Ο Παραλογισμός Του Ορθολογισμού IV

Στην προηγούμενη ανάρτηση είχα συζητήσει ότι στα πραγματικά προβλήματα της πραγματικής ζωής (όχι στα τεχνητά σχολικά προβλήματα και στις πανεπιστημιακές ασκήσεις) δεν προσδιορίζουμε πρώτα και λύνουμε κατόπιν: περισσότερο αυτό που γίνεται είναι ότι ο προσδιορισμός του προβλήματος συν-εξελίσσεται μαζί με τη συγκεκριμενοποίηση λύσεων, σε μια διαδικασία χωρίς τέλος. Θα το συζητήσω λίγο περισσότερο τώρα, θίγοντας ένα ακόμα ιερό & όσιο των κατεστημένων «ορθολογικών» ή «επιστημονικών» μοντέλων: τον γραμμικό/μεθοδικό τρόπο εργασίας.



Στα Πραγματικά Προβλήματα Δεν Δουλεύουμε Γραμμικά
Τα διάφορα Ορθολογικά Μοντέλα αξιώνουν γραμμικό ή μεθοδικό τρόπο εργασίας. Αυτός διαφέρει φυσικά από κλάδο σε κλάδο, όμως ο πυρήνας του, όπως είδαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, είναι: (Α) Πρώτα ανέλυσε το πρόβλημα και προσδιόρισέ το καλά, κατόπιν προχώρα στην επίλυσή του, (Β) Πρώτα κάνε ένα αφηρημένο μοντέλο δουλεύοντας με τους καλούς προσδιορισμούς του προηγούμενου βήματος, κατόπιν, και με αυτό ως οδηγό, άρχισε να εξετάζεις συγκεκριμένες λύσεις, ώστε το κάθε βήμα να είναι μέρος ενός σχεδίου.

Αυτή η ιεροποίηση του γραμμικού τρόπου εργασίας πηγαίνει πίσω στον Καρτέσιο, ο οποίος πίστευε ότι μόνο η σωστή μέθοδος εγγυάται την ανακάλυψη σίγουρης γνώσης. Από την άλλη και στη δική μας εποχή, ο γραμμικός/μεθοδικός τρόπος εργασίας είναι η χαρά του μάνατζερ: η μέθοδος υποτίθεται ότι είναι οικουμενική, εφαρμόζεται πάντα και παντού (οπότε δικαιώνεται η ύπαρξη μιας τάξης περιφερόμενων μάνατζερ από επιχείρηση σε επιχείρηση, αξιώνοντας ότι δεν της χρειάζεται βαθιά γνώση του αντικειμένου εφόσον κατέχει Την Μέθοδο®)• διαχειρίσιμη, τα πολύπλοκα θέματα αποδομούνται σε ελέγξιμα μέρη, ενώ ξέρουμε πάντα πόση πρόοδο έχουμε κάνει και πόσο απέχουμε από τη λύση (οπότε οι μάνατζερ μπορούν να έχουν έλεγχο επί της διαδικασίας)• προσδιορίζεται από τον τελικό της στόχο, οπότε αυτό που μετράει είναι η Ιθάκη, όχι το ταξίδι για την Ιθάκη. Θα ήταν πολύ ωραία (ή εντελώς απαίσια) το ανθρώπινο ον να λειτουργούσε έτσι. Δυστυχώς όμως (ή ευτυχώς), ο άνθρωπος βγήκε από άλλο εργοστάσιο και λειτουργεί διαφορετικά, δεν κατασκευάστηκε με γνώμονα τη δικαίωση των αποφοίτων σχολών Business Administration (ή κάτι πολύ στρεβλό υπάρχει στον καθιερωμένο ρόλο των μάνατζερ). Ο άνθρωπος δεν είναι καρτεσιανό ον.

Στον χώρο του ντιζάιν έχει καταδειχθεί πολύ ισχυρά ότι ισχύουν τα εντελώς αντίθετα από τις μαγικοθρησκευτικές αξιώσεις της προηγούμενης παραγράφου: ο τρόπος εργασίας των ντιζάινερ είναι θεμελιωδώς αμεθοδικός. Αλλά και κάτι ακόμα ισχυρότερο: η πράξη του ντιζάιν οφείλει να είναι αμεθοδική, αν πάντα το κριτήριο είναι η ποιότητα του τελικού προϊόντος. Τα δύο ιερά & όσια της γραμμικής μεθόδου είναι συνταγή αποτυχίας αν τηρηθούν ευλαβώς. To ντιζάιν θα πρέπει να ειδωθεί ως διαδικασία η οποία τρέφεται από το τυχαίο και το απρόβλεπτο, όπου το ταξίδι για την Ιθάκη είναι μέρος της Ιθάκης, και κατά την οποία λαμβάνει χώρα μια διαρκής και αμφίδρομη αλληλεπίδραση μεταξύ του προσδιορισμού του προβλήματος και της συγκεκριμενοποίησης λύσεων – άλλες φορές ο προσδιορισμός οδηγεί σε συγκεκριμένες λύσεις, άλλες φορές η συγκεκριμενοποίηση μιας λύσης οδηγεί σε αναπροσδιορισμό του προβλήματος, ξανά και ξανά και ξανά. Εμφανίζεται ένα φαινόμενο Ντάγκλας Άνταμς – δηλαδή, συνήθως το σημαντικό δεν είναι να βρεις ότι η Απάντηση για τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα είναι 42• πολλές φορές ξεκινάς με την Απάντηση και κοιτάς να δεις ποια είναι η Ερώτηση, σε τι απαντά το 42.

