Bring Me The Head Of Philip K. Dick

Τον τίτλο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής θα φέρει στο εξής η γνωστή ηθοποιός Μιμή Ντενίση. Η τελετή θα πραγματοποιηθεί παρουσία πολλών φίλων της τιμώμενης, ειδικότερα από τον χώρο της πολιτικής, των γραμμάτων και της τέχνης

Bring me the head of Philip K. Dick
I’ve had enough of this reality shtick
Open it wide with paranoid meat cleaver
And set the bugs free from the surveillance receiver


Στην ομιλία του κατά την διάρκεια της τελετής, ο υπουργός Πολιτισμού Αντώνης Σαμαράς αναφέρθηκε στο θεσμό των Κρατικών Βραβείων. Διαπίστωσε «σοβαρά βήματα, που έγιναν τα τελευταία χρόνια» και παράλληλα, την ανάγκη αναβάθμισης του θεσμού, σε «πιο αντιπροσωπευτικό και λιγότερο γραφειοκρατικό»

Let them run wild over bodies and bureaucracy
Let them reveal the truth about modern democracy
- a ubiquitous lie that we all must endure
while our freedom’s worth less than combustible manure
which is mined with expendable and low cost man-hours
from the sallow earth mother by the corrupt superpowers


Ευκαιρία να καταγραφεί στις κάλπες η δυσαρέσκεια απέναντι στα δύο κόμματα που οδήγησαν στην σημερινή κρίση, χαρακτήρισε ο κ. Τσίπρας τις ευρωεκλογές. «Το δίλημμα που έχουμε μπροστά μας είναι ή μία από τα ίδια ή αλλαγή σελίδας. Ή επιβεβαίωση των δύο κομμάτων που με την πολιτική τους δημιούργησαν την κρίση ή φυγή προς τα μπρος και στροφή στα αριστερά»

No spandex or lurex here, no patriotic power factor
No spider-sense tingle in the nuclear reactor
Nor justice league guided by the ethos of purity
Or daredevil flights at the walls of absurdity


Σε «καθολική στράτευση για νικηφόρα μάχη» καλεί το ΚΚΕ τα μέλη και τους οπαδούς του, εν όψει των ευρωεκλογών. Η ΚΕ του κόμματος ζητά από την εργατική τάξη και τη νεολαία να μετατρέψουν «το διάστημα μέχρι τις ευρωεκλογές σε περίοδο λαϊκής αφύπνισης και πάλης κατά της ΕΕ, της πλουτοκρατίας και των κομμάτων τους, που φορτώνουν τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης στους εργαζόμενους», επισημαίνοντας ότι είναι ανάγκη να αναδειχθεί ολόπλευρα ενισχυμένο το ΚΚΕ, «η μόνη πολιτική δύναμη που είπε την αλήθεια»

Just pinstripe and braces and receding hairline
Expanding bank balance and waste-filled waistline
Greed and control and the amassing of wealth
While we fret and bemoan our declining mental health


Για πολιτική που προκαλεί ανασφάλεια, κατηγόρησε την κυβέρνηση ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Παπανδρέου. «Τώρα είναι η ώρα να αλλάξει πορεία η χώρα» συνέχισε, επαναλαμβάνοντας την πρότασή του για πρόωρες εκλογές. «Ας δώσουμε το λόγο στον ελληνικό λαό για να αποφασίσει: ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ; Με τους τραπεζίτες ή με τους πολίτες; Κοινωνική ευαισθησία ή αναλγησία;»

Disorders created to market the readymade cure
by science and religion we are marched to the door
to face the abyss we were led to ignore
to be caught by surprise as we fall through the floor


«Είμαι αποφασισμένος να προχωρήσω σταθερά στο δρόμο της ευθύνης, στο δρόμο που πίστεψα και πιστεύω για το καλό του τόπου» συνέχισε ο κ. Καραμανλής: «Ο δρόμος είναι ανηφορικός, δύσκολος, γεμάτος αντιξοότητες. Δεν έχω και δεν είχα ποτέ κανένα δίλημμα. Έκανα από την αρχή ξεκάθαρη επιλογή και από αυτή δεν πρόκειται να λοξοδρομήσω. Δεν θα καταφύγω σε λαϊκισμούς που μπορεί να αποδειχθούν επιζήμιοι για τον τόπο. Πρώτη και τελευταία έγνοια είναι το συλλογικό, το κοινωνικό και το εθνικό συμφέρον»

So bring me the head of Philip K. Dick
His scanner illuminates the simplest of tricks
That lurks in the sleeves of those amateur magicians
Who we hold up to be our elected politicians


(Το ποίημα του Pisces Iscariot από The Far Queue, η φωτογραφία κυκλοφορεί ευρέως τώρα τελευταία στο internet)

H for Hobsbawm

Ελπίζω να είστε όλοι εδώ και να διαβάζετε με κολασμένο πάθος. Σήμερα έχω κάτι σπέσιαλ, ειδικά για τους αριστερούς μας φίλους: το ένδοξο ιστορικό του ελληνικού φοιτητικού συνδικαλισμού. Ας ξεκινήσουμε όμως με ένα όνομα βαρύ σαν Ιστορία.

O Eric Hobsbawm είναι ίσως ο κορυφαίος ιστορικός της εποχής μας, καθώς και ένας πολύ αξιόλογος στοχαστής (είναι επίσης και κριτικός έργων jazz, όμως αυτή του η ιδιότητα δεν είναι προβεβλημένη). Στο Age of Revolution, ένα από τα πιο γνωστά του βιβλία, αφιερώνει μερικές συμπυκνωμένες σελίδες στη Γαλλική Επανάσταση, χωρίς να καταφέρνει όμως να αποφύγει τη στρατευμένη ερμηνεία των γεγονότων. Αναφέρομαι στις συνελεύσεις των περίφημων δημοτικών τομέων του Παρισιού, τις οποίες ο Hobsbawm χαρακτηρίζει «ελεύθερη, τοπική, άμεση δημοκρατία». Ας πάμε λοιπόν μαζί με δύο ειδικούς της Γαλλικής Επανάστασης να παρακολουθήσουμε μία τέτοια συνέλευση σε έναν από τους 48 δημοτικούς τομείς της Παρισινής Κομμούνας:

Κάτω από τα βλέμματα λογοκριτών, οι αποφάσεις στα θέματα της ημερήσιας διάταξης έπρεπε να παρθούν με ομοφωνία (!) και όχι με πλειοψηφία. Δεν υπήρχαν κάλπες, οπότε ο καθένας έπρεπε να δηλώνει εμφανώς την υποστήριξη ή τη διαφωνία του για κάποια απόφαση (από εδώ). Δεν υπήρχε ούτε ανοχή για τη μειοψηφία• τους διαφωνούντες «τους γιουχάριζαν, τους χλεύαζαν, τους στιγμάτιζαν ‘αριστοκράτες’ και στο εξής τους αντιμετώπιζαν με καχυποψία» (από εδώ). Καθόλου άγνωστες καταστάσεις στους σημερινούς έλληνες φοιτητές.

Όπως και στις πολιτικές διεργασίες των ελληνικών πανεπιστημίων, η συνολική συμμετοχή ήταν ελάχιστη. Οι ιστορικοί εκτιμούν πως ούτε ένας στους πέντε ενεργούς Γάλλους πολίτες δε συμμετείχαν αφού, όπως είδαμε εδώ: «...θα έπρεπε να αφιερώνει κανείς στις συνελεύσεις των τομέων κάτι περισσότερο από λίγες ώρες στον ελεύθερό του χρόνο για να αποκτήσει επιρροή, πολιτικούς φίλους ή ακόμα και γνώση των ζητημάτων που άλλαζαν ραγδαία. Οι συνελεύσεις ήρθαν στον έλεγχο μίας μικρής μειονότητας που έκανε την Επανάσταση επάγγελμα». Όσο για τις πιο μετριοπαθείς συνελεύσεις που δεν κατέληγαν εύκολα σε αποφάσεις, «οι ‘αληθινοί’ αβράκωτοι καλούσαν σε βοήθεια τους αδελφούς τους των γειτονικών τομέων. Αυτοί έρχονταν να ‘αδελφοποιηθούν’ και να βοηθήσουν να ‘εξαγνιστούν’ οι ‘χλιαροί’» (Bertaud, Καθημερινή Ζωή).

Για να καταλάβουμε καλύτερα αυτούς τους εξαγνισμούς, ας μεταφερθούμε λίγο παραπέρα, στο Salle du Manege μαζί με τα μέλη της Συμβατικής Συνέλευσης: «Οι κεντρώοι και οι αναποφάσιστοι αντιπρόσωποι ακολουθούσαν εύκολα τους ακραίους - ειδικά όταν έξαλλοι θεατές ούρλιαζαν στις γαλαρίες και ζόρικοι τύποι από την Κομμούνα ή τους Ιακωβίνους, που αποκαλούσαν τον εαυτό τους ‘ο λαός’, βάδιζαν στο διάδρομο κι έβγαζαν λόγους στον πρόεδρο. Τις απειλές συμπλήρωναν και λογικά επιχειρήματα ή ένα παράξενο μίγμα από λογική, απόγνωση και φόβο» (Palmer, Twelve Who Ruled). Λες και παρακολουθεί κανείς φοιτητική συνέλευση στο ΑΠΘ, με περισσότερη φινέτσα όμως.

Η εικόνα λοιπόν που σχηματίζεται για τις περίφημες συνελεύσεις των τομέων δε φανερώνει μέρη «ελεύθερης και άμεσης δημοκρατίας», όπως θέλει ο Hobsbawm, αλλά ελεγχόμενους χώρους, στους οποίους οι επαγγελματίες της πολιτικής επέβαλλαν, με το καλό ή με το άγριο ή με το πολύ άγριο, μία συγκεκριμένη γραμμή και νομιμοποιούσαν την καινούργια εξουσία, τα καινούργια σύμβολα, την καινούργια patrie. Περίπου το ίδιο που κάνουν και σήμερα στην Ελλάδα τα κομματόσκυλα, οι φοιτητοπατέρες και οι συνδικαλιστές του ΚΚΕ, οι δύο χώρες έχουν άφθονα κοινά - τι λες κι εσύ, κύριε Αδαμάντιε Κοραή; «Δεν είναι Γραικοί ή Γάλλοι, άλλ’ έν έθνος: Γραικογάλλοι».

Μία συνηθισμένη μέρα στη Συνέλευση (των αντιπροσώπων του Γαλλικού έθνους, όχι της Νομικής του ΑΠΘ)


Κλείνοντας, δυο λόγια για τον Ε. Hobsbawm: είμαι ο τελευταίος που θα αμφισβητήσει την αξία του. Είναι πολύ μεγάλη. Δεν μπόρεσε να αναγνώσει αμερόληπτα τη Γαλλική Επανάσταση, όμως ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος ιστορικός ήταν που διέπραξε κάτι τέτοιο. Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο ν' αφήσεις απ' έξω τις πολιτικές σου κλίσεις όταν εξετάζεις τα γεγονότα της επαναστατημένης Γαλλίας• η φόρτιση των καταστάσεων μεταδίδεται και σ' εσένα.

Μη χάσετε την επόμενη φανταστική ανάρτηση της σειράς μας για τη Γαλλική Επανάσταση - μόνο φανταστική; Ανεπανάληπτη, ανυπέρβλητη, η Μητέρα Όλων Των Αναρτήσεων.

Το Θείο Δράμα

Ένα μικρό διάλειμμα με ελαφρολαϊκά για να ξεκουραστούμε από τη βαριά κουλτούρα των προηγούμενων αναρτήσεων.

Είχα αναφέρει εδώ την παρατήρηση του Max Weber, ότι οι σωτηριολογικές θρησκείες που διαδίδονται σε μικροαστικά πληθυσμιακά στρώματα, εφοδιάζονται με το στοιχείο της έλευσης ενός προσωπικού θεϊκού/θεανθρωπικού Σωτήρα. Ακολουθώντας μία πανάρχαιη παράδοση, κοινή στους πληθυσμούς της ανατολικής Μεσογείου, η έλευση του Σωτήρα γίνεται πάντα μέσω συγκεκριμένων ρόλων και προσώπων (ο Ήρωας, ο Εχθρός, ο Προδότης, η ανιδιοτελής Υπηρεσία, ο Θάνατος, η τελική Νίκη κ.λπ.). Αναπόφευκτα λοιπόν η λαϊκή patrie απέκτησε τα στοιχεία του Θείου Δράματος. Αυτά βρίσκονται άφθονα στη νοοτροπία και στο λόγο των επαναστατών της 10ης Αυγούστου, η οποία θα μπορούσε και να ονομαστεί «Η Επανάσταση Των Μικροαστών». Στις 28 Ιουνίου 1793, ο Jacques Roux, πρώην ιερέας και ένας από τους Έξαλλους, ξεσήκωσε τους Φραγκισκανούς εναντίον της Συνέλευσης επειδή το καινούργιο της σύνταγμα προστάτευε τα μονοπώλια, και απαίτησε τη σύλληψη κάποιων Ιακωβίνων. Απολαύστε (από R. Palmer, Twelve Who Ruled):

«Οι Ιακωβίνοι, οι Ορεινοί, οι Φραγκισκανοί», φώναξε ο Ροβεσπιέρος, «οι παλιοί αθλητές της ελευθερίας διαβάλλονται! Ένας άντρας τυλιγμένος με το μανδύα του πατριωτισμού [Ιούδας], που μπορούμε πολύ καλά να υποπτευθούμε τις προθέσεις του, προσβάλλει τη Μεγαλειότητα της Συνέλευσης ... Οι άνθρωποι που αγαπούν το λαό χωρίς να το διαλαλούν, που δουλεύουν ακαταπόνητα για το καλό του χωρίς να το παινεύονται [Ανιδιοτελής Υπηρεσία], θα ακούσουν με κατάπληξη πως η δουλειά τους αποκαλείται αντιλαϊκή και πως οι ίδιοι αποτελούν μία μεταμφιεσμένη αριστοκρατία ... Νομίζετε ότι αυτός ο ιερέας, που σε συμφωνία με τους Αυστριακούς καταγγέλλει τους καλύτερους πατριώτες [Ο Ιούδας καταγγέλλει το Χριστό στους Ρωμαίους – και ο Roux δεν ήταν σε συμφωνία με τους Αυστριακούς], μπορεί να έχει αγαθές απόψεις ή καλούς σκοπούς;»

Το χειρότερο ήταν που ο Roussillon που προήδρευε στους Φραγκισκανούς όταν πήγε ο Roux, τον αγκάλιασε και του έδωσε, σαν πρόεδρος, το αδελφικό φιλί: «Μου έλειψε για μια στιγμή η ενέργεια που με χαρακτηρίζει ... Αναγκάστηκα να αγκαλιάσω τον Jacques Roux, όμως ποτέ άλλοτε ένα φιλί δεν ήταν τόσο πικρό [Το Φιλί του Ιούδα]».


Όλοι αποκήρυξαν τη σχέση τους με τον Roux και το θέμα έκλεισε. Ο Ροβεσπιέρος ουσιαστικά δεν έδωσε απάντηση στην κατηγορία για τα μονοπώλια, ούτε όμως συκοφάντησε συνειδητά τον Roux• πραγματικά έβλεπε παντού Αυστριακούς και συνωμότες.

Όσο για το περίφημο αυτό σύνταγμα (που δεν εφαρμόστηκε ποτέ), το είχε αναγγείλει στις 10 Ιουνίου ο Ροβεσπιέρος ως εξής: «Όταν η μοίρα του γαλλικού λαού παράπαιε στην αβεβαιότητα, δολοπλόκοι θέλησαν να ελέγξουν τα συντρίμμια της κυβέρνησης και απευθύνθηκαν στους τυράννους για να τους βοηθήσουν στα εγκληματικά τους σχέδια. Όλοι οι καλοί πολίτες απαιτούσαν ένα σύνταγμα, και φοβόντουσαν πως θα το απαιτούσαν ματαίως. Θεσπίστηκε αυτό το πρωί και εκπληρώνει τις επιθυμίες του λαού» - κάτι που θυμίζει το μύθο της Άγριας Δύσης.

