Ο Παραλογισμός Του Ορθολογισμού ΙΙΙ

Στις δύο προηγούμενες αναρτήσεις (εδώ κι εδώ) έκανα μια μικρή εισαγωγή και παρουσίασα τη θεώρηση του ορθολογισμού με την οποία θα ασχοληθώ – συγκεκριμένα, ένα πρίσμα, μια νοοτροπία που διατρέχει τη ραχοκοκαλιά της εποχής μας ως προς τον «σωστό» τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων. Περιέγραψα αυτό το πλαίσιο ως (Α) Γραμμικότητα (πρώτα προσδιορίζουμε το πρόβλημα και μετά το λύνουμε, πρώτα κατασκευάζουμε ένα αφηρημένο μοντέλο και κατόπιν το χρησιμοποιούμε ως οδηγό για τις συγκεκριμένες λύσεις), (Β) Γνωστική διάσταση (όλη η εργασία γίνεται βάση σχεδίου, κάθε πράξη έχει έναν ρόλο μέσα σε μια γενικότερη στρατηγική), (Γ) Καλός προσδιορισμός (όλα τα στοιχεία και οι παράμετροι του προβλήματος θα πρέπει να προσδιοριστούν τόσο καλά, ώστε να μπορούν να επεξεργαστούν από τυπικούς κανόνες), (Δ) Αποτελεσματικότητα (επιλογή, βάσει κανόνων, της βέλτιστης λύσης από ένα σύνολο). Θα επιχειρήσω, σ' αυτήν και στις επόμενες αναρτήσεις, να κατεδαφίσω αυτό το πλαίσιο:


Τα Πραγματικά Προβλήματα
Όλη η ζωή μας είναι επίλυση προβλημάτων – σε διάφορα επίπεδα, είτε μεγάλα και κοσμογονικά, είτε μικρά και καθημερινά. Στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο εκπαιδευτήκαμε επαρκώς ώστε να λύνουμε μια ισχνή κατηγορία τεχνητών προβλημάτων – να βρίσκουμε τις ρίζες μιας 2βάθμιας εξίσωσης, να επιλέγουμε τη βέλτιστη λύση από ένα σύνολο με τη μέθοδο Simplex κ.λπ. – τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τα πραγματικά προβλήματα της πραγματικής ζωής. Ως προς αυτά, δεν μας προετοίμασε καθόλου ούτε το σχολείο ούτε (τους περισσότερους από μας) το πανεπιστήμιο... Από το Wicked Problems & Social Complexity του Jeff Conklin:

Το τμήμα μάρκετινγκ μιας αυτοκινητοβιομηχανίας ζητά ένα νέο μοντέλο με έμφαση στην πλευρική ασφάλεια, ώστε να ανταγωνιστεί το αντίστοιχο μοντέλο της Volvo. Οι ντιζάινερς σκέφτονται αρχικά να προσθέσουν εσωτερικά στηρίγματα σε κάθε πόρτα. Διαπιστώνουν όμως ότι έτσι διπλασιάζεται το κόστος κι αυξάνεται το βάρος της πόρτας, ενώ θα επηραστεί η κατανάλωση καυσίμου, τα αμορτισέρ και το σύστημα των φρένων. Η τελική τιμή θα αυξηθεί αισθητά – είναι αυτό επιθυμητό; Στην πορεία προκύπτει το ερώτημα, τι πραγματικά ζητάνε οι αγοραστές: ένα αυτοκίνητο που να είναι ασφαλέστερο ή ένα αυτοκίνητο που να δείχνει ασφαλέστερο; Η ομάδα των ντιζάινερ εξετάζει και το ενδεχόμενο να φουσκώσει απλώς τις πόρτες με υλικό ή να προσθέσει πλευρικούς αερόσακους. Το θέμα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο όταν συνειδητοποιούν σε κάποια στιγμή ότι καθότι έχει κατατεθεί αγωγή εναντίον της εταιρείας για τραυματισμό από πλευρικό ατύχημα, ίσως ο σχεδιασμός του νέου μοντέλου να εκληφθεί ως έμμεση ομολογία πως τα παλαιότερα μοντέλα δεν ήταν ασφαλή.

Το πρόβλημα αυτό της πλευρικής ασφάλειας γρήγορα γίνεται πολύπλοκο, με τεχνικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στο βάρος της πόρτας και στα αμορτισέρ, στο σύστημα των φρένων, στην κατανάλωση καυσίμου. Όμως γρήγορα ξεφεύγει κι από το καθαρά τεχνικό κομμάτι, άπτεται θεμάτων όπως, «τι πραγματικά ζητάνε οι αγοραστές από ένα αυτοκίνητο», «ποια πρέπει να είναι η τελική τιμή», θεμάτων μάνατζμεντ, δημοσίων σχέσεων, μάρκετινγκ και νομικών θεμάτων, που όλα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Δεν έχει κάποιες διακριτές λύσεις από τις οποίες πρέπει να επιλεχθεί η βέλτιστη• όλοι οι εμπλεκόμενοι στο πρόβλημα λογαριάζουν συνεχώς τι κερδίζουν και τι χάνουν σε θέματα ασφάλειας, απόδοσης, εμφάνισης, κόστους κ.λπ. Στο τεχνικό κομμάτι και μόνο, οι ντιζάινερς έχουν έναν απεριόριστο χώρο επιλογών που έχει να κάνει με εσωτερικά στηρίγματα, υλικά, μαξιλαράκια, αερόσακους, σχεδιασμό των παραθύρων, του τρόπου που θα κλείνει η πόρτα κ.λπ., και πρέπει να βρουν μια εμπνευσμένη διευθέτηση για όλα τα παραπάνω.

