Ροζ Σουμπλιμέ

«Σε ζητάει μία όμορφη γυναίκα, νέα και περιποιημένη, που δείχνει από καλή οικογένεια, καιρός να παντρευτείς επιτέλους», του είπε με το ύφος της η σπιτονοικοκυρά. Μόνο με το ύφος της. Με τη φωνή της, ανήγγειλε ξερά στον συγγραφέα κ. Τακά ότι είχε επισκέψεις.

«Για μένα; Ποιος είναι;» έκανε αυτός, καθώς έβλεπε τη σπιτονοικοκυρά να παραμερίζει κι από πίσω να εμφανίζεται μία γυναικεία φιγούρα με δέρμα σαν κρέμα μπαβαρουάζ, μαλλιά ακαζού, κομμένα α λα γκαρσόν, μπλούζα σατέν, φούστα πλισσέ με κέντημα αζούρ και γοβάκια ατλαζέ. Η πόρτα του δωματίου έκλεισε, η σπιτονοικοκυρά αποσύρθηκε αφήνοντας το συγγραφέα ανυπεράσπιστο.

«Ο κ. Τακάς;» ρώτησε η γαλλική πανδαισία.

«Μάλιστα».

«Ο κ. Τάκας Τακάς, ο συγγραφέας; Η Κυρία Με Τα Μαύρα

«Μάλιστα, εγώ», απάντησε, καθώς η πανδαισία τον κοιτούσε με ένταση. Στα ρουθούνια του έφτασε μία μυρωδιά γαλλικής κολόνιας και η λάμπα πετρελαίου στο γραφείο του φάνηκε να φωτίζει με διπλάσια λαμπρότητα.

«Τζουλιέττα Σαφά». Η λάμπα φάνηκε να σβήνει.

«Πώς;…»

«Είμαι η κυρία Τζουλιέττα Σαφά». Η φωνή της τραύλιζε.

«Σεις;» έκανε ο συγγραφέας. «Σεις είστε η Τζουλιέττα Σαφά;». Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά και πήγε κάτι να πει, όμως η φωνή της σκάλωσε στο λαιμό. Χαμήλωσε το κεφάλι και κοίταξε τον ποδόγυρό της.

«Κυρία! Να λείπουν αυτές οι φάρσες. Αν θέλετε να κρύψετε το πραγματικό σας όνομα, κανείς δε σας το απαγορεύει. Μην παίρνετε όμως το όνομα μιας άλλης. Θα ήθελα ένα πιστοποιητικό να πιστέψω».

Άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε ένα βεραμάν καρνεδάκι και του το έδωσε. Το χέρι της έτρεμε. «Δείτε εδώ το πιστοποιητικό που ζητάτε, κύριε».

Ο Τακάς το κοίταξε. Μέσα υπήρχε ένα δελτίο ταυτότητας, έκδοση 1926, με τις υπογραφές και τη σφραγίδα της Χωροφυλακής Χαλκίδος. ΙΟΥΛΙΑ ΣΑΦΑ είχε τυπωμένο με κάτι μεγάλα γράμματα γραφομηχανής, ενώ η φωτογραφία απεικόνιζε ολοφάνερα τη γυναίκα που είχε μπροστά του. «Παράξενο… αλλόκοτο…». Έβγαλε τα γυαλιά του και τα σκούπισε, όμως το δελτίο ταυτότητας έμεινε ίδιο και απαράλλαχτο. «Είστε η Τζουλιέττα Σαφά! Αυτό είναι πολύ περίεργο…». Ανακάθισε στην καρέκλα και κάρφωσε τη γυναίκα με το βλέμμα του: «Τότε περιγράψτε μου την επίπλωση στην κρεβατοκάμαρά σας όταν μπήκατε χορεύτρια στην οπερέτα του Παπαϊωάννου!».

«Χορεύτρια εγώ! Κύριε, ποτέ δεν ήμουν χορεύτρια. Είμαι η Τζουλιέττα Σαφά της γνωστής οικογενείας των Σαφάδων, γέννημα θρέμμα της Εύβοιας! Και ήρθα στην Αθήνα για να σας ζητήσω να διαψεύσετε αυτά τα αίσχη που γράψατε για μένα!».

«Γεννηθήκατε το 1906 από τον Πέτρο και τη Μαρία Σαφά, το γένος Λαέρτη!».

«Ακριβώς!»

«Η μητέρα σας πέθανε όταν ήσασταν δεκαεπτά χρονών!».

«Μάλιστα!»

«Και τότε πήρατε το δρόμο των βαριετέ και των καμπαρέ!»

«Ποτέ! Πού μάθατε όλα αυτά για μένα, μέχρι και τα έπιπλα της κρεβατοκάμαράς μου περιγράφετε, όμως πώς τα διαστρεβλώνετε έτσι; Στο βιβλίο σας με παρουσιάζετε σαν… πόρνη… Χαίρω μεγάλης υπόληψης στη Χαλκίδα, αν θέλετε να ξέρετε, δύο ξενοδοχεία έχω γραμμένα στ’ όνομά μου. Ουδέποτε ανακατεύτηκα με την αθηναϊκή παρακμή».

Ο Τακάς έμεινε σκεφτικός. Τελικά, ανακάθισε στην καρέκλα και πήρε μία βαθιά αναπνοή• η γαλλική κολόνια τού υπενθύμισε την παρουσία της. «Είστε ένα δημιούργημα φαντασίας. Εγώ σας έδωσα υπόσταση για τις ανάγκες του βιβλίου μου, Η Κυρία Με Τα Μαύρα. Ή έτσι νόμιζα. Ένα πλάσμα τιποτένιο και εξαίσιο, η Τζουλιέττα Σαφά. Και να που υπάρχει πραγματικά! Αλλόκοτο… παράξενο…».

Ξαφνικά στράφηκε και άρπαξε κάποιες σελίδες χαρτί που είχε επάνω στο γραφείο του. «Ακούστε με καλά, κυρία: σε τρία χρόνια από τώρα, στις 15 Μαΐου 1935, έπειτα από μία χοροεσπερίδα στο σπίτι σας, θα καταπιείτε δύο παστίλιες ροζ σουμπλιμέ και θα πεθάνετε ευθύς αμέσως! Αυτό είναι το τέλος που σας επιφυλάσσω – που επιφυλάσσω στην ηρωίδα, δηλαδή».

Η γυναίκα έβγαλε μία κραυγή. «Τι είν’ αυτά που λέτε;»

«Η συνέχεια της Κυρίας Με Τα Μαύρα», είπε ο Τακάς και έδειξε τις σελίδες που κρατούσε, «η κατάληξη της ηρωίδας μέσα από την αφήγηση ενός χαλκιδαίου εκτελωνιστή – να, ακούστε», είπε και άρχισε να της διαβάζει από το δακτυλογραφημένο κείμενο:

Ο εκτελωνιστής κ. Γιάννης Σκαρίμπας πήρε το χαρτοφύλακα, κλείδωσε το γραφείο και τράβηξε το δρόμο προς το σπίτι του. Φυσούσε αέρας και μπορούσε να δει τις δεμένες βάρκες στην προκυμαία της Χαλκίδας να τραμπαλίζονται σαν καρυδότσουφλα. Στο μαγειρείο του Πάτα, μία επιγραφή γραμμένη στο χέρι πληροφορούσε: ΕΝΤΟΣΘΙΑ ΤΗΣ ΩΡΑΣ. Μα έχει εντόσθια η ώρα; αναρωτήθηκε ο εκτελωνιστής καθώς έφτανε στην αυλή του και άνοιγε την εξώπορτα.

Αρκετές μυτούλες φακέλων εξείχαν από το ξύλινο γραμματοκιβώτιο, η αλληλογραφία της ημέρας ήταν πλούσια. Ο Σκαρίμπας το άνοιξε και πήρε τις επιστολές στα χέρια του: διάφορα τυπικά γράμματα συγγενών, κάποια άλλα επαγγελματικά γράμματα από εταιρείες ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ – ΕΞΑΓΩΓΑΙ για εκτελωνισμούς, μία πρόσκληση να παραστεί σε κάποια εκδήλωση της Νομαρχίας κ.λπ. Τα ξεφύλλισε βαριεστημένα, στο τέλος όμως βρήκε τις τέσσερις επιστολές που έψαχνε, μία από τον Τέλλο Άγρα, μία από τον Στρατή Μυριβήλη και μία από τον Άγγελο Τερζάκη. Διότι ο Γιάννης Σκαρίμπας ζούσε διπλή ζωή: το πρωί εκτελωνιστής, το βράδυ συγγραφέας. Και το ένιωθε, το ψυχανεμιζόταν, ότι οι σεβαστοί κριτικοί, συγγραφείς κ.λπ. των περίοπτων αθηναϊκών κύκλων, θα του έγραφαν πάλι τα φαρμακερά τους παράπονα για το Θείο Τραγί, το μυθιστόρημά του που τάραξε τα φιλολογικά νερά. Ποιος ξέρει τι θα του ‘σερναν όταν έφτανε κι ο Μαριάμπας, το καινούργιο του μυθιστόρημα, στο τυπογραφείο…

Όμως η τέταρτη επιστολή;

Η τέταρτη επιστολή δεν είχε καμία σχέση με βιβλία και μυθιστορήματα. Ήταν ένα κομψό φακελάκι χρώματος σομόν που μύριζε ινδική βανίλια. Το όνομα του αποστολέα, ΦΙΓΙΕΤΤΑ Γ. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ, ήταν γραμμένο με τόσο καλλιτεχνικά γράμματα, που θα μπορούσαν να γοητεύσουν ακόμα και έναν ανθρωποφάγο της Αφρικής. Ο εκτελωνιστής – συγγραφέας άνοιξε βιαστικά το φάκελο, τράβηξε το γράμμα και άρχισε να διαβάζει. Χαιρετισμός, προσφωνήσεις (μάλλον πιο εγκάρδιες από αυτές που αρμόζουν σε μία παντρεμένη γυναίκα όταν γράφει σ’ έναν οικογενειακό φίλο), ερωτήσεις για τη δουλειά του, για την οικογένειά του, για την υγεία του, περιγραφή της δικής της υγείας. «Τα σωθικά μου πονάνε», του έγραφε, «ζαλίζομαι όλο και πιο συχνά – φοβάμαι πως με κόλλησε η εξαδέρφη μου όταν πήγα να τη δω στο αναρρωτήριο. Η φυματίωση την είχε κατασκάψει, στο χέρι μόνιμα ένα μπουκαλάκι ροζ σουμπλιμέ για να φτύνει μέσα τα εκκρίματα. Και παρόλο που κρατιόταν σε απόσταση όταν μου μιλούσε, δε φρόντισα κι εγώ να έχω πλάτη τον άνεμο, να μη μου έρχεται η μολυσμένη της ανάσα. Πολύ φοβάμαι ότι…»

Ο Σκαρίμπας μπήκε στο σπίτι και πήγε κατευθείαν στην τραπεζαρία. Η γυναίκα του έλειπε, είχε πάει να επισκεφτεί τους γονείς της, κάθισε λοιπόν στο τραπέζι και άρχισε να γράφει την απάντηση στο γράμμα της Φιγιέττας. Μετά από αρκετή ώρα και πολλές γεμάτες κόλλες χαρτί, πήρε έναν φάκελο και έβαλε μέσα την παραγωγή του. Πήγε να τον κλείσει αλλά το ξανασκέφτηκε• τράβηξε την τελευταία σελίδα και πρόσθεσε ένα υστερόγραφο: «Θα σ’ αποκαλύψω ένα μυστικό. Ο Μαριάμπας, το μυθιστόρημα που γράφω, έχει κι εσέ για ηρωίδα. Μάλιστα! Σ’ έχω δώσει το όνομα Ζηνοβία Ζαλούχου – καλό δεν είναι; Ζ.Ζ., μέλος της καλής κοινωνίας της Χαλκίδος, κομψή, έξυπνη, ίδια εσύ! Εσωκλείω απόσπασμα, ένα σουαρέ που δίνει μια μέρα στο σπίτι της, κι ο Μαριάμπας μιλά για το βιβλίο που γράφει». Ο Σκαρίμπας άνοιξε το χαρτοφύλακά του, έβγαλε ένα πακέτο δακτυλογραφημένες σελίδες και τις ξεφύλλισε. Τελικά εντόπισε αυτή που έψαχνε, την έβαλε επάνω στο γραφείο και ξεκίνησε ένα τελευταίο διάβασμα:

«Από δω ο κ. Μαριάμπας», πληροφορεί τη συντροφιά η Κυρία Ζαλούχου. «Γεωπόνος μα και τενόρος άφθαστος, είναι μαζί και δυνατός συγγραφεύς… Μάλιστα παράξενα γοητευτικός, αν κρίνει κανείς από ένα ρομάντζο που γράφει».

