Ο Παραλογισμός Του Ορθολογισμού ΙΙ

Στην προηγούμενη ανάρτηση έκανα μια εισαγωγή κι από τη συζήτηση στα σχόλια προέκυψε το θέμα του ορισμού του ορθολογισμού (rationality). Πράγματι, η λέξη δεν είναι εύκολο να αποσαφηνιστεί, ενώ διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικούς τομείς μπορεί να εννοούν και διαφορετικά πράγματα μ’ αυτήν. Νομίζω ότι είναι πρόσφορο να κάνουμε μια σχετική συζήτηση. Σ’ αυτή τη σειρά των κειμένων και για να μην πελαγοδρομούμε, θα χρησιμοποιήσω τη λέξη με μια πολύ συγκεκριμένη σημασία: ορθολογισμός είναι η θεώρηση που προκύπτει από τον παραλληλισμό του ανθρώπινου όντος με Η/Υ και η εφαρμογή αυτής της θεώρησης σε θέματα κοινωνικά, ψυχολογικά, πολιτικά, οτιδήποτε. Θα γίνει πιο κατανοητό στη συνέχεια, όπου θα δώσω και παραδείγματα. Ας αρχίσουμε λοιπόν:


Ευφυής Σχεδιασμός
Ζούνε ανάμεσά μας ή μάλλον εμείς ζούμε ανάμεσά τους κι ανάμεσα στα προϊόντα της δουλειάς τους, τα οποία σήμερα καταλαμβάνουν κάθε γωνιά της ζωής μας: αναφέρομαι στους ντιζάινερς. Το κάθε τι που χρησιμοποιούμε, αγοράζουμε, φοράμε, οδηγούμε, το κάθε κουμπάκι που πατάμε, το κάθε κτίριο που διαμένουμε κι ο κάθε διακόπτης που γυρίζουμε έχει προκύψει ως αποτέλεσμα ευφυούς σχεδιασμού – ή και όχι τόσο ευφυούς, καμιά φορά. Για να αντιληφθείτε τη σημασία του καλού ντιζάιν, μπορείτε να περιηγηθείτε λίγο στη σελίδα του Michael Darnell, www.baddesigns.com, που παρουσιάζει αντίθετες περιπτώσεις από διάφορους αποτυχημένους, αστείους, δύσχρηστους και πάντως μη-ευφυείς σχεδιασμούς (οι προτιμήσεις μου είναι: Α. Η Λαβή Που Δεν Είναι Λαβή, Β. Όχι Πάνω Από 182 Άτομα, Γ. Τα Ιερογλυφικά, Δ. Όλα Είναι Δρόμος, Ε. Όχι Αυτό! ΣΤ. Which Side Are You On?).

Με ενδιαφέρει όμως η ερευνητική εμπειρία του ντιζάιν διότι έχει να προσφέρει πολλά και σ’ εμάς, τους μη-ντιζάινερς: οι εμπειρικές έρευνες που έγιναν τα τελευταία 15-20 χρόνια σ’ αυτό είναι ό,τι καλύτερο έχουμε σήμερα για απαντήσεις ως προς την ικανότητα του Μπάστερ Κήτον (βλέπε προηγούμενη ανάρτηση) – δηλαδή, ως προς τη φύση του αινιγματικού αυτού φαινομένου που συνήθως ονομάζουμε «δημιουργικότητα», «έμπνευση» κ.λπ., και που τόσο αμελήθηκε από την επιστημονική έρευνα παλιότερα. Με ποιον τρόπο λειτουργεί ένας ντιζάινερ, τι ακριβώς κάνει και πώς το κάνει; Το ντιζάιν είναι επιστήμη, τέχνη ή τεχνική; Τι είδους προγράμματα μπορούν να προσομοιώσουν τη δουλειά του ή ακόμα και να την αναπαραγάγουν; Μπορεί ένα μελλοντικό πρόγραμμα να στείλει τους ντιζάινερς στο ταμείο ανεργίας; Και τι σημαίνουν όλα αυτά για μας, τους μη-ντιζάινερς;... τέτοια ερωτήματα.

Παρακάτω θα χρησιμοποιήσω τη λέξη με την πολύ ευρεία έννοια: περιλαμβάνω στο «ντιζάιν» και την αρχιτεκτονική και τη γραφιστική και τον αστικό ή βιομηχανικό σχεδιασμό, ακόμα και τον προγραμματισμό. Αν πρέπει να δώσω έναν ορισμό, θα πω κάτι πολύ γενικό: ντιζάιν είναι η σύνθεση ενός καινούργιου πράγματος ή η αναδιοργάνωση των πραγμάτων με καινούργιο τρόπο, ώστε να ικανοποιηθεί μια αναγνωρισμένη ανάγκη – ο ορισμός προέρχεται από τον G.E.Dieter και είναι εσκεμμένα τόσο γενικός ώστε να περιλαμβάνει σχεδόν τα πάντα. Επίσης, θα ήθελα να με βοηθήσετε κι εσείς, φίλοι αναγνώστες, όποιοι από σας είστε αρχιτέκτονες, προγραμματιστές, ντιζάινερ, γραφίστες κ.λπ., ή όποιοι έχετε καταπιαστεί κάποτε με ένα πρόβλημα ντιζάιν, όπως στον παραπάνω ορισμό (δηλαδή... όλοι μας!). Πώς δουλεύετε; Τι κάνετε και πώς ακριβώς το κάνετε; Πώς λειτουργείτε όταν σχεδιάζετε, γράφετε κώδικα κ.λπ.; Με ποιον τρόπο αντιμετωπίζετε τα προβλήματά σας και σκέφτεστε τις ιδέες σας;

Αφού δεν μου λέτε, θα προτείνω εγώ. Και μάλιστα όχι έναν, αλλά δύο τρόπους:


1ος Τρόπος: Το Ορθολογικό Μοντέλο
(Το οποίο θα συναντήσετε και με διάφορες άλλες ονομασίες, ανάλογα με τον κλάδο στον οποίο προτείνεται, όπως: Reason-Centric Perspective, Technical Rationality Model, Technical Problem-Solving, Rational Unified Process, Waterfall Model ή Ποζιτιβιστικό Μοντέλο)

Πού είναι τα τεχνολογικά θαύματα που μας υποσχέθηκαν στα παιδικά μας χρόνια;... αναρωτιόταν ο David Graeber στην εισαγωγή αυτού του άρθρου. Κάποτε νομίζαμε ότι σύντομα οι Η/Υ θα αντιγράψουν όλες τις ανθρώπινες λειτουργίες, όμως: “we haven’t moved even computing to the point of progress that people in the fifties expected we’d have reached by now. We don’t have computers we can have an interesting conversation with, or robots that can walk our dogs or take our clothes to the Laundromat”. Πράγματι, είναι αλήθεια ότι τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, «Τεχνητή Νοημοσύνη» δεν σήμαινε απλώς κατασκευή χρήσιμων μηχανημάτων και εργαλείων, αλλά κατασκευή ανθρώπων: ο Η/Υ να κάνει ό,τι και ο άνθρωπος (κι ακόμα καλύτερα). Οι ανακοινώσεις των ερευνητών της ΑΙ τότε ήταν ενθουσιώδεις, περίπου σαν τις ανακοινώσεις του Αντώνη Σαμαρά για την ανάπτυξη/ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας: να, τώρα έρχονται τα θαύματα, στην παρακάτω γωνία είναι, θέμα λίγου χρόνου. Ένα λοιπόν από αυτά τα θαύματα, τα εξαγγελμένα αλλά ουδέποτε πραγματοποιημένα, ήταν και το πρόγραμμα που θα στείλει τους ντιζάινερς στο ταμείο ανεργίας.