Αλλά και πότε το αυτοκίνητο γίνεται «ασφαλές»; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση εδώ ούτε κάποιος αντικειμενικός κανόνας που να υποδεικνύει ότι το ζήτημα έχει λυθεί. Σε κάποια στιγμή ο σχεδιασμός του καινούργιου μοντέλου πρέπει να σταματήσει, κι αυτό συνήθως θα γίνει όχι επειδή σχεδιάστηκε το «ασφαλές» αυτοκίνητο, αλλά επειδή τελειώνουν οι προθεσμίες, τα χρήματα, η υπομονή των μελών του ΔΣ. Και τίποτα δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι η τελική λύση θα είναι «τέλεια» ή έστω «ικανοποιητική»: ίσως όταν βγει το καινούργιο μοντέλο στην αγορά, να αποδειχθεί αποτυχία για κάποιον λόγο που οι εμπλεκόμενοι ούτε καν σκέφτηκαν, π.χ. επειδή οι πελάτες θα διαμαρτύρονται πως οι πόρτες ανοίγουν και κλείνουν κοπιαστικά στο επικλινές έδαφος. Κάπως έτσι όμως είναι όλα τα πραγματικά προβλήματα που μας απασχολούν στην πραγματική ζωή.

Θέλω να ξεκινήσω τη συζήτηση παρουσιάζοντας ένα ονομαστό άρθρο από τον χώρο του αστικού σχεδιασμού (= planning, στην Ελλάδα παλιά πρέπει να υπαγόταν στους πολιτικούς μηχανικούς), που προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί μεγάλο προβληματισμό και συζήτηση, πολύ πέρα από τα θέματα του αστικού σχεδιασμού: Dilemmas in a General Theory of Planning, 1973, από τους καθηγητές H. Rittel & M. Webber του Berkeley. Πραγματεύεται ακριβώς τα πραγματικά προβλήματα της πραγματικής ζωής, με αφορμή την τότε διαδεδομένη απαξίωση των επαγγελματιών στις ΗΠΑ. Σήμερα υπάρχει μια αντίστοιχη απαξίωση των οικονομολόγων, μετά από τις δυο κρισάρες σε Ευρώπη και ΗΠΑ, όπου στη συνείδηση αρκετού κόσμου έχουν καταντήσει συνώνυμοι των «τσαρλατάνων» (ή, ακόμα χειρότερα, των «τσαρλατάνων με ατζέντα»)• το 1973 που δημοσιεύτηκε το άρθρο υπήρξε μια αντίστοιχη απαξίωση των σχεδιαστών και άλλων επαγγελματιών, που δούλευαν επί δεκαετίες με διάφορες «επιστημονικές» μεθόδους επίλυσης προβλημάτων βασισμένες στο Ορθολογικό Μοντέλο (βλ. προηγούμενη ανάρτηση). Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο. Είναι καλογραμμένο, ελάχιστα τεχνικό, και έχει γραφτεί για να διαβαστεί (σε αντίθεση με άλλα papers που γράφονται για να γράφονται), θα συζητήσω όμως πολλές από τις επισημάνσεις του σ’ αυτήν και στην επόμενη ανάρτηση. Πώς διαφέρουν λοιπόν τα πραγματικά προβλήματα της ζωής από τα τεχνητά προβλήματα που αντιμετωπίσαμε στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο;


(1) Τα πραγματικά προβλήματα δεν ορίζονται – εννοώντας ότι δεν κατανοούμε πρώτα και λύνουμε κατόπιν. Διότι τα περισσότερα στοιχεία του προβλήματος (οι περιορισμοί, τα υποπροβλήματα, οι αλληλοσυσχετίσεις ανάμεσά τους, οι ανάγκες που πρέπει να εκπληρώνει η λύση κ.λπ.) αναδεικνύονται στην πορεία, μέσα από την εργασία της επίλυσης. Αυτό που συμβαίνει στην πράξη είναι ότι ο προσδιορισμός τσυ προβλήματος προοδεύει μαζί με τη λύση του, οπότε το πρόβλημα διαρκώς αναμορφώνεται και ανασχηματίζεται, όπως το ΠΑΣΟΚ, σε μια διαδικασία χωρίς τέλος. Κατά κάποιον τρόπο, άμα φτάσεις να μπορείς να το προσδιορίσεις, τότε ουσιαστικά το έλυσες, δεν υπάρχει μετά κάτι άλλο!

