Άνω Τάξη, Κάτω Τάξη

Συζητούσαμε κάποτε με τον φίλο μου, τον Σωτήρη, όταν δούλευε αρχαιολόγος στους Δελφούς. Μου έλεγε για τους αρχαιόπληκτους, που πηγαίνουν το θερινό ηλιοστάσιο στην Κασταλία πηγή και στον αρχαιολογικό χώρο, και κάνουν διάφορες τελετές για να ανοίξουν τις αστρικές πύλες, να έρθουν σε επαφή με την ενέργεια του Απόλλωνα κ.λπ. Αφού γελάσαμε, ο Σωτήρης παρατήρησε: «Αυτοί οι τύποι έχουν πολύ στρεβλή εικόνα για την αρχαιοελληνική θρησκεία. Την σκέφτονται με τρόπο νεοπλατωνικό, με ενέργειες, αστρικές πύλες, κρυφούς συμβολισμούς κ.λπ. Δεν ήταν όμως έτσι! Η θρησκεία των αρχαίων ήταν εμπορική συναλλαγή: σου δίνω, μου δίνεις• εγώ θα στολίσω τον ναό για τη γιορτή σου, εσύ θα φροντίσεις να πάνε καλά οι δουλειές μου• εγώ θα σου θυσιάσω έναν κόκορα, εσύ θα γιατρέψεις τον αδερφό μου κ.λπ.»

Περιστατικά σαν το παραπάνω με κάνουν να σκέφτομαι ότι ίσως έχει νόημα να δούμε διαφορετικά τις ευρασιατικές θρησκείες, όχι με τους γνωστούς όρους – «Χριστιανισμός», «Βουδισμός» κ.λπ. Η κατ’ όνομα θρησκεία ίσως να μη δίνει πολλές πληροφορίες για τη θρησκευτικότητα κάποιου, έχουμε πολλούς Χριστιανισμούς, Βουδισμούς, αθεϊσμούς κ.λπ., οι οποίοι παρουσιάζουν διαπαραταξιακές ομοιότητες και ενδοπαραταξιακές διαφορές.

Πάνω εδώ λοιπόν, υπάρχει ένα ενδιαφέρον βιβλίο, η Κοινωνιολογία της Θρησκείας, του Max Weber. Πίσω από τις γραμμές του βιβλίου διαφαίνεται μια άλλη ανάγνωση των θρησκειών με βάση τη βιοτική κοσμοθεώρηση των κοινωνικών φορέων τους. Έκανα τον κόπο να μαζέψω αυτές τις διάσπαρτες παρατηρήσεις του Weber, να δω τι εικόνα βγαίνει τελικά, την παρουσιάζω και σε σας να μου πείτε τη γνώμη σας: αντί για Χριστιανισμός, Βουδισμός κ.λπ., οκτώ διαφορετικές θρησκείες, (1) η Θρησκεία των Χωρικών, (2) η Θρησκεία των Μικροαστών, (3) η Θρησκεία της Μεσαίας Τάξης, (4) η Θρησκεία της Κρατικής Γραφειοκρατίας, (5) η Θρησκεία της Ιντελιγκέντσιας, (6) η Θρησκεία της Ανώτερης Τάξης, (7) η Θρησκεία της Πολεμικής Αριστοκρατίας, (8) η Θρησκεία των Παριών. Τα νούμερα σε παρένθεση είναι τα αντίστοιχα κεφάλαια από την Κοινωνιολογία της Θρησκείας και οι παραθέσεις στα Αγγλικά είναι όλες του Max Weber.

Μια απαραίτητη προειδοποίηση: μη διαβάσετε τις παρακάτω παρατηρήσεις με αυστηρά ντετερμινιστικό τρόπο. Δείτε τις σαν απλές τάσεις, με πολλές εξαιρέσεις όμως. Η ιστορία του θρησκευτικού φαινομένου έχει υπάρξει εξαιρετικά πολύπλοκη και δαιδαλώδης, με άφθονες εκπλήξεις και απροσδόκητες εξελίξεις, ώστε δεν είναι δυνατόν να εξηγηθεί σε λίγες γραμμές. Δείτε τα παρακάτω σαν default θέσεις που δεν προσφέρουν προβλεπτική δυνατότητα, ίσως όμως να έχουν κάποια ερμηνευτική αξία:


1. Η Θρησκεία των Χωρικών
Ανέκαθεν οι χωρικοί ήταν το πολυπληθέστερο κοινωνικό στρώμα και συνεχίζουν να είναι, ο πλανήτης Γη μπορεί να περιγραφεί ως ένας πλανήτης χωρικών, αγροτών, επαρχιωτών και μικρών κοινοτήτων. Οπότε λοιπόν εδώ ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με τη βασική ανθρώπινη θρησκεία.

Μαγεία: Οι κατεστημένες θρησκείες τείνουν να αλλάζουν όταν εξαπλωθούν σε στρώματα χωρικών, γίνονται κάτι που θα ονομάζαμε μαγεία ή δεισιδαιμονία: “Only rarely does the peasantry serve as the carrier of any other sort of religion than magic” (Ε.1.b). H Θρησκεία των Χωρικών είναι προσανατολισμένη σ’ αυτόν τον κόσμο, όχι σε κάποιο υπερπέραν, και οι προσδοκίες της είναι σχεδόν αποκλειστικά οικονομικές: ευμάρεια, υγεία, απόγονοι, καλή τύχη, γάμος, μακροζωία, προστασία από φυσικές καταστροφές κ.λπ. Απουσιάζει εντελώς από αυτήν η ευσέβεια. Πολλές φορές έχει να κάνει με εξαναγκασμό και όχι λατρεία του θείου. Οι χωρικοί τείνουν να μη συμπαθούν παντοδύναμους θεούς, οι οποίοι δεν μπορούν να εξαναγκαστούν, οπότε μετατρέπουν τη θρησκεία στην πράξη σε κάτι διαφορετικό (π.χ. εστιάζουν σε κατώτερα πνεύματα, δαίμονες και αγίους). Άλλες φορές η σχέση των χωρικών με το θείο είναι σαν εμπορική συναλλαγή: σου δίνω και μου δίνεις. Μαγεία των καιρικών φαινομένων, ανιμισμός, μαντεία, σαμανισμός, ειδωλολατρεία κ.λπ., τέτοιες είναι οι συνηθισμένες μορφές της Θρησκείας των Χωρικών.

Μαγική Ηθική: Η ζωή του χωρικού και του αγρότη είναι στενά συνυφασμένη με τη φύση, επηρεαζόμενη από απρόβλεπτα φυσικά φαινόμενα και, στο παρελθόν τουλάχιστον, ελάχιστα συστηματοποιημένη. Οι μικρές κοινότητες, όπως τα χωριά, λειτουργούν ριζικά διαφορετικά από τις μεγάλες κοινωνίες, όπως οι πόλεις• συνήθως είναι ομάδες, όχι συναθροίσεις, και οι σχέσεις των ανθρώπων είναι πολύ περισσότερο προσωπικές παρά θεσμικές. Οπότε λοιπόν οι αυστηροί και απρόσωποι νόμοι – όπως αυτοί που εντέλλονται από μια θεότητα ή ένα κοινοβούλιο – δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ένα τυπικό χωριό. Το ου κλέψεις δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ένα τυπικό χωριό, στο οποίο συχνά δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο δικό σου μποστάνι και στο δικό μου. Η ηθική αίσθηση των μικρών κοινοτήτων δεν βασίζεται σε απρόσωπες αρχές και οικουμενικούς κανόνες, συνήθως είναι διαπροσωπική: οι χωρικοί ευθυγραμμίζονται στο αμοιβαίο νόημα, όχι σε εξωτερικώς επιβαλλόμενα νοήματα. Όπως με τις καταναλωτικές συναλλαγές: οι πόλεις τείνουν να λειτουργούν με σταθερές τιμές (απρόσωπο οικονομικό νόημα που ισχύει για όλους), οι μικρές κοινότητες όμως συμπεριλαμβάνουν πολύ περισσότερο και καθημερινό παζάρεμα (αμοιβαίo οικονομικό νόημα που ισχύει μόνο για τον πωλητή και τον αγοραστή). Η Θρησκεία των Χωρικών εκπαιδεύει σ’ αυτό που ο Weber ονομάζει “magical ethic”: σε βοηθώ, με βοηθάς• εγώ έκανα τις απαραίτητες τελετουργίες, θυσίες, μαγικές πράξεις, εσύ χορήγησέ μου το υπεσχεμένο όφελος. Σαν εμπορική συναλλαγή.

