Η Μαίρι Και Ο Γίγαντας (Εκδόσεις Parsec)

Το 1955 ο Φίλιπ Ντικ ονειρευόταν ακόμα να γίνει mainstream συγγραφέας. Έλπιζε ότι η Επιστημονική Φαντασία θα αποτελούσε απλώς ένα προσωρινό όχημα μέχρι να αναδειχθεί, οπότε και θα την εγκατέλειπε για να αφοσιωθεί στη "σωστή" λογοτεχνία. Εκείνη τη χρονιά ήταν που ολοκλήρωσε το Η Μαίρι και ο Γίγαντας, ένα βιβλίο μη Επιστημονικής Φαντασίας σε ύφος νουάρ.

Το ολοκλήρωσε μεν αλλά ποτέ δεν το είδε δημοσιευμένο.

Γιατί η μοίρα του ήταν τελικά να αναδειχθεί, να καθιερωθεί και να διαπρέψει ως συγγραφέας Επιστημονικής Φαντασίας και το συγκεκριμένο βιβλίο εκδόθηκε στις ΗΠΑ μετά το θάνατό του. Εμείς εδώ στην Ελλάδα είχαμε την ευκαιρία να το διαβάσουμε πέρυσι (2008) από τις εκδόσεις Parsec και σε μετάφραση Θωμά Μαστακούρη. Στο σεμνό και ταπεινό εξώφυλλο φιγουράρει ο ίδιος ο Φίλιπ Ντικ με την Τέσα, την τελευταία του γυναίκα.

Έψαξα το βιβλίο με τη γνωστή μου εμπάθεια για να βρω λάθη, ελλείψεις και παρατηρήσεις αλλά δεν κατάφερα τίποτα. Το έκανα φύλλο και φτερό, το ψείρισα από την αρχή ως το τέλος με προκατάληψη και κακοήθεια, τελικά όμως αναγκάζομαι να παραδεχτώ μετά μεγάλης μου λύπης ότι Η Μαίρι και ο Γίγαντας των εκδόσεων Parsec δείχνει να είναι μία άρτια δουλειά επιπέδου.

Όχι μόνο αυτό αλλά -ακόμα χειρότερα!- αναγκάζομαι και να απονείμω επαίνους. Πρόκειται για τον μετρημένο πρόλογο του Θωμά Μαστακούρη. Τι το αξιέπαινο έχει; Πολύ απλά, δεν πατρονάρει την ανάγνωση, δε φορτώνει το βιβλίο, διαβάζεται ευχάριστα και είναι ουσιώδης.
Σήμερα, στην εποχή του Internet και της πληροφορίας, ο αναγνώστης είναι αρκετά εύκολο να βρει πέντε βασικά πράγματα για έναν συγγραφέα, τη ζωή και το έργο του. Κρίνω πως δε χρειάζεται να του πεις από τον πρόλογο ότι π.χ. ο Φίλιπ Ντικ γεννήθηκε το 1928 και ότι καταπιάστηκε με το θέμα της πραγματικότητας. Καλύτερα να γράψεις μόνο 2-3 δυσεύρετες πληροφορίες, να αναφέρεις τη δική σου γνώμη σε ελάχιστες γραμμές (και καθιστώντας σαφές ότι πρόκειται για τη δική σου, προσωπική γνώμη), να μη φορτώσεις το κείμενο με υποσημειώσεις και... να αφήσεις τα υπόλοιπα στον Ντικ (ή στον οποιοδήποτε συγγραφέα). Άλλος είναι ο πρωταγωνιστής σ' αυτήν την παράσταση, ο μεταφραστής κι ο επιμελητής οφείλουν να παραμείνουν κομπάρσοι.
Ο πρόλογος του Θωμά Μαστακούρη πληροί όλα τα παραπάνω (κατ' εμέ σημαντικά) κριτήρια. Αναγκάζομαι λοιπόν να αναφωνήσω, ως άλλος Ζακ Ρογκ σε Τελετή Λήξης: Ευκαριστούμι Parsec! Ευκαριστούμι Θωμά! Κάνατε καλή δουλειά!

Στο Χρονοντούλαπο Της Ιστορίας

Το παλιό τραπέζι από ξύλο καρυδιάς ήταν γεμάτο σκλήθρες που έμπαιναν στα χέρια του καθώς ακουμπούσε, όμως δεν ήταν αυτό που τον ενοχλούσε. Ούτε και το ασθενικό φως από το κοντόχοντρο σπαρματσέτο δίπλα του· όχι, έβλεπε αρκετά για να βουτάει το φτερό στο μελανοδοχείο και να γράφει στα τακτοποιημένα χαρτιά του. Ούτε και η υγρασία του δωματίου ήταν αυτό που τον ενοχλούσε, παρόλο που ήταν τόσο έντονη ώστε η φωτιά στο μικρό τζάκι κούρνιαζε απελπισμένη μέσα στα κάρβουνά της για να την αποφύγει. Εξάλλου είχε παζαρέψει σκληρά με τον σπιτονοικοκύρη και συμφώνησαν σε ένα ιδιαίτερα χαμηλό ενοίκιο για τούτο το παλιοδωμάτιο. Πάλι καλά όμως γιατί τα οικονομικά του, ίσα-ίσα ο μισθός ενός καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Ιένα, δε θα του επέτρεπαν κάτι καλύτερο.

Αυτό που τον ενοχλούσε ήταν η φασαρία έξω στο δρόμο.

Αν μπορούσαν αυτοί οι γρεναδιέροι της γαλλικής εμπροσθοφυλακής να μην έριχναν πυροβολισμούς καθώς περιδιάβαιναν στα δρομάκια, να μη στρατοπέδευαν λίγο πιο κάτω στην αγορά της πόλης και να μην γκάριζαν πρόστυχα τραγούδια καθώς έμπαιναν σε σπίτια και στάβλους και κούρσευαν ό,τι ξύλινο έβρισκαν… Είχε πλακώσει όμως ο βαρύς πρωσικός χειμώνας και τα καυσόξυλα γίνονταν πιο πολύτιμα κι από το χρυσάφι. Σύντομα θα ακολουθούσε και η κύρια δύναμη του γαλλικού στρατού· τότε η πόλη θα γδυνόταν από κάθε τι το ξύλινο και όλα θα κατέληγαν στις φωτιές και στις πυροστιές έξω από τα στρατιωτικά αντίσκηνα. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι η ουσία της πόλης ήταν το ξύλο, ότι αυτό που λέμε ‘πόλη της Ιένα’ ήταν αστικοποιημένο ξύλο, και πως θα έβρισκε τη διαλεκτική του υπέρβαση ως ζέστη στις πυροστιές των γαλλικών στρατευμάτων. Ο ίδιος δεν είχε καμία αντίρρηση, ήξερε μάλιστα ότι τα στρατεύματα αυτά σημείωσαν εκείνη την ημέρα, ούτε λίγο ούτε πολύ, το τέλος της ιστορίας, ευχόταν μόνο να τον άφηναν να γράψει για λίγη ώρα ακόμα, απλώς για λίγη ώρα…

Διότι ήταν η περίφημη ημέρα της 13ης Οκτωβρίου 1806, όπου μέσα στην πόλη της Ιένα ο μέγας Χέγκελ προσέθετε τις τελευταίες παραγράφους στη Φαινομενολογία του Πνεύματος, το πιο μεγαλοφυές έργο όλων των εποχών, την ίδια στιγμή που έξω από την πόλη ο Αυτοκράτορας κατατρόπωνε τα στρατεύματα του βασιλιά Φρειδερίκου Γουλιέλμου του Γ’ και εξαφάνιζε την Πρωσία από τον ευρωπαϊκό χάρτη.

Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και εμφανίστηκε ο σπιτονοικοκύρης Ντέντερλαïν λαχανιασμένος. «Εμείς θα φύγουμε, χερ προφεσόρ. Σε λίγο θα βασιλεύει εδώ ο νόμος της ξιφολόγχης».

«Να φύγετε».

«Θα πάμε στο σπίτι του ύπατου αρμοστή Χέλφελντ, όλοι εκεί τρέχουν να σωθούν. Καλύτερα να ‘ρθετε κι εσείς, χερ προφεσόρ».

«Αργότερα».

«Ο Θεός μαζί σας. Εύχομαι να σας ξαναδώ».

Ο σπιτονοικοκύρης έφυγε χωρίς να κλείσει την πόρτα, ενώ ο κήρυκας του Απόλυτου Πνεύματος έβαζε την τελευταία σελίδα άγραφο χαρτί επάνω στο τραπέζι. Ήταν Δευτέρα και μόλις είχε προλάβει την προηγούμενη Παρασκευή να ταχυδρομήσει το μεγαλύτερο μέρος της Φαινομενολογίας στον φίλο του, τον Νιτχάμερ, στη Βαυαρία. Πάλι καλά. Τώρα ίσα-ίσα που προλάβαινε να τελειώσει το έργο πριν τον προλάβουν οι Γάλλοι και τον τελειώσουν αυτοί· ή η πυρκαγιά που είχε ξεσπάσει στα ανατολικά της πόλης και προχωρούσε καταπίνοντας ένα-ένα τα σπίτια· ή η υγρασία του δωματίου. Ο Χέγκελ ριγούσε συνεχώς, όμως συνέχισε να γράφει ασταμάτητα. Τελικά σηκώθηκε και άνοιξε την κασέλα που φυλούσε τα ρούχα του. Η τσόχινη κάπα ήταν από καιρό φθαρμένη όμως δεν είχε κάτι άλλο να ρίξει επάνω του, τη φόρεσε λοιπόν και σήκωσε το γιακά μέχρι τα μάγουλα. Τα μουτζουρωμένα από το μελάνι δάχτυλά του έτρεμαν ελαφρώς, όμως κατάφερε να συμπληρώσει τις λίγες προτάσεις του τέλους καθαρά και σταθερά. Αυτό ήταν!

Ένας απότομος ήχος πίσω του τον έκανε να πεταχτεί. Γύρισε και βρέθηκε να κοιτάζει την κάνη ενός τουφεκιού στραμμένη κατευθείαν ανάμεσα στα μάτια του. «Χα!» έκανε ο μουστακοφόρος γρεναδιέρος. «Ραντούμπ, για έλα δω!» φώναξε πίσω από τον ώμο του.

Δύο ακόμα μουστάκια φάνηκαν στην πόρτα, ακόμα πιο μεγάλα απ’ αυτά του πρώτου στρατιώτη. «Λέγε, Μπερτώ».

«Το τραπέζι είναι καλό. Κι οι καρέκλες επίσης. Κατάσχονται όλα στο όνομα της Ελευθερίας!».
Οι δύο γρεναδιέροι προχώρησαν και σήκωσαν το παλιό τραπέζι σκορπίζοντας τα χαρτιά. Ο Χέγκελ βούτηξε αμέσως και τα μάζεψε κάτω από τις καρέκλες και το ντιβάνι που χρησιμοποιούσε για κρεβάτι. Τα έχωσε βιαστικά στις τσέπες της κάπας του και σηκώθηκε να αντιμετωπίσει τους εισβολείς· είχαν πάρει το τραπέζι στους ώμους, είχαν οπλίσει τα μουστάκια τους σημαδεύοντάς τον, είχαν και οι δύο ένα ύφος που δε σήκωνε αστεία.
«Και η κάπα κατάσχεται! Όλα!».

«Μα πώς θα ζήσω χωρίς κάπα σ’ αυτό το κρύο;».