Ένα τεχνητό πρόβλημα, όπως μια μαθηματική άσκηση ή μια σκακιστική σπουδή, πρώτα ορίζεται και κατόπιν λύνεται• μπορεί κανείς να σημειώσει τις θέσεις των κομματιών στη σκακιέρα με τη σκακιστική γραφή, τη συνθήκη του προβλήματος («ματ σε 2 κινήσεις»), ακόμα και να τα τυποποιήσει αυτά για τα περάσει σε ένα σκακιστικό πρόγραμμα: στα τεχνητά προβλήματα, πρώτα κατανοούμε και κατόπιν λύνουμε. Τα πραγματικά προβλήματα όμως είναι κινούμενη άμμος: χαώδη και υπερπολύπλοκα μπλεξίματα, με πολλές διαστάσεις και αλληλοσυσχετίσεις, συχνά δυναμικά και μεταβαλλόμενα, με διαφορετικούς εμπλεκόμενους να έχουν και διαφορετική αντίληψη για τη φύση του προβλήματος, ώστε τελικά δεν έχει κανείς από πού να πιαστεί. Ακόμα περισσότερο, συνήθως είναι εμφυτευμένα εξαρχής εντός ευρύτερων συμφραζομένων (κοινωνικών, οικονομικών, περιβαλλοντικών κ.λπ.), οπότε δεν υπάρχει ένα σαφές όριο για το πού τελειώνει το τεχνικό τους κομμάτι και πού αρχίζει το μη-τεχνικό. Στα πραγματικά προβλήματα, κατανόηση και λύση του προβλήματος είναι ταυτόσημα: ο προσδιορισμός τους είναι το πρόβλημα! Ένα παράδειγμα από την έρευνα του Raymond Guindon (Designing the design process, 1990):

Μια ομάδα έμπειρων σχεδιαστών (expert designers) είχε να σχεδιάσει ένα ηλεκτρονικό σύστημα ελέγχου (control system) για τα ασανσέρ ενος επαγγελματικού κτιρίου. Στους ντιζάινερς δόθηκε η περιγραφή μιας σελίδας με τις συνθήκες του προβλήματος και τους ζητήθηκε να σκέφτονται φωναχτά καθώς δουλεύουν.

Η ανάλυση των αποτελεσμάτων της έρευνας έδειξε ότι οι ντιζάινερς δεν προσδιόριζαν πρώτα το πρόβλημα και κατόπιν συνέθεταν λύσεις – δεν δούλευαν κατ’ αυτόν τον τρόπο! Ξεκινούσαν από τις προδιαγραφές του προβλήματος όπως τους δόθηκαν στο χαρτί, κατόπιν όμως και χωρίς κάποιο ενδιάμεσο βήμα άρχισαν κατευθείαν να σχηματοποιούν συγκεκριμένες, τελικές λύσεις – πώς θα είναι ο controller του συστήματος, τι μονάδες επεξεργασίας θα χρησιμοποιήσουν, πώς θα συνδεθούν αυτές, τι θα γίνει αν κάποια μονάδα παρουσιάσει βλάβη κ.λπ. Κατόπιν, δοκιμάζοντάς αυτές τις τελικές λύσεις είτε στο χαρτί είτε στο μυαλό τους, έβλεπαν καινούργια στοιχεία που δεν τους ήταν ορατά προηγουμένως, οπότε ξαναγυρνούσαν στην αρχή και αναπροσδιόριζαν το πρόβλημα εκ νέου, π.χ. μια από τις προδιογραφές του προβλήματος ήταν «υψηλή αξιοπιστία», κάτι το οποίο γρήγορα μεταφράστηκε από τους ντιζάινερς στη χρήση ενός δικτύου από processors, μια πολύ συγκεκριμένη λύση, σχεδόν τελική, η οποία κατόπιν χρησιμοποιήθηκε ως οδηγός για την υπόλοιπη εργασία και τον αναπροσδιορισμό του προβλήματος εκ νέου.

Με άλλα λόγια, οι ντιζάινερς δούλευαν όπου έβλεπαν ότι μπορούσαν να κάνουν κάτι, σε ό,τι τραβούσε την προσοχή τους, με κριτήριο πάντα την κατανόησή τους για το πρόβλημα («οπορτουνιστικά» το χαρακτηρίζει ο Guindon). Όμως η κατανόηση ενός (πραγματικού) προβλήματος, η ανακάλυψη των μυριάδων στοιχείων του, μπορεί να προέρθει μόνο δοκιμάζοντας συγκεκριμένες λύσεις: «Για να δούμε, τα άδεια ασανσέρ θα πρέπει να επιστρέφουν στον 1ο όροφο, όμως χρειάζεται μόνο ένα ασανσέρ στον 1ο όροφο, οπότε τα άλλα θα πρέπει να κατανεμηθούν ομοιόμορφα ανάμεσα στους ορόφους. Όμως τα ασανσέρ πρέπει επίσης και να σκουπίζονται τακτικά. Θα μπορούσα να προσθέσω έναν διακόπτη να φέρνει τα άδεια ασανσέρ στον 1ο όροφο. Αλλά τότε όμως τι γίνεται σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης;».