«Αλήθεια!» ξεφωνίζει η δ/νίς Κελαδή. Φόραε ένα φουστάνι αιθέρινο, όλο δαντέλες και κρόσια.

Ο Μαριάμπας κοίταξε μ’ αόριστη λύπη τα μεταξωτά βλέφαρά της. Τι είν’ αυτά που η κ. Ζαλούχου τσαμπούναε; «Ναι… μάλλον όχι», απαντάει, «ένα ρομάντζο, κάτι πολύ το κοινό… σχεδόν ένα τίποτα…»

«Απαπάαα! Πώς το λέτε: μάλλον ναι, μάλλον όχι, σχεδόν ένα τίποτα...» εξακολουθάει η δ/νίς. «Θα είναι το δίχως άλλο εξαίρετο… θα είναι αληθινά εμπνευσμένο… Αχ, κι η υπόθεσις; Η πλοκή;»

«Αλήθεια… η πλοκή, η υπόθεσις;» ρωτάει και η κ. Περνάρη.

Ο Μαριάμπας φτερνίστηκε. «Να περί τίνος επρόκειτο: περί της Τζουλιέττας! Μάλιστα, περί της Τζουλιέττας!»

Η δ/νίς χειροκρότησε: «Αχ!...» αναγάλλιασε, «λοιπόν;».

«Λοιπόν…», ο Μαριάμπας κοίταξε την ομήγυρη, «της Τζουλιέττας, μιας ευυπόληπτης νέας Χαλκιδαίας που ανακαλύπτει ότι είναι η Κυρία Με Τα Μαύρα, η ηρωίδα ενός αθηναϊκού μυθιστορήματος!»

«Αααα!»

«Και διαβάζει για τον εαυτό της ότι χορεύει, τάχα μου, στην οπερέτα και της μέλλει να πεθάνει καταπίνοντας δύο παστίλιες ροζ σουμπλιμέ!»

«Μα κύριε Μαριάμπα», διέκοψε η Ζαλούχου, «με σουμπλιμέ μόνο τα δουλικά αυτοκτονούνε».

«Και λοιπόν, και λοιπόν;» κάμαν τώρα όλες οι υπόλοιπες. Ο Μαριάμπας επήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να αφηγείται το ρομάντζο του:

«Σε ζητάει μία όμορφη γυναίκα, νέα και περιποιημένη, που δείχνει από καλή οικογένεια, καιρός να παντρευτείς επιτέλους», του είπε με το ύφος της η σπιτονοικοκυρά. Μόνο με το ύφος της. Με τη φωνή της, ανήγγειλε απλώς στον συγγραφέα κ. Τακά ότι είχε επισκέψεις.

* * * * * *


(Σουμπλιμέ ή διχλωριούχος υδράργυρος: ιδιαίτερα τοξικό απολυμαντικό. Το ανακάλυψαν οι Άραβες το Μεσαίωνα και για αιώνες υπήρξε, μαζί με τον ασβέστη, το μόνο όπλο ενάντια στα μικρόβια και στις επιδημίες. Το Betadine της εποχής. Ήταν επίσης και το παραδοσιακό «φαρμάκι» των δημωδών ασμάτων, ποιημάτων κ.λπ.)

Η Εργολαβία

(Προσοχή: ακολουθεί πανάθλια καθαρεύσουσα!)

Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην.

Η δε γη ήτο έρημος και υπανάπτυκτος και αι αντικειμενικαί αξίαι αυτής ανύπαρκται.

Και είπεν ο Θεός, Γενηθήτω Τεχνική Μελέτη• και εγένετο Τεχνική Μελέτη. Και είδεν ο Θεός ότι η Τεχνική Μελέτη διέθετε Φενγκ Σούι θετικόν και ενέκρινεν αυτήν.

Και έγινεν εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα πρώτη.

Και είπεν ο Θεός, Γενηθήτω Εργολάβος. Και εποίησεν ο Θεός τον Εργολάβον, ίνα υλοποιήσει την Τεχνικήν Μελέτην κατά τον ορισμένον προϋπολογισμόν και εντός των συμπεφωνημένων χρονοδιαγραμμάτων.

Και έγινεν εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα δευτέρα.

Και είπεν ο Εργολάβος, ας συναχθώσι τα ύδατα εις τόπον ένα, και ας φανή η ξηρά. Και έγεινεν ούτω. Και εκάλεσεν ο Εργολάβος την ξηράν, Γήπεδον Γκολφ• και είδεν ο Εργολάβος ότι το Γήπεδον Γκολφ διέθετε Φενγκ Σούι θετικόν.

Και έγινεν εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα τρίτη.

Και είπεν ο Εργολάβος, ας βλαστήση το Γήπεδον Γκολφ χλωρόν χόρτον, χόρτον γκαζόν. Και έγινεν ούτω. Και εβλάστησεν το Γήπεδον Γκολφ χλωρόν χόρτον, χόρτον γκαζόν. Και είδεν ο Εργολάβος ότι το χόρτον γκαζόν διέθετε Φενγκ Σούι θετικόν.

Και έγινεν εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα τετάρτη.

Και είπεν ο Εργολάβος, ας γίνωσι Αναπλάσεις Τοπίων και Καλλιτεχνικάς Παρεμβάσεις, μετ’ εκχερσώσεων και μεταφυτεύσεων και απεντομώσεων, και διακεκοσμημένον το Γήπεδον Γκολφ ας διαμορφωθεί. Και έγινεν ούτω. Και είδεν ο Εργολάβος ότι οι Αναπλάσεις και οι Παρεμβάσεις διέθεταν Φενγκ Σούι θετικόν.

Και έγινεν εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα πέμπτη.

Και είπεν ο Εργολάβος, ας γίνωσι Οπές επί του Γηπέδου Γκολφ, ποικίλων βαθμών δυσκολίας, και ας ευρίσκωσιν αυτές επί του πέρατος διαδρομών par 3, par 4, par 5 ή 6. Και έγινεν ούτω. Και είδεν ο Εργολάβος ότι οι Οπές διέθεταν Φενγκ Σούι θετικόν.

Και έγινεν εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα έκτη.

Και είπεν ο Εργολάβος, ας κάμωμεν άνθρωπον γκόλφερ και ας εξουσιάζει επί Γηπέδου Γκολφ μετά ράβδου και σφαιριδίου. Και εποίησεν ο Εργολάβος άνθρωπον γκόλφερ, και ευλόγησεν αυτόν ο Εργολάβος. Και είπεν προς αυτόν ο Εργολάβος, ιδού, σου έδωκα παν Γήπεδον Γκολφ και χόρτον γκαζόν, και πάσα Οπή η οποία είναι επί προσώπου Γηπέδου Γκολφ• αύτες θέλουσι είσθαι εις εσένα στόχος. Και έγεινεν ούτω.

Και είδεν ο Θεός πάση την εργολαβίαν και την κατασκευήν την οποίαν επραγματοποίησεν ο Εργολάβος• και ιδού, διέθετε Φενγκ Σούι λίαν θετικόν.

Και έγινεν εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα εβδόμη.

Και είχε συντετελεσμένο ο Εργολάβος εν τη ημέρα τη εβδόμη το έργο αυτού• και ανεπαύθη την ημέραν την εβδόμην. Και ευλόγησεν ο Θεός την ημέραν την εβδόμην, και ηγίασεν αυτήν• διότι ετηρήθησαν τα χρονοδιαγράμματα άνευ αποκλίσεων από του προϋπολογισμού και παρεδόθη το έργον προ της συμπεφωνημένης ημερομηνίας.

Ο δε οικολόγος ήτο ο φρονιμώτερος πάντων των πολιτικών δυνάμεων• και είπεν ο οικολόγος προς τον άνθρωπον γκόλφερ, Τω όντι συμμετέχεις εις το περιβαλλοντικόν αυτό έγκλημα;

Και είπεν ο άνθρωπος γκόλφερ προς τον οικολόγον, Γήπεδον Γκολφ φιλικόν προς το περιβάλλον, λέγει Κύριος ο Θεός.

Και είπεν ο οικολόγος, Εξεύρει ο Θεός, ότι Γήπεδον Γκολφ υδατοβόρον εστί και όνειρον της μεσαίας τάξης και Φενγκ Σούι αρνητικόν διαθέτει. Το μυστικόν αυτόν εάν μάθητε, θέλουσιν ανοιχθεί οι οφθαλμοί σας, γνωρίζοντες το καλόν και το κακόν.

Και έγινεν εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα ογδόη.

Και εκάλεσε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον γκόλφερ, και είπε προς αυτόν, Τις εφανέρωσε εις σε ότι είσαι περιβαλλοντοκτόνος;

Και είπεν ο άνθρωπος γκόλφερ, Ο οικολόγος με ηπάτησε.

Και είπε Κύριος ο Θεός προς τον οικολόγον, Επικατάρατος να ήσαι μεταξύ πάντων των πολιτικών δυνάμεων• επί ισχνών εκλογικών ποσοστών θέλεις περιπατεί, και χλεύη το όνομά σου θέλει είναι, πάσας τας ημέρας της ζωής σου.

Και έγινεν εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα ενάτη…

(Μπορεί κάποιος να βοηθήσει με την καθαρεύουσα;)

Το Θρησκευτικό Τρακτέρ

Από τις Μέρες του Σεφέρη:
"Καθαρή Δευτέρα, 15 Μάρτη 1926. Εκδρομή σήμερα στον Υμηττό. Καισαριανή• το πλήθος πλημμυρίζοντας το μοναστήρι, σκεπάζοντας την εξοχή με ψώρα. Καμιά πραγματική κατάνυξη στο λαό που γέμιζε τη μικρή εκκλησιά. Κάτι γυναίκες προσπαθούσαν να κολλήσουν δεκάρες στα πρόσωπα των αγίων• κάποτε το κόλπο πετύχαινε• οι άλλες κοίταζαν με απογοήτευση τις δεκάρες τους που γλιστρούσαν κι έπεφταν, μολονότι δεν έπαυαν να σταυροκοπιούνται. Παρατήρησα πως οι γυναίκες που έπαιζαν αυτό το παιχνίδι κουβέντιαζαν με τις συντρόφισσές τους όπως σε μια οικογενειακή διασκέδαση".