«Ή θα ζήσεις ελεύθερος», ο στρατιώτης τράβηξε τον κόκορα του τουφεκιού και πέρασε το δάχτυλο στη σκανδάλη, «ή δε θα ζήσεις καθόλου, μεσιέ λε προφεσέρ!».

«Μπερτώ, μην μπλέκεσαι σε ρητορείες με φιλοσόφους!» είπε ο άλλος στρατιώτης, «δε γλιτώνεις».

«Μα τους χίλιους διαβόλους!» φώναξε ο Μπερτώ.

Ο Χέγκελ τον κοίταξε σταθερά. Ο Μπερτώ φορούσε το τρίκωχο με την κονκάρδα της Γαλλικής Επανάστασης, στη ζώνη του είχε ένα περασμένο γιαταγάνι (προφανώς είχε πολεμήσει στην Αίγυπτο, τότε που ο Αυτοκράτορας δεν ήταν ακόμα Αυτοκράτορας) ενώ στο στήθος του φορούσε την κορδέλα της Λεγεώνας της Τιμής. «Ένας απλός άνθρωπος των γραμμάτων έχει δικαίωμα να απαιτήσει αξιοπρεπή μεταχείριση από έναν στρατιώτη που φοράει τη συγκεκριμένη κορδέλα».

Δεν πήρε καμία απάντηση, είδε μόνο την κάνη του τουφεκιού να χαμηλώνει στο πάτωμα. Προχώρησε αργά προς το τραπέζι που αναπαυόταν στους ώμους των δύο στρατιωτών, πέρασε από κάτω, έφτασε στην πόρτα του δωματίου, βγήκε έξω και άρχισε να τρέχει σαν τρελός. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε πίσω του ήταν: «Και στο ‘λεγα εγώ, μην αρχίζεις διαλόγους…».

Λίγο αργότερα, η πυρκαγιά θα κατάπινε το σπίτι των Ντέντερλαïν, αποδεικνύοντας πως ούτε η πρωσική μούχλα μπορούσε να αντισταθεί στη φλόγα της Ελευθερίας. Μέσα στο πρώην δωμάτιο του Χέγκελ, μία σελίδα χαρτί είχε μείνει πεταμένη κάτω από την κασέλα με τα ρούχα καθώς το ταβάνι γκρεμιζόταν και οι τοίχοι κατέρρεαν. Η ανθρωπότητα έμελλε να γνωρίσει τη Φαινομενολογία του Πνεύματος ελλιπή, χωρίς το παρακάτω απόσπασμα που θα παραδινόταν για πάντα στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας:

Φιλοσοφική Αποδόμηση Του Γκολφ – Εν Αρχή Ην Το Γκαζόν
Η φύση είναι ένα ατελές προϊόν χαμηλής αισθητικής αξίας. Τα εγγενή της ελαττώματα είναι ότι χρησιμοποιεί υπερβολικά πολλά γήινα χρώματα, δεν έχει θετικό Φενγκ Σούι και δεν κυλάνε καλά τα μπαλάκια επάνω της. Η διαμεσολάβηση του ανθρώπου, που είναι το έτερον της φύσης, δημιουργεί μία αντανάκλαση της φύσης εν εαυτώ, και αυτή η αντανάκλαση είναι το γήπεδο γκολφ. Μόνο σ’ αυτό η φύση επιτυγχάνει τη διαλεκτική της κορύφωση και γίνεται φιλική προς τον χρήστη: με βατές διαδρομές, χωρίς έντομα (κουνούπια), χωρίς λάσπες, και με ανηφόρες κλίσης όχι άνω των 10 μοιρών. Η κορύφωση όμως αυτή είναι μία υπέρβαση που δεν εκμηδενίζει αλλά εμπεριέχει την αρχική, ακατέργαστη φύση, είναι μία απομίμηση φύσης που απομονώνει την ουσία της από την τυχαιότητά της. Αυτό που από την αρχή ήταν λανθάνον τώρα γίνεται υποστατό και η ατελής φύση γίνεται φύση υψηλών προδιαγραφών με ISO9001. Φύση Christian Dior.

Ό,τι είναι λογικό είναι πραγματικό και ό,τι είναι πραγματικό είναι λογικό και η φύση είναι αφύσικη και η απομίμηση φύσης είναι φυσικότερη από την ίδια τη φύση.

Αφιέρωμα Στον Φίλιπ Κ. Ντικ

Μια φορά κι έναν καιρό, όσοι αγαπούσαμε την Επιστημονική Φαντασία στιγματιζόμασταν ως ‘παράξενοι’, ‘φευγάτοι’, ‘αλλοπρόσαλλοι’ κ.λπ. Ήταν εκείνα τα χρόνια που χρησιμοποιούσαμε δραχμές και που η τηλεόραση είχε μόνο δύο κανάλια, κι αυτά κρατικά.

Σήμερα, στην Ελλάδα του ευρώ και των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, η Ελευθεροτυπία κάνει αφιέρωμα στον Φίλιπ Κ. Ντικ – η Βιβλιοθήκη, για την ακρίβεια, το βιβλιοφιλικό ένθετο που μοιράζεται μαζί με την εφημερίδα κάθε Παρασκευή.
Η επιμέλεια είναι της Κατερίνας Σχινά κι ο αναγνώστης θα βρει: μία γενική παρουσίαση από τον (αγαπημένο) Μάκη Πανώριο για τον άνθρωπο και το έργο του, ένα κείμενο του Stanislaw Lem, μία επιλεκτική εργογραφία και, τέλος, τη γνωστή εισαγωγή που έγραψε ο ίδιος ο Ντικ για τον ‘Χρυσαφένιο Άντρα’ – ή μάλλον ένα εκτενές απόσπασμά της.

Όλα καλά μέχρι εδώ. Πάμε τώρα στα δυσάρεστα.

Το πταίσμα είναι ότι κάποιες αποδόσεις έργων του Ντικ στα ελληνικά είναι τόσο εσφαλμένες που βγάζουν μάτι. Μικρό το κακό που το Ubik απέκτησε γαλλική φινέτσα και έγινε Ουμπίκ• δε θα μαλώσουμε και για το The Ganymede Takeover που αντιστράφηκε και έγινε Η κατάληψη του Γανυμήδη, ακόμα και τη Μεταμόρφωση του Τίμοθι Άρτσερ την καταπίνουμε, η λέξη transmigration είναι αρκετά εξεζητημένη, πού να ανοίγεις τώρα λεξικά να βρεις την ερμηνεία της… Άραγε όμως τι καταλαβαίνει ο αναγνώστης από αυτό το: Ονειρεύονται τα ηλεκτρονικά ανδροειδή πρόβατα; Και ποιος εγκληματίας απέδωσε το Radio Free Albemuth ως Η Άλμπεμαθ ελεύθερη από συχνότητες;
Λεπτομέρειες ίσως, βρωμάνε όμως από την προχειρότητα και την τσαπατσουλιά που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού δημοσιογραφικού κλάδου.

Το πλημμέλημα είναι πως η σύντομη βιογραφία του Πανώριου για τον Φίλιπ Ντικ ΒΡΙΘΕΙ λαθών. Για την ακρίβεια, είναι περισσότερα τα λάθη και οι ανακρίβειες παρά τα σωστά! Ενδεικτικά: ο Ντικ ουδέποτε «άνοιξε κατάστημα δίσκων» αλλά δούλεψε υπάλληλος (ποτέ δεν είχε δική του επιχείρηση), δεν ξέρουμε στα σίγουρα ότι «εργάστηκε σε ραδιοφωνικό σταθμό», είναι κάτι που ο ίδιος έχει δηλώσει (όπως και ότι κάποτε υπήρξε τόσο φτωχός ώστε την έβγαζε με αλογίσιο κρέας και σκυλοτροφές) και καλό είναι να μη δεχόμαστε αβασάνιστα όλα όσα ισχυρίστηκε ο Φίλιπ Ντικ για τον εαυτό του, το αίνιγμα της πραγματικότητας δεν τον απασχόλησε για πρώτη φορά στο Time Out Of Joint αλλά πολύ νωρίτερα, π.χ. στο The Cosmic Puppets και στο Eye In The Sky, δεν «πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Λος Άντζελες» αλλά στη Σάντα Άνα (μικρή η διαφορά, όταν όμως γράφεις ότι «έζησε κυρίως στο Σαν Φραντσίσκο και στο Λος Άντζελες», μεταδίδεις στον αναγνώστη την εικόνα ενός κατοίκου μεγαλουπόλεων, ενώ ο Φίλιπ Ντικ αντιπαθούσε τις μεγαλουπόλεις και έζησε αποκλειστικά σε μικρά χωριά στις περιφέρεις των μητροπολιτικών κέντρων) και άλλα πολλά…

Σιχαίνομαι να γράφω έτσι για τον Μάκη Πανώριο. Πραγματικά, το σιχαίνομαι.

Το κακούργημα είναι ότι το αφιέρωμα μεταδίδει στρεβλή εικόνα για τον άνθρωπο και το έργο του. Υπάρχει μεγάλη δυσαναλογία ανάμεσα στην παρουσίαση του πολιτικού Ντικ έναντι του θρησκευτικού/μεταφυσικού Ντικ. Για την ακρίβεια, κυριαρχεί η τάση να ερμηνεύεται η ζωή και το έργο του πολιτικά και μόνο, ακόμα και καταφεύγοντας σε τρανταχτές ανακρίβειες (π.χ. η αιτία που χαρακτηρίστηκε παρανοϊκός και ψυχοπαθής δεν ήταν «η σχεδόν αγχωτική αποστροφή-απέχθεια, αν όχι μανία, που τον διακατέχει για τις δυνάμεις της πολιτικής καταπίεσης», ακόμα κι ο ίδιος το παραδεχόταν ότι υπήρξε παρανοϊκός και το απέδιδε κυρίως στα ναρκωτικά• η αστυνομία δεν τον ενοχλούσε τόσο «εξαιτίας των ‘ανατρεπτικών’ έργων του», αλλά κυρίως εξαιτίας των δραστηριοτήτων της δεύτερης γυναίκας του κ.α.). Το αφιέρωμα όχι μόνο δεν καταφέρνει να εντοπίσει ένα ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο να εντάσσει και την πολιτική και τη θρησκευτική πλευρά του Ντικ (τόσο σημαντική για τον ίδιο), αλλά αποτυγχάνει εντελώς να μεταδώσει μία συγκεκριμένη διάσταση του ανδρός:
Το χιούμορ του.
Ο Φίλιπ Ντικ είχε χιούμορ. Ίσως όχι το λεπτό χιούμορ του Πράτσετ ή το εκρηκτικό των Μόντι Πάιθον, υπάρχει όμως κάτι έντονα κωμικό όταν λέει στο VALIS ότι «ο Θεός είναι ζέβρα» ή όταν βάζει, στο Ubik, τον Θεό να γράφει με μαρκαδόρο σε τοίχους τουαλέτας. Και κατάφερε να διατηρήσει το χιούμορ του ακόμα και όταν καταπιανόταν με την καταπίεση, τον Θεό, την αλλοτρίωση, την παράνοια και με τόσα άλλα σοβαρά θέματα.