Είμαστε τυχεροί που έχουμε το ντιζάιν, γιατί τις τελευταίες δεκαετίες έγιναν δεκάδες εμπειρικές έρευνες για να προσδιοριστεί ο τρόπος εργασίας των επαγγελματιών του (σε αντίθεση με ένα τεράστιο μέρος της υπόλοιπης ακαδημαϊκής επιστήμης, όπου συνήθως γίνεται μία μόνο έρευνα ή πείραμα, και πάνω σ’ αυτό διατυπώνονται τα συμπεράσματα). Το φαινόμενο αυτό του συνεχούς αναπροσδιορισμού του προβλήματος με βάση την ενόραση που προσφέρει η δοκιμή συγκεκριμένων λύσεων εμφανίζεται σε όλες τις έρευνες (εγώ πάντως δεν έχω βρει ούτε μία που να δείχνει το αντίθετο). Ενδεικτικά μερικές ακόμη: οι Cross & Dorst (Creativity in the design process: co-evolution of problem–solution, 1998) εξέτασαν τον τρόπο εργασίας 9 έμπειρων βιομηχανικών σχεδιαστών και βρήκαν αυτό το φαινόμενο, ότι οι ντιζάινερς αναπροσδιόριζαν το πρόβλημα συνεχώς με βάση τη λύση υπό δοκιμή: «Οι ντιζάινερς αρχίζουν εξερευνώντας τον χώρο του προβλήματος και βρίσκουν, ανακαλύπτουν ή αναγνωρίζουν μια μερική δομή. Αυτήν κατόπιν τη χρησιμοποιούν για να σχηματίσουν μια μερική δομή του χώρου των λύσεων. Κατόπιν επεξεργάζονται αυτήν τη δεύτερη μερική δομή, την αναπτύσσουν, εξερευνούν τις συνέπειές της, και τη χρησιμοποιούν για να παραγάγουν καινούργιες ιδέες ως προς τη συνολική σύλληψη του θέματός τους. Κατόπιν, μεταφέρουν την αναπτυγμένη μερική δομή από τον χώρο των λύσεων στον χώρο του προβλήματος, και επεκτείνουν την αρχική δομή. Ο απώτερος σκοπός τους είναι να αναπτύξουν ένα κατάλληλο δίδυμο προβλήματος-λύσης» (έμφαση δική μου).

Οι Goel & Pirolli (The structure of design problem spaces, 1992), που εξέτασαν την εργασία μηχανικών, αρχιτεκτόνων και βιομηχανικών σχεδιαστών, βρήκαν ότι κατά τη διάρκειά της, οι ντιζάινερς αναμορφώνουν τακτικά την αντίληψή τους για τη φύση του προβλήματος, το αναπροσδιορίζουν εκ νέου.

Οι Akin & Akin (Frames of reference in architectural design, 1996) λένε για το αρχιτεκτονικό ντιζάιν: “One of the unique aspects of design behavior is the constant generation of new task goals and redefinition of task constraints”

Οι Ullman, Dietterich & Stauffer (A model of the mechanical design process based on empirical data, 1988) τονίζουν κι αυτοί, εξετάζοντας εμπειρικές μελέτες για την εργασία μηχανικών, ότι λίγοι μόνο από τους περιορισμούς του προβλήματος είναι δεδομένοι εξαρχής• οι υπόλοιποι είτε εισάγονται από τη γνώση του ντιζάινερ για το αντικείμενο εργασίας του είτε ανακαλύπτονται κατά τη διαδικασία της επίλυσης του προβλήματος, δια της εξερεύνησης συγκεκριμένων λύσεων.

Οι ντιζάινερς λοιπόν δοκιμάζουν από την αρχή της εργασίας τους συγκεκριμένες λύσεις, όχι μήπως και πετύχουν τη σωστή κατά τύχη, αλλά για να καταλάβουν καλύτερα το πρόβλημα, για να εξερευνήσουν τα στοιχεία και τις προδιαγραφές του. Όπως παρατηρούν οι Kolodner & Wills (Powers of observation in creative design, 1996) μετά από μελέτες του τρόπου εργασίας τελειόφητων βιομηχανικών σχεδιαστών: «Συχνά οι προτεινόμενες λύσεις θυμίζουν στους σχεδιαστές και άλλα ζητήματα που πρέπει να λάβουν υπόψη. Το πρόβλημα και η λύση συν-εξελίσσονται» (έμφαση δική μου).

Το εντυπωσιακό εδώ είναι ότι σε ένα αρκετά συναφές συμπέρασμα, από διαφορετική όμως αφετηρία, έφτασαν και οι ερευνητές της Τεχνητής Νοημοσύνης τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Το μεγάλο πρόβλημα τότε ήταν ότι τα ρομπότ δεν μπορούσαν να βγουν από τους τεχνητούς μικρόκοσμους των εργαστηρίων (τα είχα συζητήσει αναλυτικότερα εδώ, για όποιον ενδιαφέρεται). Πάνω εκεί, οι Minsky κ.λπ. διαπίστωσαν απρόσμενα ότι τα ρομπότ θα πρέπει να λειτουργούν διαφορετικά από ό,τι είχαν φανταστεί αρχικά (προκειμένου πάντα να επιτελέσουν πραγματικούς στόχους σε πραγματικό περιβάλλον): θα πρέπει συνεχώς να αλλάζουν συμφραζόμενα (contexts), συνεχώς να βλέπουν τον επιδιωκόμενο στόχο μέσα στο περιβάλλον υπό διαφορετικό πρίσμα.