Όλες οι κατεστημένες θρησκείες της ανθρωπότητας υπήρξαν εχθρικές στον χωρικό. Οι μεγάλες θρησκείες της Ανατολικής Ασίας δεν του καταλόγιζαν κανένα θρησκευτικό στάτους ή σεβασμό• ο πρώιμος Χριστιανισμός, ο οποίος ήταν ουσιαστικά Θρησκεία Μικροαστών (E.1.e), έβλεπε τους χωρικούς ως παγανιστές (paganus)• από την εξορία και μετά, ο Ιουδαϊσμός – κι ακόμα περισσότερο ο ραββινικός Ιουδαϊσμός – τους χωρικούς ουσιαστικά τους θεωρούσε άθεους, “for it was virtually impossible for a peasant to live a pious life according to the Jewish ritual law, just as in Buddhism and Hinduism” (E.1.d).

Εδώ μπορούμε να δούμε το ακόλουθο απόσπασμα από τις Μέρες του Σεφέρη: «Καθαρή Δευτέρα, 15 Μάρτη 1926. Εκδρομή σήμερα στον Υμηττό. Καισαριανή• το πλήθος πλημμυρίζοντας το μοναστήρι, σκεπάζοντας την εξοχή με ψώρα. Καμιά πραγματική κατάνυξη στο λαό που γέμιζε τη μικρή εκκλησιά. Κάτι γυναίκες προσπαθούσαν να κολλήσουν δεκάρες στα πρόσωπα των αγίων• κάποτε το κόλπο πετύχαινε• οι άλλες κοίταζαν με απογοήτευση τις δεκάρες τους που γλιστρούσαν κι έπεφταν, μολονότι δεν έπαυαν να σταυροκοπιούνται. Παρατήρησα πως οι γυναίκες που έπαιζαν αυτό το παιχνίδι κουβέντιαζαν με τις συντρόφισσές τους όπως σε μια οικογενειακή διασκέδαση». Το 1926 η Καισαριανή ήταν μια ημιαγροτική θάλασσα από φτωχόσπιτα, μία προσφυγική παραγκούπολη 15.000 κατοίκων, εκεί που τελείωνε η Αθήνα και άρχιζε το χάος. Η εκδρομή στη Μονή Καισαριανής τότε ήταν κανονική εκδρομή στην ύπαιθρο. Ήταν επίσης και μία ευκαιρία να έρθει σε επαφή ο καλλιεργημένος κύριος Σεφεριάδης με το θρησκευτικό αίσθημα των πάμφτωχων τσαγκάρηδων, εργατών, βυρσοδεψών, αγροτών, σαπωνοποιών, μεροκαματιάρηδων, ξυλουργών κ.λπ. της αθηναϊκής φαβέλας. Ποιο θρησκευτικό αίσθημα; "Καμία πραγματική κατάνυξη", διαπιστώνει ο σπουδαγμένος αστός και δεν μπορεί να κρύψει την περιφρόνησή του.


2. H Θρησκεία των Μικροαστών
Οι πόλεις άρχισαν να εμφανίζονται στην Αξιακή Εποχή, από το 700 π.Χ. και μετά – αυτό που οι αρχαιότεροι πολιτισμοί ονόμαζαν «πόλη», με τα σημερινά κριτήρια θα ήταν «κεφαλοχώρι» ή «κωμόπολη». Η θεμελιώδης διαφορά είναι ότι ο αστός συναναστρέφεται καθημερινά με ξένους ανθρώπους, τους οποίους δεν γνωρίζει προσωπικά. Στην Αξιακή Εποχή ήταν επίσης που άρχισαν να αλλάζουν και οι θρησκείες, να διαμορφώνονται όπως τις ξέρουμε σήμερα.

Αστικές Θρησκείες. Η πόλη, προκειμένου να λειτουργήσει, έχει ανάγκη να εξορίσει το τυχαίο και το απρόβλεπτο: απαιτεί απονομή δικαιοσύνης με αιτιολογημένες αποφάσεις (δηλ. την έννοια του νομικού δικαίου), τήρηση των συμβολαίων και των υποσχέσεων, προβλέψιμες συμπεριφορές, και ανθρώπινες σχέσεις που να ρυθμίζονται από εξωτερικούς, θεσμικούς κανόνες (όχι από το αμοιβαίο νόημα, όπως στις κοινότητες). Η σπουδαία παρατήρηση εδώ του Weber είναι ότι η αστική εμπειρία γεννά την ιδέα της υποχρέωσης, της συμμόρφωσης σε κάποια εξωτερική αρχή ακόμα κι όταν δεν διαφαίνεται κάποιος χειροπιαστός, εμπράγματος λόγος• είναι το τέχνασμα που βρήκαν όλες οι (μεγάλες) πόλεις για να δημιουργήσουν ένα εύτακτο και προβλέψιμο περιβάλλον: “The increased importance of an ethical binding of indi-viduals to a cosmos of obligation, making it possible to calculate what the behavior of a given person may be” (B.3.f).

Με την εμφάνιση των πόλεων, έχουμε και την πρώιμη μορφή καπιταλισμού, το σχήμα κεφάλαιο – προϊόντα – κεφάλαιο. Στις μικρές κοινότητες, το οικονομικό όφελος προέρχεται από το σχήμα προϊόντα – (χρήμα) – προϊόντα, δηλαδή ξεκινάς κάποια αγαθά που δεν χρειάζεσαι και τα ανταλλάσσεις με άλλα χρήσιμα αγαθά, ή έστω τα πουλάς και με τα χρήματα που θα εισπράξεις, αγοράζεις αυτό που χρειάζεσαι. Όμως με την εμφάνιση των πόλεων, δημιουργήθηκε ένα καινούργιο σχήμα: ξεκινάς με κεφάλαιο, το επενδύεις σε προϊόντα, και στο μέλλον αποκτάς ακόμα περισσότερο κεφάλαιο. Πολύ πριν από τον Μαρξ, τόσο ο Μωάμεθ όσο κι ο Αριστοτέλης υπήρξαν καχύποπτοι στο σχήμα κεφάλαιο – προϊόντα – κεφάλαιο, τους φαινόταν περίεργο και κάπως αφύσικο να προσπορίζεται κανείς όφελος μόνο και μόνο επειδή διαθέτει κάποιο μεγάλο χρηματικό ποσό, χωρίς να κάνει κάτι παραγωγικό, χωρίς να δημιουργεί ο ίδιος χρήσιμα προϊόντα και υπηρεσίες.

Το χρήμα γίνεται κεφάλαιο με την προσανατολισμένη στο μέλλον λιτότητα, δηλαδή τη θυσία της άμεσης κατανάλωσης υπέρ ενός μελλοντικού όφελους, μέσα σ’ ένα περιβάλλον τάξης και προβλεψιμότητας (συμβόλαια που να τηρούνται, θεσμικές δικαστικές αποφάσεις, κατανοητούς ανθρώπους με οικείες συμπεριφορές), όπως αυτό που γεννά η πόλη. Σε θρησκευτικό επίπεδο, η αστική υποχρέωση (obligation) αντανακλάται σε ένα πνευματικό χρέος (debt) προς κάποιο πολύ υψηλό ηθικό ιδεώδες, απρόσιτο για τον πολύ κόσμο, ο οποίος πάντα θα βρίσκει τον εαυτό του ελλειμματικό ως προς αυτό. Και ο προσανατολισμός στο μέλλον έχει να κάνει με την ιδέα της σωτηρίας.

Πνευματικό Ταμείο. Οι μικροτεχνίτες, μικροκαταστηματάρχες, μικρέμποροι, όλοι οι μικροκάτι των πόλεων, κάνουν μια επαγγελματική ζωή που τους ωθεί να υιοθετήσουν τη στάση πως η τιμιότητα ανταμοίβεται, η καθημερινή ρουτίνα και η εκτέλεση των καθηκόντων θα φέρει εν καιρώ την ανταμοιβή και πως αξίζουν αυτήν την ανταμοιβή. Αναπτύσσουν αυτό που ο Weber ονομάζει ανταποδοτική ηθική (ethic of compensation), την έννοια ενός πνευματικού ταμείου, στο οποίο κατατίθενται οι ηθικά καλές πράξεις. Δηλαδή, όλες οι τηρήσεις υποσχέσεων, οι αλληλοβοήθειες κ.λπ. δεν γίνονται επί ματαίω, αλλά σημειώνονται σε κάποιο λογιστικό βιβλίο και την κατάλληλη στιγμή θα επιστρέψουν τοκισμένες: τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή. Αυτό το στοιχείο απουσιάζει εντελώς από τη μαγεία, ο ακόλουθος της οποίας κατανοεί την ανταμοιβή μόνο όταν είναι ορατή, χειροπιαστή. O καπιταλισμός δηλαδή υπάρχει και στο ηθικό επίπεδο παράλληλα με το οικονομικό, η Θρησκεία του Μικροαστού περιέχει το στοιχείο της πνευματικής αποταμίευσης. Είχα περιγράψει αυτόν τον Πνευματικό Καπιταλισμό στην προηγούμενη ανάρτηση, με βάση κυρίως τους ορισμούς του Weber από την Κοινωνιολογία της Θρησκείας• όμως με λίγο χιούμορ, ε; Μην το πάρετε υπερβολικά στα σοβαρά, κάνω και λίγη πλάκα.