Εν ολίγοις για την Ελευθεροτυπία/Βιβλιοθήκη:
- Την ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ για το κείμενο του Stanislaw Lem, πολύτιμο για έναν φαν του Φίλιπ Ντικ.
- Την ΚΑΤΗΓΟΡΩ για τα λάθη και τις ανακρίβειες του αφιερώματός της.
- Την ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ που βάζει το λιθαράκι της ώστε να αναβαθμιστεί στην Ελλάδα η φήμη της Επιστημονικής Φαντασίας.
- Την ΚΑΤΗΓΟΡΩ/ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ για τη διαφορετική της οπτική γωνία, που μου δίνει την ευκαιρία να σχηματοποιήσω κάποιες σκέψεις και να αναπτύξω επιχειρήματα.
- Την ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ που διαδίδει στην Ελλάδα το όνομα του Philip Kindred Dick, αγαπημένου συγγραφέα, φιλοσόφου, παρανοϊκού, μυστικιστή, όλα αυτά μαζί.
- Της ΖΗΤΩ να συνεχίσει αυτό που ξεκίνησε, με περισσότερα άρθρα και αφιερώματα στην καλή Επιστημονική Φαντασία.

Τώρα Ούμπικ Και Σε MP3!

Το Ούμπικ πλέον, εκτός από σπρέι, λακ μαλλιών, μπύρα, αποσμητικό στόματος κ.λπ. βγαίνει και σε μουσικό κομμάτι. Αφού δημιούργησε τα αστέρια, τα σύμπαντα και τα ζωντανά πλάσματα, εκδηλώθηκε άλλη μία φορά στην πραγματικότητά μας μέσω του Αντώνη Λιβιεράτου και μορφοποιήθηκε μελωδικά στο άλμπουμ του "Το Τεράστιο Κίτρινο Πράγμα". Και καθότι το πραγματικό του όνομα δεν προφέρεται ποτέ, δε θα μπορούσε παρά να γίνει instrumental.

Ακούστε λοιπόν το μελωδικό Ούμπικ εδώ, δείτε μετά (με RealPlayer) και το σχετικό βιντεάκι του Dr. Drill εδώ. Κανένας κίνδυνος εάν ακολουθήσετε τις οδηγίες χρήσης.

Ψυχή Από Πολυουρεθάνη

Το δικό μου 2001: A Space Odyssey

- Τι ακούμε;
- Ρίτσαρντ Στράους, Also Sprach Zarathustra. Καλό, ε;
- Εντυπωσιακό. Λοιπόν, Σταν, άκου την ιδέα μου για την ταινία: θ’ αρχίζει στην Αφρική πριν 4.000.000 χρόνια…

- Ορίστε;

- Μάλιστα. Το σκέφτηκα από τον Χανουμάν στη Ραμαγιάνα, τη διαβάζω τώρα τελευταία.
- Τι να σου πω, Άρθουρ… Θα φτιάξουμε σίγουρα κάτι πρωτότυπο! Ο Χανουμάν δεν ήταν ο θεός-πίθηκος της ινδικής μυθολογίας;
- Ακριβώς.

Ο Αρχηγός ήταν δυνατός και όλες ήταν ξετρελαμένες μαζί του – τα καλά της εξουσίας. Αρκετοί όμως είχαν φτάσει να τον αμφισβητούν και έπρεπε να έχει το νου του – τα κακά της εξουσίας. Ούτως ή άλλως έπρεπε να έχει συνεχώς το νου του και στους κινδύνους της νύχτας που δε συγχωρούσαν αφηρημάδες. Αυτός όμως δεν είχε νου γιατί ήταν ένα δίποδο τριχωτό πλάσμα, πιο κοντά σε πίθηκο παρά σε άνθρωπο, που τριγυρνούσε σ' ένα μικρό κομμάτι σαβάνας όλη μέρα κυνηγώντας μικρά θηλαστικά και κρυβόταν όλη νύχτα από τα μεγάλα αιλουροειδή.

Εκείνη τη μέρα είχαν βρει ένα μισοφαγωμένο κουφάρι αντιλόπης, κατάλοιπο από το κυνήγι κάποιων λιονταριών, κι έπεσαν πάνω του με τη λυσσασμένη πείνα αυτών που έχουν φτάσει στα όρια της λιμοκτονίας. Όταν ξεκίνησαν μετά για το νερόλακκο, είχαν αφήσει πίσω τους ένα εντελώς φαγωμένο κουφάρι αντιλόπης. Ο Αρχηγός χάρηκε, ήξερε ότι μ’ αυτό το δώρο των λιονταριών κανείς δε θα τον δάγκωνε απροειδοποίητα ως αύριο. Ίσως και κάποιο θηλυκό να ερχόταν το βράδυ να τον ξεψειρίσει – αν τους άφηνε ήσυχους η μεγάλη γάτα που τριγυρνούσε στην περιοχή.

Ο νερόλακκος όμως ήταν πιασμένος από μία άλλη ομάδα πιθήκων που άρχισαν να μουγκρίζουν και να ουρλιάζουν φρενιασμένα μόλις τους είδαν. Ο Αρχηγός κύρτωσε τους ώμους και βγήκε μπροστά να διεκδικήσει το χώρο. Παρόλο που ο αντίπαλος αρχηγός είχε μακρύτερο σαγόνι και δυνατότερα πόδια, ξεκίνησε αμέσως ένα χορό θανάτου γύρω του με δοκιμαστικές νυχιές και σπασμωδικά πηδηματάκια. Ο άλλος τελικά υποχώρησε απρόθυμα – δεν ήθελε να ριψοκινδυνέψει τη στιγμή που η δική του ομάδα ήταν ξεδιψασμένη. Ο Αρχηγός προχώρησε επιφυλακτικά στην άκρη του λάκκου και, προσεκτικά, βούτηξε το στόμα του στο νερό δίνοντας το σύνθημα και στους υπόλοιπους. Ήπιαν όλοι και τράβηξαν για το λημέρι τους, αφού αντάλλαξαν με τους παρείσακτους μερικά ακόμα φρενιασμένα ουρλιαχτά.

Περνούσαν τη νύχτα σε μία ρηχή σπηλιά που είχαν ανακαλύψει στον κοντινό λόφο. Εκεί έπαιρναν λίγες δόσεις ανήσυχου ύπνου, με τα αυτιά τους συνεχώς τεντωμένα. Αν η μεγάλη γάτα τούς ανακάλυπτε, έπρεπε να βάλουν κάθε νύχι και δόντι που είχαν για να της κάνουν τη ζωή δύσκολη και να τη διώξουν. Σίγουρα οι νύχτες τους δεν ήταν ζηλευτές, ούτε και οι μέρες τους εξάλλου...

Όμως αυτή τη συγκεκριμένη νύχτα, ίδια φαινομενικά με όλες τις άλλες, κάτι γινόταν έξω που δεν είχε να κάνει με νυχτοπούλια και αιλουροειδή. Τα αυτιά τους έπιαναν μικρούς περίεργους ήχους που δεν είχαν ξανακούσει, τα μάτια τους προσπαθούσαν μάταια να διαπεράσουν το πυκνό σκοτάδι και ο νυχτερινός αέρας μύριζε... άγνωστο. Κούρνιασαν όλοι μαζί μ’ ένα φόβο διαφορετικό απ’ όλους όσους είχαν ζήσει ως τότε, μην ξέροντας τι να περιμένουν από το σκοτάδι. Αυτή τη νύχτα κοιμήθηκαν ελάχιστα.

Τελικά δεν έγινε τίποτα. Καμία απειλή δεν μπήκε από το άνοιγμα της σπηλιάς και με το πρώτο φως της μέρας η νυχτερινή αγωνία διαλύθηκε εντελώς. Βγήκαν έξω επιφυλακτικοί και κουρασμένοι, σκοντάφτοντας αδέξια στους γνωστούς βράχους. Ο ανατολικός ορίζοντας είχε χαράξει κι ο κόσμος ετοιμαζόταν να ξαναδημιουργηθεί από την αρχή.

Τότε τον είδαν.

Ήταν ψηλός, πολύ ψηλός. Δέσποζε τρομακτικός πάνω από τα τριχωτά τους κεφάλια και είχε το χρώμα της νύχτας. Το ανησυχητικό όμως ήταν πως οτιδήποτε επάνω του έδειχνε ξένο – προς τη σαβάνα, τη ζωή τους, τον κόσμο τους. Η ομάδα ξέσπασε αμέσως σε κραυγές πανικού προσπαθώντας να τον εξευμενίσει ή να τον φοβίσει, όμως αυτός παρέμεινε ακίνητος και απειλητικός.

Ο Αρχηγός τον πλησίασε, νικώντας στιγμιαία το φόβο του, όμως αμέσως τινάχτηκε μακριά περιμένοντας κάποια συμφορά να πέσει επάνω του. Είδε ότι συνέχισε να είναι ζωντανός και τόλμησε να τον ξαναπλησιάσει, κάνοντας ένα βήμα παραπάνω από πριν. Το τελετουργικό αυτό κράτησε πολλή ώρα• βήμα-βήμα ο Πίθηκος πλησίαζε το Μονόλιθο μέχρι που βρέθηκε εντελώς μπροστά του.

Τόλμησε να τον αγγίξει.

Μία στιγμή μόνο κράτησε η επαφή. Ο Αρχηγός ούρλιαξε τρομαγμένος κι έφυγε πανικόβλητος, σαν να τον κυνηγούσε η μεγαλύτερη αγριόγατα της σαβάνας. Οι υπόλοιποι της ομάδας μούγκρισαν γοερά, ψάχνοντας να βρουν ποιο φοβερό κακό τούς έτυχε. Μετά από λίγη ώρα ηρέμησαν και κατάλαβαν πως όλα ήταν όπως τα ήξεραν. Δε θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος.

Συνέβη λίγο αργότερα, όταν ο Αρχηγός σκάλιζε το χθεσινό κουφάρι της αντιλόπης μήπως και βρει κάποιο τελευταίο κομμάτι σάρκας. Κρατούσε ένα μακρύ μηριαίο οστό και ετοιμαζόταν να ρουφήξει το μεδούλι, ώσπου κάτι καινούργιο άρχισε να σχηματίζεται στο πρωτόγονο μυαλό του. Σήκωσε το κόκαλο και το κοίταξε, ένιωσε το βάρος του. Το κούνησε δοκιμαστικά δυο-τρεις φορές και βρήκε έναν τρόπο να το ελέγχει με τα δάχτυλά του. Από αυτήν τη στιγμή και μετά, έπαψε να είναι πίθηκος.

Όταν η ομάδα πήγε πάλι στο νερόλακκο, είδε τους παρείσακτους να περιμένουν κι ένιωσε την εχθρότητά τους στον αέρα. Αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένοι να μην κάνουν καμία παραχώρηση. Ο Αρχηγός πλησίασε τον αντίπαλό του με το κόκαλο στο χέρι, μέσα σε ουρλιαχτά, φωνές, κραυγές και μουγκρητά. Ο άλλος δεν εντυπωσιάστηκε από την καινούργια αυτή τεχνολογία• ήξερε ότι ήταν δυνατότερος και σε μία μάχη σώμα με σώμα θα επικρατούσε. Όταν το κόκαλο κατέβηκε με πολλαπλασιασμένη δύναμη και του τσάκισε το κρανίο, ξεψύχησε αμέσως.