Αν κάτι σημαίνει αυτό για μας, τους ανθρώπους, είναι ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος της συνηθισμένης μας λειτουργίας και ευφυΐας – πολύ μεγαλύτερο από ό,τι είχαμε φανταστεί παλιότερα – δεν έχει τόσο να κάνει με εφαρμογή κανόνων επάνω σε σύμβολα ή με λογικές πράξεις ή με βελτιστοποίηση μιας ποσότητας κ.λπ., αλλά με συνεχή αλλαγή συμφραζομένων, συνεχώς να θέτουμε το ζήτημα σε νέο πλαίσιο, συνεχώς να παίρνουμε το ζήτημά μας και να το κάνουμε στοιχείο ενός άλλου ζητήματος κ.ο.κ. Τα προβλήματα που συνήθως αντιμετωπίζουμε στη ζωή μας δεν έχουν καλούς ορισμούς, όπως τα μαθηματικά προβλήματα: δεν περιγράφονται εύκολα, δεν τυποποιούνται εύκολα, ενώ είναι δυναμικά κι αλλάζουν συνεχώς σε πραγματικό χρόνο• δεν είναι παγωμένες φωτογραφίες αλλά ρευστά βίντεο. Σκεφτείτε ακόμα και απλές, καθημερινές καταστάσεις – π.χ. το παράδειγμα που ανάφερα εδώ: βγαίνω από το σπίτι μου το πρωί να πάω στη δουλειά, τραβάω την εξώπορτα και... ανακαλύπτω ότι κλείδωσα μέσα τα κλειδιά. Τι κάνω τώρα; Εδώ μπορώ να πω αμέσως ότι υπάρχει πρόβλημα, όμως δεν είναι εύκολα προσδιορίσιμο ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα και ποιος ο συγκεκριμένος στόχος του. Να δοκιμάσω να ξαναμπώ στο σπίτι π.χ. ανοίγοντας την πόρτα με την ταυτότητα; Όχι αναγκαστικά, μπορώ να χτυπήσω στη σπιτονοικοκυρά, που κρατά ένα κλειδί ρεζέρβα. Ούτε κι αυτό όμως είναι αναγκαστικό, ίσως βιάζομαι να πάω στη δουλειά, δεν έχω χρόνο, οπότε μπορώ να συνεννοηθώ αργότερα με τη φίλη μου, που έχει δικό της κλειδί. Η επίλυση του προβλήματος είναι μια διαδικασία συνεχούς και δημιουργικής αλλαγής συμφραζομένων, όπου αναδεικνύονται στην επίγνωσή μου καινούργια στοιχεία από το ευρύτερο περιβάλλον (η τεχνική του να ανοίγεις μια πόρτα με ταυτότητα, η σπιτονοικοκυρά με το κλειδί ρεζέρβα, η φίλη μου με το δικό της κλειδί κ.λπ.), ανάλογα με την κατεύθυνση στην οποία εξετάζω την πιθανή λύση.

Ούτε και τα στοιχεία του προβλήματος είναι καλά προσδιορισμένα. Δεν είναι άμεσα προφανές ποια είναι σχετικά και ποια όχι, ενώ προκύπτουν συνεχώς καινούργια στοιχεία κατά τη διαδικασία της επίλυσης, οπότε το πρόβλημα συνεχώς αναπροσδιορίζεται: δοκιμάζω το πίσω παράθυρο μήπως κι ανοίξει... αν βρω ένα σύρμα, θα μπορούσα ίσως να τραβήξω τον σύρτη από τα παντζούρια... βιάζομαι όμως κιόλας, μπορώ να βρω ένα σύρμα στα γρήγορα;... ακούω κι έναν θόρυβο, κάποιος έρχεται... με ξέρουν στη γειτονιά και θα καταλάβουν... όμως δε μ’ αρέσει να βλέπουν τέτοιες εικόνες... κι αν είναι κάποιος που δε με ξέρει και με περάσει για κλέφτη;... να θυμηθώ, παρεμπιπτόντως, να βάλω ένα λουκέτο στο πίσω παράθυρο, ανοίγει εύκολα, θα μπει κάνας πραγματικός κλέφτης κ.ο.κ. Ο λόγος που μπορούμε να λειτουργούμε στην καθημερινή μας ζωή και να αντιμετωπίζουμε πραγματικά προβλήματα σε πραγματικό περιβάλλον δεν είναι τόσο επειδή (1) πρώτα προσδιορίζουμε και (2) κατόπιν λύνουμε με κάποια αποτελεσματική μέθοδο. Πολύ περισσότερο, είναι επειδή έχουμε την ικανότητα για συνεχή και δημιουργική αλλαγή συμφραζομένων: συνεχώς να τοποθετούμε την προβληματική κατάσταση σε διαφορετικό πλαίσιο, οπότε να αναδεικνύονται καινούργια στοιχεία της.