Μικροαστική Σωτηρία. Στη Θρησκεία των Μικροαστών εμφανίζεται η έννοια της μελλοντικής σωτηρίας, η οποία είναι εντελώς ξένη στη μαγεία, ο χωρικός δεν κατανοεί από τι πρέπει να σωθεί. Η παρατήρηση που κάνει ο Weber για τα μικροαστικά στρώματα είναι ότι ζητάνε από τη θρησκεία να παίξει το ρόλο του πνευματικού ΠΑΣΟΚ: να τιμήσει το μη-προνομιούχο στάτους τους, να το εξυψώσει συμβολικά, και να τους υποσχεθεί κάποια μελλοντική αποκατάσταση. Η Θρησκεία των Μη-Προνομιούχων ονομάζεται Αξιοπρέπεια: The sense of dignity of the disprivileged city strata rests on some proclaimed ‘promise’ for the future which is connected with their assigned ‘function’, ‘mission’ or ‘vocation’. Κάτι σχετικό έγινε στην Ελλάδα, όταν άλλαξε το περιεχόμενο της λέξης «λαϊκός» με τον Ανδρέα. Προηγουμένως είχε κυρίως αρνητικό νόημα, λαϊκός = ευτελής, κιτς, χοντροκομμένος• όμως με τον Ανδρέα, τον προφήτη των μη-προνομιούχων, άρχισε να παίρνει και θετικές σημασίες, λαϊκός = γνήσιος, ανεπιτήδευτος, αγνός.

Προσωπικός Λυτρωτής. Οι σωτηριολογικές θρησκείες αλλάζουν χαρακτήρα όταν εξαπλωθούν σε εκτεταμένα λαϊκά στρώματα, για τα οποία η διανόηση είναι οικονομικώς και κοινωνικώς απροσπέλαστη. Ένα χαρακτηριστικό αυτής της αναπόφευκτης προσαρμογής στις ανάγκες των μαζών είναι η εμφάνιση της έννοιας του προσωπικού λυτρωτή, ο οποίος χορηγεί ευλογίες μέσω λατρείας (σωτηρία δι’ αντιπροσώπου είναι ο καθιερωμένος όρος εδώ, salvation-by-proxy, κάτι σαν πνευματικά ρουσφέτια). Η έννοια μιας ηθικής και απρόσωπης κοσμικής τάξης που υπερβαίνει τη θεότητα (σαν το Ντάρμα του Βουδισμού), η ιδέα του εντελώς υπερβατικού θεού, καθώς και η ιδέα της παραδειγματικής σωτηρίας (το αντίθετο της σωτηρίας δι’ αντιπροσώπου: ακολούθησε το παράδειγμα του λυτρωτή), είναι διανοητικές κατασκευές ξένες προς τη νοοτροπία των μεγάλων αστικών στρωμάτων. Με την εξαίρεση του Προτεσταντισμού και του Ιουδαϊσμού, όλες οι άλλες θρησκείες αναγκάστηκαν να εισαγάγουν λατρείες αγίων, ηρώων ή κατώτερων θεοτήτων, για να προσαρμοστούν στις ανάγκες των μαζών. Ο Κομφουκιανισμός επέτρεψε τέτοιες λατρείες, καθώς και ο λαϊκός Βουδισμός, ακόμα και ο Καθολικισμός και το Ισλάμ αναγκάστηκαν να αποδεχτούν τοπικούς, λειτουργικούς ή συντεχνιακούς θεούς ως αγίους. 


3. H Θρησκεία της Μεσαίας Τάξης
Πολύ λίγα λέει ο Weber για τη Θρησκεία της Μεσαίας Τάξης, έτσι γενικά. Ουσιαστικά, το μόνο που παρατηρεί είναι ότι η θρησκεία μεταμορφώνεται όταν, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, η κοινωνική ισχύς περάσει σε εκτεταμένα στρώματα πολιτών, επέρχεται ένα είδος εξημέρωσης και ειρήνευσης, καθότι η ειρηνική οικογενειακή ζωή είναι βασικός παράγοντας στις ανάγκες των μεσαίων αλλά και μικροαστικών κοινωνικών στρωμάτων.

Ίσως αυτό να σημαίνει ότι την έχουμε ανάγκη τη μεσαία τάξη, είναι παράγοντας ειρήνευσης.


4. H Θρησκεία της Ανώτερης Τάξης 
Η θρησκεία αυτού που ανησυχεί για τις επενδύσεις του είναι διαφορετική από τη θρησκεία αυτού που ανησυχεί για τον μισθό του, η οποία είναι διαφορετική από τη θρησκεία αυτού που ανησυχεί για το μεροκάματο ή για την υγεία του (ή για την επιβίωσή του). Όπως οι αγρότες, έτσι και οι πλούσιοι πολίτες είναι προσανατολισμένοι σ’ αυτόν τον κόσμο, όχι στο επέκεινα. Ούτε η σωτηρία ούτε το υπερπέραν απασχολούν ιδιαίτερα το ανωταξικό μυαλό: “the more privileged the position of the commercial status, the less it has evinced any inclination to develop an other-worldly religion” (E.4.f). Επίσης και η πίστη σε ηθική ανταπόδοση, που εμφανίζεται στα κατώτερα αστικά στρώματα, είναι ξένη στους πλούσιους αστούς. H ανώτερη τάξη, που οικονομικώς είναι κάθε άλλο παρά χρεωμένη, δεν αισθάνεται ούτε υποχρεωμένη να ακολουθήσει την ανταποδοτική ηθική των κατώτερων αστικών τάξεων, η θρησκείας της μπορεί να εμφανίζεται ως κανονική μαγεία χωρίς κανένα ηθικό στοιχείο: “The god of wealth in Chinese Taoism … shows no ethical traits; he is of a purely magical character – the same as in the ancient Eleusinian cult of Pluto [ως θεός του πλούτου και βασιλιάς του Άδη]. Everywhere, skepticism or indifference to religion [εννοεί τη θεσμική θρησκεία και το ηθικό της σύστημα] are and have been the widely diffused attitudes of large-scale traders and financiers” (E.4.f).

Εδώ μπορώ να βάλω ένα de profundis που νομίζω ότι κολλάει: η οικογένειά μου έχασε τρεις φορές την ευκαιρία να γίνει πλούσια, σε διαφορετικούς χρόνους και περιστάσεις, όμως και τις τρεις για τον ίδιο λόγο. Διότι μια φορά ο παππούς και δυο φορές ο πατέρας μου δεν συνειδητοποίησαν ότι αν πας να παίξεις με τα μεγάλα ψάρια και τα μεγάλα κεφάλαια, εκεί δεν υπάρχουν κανόνες. Εκεί όλα επιτρέπονται. Μαθημένοι όμως μια ζωή κι οι δυο από αυτό που ονομάζουμε μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, ήξεραν ότι παίζουμε το παιχνίδι με κάποιους κανόνες: βοηθάμε αυτούς που μας βοηθούν, δεν συκοφαντούμε τον ανταγωνιστή, τιμούμε την εμπιστοσύνη που μας δείχνουν, νοιαζόμαστε για το καλό μας όνομα, και ορισμένα πράγματα απλά δεν τα κάνουμε ποτέ, υπάρχουν όρια. Αν πας όμως να παίξεις με τα μεγάλα κεφάλαια και ψάρια, εκεί δεν υπάρχουν ούτε όρια ούτε κανόνες. Εκεί ο μόνος κανόνας είναι: ο θάνατός σου, η ζωή μου.

Νομιμοποίηση: Αυτό που ζητά η ανώτερη τάξη από τη θρησκεία δεν είναι ούτε η σωτηρία ούτε το υπερπέραν ούτε κάποιο ηθικό σύστημα, αλλά η νομιμοποίηση. Εδώ ο Weber κάνει μια από τις πολύ εύστοχες παρατηρήσεις του: τα κοινωνικώς και οικονομικώς προνομιούχα στρώματα δεν νοιάζονται για κάποιο είδος σωτηρίας, αλλά απαιτούν από τη θρησκεία να αιτιολογήσει το στάτους και τη ζωή τους. O Weber λέει ότι αυτό είναι παγκόσμιο φαινόμενο, ο κοινωνικά τυχερός δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος με τη σκέψη ότι απλά στάθηκε τυχερός, θέλει επιπλέον να έχει και το δικαίωμα στην καλή τύχη, την επίγνωση ότι «του άξιζε» αυτή η καλή τύχη, σε αντίθεση με τον κοινωνικά άτυχο, του οποίου «του άξιζε» η κακοτυχία του.

