Οι Παρίες Της Γαλλίας

Ο Llobera μεταφέρει την παρατήρηση του Conor Cruise O’ Brien ότι ο γαλλικός εθνικισμός θα πρέπει να θεωρηθεί όχι ως αποτέλεσμα της Επανάστασης, αλλά ως φαινόμενο που εξελίχτηκε παράλληλα. Πάνω σ’ αυτό, επισημαίνει τις εντυπωσιακά μετριοπαθέστερες αντιλήψεις που απεικόνιζαν τα cahiers de doleances στις παραμονές της Σύγκλησης, σε σχέση με τις απόψεις που κυριάρχησαν λίγο καιρό αργότερα. Για παράδειγμα, η συντριπτική πλειοψηφία των cahiers εξέφραζε πίστη στην ιερότητα του βασιλιά, ακόμα και υπεράνω του έθνους. Τρεισήμισι χρόνια αργότερα, ο βασιλιάς οδηγήθηκε στην γκιλοτίνα από αυτούς που «δεν θέλουσι πλέον να ακούσωσιν όνομα βασιλέως, των οποίων ο αριθμός φαίνεται να είναι περισσότερος», όπως εκτιμούσε ένας αυτόπτης μάρτυς της εκτέλεσης, ο ελλόγιμος κύριος Αδαμάντιος Κοραής. Αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι τα ίδια τα γεγονότα της Επανάστασης διαμόρφωσαν το περιεχόμενο του έθνους και της πατρίδας για τις διάφορες πληθυσμιακές ομάδες της Γαλλίας. Και αυτοί που ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με το καινούργιο, συναισθηματικά φορτισμένο έθνος και τα οράματα που το συνόδευαν, ήταν οι μικροπωλητές, μικροκαταστηματάρχες, υπηρέτες κλπ. της Γαλλίας• οι αβράκωτοι.


Τον πρώτο καιρό της Συνταγματικής Μοναρχίας θα πρέπει να τον δούμε ως την περίοδο που ο λαός έκανε το έθνος προσωπική του υπόθεση. Πιο πριν αυτό υπήρξε ουσιαστικά η θεότητα των εμπόρων και των επιχειρηματιών, ενώ οι φτωχές μάζες δε συμμετείχαν στα οράματά του. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του Άρθουρ Γιανγκ, ενός Άγγλου περιηγητή στη Γαλλία, από μια φτωχή γυναίκα στην Αργκόν την εποχή της Σύγκλησης: «Ακούστηκε πως κάποιοι σπουδαίοι ετοιμάζονται να κάνουν κάτι για να ελαφρύνουν τα βάσανα της φτωχολογιάς». Ο περιηγητής σχολιάζει: «Ποιοι ήταν αυτοί δεν ήξερε, ούτε τι θα έκαναν». Τα κατώτερα στρώματα της Γαλλίας, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της, θεωρούσαν ότι η άσκηση της εξουσίας ήταν υπόθεση μόνο των «σπουδαίων»• κάτι γινόταν, κάπου, από κάποιους, και ο λαός σε καμία περίπτωση δεν το συνέδεε αυτό με τη ζωή του. Η γυναίκα εκείνη, πάντως, στήριζε τις ελπίδες της αλλού: «Στο μεταξύ, ας μας στείλει καλύτερους καιρούς ο Θεός, γιατί μας έχουν ξεπαστρέψει οι φόροι και τα δικαιώματα του χωροδεσπότη».