Το ρεζουμέ: στα πραγματικά προβλήματα της πραγματικής ζωής, το να βρεις ποια είναι η λύση αποτελεί το 50% της εργασίας σου• το άλλο 50% είναι να βρεις ποιο είναι το πρόβλημα. Και δεν μπορείς να έχεις το ένα χωρίς το άλλο, γιατί είναι η ίδια η διαδικασία της επίλυσης που αναδεικνύει πλευρές και στοιχεία του προβλήματος αόρατα αρχικά. Ο λύτης αναπροσδιορίζει συνεχώς την κάθε προηγούμενη σύλληψή του, αλλάζει πρίσμα τακτικά, και τότε μόνο μαθαίνει ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα, όταν... το λύσει! Για την ακρίβεια, ο λύτης δε λύνει, ψάχνει για ένα κατάλληλο ζευγάρι προβλήματος-λύσης, αυτό κάνει.

Για λόγους πληρότητας θα αναφέρω με λίγα λόγια τα επόμενα σημεία από τη συζήτηση πάνω στο κλασικό άρθρο των Rittel & Webber, τα οποία θα συζητήσω αναλυτικότερα στις ερχόμενες αναρτήσεις:

(2) Στα πραγματικά προβλήματα δεν δουλεύουμε γραμμικά. Τα δύο ιερά & όσια των ορθολογικών/επιστημονικών τεχνικών και μεθόδων (Α. πρώτα προσδιορίζουμε και μετά λύνουμε, Β. χρησιμοποιούμε πρώτα το αφηρημένο για να τιθασσεύσουμε κατόπιν το συγκεκριμένο) είναι συνταγή καταστροφής στα πραγματικά προβλήματα. Αν τηρηθούν πιστά θα οδηγήσουν σε υποβέλτιστες, στην καλύτερη περίπτωση, ή σε ολέθριες λύσεις, στη χειρότερη. Συζήτησα λίγο το (α) στην παρούσα ανάρτηση, στην επόμενη θα το ξανασυζητήσω μαζί με το (β), καθώς με και τις συνέπειές τους.

(3) Τα πραγματικά προβλήματα δεν λύνονται. Δεν υπάρχει Η Λύση, με λάμδα κεφαλαίο, κάπου εκεί έξω, που περιμένει να ανακαλυφθεί. Δεν υπάρχει καν κάποιος κανόνας που να υποδεικνύει πόσο κοντά ή μακριά είμαστε από τη λύση. Οι λύσεις στα πραγματικά προβλήματα σπάνια είναι «σωστές» ή «λάθος», συνήθως είναι «καλύτερες» ή «χειρότερες» ή έστω «ικανοποιητικές» – στην πραγματικότητα, το ιδιο το ρήμα «λύνω» είναι καταχρηστικό όταν μιλάμε για πραγματικά προβλήματα, καλύτερα να λέμε «αντιμετωπίζω», με αυτήν την έννοια θα το χρησιμοποιώ από εδώ κι εμπρός.

(4) Τα πραγματικά προβλήματα έχουν οικολογία. Συνήθως είναι εμφυτευμένα εξαρχής σε ευρύτερα συμφραζόμενα (κοινωνικά, οικονομικά κ.λπ.) και δεν υπάρχει όριο για το πού τελειώνει το καλά προσδιορισμένο, τεχνικό κομμάτι τους και πού αρχίζει το μη-τεχνικό. Άμα πας να ξεχωρίσεις αυτά τα δύο, είναι σαν να ξεχωρίζεις ένα χειροκρότημα σε αριστερό και δεξί χέρι.

(5) Τα πραγματικά προβλήματα είναι μοναδικά, ένα στο είδος τους. Καμία συνταγή, μέθοδος ή θεωρία δεν μπορεί να μεταφερθεί από κάποιο άλλο πρόβλημα, όσο παρόμοιο κι αν (δείχνει ότι) είναι. Από την άλλη, η γνώση που μπορεί να μεταφερθεί από το ένα πρόβλημα στο άλλο δεν έχει το στάτους της «θεωρίας» ή της «μεθόδου» (οικουμενικής, νομολογικής, agent-independent, context-independent κ.λπ.). Το κάθε πρόβλημα έχει και την εντελώς δική του θεωρία.

(6) Στα πραγματικά προβλήματα, διαφορετικοί εμπλεκόμενοι βλέπουν και διαφορετικά το ίδιο πρόβλημα. Στα τεχνητά προβλήματα, αν δύο λύτες διαφωνούν, συνήθως αυτό σημαίνει ότι ο ένας είναι σωστός κι ο άλλος λάθος. Στα πραγματικά προβλήματα, είναι σίγουρο ότι θα προκύψει διαφωνία μεταξύ των λυτών για το ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα, ποια τα στοιχεία του, αν το πρόβλημα λύθηκε ή όχι κ.λπ. Μέρος του προβλήματος είναι και η ασυμβατότητα των κρίσεων για το πρόβλημα.