Το 1926 η Καισαριανή ήταν μία ημιαγροτική θάλασσα από φτωχόσπιτα, μία προσφυγική παραγκούπολη 15.000 κατοίκων, εκεί που τελείωνε η Αθήνα και άρχιζε το χάος. Η εκδρομή στη Μονή Καισαριανής τότε ήταν κανονική εκδρομή στην ύπαιθρο. Ήταν επίσης και μία ευκαιρία να έρθει σε επαφή ο καλλιεργημένος κύριος Σεφεριάδης με το θρησκευτικό αίσθημα των πάμφτωχων τσαγκάρηδων, εργατών, βυρσοδεψών, αγροτών, σαπωνοποιών, μεροκαματιάρηδων, ξυλουργών κ.λπ. της αθηναϊκής φαβέλας. Ποιο θρησκευτικό αίσθημα; "Καμία πραγματική κατάνυξη", διαπιστώνει ο σπουδαγμένος αστός με την ευρωπαϊκή παιδεία και δεν μπορεί να κρύψει την απογοήτευσή του.

Ας πάμε και στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη:
Η Φραγκογιαννού έχει διαπράξει το πρώτο της φονικό και βασανίζεται από τις αμφιβολίες. Έκανε καλά ή όχι; Πήγε στον εγκαταλειμμένο ναό του Άι - Γιάννη του Κρυφού, στον οποίο πηγαίνουν όλοι όσοι έχουν κρυφό πόνο, και εκεί "άναψεν εν κηρίον, το οποίον είχεν εις το καλάθι της μαζί με ολίγα πυρεία, κ’ έκαμε τρεις στρωτάς γονυκλισίας εμπρός εις την τοιχογραφίαν την ημιφθαρμένην. Είτα, ανακυκλούσα εις τον νουν την έμμονον ιδέαν, ήτις της είχε κολλήσει, χωρίς να την εκφράζη μεγαλοφώνως, είπε με φωνήν, την οποία θα ηδύνατο να ακούση τις, αν παρίστατο μάρτυς της σκηνής εκείνης: Αν έκαμα καλά, Άι – Γιάννη μου, να μου δώσης σημείο σήμερα… να κάμω μία καλή πράξι, ένα ψυχικό, για να γαληνιάσ’ η ψυχή μου κ’ η καρδούλα μου!..."

Βγαίνει και πηγαίνει στον μπαχτσέ του Γιάννη του Περιβολά, να πάρει λίγα ζαρζαβατικά και σε αντάλλαγμα να δώσει κάποιο βότανο στην άρρωστη γυναίκα του. Στο πηγάδι έξω από το σπίτι έπαιζαν τα δύο κοριτσάκια της οικογένειας, ενώ κανείς από τους γονείς δε φαινόταν τριγύρω: "Να!… μου έδωκε σημείο ο Άι – Γιάννης, είπε μέσα της σχεδόν ακουσίως η Φραγκογιαννού, άμα είδε τα δύο θυγάτρια… Τι λευθεριά θα της έκαναν της φτωχιάς της Περιβολούς, ανίσως έπεφταν μέσ’ στη στέρνα". Η συνέχεια γνωστή.

Και στις δύο περιπτώσεις, τα θρησκευτικά σύμβολα χρησιμοποιούνται για καθαρά μαγικούς – μαντικούς σκοπούς. Παρόλο που προέρχονται από μία οργανωμένη θρησκεία με πλούσιο ηθικό περιεχόμενο, μετατρέπονται σε παγανισμό – και στην περίπτωση της Φραγκογιαννούς, σε μαύρη μαγεία. Στην ύπαιθρο όμως, ακόμα περισσότερο όταν αυτή είναι φτωχή, η θρησκεία πάντα αποκτά μαγικό χαρακτήρα και χάνει το ηθικό της φορτίο.

Ο κόσμος ενός (φτωχού) αγρότη αποτελείται μόνο από εργαλεία και πόρους. Μοχλούς, προσανάμματα, κατασκευαστικά υλικά, φαγώσιμα, φάρμακα, τέτοια βλέπει όταν κοιτάζει γύρω του. Τα ζώα γίνονται μηχανές παραγωγής έργου ή τροφής, χωρίς την πολυτέλεια του συναισθηματικού δεσίματος. Τα παιδιά γίνονται χρήσιμα χέρια για δουλειές. Η θρησκεία γίνεται ένα ακόμα εργαλείο αποκλειστικά εγκόσμιων στόχων, ενταγμένο κανονικά στον ανελέητο βιοπορισμό της αγροτικής ζωής – κάτι σαν ένα τρακτέρ, ιδιαίτερα μεγάλης ιπποδύναμης όμως. Η πόλη είναι που γεννάει την ηθική, και ιδιαίτερα τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα της πόλης. Ας θυμηθούμε και τον Max Weber, που ανέφερα εδώ: "Ο μικροαστός, ο τεχνίτης ... κάνουν μία οικονομική ζωή που τους ωθεί να καλλιεργούν τη στάση ότι η τιμιότητα ανταποδίδει, ότι η ευσυνείδητη δουλειά και η εκτέλεση των καθηκόντων θα φέρει την ‘ανταμοιβή’ της και ότι ‘αξίζουν’ τέτοια ανταμοιβή". Για τον αγρότη όμως, η ανταμοιβή είναι πολύ περισσότερο θέμα τύχης και απρόβλεπτων καταστάσεων• ένα ξαφνικό χαλάζι και η ευσυνείδητη δουλειά μιας χρονιάς πήγε στο βρόντο.

Μιλάμε συχνά για το Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία, το Βουδισμό κ.λπ. χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι χρησιμοποιούμε ενικό αριθμό για μία πολλαπλότητα. Άλλη εντελώς η Ορθοδοξία του Σεφέρη και άλλη η Ορθοδοξία των φτωχών κατοίκων της προσφυγικής Καισαριανής. Άλλος ο Βουδισμός του Ρίτσαρντ Γκιρ (μία βαθιά υπαρξιακή φιλοσοφία με ανθρωπιστική ηθική) και άλλος ο Βουδισμός των χωρικών στην Ταϊλάνδη ή στο Βιετνάμ. Θα απογοητευτεί όποιος περιμένει να βρει σ’ αυτούς τους τελευταίους την ηθική – φιλοσοφική διάσταση, για την οποία διάβασε στα βιβλία του Καζαντζάκη ή του Όσσο ή άλλων μελετητών του Βουδισμού. Δεν υπάρχει τίποτα το φιλοσοφικό σε ένα τρακτέρ.

DISCLAIMER: Η παραπάνω εικόνα δεν έχει απολύτως κανένα ηθικό, φιλοσοφικό ή καλλιτεχνικό περιεχόμενο

Καβαλημένα Άλογα

Αν ρωτήσεις 100 ανθρώπους για την Ταϊλάνδη, οι 99 θα σου πουν: «φοίνικες, πορνεία, όπιο» – μία προκρούστεια κλίνη ανάλογη με το «σουβλάκι, μπουζούκι, καμάκι», που είχαν κάποτε οι ξένοι για την Ελλάδα. Ο καλύτερος τρόπος για να σπάσεις αυτό το στερεότυπο του συνομιλητή σου είναι να παρατηρήσεις όλο αθωότητα: «αλήθεια, ήξερες ότι ένας εθνικός ήρωας της Ταϊλάνδης ήταν Έλληνας;». Ο άλλος θα σε κοιτάξει παραξενεμένος κι εσύ θα βρεις την ευκαιρία να κάνεις επίδειξη γνώσεων μιλώντας για το Σιάμ – «η Ταϊλάνδη είναι το παλιό Σιάμ, το ήξερες αυτό, ε;» (λίγοι το ξέρουν• όλοι έχουν ακούσει το Σιάμ, τις σιαμέζες γάτες και τα σιαμαία δίδυμα, δεν τα συσχετίζουν όμως με τη σύγχρονη Ταϊλάνδη). Κάπου εκεί έχεις πάρει το πάνω χέρι, ο συνομιλητής σου είναι έτοιμος πλέον να σε ακούσει πραγματικά και να δεχτεί ότι ίσως, ενδεχομένως, οι Ταϊλανδοί να μην περνάνε τη μέρα τους ξαπλωμένοι στην παραλία με ανήλικα κοριτσάκια και ναρκωτικά. Δεν είναι αλήθεια• οι Ταϊλανδοί περνάνε τη μέρα τους, από το πρωί ως το βράδυ, με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο: δουλεύοντας.

Ταϊλανδοί στην παραλία με ανήλικα κοριτσάκια και ναρκωτικά


Όταν μιλάμε για την Ταϊλάνδη, εννοούμε μία χώρα 70.000.000 κατοίκων, έκταση όση η Γαλλία και σχήμα κεφαλιού ελέφαντα. Εννοούμε επίσης μία περήφανη χώρα με μακρά ιστορία, ιδιαίτερη κουλτούρα και άφθονους πολύτιμους λίθους κρυμμένους στο υπέδαφος και στην παράδοσή της. Βρίσκεται κάτω από τον Τροπικό του Καρκίνου, πάει να πει ότι οι εποχές του έτους εκεί δεν έχουν καμία σχέση με τις δικές μας, διακρίνονται στην εποχή-της-κολασμένης-ζέστης-με-τις-καταρρακτώδεις-βροχές, στην εποχή-της-κολασμένης-ζέστης-με-τις-περιστασιακές-βροχές, στην εποχή-της-κολασμένης-ζέστης-με-τις-ψιχάλες και στην εποχή-της-απλά-κολασμένης-ζέστης. Δεν είναι επίγειος παράδεισος, ούτε κατά διάνοια. Χίλια δυο στραβά μπορεί να βρει κανείς στη γεωγραφία, στην οικολογία και στην κοινωνιολογία της (και στη μετεωρολογία της). Πρόκειται απλώς για μία χώρα εντελώς διαφορετική από τη δική μας, τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο, με εντελώς διαφορετικές αξίες, νοοτροπίες, συμπεριφορές, μαγειρική, γλώσσα και θεσμούς. Κάποια λοιπόν από τα στοιχεία της ταϊλανδέζικης κουλτούρας παρουσιάζουν ενδιαφέρον κι εδώ θα δούμε ένα από αυτά: τα Καβαλημένα Άλογα.


Στα ταϊλανδέζικα λέγονται Μα Κι. Η λέξη «σαμάνος» είναι και δεν είναι κατάλληλη, θα μπορούσαμε να λέγαμε και «μέντιουμ», κάτι που παραπέμπει όμως σε τραπεζάκια και ακριβοπληρωμένους απατεώνες. Πρόκειται για ανθρώπους διαφόρων ηλικιών, τάξεων και μορφωτικών επιπέδων, που σε κάποια στιγμή της ζωής τους απέκτησαν την ικανότητα να περνάνε σε άλλη συνειδησιακή κατάσταση. Αν και δεν υπάρχει γενικός κανόνας για το ιστορικό τους, παρόλα αυτά οι περισσότεροι περιγράφουν με μικρές παραλλαγές κάτι παρόμοιο: σε κάποια στιγμή της ζωής τους αρρώστησαν από ανεξήγητη αιτία, η κατάστασή τους χειροτέρευε συνέχεια, οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν τι συμβαίνει, μέχρι που ξαφνικά είδαν ένα πνεύμα σε όραμα ή σε όνειρο, το οποίο και τους εξήγησε ότι θέλει από εδώ κι εμπρός να εκδηλώνεται μέσα τους. Όταν συγκατένευσαν, θεραπεύτηκαν ως δια μαγείας και ξεκίνησαν μία καινούργια ζωή προσφέροντας τον εαυτό τους για όχημα του πνεύματος. Από εδώ και η επίσημη ονομασία τους, Κον Σονγκ, που σημαίνει: Άνθρωποι των Πνευμάτων, όμως ο περισσότερος κόσμος τούς αποκαλεί με το χαϊδευτικό τους, Μα Κι. Άλογα Καβαλημένα.