Ένα αντικείμενο που έχει μελετηθεί πολύ καλά είναι τα σκίτσα των αρχιτεκτόνων. Αρκετοί ντιζάινερς και σχεδόν όλοι οι αρχιτέκτονες όταν ξεκινούν να δουλεύουν ένα πρόβλημα, παράγουν σκίτσα εντατικά και ιδιοσυγκρασιακά – συνήθως μ’ ένα απλό μολύβι σ’ όποιο κομμάτι χαρτί βρεθεί μπροστά τους. Οι Simon & Newell, στην κλασική Ορθολογική θεώρηση (Human Problem Solving, 1972), θεωρούσαν ότι αυτά τα σκίτσα παίζουν τον ρόλο εξωτερικής μνήμης – ότι ο ντιζάινερ, υποτίθεται, τοποθετεί κάποιες ιδέες στο χαρτί για να ελαφρύνει το φορτίο της μνήμης του (όπως κι εμείς σημειώνουμε το τηλέφωνο του Γιώργου ώστε να μη χρειάζεται να το απομνημονεύσουμε). Οι εμπειρικές έρευνες έδειξαν κάτι πολύ διαφορετικό. Οι αρχιτέκτονες δεν χρησιμοποιούν τα σκίτσα ως εξωτερική μνήμη, αυτό είναι το λιγότερο: οι αρχιτέκτονες ανακαλύπτουν στοιχεία στα σκίτσα τους, τα οποία δεν είχαν υπόψη όταν τα σχεδίαζαν, και επίσης χρησιμοποιούν αυτές τις απρόσμενες ανακαλύψεις για να αναπροσδιορίσουν το πρόβλημα. Μερικά παραδείγματα να γίνει σαφές: 


Aπό την έρευνα της G. Goldschmidt (On visual design thinking, 1996): Ένας φοιτητής αρχιτεκτονικής και στα πλαίσια ενός πανεπιστημιακού μαθήματος, είχε να σχεδιάσει ένα νηπιαγωγείο εντός αστικού ιστού, σχήματος L, σε ελαφρά επικλινές έδαφος, με τρεις χώρους δραστηριοτήτων, βοηθητικούς χώρους, εξωτερικές παιδικές χαρές κ.α. Ο φοιτητής είχε ήδη ολοκληρώσει ένα σχέδιο, το οποίο είχε εγκριθεί από τους καθηγητές του. Δεν τον ικανοποιούσε όμως, είπε ότι έμοιαζε πολύ με τα σχέδια άλλων συμφοιτητών του, και ήθελε να το ξανασχεδιάσει από την αρχή.


Το αρχικό σχέδιο του φοιτητή για το νηπιαγωγείο 


Πρώτα κάθισε μπροστά από ένα κομμάτι χαρτί, χωρίς να έχει κάποια ιδέα. Πήρε το μολύβι κι άρχισε να παίζει μ’ αυτό, η επιθυμία να κάνει κάτι ήταν ακαταμάχητη. Σχεδίασε την υπογραφή του. «Πραγματικά μ’ αρέσει η υπογραφή μου», σχολίασε. Τη σχεδίασε και μια δεύτερη φορά, καθώς και μια τρίτη με ελαφρές διαφοροποιήσεις. Τη σχεδίασε εφτά φορές συνολικά, μέχρι που το χαρτί γέμισε με ελαφρώς διαφοροποιημένες υπογραφές. Προσηλώθηκε στην τελευταία. «Για δες, αν το κάνω σωστά, τότε τα δύο γράμματα της υπογραφής περιγράφουν έναν χώρο», είπε σε κάποια στιγμή. Πήρε ένα χοντρότερο μολύβι και πάτησε τις γραμμές γύρω από τα δύο γράμματα. Ο χώρος έγινε ξεκάθαρος κι αυτό του ήρθε σαν αποκάλυψη. Σχεδίασε ακόμα μια ακόμα φορά την υπογραφή του, ώστε να τονίζεται ο εσώκλειστος χώρος. Κατόπιν, πήρε αυτό το τμήμα της υπογραφής και το ταίριαξε σε ένα τοπογραφικό της περιοχής. «Αυτό κάτι λέει. Νομίζω πως μπορώ να το δουλέψω».