(7) Τα πραγματικά προβλήματα δεν λύνονται από ξενέρωτους. Δεν λύνονται από τουρίστες, από λύτες περιορισμένης απασχόλησης ή από θεωρητικούς στα κλιματιζόμενά τους γραφεία: θα πρέπει να είσαι μέσα στο πρόβλημα για να το λύσεις.

(8) Στα πραγματικά προβλήματα, ο παλιός είν’ αλλιώς. Η εμπειρία μετράει, όχι μόνο διότι ο έμπειρος λύτης διαθέτει ένα μεγαλύτερο ρεπερτόριο βιωμένων λύσεων, αλλά διότι ο έμπειρος είναι διαφορετικό ον από τον αρχάριο. Λειτουργεί διαφορετικά, σκέφτεται διαφορετικά, βλέπει άλλα πράγματα κοιτώντας τα ίδια στοιχεία.

(9) Όπου ανακατεύονται χρήματα, το πρόβλημα παύει να είναι καθαρά τεχνικό/ακαδημαϊκό.

Θα τα συζητήσω σαφέστερα όλα αυτά στις επόμενες αναρτήσεις. Δώστε μου κι εσείς feedback, αν θέλετε, ειδικά όποιοι από σας είστε ντιζάινερς, αρχιτέκτονες, προγραμματιστές κ.λπ. και σύντομα πάλι μαζί με ακόμα περισσότερο ορθολογισμό!

συνεχίζεται εδώ

15 σχόλια:

  1. rationalism or how we would like things to be so they make sense to us (νομίζω ότι είναι του Taleb).

    Μερικές σκόρπιες σκέψεις:

    Μου πήρε πολλά χρόνια, ως προγραμματιστής, να απαλλαγώ από το βάρος των “σχολικών προβλημάτων” και να συνειδητοποιήσω στο τέλος, προς μεγάλη μου έκπληξη, ότι τα τεχνολογικά προβλήματα είναι τετριμμένα σε σχέση με τα ανθρωπολογικά προβλήματα. Xρειάστηκε μπόλικος Gerald Weinberg, ιδιαίτερα το 4-τομο Quality Software Management (pun intended), και το Introduction to General Systems Thinking, για να καταπιώ το χάπι.

    “Το πρόβλημα και η λύση συν-εξελίσσονται”, όποτε είχα την την τύχη να το εφαρμόσω (συνηθως ασυνείδητα) τα αποτελέσματα ήταν εκπληκτικά, με την έννοια ότι εξέπληξαν (θετικά) και εμένα τον ίδιο ως κατασκευαστή. Χρειάζεται ωστόσο μια σχεδόν αντι-ανθρωπινη ικανοτητα να αποποιηθείς τον έλεγχο, και να αποδεχτείς ότι τουλάχιστον οι 2-3 πρώτες εκδόσεις θα αποτύχουν. Διαφορετικά θα το έλεγα “ο προγραμματισμός ως theory-building ή το κυνήγι των σωστών εννοιών και αφαιρέσεων”.

    ΄Χρησιμοποιώ συχνά την φράση “Να έχεις τη σοφία να ακούς την (μερική) λύση/τεχνούργημα (ή ότι τελος πάντων προσπαθείς να κατασκευάσεις), τι έχει να σου πεί, και να την παρατηρείς πως συμπεριφέρεται στο πεδίο - κάτι σαν να μεγαλώνεις το παιδί σου” (δεν θυμάμαι πιά αν είναι δικό μου ή το ιδιοποιήθηκα από κάποιον - πιθανως τον Richard Gabriel)

    Χαιρετώ, και περιμένω ανυπόμονα την συνέχεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ’ ευχαριστώ για τη μαρτυρία. Υποθέτω ότι στην αρχή σού ήταν δύσκολο να αποδεχτείς πως οι 2-3 πρώτες εκδόσεις θα αποτύχουν, όμως μετά γινόταν όλο και πιο εύκολο. Αν, σε κάποια στιγμή, θέλεις να αναφέρεις κάποιο χαρακτιριστικό περιστατικό, περίπτωση κ.λπ., θα χαιρόμουν να το διαβάσω. Πώς το εννοείς το «κυνήγι των σωστών εννοιών και αφαιρέσεων»;

      ΥΓ: Η φράση που αναφέρεις είναι πράγματι του Taleb

      Διαγραφή
    2. ακόμα μου είναι δύσκολο, και για εσωτερικούς και για εξωτερικούς λόγους. Κι όσο σκέφτομαι ότι ο Donald Norman στο "The Design of Everyday Things" έχει βάλει τον πήχη στις 5-6 αποτυχίες ...

      Οσο για το "κυνήγι των σωστών εννοιών", αυτο που εννοώ είναι ότι ο τρόπος που προγραμματίζω είναι συνήθως bottom-up με μικρά διαλείματα top-down.