Από το καλοκαίρι του 1789 όμως, κάτι άλλαξε και ένας μεγάλος ενθουσιασμός άρχισε να απλώνεται. Εμφανίστηκαν πολιτικές συνθήκες στις οποίες μπορούσε ο τεχνίτης, ο πωλητής στην αγορά, ο εργάτης, ο μεταφορέας, να επηρεάσουν αποφάσεις -μέσα από τις λέσχες, την παρέμβαση στη Συνέλευση, την Κομμούνα και την κάθοδο στους δρόμους. Όλοι αυτοί δεν αποτελούσαν απλώς έναν όχλο που από στιγμή σε στιγμή θα τον διαλύσουν τα στρατεύματα• ήταν η εκδήλωση του έθνους και είχαν την «έννομη βία» με τη δική τους τη μεριά (για την ακρίβεια, έτσι νόμιζαν: μέχρι το 1791, η πολιτοφυλακή ήταν περισσότερο ένα σκαλοπάτι προς την εξουσία για τον Lafayette, παρά γνήσια λαϊκό σώμα – κάτι που διαπίστωσαν τραγικά οι αβράκωτοι με τη Σφαγή στο Πεδίο του Άρεως). Άρα, έθνος γι’ αυτούς σήμαινε: έχουμε εξουσία. Ο W. Heisenberg σχολιάζει κάπου για τους επιστήμονες της Αναγέννησης: «Πολύ δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε σήμερα τι απίθανο βίωμα θα πρέπει να ήταν για τους τότε φυσικούς η διαπίστωση ότι οι κινήσεις των άστρων και οι κινήσεις των σωμάτων πάνω στη Γη μπορούν να αναχθούν στο ίδιο απλό σύστημα νόμων»• ακριβώς ένα παρόμοιο απίθανο βίωμα θα πρέπει να ήταν και για το φτωχό παρισινό λαό η διαπίστωση πως οι αποφάσεις της Συνέλευσης και η δική τους δράση μπορούν να αναχθούν στην ίδια ιδεολογική πλατφόρμα του έθνους.

Ένα άλλο στοιχείο για το περιεχόμενο του λαϊκού έθνους ήταν ότι μόλις η Συνέλευση ψήφιζε το πολυπόθητο Σύνταγμα και τους καινούργιους νόμους, τότε η ευτυχία και η κοινωνική αρμονία θα γινόταν πραγματικότητα, οι απελευθερωμένοι άνθρωποι θα εκδήλωναν τον καλό τους εαυτό, οι μισθοί θ’ ανέβαιναν και η τιμή του ψωμιού θα έπεφτε. Ή, τουλάχιστον, έτσι έλεγε το Κοινωνικό Συμβόλαιο. Οπότε, έθνος γι’ αυτούς ήταν και μία υπόσχεση ευτυχίας: «ξύπνησαν μέσα στο λαό ελπίδες λαμπρές αλλά και ασαφείς για ένα μέλλον όπου όλος ο κόσμος θα ζούσε πιο ευτυχισμένος» (Lefebvre, Γαλλική Επανάσταση). Αυτό δε σημαίνει ότι ο λαός κατανοούσε καλύτερα π.χ. την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής ή τα δημοσιονομικά θέματα. Αν και στο εξής άρχισαν να ορίζουν, ως ένα βαθμό, ποιος «σπουδαίος» θα είναι αυτός που θα κρατάει τα ηνία, το πολιτικό τους κριτήριο παρέμεινε το ίδιο σ’ όλες τις δύσκολες στιγμές που θα προέκυπταν αργότερα: για όλα φταίνε οι «άλλοι». Όποιοι είναι διαφορετικοί από αυτούς.

