Το Υποκατάστημα

Ο βασιλιάς κάνει μία αδέξια απόπειρα δραπέτευσης τον Ιούνιο του 1791 και συλλαμβάνεται στο χωριό Βαρέν. Όταν οι πολιτοφύλακες τον συνοδεύουν στο Παρίσι, το πλήθος τον υποδέχεται παγερά. Το σχήμα είναι πανάρχαιο και έχει επαναληφθεί πολλές φορές: ο βασιλιάς, ακόμα κι αν έχει απόλυτη εξουσία, δεν προδίδει τους ανθρώπους του. «Οι παραδοσιακοί βασιλείς που εγκαταλείπουν το λαό τους χάνουν το δικαίωμα να απαιτούν αφοσίωση από τους υπηκόους τους» (Hobsbawm, Age Of Revolution). Είναι ο ίδιος λόγος που ακόμα και σήμερα όλοι οι μικροί βασιλιάδες -ο καπετάνιος στο καράβι, ο πιλότος στο αεροπλάνο κλπ.- πρέπει, στον κίνδυνο, να κατέβουν τελευταίοι. Να νοιαστούν πρώτα για την ασφάλεια όλου του πληρώματος και στο τέλος για τον εαυτό τους. Από το καλοκαίρι του 1791 και μετά, ο Λουδοβίκος XVI στιγματίστηκε στη συνείδηση του απλού κόσμου ανεπανόρθωτα.

Όσο για το έθνος τώρα; Τα κατώτερα στρώματα, γενικά, δε συγχωρούν τους προδότες –ή, καλύτερα, αυτούς που θεωρούν ως προδότες. Αναπτύσσουν πολύ μεγάλη αίσθηση ηθικής, η οποία τείνει να πολώνεται σε ένα εντελώς ασπρόμαυρο σχήμα καλού-κακού. Όλα γίνονται μία μάχη μεταξύ του Φωτός και του Σκότους, όλοι είναι Ήρωες ή Προδότες, όπου οι Ήρωες δεν μπορεί παρά να είναι ανιδιοτελείς υπηρέτες και οι Προδότες ιδιοτελείς συνωμότες κλπ. Ο Weber κάνει μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση για την πολωμένη αυτή ηθική: «Η ταύτιση του φωτός με ό,τι είναι αγνότερο στον άνθρωπο, δηλαδή με το πνευματικό, και αντίθετα, η ταύτιση του σκότους με το υλικό και το σωματικό τα οποία φέρουν όλους τους φοβερούς πειρασμούς, είναι πρακτικά αναπόφευκτη» (Sociology Of Religion). Όταν, τον Απρίλη του 1794, ο Ροβεσπιέρος έδινε τη διαταγή για την εκτέλεση του Δαντόν, ο πουριτανισμός αυτός είχε πλέον επικρατήσει στους ηγέτες της Επανάστασης και στους αβράκωτους που τους στήριξαν.

Το πιο ενδιαφέρον γεγονός αυτής της περιόδου από τη σκοπιά του εθνικισμού ήταν ο πόλεμος. Τον Απρίλιο του 1792 «οι Γάλλοι κήρυξαν τον πόλεμο ως έναν αγώνα ελευθερίας εναντίον των τυράννων» (Palmer, Twelve Who Ruled), και μετά από διάφορα σκαμπανεβάσματα, οι επαναστατικές δυνάμεις μπήκαν ως απελευθερωτές στο Βέλγιο, στο Σαβόι, στη Νίκαια, και έφτασαν ως τη δυτική όχθη του Ρήνου• «υπήρχε ένα γνήσια υψιπετές και γενναιόφρον πάθος στους επαναστάτες, μετριοπαθείς και αδιάλλακτους, να διαδώσουν την ελευθερία» (Age Of Revolution). Συγκρούστηκαν δύο απόψεις ως προς τις προσαρτημένες περιοχές: το οικουμενικό δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και το δόγμα των φυσικών συνόρων της Γαλλίας. Τελικά επικράτησε η δεύτερη, και βρέθηκαν ιστορικές αναφορές από τα χρόνια του Ιουλίου Καίσαρα ακόμα που υποστήριξαν τη θεωρία των φυσικών συνόρων. Πώς εξηγείται αυτή η κατακτητική στάση των πρώην απελευθερωτών;