 Μέρος από το χαρτί του φοιτητή, το σκίτσο αριστερά είναι το τμήμα της υπογραφής που απομόνωσε 


Κατόπιν άρχισε να μεταμορφώνει το σχήμα σε κανονικό αρχιτεκτονικό σχέδιο και να εξετάζει πάνω σ’ αυτό τις προδιαγραφές του προβλήματος. Σε κάποια στιγμή είπε: «Είναι πραγματικά αυτό που ήθελα. Όχι εκείνες τις ευθείες, τακτοποιημένες γραμμές, τις κανονικές γωνίες και τα κυβάκια! Οι καμπύλες είναι όμορφες!» Σύντομα έφτιαξε ένα πρώτο σχέδιο που προέβλεπε διακριτούς χώρους και περιοχές δραστηριοτήτων, και άρχισε να δουλεύει με μεγαλύτερη ακρίβεια το πρόβλημα: πού θα είναι η κυρία είσοδος; Τι θα κάνει με την κλίση του εδάφους; Θα βάλει σκαλοπάτια; Πώς ακριβώς θα είναι οι εξωτερικοί χώροι και οι εξωτερικές παιδικές χαρές; κ.λπ. Έβαλε ένα λευκό φύλλο χαρτί επάνω στο προηγούμενο σκίτσο, το αντέγραψε κι άρχισε να καταπιάνεται από την αρχή με το πρόβλημά του, πολύ πιο διεξοδικά όμως τώρα. Σχεδίασε ένα βέλος για τον Βορρά, ώστε να έχει αντίληψη για τη φωτεινότητα των χώρων. Επίσης άρχισε να μετράει και να κάνει υπολογισμούς πάνω στο σχέδιό του.


Τμήμα από το χαρτί στο οποίο ο φοιτητής άρχισε να δουλεύει ακριβέστερα το σχέδιο


Κατόπιν, κι αφού ο φοιτητής είχε πλέον δουλέψει καλά όλα τα στοιχεία του προβλήματος, άρχισε να φτιάχνει τη μακέτα. Κατά τη διαδικασία αυτή, εντόπισε διάφορα άλλα θέματα τα οποία δεν είχε λάβει υπόψη προηγουμένως (π.χ. τα παράθυρα του νηπιαγωγείου) κι έκανε μικρές τροποποιήσεις.


Η μακέτα πριν τα τελικά σχέδια 


Μετά κι από τη μακέτα, άρχισε να σχεδιάζει τα τελικά σχέδια που θα παρέδιδε προς αξιολόγηση. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης που έκανε αργότερα, ο φοιτητής δεν αναφέρθηκε καθόλου στην υπογραφή του, είπε ότι δεν το θεώρησε σημαντικό. «Εξήγησε» ότι ο σκοπός του ήταν από την αρχή να φτιάξει ένα σχέδιο χωρίς ευθείες γραμμές και γωνίες, ότι για τόσο μικρά παιδιά είναι καλύτερο να είναι όλα καμπύλα και ομαλά. Συζητώντας με τους ερευνητές μετά το τέλος της δουλειάς, «θυμήθηκε» ότι σχεδίασε την υπογραφή του σε κάποιο προχωρημένο σημείο, και παρατήρησε απλώς ως αξιοπερίεργο ότι το σχέδιό του μοιάζει με ένα τμήμα της υπογραφής. Όταν, στο τέλος, οι ερευνητές τού έδειξαν τα αρχεία της έρευνας και το πώς πραγματικά δούλεψε, ο ίδιος σοκαρίστηκε.

Υπάρχουν διάφορα αξιοσημείωτα εδώ. Το κυριότερο είναι ότι ο φοιτητής δεν ξεκίνησε από το αφηρημένο για να πάει κατόπιν στο συγκεκριμένο – δεν έκανε μια λίστα με τις προϋποθέσεις του προβλήματος (νηπιαγωγείο σχήματος L, επικλινές έδαφος, τρεις χώροι δραστηριοτήτων, εξωτερικές παιδικές χαρές κ.λπ.), για να δοκιμάσει κατόπιν τμηματικά σχέδια, να τα συνθέσει σε ένα ολικό σχέδιο κ.λπ. Αντίθετα, ξεκίνησε με πολύ συγκεκριμένα σκίτσα και κατόπιν μετέφρασε τους όρους του προβλήματος πάνω σ’ αυτά. Αυτή η πιεστική ανάγκη να δουλέψουν τις προδιαγραφές του προβλήματος πάνω σε συγκεκριμένα σκίτσα ήδη από την αρχή της εργασίας τους, μοιάζει κοινή σε πολλούς (σε όλους;) τους αρχιτέκτονες. Αποσπάσματα συνεντεύξεων (από το paper της G. Goldschmidt που ανέφερα πιο πάνω):