Τυπικά, η Ταϊλάνδη είναι βουδιστική χώρα. Το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού δηλώνει ότι ακολουθεί τη βουδιστική παράδοση Τεραβάντα, όμως οι πανάρχαιοι ανιμισμοί –πολύ αρχαιότεροι του βουδισμού– δεν έχουν σβήσει καθόλου, εξακολουθούν να είναι κυρίαρχοι στη ζωή των Ταϊλανδών. Όλος ο κόσμος είναι γεμάτος πνεύματα. Τα οικήματα, τα δέντρα, οι δρόμοι, τα βουνά, τα σταυροδρόμια, τα δάση, ο ουρανός, η γη, οι πέτρες, ο αέρας, οι πόλεις, όλα είναι κατοικίες φιλικών ή κακόβουλων πνευμάτων. Προκειμένου να τα εξευμενίσουν, οι Ταϊλανδοί φτιάχνουν κάτι ιδιόρρυθμους ναΐσκους, σπιτάκια των πνευμάτων, που τους λένε Σαν Πρα Πουμ κι αφήνουν εκεί μέσα φαγητό, γλυκά, αγαλματάκια του Βούδα ή ανάβουν κεριά και αρωματικά ραβδάκια. Κάθε σπίτι ή επιχείρηση έχει το δικό της Σαν Πρα Πουμ, ενώ μπορείς να τα βρεις σε πεζοδρόμια, κάτω από δέντρα, σε σπηλιές, σε δάση ή ακόμα και στις ερημιές, στη μέση του πουθενά. Κανείς δεν πρέπει να παίρνει αψήφιστα τα πνεύματα, βρίσκονται παντού και μπορούν να επιφέρουν από τις πιο μεγάλες δυστυχίες μέχρι τις πιο ανέλπιστες επιτυχίες. Μερικές φορές όμως, και προκειμένου να βοηθήσουν τον κόσμο, κάποια αγαθοποιά πνεύματα επιλέγουν να εκδηλωθούν μέσα από έναν άνθρωπο. Να μιλήσουν με το στόμα του, να δούνε με τα μάτια του και να πράξουν με τα χέρια του. Να τον καβαλήσουν σαν άλογο.



Σαν Πρα Πουμ: είναι ωραίο να έχεις το δικό σου σπίτι, ακόμα κι αν είσαι πνεύμα

Πώς μοιάζει εξωτερικά ένας Κον Σονγκ; Όπως και οι υπόλοιποι 69.999.999 Ταϊλανδοί! Δε χρειάζεται να έχει κάτι το αξιοπερίεργο, είναι ένας απόλυτα συνηθισμένος άνθρωπος. Περνάς δίπλα του στο δρόμο και δεν τον προσέχεις καν. Μπορεί να είναι ένας απλός εργάτης, υπάλληλος σε μαγαζί, αγρότης, ταξιτζής, κουρέας, μία απλή γραμματέας, νοικοκυρά, μαγείρισσα, οτιδήποτε. Αν μπορούσες να μπεις στο σπίτι του, θα έβλεπες το κοινό ταϊλανδικό σκηνικό: μία μεγάλη οικογένεια (= γονείς, παππούδες, θείους, ξαδέρφια, παιδιά κ.λπ.), ελάχιστους χώρους, τα παπούτσια έξω από την εξώπορτα, σαύρες στους τοίχους και μία τηλεόραση που δεν κλείνει ποτέ. Θα υπήρχε όμως και κάτι το ασυνήθιστο: ένας βωμός διακοσμημένος με άφθονα λουλούδια, αγαλματάκια θεοτήτων, φωτογραφίες του βασιλιά και άλλα, μπροστά στον οποίον αποσύρεται ο Κον Σονγκ όταν πρόκειται να καλέσει το πνεύμα που εκδηλώνεται μέσα του. Τότε παύει να είναι συνηθισμένος άνθρωπος και γίνεται σκεύος θεού. Ή, ισοδύναμα, αλλάζει κατάσταση συνείδησης.



Βωμός σε σπίτι Κον Σονγκ

Η γλώσσα δε βοηθάει. Η λέξη «νιρβάνα» είναι εντελώς ακατάλληλη, η «υπνωτική καταληψία» θυμίζει αποβλάκωση (και κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς σημαίνει), η «μεταρσίωση» είναι υπερβολικά βαρύγδουπη, ενώ η «έκσταση» είναι συνδεδεμένη με μακάριες πτήσεις αποστασιοποίησης και ευτυχίας. Τίποτα όμως από αυτά δεν έχει σχέση με την κατάσταση του Κον Σονγκ όταν παραδίδεται στον Αναβάτη του. Το καλύτερο θα ήταν η αγγλική λέξη trance, η οποία δεν αποδίδεται μονολεκτικά στα ελληνικά. Ας πάμε όμως να δούμε ένα τυπικό παράδειγμα: μία νοικοκυρά 50 χρονών, με σύζυγο και παιδιά, η οποία γονατίζει για λίγο μπροστά στο βωμό του σπιτιού, κλείνει τα μάτια και ψιθυρίζει κάποιες προσευχές και επικλήσεις. Στο πάτωμα γύρω της κάθεται κόσμος και ψιλοκουβεντιάζει – η οικογένεια, γείτονες, άνθρωποι που ήρθαν από το διπλανό χωριό ή από την πρωτεύουσα να τη δουν, κάποιοι ξένοι που άκουσαν γι’ αυτήν κ.λπ. Μετά από λίγο, η γυναίκα βγάζει μία κραυγή, το σώμα της τραντάζεται βίαια, γυρνάει στον κόσμο και… είναι διαφορετική. Η έκφρασή της έχει αλλάξει, τα μάτια της σπιθοβολούνε και το ύφος της έχει αποκτήσει αρχοντιά. Αριστοκρατικότητα. Η μεσόκοπη νοικοκυρά έχει εξαφανιστεί, ο συγκεντρωμένος κόσμος τώρα αντικρίζει έναν άλλον άνθρωπο, κάποιον που του ταιριάζει περισσότερο να δίνει διαταγές, παρά να δέχεται. Και παρόλο που έχει το ίδιο πρόσωπο μ’ εκείνη, η αίσθηση που αποπνέει, η φωνή και οι κινήσεις του είναι διαφορετικές. «Του»; Ναι, γιατί βρισκόμαστε στη βόρεια Ταϊλάνδη κι εδώ τα πνεύματα που ενσαρκώνονται μέσα στους Κον Σονγκ συχνά είναι παλιοί βασιλιάδες της χώρας (ενώ π.χ. στους Κον Σονγκ του νότου, φοριούνται περισσότερο τα πνεύματα θεοτήτων ή φημισμένων μοναχών). Όλος ο κόσμος πέφτει στο πάτωμα και προσκυνά. Βρίσκεται πλέον στην παρουσία ενός βασιλιά.



Βασιλιάς του μεσαιωνικού Σιάμ: στα πνεύματα αρέσουν τα χρώματα, τα λουλούδια και τα μεταξωτά. Προσέξτε επίσης τα τσιγάρα που καπνίζει δύο μαζί – τα πνεύματα θέλουν να καλοπερνάνε

Ο βασιλιάς πηγαίνει σε ένα διπλανό μπαούλο, παίρνει από μέσα διάφορα πολύχρωμα μεταξωτά, τα φοράει επάνω από τα καθημερινά γυναικεία ρούχα, τυλίγει κι ένα φανταχτερό μαντήλι στο κεφάλι του: τα περισσότερο ταϊλανδικά πνεύματα χαίρονται με τα χρώματα, τα λουλούδια και τα χρυσαφικά, τα θέλουν άφθονα στο περιβάλλον που εκδηλώνονται. Όταν τελειώσει μ’ αυτές τις διαδικασίες, ο μονάρχης κάθεται σε κάποιο σκαμνί – οπωσδήποτε μερικούς πόντους ψηλότερα από όλους τους παρευρισκομένους – χαιρετάει, συστήνεται και απευθύνει το λόγο στους υπηκόους του. Μέσα στις επόμενες ώρες (ή ακόμα και μέρες), θα μιλήσει και θ’ ασχοληθεί με όλους. Κάποιος ήρθε να τον δει για να μάθει το μέλλον του, άλλος ζητάει θεραπεία για κάποια αρρώστια που τον ταλαιπωρεί, κάποιος γονιός ζητάει την ευχή του για να καλοπαντρευτεί η κόρη, ένας άλλος έχει επαγγελματικές δυσκολίες και θέλει να μάθει πώς θα διώξει την κακοτυχία, σε κάποιον πέθανε η γυναίκα του και θέλει να μάθει αν τώρα είναι ευτυχισμένη και αν οι δυνάμεις του κάρμα θα της επιφυλάξουν μία καλή επόμενη ενσάρκωση, κάποιος άλλος έχασε το πορτοφόλι του και θέλει να το βρει κ.ο.κ. Όλες οι γνωστές ανθρώπινες φιλοδοξίες και ανάγκες ξεδιπλώνονται μπροστά στον βασιλιά, όλα τα όνειρα και οι κακοπάθειες της ζωής. Ο μονάρχης δε θα αρνηθεί τη βοήθειά του, γι’ αυτό το λόγο εξάλλου επέλεξε να εκδηλωθεί στον υλικό κόσμο. Θα ακούσει τον καθένα με τη σειρά, θα τον συμβουλεύσει, θα διαγνώσει περιπτώσεις κακόβουλης μαγικής επιρροής και θα συστήσει τρόπους αντιμετώπισης, θα θεραπεύσει τους αρρώστους, θα βρει τα χαμένα χρήματα, θα χρησιμοποιήσει κάποιο αριθμολογικό μαντικό σύστημα που μόνο αυτός καταλαβαίνει και θα επισημάνει τις κατάλληλες ημερομηνίες για γάμους, θεμελιώσεις οικημάτων, ταξίδια κ.α. Εντωμεταξύ, ο κόσμος θα πυκνώνει όλο και περισσότερο, συνεχώς θα έρχονται καινούργιοι να ζητήσουν τη βοήθειά του. Και όλη αυτή η εμπειρία μέσα σε μία μάλλον γλυκιά ατμόσφαιρα. Θα υπάρχει σίγουρα δέος και σεβασμός, ενώ πολλές φορές κάποιοι θα αναλυθούν σε λυγμούς καθώς θα διηγούνται τις συμφορές τους, όμως την περισσότερη ώρα κυριαρχεί το χιούμορ, το γέλιο, ο χαβαλές, ακόμα και το κουτσομπολιό. Σε κάποια στιγμή και μετά από αρκετές ώρες, ο βασιλιάς θα ανακοινώσει ότι είναι έτοιμος να αποχωρήσει. Ο κόσμος θα προσκυνήσει μία τελευταία φορά και θα παρακολουθήσει τον μονάρχη να κάθεται στητός στο σκαμνί, να κλείνει τα μάτια και να απαγγέλει με ένταση μακροσκελή βουδιστικά κείμενα στη γλώσσα Πάλι – την ιερατική γλώσσα του Βουδισμού. Όταν τελειώσει και μ’ αυτό, ο μονάρχης θα επιδοθεί σε μία ακολουθία συνεχών ρεψιμάτων (που δε θεωρούνται αγένεια στην Ταϊλάνδη), η οποία θα διαρκέσει πάρα μα πάρα πολύ, μετά θα παραμείνει ακίνητος και σιωπηλός, θα ανοίξει τα μάτια και… όλος ο κόσμος θα χαλαρώσει. Το πνεύμα έχει φύγει, μπροστά τους έχουν τη γυναίκα που ξέρουν μια ζωή. Οι βοηθοί πηγαίνουν και φροντίσουν το βωμό, σκουπίζουν, πετάνε τα μαραμένα λουλούδια, μαζεύουν τη στάχτη από τα αρωματικά ραβδάκια κ.λπ., ενώ οι παρευρισκόμενοι φτιάχνουν πηγαδάκια και συζητούν περί ανέμων και υδάτων πριν σηκωθούν και αναχωρήσουν. Κανείς δε δίνει ιδιαίτερη σημασία πια στη μεσόκοπη γυναίκα, η οποία βγάζει τα πολύχρωμα μεταξωτά που ανακάλυψε επάνω της. Κάποιος που έμεινε με απορίες από τη συζήτησή του με τον βασιλιά, την πλησιάζει και ζητάει διευκρινήσεις. «Δεν ξέρω», του λέει αυτή με αμηχανία, «δε θυμάμαι τίποτα, αυτός τα είπε όλα…». Η γυναίκα κάνει χρόνια την ίδια τελετουργία και δεν έχει εισπράξει προσωπικά ούτε ένα γραμμάριο από το δέος που εκδηλώνει ο κόσμος για το βασιλιά του, αφού όταν έρχεται αυτός, λείπει εκείνη – και αντίστροφα. Το μόνο που ξέρει είναι ότι γονατίζει μπροστά στο βωμό, επαναλαμβάνει τις επικλήσεις, έρχεται ξαφνικά ένας γίγαντας ψηλός σαν βουνό και την παίρνει στην αγκαλιά του. Κουρνιάζει εκεί σαν μωρό, μετά από λίγο ο γίγαντας φεύγει, η γυναίκα ανακαλύπτει πάλι τον εαυτό της στο χώρο του βωμού και μαθαίνει ότι εντωμεταξύ πέρασαν πολλές ώρες. Την άλλη μέρα θα συνεχίσει τη ζωή της κανονικά, μία απλή νοικοκυρά μέσα στις τόσες, μέχρι την επόμενη φορά που θα παραδώσει τα ηνία στο πνεύμα. Και καθότι δεν μπορούν να σε βλάψουν οι καταχρήσεις όταν είσαι άυλη οντότητα, κάποιες φορές το πνεύμα ανάβει αμέτρητα τσιγάρα και πούρα κατά τη διάρκεια της εκδήλωσής του ή έχει διαρκώς δίπλα του ένα μπουκάλι μεκόνγκ (το ταϊλανδικό ουίσκι από ρύζι) ή καταναλώνει όπιο. Ουσίες κι οινοπνεύματα κι αρχίσαν να ξεχύνονται μέσ’ στο μυαλό τα πνεύματα.