Εδώ μπορούμε να δούμε την Επί του Στάνφορντ Ομιλία – δηλαδή, το δημοφιλές κήρυγμα του Steve Jobs στο Στάνφορντ, στο οποίο παρουσιάζει το μυστικό της επιτυχίας του, ότι υπήρξε αντισυμβατικός, ακολούθησε την καρδιά του μέχρι που τα κομμάτια του παζλ ενώθηκαν στη ζωή του κ.λπ. Είναι μια από αυτές τις εκ των υστέρων ερμηνείες που λέει ο Taleb, τις οποίες δίνουν οι πλούσιοι για τη μεγάλη τους τύχη, να την παρουσιάσουν ως κάτι διαφορετικό από τύχη. Πολλοί κατοπινοί CEO, μεγαλοδικηγόροι, διευθυντές κ.λπ. θα θυμηθούν την Ομιλία και θα «καταλάβουν» ότι γι’ αυτό έφτασαν ψηλά, επειδή υπήρξαν αντισυμβατικοί, ακολούθησαν την καρδιά τους κ.λπ.

Ό,τι νομιμοποιεί την ανώτερη τάξη, αυτό είναι και η θρησκεία της. Οπότε δεν είναι απολύτως ακριβές αυτό που είπα πιο πάνω, ότι η συγκεκριμένη θρησκεία δεν έχει ηθικά στοιχεία. Έχει, μόνο που το ηθικό περιεχόμενο της Θρησκείας της Ανώτερης Τάξης είναι... η ίδια η ανώτερη τάξη. «Είστε τυχεροί που μας έχετε, μας αξίζετε». Όπως έγραφε κάποτε ειρωνικά ο Έρμιππος για τον Αβραμόπουλο (από μνήμης, δεν βρίσκω το άρθρο και την ακριβή διατύπωση): «Το μήνυμα του κ. πρέσβη είναι ο ίδιος ο κ. πρέσβης αυτοπροσώπως». Θα το έθετα λοιπόν αυτό ως κριτήριο ανωταξικότητας, πέρα από τις επενδυτικές πηγές εισοδήματος ή την κοινωνική ισχύ: κάποιος έγινε ανώτερη τάξη όταν αρχίζει να νιώθει ότι είμαστε τυχεροί που τον έχουμε. Όταν το μήνυμά του είναι αυτός ο ίδιος, απλά και μόνο η ύπαρξή του. Του αξίζουμε.


5. H Θρησκεία της (Πολεμικής) Αριστοκρατίας
Ο τρόπος ζωής του πολεμιστή και του ιππότη ιστορικά είχε ελάχιστη σχέση με την ιδέα της θείας πρόνοιας, της αμαρτίας, της σωτηρίας και της ταπείνωσης. Όλα αυτά υπήρξαν ξένα προς τη νοοτροπία τους και απωθητικά για την αξιοπρέπειά τους. Η πολεμική αριστοκρατία ζούσε καθημερινά με την προοπτική της περιπέτειας και του θανάτου• στη Θρησκεία της αυτό εκφράστηκε με απρόβλεπτους, ιδιοσυγκρασιακούς θεούς, και πολύ συχνά επίσης με την έννοια μιας απρόσωπης και ηθικά κενής τάξης πίσω και πέρα από τους θεούς – Μοίρες, Ρτα, Νόρνες, Μαατ κ.α. Το μόνο άλλο που ζήτησαν ιστορικά όλοι αυτοί από τη θρησκεία ήταν ίσως προστασία από τη μαύρη μαγεία ή ιερατικές προσευχές και τελετουργικά υπέρ πολεμικής νίκης ή υπέρ ηρωικού θανάτου, υποδοχής στον παράδεισο των ηρώων κ.λπ.

Δε νομίζω ότι έχουν μεγάλη συνάφεια αυτά για την εποχή μας, ίσως μόνο ιστορική σημασία.


6. H Θρησκεία της Γραφειοκρατίας
Λίγες παρατηρήσεις κάνει ο Weber εδώ. Λέει ότι η (κρατική) γραφειοκρατία αποτελεί πάντα φορέα της ιδέας ενός ψύχραιμου ορθολογισμού και, παράλληλα, μιας πειθαρχημένης τάξης και ασφάλειας, αυτά είναι οι ύψιστές της αξίες: δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι δημόσιος υπάλληλος. Είναι εντελώς αδιάφορη για κάθε είδος σωτηρίας ή ηθικής αγκύρωσης σε κάποιο υπερπέραν (E.3.a). Επίσης η γραφειοκρατία χαρακτηρίζεται από την περιφρόνηση για κάθε «ανορθολογική» θρησκεία (π.χ. πίστη σε πνεύματα, λατρεία των προγόνων, μαγεία), αν και την ίδια στιγμή αναγνωρίζει τη χρησιμότητά τους, ως μέσα εξημέρωσης των κυβερνωμένων. Η Θρησκεία της Γραφειοκρατίας ονομάζεται Τάξη, και πάντα συνοδεύεται από την περιφρόνηση για τη «θρησκεία της μάζας». Τυπικό παράδειγμα ο Κομφουκιανισμός.


7. Η Θρησκεία της Ιντελιγκέντσιας
Αδιαφορία για τα Εγκόσμια: Οι διανοούμενοι της μεσαίας τάξης τείνουν να είναι αδιάφοροι για εγκόσμιες έγνοιες και να χρωματίζουν τη θρησκεία με την ιδέα μιας υπερ-θεϊκής αρχής ή όντος, κρυμμένου πίσω από τον κόσμο των φαινομένων. O αρχικός Βουδισμός είναι το παράδειγμα που δίνει ο Weber: “It clearly arose as the salvation teaching of an intellectual stratum, originally recruited almost entirely from the privileged castes … which proudly and aristocratically rejected the illusions of life, both here and hereafter” (B.3.g). 

Διανοητική Σωτηρία: Η ιντελιγκέντσια έχει κι αυτή μια ιδέα σωτηρίας, όμως εντελώς διαφορετική από αυτήν που έχουν τα άλλα αστικά στρώματα: παράγοντάς της είναι η διανόηση. Η μορφωμένη μεσαία τάξη, που δεν αγωνιά για το νοίκι και τους λογαριασμούς, συνήθως εκδηλώνει τη σφοδρή εσωτερική ανάγκη να κατανοήσει τον κόσμο ως Όλον, να συλλάβει τα κρυφά του νοήματα και να πάρει θέση απέναντί του. Μπορεί να είναι ισχνή πληθυσμιακά, όμως η σημασία της στην διανοητική θεμελίωση της θρησκείας είναι σπουδαία. Όλες οι μεγάλες θρησκευτικές διδασκαλίες της Ασίας, λέει ο Weber, δημιουργήθηκαν από διανοούμενους. Οι διδασκαλίες του Βουδισμού και του Τζαϊνισμού, τα Ουπανισαδικά δόγματα, ο Κομφουκιανισμός και ο Ταοϊσμός, καθώς κι ο Μανιχαϊσμός, ο Γνωστικισμός, η αναμόρφωση του ισλαμικού δόγματος από τον Αλ Γκαζαλί κ.α.

Εδώ ίσως μπορούμε να δούμε τον αθεϊσμό της μεσαίας τάξης, δηλαδή την απόρριψη της προνοιακής θρησκείας πάνω στη διανοητική σύλληψη ενός κόσμου αδιάφορου προς τις ανθρώπινες επιδιώξεις• ο οποίος είναι διαφορετικός από τον αθεϊσμό των κατώτερων τάξεων, δηλαδή την απόρριψη της κατεστημένης θρησκείας πάνω στο βίωμα ενός κόσμου άδικου. Ο μεσοταξικός αθεϊσμός δεν είναι κάτι καινούργιο, εμφανίζεται περιστασιακά από τα αρχαία χρόνια, π.χ. η διδασκαλία του Επίκουρου και του Λουκρήτιου ανήκει εδώ: οι θεοί ούτε δημιούργησαν ούτε επεμβαίνουν στον κόσμο με κάποιον τρόπο, δεν δίνουν την παραμικρότερη σημασία για τα εγκλήματα ή τις αγαθοεργίες των ανθρώπων, ο κόσμος είναι μια μίξη δημοκρήτιων ατόμων τα οποία κυβερνώνται από φυσικούς νόμους κι από την τύχη, όχι από παρεμβάσεις θεών. Αυτό που κυρίως απορρίπτει ο μεσοταξικός αθεϊσμός είναι όχι τόσο η θρησκεία, αλλά η θεία πρόνοια.