Αρχιτέκτονας 1. «Όταν κάθομαι να δουλέψω, είναι δύσκολο στην αρχή. Κάνω πάρα πολλά σκίτσα. Δεν καταλαβαίνω τι κάνω μέχρι να σκιτσάρω αρκετές φορές, και τότε μου γίνεται ξεκάθαρο τι προσπαθώ να κάνω, κι αρχίζω να δουλεύω»

Αρχιτέκτονας 2. «Δεν μπορώ να προχωρήσω πολύ όταν μόνο σκέφτομαι, πρέπει να σχεδιάσω κάτι ... Μ’ αρέσει να έχω πολλές γραμμές στο χαρτί μου. Μ’ αρέσει να έχω ασαφή σκίτσα. Μπορώ να δω περισσότερα πράγματα σ’ αυτά, παρά όταν έχω ξεκάθαρα σκίτσα. Οπότε, πολλές φορές, σκιτσάρω αρκετές γραμμές και μετά αρχίζω να βλέπω πράγματα σ’ αυτές, οπότε συχνά επιλέγω τα πράγματα που έχουν σημασία».

Alvar Aalto (σπουδαίος Φινλανδός αρχιτέκτονας και ντιζάινερ). «Όταν αντιμετωπίζω ένα αρχιτεκτονικό πρόβλημα, οι προδιαγραφές του συνήθως είναι τόσο πολλές που φτιάχνουν έναν ολόκληρο λαβύρινθο, από τον οποία δεν μπορώ να βγω με λογικά μέσα. Είναι τέτοια η πολυπλοκότητα του προβλήματος που εμποδίζει τον σχηματισμό μιας αρχιτεκτονικής ιδέας. Σε τέτοιες περιπτώσεις δουλεύω συνήθως ως εξής: καταπιάνομαι αρχικά με αφηρημένη τέχνη. Αρχίζω να σχεδιάζω ανεξέλεγκτα, και τότε ξαφνικά, ένα σημείο εκκίνησης συνδέει τα πολυπληθή στοιχεία του προβλήματος».

Το δεύτερο αξιοσημείωτο είναι ότι ο φοιτητής πάλευε και με τον εαυτό του, όχι μόνο με το πρόβλημα. Ένιωθε από την αρχή δυσαρέσκεια με το προηγούμενο σχέδιό του, τον τράβηξε ένα σκίτσο με καμπύλες γραμμές, μόνο κατά την πορεία μπόρεσε να αρθρώσει την αιτία της δυσαρέσκειας (ότι ένα κτίριο χωρίς ευθείες και γωνίες θα είναι πιο φιλικό για τόσο μικρά παιδιά), ενώ στο τέλος «αιτιολόγησε» και τον τρόπο εργασίας του, «θυμήθηκε» ότι ήθελε από την αρχή ένα κτίριο με καμπύλες κ.λπ. Αυτό το φαινόμενο έχει παρατηρηθεί σε όλους τους ντιζάινερς: αν θέλεις να μάθεις πώς δουλεύουν, δεν είναι η καλύτερη ιδέα να τους ρωτήσεις• συνήθως το τακτοποιούν και το εκλογικεύουν εκ των υστέρων, ακόμα και στον εαυτό τους, δίνουν μια κομψή αφήγηση. Την πιστεύουν κι οι ίδιοι αυτήν την αφήγηση, πραγματικά «θυμούνται» όλα αυτά που λένε! Πολύ καλύτερη ιδέα θα είναι να τους παρατηρήσεις την ώρα που δουλεύουν• τότε θα δείς κάτι διαφορετικό από αυτό που θα σου παρουσιάσουν οι ίδιοι κατόπιν. Περισσότερα όμως γι’ αυτό θα πούμε στην επόμενη ανάρτηση.