Έτσι διαμορφωνόταν τότε η άσκηση της εξουσίας στο Παρίσι• μέσα από φανατισμένες καταστάσεις που, όσο πιο πολύ εντεινόταν ο φόβος, πολώνονταν σε θρησκευτικά σχήματα. Οι μορφωμένοι εκπρόσωποι της Τρίτης Τάξης και οι ευκατάστατοι επιχειρηματίες της Γιρόνδης θα είχαν φρίξει από αυτήν την τόσο ξένη για τους ίδιους νοοτροπία. Όμως, από ένα σημείο και μετά, για να κερδίσει κάποιος την υποστήριξη των μαζών, έπρεπε να παίξει αυτό το θρησκευτικό δράμα όσο το δυνατόν πιο ακραία.

Το Υποκατάστημα

Ο βασιλιάς κάνει μία αδέξια απόπειρα δραπέτευσης τον Ιούνιο του 1791 και συλλαμβάνεται στο χωριό Βαρέν. Όταν οι πολιτοφύλακες τον συνοδεύουν στο Παρίσι, το πλήθος τον υποδέχεται παγερά. Το σχήμα είναι πανάρχαιο και έχει επαναληφθεί πολλές φορές: ο βασιλιάς, ακόμα κι αν έχει απόλυτη εξουσία, δεν προδίδει τους ανθρώπους του. «Οι παραδοσιακοί βασιλείς που εγκαταλείπουν το λαό τους χάνουν το δικαίωμα να απαιτούν αφοσίωση από τους υπηκόους τους» (Hobsbawm, Age Of Revolution). Είναι ο ίδιος λόγος που ακόμα και σήμερα όλοι οι μικροί βασιλιάδες -ο καπετάνιος στο καράβι, ο πιλότος στο αεροπλάνο κλπ.- πρέπει, στον κίνδυνο, να κατέβουν τελευταίοι. Να νοιαστούν πρώτα για την ασφάλεια όλου του πληρώματος και στο τέλος για τον εαυτό τους. Από το καλοκαίρι του 1791 και μετά, ο Λουδοβίκος XVI στιγματίστηκε στη συνείδηση του απλού κόσμου ανεπανόρθωτα.

Όσο για το έθνος τώρα; Τα κατώτερα στρώματα, γενικά, δε συγχωρούν τους προδότες –ή, καλύτερα, αυτούς που θεωρούν ως προδότες. Αναπτύσσουν πολύ μεγάλη αίσθηση ηθικής, η οποία τείνει να πολώνεται σε ένα εντελώς ασπρόμαυρο σχήμα καλού-κακού. Όλα γίνονται μία μάχη μεταξύ του Φωτός και του Σκότους, όλοι είναι Ήρωες ή Προδότες, όπου οι Ήρωες δεν μπορεί παρά να είναι ανιδιοτελείς υπηρέτες και οι Προδότες ιδιοτελείς συνωμότες κλπ. Ο Weber κάνει μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση για την πολωμένη αυτή ηθική: «Η ταύτιση του φωτός με ό,τι είναι αγνότερο στον άνθρωπο, δηλαδή με το πνευματικό, και αντίθετα, η ταύτιση του σκότους με το υλικό και το σωματικό τα οποία φέρουν όλους τους φοβερούς πειρασμούς, είναι πρακτικά αναπόφευκτη» (Sociology Of Religion). Όταν, τον Απρίλη του 1794, ο Ροβεσπιέρος έδινε τη διαταγή για την εκτέλεση του Δαντόν, ο πουριτανισμός αυτός είχε πλέον επικρατήσει στους ηγέτες της Επανάστασης και στους αβράκωτους που τους στήριξαν.

Το πιο ενδιαφέρον γεγονός αυτής της περιόδου από τη σκοπιά του εθνικισμού ήταν ο πόλεμος. Τον Απρίλιο του 1792 «οι Γάλλοι κήρυξαν τον πόλεμο ως έναν αγώνα ελευθερίας εναντίον των τυράννων» (Palmer, Twelve Who Ruled), και μετά από διάφορα σκαμπανεβάσματα, οι επαναστατικές δυνάμεις μπήκαν ως απελευθερωτές στο Βέλγιο, στο Σαβόι, στη Νίκαια, και έφτασαν ως τη δυτική όχθη του Ρήνου• «υπήρχε ένα γνήσια υψιπετές και γενναιόφρον πάθος στους επαναστάτες, μετριοπαθείς και αδιάλλακτους, να διαδώσουν την ελευθερία» (Age Of Revolution). Συγκρούστηκαν δύο απόψεις ως προς τις προσαρτημένες περιοχές: το οικουμενικό δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και το δόγμα των φυσικών συνόρων της Γαλλίας. Τελικά επικράτησε η δεύτερη, και βρέθηκαν ιστορικές αναφορές από τα χρόνια του Ιουλίου Καίσαρα ακόμα που υποστήριξαν τη θεωρία των φυσικών συνόρων. Πώς εξηγείται αυτή η κατακτητική στάση των πρώην απελευθερωτών;

Ας αφήσουμε απ΄ έξω το φιλοβασιλικό κομμάτι της Συνέλευσης και τους υποστηρικτές του, που υπολόγιζε στον πόλεμο για να παγιδέψει τους επαναστάτες προκαλώντας την ξένη επέμβαση. Από τη σκοπιά του εθνικισμού, αυτοί που ενδιαφέρουν είναι όλοι όσοι κινήθηκαν από «γνήσια υψιπετές και γενναιόφρον πάθος» να σώσουν τους ξένους λαούς από την τυραννία των ηγεμόνων τους, και στην πορεία θεώρησαν φυσικό να επεκτείνουν τα σύνορα της Γαλλίας ως τα φυσικά της σύνορα. Αυτούς θα πρέπει να τους αναζητήσουμε στους ευκατάστατους επιχειρηματίες που αντιπροσώπευε η Γιρόνδη, οι οποίοι από την αρχή της Επανάστασης «δε διέκριναν στις νέες ιδέες και δε συγκρατούσαν τίποτε άλλο πέρα από όσα εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της αστικής τάξης» (Lefebvre, Γαλλική Επανάσταση).

Κατ’ αρχήν, ο πόλεμος στηρίχτηκε σε εσφαλμένες εκτιμήσεις. Από την Πτώση της Βαστίλης και μετά η Γαλλία είχε κατακλυστεί από ενθουσιώδεις ξένους, οι οποίοι έδωσαν μια πολύ λανθασμένη εικόνα για την απήχηση που είχε το γαλλικό παράδειγμα σε άλλες χώρες. Οι φιλελεύθεροι ηγέτες της επανάστασης έπεσαν θύματα και των δικών τους παρερμηνειών: «οι ψευδαισθήσεις που έτρεφαν οι επαναστάτες είχαν τις ρίζες τους στα ίδια τα γεγονότα του 1789 και κυρίως στη λαϊκή εξέγερση. Ξεσηκώθηκε ο λαός και ανέτρεψε τους τυράννους, έλεγαν. Ξεχνούσαν πως ο λαός ξεσηκώθηκε τελευταίος» (Γαλλική Επανάσταση). Το επόμενο βήμα ήταν, μέσα στην αισιοδοξία τους, να κηρύξουν ένα διεθνές δίκαιο αυτοδιάθεσης και να τεθούν στην υπηρεσία της ανθρωπότητας, πιστεύοντας ότι τούς περιμένουν διακαώς οι σκλαβωμένοι λαοί εκτός των συνόρων -αλλά και ότι οι στρατιωτικές επιτυχίες θα τους αποφέρουν πλούτο και δημοτικότητα εντός των συνόρων. Εξάλλου, η νοοτροπία των εμπόρων εκείνης της εποχής αγκάλιαζε την επιθετικότητα του πολέμου: «Ο 18ος αιώνας ήταν η εποχή που οι επιτυχημένοι επιχειρηματίες κάθε άλλο παρά αφοσιωμένοι ήταν στην υπόθεση της ειρήνης» (Age Of Revolution). Η κήρυξη του πολέμου, τελικά, ήταν μία επιχειρηματική κίνηση -κάτι σαν ίδρυση υποκαταστήματος- που βασίστηκε σε λανθασμένες εκτιμήσεις της τοπικής αγοράς και η «οικουμενικότητα» του γαλλικού μηνύματος ήταν η διαφημιστική καμπάνια.

Οι «ένοπλοι ιεραπόστολοι», εν μέσω πολλών προβλημάτων, έφτασαν ως το Ρήνο αλλά «σύντομα έγινε φανερό πως η πλειονότητα των γύρω πληθυσμών είτε επιδείκνυε εχθρότητα είτε από σύνεση παρέμενε αμέτοχη» (Γαλλική Επανάσταση). Το φθινόπωρο του 1792, η νεότευκτη Δημοκρατία δυσκολευόταν να χρηματοδοτήσει τις στρατιές της και να πείσει τους προσαρτημένους πληθυσμούς να ξεσηκωθούν ενάντια στους «τυράννους» τους. Στις 28 Σεπτεμβρίου ο Δαντόν αναφωνούσε: «Καθώς οφείλουμε να δώσουμε στους λαούς την ελευθερία τους, έχουμε ταυτοχρόνως δικαίωμα να τους πούμε: δε θα έχετε πια βασιλιά», ενώ το οικονομικό πρόβλημα της εκστρατείας επιχειρήθηκε να λυθεί με το διάταγμα της 15ης Δεκεμβρίου. Σύμφωνα μ’ αυτό, θα κατάσχονταν οι περιουσίες του κλήρου, των πριγκίπων και των «υποστηρικτών και εκούσιων δορυφόρων τους»• ο Lefebvre συνοψίζει τα αποτελέσματα αυτού του διατάγματος ως εξής: «καθιέρωνε τη δικτατορία των επαναστατικών μειοψηφιών υπό την προστασία της γαλλικής ξιφολόγχης, και αναλάμβανε να κάνει τους λαούς ευτυχείς χωρίς να ζητήσει τη συμβουλή τους, και μάλιστα με δικά τους έξοδα». Η οικουμενικότητα των γαλλικών διακηρύξεων, όμως, συνέχισε να ισχύει• από τον Ιούλιο του 1792 που η Συνέλευση κήρυξε την πατρίδα σε κίνδυνο ως εξής «όλοι εκείνοι που τρέμουν την ελευθερία εξοπλίζονται εναντίον του Συντάγματός μας», μέχρι ένα χρόνο αργότερα που ο Άγγλος πρωθυπουργός Pitt ανακηρύχτηκε «εχθρός του ανθρώπινου είδους», οι Γάλλοι επιχειρηματίες και οι εκπρόσωποί τους ένιωθαν πως όφειλαν να δώσουν στους λαούς την ελευθερία τους -αρκεί να αναλάβουν οι ίδιοι οι λαοί τα έξοδα. Η «οικουμενικότητα» του γαλλικού καλέσματος δε λειτούργησε ως «όλοι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα της ελευθερίας», αλλά ως «όλοι όσοι αντιτίθενται στα σχέδιά μας είναι εχθροί της ελευθερίας».

Και μία τελευταία παρατήρηση. Με την είσοδο της χώρας στον πόλεμο και τις αναπόφευκτες απώλειές του, η πατρίδα άρχισε να παρέχει και αθανασία. Κάπου μέσα στο 1793 εμφανίστηκε η επιγραφή σε δημόσια μνημεία: «Ο δημοκράτης ήρωας δε χάνεται σ’ ένα αιώνιο χάος και το πολύτιμο για την Πατρίδα λείψανό του, το προσφιλές για την ανθρωπότητα όνομά του, το χρήσιμο για την αρετή παράδειγμά του, διαρκούν όσο κι ο κόσμος» (Bertaud, Η Καθημερινή Ζωή Στη Γαλλία Τον Καιρό Της Επανάστασης 1789-1795).

Μη χάσετε τη συνέχεια στο επόμενο ΣΥ - ΓΚΛΟ - ΝΙ - ΣΤΙ - ΚΟ επεισόδιο της σειράς μας. Σηκωθείτε από ντιβάνια, καναπέδες, ανάκλιντρα, πολυθρόνες, υπουργικές καρέκλες και διαβάστε να ξεστραβωθείτε. Κάποιοι μας θέλουν πρόβατα και μας τα κρύβουν, όμως δε θα τους περάσει.

Οι Παρίες Της Γαλλίας

Ο Llobera μεταφέρει την παρατήρηση του Conor Cruise O’ Brien ότι ο γαλλικός εθνικισμός θα πρέπει να θεωρηθεί όχι ως αποτέλεσμα της Επανάστασης, αλλά ως φαινόμενο που εξελίχτηκε παράλληλα. Πάνω σ’ αυτό, επισημαίνει τις εντυπωσιακά μετριοπαθέστερες αντιλήψεις που απεικόνιζαν τα cahiers de doleances στις παραμονές της Σύγκλησης, σε σχέση με τις απόψεις που κυριάρχησαν λίγο καιρό αργότερα. Για παράδειγμα, η συντριπτική πλειοψηφία των cahiers εξέφραζε πίστη στην ιερότητα του βασιλιά, ακόμα και υπεράνω του έθνους. Τρεισήμισι χρόνια αργότερα, ο βασιλιάς οδηγήθηκε στην γκιλοτίνα από αυτούς που «δεν θέλουσι πλέον να ακούσωσιν όνομα βασιλέως, των οποίων ο αριθμός φαίνεται να είναι περισσότερος», όπως εκτιμούσε ένας αυτόπτης μάρτυς της εκτέλεσης, ο ελλόγιμος κύριος Αδαμάντιος Κοραής. Αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι τα ίδια τα γεγονότα της Επανάστασης διαμόρφωσαν το περιεχόμενο του έθνους και της πατρίδας για τις διάφορες πληθυσμιακές ομάδες της Γαλλίας. Και αυτοί που ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με το καινούργιο, συναισθηματικά φορτισμένο έθνος και τα οράματα που το συνόδευαν, ήταν οι μικροπωλητές, μικροκαταστηματάρχες, υπηρέτες κλπ. της Γαλλίας• οι αβράκωτοι.


Τον πρώτο καιρό της Συνταγματικής Μοναρχίας θα πρέπει να τον δούμε ως την περίοδο που ο λαός έκανε το έθνος προσωπική του υπόθεση. Πιο πριν αυτό υπήρξε ουσιαστικά η θεότητα των εμπόρων και των επιχειρηματιών, ενώ οι φτωχές μάζες δε συμμετείχαν στα οράματά του. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του Άρθουρ Γιανγκ, ενός Άγγλου περιηγητή στη Γαλλία, από μια φτωχή γυναίκα στην Αργκόν την εποχή της Σύγκλησης: «Ακούστηκε πως κάποιοι σπουδαίοι ετοιμάζονται να κάνουν κάτι για να ελαφρύνουν τα βάσανα της φτωχολογιάς». Ο περιηγητής σχολιάζει: «Ποιοι ήταν αυτοί δεν ήξερε, ούτε τι θα έκαναν». Τα κατώτερα στρώματα της Γαλλίας, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της, θεωρούσαν ότι η άσκηση της εξουσίας ήταν υπόθεση μόνο των «σπουδαίων»• κάτι γινόταν, κάπου, από κάποιους, και ο λαός σε καμία περίπτωση δεν το συνέδεε αυτό με τη ζωή του. Η γυναίκα εκείνη, πάντως, στήριζε τις ελπίδες της αλλού: «Στο μεταξύ, ας μας στείλει καλύτερους καιρούς ο Θεός, γιατί μας έχουν ξεπαστρέψει οι φόροι και τα δικαιώματα του χωροδεσπότη».

Από το καλοκαίρι του 1789 όμως, κάτι άλλαξε και ένας μεγάλος ενθουσιασμός άρχισε να απλώνεται. Εμφανίστηκαν πολιτικές συνθήκες στις οποίες μπορούσε ο τεχνίτης, ο πωλητής στην αγορά, ο εργάτης, ο μεταφορέας, να επηρεάσουν αποφάσεις -μέσα από τις λέσχες, την παρέμβαση στη Συνέλευση, την Κομμούνα και την κάθοδο στους δρόμους. Όλοι αυτοί δεν αποτελούσαν απλώς έναν όχλο που από στιγμή σε στιγμή θα τον διαλύσουν τα στρατεύματα• ήταν η εκδήλωση του έθνους και είχαν την «έννομη βία» με τη δική τους τη μεριά (για την ακρίβεια, έτσι νόμιζαν: μέχρι το 1791, η πολιτοφυλακή ήταν περισσότερο ένα σκαλοπάτι προς την εξουσία για τον Lafayette, παρά γνήσια λαϊκό σώμα – κάτι που διαπίστωσαν τραγικά οι αβράκωτοι με τη Σφαγή στο Πεδίο του Άρεως). Άρα, έθνος γι’ αυτούς σήμαινε: έχουμε εξουσία. Ο W. Heisenberg σχολιάζει κάπου για τους επιστήμονες της Αναγέννησης: «Πολύ δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε σήμερα τι απίθανο βίωμα θα πρέπει να ήταν για τους τότε φυσικούς η διαπίστωση ότι οι κινήσεις των άστρων και οι κινήσεις των σωμάτων πάνω στη Γη μπορούν να αναχθούν στο ίδιο απλό σύστημα νόμων»• ακριβώς ένα παρόμοιο απίθανο βίωμα θα πρέπει να ήταν και για το φτωχό παρισινό λαό η διαπίστωση πως οι αποφάσεις της Συνέλευσης και η δική τους δράση μπορούν να αναχθούν στην ίδια ιδεολογική πλατφόρμα του έθνους.