Οι παρείσακτοι ούρλιαξαν μόλις είδαν το φονικό και οπισθοχώρησαν φοβισμένα, ενώ ο Αρχηγός σήκωσε το κόκαλο πάνω από το κεφάλι του με κραυγές θριάμβου. Του ανταπέδωσαν οι υπόλοιποι της ομάδας του, χοροπηδώντας με χαρά και φόβο ανάμεικτα• πλέον ο Αρχηγός έμοιαζε τρομερός και πανίσχυρος, ενώ τα θηλυκά που τον κοιτούσαν είδαν τον κατάλληλο γονιό για τα παιδιά τους. Αφού χτύπησε μερικές φορές ακόμα το νεκρό σώμα του αντιπάλου του, ο Αρχηγός πέταξε ενθουσιασμένος το κόκαλο στον αέρα, που ανέβηκε στριφογυρίζοντας και στριφογυρίζοντας...

* * * * * * *

...για να ξαναπέσει με τον ίδιο τρόπο στα χέρια της χαμογελαστής αθλήτριας. Άρπαξε την πλαστική μπαγκέτα χωρίς να την κοιτάζει και πήρε φόρα για την τελική της ρουτίνα. Μετά από μερικά γρήγορα βήματα, χτύπησε με τα πλαστικά της παπουτσάκια κάτω και τινάχτηκε στον αέρα, στριφογυρίζοντας όπως η μπαγκέτα. Δεν έχασε καθόλου την ισορροπία της καθώς προσγειωνόταν με δύναμη στο πλαστικό δάπεδο και πάγωνε ακίνητη, σαν να ήταν το μοντέλο ενός γλύπτη. Χειροκροτήματα.

Την έβλεπα για δεύτερη ή τρίτη φορά από την τηλεόραση του θαλάμου, στο Κεντρικό Νοσοκομείο του Τόκιο. Όλα τα γιαπωνέζικα κανάλια είχαν μαγνητοσκοπημένα στιγμιότυπα από τη σημερινή ημέρα των Αγώνων και τα περιέγραφαν άντρες εκφωνητές με ψιλές φωνούλες. Προηγουμένως είχα (ξανα)δει τους αρσιβαρίστες, τους δισκοβόλους, τους ακοντιστές, όλους τους αθλητές του στίβου. Κι εμένα μαζί. Κάποιο κανάλι έδειξε ακόμα και το ασθενοφόρο που με έπαιρνε για το Νοσοκομείο.

Η πόρτα του θαλάμου άνοιξε και μπήκε ένας ηλικιωμένος Γιαπωνέζος με άσπρη φόρμα –ο γιατρός. Στάθηκε μπροστά μου και με κάρφωσε με μία τόσο αεροστεγώς σφραγισμένη έκφραση που δεν ήξερα αν σκεφτόταν να με δολοφονήσει ή ότι δεν έκλεισε το θερμοσίφωνα. Από πίσω ακολούθησε ο μεταφραστής, ένας παχουλός τύπος που μπήκε κι έμεινε σε μια απόσταση σεβασμού.

Ο γιατρός είπε κάτι με κοφτές και απότομες συλλαβές που μου φάνηκε χυδαίο. «Φρανκ Μπάουμαν;» ρώτησε ο μεταφραστής. Έγνεψα καταφατικά. Ο άντρας με την άσπρη φόρμα πήρε την καρτέλα μου από τα πόδια του κρεβατιού και τη μελέτησε με την ίδια μόνιμη έκφραση.

«Λοιπόν; Πώς είμαι;» ρώτησα κι ο χοντρός το μετέφρασε.

Ο άντρας με την άσπρη φόρμα απάντησε κάτι χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από την καρτέλα. Περίμενα ότι ο μεταφραστής θα μου έλεγε να πάω να κάνω χαρακίρι. «Θα ζήσεις», εξήγησε αυτός.

«Ναι, αλλά θα μπορέσω αύριο να...;» ρώτησα το μεταφραστή όλος αγωνία, που το απέδωσε χωρίς αγωνία.

Ο γιατρός με κοίταξε κι είπε κάτι σ’ αυτήν τη γλώσσα που οτιδήποτε ακούγεται σαν βρισιά. «Το πρωί θα βγεις», εξήγησε ο χοντρός. «Αν ήταν στο χέρι μου, δε θα άφηνα κανέναν από σας τους... τους...». Εδώ ο μεταφραστής κόλλησε και στραβομουτσούνιασε ψάχνοντας τη σωστή λέξη στα αγγλικά. Μου έκανε μία καμάρα με τα δάχτυλα του χεριού του, σαν να παρίστανε τις δαγκάνες ενός σκορπιού, και τέντωσε μπροστά της το δείκτη του άλλου χεριού με τρόπο σεξουαλικό. «Επικοντιστές», είπα.

«Επικοντιστές», επανέλαβε κι αυτός ανακουφισμένος. «Δε θα άφηνα κανέναν από σας τους επικοντιστές να αγωνιστεί αύριο».

Ο γιατρός πήρε ένα μορφασμό δυσαρέσκειας, για πρώτη φορά, έδειξε κάπου έξω από την πόρτα του θαλάμου και μίλησε με έντονο ύφος. «Ο άλλος παραλίγο να πάθει διάσειση», εξήγησε ο μεταφραστής.

Ο ‘άλλος’ ήταν σίγουρα ο Χαλ. Πήγα να ρωτήσω αν είναι καλά, όμως ο γιατρός έριξε μία ακόμα ριπή στα γιαπωνέζικα και σώπασα. Σίγουρα ο παππούς του παππού του ήταν στρατηγός στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. «Κατά τη γνώμη μου, το επί κοντώ θα έπρεπε να απαγορευτεί», ανακοίνωσε ο μεταφραστής. «Πολύ επικίνδυνο».

Είχε δίκιο και το ήξερα. Μετά τους σημερινούς ημιτελικούς, το σώμα μου πονούσε σαν να είχα φάει ξύλο – οι περισσότεροι επικοντιστές αναγκαστήκαμε να κάνουμε εξετάσεις για να μας επιτραπεί η συμμετοχή στους τελικούς. Ήξερα πολύ καλά ότι είχα άδικο όταν απαντούσα: «Και κατά τη δική μου γνώμη, όλοι εσείς οι κιτρινιάρηδες θέλετε μαστίγωμα». Είδα το μεταφραστή να κοντοστέκεται και συμπλήρωσα: «Στην ηλεκτρική καρέκλα, όλοι».

Είτε ο χοντρός εξήγησε ακριβώς τα λόγια μου είτε όχι, ο γιατρός συνέχισε να με κοιτάει με την ίδια κερένια έκφραση. Υπάρχει κάτι σε κάθε γιαπωνέζικο πρόσωπο που σε βγάζει τελείως από τα νερά σου. Το ύφος του, οι ρυτίδες του, τα μάτια του σε κάνουν να νομίζεις ότι έχεις απέναντί σου μία κούκλα με ενσωματωμένο σύστημα ομιλίας, όχι έναν άνθρωπο με αισθήματα. Ο συγκεκριμένος γιατρός πάντως, που σίγουρα δεν είχε αισθήματα, είπε απλώς την τελευταία του κουβέντα κι έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση. Ο μεταφραστής έμεινε και την εξήγησε: «Το άθλημά σου έχει φτάσει στο τελευταίο του στάδιο. Στο τέρμα. Καλή τύχη για αύριο». Έκανε μία μικρή υπόκλιση και ακολούθησε το γιατρό.

- Άρθουρ, για διάβασε λίγο από τη Ραμαγιάνα.
- Να, άκου αυτό. Το άλμα του Χανουμάν: «Για να πηδήξω, πρέπει να πιέσω τα πόδια μου δυνατά πάνω στη γη. Αυτός εδώ ο λόφος μπορεί να το αντέξει», είπε και σκαρφάλωσε στο λόφο Μαχέντρα. Πίεσε το λόφο με τα πόδια του και τον χτύπησε με τα χέρια του. Με το χτύπημα, τα λουλούδια έπεσαν από τα δέντρα και κάλυψαν το λόφο. Συρρικνωμένος αφόρητα από την πίεση των ποδιών του, ο λόφος ξεπέταξε πηγές νερού, σαν τις πτυχές που σκάβουν τα μάγουλα ενός ελέφαντα. Φλέβες πολύχρωμου μεταλλεύματος ξεπρόβαλλαν. Τα ζώα βγήκαν έξω από τις φωλιές τους με κραυγές πανικού. Κόμπρες που έφτυναν δηλητήριο δάγκωσαν το βράχο και σπίθες πετάχτηκαν. Μάζεψε τα πίσω άκρα του, κράτησε την αναπνοή του, πίεσε κάτω τα πόδια του, δίπλωσε τα αυτιά του κι ατσάλωσε τους μυώνες του. Τότε, με ένα μουγκρητό θριάμβου, υψώθηκε στον ουρανό. Απ’ την ορμή της ταχύτητάς του, πολλά δέντρα ξεριζώθηκαν και τον ακολούθησαν σαν να ’ταν απόνερα.
- Πού υποτίθεται ότι πηδάει;
- Στη Σρι Λάνκα. Από την Ινδία.

- Πώς είναι η Σρι Λάνκα, Άρθουρ;
- Πανέμορφη, Σταν. Τόσα χρόνια μένω εκεί, ακόμα δεν την έχω χορτάσει. Παράδεισος.

* * * * * * *

Μου είπαν ότι η μεγαλύτερη Ιαπωνική εφημερίδα έγραφε για τον τελικό του επί κοντώ: «Θα γίνει ανοιχτή και συγκλονιστική μάχη – για το χάλκινο μετάλλιο. Οι δύο πρώτες θέσεις είναι ήδη κλεισμένες, μένει να δούμε ως πού θα ανεβάσουν τον πήχη». Υπονοούσε τον Χαλ κι εμένα• ήμασταν οι μόνοι επικοντιστές που δε χρειαζόταν να κατονομαστούν.

Δηλαδή, ο Χαλ ήταν ο κορυφαίος κι εγώ ήμουν ο μόνος που μπορούσε να τον συναγωνιστεί. Αυτό έγινε σε τρία πρωταθλήματα στίβου, καθώς επίσης και στους προηγούμενους Ολυμπιακούς του Κέηπ Τάουν όπου ανάγκασα τον Χαλ να κάνει παγκόσμιο ρεκόρ με 7,96 μέτρα για να με κερδίσει. Όμως τώρα δεν μπορούσα να νιώσω ικανοποίηση με τον τίτλο του δεύτερου. Όχι, στους Ολυμπιακούς του Τόκιο ήρθα να κάνω το τέλειο άλμα, να πάρω το χρυσό κι ας πέθαινα.

Κάτι πολύ πιθανό, εξάλλου.

Ο τελικός εξελίχθηκε όπως το είχε προβλέψει η εφημερίδα. Όλοι οι άλλοι επικοντιστές έκαναν άλματα λίγο πάνω από τα εφτά μέτρα, ενώ ο Χαλ κι εγώ αφήναμε ύψη ώστε να προφυλάξουμε τα σώματά μας για την τελική μονομαχία. Καθώς η ώρα περνούσε, οι αθλητές άρχισαν να βγαίνουν ένας-ένας από τον αγώνα, είτε με τρεις άκυρες προσπάθειες είτε από την καταπόνηση. Αυτός που πήρε το χάλκινο μετάλλιο, τελικά αποχώρησε μόλις πέρασε τα 7,45 μέτρα• δεν ήταν απλό πράγμα να πέφτεις από τόσο ψηλά...