Ας δούμε μια άλλη έρευνα: μια φοιτήτρια αρχιτεκτονικής περιγράφει τον τρόπο που δούλεψε ένα προχωρημένο σημείο του προβλήματός της σχετικά με το σχεδιασμό ενός δημοτικού σχολείου (από Schön & Wiggins, Kinds of seeing and their functions in designing, 1992). Με τα δικά της λόγια και ακριβώς όπως το περιέγραψε:

“I had six of these classroom units but they were too small to do much with [στο πάνω μέρος της εικόνας]. So I changed them to this more significant layout [στο κάτω μέρος της εικόνας]. It relates grade one to two, three to four, and five to six grades, which is more what I wanted to do educationally anyway. What I have here is a space which is more of a home base. I’ll have an outside/inside which can be used and an outside/outside which can be used – then that opens into your resource library/language thing” 


Δηλαδή, η φοιτήτρια πρώτα είχε τη διάταξη με τις έξι σχολικές τάξεις, την οποία έκρινε ανεπαρκή (“too small to do much with”). Έκανε ένα καινούργιο σκίτσο (τη διάταξη με τα τρία L-σχήματα) προκειμένου να αντιμετωπίσει την ανεπάρκεια. Κοιτώντας κατόπιν, έκρινε ότι η πράξη της ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση και ότι το ζήτημα λύθηκε (“this more significant layout”). Διαπίστωσε όμως ότι έκανε κι άλλα πράγματα που δεν τα είχε υπόψη της αρχικά (“more of what I wanted to do”). Εξερευνώντας περισσότερο το πείραμά της, ανακάλυψε έναν χωρικό συσχετισμό (“it relates grade one to two, three to four, and five to six grades”), τον οποίο έκρινε θετικά, συνειδητοποίησε το αίσθημα που αναδύει η όλη διάταξη (“more of a home base”), ανακάλυψε επίσης και δύο νέα είδη χώρων που δημιουργήθηκαν (“an inside/outside … an outside/outside”). Δεν ήταν στις προθέσεις της αυτές οι τρεις τελευταίες συνέπειες όταν σχεδίαζε τα L-σχήματα, αλλά τις ανακάλυψε εκ των υστέρων και συνέχισε κατόπιν να δουλεύει το πρόβλημά της πάνω εκεί. Δηλαδή, η κίνησή της αυτή, το σκιτσάρισμα, είχε προσδοκώμενες συνέπειες στο πεδίο των προθέσεών της (το μέγεθος των τάξεων), καθώς και απρόσμενες συνέπειες σε τρία άλλα πεδία (τη χωρική εγγύτητα των γειτονικών τάξεων, το αίσθημα της συνολικής διάταξης, τους δύο νέους χώρους που δημιουργήθηκαν). Υπόψη ότι αν μετά από πολύ χρόνο της ζητούσαμε να περιγράψει τον τρόπο που δούλεψε, πιθανότητα θα το τακτοποιούσε και θα το εκλογίκευε, ακόμα και στον εαυτό της, θα έλεγε κάτι σαν: «καθότι οι 6 τάξεις που είχα ήταν μικρές και προκειμένου να δημιουργήσω νέους χώρους και μια πιο σπιτική διάταξη, τις άλλαξα στο σχέδιο με τα τρία L-σχήματα κ.λπ.»).

Κάθε καινούργιο σκιτσάρισμα σε ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο, κάθε καινούργια δοκιμή και πείραμα, είναι μια πολύπλοκη πράξη που αλλάζει τα δεδομένα σε πολλά πεδία. Αυτή η συνεχής πράξη των αλλεπάλληλων βλέπω τι έχω – δοκιμάζω κάτι – βλέπω τι προέκυψε – διαπιστώνω καινούργια στοιχεία – αναθεωρώ ή εμπλουτίζω τη σύλληψή μου για το πρόβλημα μ’ αυτά τα στοιχεία – δοκιμάζω κάτι άλλο κ.λπ. είναι ο τρόπος του ανθρώπου να αντιμετωπίζει πολυδιάστατα προβλήματα, στα οποία δεν έχεις από πού να πιαστείς. Σπάνια η λύση σ’ αυτά τα προβλήματα προκύπτει από την ολοκλήρωση μιας μεθοδικής διαδικασίας, είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα να πούμε ότι η λύση αναδύεται (emerges) μέσα από μια αμεθοδική πράξη διαρκούς αναθεώρησης και πρακτικής εξερεύνησης του προβλήματος.