Ο αθεϊσμός των κατώτερων τάξεων πρέπει να υπήρξε πολύ πιο συνηθισμένος ιστορικά (είπεν άφρων εν καρδία αυτού, ουκ έστι Θεός κ.λπ.). Δεν έχει μεγάλη έγνοια να κατανοήσει τον κόσμο ως Όλον ούτε να εντοπίσει κρυμμένες αρχές πίσω από τα φαινόμενα: προέρχεται κυρίως από την απογοήτευση για το πνευματικό ταμείο που περιγράφει η κατεστημένη θρησκεία. Οπότε δεν απορρίπτει αναγκαστικά την ιδέα της πρόνοιας ούτε της δικαιοσύνης ή της ηθικής τάξης.


8. H Θρησκεία των Παριών
Ο Weber ορίζει τους παρίες ως μια κληρονομικά κλειστή κοινωνική ομάδα (με εσωτερικούς γάμους, καθώς και με διάφορα ταμπού ή τελετουργικά που αποκλείουν τους απέξω) χαμηλού κοινωνικού στάτους και χωρίς πολιτική αυτονομία: κάποιοι άλλοι αποφασίζουν γι’ αυτούς χωρίς αυτούς.

Η μόνη παρατήρηση που κάνει ο Weber για τη Θρησκεία των Παριών είναι ότι όσο περισσότερο καταπιέζονταν αυτοί και σε όσο δεινότερη θέση περιέρχονταν, τόσο ισχυρότερους δεσμούς σφυρηλατούσε η θρησκεία μεταξύ τους, μέχρι που γίνονταν μια κλειστή και σφιχτοδεμένη ομάδα• επίσης, τόσο πεισματικότερα τους έκανε να προσκολληθούν στο στάτους τους, ως παρίες, και εντατικοποιούσε τις ελπίδες τους για μια μελλοντική σωτηρία, η οποία ήταν πάντα συνυφασμένη με την εκπλήρωση ορισμένων θεϊκά εντεταλμένων θρησκευτικών καθηκόντων (Ε.9.a). Μια «εξέγερση σκλάβων στο ηθικό επίπεδο». Η Θρησκεία των Παριών, δηλαδή, είναι μια Θρησκεία Μικροαστών που ξέφυγε. Τα τελετουργικά και τα ταμπού που διαχωρίζουν τους απέξω έχουν ως αποτελέσμα τη συρρίκνωση της ηθικής κοινότητας: ο παρίας δεν είναι «ανήθικος», αντίθετα είναι ικανός για πράξεις γενναιοδωρίας και μεγαλοσύνης, φέρει την ανταποδωτική ηθική των μικροαστών, όμως μόνο σε μέλη της δικής του κοινότητας. Νιώθει ότι ισχύουν άλλοι ηθικοί κανόνες για τους απέξω.

Το παράδειγμα που δίνει ο Weber είναι με τις ινδικές κάστες των νταλίτ, όμως η ανάγνωσή του για τον Ινδουϊσμό δεν είναι από τα δυνατά του σημεία. Αναρωτιέμαι αν εδώ μπορούμε να δούμε τον φασισμό και τα συναφή του φαινόμενα, τον ναζισμό, τον χρυσαυγιτισμό και τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό. Τόσο ο Χίτλερ όσο κι ο Μουσολίνι (κι ο Μιχαλολιάκος) στηρίχτηκαν σε εξαθλιωμένα μικροαστικά στρώματα, που ένιωθαν ότι δεν είχαν λόγο στα θέματα της ζωής τους, και τους έδωσαν αυτό που ζητούσαν, μια «εξέγερση σκλάβων στο ηθικό επίπεδο». Η οποία σύντομα έγινε και εξέγερση στο υλικό επίπεδο. Δημιούργησαν από το πουθενά τα εξωτερικά γνωρίσματα μιας τάξης παριών – κλειστή, σφιχτοδεμένη, και με τελετουργικά να διαχωρίζουν τους απέξω – ενώ σύντομα ακολούθησε η θεϊκή υπόσχεση και οι θεϊκές εντολές για κάποιο είδος σωτηρίας. Δεν ξέρω, πείτε μου κι εσείς τη γνώμη σας. Ίσως αυτό να σημαίνει πως όταν εξαθλιώνεις ένα κοινωνικό στρώμα και του στερείς την πολιτική αυτονομία, θα το δεις σταδιακά να κλείνεται στον εαυτό του, να εξυψώνει συμβολικά το στάτους της ομάδας του, να αναπτύσσει την ιδέα μιας «εξέγερσης στο ηθικό επίπεδο» – δηλαδή να ακολουθεί ένα υπερβατικό κάλεσμα, καθώς και να τηρεί με προσήλωση κάποιες εντολές συνδεδεμένες με αυτό το κάλεσμα. Ένα διαχρονικό φαινόμενο, που στην εποχή μας εκδηλώθηκε ως φασισμός και ναζισμός. Σε άλλες εποχές και συμφραζόμενα, το κάλεσμα αυτό πήρε διαφορετικές κατευθύνσεις. Εσείς τι λέτε; Ίσως πάλι να σημαίνει ότι κάτι είχε πιάσει ο Πετεφρής όταν τόνιζε (εδώ) την ομαδικότητα της Χρυσής Αυγής. Τέτοιες ομάδες δεν φτιάχνει ούτε η Αριστερά. Αν η ανάγνωση που προτείνω είναι σωστή, τότε παράγοντας του χρυσαυγιτισμού, πέρα από την τεράστια ανεργία στους νέους, τη φτωχοποίηση κ.λπ., είναι και η αίσθηση της έλλειψης πολιτικής αυτονομίας, το σκύλιασμα πως ό,τι κι αν κάνω, δεν αλλάζει τίποτα, η ζωή μου είναι προκαθορισμένη από άλλους. Οπότε ίσως ένας τρόπος για να τραβήξεις κόσμο από τη Χρυσή Αυγή (όχι τους εντελώς καμένους φυσικά) είναι να τους κάνεις να νιώσουν πως μπορούν να έχουν λόγο για τη ζωή τους. Αν ο άλλος φτάσει στο σκύλιασμα, στο «φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα», τότε εφόσον δεν μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του με πολιτικό τρόπο, θα αρχίσει να την επηρεάζει με μαγικοθρησκευτικό. Και σε κάποια στιγμή θ’ ακούσει το κάλεσμα. 

Πνευματικός Καπιταλισμός

Με απασχολεί ένα ερώτημα που απασχολούσε και τον Max Weber, η διαφορά της θρησκείας από τη μαγεία. Πολλές επισημάνσεις έχουν γίνει εδώ, με βασικότερο τον προσανατολισμό της θρησκείας στο επέκεινα και της μαγείας στα εγκόσμια, ότι οι θρησκείες συνοδεύονται πάντα από ηθικές διδασκαλίες κ.λπ. Αν και δεν είναι λάθος οι παρατηρήσεις αυτές, νομίζω πως δεν πιάνουν την καρδιά του ζητήματος.

Όλες οι (κυριλέ) θρησκείες ανέπτυξαν μια έννοια πνευματικού κεφαλαίου. Στη δική μας Ορθόδοξη παράδοση υπήρξε η ευλογία, στον Προτεσταντισμό είναι μάλλον η θεία χάρη, στον Ινδουϊσμό είναι το καλό κάρμα και στον Βουδισμό το μπουν (ή όπως αλλιώς ονομάζεται τοπικά, στα αγγλικά μεταφράζεται merit). Με αφορμή το αφιέρωμα που είχε κάνει ο Ρότζερ στους Μανιχαίους, βρήκα ότι και ο λαϊκός Μανιχαϊσμός (των Κατηχούμενων, όχι των Εκλεκτών) υπήρξε θρησκεία του merit  (από εδώ: The Auditors support the Elect, thereby earning ‘merit’). Το πνευματικό κεφάλαιο πάντα εξαργυρώνεται σε απτά, υλικά οφέλη, είναι μεταδόσιμο και συσσωρεύσιμο, μπορεί να αποκτηθεί μέσω δωρεών σε ναούς και ιερείς, μέσω καλών πράξεων και τήρησης του ηθικού νόμου – και για τους πολύ λίγους, μέσω ασκητείας.