Γιατί τα πράγματα είχαν εξελιχθεί πολύ από τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες που οι επικοντιστές προσγειώνονταν σε σακιά άμμου. Το δεύτερο στάδιο του επί κοντώ ξεκίνησε στη δεκαετία του 1960, όταν βγήκαν τα πλαστικά κοντάρια• τότε άρχισαν να χρησιμοποιούνται και τα στρώματα πολυουρεθάνης για την προσγείωση (η άμμος γινόταν σκληρή σαν τσιμέντο μετά από πτώση πεντέμισι μέτρων). Σήμερα, με τα κοντάρια από x-φάιμπεργκλας, όλα αυτά τα παλιά ρεκόρ έμοιαζαν αστεία. Παρόλο όμως που η πλαστική τεχνολογία κατάφερε να απογειώσει τον αθλητή, δε βρήκε τρόπο να τον προσγειώσει με ασφάλεια. Κανένα υλικό στον κόσμο δεν μπορούσε να προφυλάξει καλά ένα σώμα που πέφτει από ύψος αντίστοιχο με τρίτο όροφο πολυκατοικίας• το άθλημα είχε φτάσει στο τελικό του στάδιο, όπως είπε κι ο γιατρός.

Όταν ήρθε η στιγμή η δική μου και του Χαλ, ήξερα ότι όλοι περίμεναν να τον αναγκάσω και πάλι να κάνει παγκόσμιο ρεκόρ. Να ξεπεράσει, για πρώτη φορά, τα οκτώ μέτρα. Τον κοιτούσα καθώς ξεκινούσε την προσπάθειά του στα 7,70• είχε το νούμερο 9000 στη φανέλα του και άριστο σωματότυπο για το συγκεκριμένο άθλημα. Όταν πέρασα κι εγώ αυτό το ύψος, μου έγνεψε ενθαρρυντικά. Φτάσαμε ως τα 7,85 περνώντας τα ύψη με την πρώτη προσπάθεια, τα σώματά μας όμως ήδη πονούσαν. Τον είδα να τρεκλίζει λίγο καθώς σηκωνόταν από το πλαστικό στρώμα μετά από το άλμα του στα 7,90.

Πέρασα τα 7,95 με τη δεύτερη. Όταν έπεσα στο στρώμα, χτύπησα το κεφάλι μου τόσο δυνατά που κόντεψα να χάσω τις αισθήσεις μου. Ήταν τώρα η σειρά του Χαλ να θέσει την καινούργια πρόκληση και ζήτησε από τους κριτές να βάλουν τον πήχη στα 7,99. Αποτύχαμε κι οι δύο στην πρώτη προσπάθεια, κατόπιν όμως αυτός κατάφερε να τα περάσει και να κάνει καινούργιο παγκόσμιο ρεκόρ. Εκεί τέλειωσε και η καριέρα του• έμεινε ακίνητος όταν προσγειώθηκε στο πλαστικό στρώμα και όλοι τρέξαμε πάνω του. Είδα την αγωνία στο πρόσωπό του καθώς ένιωθε ότι δεν μπορούσε πια να κουνήσει τα άκρα του, ενώ ο γιατρός των Αγώνων διέταζε να τον πάνε στο Νοσοκομείο. «Φρανκ, φοβάμαι...» ήταν τα τελευταία λόγια που μου είπε όταν τον βάζανε στο ασθενοφόρο.

Έμεινα μόνος με ένα τελικό άλμα και ζήτησα από τους κριτές να ανεβάσουν τον πήχη στον έβδομο ουρανό – δηλαδή στα 8,02 μέτρα. Έβλεπα τους στυλοβάτες από την άλλη άκρη του διαδρόμου, σαν μία πύλη που οδηγούσε στην αιωνιότητα αρκεί να μην περνούσα από μέσα της. Ακόμα κι από τόσο μακριά μπορούσα να καταλάβω το ασυνήθιστα μεγάλο ύψος της. Έμεινα λίγη ώρα με το πλαστικό κοντάρι στηριγμένο χαλαρά στον ώμο μου για να το χωνέψω ότι ετοιμαζόμουν να εκτελέσω το μεγαλύτερο άθλο. Είχα πλήρη επίγνωση ότι ετοιμαζόμουν να εκτελέσω και τον εαυτό μου, όμως δε με ένοιαζε καθόλου.

Το δεξί μου χέρι έσφιξε τη λαβή του κονταριού και την κατέβασε στο ύψος των μηρών. Με το αριστερό έπιασα τριάντα εκατοστά πιο μπροστά και σήκωσα τα πέντε μέτρα του πλαστικού ως το στέρνο. Το κούνησα λίγο πάνω-κάτω κι ένιωσα την αποθηκευμένη ενέργεια του κονταριού να μεταδίδεται στο σώμα μου. Ένα απαλό αεράκι φυσούσε στην πλάτη μου. Είτε ο κόσμος με χειροκροτούσε είτε όχι δεν το ήξερα, όλη μου η ύπαρξη είχε γίνει το πλαστικό κοντάρι. Στην άλλη άκρη του διαδρόμου περίμενε ο πήχης με τα 802 εκατοστά ύψους του για να με σκοτώσει. Ξεκίνησα να τρέχω δίχως να το καταλάβω.

Έκανα μια μεγάλη δρασκελιά με το δεξί μου πόδι, και μετά άλλη μια με το αριστερό. Τα φιλμ από νάιλον στις σόλες των παπουτσιών μου έγιναν ένα με τα πέλματά μου. Κάθε καινούργιο βήμα στο ταρτάν μού αντιγύριζε περισσότερη ενέργεια απ’ ό,τι του έδινα. Ένιωσα ότι το σώμα μου ήταν ένα απλό ενδιάμεσο ανάμεσα στον πλαστικό στίβο και στο κοντάρι, ένας ταπεινός υπηρέτης που το καθήκον του ήταν να τσιγκλήσει με τις σόλες του την κοιμισμένη ενέργεια στο προπυλένιο του ταρτάν και να τη φορτώσει στο x-φάιμπεργκλας του κονταριού.
Ο αέρας προσπαθούσε να μου κόψει την ταχύτητα, όμως η πλαστική μου φόρμα τον έσκιζε απαλά – τον παραμέριζε, θαρρείς. Έπιασα τη μεγαλύτερη επιτάχυνση καθώς οι στυλοβάτες πλησίαζαν και το κοντάρι άρχισε να κατεβαίνει απαλά, με το βάρος του να με σπρώχνει ακόμα πιο μπροστά. Αν τώρα έπεφτα επάνω σε κάποιον, σίγουρα θα τον σακάτευα.
Κάπου, σε μία γωνιά του μυαλού μου, σκεφτόμουν ότι πρώτη φορά έκανα ένα τόσο άψογο άλμα. Όλες οι τεχνικές λεπτομέρειες πήγαιναν περίφημα, το σώμα μου είχε τη στάση που έπρεπε να έχει, τα βήματά μου ήταν ακριβώς όπως έπρεπε να ήταν. Καθώς το κοντάρι χώθηκε στη βαλβίδα, χτύπησα τις φτέρνες μου με δύναμη στο ταρτάν κι έκανα το τελευταίο βήμα της ζωής μου. Ένιωσα το στίβο να φεύγει από τα παπούτσια μου.

Όλη η φοβερή ορμή μου μεταφέρθηκε στο πλαστικό του κονταριού, που λύγισε σαν ένα τεράστιο μπράτσο και κατόπιν ίσιωσε πάλι εκσφενδονίζοντάς με προς τα πάνω. Έβαλα όλη μου τη δύναμη και σήκωσα τα πόδια ψηλά, σαν να με τραβούσε ένα χέρι από τον ουρανό. Είδα το διάδρομο να απομακρύνεται από κάτω, καθώς πλησίαζα τον πήχη και περνούσα μπροστά του, ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά. Άφησα οριστικά το κοντάρι• από εδώ και πέρα ήμουν μόνος.

Σαν ηλεκτροφόρο σύρμα που δεν έπρεπε να αγγίξω, λύγισα πρώτα τα γόνατα και μετά τη μέση για να αποφύγω τον πήχη. Το σώμα μου πονούσε από την υπερπροσπάθεια, αλλά τα κατάφερα. Είχα φτάσει στο ανώτατο σημείο και η νίκη πλέον θα κρινόταν σε θέματα χιλιοστών. Ο πήχης πέρασε κάτω από το στήθος μου και ήρθε με φόρα προς το σαγόνι – σήκωσα το κεφάλι μου την τελευταία στιγμή και γλίτωσα. Καθώς άρχιζα να πέφτω, τράβηξα τα χέρια μου όσο πιο μακριά από τον πήχη μπορούσα.

Δεν είχα προσέξει πόσο μαύρος ήταν!

Στεκόταν ακίνητος πάνω στους στυλοβάτες, σαν ένα μακρόστενο κομμάτι νύχτας μέσα στον απογευματινό ουρανό του Τόκιο, και καθώς τα δάχτυλα του δεξιού μου χεριού δεν κατάφερναν να τον αποφύγουν, σκέφτηκα ότι έμοιαζε... ξένος. Τον ακούμπησα ελάχιστα, όχι τόσο για να τον ρίξω αλλά αρκετά για να πάψω να είμαι ο Φρανκ Μπάουμαν πια.
Είδα φωτεινές λεωφόρους μέσα του να ξανοίγονται σε άπειρα βάθη. Στα λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου που κράτησε αυτή η επαφή, ταξίδεψα εκατομμύρια έτη φωτός μακριά. Πέρασα από χρωματιστούς γαλαξίες και διέσχισα κοσμικά νεφελώματα• δεν είχα σώμα, δεν ξέρω τι έγινε το σώμα μου, όμως μπορούσα να βλέπω και να νιώθω. Ήμουν κάτι σαν ένα αστεράκι συνείδησης μέσα στην καρδιά του απείρου.

Σε κάποια στιγμή, κάπου εκεί στην άλλη άκρη του σύμπαντος, σκέφτηκα αυτόν τον επικοντιστή που προσπαθούσε να σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ. Συνειδητοποίησα πόσο χοντροκομμένα έμοιαζαν τα οστά του, οι αρθρώσεις και οι μύες του μπροστά στην κοσμική τελειότητα που με περιέβαλλε. Το σώμα του, που τόσο το καμάρωνε, ήταν ένα αδέξιο εργαλείο – ‘σαρκίο’ θα έπρεπε να έλεγε, όχι ‘σώμα’ – κι ο ίδιος, ένας ανήμπορος γέρος.

Ο γέρος έσυρε τα βήματά του στο δωμάτιο για τον Μυστικό Δείπνο.

Τα γόνατά του πονούσαν και τα χέρια του έτρεμαν.

Με κόπο κράτησε το μαχαίρι κι έκοψε τον Άρτο της Θείας Ευχαριστίας.

Το ποτήρι με τον Οίνο γλίστρησε κι έπεσε στο πάτωμα, όμως δεν έσπασε γιατί ήταν πλαστικό.

Μεταμόρφωση...

Ξαναγύρισα στο Ολυμπιακό Στάδιο του Τόκιο, κρεμασμένος στον αέρα δίπλα στους στυλοβάτες. Έπεφτα με φόρα προς τα κάτω, ήξερα όμως ότι δε θα πάθω τίποτα. Γιατί ένιωσα κάτι από το νάιλον των παπουτσιών μου να γίνεται ένα με το σώμα μου, κάτι από το στυρένιο της φόρμας μου να περνάει μέσα από τους πόρους του δέρματός μου. Πολυμερισμένα μόρια υδρογονανθράκων μπλέκονταν ανάμεσα στις μυϊκές μου ίνες και ενίσχυαν τη σπονδυλική μου στήλη. Ακόμα και σε ατσάλι να χτυπούσα, θα έβγαινα ζωντανός• ήμουν το επόμενο στάδιο. Το σώμα μου από εδώ και πέρα θα ήταν άθραυστο και ευλύγιστο, μπολιασμένο με τη δύναμη και την ελαστικότητα της ψυχής μου.

