα της Κορσικής, ο Ρουσσώ μίλησε ευθέως για «εθνικό χαρακτήρα», αν και σε προηγούμενά του έργα υπονοούσε αυτήν την ιδέα. Ο όρος είχε ήδη χρησιμοποιηθεί από προγενέστερους Διαφωτιστές («national character», «esprit de la nation», «Volksgeist») και θεωρείτο ότι διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από εξωτερικούς παράγοντες, όπως το κλίμα, η γεωγραφία κλπ. Ο Ρουσσώ δίδασκε ότι αν ο εθνικός χαρακτήρας δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένος σε κάποιον λαό, «θα πρέπει να ξεκινήσουμε προικίζοντάς τον με έναν» και εδώ είναι που οραματιζόταν το ρόλο του Νομοθέτη• έναν άνθρωπο μεγάλης σοφίας και κύρους που θα διαγνώσει την ταυτότητα του λαού και θα την αναδείξει με τα σωστά μέτρα. Πλήθος θεσμών θα πρέπει να αναπτυχθούν -τα παιχνίδια των νηπίων, η εκπαίδευση, οι δημόσιες γιορτές κ.α.- για να εμφυσήσουν στους πολίτες την κουλτούρα του ιδιαίτερού τους τόπου, με σκοπό: «να κατευθύνονται οι απόψεις και τα γούστα τους έτσι ώστε η φυσική τους τάση, το πάθος και η ανάγκη να τους κάνει πατριώτες».
Και κάτι για τους πονηρούς μας φίλους: ο Ρουσσώ θεωρούσε ότι ακόμα και η ερωτική πράξη οφείλει να έχει εθνικό χρώμα.

Ο δρόμος, λοιπόν, προς την πολιτική χειραφέτηση του λαού περνάει από την επίγνωση της πολιτισμικής ιδιαιτερότητάς του και, από αυτήν την άποψη, ο Ρουσσώ δεν μπορούσε να δει τον πολίτη χωρίς τον πατριώτη. Σ’ ένα γράμμα του προς τον Usteri έγραφε: «το πατριωτικό πνεύμα μάς ενθαρρύνει να βλέπουμε σαν εχθρούς αυτούς που δεν είναι συμπατριώτες μας (concitoyens)». Συνδύασε επίσης αυτή τη διαχωριστική ιδιότητα του έθνους με την άλλη ιδιότητά του ως αρχέγονη κοινωνική αρχή• το έθνος υπήρχε πριν από τη σύναψη του κοινωνικού συμβολαίου οπότε τίποτα μέσα στην κοινωνία δεν μπορεί να τεθεί υπεράνω της εθνικής βούλησης. Γι’ αυτό και ο Ρουσσώ οραματίστηκε το ρόλο της εκπαίδευσης και της κουλτούρας να βγάζουν στην επιφάνεια το βαθύτερο είναι του ανθρώπου• όλοι αυτοί οι θεσμοί που ανέφερα πιο πάνω δεν είχαν, στο μυαλό του, την έννοια της κατήχησης αλλά της αφύπνισης. Το πρόβλημα που αντιμετώπισε στο θεωρητικό του κράτος, να μετατρέψει τη «θέληση όλων» (δηλ. αυτή που έχει νοθευτεί με «χλιαρό πατριωτισμό») σε «γενική θέληση», ήταν επίσης θέμα αφύπνισης γι’ αυτόν.

Η αγάπη για την πατρίδα λοιπόν ανεδείχθη ως η μέγιστη αξία στην κληρονομιά που άφησε ο Ρουσσώ. Δεν αποτελούσε απλώς ένα στοιχείο μέσα σ’ ένα ευρύτερο ηθικό σύστημα αλλά την ίδια τη βάση της αρετής από την οποία πηγάζουν όλες οι υπόλοιπες. Κι από τη στιγμή που υιοθετηθεί κοινωνικά μία τέτοια στάση, η ιεροποίηση της μέγιστης αρετής απέχει μόνο ένα βήμα.

Φυσικά, όλα τα παραπάνω είναι σχήματα. Το συλλογικό περιεχόμενο που πήρε στη Γαλλική Επανάσταση το έθνος και η αρετή καθορίστηκε από τις ανάγκες των καταστάσεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έπαιξε σχετικά μικρό ρόλο η κουλτούρα του γαλλικού λαού για την ένταξή του στο πατριωτικό όραμα, οι επαναστάτες πάντως παρέλαβαν την έννοια του έθνους εφοδιασμένη με το διαχωριστικό του περιεχόμενο: εμείς σε αντιπαραβολή με τους άλλους. Από τη γέννησή του, το έθνος ήταν κομμένο και ραμμένο για πολιτικές διεκδικήσεις. Επίσης, η μεγάλη αυθεντία με την οποία προίκισε ο Ρουσσώ τη γενική θέληση (το Κοινωνικό Συμβόλαιο βρίθει από διαβεβαιώσεις όπως: «Η γενική θέληση είναι πάντα σωστή και τείνει προς το δημόσιο συμφέρον») οδήγησε, πρακτικά, στην κατασκευή καλών και κακών πολιτών• αυτών που έχουν συνειδητοποιήσει το κοινό τους συμφέρον και αυτών που παραπλανώνται από ιδιωτικές βλέψεις. Ή αυτών που αντιστρατεύονται τους δικούς μας πολιτικούς στόχους, οπότε δεν μπορεί παρά να είναι παραπλανημένοι από τις ιδιοτέλειές τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αδερφέ, δεν ξέρω τούτο το φεγγάρι
Στης καρδιάς της άδειας τη φυρονεριά
Πούθε τάχει φέρει, πούθε τάχει πάρει
Φωτεινά στην άμμο, χνάρια σαν κεριά.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.