      Οταν είμαι στη φάση του bottom-up προσπαθώ να ανακαλύψω/εφεύρω τα κατάλληλα building blocks που θα μου επιτρέψουν στην φάση του top-down να συνθέσω την "λύση". Ουσιαστικά πρόκειται για την ανάπτυξη μιάς (έστω περιορισμένης) γλώσσας, με "λεξιλόγιο" και "τελεστές συνδυασμού". Αυτη η "γλώσσα" σου επιτρέπει να ανεβασεις το επίπεδο αφαίρεσης και και να πας σε πιο βαθιά νερά, αλλοιώς κυνηγάς συνεχώς την ουρά σου και χάνεις τον καιρό σου με χαμηλού επιπέδου έννοιες που δεν έχουν σχέση με το το “πρόβλημα σου” αλλά με την περιβάλλον προγραμματισμού που χρησιμοποιείς.
      Δεν ξέρω αν σου έδωσα να καταλάβεις τι εννοώ, είναι και η πρώτη φορά που προσπαθώ να τα βάλω σε “χαρτί”, μέχρι τώρα έπρεπε να έχω αρκετό τσίπουρο για να τα πώ και, τουλάχιστον γύρω μου και εννοώ το επαγγελματικό περιβάλλον μου, δεν έχω πολλές ευκαιρίες να συζητήσω τέτοια πράγματα.

      Διαγραφή
    3. Αποενοχοποιήσου: όλοι κάπως έτσι δουλεύουν! Δε γίνεται αλλιώς να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα.
      Το ενδιαφέρον είναι ότι δουλεύεις bottom-up για να ανακαλύψεις τα τούβλα του προβλήματός σου. Ευελπιστώ, στην επόμενη ανάρτηση, μήπως και ρίξω λίγο περισσότερο φως σ' αυτό που κάνεις όταν λες "ανακαλύπτω/εφεύρω τα κατάλληλα blocks".

      Διαγραφή
    4. δες και εδώ
      http://alistair.cockburn.us/ASD+book+extract%3A+%22Naur,+Ehn,+Musashi%22

      Διαγραφή
    5. Είναι μεγάλο, περίμενε λίγο, το διαβάζω σιγά-σιγά

      Διαγραφή
    6. Ο βίος βραχύς, η δέ τέχνη μακρή ;-)

      Διαγραφή
    7. Καλό είναι, εμπνευστικό, σημείωσα και κάποια κομμάτια. Μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον που χρησιμοποιείς, και εσύ και το κείμενο, αυτόν τον παραλληλισμό με τη γλώσσα. Νομίζω ότι είναι πολύ εύστοχος. Ευελπιστώ να το αναλύσω περισσότερο και να δείξω ακριβώς πόσο εύστοχος είναι.

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος10/6/13

    Αυτό είναι το έπιασες το νόημα .... Ο Ηλίας και το πρόβλημα του συνεξελίσσονται ....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

      Διαγραφή
    2. Ρε συ, δεν πιάνουμε κουβέντα με τρολ!

      Διαγραφή
  3. Πολύ καλό post. Πρέπει κάποιος να δει από την άλλη πλευρά τι βλακείες διδάσκει το ελληνικό λύκειο σχετικά με το πως πρέπει να προσεγγίζουμε ένα πρόβλημα:
    http://www.pi-schools.gr/download/lessons/computers/lykeio/books/anap_bm/kef1.zip
    Το λινκ είναι από αυτή τη σελίδα: http://www.pi-schools.gr/download/lessons/computers/lykeio/books/anaptyxh.html

    ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Περιέχει τόνους ορθολογικής ηλιθιότητας (ειδικά εκεί που πιάνει το πρόβλημα των ναρκωτικών)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλό! (δηλαδή, τρομακτικό). Δεν άντεξα να το διαβάσω όλο, από ένα σημείο και μετά απλώς το σκανάρισα, κατάλαβα όμως το πνεύμα του. Πώς να μην καταφύγουν μετά τα παιδιά στα ναρκωτικά, με τόσο ορθολογισμό στο σχολείο;

      Αλέξανδρε, υποθέτω ότι είσαι προγραμματιστής. Άμα θέλεις, θα χαιρόμουν να περιέγραφες λίγο την εμπειρία σου, τον τρόπο που δουλεύεις, ίσως κάποιο περιστατικό, οτιδήποτε.

      Διαγραφή
    2. Οντως το πρόβλημα των ναρκωτικών είναι κορυφαίο. Δεν είχα αντίληψη πως και τι διδάσκουν για τους υπολογιστές στα σχολεία αλλά υποψιαζόμουν ότι ήταν αλλος ένας βιασμός των παιδιών. Τώρα μου το επιβεβαίωσες.

      Lecturing Birds on Flying

      για σύγκριση http://www.technologyreview.com/news/506466/given-tablets-but-no-teachers-ethiopian-children-teach-themselves/

      Διαγραφή
    3. @Elias. Πολύ ευχαρίστως. Αρκεί να βρεθεί ο χρόνος..

      Διαγραφή

Αδερφέ, δεν ξέρω τούτο το φεγγάρι
Στης καρδιάς της άδειας τη φυρονεριά
Πούθε τάχει φέρει, πούθε τάχει πάρει
Φωτεινά στην άμμο, χνάρια σαν κεριά.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.