Ένα άλλο στοιχείο για το περιεχόμενο του λαϊκού έθνους ήταν ότι μόλις η Συνέλευση ψήφιζε το πολυπόθητο Σύνταγμα και τους καινούργιους νόμους, τότε η ευτυχία και η κοινωνική αρμονία θα γινόταν πραγματικότητα, οι απελευθερωμένοι άνθρωποι θα εκδήλωναν τον καλό τους εαυτό, οι μισθοί θ’ ανέβαιναν και η τιμή του ψωμιού θα έπεφτε. Ή, τουλάχιστον, έτσι έλεγε το Κοινωνικό Συμβόλαιο. Οπότε, έθνος γι’ αυτούς ήταν και μία υπόσχεση ευτυχίας: «ξύπνησαν μέσα στο λαό ελπίδες λαμπρές αλλά και ασαφείς για ένα μέλλον όπου όλος ο κόσμος θα ζούσε πιο ευτυχισμένος» (Lefebvre, Γαλλική Επανάσταση). Αυτό δε σημαίνει ότι ο λαός κατανοούσε καλύτερα π.χ. την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής ή τα δημοσιονομικά θέματα. Αν και στο εξής άρχισαν να ορίζουν, ως ένα βαθμό, ποιος «σπουδαίος» θα είναι αυτός που θα κρατάει τα ηνία, το πολιτικό τους κριτήριο παρέμεινε το ίδιο σ’ όλες τις δύσκολες στιγμές που θα προέκυπταν αργότερα: για όλα φταίνε οι «άλλοι». Όποιοι είναι διαφορετικοί από αυτούς.

Μικροαστικές Θρησκείες
Πώς σχηματοποιούν το περιεχόμενο των θρησκευτικών τους αντιλήψεων τα κατώτερα αστικά στρώματα; Ο Weber, στις μελέτες του, διαπιστώνει τρία γενικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι ότι η θρησκεία παίρνει συλλογικό χαρακτήρα και αναπτύσσει κοινότητες: «[Στους μικροαστούς] υπάρχει, αντίθετα από τους αγρότες, μία σαφής τάση για συλλογικές θρησκείες». Κάτι που σημαίνει ότι το λαϊκό έθνος είχε πολύ πιο σφιχτούς δεσμούς σε σχέση με το έθνος αυτών που συνέταξαν τη Διακήρυξη. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο J. I. Guiomar, διαπιστώνοντας ότι το κεντρικό γνώρισμα του πατριωτισμού των αβράκωτων ήταν η ενότητα του κοινωνικού σώματος και η αποκήρυξη όλων όσων το διαχώριζαν.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι αποκτά ηθικολογικό και, ιδιαίτερα, ανταποδοτικό χαρακτήρα: «Ο μικροαστός, ο τεχνίτης ... κάνουν μία οικονομική ζωή που τους ωθεί να καλλιεργούν τη στάση ότι η τιμιότητα ανταποδίδει, ότι η ευσυνείδητη δουλειά και η εκτέλεση των καθηκόντων θα φέρει την ‘ανταμοιβή’ της και ότι ‘αξίζουν’ τέτοιας ανταμοιβής», λέει ο Weber. Αυτή η προσμονή των λαϊκών στρωμάτων για ανταπόδοση και η αυξημένη ηθική τους αίσθηση ήταν κάτι διαφορετικό από τη στάση των ευκατάστατων γαλλικών στρωμάτων που διήγαν πολύ πιο τυχοδιωκτική και απρόβλεπτη επαγγελματική ζωή. Ο Lefebvre συνοψίζει για τη νοοτροπία των ευκατάστατων αστών: «εκείνος που παρεκκλίνει από τις αρχές του ή αντιφάσκει μ’ αυτές ... δεν πραγματοποιεί διόλου αφηρημένο έργο• αντιθέτως, το έργο του είναι ρεαλιστικό» - μία στάση που τα κατώτερα αστικά στρώματα θα τη θεωρούσαν ανήθικη. Στα πρώτα επαναστατικά χρόνια, τα σχετικά πιο άνετα απ’ όλα, οι φτωχές μάζες είχαν ενθουσιαστεί και έτρεφαν τις μεγαλύτερες ελπίδες για το άμεσο μέλλον: «ο γαλλικός λαός πίστεψε πως η ζωή του θα βελτιωνόταν, πως αν όχι ο ίδιος τουλάχιστον τα παιδιά του θα ζούσαν ευτυχισμένα ... ο μυθικός χαρακτήρας της Επανάστασης ανθοφόρησε» (Lefebvre, Γαλλική Επανάσταση). Το φρόνημά τους ήταν υψηλό, παρόλο που οι τιμές παρέμεναν κι αυτές υψηλές. Δεν υπήρχε ανάγκη για αυστηρές ηθικές στάσεις τότε, κάθε άλλο μάλιστα: «τα φαουστικά στοιχεία του ελεύθερου έρωτα ... πάντοτε εμφανίζονται στις κοινωνικές επαναστάσεις, τουλάχιστον αρχικά» (Hobsbawm, The Age of Revolution). Αργότερα όμως, που η πολυπόθητη ευτυχία δεν ερχόταν και ο φόβος της στρατιωτικής κατάκτησης κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια τους, οι αβράκωτοι ένιωσαν ότι προδόθηκαν και ότι στερήθηκαν την ανταμοιβή τους• και καθότι ένα ποσοστό από αυτούς είχε αγκαλιάσει το πατριωτικό όραμα, απέδωσε την προδοσία σε διάφορους «εχθρούς της πατρίδας» και στήριξε την Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας. Τότε, την εποχή της Τρομοκρατίας, το Παρίσι κυριαρχήθηκε από τον πουριτανισμό του Ροβεσπιέρου.

Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι ότι η θρησκεία παίρνει τα χαρακτηριστικά του Θείου Δράματος: «Οι σωτηριολογικές θρησκείες αλλάζουν χαρακτήρα όταν φτάσουν σε λαϊκούς κύκλους που δεν ασχολούνται ιδιαίτερα ή επαγγελματικά με τη διανόηση, και ακόμα πιο πολύ όταν φτάσουν στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα όπου η διανόηση γι’ αυτά είναι οικονομικά και κοινωνικά απρόσιτη. Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της αλλαγής, προϊόν της αναπόφευκτης προσαρμογής στις ανάγκες των μαζών, μπορεί γενικά να διατυπωθεί ως έλευση ενός προσωπικού θεϊκού ή θεανθρωπικού φορέα της σωτηρίας» (Weber, Sociology of Religion). Το Θείο Δράμα πολώνεται σε ορισμένους στερεότυπους ρόλους και μόνο οι πρωταγωνιστές αλλάζουν κατά περίπτωση: μέσα σε ένα περιβάλλον δυστυχίας και φόβου, γεννιέται ένας Ήρωας που υπηρετεί ανιδιοτελώς την ανθρωπότητα και προκαλεί το μίσος κάποιων Εχθρών. Ένας Προδότης τον εξαπατά και οι Εχθροί τον σκοτώνουν, ο Ήρωας όμως ανακάμπτει και θριαμβεύει. Εμείς είμαστε εξοικειωμένοι με τη Χριστιανική εκδοχή του, όμως από την αρχαιότητα ο κάτοικος της ευρύτερης Ανατολικής Μεσογείου άνηκε σε μία κοινότητα πιστών που ταύτιζε τον εαυτό της με ένα μύθο Γέννησης - Κάμψης - Νίκης και με τη θεότητα του μύθου αυτού. Οι λατρείες του Μίθρα στη Ρώμη, του Διόνυσου στους Έλληνες, του Άττη στη Φρυγία, του Όσιρι στην Αίγυπτο, του Μπάαλ στη Χαναάν, του σουμερικού Ταμμούζ, του Σύριου Άδωνι κ.α. κινούνταν γύρω από το ίδιο βασικό μοτίβο: ο θεός ακμάζει, κάμπτεται ή πεθαίνει από τις δυνάμεις του κακού και τελικά θριαμβεύει ή ανασταίνεται*. «Μ’ όλες τις ιδιομορφίες τους, τα θεία δράματα της Ανατολικής Μεσογείου φανερώνουν τον ίδιο ιερουργικό σκελετό» (Παναγής Λεκατσάς, Το Θείον Δράμα).

Όλες αυτές οι θρησκείες απευθύνθηκαν σε κατώτερους κοινωνικούς κύκλους και γι’ αυτό ουσιαστικά διέδιδαν το ίδιο μυθικό μοτίβο με διαφορετικά πρόσωπα. «Ο σωτηριολογικός μύθος του θεού που πήρε ανθρώπινη μορφή ή του σωτήρα που θεοποιήθηκε είναι μία χαρακτηριστική σύλληψη των λαϊκών θρησκειών, οπότε έχει εμφανιστεί αυθόρμητα σε πολύ διαφορετικά μέρη» (Weber, The Sociology of Religion). Και καθότι η συλλογικότητα είναι από τα κύρια χαρακτηριστικά της λατρείας που αναπτύσσεται στα κατώτερα στρώματα, όλες αυτές οι θρησκείες δημιουργούσαν σφιχτοδεμένες κοινότητες. Ένα παρόμοιο μυθικό μοτίβο εμφανίστηκε αυθόρμητα στη στάση των λαϊκών στρωμάτων της επαναστατικής Γαλλίας. Η απόδοση όλων των δεινών σε κάποιους Κακούς, η αποθέωση των Καλών, η προσμονή στη μελλοντική Σωτηρία μετά την προσωρινή κάμψη, η Θυσία, οι εσωτερικοί Προδότες που υποσκάπτουν το ανιδιοτελές έργο• αυτά υπήρξαν τα γνωρίσματα του σωτηριολογικού μύθου των αβράκωτων. Στα χρόνια του μεγάλου ενθουσιασμού από το 1789 ως το 1791, τα κατώτερα γαλλικά στρώματα βίωναν τα Χριστούγεννα του μύθου τους οπότε δεν υπήρχε ανάγκη για κατασκευή κακών. Στα δύσκολα χρόνια της Δημοκρατίας όμως, ο μύθος της λαϊκής πατρίδας αναδείχθηκε σε όλο του το μεγαλείο• τότε ήταν που οι αβράκωτοι βρέθηκαν σε μια διαρκή Μεγάλη Παρασκευή.


Επίσης, κάτι πολύ σημαντικό, οι αβράκωτοι υπήρξαν κοινωνικοί νεόπλουτοι. Ο περιφρονημένος λαός που ασχολείτο με τη «χυδαία χειρωνακτική εργασία», ξεκίνησε από τη βάση της Παρισινής κοινωνίας και έγινε μέσα σε λίγους μήνες ήρωας. Αυτό το τελευταίο πουθενά αλλού δε φαίνεται καλύτερα απ’ ό,τι στην ενδυμασία. Η εξωτερική εμφάνιση τότε έπαιζε σημαντικότερο ρόλο απ’ ό,τι σήμερα και έπρεπε κάποιος να δηλώνει το status του με τα ρούχα του. Εμφανίστηκε φράκο του τύπου Επανάσταση, ντύσιμο στυλ Σύνταγμα ενώ οι αριστοκρατικοί κύκλοι που ήθελαν να θρηνήσουν για τις περασμένες δόξες ντύνονταν στα μαύρα. Ο όρος «αβράκωτος», από σημάδι φτώχιας άρχισε να γίνεται σημάδι περηφάνιας. Ο Marat, το ίνδαλμα των αβράκωτων, χρησιμοποιούσε κανονικότατα το βρώμικό του ντύσιμο για να χτίσει το πολιτικό του προφίλ. Ως προς αυτή την αλλαγή του κοινωνικού status, οι αβράκωτοι είχαν την ίδια εμπειρία με τις εβραϊκές κάστες των παριών, οι οποίες: «περίμεναν τη σωτηρία μέσω μιας επανάστασης στην υπάρχουσα κοινωνική διαστρωμάτωση» (Weber, The Sociology of Religion). Οι αβράκωτοι υπήρξαν μία ομάδα χωρίς δυνατότητες κοινωνικής ανόδου, ούτε γι’ αυτούς ούτε για τα παιδιά τους, μεροκαματιάρηδες, καταφρονημένοι, και κατά κανόνα στα όρια της πείνας• οι παρίες της Γαλλίας. Είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση που κάνει ο Weber για τον τρόπο που λειτούργησε κοινωνιολογικά η διάδοση της χριστιανικής διδασκαλίας, μέσω του Παύλου, σ’ εκείνες τις κάστες: «συνετέλεσε στο λύσιμο των τελετουργικών νόμων (οι οποίοι είχαν δημιουργηθεί σκοπίμως για να διαχωρίζουν τους Εβραίους από τον έξω κόσμο) και συνεπώς στη διάλυση των θρησκευτικών δεσμών που έδεναν τον πιστό με την κατάσταση του παρία». Η συμμετοχή στα επαναστατικά γεγονότα θα πρέπει να ήταν για εκείνους τους ανθρώπους κάτι σαν την αναγγελία του Θεϊκού Βασιλείου. Είναι ν’ απορεί κανείς που έφτασαν να κηρύξουν τον Ιησού «πρώτο από τους αβράκωτους»;

Μείνετε μαζί μας για τη συνταρακτική συνέχεια, θα μοιραστούν πλούσια δώρα. Πάρτε μέρος στο μεγάλο μας διαγωνισμό και μπείτε στην κλήρωση για ένα ταξίδι στο Παρίσι. Σύντομα κοντά σας με πιο πολλή και πιο καλή Γαλλική Επανάσταση.


-------------
* Για σύγκριση: Ο Άδωνις γεννιέται από μία παρθένο, βγαίνει για κυνήγι το φθινόπωρο, πεθαίνει από έναν κάπρο (Τυφώνα) και ανασταίνεται την άνοιξη. Ο Άττις γεννιέται και πεθαίνει με παρόμοιο τρόπο και τελικά ανασταίνεται. Ο Μίθρα σταυρώνεται κι ανασταίνεται την τρίτη μέρα. Ο Όσιρις πεθαίνει κι ανασταίνεται την τρίτη μέρα κλπ. Σ’ όλους αυτούς τους μύθους εμφανίζονται τα ίδια στοιχεία• ο Ήρωας, ο Εχθρός, ο Προδότης, η ανιδιοτελής Υπηρεσία προς την ανθρωπότητα, ο Θάνατος, η τελική Νίκη.