Ας αφήσουμε απ΄ έξω το φιλοβασιλικό κομμάτι της Συνέλευσης και τους υποστηρικτές του, που υπολόγιζε στον πόλεμο για να παγιδέψει τους επαναστάτες προκαλώντας την ξένη επέμβαση. Από τη σκοπιά του εθνικισμού, αυτοί που ενδιαφέρουν είναι όλοι όσοι κινήθηκαν από «γνήσια υψιπετές και γενναιόφρον πάθος» να σώσουν τους ξένους λαούς από την τυραννία των ηγεμόνων τους, και στην πορεία θεώρησαν φυσικό να επεκτείνουν τα σύνορα της Γαλλίας ως τα φυσικά της σύνορα. Αυτούς θα πρέπει να τους αναζητήσουμε στους ευκατάστατους επιχειρηματίες που αντιπροσώπευε η Γιρόνδη, οι οποίοι από την αρχή της Επανάστασης «δε διέκριναν στις νέες ιδέες και δε συγκρατούσαν τίποτε άλλο πέρα από όσα εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της αστικής τάξης» (Lefebvre, Γαλλική Επανάσταση).

Κατ’ αρχήν, ο πόλεμος στηρίχτηκε σε εσφαλμένες εκτιμήσεις. Από την Πτώση της Βαστίλης και μετά η Γαλλία είχε κατακλυστεί από ενθουσιώδεις ξένους, οι οποίοι έδωσαν μια πολύ λανθασμένη εικόνα για την απήχηση που είχε το γαλλικό παράδειγμα σε άλλες χώρες. Οι φιλελεύθεροι ηγέτες της επανάστασης έπεσαν θύματα και των δικών τους παρερμηνειών: «οι ψευδαισθήσεις που έτρεφαν οι επαναστάτες είχαν τις ρίζες τους στα ίδια τα γεγονότα του 1789 και κυρίως στη λαϊκή εξέγερση. Ξεσηκώθηκε ο λαός και ανέτρεψε τους τυράννους, έλεγαν. Ξεχνούσαν πως ο λαός ξεσηκώθηκε τελευταίος» (Γαλλική Επανάσταση). Το επόμενο βήμα ήταν, μέσα στην αισιοδοξία τους, να κηρύξουν ένα διεθνές δίκαιο αυτοδιάθεσης και να τεθούν στην υπηρεσία της ανθρωπότητας, πιστεύοντας ότι τούς περιμένουν διακαώς οι σκλαβωμένοι λαοί εκτός των συνόρων -αλλά και ότι οι στρατιωτικές επιτυχίες θα τους αποφέρουν πλούτο και δημοτικότητα εντός των συνόρων. Εξάλλου, η νοοτροπία των εμπόρων εκείνης της εποχής αγκάλιαζε την επιθετικότητα του πολέμου: «Ο 18ος αιώνας ήταν η εποχή που οι επιτυχημένοι επιχειρηματίες κάθε άλλο παρά αφοσιωμένοι ήταν στην υπόθεση της ειρήνης» (Age Of Revolution). Η κήρυξη του πολέμου, τελικά, ήταν μία επιχειρηματική κίνηση -κάτι σαν ίδρυση υποκαταστήματος- που βασίστηκε σε λανθασμένες εκτιμήσεις της τοπικής αγοράς και η «οικουμενικότητα» του γαλλικού μηνύματος ήταν η διαφημιστική καμπάνια.