Πόσο κοινές είναι αυτές οι τάσεις στους ντιζάινερς; Απ’ ό,τι φαίνεται, είναι καθολικές! Όλες οι εμπειρικές έρευνες των τελευταίων 10-20 χρόνων, από ανεξάρτητους ερευνητές, δείχνουν σταθερά τα ίδια φαινόμενα: οι επαγγελματίες δουλεύουν αμεθοδικά• το πρόβλημα συν-εξελίσσεται μαζί με τη λύση του σε μια διαδικασία χωρίς τέλος• το συγκεκριμένο είναι ο καταλύτης του αφηρημένου, όχι ο υπηρέτης του. Αυτό όμως είναι το ακριβώς αντίθετο από ό,τι κηρύττουν οι κατεστημένες «ορθολογικές» ή «επιστημονικές» προσεγγίσεις επίλυσης προβλημάτων! Δείτε, για παράδειγμα, τι διδάσκονται οι μαθητές της Γ’ Λυκείου για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα, το κεφάλαιο που επισήμανε ο Αλέξανδρος (ευχαριστώ) στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης από το βιβλίο Ανάπτυξη Εφαρμογών σε Προγραμματιστικό Περιβάλλον (το κεφάλαιο είναι εδώ σε zip file). Ανάλυση προβλήματος --> κατανόηση --> σαφήνεια στη διατύπωση --> αποδόμηση του προβλήματος --> καθορισμός απαιτήσεων κ.λπ., κουτάκια και βελάκια, η κληρονομιά του Καρτέσιου. Μην παραλείψετε να διαβάσετε και στις σελίδες 8-11 τον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος των ναρκωτικών.

Σε αντίθεση με όλες αυτές τις μαγικοθρησκευτικές πεποιθήσεις, ας δούμε μια ακόμα εμπειρική έρευνα για το πώς λύνουν πραγματικά προβλήματα οι πραγματικοί άνθρωποι: οι Suwa, Gero & Purcell (Unexpected discoveries and S-invention of design requirements, 2000) εξέτασαν την σχεδιαστική πράξη ενός επαγγελματία αρχιτέκτονα, στα πρώτα 45 λεπτά από τη στιγμή που καταπιάστηκε με ένα πρόβλημα, ως τη στιγμή που το προχώρησε σε ένα καλό σημείο – το πρόβλημα ήταν ο σχεδιασμός ενός μουσείου εντός φυσικού περιβάλλοντος στα περίχωρα μιας μεγαλούπολης, με πάρκινγκ, κήπους και χώρους πρασίνου κ.α. Αυτά που βρήκαν ήταν τα εξής:

Ο αρχιτέκτονας στην αρχή σκιτσάριζε εντατικά, έριχνε στο χαρτί γραμμές με πολύ γρήγορο ρυθμό, πιο γρήγορο απ’ ό,τι μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς σκιτσάριζε. Παρήγε συνολικά 13 σελίδες με τέτοια σκίτσα, τα ξανακοιτούσε τακτικά και συνήθως τότε μόνο πρόσεχε τις λεπτομέρειες και τα στοιχεία τους.

Περίπου οι μισοί από τους στόχους του προβλήματος δεν του είχαν δωθεί στις αρχικές προδιαγραφές αλλά προέκυψαν κατά τη διαδικασία του σκιτσαρίσματος (π.χ. σε κάποιο σημείο αποφάσισε ότι οι επισκέπτες του μουσείου θα πρέπει να βιώνουν μια ευχάριστη κι ενδιαφέρουσα διαδρομή από το πάρκινγκ ως το κτίριο του μουσείου, ενώ σε κάποια άλλη στιγμή εξέφρασε την ανάγκη να υπάρχουν χώροι στο μουσείο που να διεκολύνουν τη συλλογή των σκουπιδιών και την παράδοση εμπορευμάτων). Ο αρχιτέκτονας έκανε συνολικά 240 καθορισμούς στόχων και οι 128 από αυτούς (ποσοστό 53,3%) προέκυψαν κατά τη διαδικασία του σκιτσαρίσματος. Ακόμα περισσότερο όμως, οι περισσότεροι από αυτούς τους στόχους προέκυψαν εξαιτίας της διαδικασίας του σκιτσαρίσματος, από διάφορες απρόσμενες ανακαλύψεις που έκανε στα σκίτσα του.