Μαλαισιανός σαμάνος που έχει καταληφθεί από ένα πνεύμα τίγρης (η φωτογραφία από βιβλίο της δρ. Heinze)

Σε καμία περίπτωση δεν είναι αποκλειστικότητα της Ταϊλάνδης οι σαμανιστικές αυτές πρακτικές. Κάθε χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας –Καμπότζη, Μαλαισία, Βιρμανία, Λάος, Βιετνάμ, Νότια Κίνα– έχει και τις δικές της ανάλογες παραδόσεις, πολύ πιθανό και κάθε χώρα του τρίτου κόσμου, πολύ πιθανό και κάθε αγροτική επαρχία ακόμα και στις δικές μας αναπτυγμένες χώρες. Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς το βαθμό εξάπλωσής τους, ακόμα και στην αρκετά δυτικοποιημένη Ταϊλάνδη. Οι Κον Σονγκ δεν έχουν σελίδα στο internet ούτε βάζουν αγγελία στις εφημερίδες, δουλεύουν αποκλειστικά με τη φήμη από στόμα σε στόμα. Για να τους εντοπίσεις, θα πρέπει να ψάχνεις συνέχεια μέχρι να βρεις κάποιον, που ξέρει κάποιον άλλον, ο οποίος θα σε στείλει σε κάποιον τρίτο, κι αυτός θα έχει ακούσει για ένα Καβαλημένο Άλογο στα περίχωρα της πόλης. Όλα αυτά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν και δημοσιεύτηκαν οι έρευνες της δρ. Ruth-Inge Heinze, μίας γερμανίδας ανθρωπολόγου στο Berkley (University of California), που μελέτησε επί 36 χρόνια τους Ανθρώπους των Πνευμάτων στη Νοτιοανατολική Ασία. Αν σήμερα έχουμε τουλάχιστον μία γενική εικόνα για τα Καβαλημένα Άλογα, το οφείλουμε σ' αυτήν. Μπορείτε να δείτε μία συνέντευξή της εδώ (1 από 3).



Κινέζος σαμάνος εν ώρα θεραπείας, καθισμένος σε καρφιά (η φωτογραφία από βιβλίο της δρ. Heinze)

Η δρ. Heinze, αφότου παρακολούθησε και κατέγραψε 122 τέτοιους σαμάνους, τονίζει πρώτα απ’ όλα ότι ο σαμανισμός είναι κοινωνικός θεσμός. Δεν έχουμε περιπτώσεις απομονωμένων ασκητών ή τον Φίλιπ Ντικ που βιώνει οράματα και τα εκμυστηρεύεται μόνο σε λίγους φίλους, έχουμε ανθρώπους που ικανοποιούν ανάγκες της κοινότητάς τους. Εμείς, οι δυτικοί, έχουμε άλλους θεσμούς για τις αντίστοιχες ανάγκες, πιο αποτελεσματικούς (είναι άραγε;), αλλά και πιο στεγνούς. Γι' αυτό και όταν ερχόμαστε σε επαφή με κάποια τέτοια ανιμιστική-σαμανιστική παράδοση μιας χώρας του τρίτου κόσμου, είναι πολύ εύκολο να αντιδράσουμε ή με λατρεία ή με χλεύη. Να γοητευτούμε ή να απαξιώσουμε. Δικομματισμός. Το δύσκολο είναι να κρατήσουμε μία μετρημένη στάση, με αποστασιοποίηση και σεβασμό. Είναι εύκολο να βγάλουμε ετυμηγορία, δύσκολο είναι να διατηρήσουμε τα ερωτηματικά μας χωρίς τελειωτική κρίση.



Ποιος ξέρει πόσοι παλιοί βασιλιάδες, δοξασμένοι ήρωες και φημισμένοι μοναχοί απεικονίζονται σ' αυτήν την φωτογραφία (από βιβλίο της δρ. Heinze): χορός των πνευμάτων σε πόλη της Βόρειας Ταϊλάνδης

Ακούω όμως κάποιους απ’ το βάθος να μιλάνε για «δεισιδαιμονίες», για «κατάλοιπα αιώνων σκοταδισμού» και διάφορα τέτοια. Πράγματι είναι εύκολο για μας, τους δυτικούς, να απαξιώσουμε έναν τριτοκοσμικό ανιμισμό, καθότι διαθέτουμε κάτι που δεν το έχουν οι φορείς αυτού – και δεν εννοώ την επιστημονική μας παιδεία ούτε τη μόρφωσή μας, όχι.

Εννοώ την οικονομική μας άνεση.

Διότι όλοι εμείς είμαστε πλούσιοι σε σχέση με τη συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων του τρίτου κόσμου, δεν αγωνιούμε (σχεδόν) ποτέ για την άμεση επιβίωσή μας. Αγωνιζόμαστε για το ευ ζην, όχι για το ζην. Και πόσο εύκολα ο χορτάτος κατηγορεί τον πεινασμένο για ανώριμη συμπεριφορά! Θα δεχόμουν λοιπόν μία τέτοια ισοπεδωτική απαξίωση, «δεισιδαιμονίες» και τέρμα, αρκεί αυτός που την εκφέρει να έχει περάσει πρώτα δια πυρός και σιδήρου. Να έχει δοκιμαστεί στην ένταση, τη χυδαιότητα και τις ανάγκες μιας ζωής με στόχο την απλή επιβίωση – αν το έκανε και ανεδείχθη ορθολογιστής, τότε δικαιούται δια να ομιλεί. Διότι όταν πρέπει να δουλεύεις όλη μέρα στα ρυζοχώραφα για ένα πιάτο φαγητό, όταν πέφτεις άρρωστος στο κρεβάτι και δεν ξέρεις αν θα ξανασηκωθείς, όταν κανένα Υπουργείο δε θα σε αποζημιώσει για την κατεστραμμένη σου σοδειά, τότε ισχύουν άλλοι νόμοι. Και καθότι πολλές φορές έχω δει να βγαίνουν αλήθεια τα λόγια του ποιητή, «στο βάθος τον ζηλεύουμε αυτόν που ρεζιλεύουμε», καλύτερα να μη βιαζόμαστε να απαξιώσουμε έτσι εύκολα, με μια μονοκονδυλιά.

Παιδιά, Της Αγγλίας Παιδιά!

Ψιτ, ΑΑ και Στάσσα, πού θα είσαστε στις 13 Ιουνίου;
Μήπως... στο Νότιγχαμ;





Εγχειρίδιο Χρήσης Ηλία

(Κεφάλαιο «Troubleshooting», αποσπάσματα)



(2.7)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ
: Ο Ηλίας είναι ακατάληπτος
ΑΙΤΙΑ: Κούραση
ΕΠΙΛΥΣΗ: Σε 24 ώρες επανέρχεται μόνος του στο normal mode

(2.8)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας είναι παράλογος
ΑΙΤΙΑ: Μεγάλη κούραση
ΕΠΙΛΥΣΗ: Σε 24 ώρες επανέρχεται μόνος του στο normal mode

(2.9)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας είναι εντελώς σχιζοφρενικός
ΑΙΤΙΑ: Πολύ μεγάλη κούραση
ΕΠΙΛΥΣΗ: Σε 24 ώρες επανέρχεται μόνος του στο normal mode

(3.5)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας είναι ισοπεδωτικός
ΑΙΤΙΑ: Παράνοια, αρβανίτικο αίμα, κακές συναναστροφές
ΕΠΙΛΥΣΗ: Ερμήνευσε σωστά τις εκφράσεις του: όπου «όλοι» βλέπε «κάποιοι», όπου «πάντα» βλέπε «μερικές φορές», όπου «εντελώς απίθανο» βλέπε «πολύ πιθανό» κ.ο.κ. Και μην τον παίρνεις πολύ στα σοβαρά

(3.6)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας δεν αλλάζει γνώμη με τίποτα
ΑΙΤΙΑ: Παράνοια, έμμονες ιδέες, αντρική βλακεία
ΕΠΙΛΥΣΗ: Πάρ’ το στην πλάκα και θα επανέρθει μόνος του στο normal mode

(3.7)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας τσακώνεται συνέχεια
ΑΙΤΙΑ: Αβλαβής διοχέτευση της παράνοιάς του
ΕΠΙΛΥΣΗ: Πάρ’ το στην πλάκα και θα επανέρθει μόνος του στο normal mode

(3.8)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας ψάχνει αφορμή για να μου την πει
ΑΙΤΙΑ: Κάτι θα έκανες προηγουμένως και του την έδωσε
ΕΠΙΛΥΣΗ: Σ' αγαπάει κατά βάθος, βρε κουτό

(3.9)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας πάει και λέει το αντίθετο απ’ αυτό που λένε όλοι
ΑΙΤΙΑ: Ίσως φταίνε τα φεγγάρια
ΕΠΙΛΥΣΗ: Πάρ’ το στην πλάκα και θα επανέρθει μόνος του στο normal mode

(3.10)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας γκρινιάζει συνέχεια
ΑΙΤΙΑ: Normal mode
ΕΠΙΛΥΣΗ: Τι εννοείς «Επίλυση»;