Μιας ψυχής από πολυουρεθάνη.

- Δεν ξέρω, Σταν, κάτι δε μου αρέσει στην όλη υπόθεση. Μήπως να το ξαναγράφαμε από την αρχή;
- Για τους πιθήκους λες;

- Όχι, οι πίθηκοι ήταν μια χαρά, εγκρίνονται. Η αθλητική συνέχεια είναι που δε μου κάθεται καλά, οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Θέλω να πω, ο Μονόλιθος να εμφανίζεται ξανά σαν πήχης στο επί κοντώ, ο αθλητής να γίνεται σελοφάν… Είναι κάπως φτωχό, δεν είναι;

- Και τι προτείνεις;

- Θα μπορούσαμε να το κάναμε διαστημικό.
Α, το ξέρω αυτό το κομμάτι! Πώς λέγεται;
- Γαλάζιος Δούναβης, Γιόχαν Στράους.
- Θα μπορούσαμε να βάζαμε ταξίδια στο ηλιακό σύστημα, σεληνιακές βάσεις, αστροναύτες κ.λπ.
- Εντάξει... όμως, ρε Άρθουρ, από τους πιθήκους στο διάστημα; Σαν πολύ πρωτοποριακό δε θα βγει;


Δημοσιεύτηκε στους Δραματουργούς Των Γιανν

Χρειάζεσαι Χρυσό Για Να Πάρεις Χρυσό

Δύο κατηγορίες ταινιών Επιστημονικής Φαντασίας έχουν γυριστεί μέχρι σήμερα:
1) Το 2001: Οδύσσεια Του Διαστήματος των Kubrick & Clarke
2) Όλες οι υπόλοιπες.

Ας ξεκινήσουμε όμως με κάποιες σκέψεις βιολογίας:
Τι είναι η ζωή; Ποιος είναι αυτός ο παράγοντας που οργανώνει κάποια μόρια και τα καθιστά ικανά να αναπτύσσουν μηχανισμούς κίνησης, κωδικοποίησης, αναπαραγωγής, μεταβολισμού; Ποια η ουσιαστική διαφορά ενός ζωντανού οργανισμού από μία μηχανή; Πάνω σ’ αυτά τα ερωτήματα, είχε δώσει μία διάλεξη με τίτλο "Το Ζωντανό Σύστημα: Η Αιτιοκρατία Στρωματοποιημένη" στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ο δρ. Paul Weiss (ένας σπουδαίος βιολόγος του προηγούμενου αιώνα) – ας είναι καλά οι εκδόσεις Χατζηνικολή που κυκλοφόρησαν πολλά αξιόλογα βιβλία. Οι σκέψεις που ακολουθούν είναι επηρεασμένες από αυτήν.

Δύο είναι τα βασικά γνωρίσματα της ζωής. Κατ’ αρχήν, η ιεραρχία. Οι ζωντανοί οργανισμοί αποτελούνται από ομάδες που αναλύονται σε υποομάδες μιας χαμηλότερης τάξης, που κι αυτές με τη σειρά τους αναλύονται σε άλλες υποομάδες κ.ο.κ. Το δεύτερό τους χαρακτηριστικό είναι η συστημική οργάνωση. Το σύστημα, ως σύγχρονη μαθηματική σύλληψη, είναι ένα σύμπλεγμα μονάδων οι οποίες έχουν τέτοιας φύσης αλληλεξάρτηση μεταξύ τους ώστε καμία από αυτές δεν μπορεί να λειτουργήσει απομονωμένη, αυτόνομη – άσχετα αν εμείς, με μία πράξη νοητικής αφαίρεσης, τη συλλαμβάνουμε ως τέτοια. Παράδειγμα, η αυτοστηριζόμενη αψίδα:

Μία κατασκευή που μπορεί να υπάρξει ή ως ακέραιο σύνολο ή καθόλου. Δεν αναλύεται σε κλάσματα.

Το άλλο χαρακτηριστικό του συστήματος έχει να κάνει με τον τρόπο μελέτης του. Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τις ιδιότητές του αναλύοντάς το σε υποσυστήματα χαμηλότερης τάξης και εξετάζοντας αυτά. Αν κάνουμε κάτι τέτοιο θα δούμε να μας παρουσιάζονται αστρονομικά μεγάλες δυνατότητες δράσης, ασύλληπτοι αριθμοί πιθανών επιλογών, και θα είναι αδύνατο να βγάλουμε από αυτές οποιοδήποτε συμπέρασμα για τη συμπεριφορά του συνόλου. Στα έμβια συστήματα το μέρος δεν καθορίζει το όλον, η κληρονομιά του Δημοκρίτου καταρρέει εδώ.
Αυτό που γίνεται είναι ότι το όλον επιβάλλει περιορισμούς τάξης στους βαθμούς ελευθερίας των μερών και έτσι διατηρεί τη μορφική του συνέχεια. Για παράδειγμα, ένα μπαλέτο είναι σύστημα• ο κάθε χορευτής έχει τεράστιο πλήθος δυνατοτήτων ανά πάσα στιγμή, όμως χωρίς να είναι ρομποτικά προγραμματισμένος επιλέγει από όλες αυτές μία μόνο, πάνω στη βάση της αρχικής χορογραφίας.
Όλοι οι έμβιοι οργανισμοί είναι συστήματα και κάθε ένας αποτελεί μία ασέβεια προς τον Αβδηρίτη.

Τα αναφέρω όλα αυτά για να φτάσω στο συμπέρασμα που καταλήγει ο καθηγητής Weiss μετά από δεκαετίες ερευνών: "σύστημα γεννά το σύστημα"• κάτι που θυμίζει το παλιό αλχημιστικό ρητό: "χρειάζεσαι χρυσό για να πάρεις χρυσό". Η αυτοστηριζόμενη αψίδα, για παράδειγμα, μπορεί να κατασκευαστεί μόνο με τη μεσολάβηση ενός άλλου συστήματος, του ανθρώπου. Δεν μπορεί να προκύψει από φυσικές μετατοπίσεις και τυχαίες διεργασίες. Αν έχετε ποτέ την τύχη να επισκεφτείτε το Γκραν Κάνυον και να ανακαλύψετε, στις επιβλητικές πτυχές του, κάποιον πέτρινο σχηματισμό αυτοστηριζόμενο, θα ξέρετε ότι δεν είναι έργο της φύσης αλλά των Ινδιάνων που έζησαν εκεί – Ανασάζι, Χόπι, Ντινέ (αυτούς τους τελευταίους, οι Ισπανοί κατακτητές τους βάφτισαν "Ναβάχο". Είναι της μόδας τώρα τελευταία στη χώρα μας να βγαίνουν θεωρίες που ερμηνεύουν το όνομά τους από το "Ναυαγοί"). Ή, ένα άλλο παράδειγμα, η σύνθεση των μακρομορίων (πρωτεΐνες, φωσφολιπίδια κ.λπ.) που χρησιμεύουν ως δομικά υλικά του κυττάρου. Λέει ο Paul Weiss: "Η συνένωση απλών συστατικών σε πολύπλοκα μακρομόρια απαιτεί πάντα την παρουσία ενός έτοιμου προτύπου του προϊόντος ή οπωσδήποτε ενός περιγράμματος με τον ίδιο βαθμό εξειδίκευσης"• δεν έχουμε δηλαδή μερικά απλούστερα που αθροιζόμενα γεννούν ένα συνθετότερο, αλλά την αρχική παρουσία ενός σύνθετου που χρησιμεύει ως οδηγός για την αναπαραγωγή του προϊόντος.

Κάτι παρόμοιο που κάνει και ο μαύρος μονόλιθος στο 2001: Οδύσσεια του Διαστήματος, των Kubrick & Clarke! Το blog πουλά (σχεδόν) αποκλειστικά Philip Dick, όμως πάντα υποκλίνεται μπροστά στην καλή Επιστημονική Φαντασία. Η συγκεκριμένη ταινία (εδώ μία χαριτωμένη επεξήγησή της) έρχεται να πατήσει πάνω σ’ ένα κενό της δαρβινικής θεωρίας, ότι μετά από περιόδους παγετώνων η εξέλιξη μοιάζει να προχωρεί με άλματα, όχι με μικρά δοκιμαστικά βηματάκια αμέτρητων μεταλλάξεων. Το είχε επισημάνει και ο ίδιος ο Δαρβίνος στην Καταγωγή των Ειδών, προβλέποντας τη μελλοντική ανακάλυψη πολλών ενδιάμεσων σκελετών που θα γεφύρωναν τα εξελικτικά κενά. Μέχρι σήμερα δεν έχουν ανακαλυφθεί οι χαμένοι σκελετοί γι’ αυτό και η δαρβινική θεωρία παραμένει θεωρία.
Τι μπορεί να ευθύνεται γι’ αυτά τα άλματα της εξέλιξης; – και ειδικά για τη Νέα Τάξη Πραγμάτων που προέκυψε όταν ο πίθηκος άρχισε να χρησιμοποιεί εργαλεία; (αλλά και για την μελλοντική αλλαγή που θα προκύψει όταν ο Homo Sapiens μεταβληθεί σε Homo Starchild). Δεν ξέρουμε, ούτε είναι ανάγκη να το αιτιολογήσουμε με θεϊκές επεμβάσεις. Αλλά ούτε και ο μαύρος μονόλιθος των Kubrick & Clarke λέει πολλά πράγματα• οι εμπνευστές του δε μας δίνουν κανένα στοιχείο γι’ αυτόν, τίποτα απολύτως. Ακόμα και η λέξη "εξωγήινοι" ακούγεται φτωχή μπροστά στο μεγαλείο και στο μυστήριο της ταινίας, και οι Κ&C ήταν πολύ έξυπνοι ώστε να μη μας πλασάρουν μία άψογα συγκροτημένη υπόθεση. Πάντως, τόσο αυτοί όσο και ο δρ. Weiss τονίζουν το ίδιο σημείο: ότι χρειάζεται με κάποιον τρόπο να προϋπάρχει το μελλοντικό αποτέλεσμα για να γίνει το καθοριστικό άλμα.

One More Cup Of Ubik For The Road

Η Laura Campbell (ή μάλλον το Ubik διαμέσου αυτής) σας προσκαλεί να κάνετε ένα μικρό διάλειμμα από την πραγματικότητά σας και να πάτε εδώ για μία δόση φρέσκου, αναζωογονητικού, γνήσιου Ubik. Θα επιστρέψετε κατόπιν στις συνήθεις ασχολίες σας αναπτερωμένοι και λυτρωμένοι.

Κανένας κίνδυνος εάν ακολουθήσετε τις οδηγίες χρήσης.

Οι Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ Ξαναχτυπούν...