Αυτές οι απρόσμενες ανακαλύψεις ήταν αντιληπτικές συνειδητοποιήσεις για σχήματα και μεγέθη σχεδιαστικών στοιχείων, για χωρικές σχέσεις ανάμεσά τους (εγγύτητα, απόσταση, ευθυγράμμιση κ.α.) ή για ενδιάμεσους χώρους μεταξύ των στοιχείων, τις οποίες δεν είχε υπόψη όταν πρωτοσχεδίαζε το σκίτσο. Τις ανακάλυψε σε δεύτερο χρόνο, ξανακοιτώντας το χαρτί του να δει τι έχει, όπως κι η φοιτήτρια στην προηγούμενη έρευνα ανακάλυψε σε δεύτερο χρόνο τους δύο επιπλέον χώρους που δημιουργήθηκαν όταν σκιτσάρισε τα τρία L-σχήματα. Π.χ. ξαναπατώντας ένα προηγούμενο σχεδιαστικό στοιχείο, ο αρχιτέκτονας πρόσεξε για πρώτη φορά την εγγύτητα ανάμεσα σ’ αυτό και σ’ ένα άλλο στοιχείο, οπότε άρχισε να κάνει σκέψεις πάνω σ’ αυτήν την εγγύτητα, να τη μεταφράζει ως «θέα» από το ένα σημείο στο άλλο και να σκέφτεται πώς θα είναι αυτή η θέα. Ή πρώτα σκίτσαρε ένα στοιχείο κοντά σε ένα άλλο, και μετά, σε κάποιο σημείο, ανακάλυψε ότι περιγράφεται ένας χώρος ανάμεσα στα δύο στοιχεία, οπότε διαπίστωσε ότι έχει το ενδιαφέρον του κι άρχισε να δουλεύει πάνω σ’ αυτόν. Είναι ακριβώς αυτό το οπτικό φαινόμενο με τα δύο μαύρα πρόσωπα σε προφίλ που περιγράφουν ένα λευκό βάζο, το (a) στην παρακάτω εικόνα. Ένα πρόσωπο από μόνο του δεν περιγράφει κάτι (b), αν όμως σκιτσάρουμε κι ένα δεύτερο πρόσωπο κοντά στο πρώτο, τότε διαπιστώνουμε ότι δημιουργήθηκε κι ένα τρίτο σχεδιαστικό στοιχείο, ο ενδιάμεσος χώρος (το λευκό βάζο). Ο αρχιτέκτονας έκανε συνολικά 608 αντιληπτικές πράξεις, 173 από τις οποίες ήταν απρόσμενες ανακαλύψεις (ποσοστό 28,5%).


Αυτό που βρήκαν οι ερευνητές ήταν ότι υπήρχε (αμφίδρομη) συσχέτιση ανάμεσα σ’ αυτές τις απρόσμενες ανακαλύψεις και στον αναπροσδιορισμό των στόχων του προβλήματος. Πολλά τέτοια στοιχεία που ο αρχιτέκτονας ανακάλυψε απρόσμενα κατά το σκιτσάρισμα, τα απομόνωσε από τα συμφραζόμενά τους και τα γενίκευσε ώστε να γίνουν βασικοί στόχοι της υπόλοιπης σχεδιαστικής εργασίας – δηλαδή, αναπροσδιόριζε το πρόβλημά του με βάση τις απρόσμενες ανακαλύψεις. Αλλά και το αντίστροφο: αν ο αρχιτέκτονας έθετε κάποιον καινούργιο στόχο (π.χ. από την προηγούμενη εμπειρία του σε σχεδιασμό μουσείων), τότε ήταν πολύ πιθανό αμέσως μετά να ξανακοίταζε τα προηγούμενα σκίτσα του και να έβλεπε καινούργια πράγματα. Η αντίληψή του για τα σκίτσα ήταν συνάρτηση της σύλληψής του για το πρόβλημα, και η σύλληψή του για το πρόβλημα ανανεωνόταν διαρκώς με βάση τις απρόσμενες ανακαλύψεις στα σκίτσα του. Η εργασία του ήταν κάθε άλλο παρά μεθοδική ή γραμμική (και καλά έκανε που δεν ήταν)• δεν προσδιόριζε πρώτα και έλυνε κατόπιν, ούτε πήγαινε από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Ο καλύτερος τρόπος για να την περιγράψουμε είναι: ένα χάος που σταδικά αποκρυσταλλώνεται σε κάτι• μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στο πρόβλημα και στη λύση του, τα οποία αλληλοεξαρτώνται και συν-εξελλίσσονται, μέχρι να καταλήξουν μαζί κάπου. Έτσι όμως είναι όλα τα πραγματικά προβλήματα στην πραγματική ζωή, μικρά και μεγάλα, καθημερινά και κοσμογονικά. Σόρι, ο άνθρωπος δεν κατασκευάστηκε με γνώμονα τη δικαίωση των αποφοίτων σχολών Business Administration.

Δώστε μου όμως feedback κι εσείς από τη δική σας εμπειρία, ειδικά όποιοι είστε επαγγελματίες ντιζάινερς, αρχιτέκτονες, σχεδιαστές, προγραμματιστές κ.λπ. Σας κάνουν καθόλου κλικ όλα τα παραπάνω; Θα είμαστε σύντομα και πάλι μαζί σας με ακόμα περισσότερο ορθολογισμό!

to be continued

3 σχόλια:

  1. Πολυ καλό και το σημερινό, ούτε να το είχα παραγγείλει.