Ο Επίγειος Παράδεισος

«Ποτέ άλλοτε δεν έχει φανερωθεί περισσότερο η ικανότητα μιας κοινωνίας να δημιουργεί θεούς ή να γίνεται η ίδια θεός απ’ ό,τι στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης» (Durkheim, The Elementary Forms Of Religious Life). Τον καιρό της Συνταγματικής Μοναρχίας, μία καινούργια θρησκεία εμφανίστηκε στη Γαλλία. Τρίχρωμες κονκάρδες και σημαίες παντού, γυναικείες αναπαραστάσεις της patrie, της egalite και της liberte, τυπικά και γιορτές, πατριωτικά τραγούδια -με ρωμαϊκά και αρχαία ελληνικά στοιχεία- και πολλά άλλα σύμβολα. Εμφανίστηκαν τα Δέντρα της Ελευθερίας που ήταν πολύ δημοφιλή και η καταστροφή τους επέσυρε κυρώσεις. Ο Πατριωτικός Βωμός με επιγραφή «ο πολίτης γεννιέται, ζει και πεθαίνει για την πατρίδα», που από το 1792 έγινε υποχρεωτικός σε χωριά και κοινότητες, αποτελούσε εστία συγκέντρωσης και προσκυνήματος. Πινακίδες των Δικαιωμάτων ήταν αντικείμενα κανονικής περιφοράς και απόθεσης στους Βωμούς. «Η Διακήρυξη και το Σύνταγμα έγιναν τα νέα Σύμβολα της Πίστης, αυτοί που αρνούνταν να τα δεχτούν αποβάλλονταν από την κοινότητα, ενώ ακόμα και οι ξένοι μπορούσαν να συμμετάσχουν αν υπόσχονταν πίστη στο γαλλικό έθνος» (Llobera, God Of Modernity). Το Παρίσι αποτελούσε την Ιερή Πόλη, οι πέτρες από το γκρεμισμένο τείχος της Βαστίλης γίνονταν φυλαχτά, ενώ οι δρόμοι και οι πλατείες που παλιότερα είχαν ονόματα βασιλιάδων μετονομάζονταν με τα σύμβολα της καινούργιας πίστης: Πλατεία Επανάστασης, Γέφυρα της Λογικής, κλπ. Όπως έχει τονίσει ο Mathiez, η πλειοψηφία αυτών των νεωτερισμών αναπτύχθηκε αυθόρμητα από τη «συλλογική φαντασία των πατριωτών», ενώ το ίδιο σχολιάζει και ο Bertaud (Η Καθημερινή Ζωή Στη Γαλλία Τον Καιρό Της Επανάστασης 1789-1795). Ο Durkheim επισημαίνει, μάλιστα, την ιεροποίηση της patrie, η οποία πιο πριν ήταν έννοια «καθαρά εγκόσμιας φύσης» -κάτι που φανερώνει ότι πριν το καλοκαίρι του 1789, οι μάζες της Γαλλίας δεν έντυναν την πατρίδα με κάποια ιδιαίτερη συναισθηματικότητα. Ο Lefebvre παρατηρεί: «Οι απαρχές της Επανάστασης μπορούν να συγκριθούν με την κατάσταση που δημιουργούν τα νεότευκτα θρησκευτικά κινήματα, στα οποία οι φτωχοί διαβλέπουν πρόθυμα την επιστροφή στον επίγειο παράδεισο» (Γαλλική Επανάσταση). Πάνω σ’ αυτό, ο ιερέας Joseph de Chenier προχώρησε ακόμα περισσότερο: το 1793 πρότεινε στη Συμβατική Συνέλευση να θεσπιστεί ο εθνικισμός ως επίσημη θρησκεία του κράτους.

Τα δύο χρόνια από το καλοκαίρι του 1789 ως το Σύνταγμα του 1791, αν τα δούμε από την πλευρά των αβράκωτων που συμμετείχαν όλο και πιο μαζικά στην πατριωτική υπόθεση, υπήρξαν ένα όμορφο όνειρο αν και με κάποια σκοτεινά στοιχεία. Το έθνος συνέχιζε να καλύπτει όλο και περισσότερα μέλη του κοινωνικού σώματος, τα φορέματα συνέχιζαν να αποκαλύπτουν όλο και περισσότερα μέλη του γυναικείου σώματος, ένας ενθουσιασμός γεμάτος ελπίδα κυριαρχούσε παντού, ενώ η προσμονή για καλύτερες ημέρες συνετέλεσε και στην αύξηση των γάμων σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια (Καθημερινή Ζωή). Ο απλός κόσμος άρχισε να οργανώνεται αυθόρμητα σε λέσχες, να συμμετέχει στις συνελεύσεις που έκαναν οι Κομμούνες, και να παρεμβαίνει στις διαδικασίες της Συνέλευσης. «Εξουσία» τότε δε σήμαινε απλώς διοίκηση ενός κράτους αλλά οικοδόμηση του επίγειου παραδείσου και η «πρόσβαση στην εξουσία» είχε πάρει έννοια «συμμετοχής σε ιερουργία».

Υπήρχαν μόνο κάποιες ενοχλητικές λεπτομέρειες• όπως, για παράδειγμα, ότι το ψωμί συνέχιζε να παραμένει ακριβό.

Η Επανάσταση Των Δικηγόρων
Εντωμεταξύ, ένα περίπλοκο σύστημα εξουσιών διαμορφώθηκε στη Γαλλία. Εξουσία είχε η Συνέλευση. Εξουσία είχε και ο βασιλιάς, καθώς και μερικά πιστά στρατεύματα με δυνατότητα ενίσχυσης από το εξωτερικό. Εξουσία είχαν και οι Κομμούνες, ειδικά η Παρισινή. Εξουσία είχε και η πολιτοφυλακή, καθώς κι έναν φιλόδοξο ηγέτη. Εξουσία είχε και ο λαός, όταν παρενέβαινε δυναμικά στις αποφάσεις της Συνέλευσης. Εξουσία είχαν και οι λέσχες -ίσως όχι τυπική εξουσία αλλά, στην πράξη, μπορούσαν πολύ αποτελεσματικά να υποδαυλίσουν κινήματα, να στηρίξουν πρόσωπα και να οργανώσουν εκστρατείες κατασυκοφάντησης. Κανείς όμως απ’ αυτούς δεν είχε απόλυτη εξουσία, οπότε δεν μπορούσε και να παγιωθεί μία αντίληψη για το έθνος. Οι πορείες στους δρόμους άλλοτε οφείλονταν σε «ανεύθυνους δημαγωγούς που παράσερναν το λαό» και άλλοτε ήταν «αυθόρμητες εκδηλώσεις του έθνους», ο βασιλιάς είχε μόνιμα τους «κακούς συμβούλους που τον περιστοίχιζαν», ενώ μέσα στη Συνέλευση, και ειδικά καθώς πλησίαζε το τρομερό έτος 1793, ανακαλύπτονταν κάθε τόσο «προδότες» τους οποίους ο λαός αναλάμβανε να νουθετεί. Αυθόρμητα, πάντα.

Οι ηλεκτρισμένες ατμόσφαιρες της Κομμούνας και της Συνέλευσης διαμόρφωσαν τους δικούς τους ήρωες. Οι φιλονικίες, οι καυγάδες και η ένταση των αντιπαραθέσεων αναδείκνυαν όλο και περισσότερο αυτούς που είχαν την ικανότητα να σταθούν με αυτοπεποίθηση μπροστά σε ένα εχθρικό ακροατήριο και να βγάλουν πειστικούς λόγους διανθισμένους με πομπώδεις εκφράσεις και ρητορικά σχήματα. Τα περισσότερα μέλη των Συνελεύσεων υπήρξαν δικηγόροι, όπως και οι 8 από τους 12 της Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας -και ο Jean-Marie Collot ηθοποιός. Δικαίως η Γαλλική Επανάσταση έχει ονομαστεί και «Η Επανάσταση των Δικηγόρων».

Επαγγελματίες Επαναστάτες
Αυτό που είναι σημαντικό, το παρατηρεί και ο Palmer, είναι ότι σταδιακά άρχισε να γίνεται όλο και πιο δύσκολο για κάποιον να παρακολουθεί τις πολιτικές εξελίξεις και να ασκεί παράλληλα το επάγγελμά του: «Θα έπρεπε να αφιερώνει κανείς στις συνελεύσεις των τομέων κάτι περισσότερο από λίγες ώρες στον ελεύθερό του χρόνο για να αποκτήσει επιρροή, πολιτικούς φίλους ή ακόμα και γνώση των ζητημάτων που άλλαζαν ραγδαία. Οι συνελεύσεις ήρθαν στον έλεγχο μιας μικρής μειονότητας που έκανε την Επανάσταση επάγγελμα» (Palmer, Twelve Who Ruled). Μοιραία και απροσχεδίαστα, το έθνος γέννησε τους δικούς του ιερείς -δηλαδή, επαγγελματίες της θρησκείας: «τα μέλη της Συντακτικής θεωρούνται πραγματικοί ιερείς της κοινωνικής ευτυχίας και ζητούν από τους ‘ενεργούς’ πολίτες ... να δίνουν τον όρκο του πολίτη. Για τους ανθρώπους της εποχής, είναι θρησκευτική πράξη που δεσμεύει και σ’ αυτόν και στον άλλο κόσμο» (Καθημερινή Ζωή). Όπως η Συνέλευση των Καρδιναλίων στην Παπική Εκκλησία ήταν η μόνη αρμόδια να κρίνει την εκδήλωση του θείου σ’ έναν άνθρωπο και να τον αγιοποιήσει ή όχι, έτσι και η Συνέλευση των Αντιπροσώπων του Έθνους έγινε η μόνη αρμόδια να κρίνει αν π.χ. η Πορεία προς τις Βερσαλλίες ήταν «στημένη» (όπως είχε ειπωθεί αρχικά) ή «εκδήλωση του εθνικού αισθήματος» (όπως αποφασίστηκε τελικά). Ο Λένιν, μελετώντας τη Γαλλική Επανάσταση αργότερα, θα καταλάβαινε καλά τη μεγάλη αξία που έχουν οι επαγγελματίες επαναστάτες σ’ ένα κίνημα.

Σταδιακά και καθώς ο φτωχός πληθυσμός παρέμενε στα όρια της πείνας, άρχισε να εκδηλώνεται μία όλο και μεγαλύτερη δυσαρέσκεια προς το βασιλιά και τη Συνέλευση. Αργότερα που η κατάσταση έγινε εκρηκτική, ήταν οι Παρισινοί αβράκωτοι που πρωτοστάτησαν στην αναδιάρθρωση της εξουσίας, αυτοί που είχαν νιώσει τι σημαίνει Κατάληψη της Βαστίλης, Πορεία προς τις Βερσαλίες και παρέμβαση στο νομοθετικό σώμα του κράτους• οι φτωχοί της υπόλοιπης Γαλλίας δεν είχαν συνδέσει τόσο πολύ το έθνος με το: «έχουμε εξουσία». Κάποιοι από εκείνους τους αβράκωτους ήταν οι πιο τυχεροί άνθρωποι στον κόσμο: δεν έμειναν μόνο σε υποσχέσεις για το μέλλον• ζήσανε ψήγματα παραδείσου.

Η Θεϊκή Αναμέτρηση

Η ανώτατη εξουσία στη Γαλλία υπήρξε πάντα θεμελιωμένη πάνω στο ιδεώδες της μέριμνας για το δημόσιο όφελος, και το ζήτημα που τέθηκε εκείνο το καλοκαίρι του 1789 ήταν ποιος από τους δύο θεούς υπηρετούσε αυτό το ιδεώδες καλύτερα• ο βασιλιάς ή το έθνος; Ο καθένας είχε τους δικούς του πιστούς: οι αριστοκράτες και ο (ανώτατος) κλήρος ήταν έξω από το έθνος, οι χωρικοί ήταν εχθροί των αριστοκρατών, η μπουρζουαζία ήταν και με τους δύο θεούς, οι πεινασμένοι αβράκωτοι θεωρούσαν ότι οι αριστοκράτες και οι υπουργοί του βασιλιά έφταιγαν για όλα (πλην του Νεκέρ).

Ουσιαστικά, η αναμέτρηση έφτασε στο κρίσιμο σημείο μέσα στο τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου. Τα μέλη της παραγκωνισμένης Εθνοσυνέλευσης έδωσαν τον περίφημο Όρκο του Σφαιριστηρίου στις 20 του μηνός, τονίζοντας ότι το έθνος -μέσω των αντιπροσώπων του- μπορεί να εξασφαλίσει το δημόσιο όφελος, έχοντας όμως και κάθε καλή διάθεση «να διατηρήσουν τους Θεμελιώδεις Νόμους της Μοναρχίας» (συλλογή αρχών που λειτουργούσαν ως άτυπο σύνταγμα της μοναρχίας στο ancien regime):

«Προειδοποιημένοι για τη σφοδρότητα της διαπλοκής και της αποφασιστικότητας με την οποία ο βασιλιάς ωθείται σε καταστροφικά μέτρα*, οι αντιπρόσωποι του έθνους δεσμεύονται προς το δημόσιο όφελος και τα συμφέροντα της πατρίδας με όρκο ... να εγκαθιδρύσουν το σύνταγμα του βασιλείου, να επιφέρουν την αναγέννηση της δημόσιας τάξης, και να διατηρήσουν τους Θεμελιώδεις Νόμους της Μοναρχίας»


Τρεις μέρες αργότερα ο βασιλιάς απάντησε αρνούμενος οποιονδήποτε άλλο που να ενσαρκώνει το ιδεώδες της μέριμνας για το γαλλικό πληθυσμό, παρά μόνο τον εαυτό του: «Εάν, από μία κακή μοίρα που δε θέλω να σκέφτομαι, με εγκαταλείψετε μόνο σε τούτη την ωραία προσπάθεια, τότε θα μεριμνήσω για το καλό του λαού μου μονάχος, και θα θεωρήσω τον εαυτό μου ως το μοναδικό και αληθινό εκπρόσωπό του». Για να πραγματοποιήσει την ωραία του προσπάθεια, άρχισε να συγκεντρώνει στρατεύματα στις Βερσαλίες. Αυτό που δεν υπολόγισε ήταν ότι ο ήδη φοβισμένος από τους «ληστές» και τη «συνωμοσία των αριστοκρατών» παρισινός λαός πίστεψε πως υπάρχει σχέδιο βομβαρδισμού της πρωτεύουσας.

Στις 14 Ιουλίου, ένα άτακτο πλήθος άλωσε τη Βαστίλη ψάχνοντας για πυρομαχικά - «σε περιόδους επαναστάσεων τίποτε δεν είναι ισχυρότερο από την πτώση των συμβόλων» (Hobsbawm, Age of Revolution). Ανακάλυψε εφτά κρατούμενους και ελάχιστα πυρομαχικά, ενώ οι αντιπρόσωποι στην Εθνοσυνέλευση ανακάλυψαν μία ανέλπιστη πολιτική νίκη. Το πλήθος όμως δεν είχε στόχο να στραφεί ενάντια στη μοναρχία, δεν είχε κανένα προσχεδιασμένο σκοπό• «οι Παριζιάνοι ούτε καν διανοήθηκαν να σπεύσουν για να προστατεύσουν τη Συνέλευση: την έσωσαν μεν, αλλά σχεδόν κατά λάθος» (Lefebvre, Γαλλική Επανάσταση). Το πλήθος, μάλιστα, συγκεντρώθηκε κάτω από τη Βαστίλη φωνάζοντας «Ζήτω η ελευθερία! Ζήτω ο βασιλιάς!». Τα γεγονότα εκείνης της ημέρας μεταφράστηκαν ως μήνυμα λαϊκής αγανάκτησης, κάτι σαν: «ο βασιλιάς είναι για το έθνος, όχι το έθνος για το βασιλιά», και επισφραγίστηκαν τρεις μέρες αργότερα, όταν ο βασιλιάς παρουσιάστηκε στο μπαλκόνι του Δημαρχείου φορώντας την τρίχρωμη κονκάρδα.




Εντωμεταξύ, ξεσπάει ο Μεγάλος Φόβος και βρίσκει όλους απροετοίμαστους. Πώς θα πρέπει να δούμε τις ταραχές στην ύπαιθρο; Οι αγρότες δεν υπολόγιζαν στην Εθνοσυνέλευση για μία καλύτερη μοίρα. Το μίσος για τους αριστοκράτες, πολλαπλασιασμένο από τους ασαφείς φόβους των «ληστών», ήταν αυτό που όπλισε το χέρι των χωρικών προκειμένου να κάψουν πύργους ευγενών, να καταστρέψουν περιφράξεις κ.λπ. (Lefebvre, Γαλλική Επανάσταση). Ο Μεγάλος Φόβος κατά βάση ήταν μία εξέγερση χωρικών, σαν κι αυτές που συνέβαιναν στα χρόνια του Μεσαίωνα, όταν οι πιέσεις των ευγενών ξεπερνούσαν κάποιο κατώφλι ανοχής. Είχε ήδη ξεκινήσει πριν από τη Σύγκληση, συνδέθηκε με την Επανάσταση, και ήταν η μόνη φορά που οι χωρικοί έπαιξαν ρόλο στα γεγονότα ανακατανομής εξουσίας.