(5.1)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας με προσβάλει
Συνήθως δεν παρουσιάζεται αυτή η δυσλειτουργία

(5.2)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας με βρίζει
Συνήθως δεν παρουσιάζεται αυτή η δυσλειτουργία

(5.3)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας με δουλεύει
ΑΙΤΙΑ: Καλά σου κάνει, κάποιο λόγο θα ‘χει
ΕΠΙΛΥΣΗ: Κάνε την αυτοκριτική σου

(5.4)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας με ειρωνεύεται
ΑΙΤΙΑ: Αριστερός είσαι;
ΕΠΙΛΥΣΗ: Γίνε Δεξιός

(5.5)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας με σαρκάζει
ΑΙΤΙΑ: Σε σώζει από τον εαυτό σου
ΕΠΙΛΥΣΗ: Κάνε την αυτοκριτική σου

(5.6)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας είναι ψυχοπλακωτικά απαισιόδοξος
ΑΙΤΙΑ: Εσύ είσαι αφελέστατα αισιόδοξος
ΕΠΙΛΥΣΗ: Κάνε την αυτοκριτική σου

(5.7)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας μιλάει μόνο με πολυσύλλαβες λέξεις και άρθρα
ΑΙΤΙΑ: Είσαι ακαλλιέργητος
ΕΠΙΛΥΣΗ: Άνοιξε και κανένα βιβλίο

(5.8)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας μιλάει μόνο με στίχους από σκυλάδικα
ΑΙΤΙΑ: Είσαι ελιτιστής
ΕΠΙΛΥΣΗ: Κατέβα απ' το καλάμι σου

(6.2)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας λέει ότι όλοι οι πολιτικοί θέλουν μαστίγωμα
ΑΙΤΙΑ: Όλοι οι πολιτικοί θέλουν μαστίγωμα
ΕΠΙΛΥΣΗ: Βλέπε (3.5) ή άλλαξε λειτούργημα

(6.3)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας λέει ότι όλοι οι εργολάβοι θέλουν κρέμασμα
ΑΙΤΙΑ: Όλοι οι εργολάβοι θέλουν κρέμασμα
ΕΠΙΛΥΣΗ: Βλέπε (3.5) ή άλλαξε επάγγελμα

(6.4)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας λέει ότι όλοι οι άντρες είναι μαλάκες
ΑΙΤΙΑ: Όλοι οι άντρες είναι μαλάκες
ΕΠΙΛΥΣΗ: Βλέπε (3.5) ή άλλαξε φύλο

(6.5)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας λέει ότι όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες
ΑΙΤΙΑ: Όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες
ΕΠΙΛΥΣΗ: Βλέπε (3.5) ή άλλαξε φύλο

(7.4)
ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Ο Ηλίας δεν επανέρχεται με τίποτα στο normal mode
ΑΙΤΙΑ: Κατασκευαστικό σφάλμα, αστοχία υλικών
ΕΠΙΛΥΣΗ: Ενημέρωσε την αντιπροσωπεία και θα σου τον αντικαταστήσουν δωρεάν με το νέο, βελτιωμένο μοντέλο Elias 1.2

Κανένας κίνδυνος αν ακολουθήσεις τις οδηγίες χρήσης

Θεσμική Εκτροπή

Το μπλογκ, πιστό στην προβοκατόρική του φύση και στην αποστολή του περί εκτροπής των θεσμών, παρεμβαίνει ακόμα μία φορά στην πολιτική ζωή του τόπου:
- Κατεβάστε από εδώ το The Defenders (1953), ένα από τα πρώτα διηγήματα που έγραψε ο Φίλιπ Ντικ. Σε περίπτωση που θέλετε και να το ακούσετε δραματοποιημένο, δεν έχετε παρά να πάτε εδώ.

Η μόνη λύση είναι η εκτροπή, αυτή η νύχτα μένει που θα 'μαστε μαζί.

Σαν Παλιό Σινεμά

Δύο ακόμα ταινίες βασισμένες σε έργα του Φίλιπ Ντικ!

1) Τα γυρίσματα θα ξεκινήσουν τον ερχόμενο Σεπτέμβριο και η ταινία θα βγει στις αίθουσες το 2010: πρόκειται για το The Adjustment Bureau με πρωταγωνιστή τον Matt Damon, το οποίο θα "βασίζεται" σε κάποιο διήγημα του Φίλιπ Ντικ - κρίνοντας από τον τίτλο, αυτό θα πρέπει να είναι το Adjustment Team (1954), ένα διηγηματάκι από τις αρχές της συγγραφικής του καριέρας, το οποίο ήδη έχει κλέψει ο Alex Proyas για να κάνει το Dark City (1998).
Προς στιγμήν ξέρουμε ελάχιστα για το The Adjustment Bureau, σε διάφορα άρθρα παρουσιάζεται ως ταινία ΕΦ, ως περιπέτεια δράσης, ως ρομαντική περιπέτεια ή ως όλα αυτά μαζί. Άντε να δούμε...

2) Η μεγάλη είδηση είναι ότι μεταφέρεται στον κινηματογράφο ένα από τα πιο ωραία μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ, το Flow My Tears, The Policeman Said! Να και μία αρχική ανακοίνωση εδώ. Θα κάνουμε λίγη υπομονή μέχρι το 2011 να μας ανοίξει η όρεξη, και θα απολαύσουμε την ταινία πιο ώριμοι και πιο σοφοί.

Πρέπει επίσης να δούμε και το Screamers: The Hunting - κάποιου είδους συνέχεια του αρχικού Screamers, που βγήκε στις αίθουσες τον περασμένο Φλεβάρη. Ίσως να μην είναι και η καλύτερη ταινία όλων των εποχών, όμως έχουμε χρέος να παρακολουθήσουμε όλες τις ταινίες που βασίζονται σε έργα του Ντικ.

Υποτίθεται επίσης ότι συνεχίζονται (αιωνίως...) τα γυρίσματα για το κινηματογραφικό Ubik, καθώς και για το The Owl In Daylight (ταινία που θα βασίζεται στο τελευταίο ημιτελές μυθιστόρημα του Φίλιπ Ντικ), ενώ από μέρα σε μέρα θα γνωστοποιηθεί, υποτίθεται, και η ημερομηνία της πρεμιέρας του κινηματογραφικού Radio Free Albemuth. Από ανακοινώσεις καλά πάμε, αποτελέσματα δε βλέπουμε...

Εδώ όλες οι ταινίες που βασίζονται σε έργα του Φίλιπ Ντικ ή εμπνέονται από αυτά ή τα μεταφέρουν πιστά στη μεγάλη οθόνη ή τα κλέβουν ασύστολα ή, γενικώς, δε θα υπήρχαν αν δεν υπήρχε ο Φίλιπ Ντικ.

Η Εποχή Των Μεγάλων Ιδεωδών

Τι κάνει ο άνθρωπος όταν κουράζεται από τη ματαιότητα του βίου και οξειδώνεται μέσ’ στη νοτιά των ανθρώπων; Μα επιστρέφει για ανανέωση στα νάματα της Γαλλικής Επανάστασης, φυσικά! Η σειρά λοιπόν που τόσο αγαπήσατε συνεχίζεται με ένα ακόμα ΣΥ – ΓΚΛΟ – ΝΙ – ΣΤΙ - ΚΟ επεισόδιο, το οποίο καλύπτει μία μοναδική τριετία στην ιστορία της ανθρωπότητας, μία τριετία που δε μοιάζει με καμία άλλη, πριν ή μετά, και που δε θα ξαναεπαναληφθεί ποτέ: την Εποχή των Μεγάλων Ιδεωδών (1792 – 1795). Σε περίπτωση που κάποιος θέλει να ξαναφρεσκάρει τα προηγούμενα, ας ξεκινήσει από εδώ. Όσο για σήμερα, θα παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της εθνικιστικής ιδέας, θα ρίξουμε φως στη γνωστή διαμάχη ατομικισμός vs. συλλογικότητα, και θα ανακαλύψουμε τις ιστορικές απαρχές της νεοελληνικής οικονομικής βάσης. Όμως, ας μεταφερθούμε στη Γαλλία του 1792 ...

... όπου και θα συναντήσουμε μία χώρα σε τραγική κατάσταση από τον πληθωρισμό, την ανεργία, την απειλή των στρατευμάτων του Συνασπισμού, την αποσκίρτηση διαμερισμάτων και κυρίως την έλλειψη τροφίμων. Το καλοκαίρι του 1793, η Γαλλία έδειχνε πλέον έτοιμη να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη. Μέσα σ’ αυτό το χάος εγκαθιδρύθηκε η Δημοκρατία, αυτή η «συμμαχία Ιακωβίνων-Αβράκωτων» (Hobsbawm, Age of Revolution), όσο μπορεί να ονομαστεί συμμαχία. Ξεκινάω δεχόμενος ότι η Δεύτερη Επανάσταση έγινε και στηρίχτηκε ουσιαστικά από μία παρισινή μειοψηφία• τις σχετικές ενδείξεις θα τις αναφέρω σε επόμενη ανάρτηση.


Τις Πταίει;
Είχα προτείνει εδώ ότι το ιδιαίτερο περιεχόμενο του έθνους για τα λαϊκά στρώματα είχε να κάνει με την προσμονή τους για φτηνό ψωμί και με το νεοαποκτηθέν κύρος που τους έβγαλε από την κατάσταση του παρία. Θεωρώ πως αυτό συνέχισε να παραμένει το ίδιο και στα χρόνια της Δημοκρατίας, μόνο που τώρα, καθώς η κρίση μεγάλωνε, ο φόβος έσπρωξε ένα κομμάτι τους στα άκρα. Από την άνοιξη του 1793 και μετά, όταν τα αρτοποιεία άρχισαν να μην έχουν ψωμί και ο πληθωρισμός είχε εκμηδενίσει την αξία των assignats, το Παρίσι βρέθηκε να απειλείται με το φάσμα του λιμού. Δεν ήταν εύκολο να καθοριστεί ποιος φταίει για την έλλειψη. Οι παραγωγοί που έκρυβαν τις σοδειές; Οι έμποροι και οι μεσάζοντες που ανέβαζαν πολύ την τιμή του σιταριού; Οι αρτοποιοί που πουλούσαν ακριβά; Η αναποτελεσματική οικονομική πολιτική των προηγούμενων Συνελεύσεων; Οι πλούσιοι που κοίταζαν να κερδοσκοπήσουν από την κατάσταση; Τα πεινασμένα πλήθη που είχαν ήδη αγκαλιάσει το πατριωτικό όραμα, έλυσαν τον γόρδιο δεσμό με αποφασιστικότητα Μεγάλου Αλεξάνδρου: για όλα φταίνε οι προδότες. «Οι πεινασμένοι Παριζιάνοι, όταν είδαν το ψωμί να εξαφανίζεται από τα ράφια των αρτοποιείων, δε σκέφτονταν ότι πίσω απ’ αυτό βρίσκονται χιλιάδες γεωργοί, που ο καθένας τους φοβόταν, σε τέτοιους αβέβαιους καιρούς, να αποχωριστεί το απόθεμα της τροφής του ή λαχταρούσε να το πουλήσει στην υψηλότερη δυνατή τιμή ... Ήταν ευκολότερο για τους επαναστάτες ηγέτες να σκέφτονται ότι οι εχθροί της Επανάστασης -που σίγουρα υπήρχαν- ήταν η πραγματική αιτία για την κατάπτωση του δημόσιου ηθικού». (Palmer, Twelve Who Ruled)

Ο τρόπος σκέψης τους ήταν παρόμοιος μ’ αυτόν της φτωχής γυναίκας στην Αργκόν: εκείνη, αποκομμένη από την κεντρική άσκηση της εξουσίας, περιφρονούσε τους «σπουδαίους» του Παρισιού• οι παρισινοί επαναστάτες, αποκομμένοι από την αλυσίδα παραγωγής και μεταφοράς της τροφής, κατηγορούσαν τους «προδότες» για την επισιτιστική κρίση, και πάνω εδώ είναι χαρακτηριστική η παρατήρηση του Palmer ότι, στη φαντασία των επαναστατών, οι «προδότες» ήταν τοποθετημένοι πάντα κάπου εκεί έξω: «κακοήθεις, κρυμμένοι ιερείς, κερδοσκόποι, πράκτορες του Pitt και του Coburg, μοχθηροί κατάσκοποι, οι οποίοι κάπου, απρόσιτοι, διηύθυναν μια εκστρατεία εναντίον των υπερασπιστών της Δημοκρατίας». Ας τους αναγνωρίσουμε πάντως ένα ελαφρυντικό, γιατί την εποχή εκείνη τα ταξίδια ήταν εξαιρετικά περιορισμένα και ο πολύς κόσμος δεν είχε σαφή εικόνα ή εμπειρία παρά μόνο από τον ιδιαίτερό του τόπο• «ο υπόλοιπος κόσμος ήταν υπόθεση των κυβερνητικών υπαλλήλων και άνηκε στη σφαίρα των διαδόσεων» (Hobsbawm).