Μικροαστικές Θρησκείες
Πώς σχηματοποιούν το περιεχόμενο των θρησκευτικών τους αντιλήψεων τα κατώτερα αστικά στρώματα; Ο Weber, στις μελέτες του, διαπιστώνει τρία γενικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι ότι η θρησκεία παίρνει συλλογικό χαρακτήρα και αναπτύσσει κοινότητες: «[Στους μικροαστούς] υπάρχει, αντίθετα από τους αγρότες, μία σαφής τάση για συλλογικές θρησκείες». Κάτι που σημαίνει ότι το λαϊκό έθνος είχε πολύ πιο σφιχτούς δεσμούς σε σχέση με το έθνος αυτών που συνέταξαν τη Διακήρυξη. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο J. I. Guiomar, διαπιστώνοντας ότι το κεντρικό γνώρισμα του πατριωτισμού των αβράκωτων ήταν η ενότητα του κοινωνικού σώματος και η αποκήρυξη όλων όσων το διαχώριζαν.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι αποκτά ηθικολογικό και, ιδιαίτερα, ανταποδοτικό χαρακτήρα: «Ο μικροαστός, ο τεχνίτης ... κάνουν μία οικονομική ζωή που τους ωθεί να καλλιεργούν τη στάση ότι η τιμιότητα ανταποδίδει, ότι η ευσυνείδητη δουλειά και η εκτέλεση των καθηκόντων θα φέρει την ‘ανταμοιβή’ της και ότι ‘αξίζουν’ τέτοιας ανταμοιβής», λέει ο Weber. Αυτή η προσμονή των λαϊκών στρωμάτων για ανταπόδοση και η αυξημένη ηθική τους αίσθηση ήταν κάτι διαφορετικό από τη στάση των ευκατάστατων γαλλικών στρωμάτων που διήγαν πολύ πιο τυχοδιωκτική και απρόβλεπτη επαγγελματική ζωή. Ο Lefebvre συνοψίζει για τη νοοτροπία των ευκατάστατων αστών: «εκείνος που παρεκκλίνει από τις αρχές του ή αντιφάσκει μ’ αυτές ... δεν πραγματοποιεί διόλου αφηρημένο έργο• αντιθέτως, το έργο του είναι ρεαλιστικό» - μία στάση που τα κατώτερα αστικά στρώματα θα τη θεωρούσαν ανήθικη. Στα πρώτα επαναστατικά χρόνια, τα σχετικά πιο άνετα απ’ όλα, οι φτωχές μάζες είχαν ενθουσιαστεί και έτρεφαν τις μεγαλύτερες ελπίδες για το άμεσο μέλλον: «ο γαλλικός λαός πίστεψε πως η ζωή του θα βελτιωνόταν, πως αν όχι ο ίδιος τουλάχιστον τα παιδιά του θα ζούσαν ευτυχισμένα ... ο μυθικός χαρακτήρας της Επανάστασης ανθοφόρησε» (Lefebvre, Γαλλική Επανάσταση). Το φρόνημά τους ήταν υψηλό, παρόλο που οι τιμές παρέμεναν κι αυτές υψηλές. Δεν υπήρχε ανάγκη για αυστηρές ηθικές στάσεις τότε, κάθε άλλο μάλιστα: «τα φαουστικά στοιχεία του ελεύθερου έρωτα ... πάντοτε εμφανίζονται στις κοινωνικές επαναστάσεις, τουλάχιστον αρχικά» (Hobsbawm, The Age of Revolution). Αργότερα όμως, που η πολυπόθητη ευτυχία δεν ερχόταν και ο φόβος της στρατιωτικής κατάκτησης κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια τους, οι αβράκωτοι ένιωσαν ότι προδόθηκαν και ότι στερήθηκαν την ανταμοιβή τους• και καθότι ένα ποσοστό από αυτούς είχε αγκαλιάσει το πατριωτικό όραμα, απέδωσε την προδοσία σε διάφορους «εχθρούς της πατρίδας» και στήριξε την Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας. Τότε, την εποχή της Τρομοκρατίας, το Παρίσι κυριαρχήθηκε από τον πουριτανισμό του Ροβεσπιέρου.

Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι ότι η θρησκεία παίρνει τα χαρακτηριστικά του Θείου Δράματος: «Οι σωτηριολογικές θρησκείες αλλάζουν χαρακτήρα όταν φτάσουν σε λαϊκούς κύκλους που δεν ασχολούνται ιδιαίτερα ή επαγγελματικά με τη διανόηση, και ακόμα πιο πολύ όταν φτάσουν στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα όπου η διανόηση γι’ αυτά είναι οικονομικά και κοινωνικά απρόσιτη. Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της αλλαγής, προϊόν της αναπόφευκτης προσαρμογής στις ανάγκες των μαζών, μπορεί γενικά να διατυπωθεί ως έλευση ενός προσωπικού θεϊκού ή θεανθρωπικού φορέα της σωτηρίας» (Weber, Sociology of Religion). Το Θείο Δράμα πολώνεται σε ορισμένους στερεότυπους ρόλους και μόνο οι πρωταγωνιστές αλλάζουν κατά περίπτωση: μέσα σε ένα περιβάλλον δυστυχίας και φόβου, γεννιέται ένας Ήρωας που υπηρετεί ανιδιοτελώς την ανθρωπότητα και προκαλεί το μίσος κάποιων Εχθρών. Ένας Προδότης τον εξαπατά και οι Εχθροί τον σκοτώνουν, ο Ήρωας όμως ανακάμπτει και θριαμβεύει. Εμείς είμαστε εξοικειωμένοι με τη Χριστιανική εκδοχή του, όμως από την αρχαιότητα ο κάτοικος της ευρύτερης Ανατολικής Μεσογείου άνηκε σε μία κοινότητα πιστών που ταύτιζε τον εαυτό της με ένα μύθο Γέννησης - Κάμψης - Νίκης και με τη θεότητα του μύθου αυτού. Οι λατρείες του Μίθρα στη Ρώμη, του Διόνυσου στους Έλληνες, του Άττη στη Φρυγία, του Όσιρι στην Αίγυπτο, του Μπάαλ στη Χαναάν, του σουμερικού Ταμμούζ, του Σύριου Άδωνι κ.α. κινούνταν γύρω από το ίδιο βασικό μοτίβο: ο θεός ακμάζει, κάμπτεται ή πεθαίνει από τις δυνάμεις του κακού και τελικά θριαμβεύει ή ανασταίνεται*. «Μ’ όλες τις ιδιομορφίες τους, τα θεία δράματα της Ανατολικής Μεσογείου φανερώνουν τον ίδιο ιερουργικό σκελετό» (Παναγής Λεκατσάς, Το Θείον Δράμα).

Όλες αυτές οι θρησκείες απευθύνθηκαν σε κατώτερους κοινωνικούς κύκλους και γι’ αυτό ουσιαστικά διέδιδαν το ίδιο μυθικό μοτίβο με διαφορετικά πρόσωπα. «Ο σωτηριολογικός μύθος του θεού που πήρε ανθρώπινη μορφή ή του σωτήρα που θεοποιήθηκε είναι μία χαρακτηριστική σύλληψη των λαϊκών θρησκειών, οπότε έχει εμφανιστεί αυθόρμητα σε πολύ διαφορετικά μέρη» (Weber, The Sociology of Religion). Και καθότι η συλλογικότητα είναι από τα κύρια χαρακτηριστικά της λατρείας που αναπτύσσεται στα κατώτερα στρώματα, όλες αυτές οι θρησκείες δημιουργούσαν σφιχτοδεμένες κοινότητες. Ένα παρόμοιο μυθικό μοτίβο εμφανίστηκε αυθόρμητα στη στάση των λαϊκών στρωμάτων της επαναστατικής Γαλλίας. Η απόδοση όλων των δεινών σε κάποιους Κακούς, η αποθέωση των Καλών, η προσμονή στη μελλοντική Σωτηρία μετά την προσωρινή κάμψη, η Θυσία, οι εσωτερικοί Προδότες που υποσκάπτουν το ανιδιοτελές έργο• αυτά υπήρξαν τα γνωρίσματα του σωτηριολογικού μύθου των αβράκωτων. Στα χρόνια του μεγάλου ενθουσιασμού από το 1789 ως το 1791, τα κατώτερα γαλλικά στρώματα βίωναν τα Χριστούγεννα του μύθου τους οπότε δεν υπήρχε ανάγκη για κατασκευή κακών. Στα δύσκολα χρόνια της Δημοκρατίας όμως, ο μύθος της λαϊκής πατρίδας αναδείχθηκε σε όλο του το μεγαλείο• τότε ήταν που οι αβράκωτοι βρέθηκαν σε μια διαρκή Μεγάλη Παρασκευή.