Το ντιζάιν υπάρχει ως ξεχωριστός κλάδος από τον Β’ ΠΠ και μετά, όμως μέσα στη δεκαετία του ’60 προέκυψε το αίτημα για την ορθολογικοποίησή του. Πρέπει να το δείτε μέσα στο πνεύμα της εποχής αυτό, σ' εκείνα τα χρόνια της Τεχνητής Νοημοσύνης, όπου οι ερευνητές της ΑΙ παραλλήλιζαν τον άνθρωπο με Η/Υ και πίστευαν ότι όλες οι λειτουργίες και οι πράξεις του είναι, ουσιαστικά, επεξεργασία πληροφορίας. Ότι αυτό που κάνει ο άνθρωπος, η ουσία της νοημοσύνης του, είναι (υποτίθεται) ότι αναπαριστά/κωδικοποιεί το input των αισθήσεων σε σύμβολα, τα οποία κατόπιν επεξεργάζονται από τον εγκέφαλο με κάποια προγράμματα, κανόνες, αλγορίθμους, ρουτίνες και διαδικασίες, και τέλος όλο αυτό καταλήγει στο output μιας ευφυούς πράξης ή συμπεριφοράς (γιατί; Γιατί έτσι, χωρίς γιατί, διότι είναι ένα τόσο κομψό θεωρητικό σχήμα!)

Πάνω εκεί θα πρέπει να δείτε την κλασική («συμβολική») Τεχνητή Νοημοσύνη, ένα μεγάλο μέρος της Γνωστικής Επιστήμης (Cognitive Science), τη Θεωρία των Νοητικών Αναπαραστάσεων (Theory of Mental Representations), την Υπολογιστική Θεωρία του Νου (Computational Theory of Mind), τη Θεωρία της Υποσυστημικότητας του Νου (Modularity Theory of Mind) του Jerry Fodor, τη θεωρία της όρασης του David Marr, τη γλωσσολογία του Τσόμσκι (την αρχική, τουλάχιστον), καθώς και πολλά ορθολογικά μοντέλα στη θεωρία αποφάσεων (Decision Theory), στα οικονομικά, στο μάνατζμεντ, στην πολιτική επιστήμη και αλλού: ήταν όλα παιδιά της εποχής τους. Όλοι οι σχετικοί επιστήμονες έβλεπαν τη μυστηριώδη πολυπλοκότητα της ανθρώπινης λειτουργίας σαν αστυνομικό της Άγκαθα Κρίστι: τα κομμάτια του παζλ θα μπουν στη θέση τους άπαξ και συλλάβεις την Ιδέα. Και όλοι πίστευαν πως είχαν εντοπίσει αυτήν την Ιδέα, τον πυρήνα της ανθρώπινης νοημοσύνης, στον Η/Υ (γιατί; Γιατί έτσι, χωρίς γιατί). Θεωρούσαν λοιπόν ότι για κάθε παράδειγμα ευφυούς ανθρώπινης πράξης, η νευρολογική της πλευρά ήταν να εντοπίσεις το κρυμμένο software του εγκεφάλου πίσω της, να βρεις πώς ακριβώς ο εγκέφαλος αναλύει την υπάρχουσα κατάσταση σε σύμβολα, τα οποία χειρίζεται με λογικούς, μαθηματικούς κ.λπ. κανόνες («Πού μπορώ να βρω σύμβολα στο νευρικό σύστημα;», ρωτούσε σε μια διάλεξή του το 1963 ο Allen Newell ένα ακροατήριο νευροεπιστημόνων), να αποσαφηνίσεις πώς είναι τυποποιημένη η μαθηματική λογική στο κεντρικό νευρικό σύστημα, ποιες είναι οι λογικές πύλες AND (π.χ. νευρώνες που πυροδοτούν μόνο αν δεχτούν και τα δύο ερεθίσματα), ποιες οι λογικές πύλες OR (π.χ. νευρώνες που πυροδοτούν μόνο αν δεχτούν ένα τουλάχιστον από τα δύο ερεθίσματα) κ.ο.κ. Όσο για την έμπρακτη πλευρά, αυτή ήταν να αναλύσεις τη συγκεκριμένη πράξη σε στάδια και στοιχεία αδιαμφισβήτητης σαφήνειας, όπου να τα χρησιμοποιήσεις για να περιγράψεις την πράξη με ένα νομολογικό μοντέλο ή μια οικουμενική μέθοδο. Αυτή ήταν η Ιδέα που, πίστευαν, ότι αποκρυπτογραφεί το αστυνομικό μυθιστόρημα της ανθρώπινης νοημοσύνης, και απώτερος στόχος των επιστημόνων ήταν κάποτε να ταυτιστεί η έμπρακτη με τη νευρολογική πλευρά: τα στάδια και τα στοιχεία της πράξης, καθώς και το θεωρητικό της μοντέλο, να εξηγηθούν με όρους ενός κρυμμένου software στον εγκέφαλο, άρα να μπορούμε μετά να ισχυριστούμε ότι η θεώρησή μας πηγάζει από τον πυρήνα της ανθρώπινης φύσης.

Πάνω εκεί λοιπόν, το ντιζάιν και, ακόμα γενικότερα, η επίλυση προβλημάτων, απασχόλησε ιδιαίτερα τον Herbert Simon, ως ένα επόμενο βήμα προκειμένου οι Η/Υ και τα προγράμματα να βγουν από το εργαστήριο και να επιλύσουν πραγματικά προβλήματα στον πραγματικό κόσμο. Ο τρόπος που το έβλεπε ήταν όπως περιέγραψα παραπάνω• από το The Sciences of the Artificial (1969), υπογράμμιση δική μου: "What processes do people use to solve problems?" The answer we have proposed is, "They carry out selective search in a problem space that incorporates some of the structural information of the task environment". Δηλαδή η ουσία, το ζουμί, από αυτό που κάνει ο ντιζάινερ (και όλοι εμείς προκειμένου να λύσουμε πραγματικά προβλήματα στον πραγματικό κόσμο) είναι να επιλέγει κάποια βέλτιστη λύση από ένα καλά προσδιορισμένο σύνολο, σύμφωνα με κάποιους καλά προσδιορισμένους στόχους και υπό καλά προσδιορισμένους περιορισμούς. Ας το δούμε όμως αναλυτικότερα, γιατί αυτό είναι και η βάση του Ορθολογικού Μοντέλου στο ντιζάιν, καθώς και πολλών ορθολογικών θεωρήσεων σε άλλους τομείς:

Πρώτα ξεκινάμε από την ανάλυση του προβλήματος και γινόμαστε όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένοι. Το πρόβλημα πρέπει να σπάσει σε ατομικά στοιχεία, τα οποία να είναι τόσο καλά προσδιορισμένα ώστε να γίνουν πλήρως κατανοητά και ελεγχόμενα. Ο Η/Υ προσέφερε μια νόρμα γι’ αυτόν τον καλό προσδιορισμό: πρέπει το κάθε κριτήριο, ο κάθε περιορισμός που αντιμετωπίζουμε, ο κάθε στόχος, η κάθε ανάγκη που θα εκπληρώνει η λύση του προβλήματος κ.λπ. να μπορεί τελικά να κωδικοποιηθεί ώστε να περάσει σε έναν Η/Υ. Μεταφράζουμε λοιπόν το ασαφές, το γενικόλογο και το υποκειμενικό με απτούς όρους, ποσοτικοποιούμε τα πάντα, θέτουμε μετρήσιμα ή έστω διακριτά κριτήρια για τα λειτουργικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, την αξιοπιστία του, τη διάρκεια ζωής του, την ευκολία για σέρβις, την αισθητική του, όλα.

Κατόπιν, μπορούμε να φτιάξουμε ένα μοντέλο, μια πρώτη αφηρημένη εικόνα για το τελικό μας προϊόν και τις λειτουργιες του – με κουτάκια, βελάκια και γραμμές, σαν παρουσίαση PowerPoint. Ακόμα δεν είμαστε σε θέση να καταπιαστούμε με πραγματικά σχήματα, υλικά, διαστάσεις κ.λπ., οπότε ξεκινάμε πρώτα από το αφηρημένο – το προϊόν σαν μαθηματική συνάρτηση – και μετά θα προχωρήσουμε στο συγκεκριμένο. Στην ιδανική περίπτωση και εφόσον κάναμε καλά τον προσδιορισμό, το μοντέλο θα πρέπει να μπορεί να κωδικοποιηθεί και να περάσει σε έναν Η/Υ.

Κατόπιν και αφού έχουμε το προϊόν ως μοντέλο, ως αφηρημένη («συμβολική») εικόνα, ρωτάμε τι μπορεί να εκπληρώνει τις επιθυμητές λειτουργίες. Έρχεται η στιγμή για brainstorming και για παραγωγή ιδεών. Αρχίζουμε σταδιακά να μιλάμε για πραγματικά υλικά και πραγματικές διαστάσεις, να μεταφράζουμε τα κουτάκια και τις γραμμές με συγκεκριμένα υλικά, σχήματα, κυκλώματα κ.λπ., και να προτείνουμε λύσεις. Στην ιδανική περίπτωση, για κάθε προτεινόμενη λύση πρέπει να έχουμε πάντα μια απάντηση ΝΑΙ ή ΟΧΙ. Διότι εφόσον κάναμε καλά τον προσδιορισμό, τότε όλοι οι παράμετροι του προβλήματος θα πρέπει να έχουν γίνει μετρήσιμοι και διακριτοί, οπότε θα είναι θέμα ενός αλγορίθμου, μιας μεθόδου κ.λπ. – ενός κανόνα, δηλαδή – να αξιολογήσουμε την προτεινόμενη λύση. Αν κρίνουμε ότι οι λειτουργίες της υπολείπονται των επιθυμητών λειτουργιών, τότε αλλάζουμε τη δομή και τα στοιχεία της, συνεχίζουμε να δοκιμάζουμε άλλες λύσεις, και τελικά επιλέγουμε τη βέλτιστη. Στην ιδανική περίπτωση, αυτή είναι μια εργασία που θα μπορέσει κάποτε να γίνει από Η/Υ.

Το Ορθολογικό Μοντέλο στο ντιζάιν, όπως και πολλά ορθολογικά μοντέλα σε άλλους τομείς, στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες – τέσσερις γενικότερες νοοτροπίες που το διατρέχουν και που περιγράφουν την έννοια του «ορθολογισμού» που πραγματεύομαι εδώ:

(1) Γραμμικότητα: Η διαδικασία του ντιζάιν γίνεται σε συγκεκριμένα στάδια (πρώτα προσδιορίζουμε το πρόβλημά μας και μετά το λύνουμε, πρώτα κατασκευάζουμε ένα αφηρημένο μοντέλο το οποίο κατόπιν θα χρησιμεύσει ως οδηγός για τις συγκεκριμένες λύσεις).

(2) Γνωστική διάσταση: Όλη η εργασία γίνεται βάση σχεδίου (plan-driven). Δηλαδή, κάθε πράξη του ντιζάινερ έχει έναν ρόλο μέσα σε μια γενικότερη στρατηγική, είναι βήμα μιας ακολουθίας με σκοπό να επιτευχθεί ένας προκαθορισμένος στόχος.

(3) Καλός Προσδιορισμός: Το ιδανικό είναι όλα τα στοιχεία και οι παράμετροι του προβλήματος να μπορούν να κωδικοποιηθούν και να περάσουν σε έναν Η/Υ.

(4) Αποτελεσματικότητα: Αυτό που κάνουν ουσιαστικά οι επαγγελματίες όταν σχεδιάζουν, είναι ότι συγκρίνουν καλά προσδιορισμένες τιμές κι επιλέγουν αλγοριθμικά τη βέλτιστη ως προς κάποιους στόχους και υπό συγκεκριμένους περιορισμούς.

Αυτό είναι λοιπόν το Ορθολογικό Μοντέλο, η καθιερωμένη πρόταση για τον τρόπο που δουλεύουν οι ντιζάινερς (αν και, νομίζω, τα τελευταία 10-15 χρόνια έχουν αρχίσει να αλλάζουν τα πράγματα, ακόμα και σε πανεπιστημιακό επίπεδο). Όποιοι από εσάς είστε επαγγελματίες σχεδιαστές, αρχιτέκτονες, γραφίστες, προγραμματιστές κ.λπ., το διδαχθήκατε, κατά πάσα πιθανότητα, στη σχολή, υπό διάφορα ονόματα. Είχατε κάποιον καθηγητή που σας είπε ότι αυτός είναι ο «σωστός» τρόπος εργασίας, στον οποίο πρέπει πάντα να στοχεύετε, και ίσως αναγκαστήκατε να παρουσιάσετε ασκήσεις ή να λύσετε προβλήματα σύμφωνα με την τυποποίηση του Μοντέλου.

Όποιοι από εσάς είστε επαγγελματίες, μπορείτε επίσης να το ομολογήσετε: δεν δουλεύετε και δεν δουλέψατε ποτέ έτσι! Περισσότερο μαγειρεύατε τον τρόπο εργασίας σας να φαίνεται σύμφωνος με το Ορθολογικό Μοντέλο, ώστε να κάνετε την παρουσίαση στους καθηγητές – ή ενδεχομένως και να γεμίζατε ενοχές, που είστε αμελείς, τεμπέληδες και ανόητοι, και συνεχώς αποτυγχάνετε να δουλέψετε με τον «σωστό» τρόπο...