Από την άλλη, και στη μαγεία έχουμε την ιδέα μιας δύναμης ή ουσίας, ο Weber την ονομάζει charisma, η οποία εξαργυρώνεται σε απτά, υλικά οφέλη. Μόνο που το μαγικό charisma δεν είναι συσσωρεύσιμο – δηλαδή, δεν μιλάμε για πνευματικό κεφάλαιο αλλά για πνευματικό χρήμα. Συναλλακτικό αγαθό, άμεσα μετατρέψιμο σε υλικά οφέλη, που δεν αποθησαυρίζεται. Κρίνω λοιπόν πως αυτή είναι η καρδιά του ζητήματος: η (κυριλέ) θρησκεία είναι πνευματικός καπιταλισμός. Δηλαδή, αν σε ένα συμβολικό σύστημα αρχίζει να υπάρχει η έννοια της συσσώρευσης μαγικής δύναμης, τότε αυτό παύει να είναι μαγεία και αρχίζει να παίρνει τα χαρακτηριστικά θρησκείας, να δημιουργεί ιερείς, ηθικούς θεούς, ιερούς κανόνες κ.λπ.

Θα το συζητήσω στην επόμενη ανάρτηση, εδώ θέλω να περιγράψω αυτόν τον πνευματικό καπιταλισμό, με βάση τους ορισμούς και τις παρατηρήσεις του Max Weber από την Κοινωνιολογία της Θρησκείας (οι αριθμοί στις παρενθέσεις αναφέρονται σε κεφάλαια του βιβλίου, και τα παραθέματα είναι όλα του Weber). Με λίγο χιούμορ τα παρακάτω, ε; 

Θρησκεία (κυριλέ): Αυτό που αναγνώριζαν ως «θρησκεία» οι δυτικοί ακαδημαϊκοί πριν τον Β’ ΠΠ. Οι στόχοι της θρησκευτικής συμπεριφοράς είναι συνήθως προσανατολισμένοι στον άλλο κόσμο: “non-economic goals come to represent religion proper” (B.1.c). Μπορεί να περιέχει μαγικά στοιχεία (εξαναγκασμό των θεών, εγκόσμιους στόχους κ.α.). Πάντα έχει ιερείς. Η ευσέβεια της θρησκείας πάντα αντιπαρατίθεται στην έκσταση της μαγείας.

Μαγεία (σαμανισμός, ανιμισμός, δεισιδαιμονία, μαντεία κ.λπ.): Στη μαγεία δεν υπάρχει η έννοια της συσσώρευσης πνευματικού κεφαλαίου (οπότε, δεν μιλάμε για πνευματικό κεφάλαιο αλλά για πνευματικό χρήμα). Η μαγική δύναμη (charisma), το αντίστοιχο της ευλογίας στη μαγεία, δεν αποθησαυρίζεται. Θα συζητήσω στην επόμενη ανάρτηση τις υπόλοιπες διαφορές της από τη θρησκεία.

Έκσταση: Κατανάλωση πνευματικού χρήματος.

Όργιο: Κοινωνική έκσταση.

Ευσέβεια: Πνευματική λιτότητα σε πράξεις, λόγο, συμπεριφορά κ.λπ., για δημιουργία πνευματικού πρωτογενούς πλεονάσματος. Σε ευθεία αντίθεση με την έκσταση. Διαβάστε, αν θέλετε, το πρώτο γραπτό μνημείο του Βουδισμού, τα Ήδικτα του Ασόκα. Θα δείτε ότι ο βασιλιάς ταυτίζει σχεδόν τη θρησκεία με την ευσέβεια. Τα Ήδικτα θεωρούνται επίσης και τεκμήριο θρησκευτικής ανεκτικότητας• είναι αλήθεια ότι ο Ασόκα εμφανίζεται θετικός απέναντι σε άλλα θρησκευτικά ρεύματα της εποχής του, εφόσον όμως επιδεικνύουν ευσέβεια. Αντίθετα, φαίνεται να είναι επιτιμητικός απέναντι σε εκστατικά μαγικά/θρησκευτικά ρεύματα.

Δαίμονας: Πνευματικό ον το οποίο εξαναγκάζεται.

Άγιος / Πνεύμα / Κατώτερη θεότητα: Πνευματικά όντα με τα οποία συναλλάσσεται κανείς ισότιμα.

Θεός: Πνευματικό ον το οποίο λατρεύεται. Η σχέση του πιστού με τον θεό είναι σχέση ασθενέστερου προς δυνατότερο.

Ηθικός Θεός: Πηγαίνει χέρι-χέρι με την εμφάνιση πόλεων, την αστικοποίηση, τον σχηματισμό μεγάλων βασιλείων και αυτοκρατοριών. Προβλέψιμος θεός που υπόκειται κι ο ίδιος σε υποχρεώσεις, ακολουθεί έναν ηθικό νόμο και κρατά τον λόγο του.

Αντι-θεός: Πνευματικός ΣΥΡΙΖΑ.

Αμαρτία: Παράβαση του ηθικού νόμου. Πνευματική διαφθορά που οδηγεί σε έλλειμμα και χρέος, «ξοδεύετε περισσότερα από όσα παράγετε» κ.λπ. Κάποιες φορές η αμαρτία γίνεται αντιληπτή ως η ενοποιημένη δύναμη του αντι-θεού, «η παλαβή αριστερά και η ιδεολογική κυριαρχία της μας έφτασαν σ’ αυτό το σημείο κ.λπ.». Η εμφάνιση της έννοιας της αμαρτίας πηγαίνει χέρι-χέρι με την εμφάνιση Ηθικών Θεών, καθώς και με ένα πνευματικό «μαζί τα φάγαμε» – δηλαδή, με την απονομή της ηθικής ευθύνης στον κόσμο για τα δεινά του: “Whenever the coercion of spirits gave way to the worship of the gods through cult, the magical ethic of the belief in spirit was reori-ented too. This reorientation was directed by the notion that whoever violated divinely appointed norms would cause the ethical displeasure of the god who had these norms under his special protection … Hence, the sins of the people were to blame if some unfavorable outcome; the god might well be using the calamity to punish and discipline his beloved people” (B.4.f).

Μάγος (σαμάνος, μάντης κ.λπ.): Επαγγελματίας της μαγείας. Επηρεάζει τα πνευματικά όντα μέσω εξαναγκασμού ή ισότιμης συναλλαγής. Η σχέση του με αυτά είναι σχέση δυνατότερου προς ασθενέστερο ή ίσου προς ίσο.

Ιερέας: Επαγγελματίας της θρησκείας. Επηρεάζει το πνευματικό ον μέσω λατρείας, η σχέση του μ’ αυτό είναι σχέση ασθενέστερου προς δυνατότερο. Διδάσκει πάντα ένα θρησκευτικό ηθικό σύστημα. Οι δυνάμεις που συνήθως αντιμάχεται ο ιερέας είναι η προφητεία και η λαϊκή θρησκευτικότητα: μπορούμε να πούμε ότι έχει τον ρόλο ενός πνευματικού Πάγκαλου, ο οποίος προσπαθεί να ισορροπήσει τις πιέσεις της τρόικας από τη μια, αλλά και της κομματικής του πελατείας από την άλλη.

Προφήτης: Πνευματική Μέρκελ. Συνήθως εντέλλει σε μια κοινότητα την επιταγή της σωτηρίας – πνευματικής ξεχρέωσης: “Prophecy normally creates a centralization of ethics under the idea of religious salvation” (C.2.c). Ο προφήτης πάντα συλλαμβάνει τον κόσμο ως μια ολότητα με κρυμμένη τάξη και κρυμμένο νόημα, πίσω από την απατηλότητα της εμπειρικής πραγματικότητας, και κατόπιν κηρύττει τη σύλληψή του σε μια κοινότητα ως φάρμακο για τα δεινά και τις συμφορές του κόσμου των φαινομένων. Οι δυνάμεις τις οποίες αντιμάχεται ο προφήτης είναι η εμπειρική πραγματικότητα και η μαγεία.

Ασκητής: Πνευματικός αποταμιευτής. Τι θες τώρα να ζήσεις, ζωή είναι και περνά, τώρα που είσαι νέος σώρευε τον παρά κ.λπ.

Κήρυγμα: Ντιρεκτίβα για θρησκευτικά και ηθικά θέματα. Ο σκοπός του κηρύγματος είναι να εκτοπίσει τα μαγικά συστατικά της θρησκείας (D.2.d)

Δοξολογία: Πνευματικό πρωτόκολο. Ο Kenneth Burke στο The Rhetoric of Religion (1961) παρατηρεί ότι οι δοξολογίες του Αγ. Αυγουστίνου είναι ήπιες πιέσεις προς τον Θεό, όπως σε μια επαγγελματική επιστολή: «σας ευχαριστώ εκ των προτέρων για τις διευκρινήσεις που θα μου στείλετε, ειλικρινά δικός σας κ.λπ.».