Μία καθαρά ταξική αναμέτρηση, των αστών εναντίον της αριστοκρατίας και του βασιλιά που συντάχθηκε μαζί της, έγειρε πολιτικά και στρατιωτικά υπέρ των πρώτων λόγω εξεγέρσεων άσχετων με τους πραγματικούς σκοπούς της αντιπαράθεσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χρεωθεί η νίκη στο έθνος και να αμφισβητηθεί ο ρόλος του βασιλιά ως προς αυτό. Ο γαλλικός λαός πλέον δε χρειαζόταν μονοπωλιακά την αυθεντία του• το έθνος και οι αντιπροσωπευτικοί μηχανισμοί του μπορούσαν να εξασφαλίσουν εξίσου το δημόσιο όφελος. Αυτή όμως δεν ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που μία πολιτική νίκη οδήγησε στην ανακατάταξη των ιερών συμβόλων της κοινωνίας, κάθε άλλο μάλιστα: «Γενικώς, οι πολιτικές και στρατιωτικές κατακτήσεις συνεπάγονται επίσης και τη νίκη του δυνατότερου θεού επί του αδύνατου θεού της νικημένης ομάδας» (Weber, Sociology of Religion).


Πολίτης vs. Άνθρωπος
Το πρόβλημα των ευκατάστατων αντιπροσώπων της Συντακτικής πλέον Συνέλευσης ήταν να προβούν στις προγραμματικές τους μεταρρυθμίσεις υποβιβάζοντας μέσα στο έθνος τη μάζα των φτωχών αβράκωτων και αγροτών. Κατέφυγαν στο κόλπο του Ρουσσώ για πατριώτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας: Στη διάσημη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, η αναφορά και στον άνθρωπο και στον πολίτη δεν ήταν τυχαία. Έπρεπε να βρεθεί μία βάση για να διαχωριστούν οι φορείς της γενικής θέλησης (οι «πολίτες» της Διακήρυξης• αργότερα ονομάστηκαν «ενεργοί πολίτες») από τους απλούς ανθρώπους (ή «παθητικούς πολίτες»), και η βάση αυτή έγινε η οικονομική άνεση. Έτσι, ενώ το Άρθρο 3 σφραγίζει τη νίκη: «Το έθνος είναι η πηγή της εξουσίας», το Άρθρο 6 δίνει νομοθετική εξουσία μόνο στους πολίτες:


«Ο νόμος είναι η έκφραση της γενικής θέλησης. Όλοι οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να συμμετάσχουν προσωπικά ή με τους αντιπροσώπους τους στη δημιουργία του ... Όλοι οι πολίτες, καθότι είναι ίσοι υπό το νόμο, δικαιούνται τους δημόσιους τίτλους, θέσεις και αξιώματα, σύμφωνα με τις ικανότητές τους και χωρίς άλλες διακρίσεις εκτός από αυτές που έχουν να κάνουν με τα ταλέντα και τις αρετές τους»


Το Άρθρο αυτό μαρτυρεί και την αρετή που οραματιζόταν το ευκατάστατο κομμάτι της Τρίτης Τάξης για την patrie: ελεύθερη ανάπτυξη των ικανοτήτων και των ταλέντων. Οι αστοί προωθούσαν, ως κοινωνική αξία, την περιπετειώδη χειραφέτηση του οικονομικά ενεργού ατόμου έναντι ολόκληρης της κοινωνίας και της φύσης: «ο ατομικισμός συμβολίζει την ορμητικότητα του Ευρωπαίου, ο οποίος παραμερίζει κάθε εμπόδιο προκειμένου να κατακτήσει τον κόσμο, να κυριαρχήσει στη φύση με τη γνώση και την εφευρετικότητα και, τέλος, να ρυθμίσει μόνος του τη συμπεριφορά του, τη διακυβέρνηση και την κοινωνία», λέει ο Lefebvre. Αυτό φαίνεται και από το περιεχόμενο που έδιναν στην ελευθερία: «Η δυνατότητα κάποιου να κάνει οτιδήποτε αρκεί να μη βλάπτει τους άλλους» (Άρθρο 4)• σίγουρα κάτι διαφορετικό από αυτό που είχε ο Ρουσσώ στο μυαλό του, ο οποίος δεν μπορούσε να δει την ελευθερία χωρίς την ενεργητική συμμετοχή στα δημόσια πράγματα: «Όταν οι πολίτες είναι άπληστοι, δειλοί και μικρόψυχοι και αγαπούν την άνεση περισσότερο από την ελευθερία, δεν αντέχουν πολύ ενάντια στις πολλαπλασιασμένες απόπειρες της κυβέρνησης, οπότε, καθώς η αντιδραστική δύναμη [της κυβέρνησης] αυξάνεται συνεχώς, η υπέρτατη αρχή [η λαϊκή κυριαρχία] χάνεται», προειδοποιούσε το Κοινωνικό Συμβόλαιο.






Το αστικό έθνος κέρδισε λοιπόν αλλά ήταν ένα έθνος τυχοδιωκτών με χαλαρούς δεσμούς ανάμεσα στα μέλη του, που υποστήριζε την τίμια κερδισμένη περιουσία και επεφύλασσε στο βασιλιά ενωτικό ρόλο για τη γαλλική επικράτεια. Αυτό που δεν υπολόγιζαν οι αστοί ήταν ότι ένα άλλο κομμάτι του πληθυσμού διαμόρφωσε, σταδιακά, μία πολύ διαφορετική στάση για το έθνος και την πατρίδα του.

Ποιο κομμάτι του πληθυσμού ήταν αυτό; Ποια στάση διαμόρφωσε; Πώς μπορούν να ερμηνευτούν όλα αυτά; Η συγκλονιστική συνέχεια στο επόμενο επεισόδιό μας. Μείνετε συντονισμένοι.


------------
* Ο ηγέτης έχει αγαθές προθέσεις αλλά ο περίγυρός του τον παραπλανεί... Αυτό το σχήμα ξεπετάγεται σε πολλές περιστάσεις. Μοιάζει να είναι το προτελευταίο στάδιο κατάπτωσης ενός ηγέτη στα μάτια των υποστηρικτών του πριν την πλήρη απαξίωση. Εμφανίστηκε στην υπόθεση Watergate, σε κάθε Έλληνα πρωθυπουργό των τελευταίων ετών, και αλλού. Εγώ το ονομάζω Σχήμα Ιζνογκούντ (ο Χαλίφης είναι καλός, για όλα φταίει ο κακός βεζίρης Ιζνογκούντ)

Ο Αστερίξ Στη Γαλλική Επανάσταση

Ο Αστερίξ δε χρειάζεται συστάσεις. Ούτε και η Γαλλική Επανάσταση. Είναι δύο πασίγνωστοι θρύλοι της Γαλλίας, χωρίς όμως καμία σχέση μεταξύ τους. Καμία; Όχι! Γιατί το Μάϊο του 1789 σημειώθηκε ένα ελάχιστα γνωστό επεισόδιο που συνδέει κατά κάποιον τρόπο τη «μεγάλη των Γάλλων επανάσταση» με τη συμπαθητική, κοντόσωμη φιγούρα των Goscinny & Uderzo.

Συνέβη κατά τη Σύγκληση των Γενικών Τάξεων, όταν η διαμάχη αριστοκρατών – αστών λυσσομανούσε και έγερνε σταδιακά υπέρ των πρώτων. Τότε ήταν που οι δικηγόροι της Σύγκλησης, βλέποντας να χάνουν το παιχνίδι, αποφάσισαν να επιτεθούν για πρώτη φορά στους αριστοκράτες με φυλετικό τρόπο. Συγκεκριμένα, ο πολύς Sieyes ισχυρίστηκε ότι αυτοί οι τελευταίοι υπήρξαν απόγονοι των Φράγκων και σφετερίστηκαν τα δίκαια του έθνους κατά το Μεσαίωνα. Η Τρίτη Τάξη, κατά Sieyes, σχηματίστηκε από τους απογόνους των αρχαίων Γαλατο-Ρωμαϊκών φυλών και δεν κατακτήθηκε ποτέ πραγματικά από τους Φράγκους εισβολείς αλλά παρέμεινε άθικτη ανά τους αιώνες• η αριστοκρατία (δηλαδή οι απόγονοι των Φράγκων), αποτελούσε διαρκώς ένα ξένο σώμα στο γαλλικό έθνος.

Το ζήτημα αυτό με τη φυλετική προέλευση της αριστοκρατίας δεν ήταν εφεύρεση του Sieyes. Είχε παρελθόν τριών αιώνων, υποστηρίχτηκε έντονα από τον Montesquieu και αποτελούσε αντικείμενο διαμάχης. Το status των αριστοκρατών στο ancien regime στηριζόταν σε μία τέτοια σύλληψη: έφεραν ξίφος, ντύνονταν διαφορετικά (τα ρούχα εκείνη την εποχή έπαιζαν πολύ μεγαλύτερο ρόλο απ’ ό,τι σήμερα), και θεωρούσαν ότι είναι φυλετικά ανώτεροι από τους δυσγενείς. Υποστήριζαν ότι κατάγονταν από τους Φράγκους, οι οποίοι υποδούλωσαν τις «νοθογενείς» Γαλατο-Ρωμαϊκές φυλές, ενώ οι αντίπαλοί τους έλεγαν ότι η εγκατάσταση των Φράγκων υπήρξε σχετικά ειρηνική, παρέτεινε μάλιστα περισσότερο τη ρωμαϊκή κυριαρχία (δηλαδή είχε ακόμα και αρνητικό αποτέλεσμα), και από το κράμα των διαφυλετικών γάμων προέκυψε η Γαλλία της εποχής. Ο Lefebvre, ο σπουδαιότερος μελετητής της Γαλλικής Επανάστασης, χαρακτηρίζει όλη αυτή τη φιλολογία «μία εν μέρει μυθική ιστορία», όμως τότε, στην ένταση της αντιπαράθεσης μέσα κι έξω από το κτίριο της Σύγκλησης, μία διαμάχη γοήτρου προσέλαβε πολιτικό χαρακτήρα και χρησιμοποιήθηκε για να τονίσει τα αιτήματα ενός κόμματος. Ξαφνικά η μπουρζουαζία δε ζητούσε απλώς να αποκτήσει πρόσβαση στην εξουσία και να καταργηθούν τα προνόμια των αριστοκρατών, όχι. Απαιτούσε αυτό που κληρονομικά κατείχε από τα μεσαιωνικά χρόνια και της το σφετερίστηκαν κάποιοι αλλόφυλοι άρπαγες.

Οι εξελίξεις ευνόησαν τους «απογόνους των Γαλατο-Ρωμαίων»: οι αβράκωτοι ξεχύθηκαν στους δρόμους και άλωσαν τη Βαστίλη, ενώ ο Μεγάλος Φόβος στην ύπαιθρο έγειρε καθοριστικά την πλάστιγγα υπέρ των δικηγόρων της Εθνοσυνέλευσης. Η απόπειρα της αναγωγής μιας πολιτικής διαμάχης σε αρχαίες φυλές έλαβε τέλος, μπαίνει όμως κανείς στον πειρασμό να σκεφτεί τι θα είχε συμβεί αν ο βασιλιάς διέθετε στοιχειώδη διορατικότητα και π.χ. κινητοποιούσε εγκαίρως τα στρατεύματα. Η εξέγερση του παριζιάνικου λαού θα είχε αποκρουστεί μεν, όμως πολύ πιθανό να σιγόβραζε και να εντεινόταν στο μέλλον αυτή η διαμάχη. Πάνω εκεί δε θα μπορούσε να αναπτυχθεί μία παράδοση για τους ανυπότακτους Γαλάτες που δεν κατακτήθηκαν ποτέ, αλλά απέκρουσαν τους εισβολείς έστω και σε μικρές, τοπικές εστίες αντίστασης;



Ένα ακόμα κερασάκι στην τούρτα: αν κάποιος έχει πρόσβαση σε ορισμένα παλιά φύλλα της Αυριανής, τότε που η εφημερίδα γκρέμιζε τον καραμανλισμό, όχι όπως σήμερα που γκρεμίζει τον παπανδρεϊσμό, μπορεί να εντοπίσει ορισμένα θρυλικά άρθρα της εποχής για τη Δεξιά, που πάντα έπινε το αίμα του φτωχού κοσμάκη και συνιστούσε μία μακρά αλυσίδα από τον Καραμανλή, τη χούντα, την ΕΡΕ, τον Παπάγο, τους δοσίλογους της κατοχής, τον στρατηγό Κονδύλη, τον βασιλιά Γεώργιο Β' κ.λπ., μέχρι πίσω στους αυταρχικούς κοτζαμπάσηδες της τουρκοκρατίας. Να ένα άλλο παράδειγμα για το πώς μία πολιτική διαμάχη ανάγεται σε διαχρονικά ξένα σώματα μέσα στη χώρα.

Μικρό διάλειμμα για διαφημίσεις και σύντομα επανερχόμαστε με πιο πολλή και πιο καλή Γαλλική Επανάσταση. Stay tuned!

Κοινωνικές Θρησκείες

Μία μικρή ανακεφαλαίωση στα όσα έχουμε πει μέχρι τώρα:
Συνήθως περιβάλλεται από μυστήριο η εμφάνιση του εθνικισμού με τη Γαλλική Επανάσταση. Οι παλαιότεροι μελετητές αντιμετώπιζαν το φαινόμενο σαν να προήρθε από παρθενογέννεση εκεί στις αρχές της νεότερης εποχής. Οι πιο σύγχρονοι μελετητές διορθώνουν και τονίζουν ότι αυτό που προέκυψε ξαφνικά με τη Γαλλική Επανάσταση ήταν ο "λαϊκός εθνικισμός" (όρος του Josep Llobera), ενώ παρόμοιες αντιλήψεις υπήρχαν μεμονωμένα από πολύ παλαιότερα σε στενούς κύκλους διανοούμενων. Οι Φαντασιακές Κοινότητες του Benedict Anderson επιχείρησαν να δώσουν ορισμένες φανταιζί ερμηνείες, όμως δε με πείθει πλήρως η επιχειρηματολογία του, νιώθω ότι σε πολλά σημεία ο συγγραφέας λογοτεχνίζει, παρασέρνεται από την ανάγκη του να πρωτοτυπήσει και κάνει λογικές αυθαιρεσίες για να στηρίξει την ιδεολογία του. Η δική μου πρόταση είναι ότι αν δούμε τον εθνικισμό της Γαλλικής Επανάστασης (μόνο αυτόν εξετάζω, κανέναν άλλον) ως περίπτωση κοινωνικής θρησκείας, τότε πολλά ερωτηματικά ξεδιαλύνονται, εξαφανίζεται το μυστήριο, και το εθνικιστικό φαινόμενο της εποχής εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του πανάρχαιου θρησκευτικού φαινομένου.

Ο όρος "κοινωνική θρησκεία" μπορεί να είναι και δικός μου. Τον χρησιμοποιώ πάντως για να ξεχωρίσω τις θρησκευτικές αντιλήψεις και πρακτικές που περιορίζονται σε μεμονωμένα άτομα ή περιθωριακές ομάδες, με αυτές που υιοθετούνται πλειοψηφικά από ολόκληρες κοινωνίες. Στην περίπτωση αυτή, ο "κοινωνικός Θεός" συνοδεύεται οπωσδήποτε και από έναν πλήρη ηθικό εξοπλισμό. Επιβάλλει αξίες, κοινωνικές νόρμες και παραδίδει εντολές. Όταν ο Μωάμεθ συνάντησε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στην έρημο, ξεκίνησε μία περιθωριακή θρησκεία με σχεδόν αμιγή οντολογικό χαρακτήρα. Όταν ο Μωάμεθ βρήκε ευήκοα ώτα στην πόλη της Μεδίνα, το Ισλάμ άρχισε να υιοθετείται κοινωνικά και απέκτησε έναν έντονο κανονιστικό χαρακτήρα. Μάλιστα, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Τάκη Κονδύλη από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, το κανονιστικό στοιχείο υπήρξε κατά κανόνα αυτό που διαμόρφωνε το οντολογικό σε μία κοινωνική θρησκεία. Συνθηματικά θα μπορούσαμε να πούμε: κοινωνικός Θεός = 90% Ηθική + 10% Αλήθεια.