Ντιζάινερς όλων των κλάδων, αποενοχοποιηθείτε! Σας έχω νέα: δεν είστε μόνο εσείς που δεν δουλεύετε σύμφωνα με το Ορθολογικό Μοντέλο, αλλά... σχεδόν όλος ο κόσμος! Επίσης, πολύ καλά κάνετε και δεν δουλεύετε με τον «σωστό» τρόπο, είστε σοφοί. Όπως ξέρετε κι από την εμπειρία σας, αν πιέσεις τον εαυτό σου να δουλέψει αποκλειστικά με τον «σωστό» τρόπο, δουλειά δεν θα κάνεις• αν θέλεις να κάνεις δουλειά και να παραγάγεις αποτελέσματα, πρέπει να δουλέψεις διαφορετικά. Πάνω εδώ λοιπόν έχω να προτείνω και έναν δεύτερο τρόπο εργασίας, που περιγράφει πολύ καλύτερα αυτό που κάνουν οι πραγματικοί επαγγελματίες στον πραγματικό κόσμο:


2ος Τρόπος: Το Εναλλακτικό Μοντέλο
Οι πρώτες σημαντικές αντιρρήσεις ως προς την ορθολογικοποίηση του ντιζάιν και τη σχέση του με την επιστήμη προέκυψαν το 1980, σε ένα συνέδριο της Design Research Society στην Αγγλία. Το γενικό πνεύμα του συνεδρίου ήταν ότι η πράξη του ντιζάιν περιλαμβάνει τόσο πολύ αυτή τη φευγαλέα ποιότητα που ονομάζουμε «δημιουργικότητα» ή «καινοτομία» ή «επινοητικότητα», ώστε είναι η επιστήμη που έχει κάτι να μάθει από αυτό, όχι το αντίστροφο.

Κατόπιν, άρχισαν να γίνονται οι πρώτες εμπειρικές έρευνες για τον τρόπο εργασίας των ντιζάινερς, από τις οποίες σταδιακά διαμορφώθηκε το Εναλλακτικό Μοντέλο. Είπαμε ότι το Ορθολογικό Μοντέλο στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες: (1) Γραμμικός τρόπος εργασίας, (2) Γνωστική διάσταση, (3) Καλός προσδιορισμός, (4) Αποτελεσματικότητα. Το Εναλλακτικό Μοντέλο λέει ότι... δεν ισχύουν τίποτα από τα παραπάνω! Όχι αποκλειστικά, τουλάχιστον. Δεν τίθεται θέμα για το πιο είναι πλησιέστερο στην πραγματικότητα: νομίζω πως ΟΛΕΣ οι εμπειρικές έρευνες υποστηρίζουν το Εναλλακτικό Μοντέλο! Πάνω από τρεις μήνες τώρα ψάχνω αυτό το θέμα του ντιζάιν, και δεν έχω βρει ούτε μία που να υποστηρίζει το Ορθολογικό (αν τυχόν γνωρίζετε σχετικές εμπειρικές έρευνες, θα χαιρόμουν πολύ να τις υποδείξετε, τις μαζεύω). Θα αφήσω τη συζήτησή του για την επόμενη ανάρτηση, τις κοινωνικές, πολιτικές, επαγγελματικές κ.λπ. προεκτάσεις του, την ευρύτερη σημασία όλων αυτών για μας, τους μη-ντιζάινερς, καθώς και την εναλλακτική θεώρηση για τη φύση του ανθρώπινου όντος που διαγράφεται πίσω του (αυτά είναι που πραγματικά με ενδιαφέρουν και, όχι, ο Η/Υ δεν είναι ο κατάλληλος παραλληλισμός για τον άνθρωπο – δεν είμαι καν σίγουρος ότι η μηχανή είναι ο κατάλληλος παραλληλισμός για τον άνθρωπο). Εδώ θα τονίσω απλώς ότι το Μοντέλο αυτό δεν δημιουργήθηκε από κάποιους θεωρητικούς, στα κλιματιζόμενά τους γραφεία και απομακρυσμένους από το αντικείμενο της μελέτης τους• δημιουργήθηκε από την εμπειρική παρατήρηση πραγματικών ντιζάινερς κατά την εργασία τους.

Κλείνοντας, επισημαίνω πάλι ότι το Ορθολογικό Μοντέλο, οι τέσσερις πυλώνες του, ξεφεύγουν από τον χώρο του ντιζάιν και διαπερνάνε, ως άρρητες νοοτροπίες, ένα τεράστιο μέρος της κοινωνικής, οικονομικής, επαγγελματικής κ.λπ. ζωής μας. Μπορείτε να τα εντοπίσετε σχεδόν παντού, αν ψάξετε. Να πω ένα παράδειγμα, οι φιλόλογοι στο σχολείο, που μας λέγαν να γράφουμε εκθέσεις περίπου ως εξής: (1) πρώτα κάνουμε ένα σκιαγράφημα στο πρόχειρο, σημειώνουμε συνοπτικά τα βασικά σημεία στα οποία θα αναφερθούμε, τη σειρά που θα τα αναπτύξουμε κ.λπ., και δουλεύουμε καλά μέχρι να τα καλύψουμε όλα, (2) τότε και μόνο τότε ξεκινάμε να γράφουμε, με οδηγό το σκιαγράφημα, πρώτα τον πρόλογο, ο οποίος να είναι το 1/8 της έκθεσης κ.λπ. Δηλαδή, γραμμικός και μεθοδικός τρόπος εργασίας, πρώτα ξεκινάμε από το σκιαγράφημα και μετά, με αυτό ως οδηγό, γράφουμε το κείμενο, ώστε το κάθε τι να είναι μέρος ενός σχεδίου. Εδώ θέλω να ρωτήσω όλους εσάς που κάποτε υπήρξατε μαθητές: έτσι γράφατε τις εκθέσεις σας; Εγώ, τουλάχιστον, δεν νομίζω να έγραψα ούτε μια έκθεση αποκλειστικά με τον «σωστό» τρόπο, περισσότερο με έπιανε αμηχανία κάθε φορά που πάλι δεν κατάφερα να γράψω όπως (υποτίθεται ότι) πρέπει. Δηλαδή, άρχιζα το συνοπτικό σκιαγράφημα στο πρόχειρο, σε κάποια στιγμή έπαιρνα φωτιά με κάποιο θέμα κι έγραφα ασταμάτητα γι' αυτό, μετά συνειδητοποιούσα ότι, ουσιαστικά, γράφω την έκθεση στο πρόχειρο, κατόπιν και μεταφέροντάς την στο καθαρό την ξανάγραφα από την αρχή, σκεφτόμουν καινούργια σημεία, άλλαζα τη σειρά τους κ.λπ., οπότε περισσότερο χρησιμοποιούσα το πρόχειρο ως prequel παρά ως οδηγό για το καθαρό. Το καθαρό, τελικά, ήταν πρόχειρο reloaded. Αν είχα κι άλλο καθαρό και περισσότερο χρόνο, η τελική έκθεση θα ήταν διαφορετική. Πείτε μου κι όσοι από εσάς είστε επαγγελματίες ή συστηματικοί συγγραφείς: έτσι γράφετε τα κείμενά σας; Κάνετε πρώτα ένα πλήρες σκιαγράφημα των σημείων που θα καλύψετε ή της πλοκής που θα εξιστορήσετε, κατόπιν και βάση αυτού γράφετε την Εισαγωγή, μετά το 1ο Κεφάλαιο κ.λπ.; Σε μένα, τουλάχιστον, αυτό δεν περιγράφει ούτε ένα κείμενό μου, τον τρόπο που γράφτηκε. Ούτε καν μία ανάρτηση αυτού του μπλογκ. Θα έλεγα ότι μια καλύτερη περιγραφή για τον τρόπο που γράφονται τα κείμενα είναι: ένα χάος που σταδιακά τακτοποιείται, ένα παζλ που σιγά-σιγά σχηματίζει μια εικόνα (και, μάλιστα, ένα παζλ που τις περισσότερες φορές ξεκινάς να το λύνεις χωρίς να ξέρεις ακριβώς ποια θα είναι η εικόνα του).