...αυτή τη φορά με τον Άνθρωπο Στο Ψηλό Κάστρο.
Το βιβλίο είναι φρέσκο και αχνιστό, βγήκε από το τυπογραφείο το 2008 σε μετάφραση Χριστόδουλου Λιθαρή και ανήκει στη σειρά Cult Stories των εκδόσεων (μαζί με το Ubik, με το Θα Φτύσω Στους Τάφους Σας του Μπόρις Βιαν, με το συζητημένο τώρα τελευταία Κινέζικο Δωμάτιο της Κατερίνας Χρυσανθοπούλου, με το Κατά Τον Δαίμονα Εαυτού του φίλου Γιάννη Αντάμη κ.α.). Τη διεύθυνση της σειράς έχει η ψυχή των εκδόσεων ΤΟΠΟΣ, ο Άρης Μαραγκόπουλος (True Love).
Και μία μάλλον ευχάριστη έκπληξη: εντόπισα το βιβλίο μέχρι στιγμής σε τρία βιβλιοπωλεία• στα δύο απ' αυτά, ΔΕΝ ήταν καταχωρημένο ως "Επιστημονική Φαντασία". Έφτασε μήπως η ώρα να αποστιγματιστεί η καλή ΕΦ στη χώρα μας; Μήπως οι εκδόσεις ΤΟΠΟΣ επαναΤΟΠΟθετούν το είδος στα ράφια των βιβλιοπωλείων;

Οι εμπαθείς παρατηρήσεις μου:

- To εξώφυλλο κινείται στα μοντέρνα, καλαίσθητα και γουστόζικα πλαίσια με τα οποία παρουσιάζονται οι εκδόσεις ΤΟΠΟΣ στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων. Δεν κραυγάζει, δίνει όμως ένα χαρακτηριστικό στίγμα, κινεί την περιέργεια και είναι φιλικό προς το μάτι. Με δυο λόγια: Χρήστος Διαμαντίδης.

- Τη μετάφραση και το εισαγωγικό σημείωμα ανέλαβε ο Χριστόδουλος Λιθαρής. Ο οποίος, φαντάζομαι ότι νιώθει πλέον καθιερωμένος στο χώρο ώστε να γράφει εισαγωγικά σημειώματα και να συμπληρώνει τις μεταφράσεις του με άφθονες υποσημειώσεις, καλύτερα όμως να φρόντιζε λίγο περισσότερο τα κείμενα που παραδίδει. Το κυριότερό μου θέμα είναι πως ο Άνθρωπος Στο Ψηλό Κάστρο γράφτηκε από τον Ντικ σε μία πολύ ιδιόρρυθμη διάλεκτο, μίμηση του τρόπου με τον οποίοι μιλούν οι Γιαπωνέζοι τα Αγγλικά (με αλλοιωμένη σειρά λέξεων, εξεζητημένους όρους, χωρίς άρθρα κ.λπ.), την οποία δε νιώθω ότι η μετάφραση του ΧΛ κατάφερε να αποδώσει στα Ελληνικά.

- Δε μου άρεσε ούτε η απόδοση του The Grasshopper Lies Heavy ως Η Ακρίδα Κείτεται Βαριά. Δε στέκεται ωραία στα Ελληνικά ως τίτλος βιβλίου! Ξέρω, υποτίθεται ότι πρόκειται για παραφθορά του Εκκλησιαστή ("...και η ακρίς θέλει προξενεί βάρος...", 12:5), όμως έχω τις ενστάσεις μου, η Βίβλος ήταν κάτι ιδιαίτερα σοβαρό για τον Ντικ. Δε νομίζω ότι έχει βρεθεί η πηγή από την οποία το ξεσήκωσε (αν το ξεσήκωσε από κάπου), όμως πιο πιθανό μου φαίνεται να πρόκειται για στιχάκι από γιαπωνέζικο χάικου, μέσα στο γενικότερο πνεύμα του κειμένου (π.χ.: "Πάνω στο μπαμπού / Παχιά κάθεται η ακρίδα / Ω καλοκαίρι!" ή κάτι τέτοιο). Μήπως ο ΧΛ θα έπρεπε να ήταν πιο γενναίος και να τολμούσε το: Η Παχιά Ακρίδα;

- Επίσης, για μία ακόμα φορά, η μετάφραση ενός έργου του Ντικ υποφέρει στην απόδοση των γερμανικών όρων και φράσεων! Στη σελίδα 133 ο ΧΛ έφτιαξε μία καινούργια γερμανική εταιρεία ονόματι Sohnen: "Τώρα δεσπόζουν τα μεγάλα καρτέλ όπως η New Jersey Krupp και η Sohnen" (το πρωτότυπο κείμενο λέει: "Big cartels like New Jersey Krupp and Sohnen running the show"), ενώ στη σελίδα 255 δεν επισημαίνεται το λάθος του ίδιου του Ντικ, ενός μέτριου γνώστη της γερμανικής, και το "Ich danke Ihnen sehr dabei" μεταφράζεται ως: "Σας ευχαριστώ πολύ γι' αυτό".

- Η δεύτερη μεγαλύτερή μου ένσταση έγκειται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Μετά από μία σύντομη παρουσίαση, ο κ. Μαραγκόπουλος καταλήγει:

Σ' αυτό το παράξενο μυθιστόρημα, το οποίο γράφεται με έντονο ακόμη τον απόηχο του μακαρθισμού, ο Φίλιπ Κ. Ντικ συνδυάζει την πιο τρελή επιστημονική φαντασία με την αυστηρή κριτική της Ιστορίας. Παίζοντας πανέξυπνα με τη διεθνή γεωπολιτική στρατηγική των ΗΠΑ, κάνει το απλό: τοποθετεί στη θέση τους τη ναζιστική Γερμανία. Έτσι αναδεικνύει με οξύ τρόπο, αλλά και με χιούμορ, τον φασισμό που αναδύεται στην καθημερινή ζωή κάθε φορά που στην πολιτική κυριαρχεί μια μυστικιστική στάση...

Δε θεωρώ ότι αυτές οι γραμμές δίνουν τη σωστή εντύπωση στον αναγνώστη για το βιβλίο που πρόκειται να διαβάσει. Το Ψηλό Κάστρο είναι, πρώτα και καλύτερα, ένα έργο προσωπικής σωτηρίας και λύτρωσης - κατά τη δική μου ανάγνωση, τουλάχιστον. Τονίζοντας τόσο πολύ την πολιτική διάσταση του βιβλίου, χάνεις την εμπειρία του κ. Ταγκόμι, χάνεις το διαρκές Σύνδρομο Capgras στο οποίο ζει η Τζουλιάνα και το μήνυμα που λαμβάνει, χάνεις τον αγώνα αξιοπρέπειας που καταβάλλει ο Φρανκ και το νόημα ζωής που ανακαλύπτει ο κ. Τσίλνταν. Χάνεις επίσης όλο το παιχνίδι με τις εναλλακτικές πραγματικότητες που στήνει ο Ντικ, καθώς και τη σημασία τους στον αγώνα των ανθρωπάκων. Ο ίδιος ο Φίλιπ Ντικ παραπονιόταν για τους κριτικούς λογοτεχνίας: "βλέπουν πράγματα στα έργα μου που δεν υπάρχουν". Εγώ παραπονιέμαι απλώς για την προκατειλημμένη σκοπιά με την οποία ερμηνεύεται το έργο του στη σημερινή Ελλάδα της αναγκαστικής αριστεροφροσύνης.

- Κλείνω με happy end: Τιμή και δόξα στις εκδόσεις ΤΟΠΟΣ που αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν στη χώρα μας μερικά από τα καλύτερα μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ! Ένα μεγάλο ευχαριστώ από μένα και από όλους όσους αγαπούν την καλή ΕΦ (αν και το έγκλημά τους παραμένει ανολοκλήρωτο, μετά το Ubik και το Ψηλό Κάστρο μού άνοιξε η όρεξη και δε θα χορτάσω αν δε δω κι άλλα έργα του Φίλιπ Ντικ). Τρέξτε αμέσως όλοι στο βιβλιοπωλείο τους κι αγοράστε τρία αντίτυπα του Ψηλού Κάστρου: ένα για δική σας ανάγνωση, ένα για back up σε περίπτωση απώλειας ή κλοπής κι ένα για να δωρίσετε στο αγαπημένο σας πρόσωπο. Ιδού ο ΤΟΠΟΣ του εγκλήματος:
Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου, Αρσάκειο Μέγαρο
10564 Αθήνα
Tηλ: 210 3221580
Fax: 210 3211246
bookstore@motibo.com
www.toposbooks.gr

Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ: πιάνουν τόπο.

Οι Τρεις Αθήνες

«Εκνευριστικός –ή, -ό» είναι ένα πολύ αρνητικό επίθετο, εκτός αν μιλάμε για λογιστή ή ξυπνητήρι. Και το δικό μου έχει όλα τα κατάλληλα προσόντα του είδους του. Ηλεκτρονικό, γερμανικό και σπαστικό (κατασκευάστηκε στη χώρα που γέννησε το ναζισμό και τα κρεματόρια, τίποτα δεν είναι τυχαίο) ποτέ δεν αποτυγχάνει να με ανασύρει στην επιφάνεια και του πιο γλυκού ύπνου με το μελωδικό του στρίγκλισμα, που μοιάζει να χτυπάει ακριβώς στα εγκεφαλικά κέντρα πόνου και σχιζοφρένειας. Όταν λοιπόν με ξύπνησε εκείνη την Τρίτη 9 Δεκεμβρίου, με ελάχιστες ώρες ύπνου στο ενεργητικό μου γιατί παρακολουθούσα μέχρι αργά στην τηλεόραση τους κουκουλοφόρους να διαλύουν την Αθήνα, πετάχτηκα πάνω με δίψα για αίμα και διάθεση Τζακ Αντεροβγάλτη. Ακόμα μία μέρα που ξεκινούσε πολύ νωρίς, στις 6:15.

Ετοιμάστηκα από συνήθεια μέσα σε πέντε λεπτά, έκλεισα τον Η/Υ που τον είχα αφήσει ανοιχτό όλο το βράδυ, ένα τελευταίο χτένισμα, παλτό και βγήκα στο δρόμο. Κρύο χειμωνιάτικο πρωινό, δεκεμβριανό• όχι ακριβώς του Δεκέμβρη που θυμόμουν από τα παιδικά μου χρόνια, εκείνος ήταν εντελώς παγωμένος, με ξυλιασμένα δάχτυλα και κοκκινισμένη μύτη, αλλά κρύο παρόλα αυτά. Περαστικά αυτοκίνητα στο δρόμο, ήταν αυτή η στιγμή πριν την ανατολή που δεν ξέρεις αν είναι μέρα ή νύχτα, που ο ουρανός έχει αλλάξει χρώμα και οι ταξιτζήδες ταρίφα, όμως τα φώτα των στύλων είναι ακόμα αναμμένα και τα φορτηγά τροφοδοτούν τα σούπερ μάρκετ. Είχα αρκετό χρόνο να πάω στο γραφείο, καμία βιασύνη, μπορούσα να το κάνω με τα πόδια και να κοιτούσα για κανένα ανοιχτό καφέ. Εσπρέσσο! Καυτός, διπλός και σκέτος. Μέσα μου βαθιά για σένα, μια λαχτάρα πάντα ζει.