Η εξίσωση όμως δουλεύει και αντίστροφα. Όταν σε μία κοινωνία οι συνθήκες είναι πρόσφορες για ριζική ανακατάταξη ηθικών αξιών, τότε τα φαινόμενα που προκύπτουν αποκτούν μεταφυσικό χαρακτήρα και προσωποποιούνται σε κάποιον (κοινωνικό) Θεό. Και οι ιστορικές έρευνες του Max Weber έδειξαν ότι πάντα, όταν πρόκειται να ανέρθουν καινούργια κοινωνικά στρώματα σε θέσεις ισχύος και να αντικαταστήσουν τα παλιά, αυτό συνοδεύεται και από ανακατάταξη ηθικών αξιών στην κοινωνία (διότι τα καινούργια ανώτερα στρώματα θέλουν να νιώθουν ότι "αξίζουν" τα προνόμιά τους, δεν τα οφείλουν απλώς στην καλοτυχία ή στην πολιτική επικράτησή τους, οπότε πρέπει να επιβάλλουν διαφορετικές αξίες). Το "ανακατάταξη ηθικών αξιών στην κοινωνία" όμως είναι ισοδύναμο με το "καινούργιος κοινωνικός Θεός"...

Σε προηγούμενη ανάρτηση έδειξα πώς η λέξη patrie, από συναισθηματικά αφόρτιστη ως τα τέλη του 17ου αιώνα, απέκτησε ουτοπικό περιεχόμενο ("το μέρος στο οποίο οι άνθρωποι ζούνε ευτυχισμένοι"), ακόμα και αφιερωματικό ("οι στρατιώτες πρέπει να πεθαίνουν για την πατρίδα"), έως και επαναστατικό ("δικαιολογείται η αντίσταση σε κάποιο καταπιεστικό καθεστώς"). Άσχετα αν ο Abbe Coyer έγραφε επηρεασμένος από αρχαίες παραδόσεις ή αν ο Ρουσσώ έδινε οικουμενική διάσταση στα προσωπικά του παράπονα και εξειδανίκευε τη Γενεύη των παιδικών του χρόνων, ο σπόρος έπεσε και ρίζωσε στη δυσαρέσκεια των ευκατάστατων αστών για τα προνόμια των ευγενών. Ο καινούργιος Θεός βρέθηκε και διέθετε ένα διαφορετικό ηθικό περιεχόμενο: ατομικισμός, επίγεια ευτυχία και να κατακτάς την αεργία σου όχι λόγω καταγωγής, αλλά έχοντας προηγουμένως εργαστεί ("συνταξιοδότηση"). Όλες οι συνθήκες ήταν πρόσφορες.

Και ένα κερασάκι στην τούρτα: τη δεκαετία του '80 έγινε μία μεγάλη κοινωνική ανακατάταξη στην Ελλάδα. Με το ΠΑΣΟΚ και τον Αντρέα, ήρθαν στα πράγματα πολλοί από αυτούς που καταπιέζονταν επί δεκαετίες - ή τα παιδιά αυτών - και παραγκωνίστηκαν οι προηγούμενοι προνομιούχοι. Η "Αλλαγή" συνοδεύτηκε και από μία αντίστοιχη ηθική όσο και νοηματική αλλαγή. Αν και δεν είμαι ο κατάλληλος για να διαγνώσω τις κυρίαρχες ηθικές αξίες στην προπασοκική Ελλάδα, καταλαβαίνω όμως ότι εξαφανίστηκαν όποια σπέρματα παραδοσιακής αστικής νοοτροπίας είχαν αναπτυχθεί τότε. Μέσα στη δικτατορία, ο Κηλαηδόνης τραγουδούσε: "Οικονομία κάνε / Και σφίξε τα λουριά / Τώρα που είσαι νέος / Σώρευε τον παρά" και για να ειρωνεύεται αυτήν τη νοοτροπία, σημαίνει ότι ήταν κοινωνικά υπαρκτή. Τότε. Η δική μου γενιά όμως δε γνώρισε αυτήν την αξία της λιτότητας και της αποταμίευσης. Μεσολάβησε η θρυλική δεκαετία του '80, όπου κυρίαρχο κοινωνικό ιδεώδες αναδείχθηκε το "Γλέντα τη ζωή / Όλοι δύο μέτρα παίρνουν γη". Υπονομεύτηκε επίσης έντονα το κύρος των θεσμών και των νόμων, αφού "ο μόνος θεσμός είναι ο κυρίαρχος λαός".





Κάτι που μας φέρνει και στην αντίστοιχη νοηματική αλλαγή. Επί δεκαετίες, οι λέξεις "λαός" και "λαϊκός" είχαν ουδέτερο ή ακόμα και αρνητικό περιεχόμενο. Στην Ελλάδα του '60 και του '70, το "λαϊκός" μπορούσε να ήταν παραπλήσιο του "φτηνός" ή του "κακόγουστος" ή κάτι ανάλογο. Ήρθε όμως το κόμμα των μη-προνομιούχων και ο ηγέτης του, και εξύψωσαν το νόημα της λέξης στις ουράνιες σφαίρες. Το "λαϊκός" απέκτησε το περιεχόμενο του "γνήσιος", του "αυθεντικός", και τα κράτησε μέχρι σήμερα (πολλές άλλες λέξεις χρωστάμε ακόμα στον Αντρέα: το "κατεστημένο", απόδοση του αγγλικού establishment, το ρήμα "δρομολογώ" κ.α. είναι καθαρά ανδρεοπαπανδρεϊκής κοπής). Ό,τι ακριβώς έγινε και με τα έργα του Ρουσσώ στην προεπαναστατική Γαλλία - θυμίζω: "Θα ήταν δύσκολο να βρεθεί μία επιρροή πιο αποφασιστική από αυτή του Ρουσσώ στη διαμόρφωση των νεότερων εννοιών των λέξεων patrie και nation, ενώ το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για το peuple" (Llobera, God Of Modernity, 1994). Μπορούμε να πούμε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου υπήρξε ο Ρουσσώ της Ελλάδας (μπλιαξ).

Αρκετά όμως με την ελληνική μιζέρια. Όταν έχωμεν τους Γάλλους, τις η χρεία από άλλους; Από την επόμενη ανάρτηση ξαναγυρνάμε στο μεγαλείο των κοσμογονικών γεγονότων της Γαλλικής Επανάστασης. Μείνετε συντονισμένοι για τη συνταρακτική συνέχεια. Θα έχει σεξ & βία.

Πολιτικά Στρατευμένοι Θεοί

Απροσχεδίαστα και έξω από το χώρο της επίσημης θρησκείας, ένα καινούργιο ηθικό σύστημα άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά στο κράτος των Βουρβόνων. Στη βάση του δεν υπήρχε ούτε η τήρηση των εντολών ούτε η υπακοή προς το μονάρχη αλλά η αγάπη για την πατρίδα, η οποία και θεωρείτο ότι δημιουργούσε τις υπόλοιπες αρετές: «αυτός που εγκαταλείπει ή προδίνει την πατρίδα του, θα εγκαταλείψει ή θα προδώσει και το φίλο του» (Bolingbroke, The King Patriot). Μέσα από τον ανταγωνισμό δεκαετιών με την αριστοκρατία, η μπουρζουαζία οδηγήθηκε στο να αμφισβητήσει όχι απλώς τη διοικητική ικανότητα των ευγενών, αλλά και την ίδια την αξία της τάξης τους.


Ο Max Weber παρατηρεί ότι τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα που απολαμβάνουν περιουσίας, κύρους, καλού κοινωνικού status κ.λπ. «σχεδόν ποτέ δεν είναι ικανοποιημένα από το απλό γεγονός ότι έχουν καλή τύχη. Πέρα απ’ αυτό, χρειάζονται να ξέρουν πως έχουν δικαίωμα στην καλή τους τύχη. Θέλουν να πειστούν ότι την αξίζουν» (The Sociology of Religion). Οι αστοί, υιοθετώντας την καινούργια πατρίδα και τις ηθικές αρχές με τις οποίες περιβαλλόταν, έστελναν ένα ξεκάθαρο μήνυμα στους αριστοκράτες: δεν αξίζετε τα προνόμιά σας. Όσο για το ηθικό περιεχόμενο που έδιναν οι έμποροι, επιχειρηματίες, τραπεζίτες κλπ. στην πατρίδα, δεν ήταν παρά οι αξίες της δικής τους τάξης: ο ατομικισμός και το να κατακτάς την αεργία σου έχοντας προηγουμένως εργαστεί (κάτι σαν «συνταξιοδότηση»).


Η μπουρζουαζία δεν είχε σκοπό, φυσικά, να πυροδοτήσει μία καινούργια ιστορική εποχή. Θέλησε, ωστόσο, να παρουσιάσει τις πολιτικές της βλέψεις ως μέρος μίας ευρύτερης αναπροσαρμογής αξιών στη γαλλική κοινωνία («οι αστοί ήθελαν να δουν την υπόθεσή τους όχι ως πεζή αξίωση κυριαρχίας, αλλά ως ευγενή αγώνα για ευγενείς ιδέες» - Τάκης Κονδύλης, Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός). Ο Max Weber παρατηρεί ότι η πολιτική ιεροποιείτο από τα αρχαία χρόνια: «Όταν μία ομάδα ή μία κοινωνική σχέση δεν είναι ιδιωτική επιχείρηση ενός ανθρώπου ο οποίος έχει και την αποκλειστικότητα της εξουσίας, αλλά συλλογική προσπάθεια μίας κοινότητας, χρειάζεται και έναν δικό της θεό» (Sociology of Religion). Αυτό θα πρέπει να το δούμε ως εξής: η απόπειρα μίας ομάδας για πρόσβαση στην εξουσία στο όνομα κάποιας συλλογικής αντιπροσώπευσης, είχε πάντα την τάση να επικαλείται ένα ολόκληρο ηθικό σύστημα αξιών προσωποποιημένο σε ένα ανώτερο «κάτι». Βέβαια, η θεϊστική προσωποποίηση της εξουσίας εγκαταλείφθηκε στις απαρχές της νεότερης εποχής, διατηρήθηκε όμως αυτούσια η λειτουργία της κάτω από διαφορετικά σχήματα• οι πολιτικά στρατευμένοι θεοί επιβίωσαν στο όραμα της πατρίδας. Τέλος, μία ακόμα πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση του Max Weber από το ίδιο κεφάλαιο, η οποία ίσως και να δίνει ενδείξεις για την εθνικιστική ταύτιση της πατρίδας με κάποιο συγκεκριμένο τόπο: «είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο ότι ο σχηματισμός σε κάποιο έδαφος μίας πολιτικής ομάδας συνεπάγεται και την εγκατάσταση εκεί του αντίστοιχου θεού της»• οι εταιρείες και οι θεοί χρειάζονται την έδρα τους.


Ο εθνικισμός είχε εμφανιστεί πολύ πριν η Γαλλία εισβάλει στο Βέλγιο• από τότε που θεωρήθηκε πως ο δεσμός και η οικειότητα κάποιου με τον τόπο καταγωγής εξασφαλίζουν την ευτυχία. Η Γαλλική Επανάσταση είχε ξεσπάσει τουλάχιστον 35 χρόνια πριν το 1789• από τότε που ο Abbe Coyer συνιστούσε ότι οι στρατιώτες πρέπει να πεθαίνουν για να απαλλαχτεί η πατρίδα από τους καταπιεστές. Η Δημοκρατία είχε ιδρυθεί πολύ πριν οι καμπάνες σημάνουν την επανάσταση της 10ης Αυγούστου• από τότε που το Κοινωνικό Συμβόλαιο αποδείκνυε την ευτυχία που πρόκειται να φέρει η εταιρική οργάνωση του κράτους. Χρειαζόταν μόνο η αφορμή για να γίνουν οι ιδέες πράξη.

Η Λέξη Είχε Τη Δική Της Ιστορία

(Ενδιαφέρουν άραγε κανέναν αυτά που γράφω;)

Στη γαλλική ιντελιγκέντσια κυριαρχούσε ήδη από το 1689 μία διαμάχη για το αν οι αρχαίοι πολιτισμοί ήταν ανώτεροι ή αν η χώρα του Λουδοβίκου XIV είχε ξεπεράσει σε τέχνες και επιστήμες τη Ρώμη και την Ελλάδα. Όχι μόνο η γενικότερη βελτίωση των βιοτικών συνθηκών ήταν πρόσφορη για εικόνες επίγειας ευτυχίας, αλλά οι μορφωμένοι κύκλοι της εποχής ένιωθαν ισχυρή την κουλτούρα τους και έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν τα αρχαία πρότυπα. Το όραμα του παραδείσου δεν άργησε να προστεθεί: επί αιώνες η λέξη patrie χρησιμοποιήτο με καθαρά γεωγραφικό περιεχόμενο και προσδιόριζε τον τόπο γέννησης ή καταγωγής. Θα μπορούσε να αναφέρεται σε ένα χωριό, μία επαρχία ή μία χώρα -pays- δίχως τo συναισθηματικό φορτίο που περιέχει σήμερα. Στο τέλος του 17ου αιώνα όμως, η λέξη patrie απέκτησε μία μυθική διάσταση: ο τόπος στον οποίο οι άνθρωποι ζουν ελεύθεροι και ευτυχισμένοι.



Η patrie πριν τα τέλη του 17ου αιώνα: ένας γεωγραφικός όρος, συναισθηματικά αφόρτιστος

Ο τόπος αυτός όμως ταυτιζόταν αποκλειστικά με τη χώρα καταγωγής ή ήταν μία μεταφορική ιδιότητα, κατάλληλη για κοσμοπολίτικους κύκλους; Μ’ άλλα λόγια: αν ένας διανοούμενος ήθελε να γράψει ένα μυθιστόρημα για μία ουτοπική χώρα, θα διάλεγε να την τοποθετήσει σε κάποιο φανταστικό τόπο και χρόνο (όπως έκανε ο Φράνσις Μπέικον με το New Atlantis, 1626) ή θα του φαινόταν φυσιολογικό να εξηγήσει ότι η χώρα καταγωγής του θα γινόταν αρμονική και χαρούμενη αν κάποια πράγματα άλλαζαν; Καινούργια διαμάχη ξέσπασε ανάμεσα στους λογίους του 18ου αιώνα για το αν αυτός ο μυθικός τόπος είναι και το ίδιο το μέρος που γεννήθηκε κάποιος ή αν, όπως έλεγε ο Βολταίρος, «η πατρίδα βρίσκεται εκεί που βασιλεύει η λογική και η διαφώτιση».



Η patrie στα τέλη του 17ου αιώνα: μία εικόνα παραδείσου

Υπήρχαν όμως πολλοί που είχαν λόγους να είναι δυσαρεστημένοι με το καθεστώς της Γαλλίας. Η αυλαία του 18ου αιώνα είχε ανοίξει στο κράτος των Βουρβόνων με την παλιά νοοτροπία υπονομευμένη εκ των έσω: η καθολική εκκλησία, που στήριζε και στηριζόταν από το μονάρχη, έχανε όλο και περισσότερο το κύρος της, ενώ τα προνόμια των αριστοκρατών, δηλαδή των ατόμων που είχαν δικαίωμα στην κληρονομική αεργία, φαίνονταν όλο και περισσότερο αδικαιολόγητα από τις οικονομικά ενεργές ομάδες του πληθυσμού*. Υπήρχαν όμως και εξωτερικές υπονομεύσεις: οι γάλλοι έμποροι βλέπανε τους βρετανούς ανταγωνιστές να έχουν από πίσω τους ένα κράτος περισσότερο υποστηρικτικό παρά περιοριστικό για το επάγγελμά τους. Ήταν η εποχή που ο ατομικισμός ανθούσε στον εμπορικό κλάδο και μάλιστα στην τυχοδιωκτική του εκδοχή: «Όλοι όσοι αισθάνονται ικανοί να δοκιμάσουν την τύχη τους και να διεκδικήσουν τη χαρά της ζωής, ενθαρρύνονται από το μεταδοτικό παράδειγμα της ευτυχίας που επιδεικνύουν διάφοροι τυχεροί αυτού του κόσμου» (Lefebvre, Η Γαλλική Επανάσταση). Το σημαντικό από όλα αυτά είναι ότι κάποιες μορφωμένες και ευκατάστατες ομάδες πληθυσμού άρχισαν να συλλαμβάνουν την ιδέα μιας Γαλλίας στην οποία οι προνομιούχες τάξεις δεν είχαν θέση.