Ευλογία (merit, boon κ.λπ.): Πνευματικό κεφάλαιο. Αντικαθιστά την μαγική δύναμη (charisma) της μαγείας. Στην πλήρη ανάπτυξη μιας θρησκείας, η ευλογία φτάνει να λογίζεται πραγματικά σαν πνευματικό κεφάλαιο: είναι μεταβιβάσιμη, συσσωρεύσιμη, μετατρέψιμη σε χρήμα, αλλά και το χρήμα είναι μετατρέψιμο σ’ αυτήν (δωρεές σε ναούς, ιερείς κ.λπ.). Η θρησκεία ανοίγει επιπλέον δρόμους για απόκτηση ευλογιών μέσω ευσέβειας, ασκητείας και συσσώρευσης.

Λαϊκοί: Συνήθως χρειάζονται προσβάσιμα και απτά θρησκευτικά αντικείμενα, σε συνάφεια με συγκεκριμένες βιοτικές καταστάσεις, καθώς κι έναν θεό που να εξαναγκάζεται σε μαγικούς επηρεασμούς. Μπορούμε ίσως να τους δούμε ως πνευματικούς κεϋνσιανιστές ή και ως πνευματικούς πασόκους, που πιέζουν την κυβέρνηση για χάρες.

Πρεσβείες (των αγίων, της Θεοτόκου κ.λπ.): Πνευματικά ρουσφέτια (ή και πνευματικές κουμπαριές, για τους νεοδημοκράτες φίλους μας). Υπεραγία Θεοτόκε πρέσβευε υπέρ ημών = Πες, ρε κουμπάρε, στον υπουργό να με προσλάβει.

Συγχώρεση: Πνευματικό PSI. Διαγραφή πνευματικού χρέους. Έννοια του Χριστιανισμού, η οποία δεν υπάρχει στον Βουδισμό Τεραβάντα: αν έκανες κάποιο παράπτωμα, θα εισπράξεις την καρμική του ανταπόδωση, ακόμα κι αν είσαι ο ίδιος ο Βούδας. Το μόνο ίσως που μπορείς να κάνεις είναι να αντισταθμίσεις το παράπτωμά σου με πολλές καλές πράξεις, οπότε η σφοδρότητα της ανταπόδωσης θα μετριαστεί, με τον ίδιο τρόπο που το φαρμάκι μετριάζεται όταν διαλύεται σε μεγάλες ποσότητες νερού. Οπότε, μπορούμε ίσως να πούμε ότι ο Βουδισμός Τεραβάντα είναι σαν την προκαστελλοριζιακή διακυβέρνηση ΓΑΠ («θα αποπληρώσουμε το χρέος μας μέχρι το τελευταίο ευρώ»), ενώ ο Χριστιανισμός σαν την μετακαστελλοριζιακή.

Διαθήκη: Πνευματικό μνημόνιο. Συμφωνία στήριξης έναντι μέτρων λιτότητας. Ξεκίνησε από τους Εβραίους κι ονομάστηκε Τάναχ. Εμείς, οι Χριστιανοί, προτιμούμε τον όρο Παλαιά Διαθήκη, διότι θεωρούμε αφενός ότι ο Θεός είναι τριαδικός (δηλαδή τρόικα) κι αφετέρου ότι έχει γίνει επαναδιαπραγμάτευση, υπάρχει πλέον νέο μνημόνιο μετά την αναδιάρθρωση των αμαρτιών μας με το μεγάλο PSI της Θείας Σταύρωσης (ενώ οι μουσουλμάνοι ισχυρίζονται ότι υπάρχει και τελειωτικό μνημόνιο, το Κοράνι, δεσμευτικό κι αδιαπραγμάτευτο).

Ιερός Κανόνας: Συντάσσεται από το ιερατείο, περιέχει τις αποκαλύψεις και τις διδασκαλίες. Εγκαθιδρύεται επίσημα ως άμυνα απέναντι σε επιθετικούς προφήτες ή στη λαϊκή θρησκευτικότητα.

Προπατορικό αμάρτημα: Χρέωση των μελλοντικών γενεών. «Φάγαμε τα πακέτα Ντελόρ, ήμασταν ασύδοτοι και περάσαμε τον λογαριασμό στα παιδιά μας, κάθε ελληνόπουλο έρχεται στη ζωή με ένα χρέος € 30.000 κ.λπ.», κάπως έτσι.

Σωτηρία: Πνευματική ξεχρέωση. Απαιτεί Hθικό Θεό. «Στην Παλαιά Διαθήκη», παρατηρεί ο Weber, «η ιδέα της σωτηρίας εμφανίζεται μόνο με την έννοια της απελευθέρωσης από απτούς, υλικούς πόνους» (μαγικό ηθικό σύστημα).

Ο Παραλογισμός Του Ορθολογισμού IV

Στην προηγούμενη ανάρτηση είχα συζητήσει ότι στα πραγματικά προβλήματα της πραγματικής ζωής (όχι στα τεχνητά σχολικά προβλήματα και στις πανεπιστημιακές ασκήσεις) δεν προσδιορίζουμε πρώτα και λύνουμε κατόπιν: περισσότερο αυτό που γίνεται είναι ότι ο προσδιορισμός του προβλήματος συν-εξελίσσεται μαζί με τη συγκεκριμενοποίηση λύσεων, σε μια διαδικασία χωρίς τέλος. Θα το συζητήσω λίγο περισσότερο τώρα, θίγοντας ένα ακόμα ιερό & όσιο των κατεστημένων «ορθολογικών» ή «επιστημονικών» μοντέλων: τον γραμμικό/μεθοδικό τρόπο εργασίας.



Στα Πραγματικά Προβλήματα Δεν Δουλεύουμε Γραμμικά
Τα διάφορα Ορθολογικά Μοντέλα αξιώνουν γραμμικό ή μεθοδικό τρόπο εργασίας. Αυτός διαφέρει φυσικά από κλάδο σε κλάδο, όμως ο πυρήνας του, όπως είδαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, είναι: (Α) Πρώτα ανέλυσε το πρόβλημα και προσδιόρισέ το καλά, κατόπιν προχώρα στην επίλυσή του, (Β) Πρώτα κάνε ένα αφηρημένο μοντέλο δουλεύοντας με τους καλούς προσδιορισμούς του προηγούμενου βήματος, κατόπιν, και με αυτό ως οδηγό, άρχισε να εξετάζεις συγκεκριμένες λύσεις, ώστε το κάθε βήμα να είναι μέρος ενός σχεδίου.

Αυτή η ιεροποίηση του γραμμικού τρόπου εργασίας πηγαίνει πίσω στον Καρτέσιο, ο οποίος πίστευε ότι μόνο η σωστή μέθοδος εγγυάται την ανακάλυψη σίγουρης γνώσης. Από την άλλη και στη δική μας εποχή, ο γραμμικός/μεθοδικός τρόπος εργασίας είναι η χαρά του μάνατζερ: η μέθοδος υποτίθεται ότι είναι οικουμενική, εφαρμόζεται πάντα και παντού (οπότε δικαιώνεται η ύπαρξη μιας τάξης περιφερόμενων μάνατζερ από επιχείρηση σε επιχείρηση, αξιώνοντας ότι δεν της χρειάζεται βαθιά γνώση του αντικειμένου εφόσον κατέχει Την Μέθοδο®)• διαχειρίσιμη, τα πολύπλοκα θέματα αποδομούνται σε ελέγξιμα μέρη, ενώ ξέρουμε πάντα πόση πρόοδο έχουμε κάνει και πόσο απέχουμε από τη λύση (οπότε οι μάνατζερ μπορούν να έχουν έλεγχο επί της διαδικασίας)• προσδιορίζεται από τον τελικό της στόχο, οπότε αυτό που μετράει είναι η Ιθάκη, όχι το ταξίδι για την Ιθάκη. Θα ήταν πολύ ωραία (ή εντελώς απαίσια) το ανθρώπινο ον να λειτουργούσε έτσι. Δυστυχώς όμως (ή ευτυχώς), ο άνθρωπος βγήκε από άλλο εργοστάσιο και λειτουργεί διαφορετικά, δεν κατασκευάστηκε με γνώμονα τη δικαίωση των αποφοίτων σχολών Business Administration (ή κάτι πολύ στρεβλό υπάρχει στον καθιερωμένο ρόλο των μάνατζερ). Ο άνθρωπος δεν είναι καρτεσιανό ον.