Η Βάση Της Νεοελληνικής Οικονομίας
Αλλά και για όλες τις υπόλοιπες δυσκολίες, οι Αβράκωτοι δεν επέδειξαν κάποια βαθιά πολιτική σκέψη: «όσο για τη μάζα, αυτή πέρα από το μίσος κατά της αριστοκρατίας και τις συνοπτικές διαδικασίες που σκεφτόταν να χρησιμοποιήσει εναντίον της (κυρίως τη σφαγή), δεν έδειχνε προικισμένη με μεγάλο πολιτικό αίσθημα. Απλώς περίμενε να απολαύσει τα οφέλη της Επανάστασης» (Lefebvre, Γαλλική Επανάσταση). Και καθότι τα κατώτερα αστικά στρώματα αναπτύσσουν ισχυρά ανταποδοτικό θρησκευτικό αίσθημα, κάποιοι απ’ αυτούς που οπλίστηκαν και απέκτησαν εξουσία συνέδεσαν το πατριωτικό όραμα με απαιτήσεις περιουσιακής μεταρρύθμισης και ηθικής δικαίωσης -ή, αλλιώς, απαίτησαν από την πατρίδα να τους ανταμείψει για τους αγώνες που θεωρούσαν ότι είχαν κάνει. Ο Lefebvre παρατηρεί ότι από το καλοκαίρι του 1792: «στους κόλπους των λαϊκών τάξεων η επαναστατική δράση ενδύθηκε μία κοινωνική διάσταση» και ο Bertaud περιγράφει τη νοοτροπία αυτής: «δε θα μπορούσε η Δημοκρατία, δίνοντας σε όλους μια μικρή ιδιοκτησία, να γεμίσει το χάσμα που χωρίζει τον υπερβολικό πλούτο από την ανυπόφορη ανέχεια;» (Bertaud, Καθημερινή Ζωή). Αυτό το ημι-άτυπο λαϊκό κίνημα περί μικρών ιδιοκτησιών κατέληξε αργότερα να ονομαστεί «Αβρακωτισμός». Ο Hobsbawm παρατηρεί σχετικά: «το ποτάμι της Ιστορίας δε γυρίζει πίσω», γιατί η βιομηχανική επανάσταση σύντομα θα έκανε τα πρώτα της δειλά βήματα και η γη θα έπαυε να είναι η βάση της οικονομίας. Τίποτα όμως δεν πάει χαμένο. Ο Αβρακωτισμός τελικά υλοποιήθηκε στην Ελλάδα του 20ου και 21ου αιώνα, μία χώρα που πρωτοτυπεί και λειτουργεί με τη μικρή ιδιοκτησία ως βάση της οικονομίας, αφού ο καθένας έχει το οικοπεδάκι του, το χωραφάκι του, το σπιτάκι του, το διαμερισματάκι του. «Έχω περίπτερο στα Σούρμενα δικό μου, έχω και χτήμα πατρικό στη Λιβαδειά» (Μ. Χατζιδάκις - Ν. Γκάτσος, Το Δεσποινάκι).


Εργοστάσια Παραγωγής Προδοτών
Όταν ήρθε η Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας στα πράγματα και επέβαλλε την πολυπόθητη διατίμηση, η επισιτιστική κρίση μετριάστηκε κάπως αλλά: «για τα περισσότερα είδη, η ανώτατη νόμιμη τιμή καθορίστηκε στο ένα τρίτο περισσότερο από την τοπική τιμή αυτών των ειδών το 1790» (Palmer), που ήδη ήταν δυσβάσταχτη. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η πλειοψηφία του λαού δεν ωφελήθηκε οικονομικά από την Επανάσταση, παρόλα αυτά ένα κομμάτι του αφιερώθηκε ψυχή τε και σώματι σ’ αυτήν: «[το 1793] ο όρος ‘επαναστατικός’ αναφερόταν στη σταθεροποίηση ενός τετελεσμένου γεγονότος, της Επανάστασης» (Palmer). Πιστεύω πως το συμπέρασμα από όλα αυτά είναι σαφές: οι ενταγμένοι Αβράκωτοι πάλευαν για να διατηρήσουν την εξουσία και το κύρος τους. Θεωρούσαν πως ήδη είχαν προσφέρει πολλά στην πατρίδα και αυτή θα έπρεπε να τους το ξεπληρώσει παραχωρώντας τους μικρές ιδιοκτησίες -κατά κάποιον τρόπο, ήθελαν να γίνουν η καινούργια αριστοκρατία. Και φοβόντουσαν τους απανταχού «εχθρούς».


Η Εθνική Λεπίδα, γνωστή και ως Νομισματοκοπείο

Πάνω σ’ αυτό, οι επαναστάτες ανέπτυξαν πλούσια ποικιλία κακών -οι οποίοι, στο Έτος ΙΙ, απείχαν μόνο ένα βήμα από το Επαναστατικό Δικαστήριο και την γκιλοτίνα. Ο πρώην βασιλιάς έγινε «τύραννος με σιδερένιο σκήπτρο», οι υποστηρικτές του και οι αριστοκράτες παρομοίως, οι ιερείς αντιπροσώπευαν τους «αιώνες του λάθους και της πρόληψης», για τους φεντεραλιστές και τους ξένους δεν υπήρχε πλέον ανοχή, ενώ οι Πρώσοι και Αυστριακοί στρατιώτες έγιναν «πληρωμένοι από τους βασιλιάδες της Ευρώπης ελευθεροκτόνοι». Τα καθαρά λαϊκά στρώματα είχαν ακόμα πιο διευρυμένο ρεπερτόριο• πέρα από τους «προδότες» και «συνωμότες», κατηγορίες που μπορούσαν να συμπεριλάβουν τον καθένα, μία πρόχειρη σταχυολόγηση στο βιβλίο του Bertaud δείχνει ότι ύποπτοι ήταν οι: «κομψευόμενοι», «φανατικοί», «ιδιωτεύοντες», «ασταθείς δημοκράτες», «δημαγωγοί», «υπερβολικοί», «χλιαροί», «όργανα του ancien regime». Επίσης: όσοι δεν είχαν πιστοποιητικό καλού πολίτη, μεγαλέμποροι, ανυπότακτοι/λιποτάκτες της επιστράτευσης, ακόμα και οι άγαμοι. Η «προδοσία» δε, αποτελούσε κολλητική ασθένεια: «Μετά την πτώση των Γιρονδίνων, κανείς δεν μπορούσε να παραδεχτεί ότι είχε διασυνδέσεις μ’ αυτούς. Μετά την εκτέλεση του Δαντόν, κανείς δεν μπορούσε να πει ανοιχτά ότι ήταν φίλος του» (Palmer). Πρακτικά, για τη νοοτροπία των Αβράκωτων, ύποπτος έγινε οποιοσδήποτε ήταν διαφορετικός από αυτούς.


Ατομικισμός vs. Συλλογικότητα
Η προηγούμενη πατριωτική αρετή, των αστών, δημιουργούσε χαλαρούς δεσμούς και προωθούσε την ελεύθερη ανάπτυξη των ικανοτήτων: «θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή από την εκλογή ενός τόσο σεβαστού ιεράρχη, ο οποίος οφείλει την άνοδό του μόνο στην προσωπική του αξία» (8/5/1791, προσφώνηση ενός επαρχιακού δημάρχου προς τον καινούργιο επίσκοπο που εξέλεξαν οι πιστοί της κοινότητας). Η πατρίδα των Αβράκωτων όμως δεν ανεχόταν ιδιαιτερότητες και προσωπικές παρεκκλίσεις από τη συλλογική γραμμή: «Η νοοτροπία των Αβράκωτων του Παρισιού είχε ταυτόσημες αρχές μ’ εκείνη των χωρικών που υπεράσπιζαν με πείσμα, αντιμέτωποι με τις προόδους της καπιταλιστικής γεωργίας και του αγροτικού ατομικισμού, τις αγροτικές κοινότητές τους και τα συλλογικά δικαιώματα που εξασφάλιζαν την ύπαρξή τους» (Lefebvre), και θέλω να τονίσω σ’ αυτό το απόσπασμα την αντιπαράθεση της κοινότητας και της συλλογικότητας με τον ατομικισμό. Η λαϊκή πατρίδα υπήρξε ένα σύμβολο σφιχτών δεσμών και συμμόρφωσης με τη συλλογική νοοτροπία, ακόμα και σε επίπεδο αυτοθυσίας: «Αναπτύχθηκε η ιδέα της patrie σαν μια πραγματική και ανθεκτική αδελφότητα, μια πίστη ότι άξιζε τον κόπο να θυσιάσει κανείς τα ιδιωτικά του για τα δημόσια συμφέροντα, και μια αίσθηση ενότητας της Γαλλίας» (Llobera, God of Modernity). Τελικά, η περίφημη fraternite, στην πράξη σήμαινε ομοιομορφία. Κανείς να μην είναι διαφορετικός από εμάς.


Xαριτωμένη οικογένεια Αβράκωτων απολαμβάνει τις χαρές της ήσυχης οικιακής ζωής: αγγλική προπαγάνδα της εποχής

Για άλλη μια φορά θα αναφέρω τον Weber και τη μελέτη του για τη θρησκευτικότητα των παριών. Η Τέταρτη Τάξη υπήρξε μια ομάδα που ενώ παλιότερα δεν είχε ούτε λόγο ούτε δυνατότητα κοινωνικής ανόδου, βρέθηκε ξαφνικά με κύρος και εξουσία. Το όνειρο του Παραδείσου κράτησε πολύ λίγο, η κατάσταση έγινε απειλητική και οι Αβράκωτοι την αντιμετώπισαν με την αποκλειστικά δική τους θεότητα, τη fraternite. Είναι μοναδικό αυτό το φαινόμενο στη θρησκευτική ιστορία; Καθόλου: «όσο πιο δύσκολη η θέση στην οποία βρίσκονταν τα μέλη τέτοιων ομάδων, τόσο πιο πολύ η θρησκεία τούς έκανε να προσκολλώνται ο ένας στον άλλον» (Weber, Sociology of Religion). Η λέξη «αδερφοσύνη», ή ακόμα και «αλληλεγγύη», δεν είναι κατάλληλη για να περιγράψει τον τρόπο που λειτούργησαν οι παρισινοί Αβράκωτοι στα χρόνια της Δημοκρατίας• ο σωστός όρος θα ήταν επιταγή για ομοιομορφία, μέχρι κάποιος ηγέτης να φέρει τη σωτηρία.