Η patrie της μπουρζουαζίας: κοσμοπολίτικη, περιλαμβάνει μόνο τις οικονομικά ενεργές ομάδες

Αυτή η Γαλλία μεταφέρθηκε στα έργα των λογίων, στον τρόπο με τον οποίο οραματίζονταν τον παράδεισό τους: ο La Bruyere και ο Montesquieu υποστήριξαν πως δεν μπορεί να υπάρχει patrie υπό τυραννία και πάνω σ’ αυτό είχαν μεγάλη επίδραση τα δύο έργα του Bolingbroke, The Idea of a Patriot King και On the Spirit of Patriotism. Ως το 1750 τα βιβλία αυτά είχαν εκδοθεί στα γαλλικά και εισήγαγαν τις λέξεις patriote, patriotisme με μία έννοια δικαιολόγησης της αντίστασης ενάντια σε κάποιο καταπιεστικό καθεστώς.


Η patrie ορισμένων διανοούμενων με επιρροή: αντίσταση στους καταπιεστές

Στην πορεία του 18ου αιώνα, το εξωτερικό εμπόριο της Γαλλίας αναπτύσσεται ταχύτατα. Η μπουρζουαζία αναδείχτηκε σε μία πολύ δυναμική και πλούσια τάξη, όμως το διοικητικό και φορολογικό σύστημα της Γαλλίας δε βοηθούσε στην πολιτική της ενδυνάμωση, ούτε και στην αποτελεσματική λειτουργία της χώρας ενόψει του ανταγωνισμού με τους βρετανούς εμπόρους. Όταν οι Γάλλοι με τους Άγγλους οδηγήθηκαν στον Επταετή Πόλεμο για να λύσουν τις αποικιοκρατικές τους διαφορές, οι δεύτεροι νίκησαν επειδή κατάφεραν και αντεπεξήλθαν στις δυσκολίες της πολεμικής οργάνωσης και χρηματοδότησης χάρη στον καπιταλιστικό προσανατολισμό που είχε πάρει η οικονομία της δικής τους χώρας. Την ίδια εποχή, το σύμβολο της οικονομικά ενεργητικής τάξης, η patrie, αποκτούσε και αφιερωματικό περιεχόμενο: το άτομο είναι για την πατρίδα, όχι η πατρίδα για το άτομο. Το 1754 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με μεγάλη επιρροή, το Dissertation sur le vieux mot de Patrie, από τον Abbe Coyer. Ο συγγραφέας, απαντώντας στις κοσμοπολίτικες απόψεις του Βολταίρου, ήθελε να δει θεσμοθετημένα τυπικά, βραβεία και μνημεία να δοξάζουν την patrie ως τόπο καταγωγής. Πρέσβευε, προφανώς επηρεασμένος από αρχαίες παραδόσεις, πως όλοι οι άνθρωποι πρέπει να αφιερωθούν σ’ αυτήν, οι γυναίκες να κάνουν παιδιά και οι στρατιώτες να πεθαίνουν για την πατρίδα.


Η patrie άλλων διανοούμενων με επιρροή: θέλει νεκροί χιλιάδες να 'ναι στους τροχούς

Σε καμία περίπτωση οι γάλλοι αστοί δεν ήταν οι μόνοι που χρησιμοποιούσαν τη λέξη πατρίδα ενδεδυμένη με μία διαφορετική αίγλη από αυτή που είχε στα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Ο Μέγας Φρειδερίκος της Πρωσίας, ένας από τους «φωτισμένους» μονάρχες της εποχής, είχε αναπτύξει στις Περί Φιλοπατρίας Επιστολές (1779) τη συλλογιστική ότι οι άνθρωποι είναι δεμένοι με τον τόπο καταγωγής τους τόσο στενά, ώστε η προσωπική τους ευτυχία είναι άμεσα συνυφασμένη μ’ αυτόν. Κάθε άλλο όμως παρά επαναστατικό περιεχόμενο είχε η πατρίδα του Μεγάλου Φρειδερίκου, αφού θεωρούσε ότι το μεγαλείο του κράτους εξαρτάται από τον Ηγεμόνα, ο οποίος δοξάζεται όταν οι υπήκοοι ευημερούν «με έντιμο τρόπο». Όσο για την πολεμική δράση τους, αυτή θα πρέπει να κατευθύνεται στους ξένους που εποφθαλμιούν τα εδάφη της πατρίδας: «Δε βλέπεις, λοιπόν, πως αν τυχόν η κυβέρνηση έχανε αυτές τις επαρχίες, τότε θα εξασθενούσε κι έχοντας μείνει χωρίς τους πόρους που αντλούσε προηγουμένως, δε θα μπορούσε να σε βοηθήσει την ώρα της ανάγκης σου;». Ένα παρόμοιο περιεχόμενο νομιμοφροσύνης είχε δώσει στην πατρίδα και ο Γκαίτε στο δικό του έργο Περί Φιλοπατρίας (1772). Τελικά όμως, μόνο στη δυσαρέσκεια των γάλλων αστών για τα προνόμια των ευγενών βρήκε γόνιμο έδαφος η πατρίδα συνδεδεμένη με την αντίσταση στην τυραννία. Έκανε τους πολιτικούς τους αντιπάλους να φαντάζουν, ούτε λίγο ούτε πολύ, προαιώνιοι σφετεριστές κάποιων ξένων δικαιωμάτων. Δημιουργούσε την πεποίθηση ότι ο κόσμος ζούσε ευτυχισμένος μέχρι που ήρθαν οι αριστοκράτες και επέβαλλαν την τυραννική τους εξουσία.

Η vaterland του Μεγάλου Φρειδερίκου

Με την εμφάνιση του Ρουσσώ και την ευρεία αποδοχή του έργου του, τα πράγματα καταστάλαξαν: patrie είναι ο τόπος γέννησης ανεξάρτητα από το πολιτικό του καθεστώς οπότε, αν αυτό είναι τυραννικό, οι άνθρωποι έχουν κάθε δίκιο να ξεσηκωθούν για να το αλλάξουν• «με τον Ρουσσώ, η λέξη patrie αυξάνει το επαναστατικό της φορτίο» (Llobera, God of Modernity), ενώ η λέξη άρχισε να συγκλίνει νοηματικά με την άλλη ρουσσωική λέξη nation. Ο Jacourt, στον οποίο οφείλεται το λήμμα «Patrie» στην Encyclopedie, αντέγραψε μεγάλα κομμάτια από το Dissertation του Coyer, προσέθεσε δε όλες τις καινούργιες έννοιες της λέξης καθώς και το ηθικό περιεχόμενο του Ρουσσώ: η αγάπη για την πατρίδα συντελεί στην αρετή.


-----------------
* Η εργατικότητα δεν προωθείτο τότε ως κοινωνική αξία. Αντίθετα, η αεργία είχε μεγάλη αίγλη και όνειρο των ευκατάστατων αστών ήταν να αποκτήσουν δική τους γη, να ζήσουν «σαν ευγενείς» από τις προσόδους και να συμπεριληφθούν στην «αριστοκρατία του μανδύα». Αμφισβητούσαν όμως ξεκάθαρα το να απαλλάσσεται κανείς από την εργασία λόγω καταγωγής και μόνο.

Το Καταστατικό

Ο Γαλιλαίος και ο Νεύτωνας ήταν τυχεροί: είχαν το πείραμα ως μέσο απόδειξης των θεωριών τους. Οι Διαφωτιστές ήταν και άτυχοι και τυχεροί: οι κοινωνικές τους θεωρίες ήταν καταδικασμένες να παραμείνουν θεωρίες, οι ίδιοι πάντως δε διακινδύνευαν και πολλά έτσι. Ο Ρουσσώ, παρόλα αυτά, ήταν ο πιο τυχερός απ’ όλους: η διαπρεπέστερή του θεωρία εξετάστηκε πειραματικά.

Το Κοινωνικό Συμβόλαιο είναι ένα αρκετά νομικίστικο κείμενο, γεμάτο αναλύσεις και όρους. Ο Ρουσσώ βλέπει το ιδανικό κράτος σαν μία μεγάλη, συνεταιριστική εταιρία. Καμία απορία που οι ιδέες του είχαν επίδραση στους αστούς της εποχής, ανθρώπους που ήξεραν από εμπόριο και συνεταιρισμούς. Φαντάζομαι ότι η συλλογιστική του θα ήταν κάπως έτσι: αφού οι εταιρίες λειτουργούν με βάση τη δημοκρατία και τη λογική ανάμεσα στους εταίρους τους, γιατί όχι και το κράτος;

[Παρένθεση: Έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι, εκείνη την εποχή των δημοκρατικών πειραματισμών, η ίδια η εταιρεία πήρε μεταφυσικές διαστάσεις, γι’ αυτό και δημιουργήθηκαν τόσες Μυστικές Εταιρείες στην Ευρώπη. Δε θεωρείτο απλώς ένας τρόπος εμπορικής οργάνωσης αλλά κάτι σαν μαγιά της δημοκρατίας. Ο Lefebvre αναφέρει ότι «ο καπιταλισμός μείωνε τη σημασία των προσωπικών δεσμών που περιόριζαν το άτομο και πολλαπλασίαζαν τις υποχρεώσεις του, προς όφελος εμπράγματων σχέσεων• αντικαθιστούσε την άτυπη ένωση συγγενών ή φίλων με την ανώνυμη εταιρεία». Δεν έχω καταφέρει να βρω περισσότερα].

Έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε πάνω σ’ αυτό. Περιέγραψε τους όρους του καταστατικού σ’ αυτήν την ιδανική σύμπραξη διοικούντων - διοικούμενων, με πρότυπο τα επίπεδα ελευθερίας, ευτυχίας και ισότητας που (υποτίθεται ότι) απολάμβανε ο άνθρωπος στο προπολιτικό «στάδιο της φύσης». Το κεντρικό ζήτημα ήταν να βρει «τη μορφή οργάνωσης που θα υπερασπίζεται και θα προστατεύει με τη συλλογική δύναμη την προσωπικότητα και τα αγαθά καθενός εταίρου, και στην οποία ο καθένας, παρόλο που θα έχει ενωθεί με όλους, θα μπορεί ακόμα να υπακούει μόνο στον εαυτό του και θα παραμένει τόσο ελεύθερος όσο και πριν».

Ο στόχος του ήταν η αυτόνομη κυριαρχία των πολιτών• να μην είναι η κυβέρνηση κάτι εκτός του λαού: «οι κυβερνώμενοι θα πρέπει να είναι οι κυβερνώντες». Θεωρούσε δύο πράγματα απαραίτητα γι’ αυτό: 1) Οι πολίτες να συμμετέχουν ενεργά και διαρκώς στα δημόσια θέματα («Ο λαός της Αγγλίας νομίζει ότι είναι ελεύθερος. Αυτό όμως είναι μεγάλο λάθος• είναι ελεύθερος μόνο στις εκλογές των μελών του κοινοβουλίου. Μόλις αυτοί εκλεγούν, ο λαός γίνεται σκλάβος»), 2) «Αυτή η πολιτική τάξη που θα προσφέρει ευκαιρίες συμμετοχής για το διακανονισμό των δημόσιων θεμάτων να μην είναι απλώς ένα κράτος, αλλά ένας τύπος κοινωνίας», κάτι που αντικατοπτρίζεται και στον τίτλο του έργου του: Κοινωνικό Συμβόλαιο, όχι Πολιτικό. Στη σκέψη του, δηλαδή, κάθε φορά που το ενδιαφέρον των πολιτών ατονεί, η ελευθερία τους τίθεται σε κίνδυνο, ενώ όλες οι πλευρές της κοινωνίας θα πρέπει να υποστηρίζουν το ιδεώδες της συμμετοχής των πολιτών.

Ο λαός όμως (παρόμοιος όρος με το έθνος), στον οποίο πρέπει να ανήκει η ανώτατη εξουσία, δεν ταυτίζεται με το σύνολο του πληθυσμού: «Οι πολίτες έχουν την ανώτατη εξουσία υπό τον όρο ότι συμμετέχουν ενεργά στην έκφραση της γενικής θέλησης». Τι ακριβώς σημαίνει αυτός ο όρος, ο οποίος μάλιστα αντιπαραβάλλεται με τη θέληση όλων; «Συχνά εμφανίζεται μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη θέληση όλων και στη γενική θέληση. Η τελευταία εξετάζει μόνο το κοινό συμφέρον, ενώ η πρώτη περιλαμβάνει ιδιωτικά συμφέροντα, και δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα άθροισμα ιδιαίτερων θελήσεων». Άρα, όλοι οι φορείς προσωπικών βλέψεων, ιδιοτελών συμφερόντων κ.λπ. δεν μπορούν να έχουν αξίωση στην ανώτατη εξουσία• μόνο όσοι νοιάζονται για το κοινό καλό δικαιούνται να νομοθετούν, αφού ο νόμος δεν είναι τίποτα άλλο από «πράξη της γενικής θέλησης». Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς ξεχωρίζουν οι δημόσια σκεπτόμενοι πολίτες από τους ιδιοτελείς.

Ο Ρουσσώ πίστευε ότι μπορούν να νοιάζονται για το κοινό καλό μόνο οι πολίτες που έχουν συνειδητοποιήσει όλα τα ιδιαίτερα στοιχεία του έθνους τους (έθιμα, κλίμα, γλώσσα, παραδόσεις κλπ.), αυτά που το κάνουν να ξεχωρίζει από τα άλλα. Στην ημιτελή Μελέτη για το Σύνταγμα της Κορσικής, ο Ρουσσώ μίλησε ευθέως για «εθνικό χαρακτήρα», αν και σε προηγούμενά του έργα υπονοούσε αυτήν την ιδέα. Ο όρος είχε ήδη χρησιμοποιηθεί από προγενέστερους Διαφωτιστές («national character», «esprit de la nation», «Volksgeist») και θεωρείτο ότι διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από εξωτερικούς παράγοντες, όπως το κλίμα, η γεωγραφία κλπ. Ο Ρουσσώ δίδασκε ότι αν ο εθνικός χαρακτήρας δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένος σε κάποιον λαό, «θα πρέπει να ξεκινήσουμε προικίζοντάς τον με έναν» και εδώ είναι που οραματιζόταν το ρόλο του Νομοθέτη• έναν άνθρωπο μεγάλης σοφίας και κύρους που θα διαγνώσει την ταυτότητα του λαού και θα την αναδείξει με τα σωστά μέτρα. Πλήθος θεσμών θα πρέπει να αναπτυχθούν -τα παιχνίδια των νηπίων, η εκπαίδευση, οι δημόσιες γιορτές κ.α.- για να εμφυσήσουν στους πολίτες την κουλτούρα του ιδιαίτερού τους τόπου, με σκοπό: «να κατευθύνονται οι απόψεις και τα γούστα τους έτσι ώστε η φυσική τους τάση, το πάθος και η ανάγκη να τους κάνει πατριώτες».
Και κάτι για τους πονηρούς μας φίλους: ο Ρουσσώ θεωρούσε ότι ακόμα και η ερωτική πράξη οφείλει να έχει εθνικό χρώμα.

Ο δρόμος, λοιπόν, προς την πολιτική χειραφέτηση του λαού περνάει από την επίγνωση της πολιτισμικής ιδιαιτερότητάς του και, από αυτήν την άποψη, ο Ρουσσώ δεν μπορούσε να δει τον πολίτη χωρίς τον πατριώτη. Σ’ ένα γράμμα του προς τον Usteri έγραφε: «το πατριωτικό πνεύμα μάς ενθαρρύνει να βλέπουμε σαν εχθρούς αυτούς που δεν είναι συμπατριώτες μας (concitoyens)». Συνδύασε επίσης αυτή τη διαχωριστική ιδιότητα του έθνους με την άλλη ιδιότητά του ως αρχέγονη κοινωνική αρχή• το έθνος υπήρχε πριν από τη σύναψη του κοινωνικού συμβολαίου οπότε τίποτα μέσα στην κοινωνία δεν μπορεί να τεθεί υπεράνω της εθνικής βούλησης. Γι’ αυτό και ο Ρουσσώ οραματίστηκε το ρόλο της εκπαίδευσης και της κουλτούρας να βγάζουν στην επιφάνεια το βαθύτερο είναι του ανθρώπου• όλοι αυτοί οι θεσμοί που ανέφερα πιο πάνω δεν είχαν, στο μυαλό του, την έννοια της κατήχησης αλλά της αφύπνισης. Το πρόβλημα που αντιμετώπισε στο θεωρητικό του κράτος, να μετατρέψει τη «θέληση όλων» (δηλ. αυτή που έχει νοθευτεί με «χλιαρό πατριωτισμό») σε «γενική θέληση», ήταν επίσης θέμα αφύπνισης γι’ αυτόν.