Αλήθεια, γιατί αυτός να είναι ο «σωστός» τρόπος συγγραφής; Ποιος ξέρει, χωρίς γιατί, διότι είναι τόσο κομψός, γι’ αυτό!

Δώστε μου, αν θέλετε, κι εσείς feedback, και θα συνεχίσουμε στην επόμενη ανάρτηση με ακόμα περισσότερο ορθολογισμό!

συνεχίζεται εδώ

Οι Αναδρενάλινες Προσπεράσεις

Ας αρχίσουμε με έναν παραλληλισμό: Άμα θέλεις να κάνεις προσπέραση, κάντο σβέλτα και παστρικά. Άναψε φλας, βγες, πάτα γκάζι, τέλειωνε γρήγορα, ώστε να στρεσάρεις όσο το δυνατόν λιγότερο τον εαυτό σου, αυτόν που προσπερνάς και τους άλλους που έρχονται από απέναντι. Εναλλακτικά, μπορείς να μην κάνεις καθόλου προσπέραση: εξίσου καλό. Κρίνεις πως δεν έχεις, εκείνη τη στιγμή, την αδρεναλίνη που απαιτείται, οπότε επιλέγεις να οδηγείς σαν κότα. Καθόλου κακό, έτσι οδηγώ κι εγώ συνήθως, το να είσαι κότα στην οδήγηση είναι αρετή, όχι ντροπή.

Το κακό είναι να πας να κάνεις προσπέραση χωρίς όμως την αδρεναλίνη που απαιτείται. Δηλαδή, να βγεις για προσπέραση όμως να διστάζεις να πατήσεις περισσότερο το γκάζι, να σοκάρεσαι από την ξαφνική επιτάχυνση, από την άλλη όμως να μην αναγνωρίζεις το λάθος σου, να μην ξανατραβιέσαι μέσα, οπότε τελικά βρίσκεσαι παγιδευμένος σε μια κατάσταση που δεν ξέρεις τι να κάνεις – πέρα από το να ελπίζεις ότι, με κάποιον μαγικό τρόπο, ο δρόμος ξαφνικά θα φαρδύνει και τα αυτοκίνητα που έρχονται από απέναντι θα εξαφανιστούν. Έτσι γίνεσαι δημόσιος κίνδυνος. Ουσιαστικά, αρνιέσαι την πραγματικότητα, αυτό κάνεις. Είναι σαν να προσπερνάς προσπαθώντας παράλληλα να διατηρήσεις τη μη-προσπέραση, την ασφάλεια και την ηρεμία της: δεν γίνεται! Αν επιλέξεις να το κάνεις, κάντο γρήγορα κι αποφασιστικά. Κάθε προσπέραση περιλαμβάνει ρίσκο κι αδρεναλίνη, θα χάσεις στιγμιαία την ηρεμία σου – αποδέξου το για το καλό το δικό σου, των επιβατών σου και των άλλων οδηγών.

Το χειρότερο από όλα όμως θα είναι να βγει ένας τροβαδούρος που να υμνεί αυτές τις αναδρενάλινες προσπεράσεις (αναδρενάλινος = α στερητικό + αδρεναλίνη). Να τις δικαιώνει, να τις επιτηδεύει και να ντύνει με πλούσιες λέξεις τη σύγχισή τους...

Ας φύγουμε όμως από την οδήγηση κι ας πάμε στη ζωή. Η οποία πολλές φορές μας εξαπατά, μας κάνει να νομίζουμε ότι ο δρόμος της θα είναι φαρδύς και ανοιχτός, όμως τελικά αυτός αποδεικνύεται στενός και γεμάτος αυτοκινητικά εμπόδια. Κάπου εκεί έρχεται η στιγμή για μεγάλες αποφάσεις. Ίσως πρέπει να κάνεις κάτι ριζοσπαστικό. Ίσως πρέπει να αλλάξεις τη ζωή σου θεμελιωδώς. Ίσως πρέπει να γίνεις ακόμα και τυχοδιώκτης, νομάς, μοναχός, μετανάστης, περιπλανώμενος ιππότης ή επαναστάτης. Πάντως ό,τι κι αν κάνεις, οι μεγάλες αλλαγές περιλαμβάνουν πάντα ρίσκο κι αδρεναλίνη. Θα εξαφανιστεί η ηρεμία και η ασφάλεια που έχεις, η αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε οικείο χώρο. Όλα θα γίνουν άγνωστα, ενδεχομένως επικίνδυνα, και κανείς δεν σου εγγυάται ότι η ιστορία θα έχει happy end. Τι να κάνουμε, έτσι είναι η ζωή.

Εναλλακτικά, μπορείς να μετρήσεις τον εαυτό σου και να κρίνεις ότι δεν το ‘χεις. Κι αυτό καλό, αποδέχεσαι εξίσου την πραγματικότητα. Οι Άγγλοι λένε: «ο διάβολος που ξέρουμε είναι προτιμότερος από τον άγγελο που δεν ξέρουμε», κάτι το οποίο δεν είναι ντροπή, αρκεί να το αποδεχτείς, να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου. Όλα τα παραπάνω είναι εξίσου καλά.

Το κακό θα είναι να παραμείνεις σε μια μεσοβέζικη φάση – το αντίστοιχο της αναδρενάλινης προσπέρασης στην οδήγηση – όπου αρνιέσαι την τωρινή κατάσταση αλλά και δεν τολμάς να πάρεις τις μεγάλες αποφάσεις. Πολύς κόσμος παραμένει έτσι για όλη του τη ζωή. Και πάντα ελπίζει ότι θα γίνει ένα θαύμα κι όλα θ’ αλλάξουν χωρίς να ριψοκινδυνεύσει, ενώ συνήθως εκδηλώνει γκρίνια. Άρνηση της πραγματικότητας αλλά και έλλειψη της απαιτούμενης αδρεναλίνης: αυτή είναι η ουσία της γκρίνιας. Μα γιατί δεν εξαφανίζονται μαγικά αυτά τα καταραμένα αυτοκίνητα που έρχονται από απέναντι;...