Επίσης, κάτι πολύ σημαντικό, οι αβράκωτοι υπήρξαν κοινωνικοί νεόπλουτοι. Ο περιφρονημένος λαός που ασχολείτο με τη «χυδαία χειρωνακτική εργασία», ξεκίνησε από τη βάση της Παρισινής κοινωνίας και έγινε μέσα σε λίγους μήνες ήρωας. Αυτό το τελευταίο πουθενά αλλού δε φαίνεται καλύτερα απ’ ό,τι στην ενδυμασία. Η εξωτερική εμφάνιση τότε έπαιζε σημαντικότερο ρόλο απ’ ό,τι σήμερα και έπρεπε κάποιος να δηλώνει το status του με τα ρούχα του. Εμφανίστηκε φράκο του τύπου Επανάσταση, ντύσιμο στυλ Σύνταγμα ενώ οι αριστοκρατικοί κύκλοι που ήθελαν να θρηνήσουν για τις περασμένες δόξες ντύνονταν στα μαύρα. Ο όρος «αβράκωτος», από σημάδι φτώχιας άρχισε να γίνεται σημάδι περηφάνιας. Ο Marat, το ίνδαλμα των αβράκωτων, χρησιμοποιούσε κανονικότατα το βρώμικό του ντύσιμο για να χτίσει το πολιτικό του προφίλ. Ως προς αυτή την αλλαγή του κοινωνικού status, οι αβράκωτοι είχαν την ίδια εμπειρία με τις εβραϊκές κάστες των παριών, οι οποίες: «περίμεναν τη σωτηρία μέσω μιας επανάστασης στην υπάρχουσα κοινωνική διαστρωμάτωση» (Weber, The Sociology of Religion). Οι αβράκωτοι υπήρξαν μία ομάδα χωρίς δυνατότητες κοινωνικής ανόδου, ούτε γι’ αυτούς ούτε για τα παιδιά τους, μεροκαματιάρηδες, καταφρονημένοι, και κατά κανόνα στα όρια της πείνας• οι παρίες της Γαλλίας. Είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση που κάνει ο Weber για τον τρόπο που λειτούργησε κοινωνιολογικά η διάδοση της χριστιανικής διδασκαλίας, μέσω του Παύλου, σ’ εκείνες τις κάστες: «συνετέλεσε στο λύσιμο των τελετουργικών νόμων (οι οποίοι είχαν δημιουργηθεί σκοπίμως για να διαχωρίζουν τους Εβραίους από τον έξω κόσμο) και συνεπώς στη διάλυση των θρησκευτικών δεσμών που έδεναν τον πιστό με την κατάσταση του παρία». Η συμμετοχή στα επαναστατικά γεγονότα θα πρέπει να ήταν για εκείνους τους ανθρώπους κάτι σαν την αναγγελία του Θεϊκού Βασιλείου. Είναι ν’ απορεί κανείς που έφτασαν να κηρύξουν τον Ιησού «πρώτο από τους αβράκωτους»;

Μείνετε μαζί μας για τη συνταρακτική συνέχεια, θα μοιραστούν πλούσια δώρα. Πάρτε μέρος στο μεγάλο μας διαγωνισμό και μπείτε στην κλήρωση για ένα ταξίδι στο Παρίσι. Σύντομα κοντά σας με πιο πολλή και πιο καλή Γαλλική Επανάσταση.


-------------
* Για σύγκριση: Ο Άδωνις γεννιέται από μία παρθένο, βγαίνει για κυνήγι το φθινόπωρο, πεθαίνει από έναν κάπρο (Τυφώνα) και ανασταίνεται την άνοιξη. Ο Άττις γεννιέται και πεθαίνει με παρόμοιο τρόπο και τελικά ανασταίνεται. Ο Μίθρα σταυρώνεται κι ανασταίνεται την τρίτη μέρα. Ο Όσιρις πεθαίνει κι ανασταίνεται την τρίτη μέρα κλπ. Σ’ όλους αυτούς τους μύθους εμφανίζονται τα ίδια στοιχεία• ο Ήρωας, ο Εχθρός, ο Προδότης, η ανιδιοτελής Υπηρεσία προς την ανθρωπότητα, ο Θάνατος, η τελική Νίκη.

1 σχόλιο:

  1. πού είναι καλέ το κουπόνι να συμπληρώσω τα στοιχεία μου για την κλήρωση;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αδερφέ, δεν ξέρω τούτο το φεγγάρι
Στης καρδιάς της άδειας τη φυρονεριά
Πούθε τάχει φέρει, πούθε τάχει πάρει
Φωτεινά στην άμμο, χνάρια σαν κεριά.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.