Η αγάπη για την πατρίδα λοιπόν ανεδείχθη ως η μέγιστη αξία στην κληρονομιά που άφησε ο Ρουσσώ. Δεν αποτελούσε απλώς ένα στοιχείο μέσα σ’ ένα ευρύτερο ηθικό σύστημα αλλά την ίδια τη βάση της αρετής από την οποία πηγάζουν όλες οι υπόλοιπες. Κι από τη στιγμή που υιοθετηθεί κοινωνικά μία τέτοια στάση, η ιεροποίηση της μέγιστης αρετής απέχει μόνο ένα βήμα.

Φυσικά, όλα τα παραπάνω είναι σχήματα. Το συλλογικό περιεχόμενο που πήρε στη Γαλλική Επανάσταση το έθνος και η αρετή καθορίστηκε από τις ανάγκες των καταστάσεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έπαιξε σχετικά μικρό ρόλο η κουλτούρα του γαλλικού λαού για την ένταξή του στο πατριωτικό όραμα, οι επαναστάτες πάντως παρέλαβαν την έννοια του έθνους εφοδιασμένη με το διαχωριστικό του περιεχόμενο: εμείς σε αντιπαραβολή με τους άλλους. Από τη γέννησή του, το έθνος ήταν κομμένο και ραμμένο για πολιτικές διεκδικήσεις. Επίσης, η μεγάλη αυθεντία με την οποία προίκισε ο Ρουσσώ τη γενική θέληση (το Κοινωνικό Συμβόλαιο βρίθει από διαβεβαιώσεις όπως: «Η γενική θέληση είναι πάντα σωστή και τείνει προς το δημόσιο συμφέρον») οδήγησε, πρακτικά, στην κατασκευή καλών και κακών πολιτών• αυτών που έχουν συνειδητοποιήσει το κοινό τους συμφέρον και αυτών που παραπλανώνται από ιδιωτικές βλέψεις. Ή αυτών που αντιστρατεύονται τους δικούς μας πολιτικούς στόχους, οπότε δεν μπορεί παρά να είναι παραπλανημένοι από τις ιδιοτέλειές τους.

Η Επαναστατική Φύση

Το μεσημέρι της 5ης Σεπτεμβρίου 1793, καθώς ένα παρισινό πλήθος ετοιμαζόταν να βαδίσει από την Κομμούνα προς το κτίριο της Συνέλευσης, ο ήλιος σκοτείνιασε πάνω από τα κεφάλια τους. Οι πολίτες γέλασαν, αντάλλαξαν αστεία και ξεκίνησαν για τις Tuileries να απαιτήσουν την ίδρυση Επαναστατικού Στρατού. «Οι παππούδες των ίδιων αυτών αντρών πιθανότατα θα είχαν παγώσει από το φόβο τους», παρατηρεί ο R. Palmer (Twelve Who Ruled, 1941) όμως «μετά από πενήντα χρόνια Διαφωτισμού, ακόμα και ο αμόρφωτος άνθρωπος του δρόμου έβλεπε σε μια έκλειψη ένα απλό φυσικό φαινόμενο».

Χάρη στους Διαφωτιστές λοιπόν, η επιστημονική πρόοδος των 150 προηγούμενων χρόνων κατέβηκε από τις έδρες των πανεπιστημίων στον «αμόρφωτο άνθρωπο του δρόμου». Οι καινούργιες θεωρίες εισχώρησαν όχι μόνο στην καθημερινή ζωή αλλά και στον τρόπο σκέψης δημιουργώντας μία διαφορετική κοσμοεικόνα: το σύμπαν έπαψε να είναι χωρισμένο σε διάφορους ειδικούς τόπους (υποσελήνια περιοχή, ουράνιες σφαίρες κλπ.) και «εκδημοκρατικοποιήθηκε» με την καρτεσιανή σύλληψη του ενιαίου και ομοιογενούς χώρου. Η Καθολική εκκλησία ένιωσε γρήγορα την απειλή. Η καινούργια σκέψη αμφισβητούσε συμβολικά τις κοινωνικές ιεραρχίες, αμφισβητούσε όμως και ουσιαστικά τη θεία χάρη, του προϊόντος δηλαδή που παρέχει η Εκκλησία στην κοινωνία, με το να τοποθετεί κάθε φυσικό παράγοντα αποκλειστικά στο πεδίο του ορατού και του εγκόσμιου.

Το σημαντικό σε όλα αυτά είναι ότι μέσα στο 18ο αιώνα το πεδίο ήταν ευνοϊκό για μεταφυσικές ακροβασίες έξω από το πλαίσιο της αποδυναμωμένης, πλέον, θρησκείας. Η απαίτηση για μία καινούργια ερμηνεία της πραγματικότητας που να περιλαμβάνει και τη μεθοδολογία της επιστήμης πέρασε σαν βαριά σκυτάλη στους Διαφωτιστές και γέννησε ένα πλήθος καινούργιων θεωριών. Ο στόχος των philosophes ήταν να ανακαλύψουν τους νόμους των κοινωνικών φαινομένων με τον τρόπο που οι «φυσικοί φιλόσοφοι» ανακάλυψαν νόμους για τα φυσικά φαινόμενα. Και ο απώτερος σκοπός ήταν μία σύλληψη τόσο πρωτόγνωρη για την εποχή εκείνη που έμελλε σύντομα να ταρακουνήσει τον κόσμο: ότι ο απελευθερωμένος άνθρωπος θα μπορούσε να ζήσει ευτυχισμένος. Σ’ αυτή τη ζωή, όχι μετά θάνατον.


Η ψυχολογική υπεροχή που είχε μια στάση βασισμένη στο «ευτυχία εδώ και τώρα» έναντι του «μετά θάνατον ευτυχία» της επίσημης θρησκείας είναι φανερή. Οι philosophes δεν εφηύραν εκ του μηδενός την ιδέα της εγκόσμιας ευτυχίας αλλά εξέφρασαν μία συλλογική λαχτάρα που έβρισκε τότε τις κατάλληλες προϋποθέσεις να υλοποιηθεί. Οι «φωτισμένες» δεσποτείες απέκτησαν για πρώτη φορά τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν στην κοινωνία και να καταπολεμούν ορισμένα προβλήματα (όπως το έγκλημα, τις ασθένειες, την πείνα) «που έως τότε δε θεωρούνταν επιλύσιμα, τουλάχιστον σε αυτόν τον κόσμο» (Smith, Εθνική Ταυτότητα, 2000). Η Αμερικάνικη Επανάσταση έφτασε να κηρύξει και πολιτικά σε κάποια στιγμή το δικαίωμα στην ευτυχία, ενώ η Ευρώπη είχε πλουτίσει από το αποικιακό εμπόριο.

Όλες τις προηγούμενες παρατηρήσεις θα πρέπει να τις περιορίσουμε κυρίως ανάμεσα στα μορφωμένα στρώματα. Οι philosophes δεν ήταν επαναστάτες ούτε τόνιζαν την ιδέα της βίαιης ανατροπής των καθεστώτων -εξάλλου, οι περισσότεροι υπήρξαν προστατευόμενοι ευγενών. Ο πολιτικός χαρακτήρας στις θεωρίες των γάλλων στοχαστών δόθηκε από αυτούς που ανταποκρίθηκαν στις ιδέες τους: τους ευκατάστατους αστούς. Οικονομικά ισχυροί και πολιτικά ασθενείς, χρησιμοποίησαν τις κοινωνικές θεωρίες των philosophes για να διατυπώσουν συγκεκριμένα πολιτικά αιτήματα και λειτούργησαν σαν ένας ενδιάμεσος κόμβος για να περάσει στις μάζες η πεποίθηση ότι αν γίνουν κάποιες αλλαγές, η ευτυχία θα έρθει εδώ και τώρα.

Ένα πολύ σημαντικό σημείο είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο λειτούργησε η μεθοδολογία της Επιστημονικής Επανάστασης στη σκέψη των philosophes. Τα γραπτά τους ήταν γεμάτα από αποδείξεις, λογικά πορίσματα, αναγωγές σε άτοπα, επαγωγικές σκέψεις, συμπεράσματα υπό προϋποθέσεις κλπ. Πολλές φορές η επιστημονικά καταξιωμένη χρήση του Ορθού Λόγου χρησιμοποιήθηκε για να περιβάλλει αυθαίρετες θέσεις με το φωτοστέφανο της εγκυρότητας και της Αλήθειας (Κονδύλης, Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, 1998) και αρκετές τέτοιες «αλήθειες» βγήκαν από την πένα των philosophes. Επανέφεραν την ιδέα του φυσικού δικαίου, μίλησαν για τη δυνατότητα μίας «φυσικής» ή «ορθολογικής» θρησκείας, ένα ρεύμα επηρεασμένο από τεκτονικές στοές που σήμερα έχει επικρατήσει να ονομάζεται «θεϊσμός», πάντως όλα αυτά ποτέ δεν κατέβηκαν πραγματικά στον πολύ κόσμο. Τα έργα του Ρουσσώ όμως μετέδωσαν στις μάζες κάποιες πεποιθήσεις που θεμελίωσαν ιδεολογικά το νεότευκτο εθνικιστικό ρεύμα:
1) Το έθνος αποτελεί προκοινωνική αρχή. Ο εθνικός χαρακτήρας καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από αντικειμενικούς παράγοντες (κλίμα, γεωγραφία κλπ.), ενώ μπορεί και να χρειαστεί τη βοήθεια του Νομοθέτη.
2) Λανθάνει και βρίσκεται μακριά από το ιδανικό επίπεδο ευτυχίας του.
3) Όταν επιτύχει την αυτοσυνείδηση, εκδηλώνει μια συλλογική θέληση με την οποία μπορεί να αλλάξει την κατάστασή του.
4) Στη συλλογική αυτή θέληση μετέχει ένα ποσοστό των πολιτών, όχι όλοι.

O Προφήτης Στη Θρησκεία Της Γαλλικής Επανάστασης
Αν κάποιο πρόσωπο έπαιξε σαφώς το ρόλο του προφήτη στη θρησκεία της Γαλλικής Επανάστασης, αυτός ήταν ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Ο Llobera, μάλιστα, του αποδίδει τα πνευματικά δικαιώματα για τρεις επίμαχες λέξεις, τόσο της Γαλλικής Επανάστασης όσο και του σύγχρονου εθνικισμού: «Θα ήταν δύσκολο να βρεθεί μια επιρροή πιο αποφασιστική από αυτή του Ρουσσώ στη διαμόρφωση των νεότερων εννοιών των λέξεων patrie και nation, ενώ το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για το peuple» (God Of Modernity, 1994). Δεν έχει σημασία εδώ για ποιους προσωπικούς λόγους ο Πολίτης της Γενεύης χρησιμοποίησε τις λέξεις αυτές με μία ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση. Ο εθνικισμός δεν πρωτοεμφανίστηκε μ' αυτόν, δυόμισι αιώνες πριν, για παράδειγμα, ο Μακιαβέλι είχε επίσης γράψει εκφράσεις που θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε «εθνικιστικές» (για παράδειγμα, οι αναφορές του στην italianita), όμως τελικά ήταν οι καταστάσεις της επαναστατικής Γαλλίας που καθιέρωσαν τη ρουσσωική εκδοχή του έθνους στο σύγχρονο λεξιλόγιο.

Ο Ρουσσώ ξεκίνησε τη φιλολογική του δραστηριότητα προσπαθώντας να προσδιορίσει τη διαφορά ανάμεσα στον φυσικό και στον κοινωνικό άνθρωπο. Την κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει καμία έννοια κοινωνικοποίησης ο Ρουσσώ την ονόμασε «κατάσταση της φύσης». Εκεί δεν υπάρχει ούτε διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό, ούτε γλώσσα, οικογένεια, κοινωνία.

Προτού ο άνθρωπος φτάσει στο σημείο της πλήρους πολιτιστικής ένταξης, πέρασε από ένα ενδιάμεσο στάδιο στο οποίο εμφανίστηκαν τα πρώτα σπέρματα της γλώσσας και της κοινωνίας. Είναι το «στάδιο της άγριας κατάστασης», της «ευτυχέστερης κατάστασης του ανθρώπου». Εδώ διαμορφώνονται και τα πρώτα έθνη: «Οι άνθρωποι, που μέχρι τότε περιπλανιόνταν στα δάση ... συγκεντρώθηκαν σιγά-σιγά, ενώθηκαν σε διάφορες ορδές και τελικά σχημάτισαν κι ένα έθνος σε κάθε περιοχή, ενοποιημένο από τα έθιμα και το χαρακτήρα του, τον κοινό τρόπο ζωής, τις διατροφικές συνήθειες, την επίδραση του κλίματος». Μέχρι στιγμής, λοιπόν, έχουμε ένα πρώτο περιεχόμενο στην έννοια του έθνους: αποτελεί την αρχέγονη συλλογική αρχή, σχεδόν προκοινωνική ανθρώπινη ομαδοποίηση, αφού δημιουργείται από αντικειμενικούς και γεωγραφικούς παράγοντες, ενώ στην αγνή του μορφή είναι συνδεδεμένο με μία εικόνα ευτυχίας.

Από τη στιγμή όμως που επινοήθηκε η γεωργία και ο άνθρωπος αναγκάστηκε να κοινωνικοποιηθεί, εμφανίστηκε η ιδιοκτησία, ο ανταγωνισμός και η ανισότητα. Άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και τα χειρότερα πάθη άρχισαν να κατατρέχουν τον άνθρωπο: ζήλια, υποκρισία, εγωισμός κλπ. Η κοινωνία αναγκάστηκε να οργανωθεί βάσει νόμων και οι άνθρωποι έχασαν την αρμονία τους με τη φύση. Εφ’ όσον λοιπόν είναι αδύνατο πια να επιστρέψουμε στα πρώτα ευτυχισμένα στάδια, η μόνη δικαιολόγηση των δικαιικών νόμων είναι να ευθυγραμμίζονται με τους φυσικούς.


Αυτό ακριβώς προσπάθησε να επιτύχει ο Ρουσσώ με το Κοινωνικό Συμβόλαιο: να προτείνει έναν τρόπο συλλογικής οργάνωσης που να εξασφαλίζει στον άνθρωπο ελευθερία παρόμοια μ’ αυτήν του «σταδίου της φύσης». Η αντίληψη που πέρασε στις εξεγερμένες γαλλικές μάζες ήταν πως με τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς θα επιτύγχαναν ένα ιδανικό επίπεδο ελευθερίας και κοινωνικής αρμονίας. Ο πεινασμένος γαλλικός λαός που ήρθε αργότερα σ’ επαφή με τις ιδέες του Ρουσσώ πίστευε ότι μαχόταν για ένα όραμα ευτυχίας.

Η φύση τελικά, στο έργο του Ρουσσώ, δε λειτούργησε ως ένας απλός βιολογικός ή γεωγραφικός όρος αλλά έγινε η αγνή κατάσταση των πραγμάτων, χωρίς επίπλαστες προσθήκες ή διαστρεβλώσεις. Απετέλεσε συνώνυμο της Αλήθειας, απέκτησε ακόμα και επαναστατικό περιεχόμενο.

Πίσω πάλι σ’ εκείνο το σκοτεινιασμένο μεσημέρι της 5ης Σεπτεμβρίου 1793 που είδαμε στην αρχή. Το πεινασμένο πλήθος υπό την ηγεσία του Chaumette, εισαγγελέα της Κομμούνας, έφτασε στη Συνέλευση για να κοινοποιήσει στους αντιπροσώπους την αίτησή του. «Ήρθε η στιγμή, νομοθέτες», δήλωσε ο Chaumette, «να σταματήσετε τον κακοήθη πόλεμο ανάμεσα στα παιδιά της φύσης και σ’ αυτούς που την έχουν εγκαταλείψει». Ο Chaumette όμως μπορεί στην πραγματικότητα να είπε «ανάμεσα στα παιδιά του έθνους», οι διαφορετικές καταγραφές του λόγου του αποδίδουν αμφίσημα το συγκεκριμένο σημείο. Ο Palmer σχολιάζει πάνω σ’ αυτήν την αμφιβολία: «Οι επαναστάτες του Παρισιού θεωρούσαν για τους εαυτούς τους ... ότι αυτοί είναι ο πραγματικός λαός, πιο φυσικός και πιο εθνικός απ’ ό,τι οι παραπλανημένοι τους αντίπαλοι».