Το χειρότερο από όλα όμως θα είναι να βγει ένας τροβαδούρος που να υμνεί αυτήν την αναδρενάλινη σύγχιση. Να τη δικαιώνει, να την επιτηδεύει, να την ντύνει με πλούσιες λέξεις... Εδώ μιλάμε για κάτι προχωρημένο, υπαρξιακή γκρίνια. Γκρίνια ως στάση ζωής. Μα γιατί δεν διαλύονται στη σκόνη του χθες αυτά τα καταραμένα ερωτηματικά που έρχονται απρόσκλητα;...

Δυστυχώς έχει γίνει πραγματικότητα αυτή η δικαίωση της αναδρενάλινης σύγχισης, η γκρίνια ως στάση ζωής. Ονομάζεται: «ποίηση Κικής Δημουλά».

Ο Παραλογισμός Του Ορθολογισμού Ι


Ένα μικρό απόσπασμα από το Rationality in Action (2001) του John Searle:

Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ επισκέφτηκα έναν φίλο μου, υψηλόβαθμο αξιωματούχο στο Πεντάγωνο. Προσπάθησα να τον μεταπείσω για την πολιτική των ΗΠΑ στον πόλεμο, ειδικά για τον βομβαρδισμό του Βορείου Βιετνάμ. Αυτός είχε Ph.D. στα οικονομικά μαθηματικά. Πήγε στον πίνακα και σχεδίασε τις καμπύλες της παραδοσιακής μικροοικονομικής ανάλυσης: «Εκεί που τέμνονται αυτές οι δυο καμπύλες, εξισώνεται για τους εχθρούς η οριακή χρησιμότητα της αντίστασης με την οριακή αρνητική χρησιμότητα του βομβαρδίζεσθαι. Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να παραδοθούν. Το μόνο που θεωρούμε, ότι είναι ορθολογικοί. Το μόνο που θεωρούμε, ότι οι εχθροί είναι ορθολογικοί!»

Κατάλαβα τότε ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά με τη θεωρητική σύλληψη που έχουμε για τον ορθολογισμό και με την εφαρμογή της στην πράξη. Ακούγεται τρελό να θεωρεί κάποιος ότι οι αποφάσεις που αντιμετώπιζε στον πόλεμο ο Χο Τσι Μιν και οι σύντροφοί του ήταν σαν την απόφαση να αγοράσεις ή όχι μια οδοντόκρεμα, δηλαδή να μεγιστοποιήσεις κάποια προσδοκώμενη χρησιμότητα

Συμφωνώ με τον Searle, κάτι δεν πάει καθόλου καλά μ’ αυτό το παράλογο φάντασμα που κατασκευάσαμε, το ονομάσαμε «ορθολογισμό» (rationality), βασίσαμε όλη την κλασική οικονομική θεωρία επάνω του, όλη την κλασική πολιτική επιστήμη, ώστε να φτιάχνουμε κομψά μοντέλα και να τα παρακολουθούμε κατόπιν να διαψεύδονται από την πραγματικότητα – όπως έπαθαν οι ΗΠΑ στο Βιετνάμ, εξού και το παράδειγμα πιο πάνω. Καθώς μάλιστα υποδεικνύει ο Searle, το πρόβλημα είναι διπλό: κάτι δεν πάει καθόλου καλά τόσο με τη θεωρητική σύλληψη του «ορθολογισμού», όσο και με την εφαρμογή της στην πράξη. Ναι, όμως που ακριβώς είναι το πρόβλημα;...

Ακολούθως θα κάνω ορισμένες επισημάνσεις γι’ αυτό το παράλογο φάντασμα του «ορθολογισμού» – το οποίο μάλιστα έχει κοστίσει σε αίμα και ανθρώπινες ζωές• δεν είναι απλό φάντασμα, είναι βαμπίρ. Το επιχείρημά μου είναι τετραπλό, σκοπεύω να υποστηρίξω ότι: Α) σε πείσμα του αξιωματούχου στο Πεντάγωνο πιο πάνω (με Ph.D. στα οικονομικά μαθηματικά), οι άνθρωποι δεν είμαστε «ορθολογικοί», Β) καλά κάνουμε και δεν είμαστε, αλίμονο αν ήμασταν, Γ) υπάρχουν συγκεκριμένες ανεπάρκειες στην κλασική σύλληψη του «ορθολογισμού», τυφλά σημεία για την επιστημονική και φιλοσοφική παράδοση, Δ) το θέμα δεν είναι αυστηρά ακαδημαϊκό, έχει σπουδαίες πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές κ.λπ. συνέπειες, που επηρεάζουν όλους μας. Είναι ένα θέμα που έχει να κάνει με τη ζωή μας, την καθημερινότητά μας, τη ζωή των παιδιών μας, με όλα. Ο σκοπός μου δεν είναι να κάνω μια θεωρητική συζήτηση, αδιάφορη για τον πολύ κόσμο και αδιάφορη προς τον πολύ κόσμο, αλλά... να κατεδαφίσω τον δυτικό πολιτισμό! Ε, πρέπει να έχει κανείς κι ορισμένους υψηλούς στόχους στη ζωή του, δε συμφωνείτε;

Ας αρχίσουμε όμως από τους κλασικούς, τους πολύ κλασικούς. Δηλαδή, τον Μπάστερ Κήτον.



Αντίστροφα κι Ανάλογα τα Λογικά και τα Παράλογα
Όπως ξέρετε, ο Μπάστερ Κήτον ήταν ένας σπουδαίος κωμικός του παλιού βωβού κινηματογράφου, οι ταινίες του οποίου συνεχίζουν να είναι απολαυστικές μέχρι σήμερα. Μάλιστα, ακόμα κι όταν γέρασε, συνέχισαν να τον συμβουλεύονται πολλοί σκηνοθέτες, παραγωγοί και ηθοποιοί• ήταν ένας έμπειρος άνθρωπος του κινηματογράφου που μπορούσε να δώσει πολλά στους νεότερους. Παραθέτω από μνήμης ένα περιστατικό μ’ αυτόν, το οποίο είδα πιτσιρικάς στην TV, σ’ ένα ντοκιμαντέρ: κάποια μέρα επισκεύτηκε ένα στούντιο, στο οποίο ένας γνωστός του σκηνοθέτης γύριζε μια κωμωδία. Σ’ εκείνη τη φάση των γυρισμάτων η υπόθεση ήταν ότι ένας τύπος μπήκε σε κάποιο ξένο σπίτι να βουτήξει κάτι, κατόπιν πήγε να φύγει, όμως ανοίγοντας την πόρτα ανακάλυψε ότι απ’ έξω καιροφυλακτούσε ο σκύλαρος του σπιτιού να του την πέσει, οπότε την έκλεισε τρομαγμένος.