Η ομοιομορφία φαίνεται και στα ρούχα: οι πολύπλοκες τουαλέτες καταργήθηκαν, καθιερώθηκαν για τις γυναίκες τα απλά ρούχα με τρίχρωμες γραμμές και υποχρεωτική κονκάρδα, ενώ οι πολυτέλειες -μεταξωτά, γάζες, δαντέλες και αρώματα- τέθηκαν για όλους σχεδόν εκτός νόμου. Το πνεύμα των καιρών δημιούργησε και σακάκι καρμανιόλα. Ο Φρυγικός σκούφος, που «είναι το σήμα της απελευθέρωσης των σκλάβων», γενικεύεται σ’ αυτήν την περίοδο• έπρεπε να δηλώνεται όλο και περισσότερο ότι ο βασιλιάς ήταν τύραννος και ότι στο ancien regime ο λαός ζούσε σκλαβωμένος. Το ίδιο το περπάτημα των Αβράκωτων είχε μια «αρχοντική» περηφάνια, κάτι που δημιούργησε προβλήματα με τη στρατιωτική πειθαρχία της επιστράτευσης. Από το Δεκέμβρη του 1792 μέχρι το 1795 καταργήθηκε, στη δημόσια ζωή τουλάχιστον, και ο πληθυντικός ευγενείας. Θεωρώ πως το μήνυμα που έδιναν και που προσπάθησαν να επιβάλλουν οι Αβράκωτοι ήταν ξεκάθαρο: έχουμε κύρος. Η Τέταρτη Τάξη θέλησε να γίνει Πρώτη Τάξη και να επιβάλλει τον εαυτό της σαν τον κοινό παρονομαστή της Γαλλίας• o Bertaud σχολιάζει για τους στρατιώτες της επιστράτευσης που έγραφαν στο στρατηγό τους ή στον υπουργό κι έκλειναν την επιστολή: «ο ισότιμός σου στο δίκαιο».


Ο Απεριόριστος Ιδεαλισμός
Η εικόνα που καλλιεργούσε η εξουσία των Ιακωβίνων ήθελε το «λαό» γεμάτο ψυχικό μεγαλείο, οπότε αναγκαστικά όλα τα δεινά έπρεπε να φορτωθούν στους καταχθόνιους «συνωμότες»• όταν έπεσε η Γιρόνδη τον Ιούνιο του 1793, ο Couthon, ένας από τους 12 της Επιτροπής, έδωσε το στίγμα των γεγονότων ως εξής: «Ο λαός είναι καλός, γενναιόδωρος προς τους εντολοδόχους του και αγανακτισμένος με τους συνωμότες που θέλουν να τον σκλαβώσουν» (Palmer – αυτή η σύνοψη θα μπορούσε και να ονομαστεί: Δόγμα των Ιακωβίνων). Δεν υπάρχει όμως καμία αμφιβολία ότι τόσο οι Ιακωβίνοι ηγέτες όσο και οι μάζες που τους στήριξαν ένιωθαν ήρωες που αγωνίζονταν για μεγαλειώδεις σκοπούς, κόντρα στο σατανικό δίκτυο των προδοτών. Οι καθαρά λαϊκές μάζες του Παρισιού έδειξαν μία τελείως θρησκευτική τοποθέτηση απέναντι στα γεγονότα, κράτησαν μία στάση πέρα από κάθε λογική για τους «ήρωες» και τους «προδότες»• οι πρώτοι δεν αμφισβητούνταν και για τους δεύτερους δεν υπήρχαν περιθώρια συγχώρεσης.

Θα μπορούσε να πει κανείς για τα χρόνια της Δημοκρατίας ότι η θρησκευτικότητα των Αβράκωτων συνάντησε τον «απεριόριστο ιδεαλισμό» (Palmer) των Ιακωβίνων. Το αποκορύφωμα ήρθε όταν επιβλήθηκε η Τρομοκρατία, όπου ολόκληρο το καθεστώς της «στηριζόταν σε μια πνευματοκρατική αντίληψη των κοινωνικών σχέσεων και της πολιτικής δημοκρατίας» (Lefebvre). Η μοίρα της Επανάστασης δεν κρίθηκε από έξυπνες πολιτικές και διπλωματικές κινήσεις, αλλά από μεγάλα οράματα και ιδεώδη: «για όλους ήταν μία εποχή που δεν μπορεί να μετρηθεί με κοινά ανθρώπινα κριτήρια».

Στο Λονδίνο του 1798, ένας από τους εκπατρισμένους ιερείς, ο Abbe Barruel, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο, το Mémoires pour servir à l'histoire du Jacobinisme, που έγινε πολύ γνωστό στον καιρό του. Μέσα σ’ αυτό το εχθρικό για τους Ιακωβίνους έργο, ο Barruel εισήγαγε ένα νεωτερισμό για να περιγράψει τα γεγονότα στη Γαλλία: εθνικισμός (Kamenka, Πολιτικός Εθνικισμός).

Σφίξτε την καρδιά σας και κάντε υπομονή μέχρι την επόμενη ανεπανάληπτη συνέχεια. Ραντεβού σύντομα με ακόμα περισσότερη και ακόμα καλύτερη Γαλλική Επανάσταση! Η διακοπή της γνώσης είναι σκληρή, το ξέρω, όμως αυτά είναι που ατσαλώνουν την ψυχή και δημιουργούν ολοκληρωμένους ανθρώπους, όχι άβουλους καταναλωτές.

Και να επαγρυπνείτε: οι προδότες είναι παντού.

Η Βασιλεία Των Ουρανών...


...θα είναι ένα γήπεδο γκολφ κι εμείς μία αιώνια μεσαία τάξη. Paradise Golf Resort.

Σχέδιο 6 Σημείων

Η κατάσταση είναι σοβαρή. Η οικονομική κρίση έχει χτυπήσει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ενώ απειλεί να εξελιχθεί με όλο και μεγαλύτερη σφοδρότητα στο μέλλον. Είναι καιρός να σταματήσει η ανεύθυνη σκανδαλολογία και να λάβουν πρωτοβουλίες οι τολμηροί. Το μπλογκ, πιστό στη δέσμευσή του για πράξεις ουσίας, προσφέρει σχέδιο 6 σημείων για την κρίση, με μακροπρόθεσμο όραμα, στόχο την πράσινη ανάπτυξη και επίκεντρο τον άνθρωπο. Μπορείτε λοιπόν να κατεβάσετε:
1) Από εδώ το "Man In The High Castle"
2) Από εδώ το "Do Androids Dream Of Electric Sheep?"
3) Από εδώ το "We Can Remember It For You Wholesale"
4) Από εδώ το "We Can Build You"
5) Από εδώ το "Electric Ant"
6) Από εδώ το "Beyond The Door" και το "Beyond Lies The Wub" (το πρώτο διήγημα του Philip K. Dick)

Και θυμηθείτε: κανένας κίνδυνος αν ακολουθήσετε τις οδηγίες χρήσης!

Είν' Αρρώστια Τα Τραγούδια...

...τι να πεις, βρες αγάπες άλλες, φως μου, να χαρείς.

Αυτά είναι τα τραγουδάκια μου, όσα δηλαδή κατάφερα να ηχογραφήσω, τα υπόλοιπα τα ξέρουν μόνο οι φίλοι δια βοής και κιθάρας. Ακούστε τα, τραγουδήστε τα, στείλτε τα στη Eurovision. Η αναπαραγωγή όχι μόνο δεν απαγορεύεται αλλά επιβάλλεται - απλώς κάντε, σας παρακαλώ, μία αναφορά στο δημιουργό, για κάτι τέτοια ζούμε εμείς οι καλλιτέχνες.

1) Οι Γότθοι είναι το δικό μου Άξιον Εστί. Ένα από τα καλύτερα τραγούδια μου. Πρόκειται για το sequel του Κοινωνικού Συμβολαίου, ένα Κοινωνικό Συμβόλαιο Reloaded, ας πούμε, από εκεί που σταμάτησε ο Ρουσσώ μέχρι εκεί που τελειώνει ο δυτικός πολιτισμός. Συνιστάται για επανιδρυτές κράτους, καταπατητές οικοπέδων της Ανατολικής Αττικής και συμβούλους επικρατείας. Γράφτηκε την Άνοιξη του 2003 και ηχογραφήθηκε ένα απόγευμα του 2006 χωρίς πρόβες, χωρίς προετοιμασία, χωρίς τίποτα. Παίζει τα μισά όργανα και σώζει την παρτίδα με τις ιδέες του ο Μάριος. Οι στίχοι εδώ. Αν θέλετε να κατεβάσετε στον Η/Υ σας το τραγούδι σε mp3, από εδώ.

2) Έγραψα τη σκαριμπικοκαβαφική CIA το 2002, αφότου διάβασα το καταπληκτικό βιβλίο των Μαρκέτι & Μαρκς. Τη σκάρωσα ζαλισμένος ακόμα από τους ατμούς του βιβλίου. Ο αρχικός της τίτλος ήταν: Σαν Βγεις Στον Πηγαιμό Για Την Ιθάκη, Φρόντισε Να Μην Πέσεις Στην Τουριστική Σαιζόν. Την ηχογράφησα το 2006, το επόμενο απόγευμα που ηχογραφήθηκαν οι Γότθοι, επίσης χωρίς πρόβες και προετοιμασία. Ενδείκνυται για διοργανωτές Ολυμπιακών Αγώνων, υποκλοπείς λογισμικού Vodafone και εμπνευστές του σλόγκαν Live Your Myth In Greece. Παίζει τα μισά όργανα και καθίσταται ανεκτίμητος ο Μάριος. Οι στίχοι εδώ. Αν θέλετε να κατεβάσετε στον Η/Υ σας το τραγούδι σε mp3, από εδώ.

3) Η Βιολογιστική γράφτηκε μόνη της μέσα σε είκοσι λεπτά το 2003. Η ίδια ήταν που θέλησε να γίνει ζεϊμπέκικο, εγώ προσπάθησα να την αποτρέψω αλλά δεν τα κατάφερα. Έχει πολύ Προυστ μέσα της, Αναζητώντας Τον Χαμένο Χρόνο και δε συμμαζεύεται, με σαφείς κοινωνικοφιλοσοφικές προεκτάσεις. Η ηχογράφησή της έγινε το καλοκαίρι του 2006 σ' ένα στούντιο στον Πειραιά και έμεινε ημιτελής: σταματήσαμε να ηχογραφούμε όταν πια κοντεύαμε να πεθάνουμε από τη ζέστη. Απαραίτητη για μέλη της Βουλής των Εφήβων, εγγυητές της ενότητας του ΠΑΣΟΚ και ντοπαρισμένους πρώην Ολυμπιονίκες. Κεντάει στο πιάνο και διαπρέπει φωνητικά η Σοφούλα. Οι στίχοι εδώ. Αν θέλετε να κατεβάσετε το τραγούδι στον Η/Υ σας σε mp3, από εδώ.

Αν ξαναβρώ στο μέλλον κέφι, στούντιο και ηχολήπτη γάτο, θα ηχογραφήσω κανένα τραγουδάκι ακόμα.

(κλικ στο POSTS και διαλέγετε τραγούδι)


Subscribe Free
Add to my Page

(Τα 'χω κάνει σωστά; Δουλεύει αυτό το μαραφέτι;)