Οι «ένοπλοι ιεραπόστολοι», εν μέσω πολλών προβλημάτων, έφτασαν ως το Ρήνο αλλά «σύντομα έγινε φανερό πως η πλειονότητα των γύρω πληθυσμών είτε επιδείκνυε εχθρότητα είτε από σύνεση παρέμενε αμέτοχη» (Γαλλική Επανάσταση). Το φθινόπωρο του 1792, η νεότευκτη Δημοκρατία δυσκολευόταν να χρηματοδοτήσει τις στρατιές της και να πείσει τους προσαρτημένους πληθυσμούς να ξεσηκωθούν ενάντια στους «τυράννους» τους. Στις 28 Σεπτεμβρίου ο Δαντόν αναφωνούσε: «Καθώς οφείλουμε να δώσουμε στους λαούς την ελευθερία τους, έχουμε ταυτοχρόνως δικαίωμα να τους πούμε: δε θα έχετε πια βασιλιά», ενώ το οικονομικό πρόβλημα της εκστρατείας επιχειρήθηκε να λυθεί με το διάταγμα της 15ης Δεκεμβρίου. Σύμφωνα μ’ αυτό, θα κατάσχονταν οι περιουσίες του κλήρου, των πριγκίπων και των «υποστηρικτών και εκούσιων δορυφόρων τους»• ο Lefebvre συνοψίζει τα αποτελέσματα αυτού του διατάγματος ως εξής: «καθιέρωνε τη δικτατορία των επαναστατικών μειοψηφιών υπό την προστασία της γαλλικής ξιφολόγχης, και αναλάμβανε να κάνει τους λαούς ευτυχείς χωρίς να ζητήσει τη συμβουλή τους, και μάλιστα με δικά τους έξοδα». Η οικουμενικότητα των γαλλικών διακηρύξεων, όμως, συνέχισε να ισχύει• από τον Ιούλιο του 1792 που η Συνέλευση κήρυξε την πατρίδα σε κίνδυνο ως εξής «όλοι εκείνοι που τρέμουν την ελευθερία εξοπλίζονται εναντίον του Συντάγματός μας», μέχρι ένα χρόνο αργότερα που ο Άγγλος πρωθυπουργός Pitt ανακηρύχτηκε «εχθρός του ανθρώπινου είδους», οι Γάλλοι επιχειρηματίες και οι εκπρόσωποί τους ένιωθαν πως όφειλαν να δώσουν στους λαούς την ελευθερία τους -αρκεί να αναλάβουν οι ίδιοι οι λαοί τα έξοδα. Η «οικουμενικότητα» του γαλλικού καλέσματος δε λειτούργησε ως «όλοι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα της ελευθερίας», αλλά ως «όλοι όσοι αντιτίθενται στα σχέδιά μας είναι εχθροί της ελευθερίας».

Και μία τελευταία παρατήρηση. Με την είσοδο της χώρας στον πόλεμο και τις αναπόφευκτες απώλειές του, η πατρίδα άρχισε να παρέχει και αθανασία. Κάπου μέσα στο 1793 εμφανίστηκε η επιγραφή σε δημόσια μνημεία: «Ο δημοκράτης ήρωας δε χάνεται σ’ ένα αιώνιο χάος και το πολύτιμο για την Πατρίδα λείψανό του, το προσφιλές για την ανθρωπότητα όνομά του, το χρήσιμο για την αρετή παράδειγμά του, διαρκούν όσο κι ο κόσμος» (Bertaud, Η Καθημερινή Ζωή Στη Γαλλία Τον Καιρό Της Επανάστασης 1789-1795).

Μη χάσετε τη συνέχεια στο επόμενο ΣΥ - ΓΚΛΟ - ΝΙ - ΣΤΙ - ΚΟ επεισόδιο της σειράς μας. Σηκωθείτε από ντιβάνια, καναπέδες, ανάκλιντρα, πολυθρόνες, υπουργικές καρέκλες και διαβάστε να ξεστραβωθείτε. Κάποιοι μας θέλουν πρόβατα και μας τα κρύβουν, όμως δε θα τους περάσει.

1 σχόλιο:

Αδερφέ, δεν ξέρω τούτο το φεγγάρι
Στης καρδιάς της άδειας τη φυρονεριά
Πούθε τάχει φέρει, πούθε τάχει πάρει
Φωτεινά στην άμμο, χνάρια σαν κεριά.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.