«Θέλουμε να βγάλουμε τον τύπο από το σπίτι να συνεχιστεί η πλοκή, όμως έχουμε κολλήσει εδώ», εξήγησε στον Μπάστερ ο σκηνοθέτης. «Γυρίσαμε ήδη τη σκηνή ως εξής: ο τύπος τελικά βγαίνει από το πίσω παράθυρο, ο σκύλος τον παίρνει χαμπάρι και τον κυνηγάει, ο τύπος τρέχει, σκοντάφτει, πέφτει κάτω, ο σκύλος του δαγκώνει τον πισινό, τελικά αυτός σηκώνεται και πηδά άρον άρον τον φράχτη κ.λπ. Εντάξει, όμως είναι κλισέ!... Ψάχνουμε κάτι πιο νόστιμο, που να βγάλει και γέλιο. Μπορείς εσύ να σκεφτείς κάτι;»



Ο Μπάστερ Κήτον λοιπόν εξέτασε το όλο σκηνικό, σκέφτηκε, σκέφτηκε, και ξαφνικά είπε «το βρήκα!». Η σκηνή τελικά ξαναγυρίστηκε με τις υποδείξεις του:

Ο τύπος ανοίγει την πόρτα να φύγει, ο σκύλαρος απ’ έξω πάει να μπει μέσα κι ο τύπος την κλείνει τρομαγμένος. Εξετάζει λίγο την κατάσταση και βγάζει τους πίρους από τους μεντεσέδες της πόρτας. Κατόπιν την ξανανοίγει ελαφρά, ο σκύλαρος βάζει το κεφάλι μέσα, ο τύπος βγαίνει από την άλλη μεριά περιστρέφοντας την πόρτα και κρατώντας την ανάμεσα σ’ αυτόν και στον σκύλο (όπως οι περιστρεφόμενες πόρτες στα μαγαζιά), ο σκύλος μπαίνει από τη μια, ο τύπος βγαίνει από την άλλη, και τελικά με μια περιστροφή της πόρτας 180 μοιρών, ο τύπος έχει βγει από το σπίτι κι έχει κλείσει τον σκύλο μέσα!

Ήταν σίγουρα μια πανέξυπνη ιδέα του Μπάστερ Κήτον όμως, για να επιστρέψουμε στο θέμα μας, ήταν και «ορθολογική» (rational) ή όχι; Εδώ έχω ένα πρόβλημα! Ψάχνοντας το θέμα, τι είναι αυτό που το λένε «ορθολογισμός» μιας απόφασης ή πράξης, θα βρει κανείς πολλούς ορισμούς που έχουν να κάνουν με τη μεγιστοποίηση κάποιου μεγέθους (συνήθως της χρησιμότητας ή του όφελους), υπό καλά προσδιορισμένα κριτήρια και περιορισμούς. Άλλοι ορισμοί τονίζουν την εσωτερική συνέπεια ενός συστήματος ιδεών ή πεποιθήσεων – δηλαδή, να μην παράγει αντιφάσεις. Άλλοι τονίζουν τη λογική αρτιότητα (logical integrity) της συλλογιστικής διαδικασίας• η ιδέα, δηλαδή, να προκύπτει ως τελικό συμπέρασμα μιας επιχειρηματολογίας σύμφωνης με τους κανόνες της τυπικής λογικής. Όλοι αυτοί οι ορισμοί έχουν μια μαθηματικότητα. Ο «ορθολογισμός», ειδωμένος κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι κάτι που μπορεί να ελεγθεί με συντακτικούς κανόνες κι αλγόριθμους, να αποτελέσει θεωρητική βάση τυποποίησης προβλημάτων, να γίνει ένα προσδιορίσιμο μέγεθος όπως το «εισόδημα» ή το «ηλεκτρικό φορτίο».

Το πρόβλημά μου λοιπόν είναι ότι αυτές οι επισημάνσεις πιο πάνω δεν βοηθάνε σε μια περίπτωση όπως με την ιδέα του Μπάστερ Κήτον. Η ουσία εδώ δεν είναι να επιλέξεις, με κάποιο κριτήριο, τη βέλτιστη από ένα σύνολο υποψήφιων λύσεων αλλά να τη σκεφτείς! Αυτό είναι το ζουμί. Αν τη σκεφτείς, μετά ουσιαστικά τέλειωσε το πρόβλημα.

Όχι μόνο αυτό, αλλά δε μοιάζει καθόλου εύκολο και να υποστηρίξεις τυπικά την ιδέα σου. Ο Μπάστερ ήταν τυχερός γιατί ο φίλος του, ο σκηνοθέτης, ήταν κι αυτός άνθρωπος του κινηματογράφου, οπότε έπιασε αμέσως την αξία της ιδέας. Σκεφτείτε να έπρεπε να υποβάλει αίτηση σε κάποιο κεντρικό συμβούλιο καφκικών τεχνοκρατών, άσχετων με τον κινηματογράφο, οι οποίοι, για να εγκρίνουν μια ιδέα, απαιτούν κάποιου είδους τεκμηρίωση, π.χ. ανάλυσή της σε μεγέθη και παραμέτρους, απόδειξη ότι η ιδέα μεγιστοποιεί την ψυχαγωγική χρησιμότητα του θεατή ή κάτι ανάλογο... Κρατήστε το αυτό, θα το βρούμε και στη συνέχεια.

Αλήθεια, μια που το θίξαμε... πόσες τέτοιες περίφημες ιδέες πεθαίνουν μέσα στις γραφειοκρατίες της οικουμένης, επειδή οι λειτουργοί που τις σκέφτονται δεν έχουν τρόπο να τις υποστηρίξουν τυπικά; Πόσες φορές οι γραφειοκρατικές ιεραρχίες λειτουργούν υποβέλτιστα, σαν ακινηματογράφητο κεντρικό συμβούλιο που δίνει εντολή στον σκηνοθέτη να προχωρήσει με το καρτουνίστικο κλισέ του σκύλου που κυνηγά τον εισβολέα, επειδή είναι δοκιμασμένη λύση; Πολλές, εφιαλτικά πολλές, υποψιάζομαι... Από το Τhe Bureaucratic Experience του Ralph Hummel, σελ. 125:

Όταν δούλεψα πρώτη φορά στο Τμήμα Οδικής Σήμανσης πίστευα ότι ήξερα τη δουλειά μου. Η δουλειά μου ήταν να παίρνω το συνεργείο – είχα δυο βοηθούς – να βγαίνουμε με το φορτηγό, κι όταν βλέπαμε κάποιο σήμα της τροχαίας πεσμένο, να το ξαναβάζουμε στη θέση του. Επισκευάζαμε γύρω στα 40 σήματα την ημέρα, κι όταν ψοφάγαμε απ’ την κούραση, την κάναμε για τα σπίτια μας.

Μετά μας είπαν: θα πρέπει να τα καταγράφετε στο χαρτί. Οπότε την κάναμε τρεις ώρες νωρίτερα για να ολοκληρώσουμε και τη γραφειοκρατική δουλειά, κι επισκευάζαμε κάπου 35 σήματα. Άμα δεν το ‘χαν στο χαρτί, οι αποπάνω δεν το πίστευαν ότι η δουλειά είχε γίνει.

Και μετά πήραν έναν ειδικό για να αυξήσει την απόδοση. Μια μέρα, το αφεντικό μού δίνει ένα κομμάτι χαρτί και μου λέει: «Αν δεν επισκευάζεις τόσα και τόσα σήματα την ημέρα, θα μας αναφέρεις τους λόγους». Κοίταξα το χαρτί και το έδειξα στο συνεργείο μου. Μετά βγήκαμε στο δρόμο και γελούσαμε για είκοσι λεπτά. Το πλαφόν που μας έβαλαν ήταν 20 σήματα την ημέρα. Εμείς επισκευάζαμε 30 και 40 πρωτού αρχίσουν ν’ ανακατεύονται. Γραφειοκρατίες, αναφορές, ειδικοί. Τώρα επισκευάζουμε 20 σήματα και μετά την κάνουμε για τα σπίτια μας. 