Περπάτησα με τα χέρια στις τσέπες. Δύο φορές είδα σε ανύποπτους τοίχους «Αλέξης» με το άλφα μέσα σε κύκλο• πρόσφατης κοπής, το σπρέι καλά καλά δεν είχε στεγνώσει. Όταν έφτασα στην Καλλιρρόης ήταν πλέον περισσότερο μέρα παρά νύχτα. Σε κάποια στιγμή τα παπούτσια μου έκαναν κρακ κρακ καθώς περπατούσα: σπασμένα γυαλιά από τα χθεσινοβραδινά. Πέρασα απέναντι τη Συγγρού με τις σακατεμένες τράπεζες και βγήκα στον πεζόδρομο της Δράκου ψάχνοντας για κάποιο ανοιχτό καφέ. Άλλο ένα κρακ κάτω από τα παπούτσια μου, αυτή τη φορά πάτησα ένα τριγωνικό κομμάτι γυαλί σφηνωμένο ανάμεσα σε δύο πλάκες. Πήγα να το κλοτσήσω όμως σταμάτησα• το τρίγωνο του γυαλιού ήταν άψογο, τέλεια ισοσκελές, καμία σχέση με το τυπικό θραύσμα κατεβασμένης τζαμαρίας. Έσκυψα και το σήκωσα• δεν ήταν καν 100% γυαλί αλλά δεμένο με ασήμι, στολισμένο με κούφιες φυσαλίδες, μαύρο από κάτω, λαμπερό και γεμάτο φως από πάνω. Προϊόν κατασκευής, όχι θραύσης. Μάλλον κάποια γυναικεία καρφίτσα. Αποφάσισα ότι μου άρεσε, ένας ταοϊστής θα έλεγε ότι είχε βου μέσα του, ότι το γιν και το γιανγκ του ήταν ισορροπημένα, και το φύλαξα στην τσέπη μου.

Λίγο αργότερα ήμουν καθισμένος σε κάποιο καφέ και κρατούσα ένα φλιτζάνι με το πολύτιμο μαύρο υγρό. Η ώρα αμέσως μετά την ανατολή, η πιο κρύα στιγμή του εικοσιτετραώρου. Όπως όλοι, αναλογιζόμουν τα πρόσφατα γεγονότα. Όπως όλοι, έκανα αναλύσεις και εικασίες. Όπως όλοι, δεν κατέληγα σε κανένα σίγουρο συμπέρασμα. Μόνο εγώ όμως σκέφτηκα να εξετάσω τις πρόσφατες ταραχές υπό το πρίσμα του ασημόδετου τριγώνου, που το έβγαλα από την τσέπη μου και το κράτησα κόντρα σ’ ένα κομμάτι ουρανού πάνω από τις πολυκατοικίες. Ταραχές, δολοφονίες, κουκουλοφόροι, ΜΑΤ, λεηλασίες, πορείες, όλα αυτά έτρεχαν στο μυαλό μου σαν τις φυσαλίδες στο τρίγωνο, μέσα σ’ ένα πλαίσιο φωτός και σκιάς. Τώρα βλέπομεν διά κατόπτρου αινιγματωδώς. Η όλη κατάσταση με ξεπερνούσε, δεν μπορούσα να την αποκωδικοποιήσω ούτε να πιάσω τη βαθύτερο νόημά της. Ίσως από το σκοτάδι να πεταχτεί το φως, ίσως να έρθει ακόμα μεγαλύτερο σκοτάδι, ίσως... Το τρίγωνο εντωμεταξύ ήταν κρύο στο χέρι μου. Είχε υφή σαν τα όστρακα που μάζευα μικρός στην παραλία. Σε μια στιγμή παρόρμησης το πλησίασα στο αυτί μήπως και ακούσω το βουητό της θάλασσας, όμως αυτό παρέμενε προκλητικά σιωπηλό. Το ακούμπησα δοκιμαστικά στη γλώσσα μου: άγευστο. Με ποιον τρόπο θα μπορούσα να ξεκλειδώσω τα μυστικά του; Δοκίμασα ακόμα και να το μυρίσω, όμως η δύναμη του αχνιστού καφέ κυριαρχούσε επάνω στο κάθε τι γύρω. Είχαν μείνει δυο γουλιές ακόμα, τις ήπια, άφησα λίγα κέρματα στο τραπεζάκι και σηκώθηκα.

Ξεκίνησα για το γραφείο με την πρωινή Συγγρού φτωχή από αυτοκίνητα αλλά, περιέργως, πλούσια σε ποδήλατα. Δεν τα συνηθίζει η λεωφόρος κάτι τέτοια, όχι στις 7:30 το πρωί τουλάχιστον, και την επαίνεσα από μέσα μου γι’ αυτό το άγνωστό της πρόσωπο. Γύρισα και κοίταξα το κτίριο του Φιξ δεξιά μου – κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Αντί για το σαρακοφαγωμένο ερείπιο που θυμόμουν, είδα ένα σύμπλεγμα από γυαλί και αλουμίνιο, που έκρυβε εντελώς τον τσιμεντένιο σκελετό στο εσωτερικό του. Πότε το φτιάξαν κιόλας; Πέρασα απέναντι και το κοίταξα από λίγο πιο κοντά.

«Προχώρησαν γρήγορα τα έργα», είπα σε μία κυρία που καθόταν στη στάση του λεωφορείου, «το τελειώσαν, ε;».

«Τώρα; Εδώ και χρόνια» μου απάντησε αυτή.

«Χρόνια!».

Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Δε θυμάστε ούτε τα εγκαίνια; Τα βεγγαλικά;».
Όχι, δεν τα θυμόμουν καθόλου και πρέπει να το έδειξα με το ύφος μου γιατί την αντιλήφθηκα να με κοιτάει περίεργα. Είπα ότι ήμουν φρέσκος στην Αθήνα, μόλις μετακόμισα και ακόμα η πόλη μού ήταν άγνωστη. Η κυρία έγνεψε με κατανόηση. «Ε ναι, στην αρχή είναι χάος αλλά θα τη μάθετε, νάστε σίγουρος», με καθησύχασε κι εγώ ένιωσα ακόμα μεγαλύτερη ανησυχία. Μουρμούρισα κάτι και την άφησα, πήγα να περάσω απέναντι την Καλλιρρόης.

Ποδήλατα. Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε. Αυτό και μόνο σκεφτόμουν καθώς κοιτούσα τη λεωφόρο Καλλιρρόης, έναν δρόμο αιωνίως μποτιλιαρισμένο – από αυτοκίνητα. Τώρα όμως υπήρχαν μόνο πόδια που ανεβοκατέβαιναν συνεχώς σαν πιστόνια και κουδουνάκια που έκαναν γκλιν-γκλον μέσα σ’ έναν ποδηλατένιο ποταμό (με κάποιο σποραδικό παπάκι πού και πού). Πάτησα δοκιμαστικά το πόδι μου στην άσφαλτο και η καλή ροή της Καλλιρρόης σταμάτησε αμέσως. Έφτασα στο απέναντι πεζοδρόμιο ζαλισμένος, απορημένος, και τότε συνειδητοποίησα ότι θα έπρεπε να είχα διασχίσει τις γραμμές του τραμ. Πού ήταν όμως το μεταλλικό σκουλήκι; Είχε απλά εξαφανιστεί, μαζί με το ερείπιο του Φιξ και με τα περισσότερα αυτοκίνητα της Αθήνας.

Και με τα σπασμένα γυαλιά. Χρειάστηκε να περπατήσω αρκετά μέχρι να συνειδητοποιήσω ξαφνικά ότι είχα πολλή ώρα ν’ ακούσω τα παπούτσια μου να κάνουν κρακ κρακ. Πολύ λογικό, γιατί δεν είδα πουθενά τίποτα σπασμένο. Χθες βράδυ παρακολουθούσα στην τηλεόραση τους κουκουλοφόρους να χτυπάνε τράπεζες, να κατεβάζουν βιτρίνες – σ’ αυτόν εδώ το δρόμο – και να βουτάνε από μέσα μοτοσικλέτες. Τώρα όμως δεν είδα ούτε την αντιπροσωπεία της YAMAHA ούτε κανένα άλλο από τα γνωστά μαγαζιά της Καλλιρρόης. Αντιθέτως, είδα αρκετές (και άθικτες) βιτρίνες με ποδήλατα. Πού στο διάολο είχα βρεθεί; Τρεις Αθήνες συγκρούονταν μέσα μου, αυτή που θυμόμουν από χρόνια, αυτή που είδα χθες βράδυ στην τηλεόραση κι αυτή που ζούσα εκείνο το πρωινό, από τη στιγμή που τέλειωσα τον καφέ μου και μετά. Τον καφέ μου... Με το γιν-γιανγκ τρίγωνο για συντροφιά.
Κοίταξα μανιασμένα στις τσέπες μου όμως δεν το βρήκα. Θα το είχα αφήσει στο καφέ. Έτρεξα πίσω, πέρασα τις ποδηλατολεωφόρους, βγήκα στον πεζόδρομο και όρμησα μέσα στο καφέ. Το τραπεζάκι που καθόμουν προηγουμένως ήταν άδειο και σκουπισμένο. Έψαξα γύρω μου, είδα μία σερβιτόρα που με είδε κι αυτή, ήρθε προς το μέρος μου χαμογελώντας και από την τσέπη της ποδιάς της έβγαλε το ασημόδετο γυαλί. «Ε, δε θα το πετούσα, κιόλας! Δεν είναι απ' αυτά που παν στα σκουπίδια». Την ευχαρίστησα και το ξανακράτησα για μία ακόμα φορά. Τι υποτίθεται ότι έπρεπε να κάνω τώρα; Περιμένοντας να ξελαχανιάσω, έκλεισα τα μάτια και μέτρησα αργά από μέσα μου με το ασημένιο τρίγωνο σφιγμένο στη γροθιά. Έφτασα στο δέκα και μου ήρθε να φωνάξω Erwache! ή κάτι τέτοιο. Όταν βγήκα από το καφέ, ήμουν ακόμα λαχανιασμένος.

Είδα μπροστά μου τη Συγγρού πηγμένη από την κίνηση. Πολύς κόσμος περίμενε στη στάση τα πρωινά λεωφορεία και αρκετοί χάζευαν τις διαλυμένες τράπεζες με τα πυρπολημένα ΑΤΜ. Στα δεξιά μου δέσποζε το άθλιο κτίριο του Φιξ με τα κομμένα ντουβάρια του, σαν απομεινάρι βομβαρδισμού. Από μακριά είδα το τραμ να έρπει προς τη στάση του. Η Αθήνα Νο 2 – που αντικατέστησε, με κάποιον τρόπο, την Αθήνα Νο 3.

Εκείνη τη μέρα έφτασα στο γραφείο καθυστερημένος, παρόλο που ήμουν από νωρίς στο πόδι. Φύλαξα το ασημένιο τρίγωνο με τις φυσαλίδες, το έκρυψα σ' ένα μέρος που μόνο εγώ ξέρω, και δεν είπα σε κανέναν για την Αθήνα Νο 3. Εξάλλου, ακόμα δεν έχω κατανοήσει το νόημα όλης εκείνης της εμπειρίας, μερικές φορές αμφιβάλλω κι αν την έζησα πραγματικά ή την είδα στο όνειρό μου. Βλέπομεν συνεχώς διά κατόπτρου αινιγματωδώς. Κάποιες φορές όμως τώρα τελευταία που ο δρόμος με φέρνει στη Συγγρού και στην Καλλιρρόης, δίπλα στους υπόλοιπους απεγνωσμένους πεζούς που διακινδυνεύουν τη ζωή τους για να περάσουν απέναντι, μου φαίνεται ότι πίσω από τα μαρσαρίσματα, τα φρεναρίσματα και τα κορναρίσματα ακούω έναν άλλο ήχο: κουδουνάκια ποδηλάτων να κάνουν γκλιν-γκλον.