    Σε μερικά σημεία σκεφτόμουν τον μηχανισμό που έχει προτείνει ο Daniel Kahneman (Thinking Fast and Slow) όπου το System I (διαίσθηση) κάνει όλη τη βρώμικη δουλειά και μετά έρχεται το System II (ορθολογικότητα) να εκλογικεύσει τις αποφάσεις και πράξεις του

    Χαιρετώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος2/9/13

    Σε ανακάλυψα σήμερα μόλις. Είμαι μηχανικός (δηλαδή αρχιτέκτονας και άσε τους θεωρητικούς να τσαμπουνάνε ότι θέλουν) και μιλάς μέσα στην καρδία μου. Έχουμε και εμείς οι μηχανικοί καρδία......τουλάχιστον αυτοί που μπορούν να θυμούνται πως το να χρησημοποιείς επιστημονικά εργαλεία δεν σε κάνουν επιστήμονα. Πως ακόμα και στην χρήση τους υπάρχει ακόμα πολύ μεγάλο κομμάτι για όνειρο και φαντασία. Μου φαίρνεις στο μυαλό την ιστορία της βικτωριανής επιστήμης και ιδιάιτερα στο παράδοξο της παράδοσης του Faraday- αυτής της αστοιχείωτης μαθηματικά μεγαλοφυίας και πώς αυτή έγινε το βάθρο της εκτίναξης της επιστήμης του Maxwell που πίστευε πως η επιστήμη "πρέπει να πηδαλιουχεί ανάμεσα στην Σκύλα του αφηρημένου και την Χαρυβδη του συγκεκριμένου". Ήταν μια επιστημονική γενία μεγαλωμένη στην ηθογραφία του ελισαβετιανού πουριτανισμού που όμως "επέτρεπε" στους επιστήμονες να διαβάζουν και να γράφουν ποίηση και να την πέρνουν, μάλιστα, στα σοβαρά αλλά και να μπορούν να φαντάζονται το αδιανόητο σήμερα-μιάς και αναφέρεσαι στον κ. Dawkins- πως επιστήμη και θρησκεία δεν είναι ασύμβατες μεταξύ τους. Είναι ενδεικτικό εθελοτυφλίας ο κύριος Dawkins, ως παροχημένος πρεσβευτής του Βακωνισμού, να αγνοεί ακόμα και την ίδια την επιστημονική παράδοση του τόπου του που έκανε την Βρετανία καθοριστικό παράγοντα στην εξέλιξη της επιστήμης. Και αυτή η παράδοση όφειλε περισσότερα στην υβριδική προσέγγιση της πραγματικότητας παρά στον καθαρό ορθολογισμό που προπαγάνδιζαν οι Γάλλοι ελιτιστές. Αυτός ο κύριος και μαζί όλοι οι όμοιοί του καταστρέφουν όχι το όνειρο και την φαντασία-αυτά έχουν τον τρόπο τους να εκδικούνται- αλλά τις απίστευτες δυνατότητες που έχει η επιστήμη για την πραγματική ζωή όταν μετατρέπουν έναν στείρο ορθολογισμό ως το μοναδικό κοινωνικό πρόταγμα και αρχή οργάνωσης του βίου.
    Βέβαια οι αρχιτέκτονές υποφέρουν πέρα απο τον επιστημονισμό και απο το ότι, επειδή σχεδιάζουν να νομίζουν πως είναι αμιγώς καλλιτέχνες αλλά και πως επειδή το έργο τους έχει και κοινωνικές παραμέτρους ότι είναι κοινωνιολόγοι-ψυχολόγοι. Η κατάσταση είναι δράμα από έναν ακαδημαϊσμό που επίμονα αρνείται την υβριδική-δηλαδή μηχανική/τεχνολογική φύση της Αρχιτεκτονικής και επίμονα διαστρέφει έννοιες και νοήματα.Αλλά και αυτό θέμα ορθολογιστικής προσέγγισης αποτελεί.
    Και πάλι συγχαρητήρια......

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να 'σαι καλά. Τα συγχαρητήρια, ουσιαστικά, πηγαίνουν στον Donald Schön, αυτός ήταν που έδωσε τον αγώνα ενάντια στο κυρίαρχο καρτεσιανό μοντέλο και επέμενε: "οι ντιζάινερς, αρχιτέκτονες, μηχανικοί, προγραμματιστές κ.λπ. δεν δουλεύουν έτσι".

      Μια που είσαι μηχανικός, δεν ξέρω αν είδες και τις Πριτσινωμένες Θεωρίες, για την πειρατεία της ακαδημαϊκής επιστήμης που σφετερίζεται τη δουλειά των μηχανικών και την παρουσιάζει δική της.

      Διαγραφή

Αδερφέ, δεν ξέρω τούτο το φεγγάρι
Στης καρδιάς της άδειας τη φυρονεριά
Πούθε τάχει φέρει, πούθε τάχει πάρει
Φωτεινά στην άμμο, χνάρια σαν κεριά.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.