Ας τ’ αφήσουμε όμως αυτά κι ας ξαναγυρίσουμε στο αρχικό μας θέμα, να το συζητήσουμε λίγο περισσότερο: ο Μπάστερ Κήτον ήταν ένας σπουδαίος και έμπειρος κωμικός• κάτι που σημαίνει ότι, από την ίδια τη δουλειά του, είχε συνηθίσει να κοιτάζει το οικείο, το καθημερινό, και να βλέπει αυτό που δεν βλέπουμε εμείς, να σκέφτεται εντελώς διαφορετικές λειτουργικότητες. Εσείς κι εγώ συνήθως αναλύουμε ένα σπίτι σε τοίχους, πόρτες, παράθυρα, οροφή κ.λπ., και ξέρουμε ότι ο κόσμος βγαίνει από τις πόρτες ανοίγοντάς τις. Όμως για τον Μπάστερ, οι πόρτες αναλύονταν περαιτέρω σε μεντεσέδες, πίρους, σανίδες, κι όλα αυτά γίνονταν εργαλεία της δουλειάς του, οντότητες για να παίξει μαζί τους και να βρει άλλες λειτουργικότητες, τις οποίες δεν φαντάζεται ο Γιάννης και η Μαρία, ώστε να τους ξαφνιάσει ευχάριστα και να βγάλει γέλιο. Ας πούμε, δεν ξέρω αν το ξέρατε, ότι ίσως η πιο πρωτότυπη, έξυπνη, απολαυστική, γουστόζικη κωμική σκηνή που έχει γυριστεί ποτέ, η περίφημη σκηνή της καμπίνας από το A Night at the Opera των αφών Μαρξ, ήταν δική του ιδέα. Ο άνθρωπος ήταν ιδιοφυΐα σ’ αυτό ακριβώς το θέμα: να κοιτάζει το συνηθισμένο και να σκέφτεται το ασυνήθιστο, με τελικό κριτήριο το γέλιο του ευχάριστου ξαφνιάσματος για τον θεατή.



Η περίφημη σκηνή της καμπίνας, από το A Night at the Opera των αφών Μαρξ


Μ’ αυτήν λοιπόν την έννοια δε φαίνεται καθόλου απλό να τυποποιήσεις το ζήτημα που έθεσε ο σκηνοθέτης στον Μπάστερ και να συναγάγεις την ιδέα του με κάποια καλά προσδιορισμένη διαδικασία: άμα το σκεφτείς από την αρχή αυτό, ότι μια πόρτα αποτελείται από μεντεσέδες, πίρους, σανίδες κ.λπ., τότε μετά μοιάζει εύκολη υπόθεση να καταλήξεις στην ιδέα του Μπάστερ• άμα όμως δεν το σκεφτείς καθόλου, τότε πώς θα φτιάξεις ένα πρόγραμμα ή μια μέθοδο που να εφευρίσκει τέτοιες ιδέες; Μου φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο...

Αυτή λοιπόν την μπαστερκητονικότητα μιας ιδέας συνήθως την αποκαλούμε «έμπνευση», «δημιουργικότητα», «εύρηκα!», «μου ήρθε φλας» ή κάτι ανάλογο και αντιεπιστημονικό, το οποίο ουσιαστικά δεν λέει τίποτα, είναι απλώς μια ταμπέλα που βάζουμε για να έχουμε κάπως να ονομάζουμε αυτό το ευχάριστο σοκ, όταν ξαφνικά διαπιστώνουμε ότι το πρόβλημα μεταμορφώνεται και αντιλαμβανόμαστε καινούργιες οντότητες και λειτουργικότητες: εκεί που πριν βλέπαμε μια «πόρτα» τώρα βλέπουμε «πίρους» και «μεντεσέδες», ενώ εκεί που πριν βλέπαμε μια «καμπίνα πλοίου», τώρα βλέπουμε «κάτι που μπορεί να χωρέσει 15 άτομα».

Με την ευγενική χορηγία του Μπάστερ Κήτον, ας κάνουμε αυτήν την επισήμανση για τη συνέχεια: φαίνεται να υπάρχουν καταστάσεις, θέματα και προβλήματα, η λύση των οποίων ελάχιστα έχει να κάνει με την επιλογή μιας βέλτιστης λύσης από ένα σύνολο ή με την λογική αρτιότητα ενός συλλογισμού κ.λπ. Η ουσία σ’ αυτές τις καταστάσεις δεν είναι να τις τυποποιήσεις και να εφαρμόσεις συντακτικούς κανόνες πάνω σε σύμβολα• η ουσία είναι να δεις το πρόβλημα αλλιώς. Δεν είναι κακό αυτό, αρκεί να γνωρίζουμε τα όριά του. Δηλαδή, να θέσουμε το ερώτημα: ποια από τα ζητήματα της ζωής μας έχουν να κάνουν με αυτήν την ατυποποίητη ποιότητα της «δημιουργικότητας», «έμπνευσης», του «δες το αλλιώς» κ.λπ.; Ας προτείνω μια διστακτική απάντηση:

Εμμ... όλα.

Μικρά και μεγάλα, σημαντικά κι ασήμαντα, εξαιρετικά και καθημερινά. Εκτός ίσως από το σκάκι, τις μαθηματικές ασκήσεις του σχολείου, κάποια επιτραπέζια παιχνίδια και τη λογιστική (δεν ισχύει για τον Σημίτη), σε όλα τα υπόλοιπα ζητήματα της ζωής μας υπάρχει ένα φάντασμα στη μηχανή, υπεισέρχεται δηλαδή αυτή η ατυποποίητη ποιότητα. Ή έστω σε πολύ περισσότερα ζητήματα απ’ ό,τι είχαμε φανταστεί στο παρελθόν, αρκετά πάντως ώστε να πούμε ότι ο άνθρωπος είναι θεμελιωδώς δημιουργικό ον («δημιουργικό» εδώ σημαίνει το αντίθετο του «αλγεβρικό»: που δεν λειτουργεί με κανόνες και καλά προσδιορισμένα σύμβολα).

Θα ήθελα όμως και τις δικές σας σκέψεις. Έκανα μια εισαγωγή, δώστε μου, αν θέλετε, και το δικό σας feedback, να συζητήσουμε λίγο αυτό το θέμα του «ορθολογισμού», ώστε να έχουμε έναν προβληματισμό να αναφερόμαστε στη συνέχεια. Σήμερα είμαστε τυχεροί• τις 2-3 τελευταίες δεκαετίες έχουν γίνει πολλές εμπειρικές έρευνες σε κάποια συναφή θέματα, οπότε έχουμε στοιχεία και υλικό για να μιλάμε. Θα τα δούμε όμως στη συνέχεια αυτά. Δώστε μου, λοιπόν, feedback και θα επανέρθω σύντομα με ακόμα περισσότερο ορθολογισμό!

η συνέχεια εδώ