Στον χώρο του ντιζάιν έχει καταδειχθεί πολύ ισχυρά ότι ισχύουν τα εντελώς αντίθετα από τις μαγικοθρησκευτικές αξιώσεις της προηγούμενης παραγράφου: ο τρόπος εργασίας των ντιζάινερ είναι θεμελιωδώς αμεθοδικός. Αλλά και κάτι ακόμα ισχυρότερο: η πράξη του ντιζάιν οφείλει να είναι αμεθοδική, αν πάντα το κριτήριο είναι η ποιότητα του τελικού προϊόντος. Τα δύο ιερά & όσια της γραμμικής μεθόδου είναι συνταγή αποτυχίας αν τηρηθούν ευλαβώς. To ντιζάιν θα πρέπει να ειδωθεί ως διαδικασία η οποία τρέφεται από το τυχαίο και το απρόβλεπτο, όπου το ταξίδι για την Ιθάκη είναι μέρος της Ιθάκης, και κατά την οποία λαμβάνει χώρα μια διαρκής και αμφίδρομη αλληλεπίδραση μεταξύ του προσδιορισμού του προβλήματος και της συγκεκριμενοποίησης λύσεων – άλλες φορές ο προσδιορισμός οδηγεί σε συγκεκριμένες λύσεις, άλλες φορές η συγκεκριμενοποίηση μιας λύσης οδηγεί σε αναπροσδιορισμό του προβλήματος, ξανά και ξανά και ξανά. Εμφανίζεται ένα φαινόμενο Ντάγκλας Άνταμς – δηλαδή, συνήθως το σημαντικό δεν είναι να βρεις ότι η Απάντηση για τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα είναι 42• πολλές φορές ξεκινάς με την Απάντηση και κοιτάς να δεις ποια είναι η Ερώτηση, σε τι απαντά το 42.

Ένα αντικείμενο που έχει μελετηθεί πολύ καλά είναι τα σκίτσα των αρχιτεκτόνων. Αρκετοί ντιζάινερς και σχεδόν όλοι οι αρχιτέκτονες όταν ξεκινούν να δουλεύουν ένα πρόβλημα, παράγουν σκίτσα εντατικά και ιδιοσυγκρασιακά – συνήθως μ’ ένα απλό μολύβι σ’ όποιο κομμάτι χαρτί βρεθεί μπροστά τους. Οι Simon & Newell, στην κλασική Ορθολογική θεώρηση (Human Problem Solving, 1972), θεωρούσαν ότι αυτά τα σκίτσα παίζουν τον ρόλο εξωτερικής μνήμης – ότι ο ντιζάινερ, υποτίθεται, τοποθετεί κάποιες ιδέες στο χαρτί για να ελαφρύνει το φορτίο της μνήμης του (όπως κι εμείς σημειώνουμε το τηλέφωνο του Γιώργου ώστε να μη χρειάζεται να το απομνημονεύσουμε). Οι εμπειρικές έρευνες έδειξαν κάτι πολύ διαφορετικό. Οι αρχιτέκτονες δεν χρησιμοποιούν τα σκίτσα ως εξωτερική μνήμη, αυτό είναι το λιγότερο: οι αρχιτέκτονες ανακαλύπτουν στοιχεία στα σκίτσα τους, τα οποία δεν είχαν υπόψη όταν τα σχεδίαζαν, και επίσης χρησιμοποιούν αυτές τις απρόσμενες ανακαλύψεις για να αναπροσδιορίσουν το πρόβλημα. Μερικά παραδείγματα να γίνει σαφές: 


Aπό την έρευνα της G. Goldschmidt (On visual design thinking, 1996): Ένας φοιτητής αρχιτεκτονικής και στα πλαίσια ενός πανεπιστημιακού μαθήματος, είχε να σχεδιάσει ένα νηπιαγωγείο εντός αστικού ιστού, σχήματος L, σε ελαφρά επικλινές έδαφος, με τρεις χώρους δραστηριοτήτων, βοηθητικούς χώρους, εξωτερικές παιδικές χαρές κ.α. Ο φοιτητής είχε ήδη ολοκληρώσει ένα σχέδιο, το οποίο είχε εγκριθεί από τους καθηγητές του. Δεν τον ικανοποιούσε όμως, είπε ότι έμοιαζε πολύ με τα σχέδια άλλων συμφοιτητών του, και ήθελε να το ξανασχεδιάσει από την αρχή.


Το αρχικό σχέδιο του φοιτητή για το νηπιαγωγείο 


Πρώτα κάθισε μπροστά από ένα κομμάτι χαρτί, χωρίς να έχει κάποια ιδέα. Πήρε το μολύβι κι άρχισε να παίζει μ’ αυτό, η επιθυμία να κάνει κάτι ήταν ακαταμάχητη. Σχεδίασε την υπογραφή του. «Πραγματικά μ’ αρέσει η υπογραφή μου», σχολίασε. Τη σχεδίασε και μια δεύτερη φορά, καθώς και μια τρίτη με ελαφρές διαφοροποιήσεις. Τη σχεδίασε εφτά φορές συνολικά, μέχρι που το χαρτί γέμισε με ελαφρώς διαφοροποιημένες υπογραφές. Προσηλώθηκε στην τελευταία. «Για δες, αν το κάνω σωστά, τότε τα δύο γράμματα της υπογραφής περιγράφουν έναν χώρο», είπε σε κάποια στιγμή. Πήρε ένα χοντρότερο μολύβι και πάτησε τις γραμμές γύρω από τα δύο γράμματα. Ο χώρος έγινε ξεκάθαρος κι αυτό του ήρθε σαν αποκάλυψη. Σχεδίασε ακόμα μια ακόμα φορά την υπογραφή του, ώστε να τονίζεται ο εσώκλειστος χώρος. Κατόπιν, πήρε αυτό το τμήμα της υπογραφής και το ταίριαξε σε ένα τοπογραφικό της περιοχής. «Αυτό κάτι λέει. Νομίζω πως μπορώ να το δουλέψω».

 Μέρος από το χαρτί του φοιτητή, το σκίτσο αριστερά είναι το τμήμα της υπογραφής που απομόνωσε 


Κατόπιν άρχισε να μεταμορφώνει το σχήμα σε κανονικό αρχιτεκτονικό σχέδιο και να εξετάζει πάνω σ’ αυτό τις προδιαγραφές του προβλήματος. Σε κάποια στιγμή είπε: «Είναι πραγματικά αυτό που ήθελα. Όχι εκείνες τις ευθείες, τακτοποιημένες γραμμές, τις κανονικές γωνίες και τα κυβάκια! Οι καμπύλες είναι όμορφες!» Σύντομα έφτιαξε ένα πρώτο σχέδιο που προέβλεπε διακριτούς χώρους και περιοχές δραστηριοτήτων, και άρχισε να δουλεύει με μεγαλύτερη ακρίβεια το πρόβλημα: πού θα είναι η κυρία είσοδος; Τι θα κάνει με την κλίση του εδάφους; Θα βάλει σκαλοπάτια; Πώς ακριβώς θα είναι οι εξωτερικοί χώροι και οι εξωτερικές παιδικές χαρές; κ.λπ. Έβαλε ένα λευκό φύλλο χαρτί επάνω στο προηγούμενο σκίτσο, το αντέγραψε κι άρχισε να καταπιάνεται από την αρχή με το πρόβλημά του, πολύ πιο διεξοδικά όμως τώρα. Σχεδίασε ένα βέλος για τον Βορρά, ώστε να έχει αντίληψη για τη φωτεινότητα των χώρων. Επίσης άρχισε να μετράει και να κάνει υπολογισμούς πάνω στο σχέδιό του.


Τμήμα από το χαρτί στο οποίο ο φοιτητής άρχισε να δουλεύει ακριβέστερα το σχέδιο


Κατόπιν, κι αφού ο φοιτητής είχε πλέον δουλέψει καλά όλα τα στοιχεία του προβλήματος, άρχισε να φτιάχνει τη μακέτα. Κατά τη διαδικασία αυτή, εντόπισε διάφορα άλλα θέματα τα οποία δεν είχε λάβει υπόψη προηγουμένως (π.χ. τα παράθυρα του νηπιαγωγείου) κι έκανε μικρές τροποποιήσεις.


Η μακέτα πριν τα τελικά σχέδια 


Μετά κι από τη μακέτα, άρχισε να σχεδιάζει τα τελικά σχέδια που θα παρέδιδε προς αξιολόγηση. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης που έκανε αργότερα, ο φοιτητής δεν αναφέρθηκε καθόλου στην υπογραφή του, είπε ότι δεν το θεώρησε σημαντικό. «Εξήγησε» ότι ο σκοπός του ήταν από την αρχή να φτιάξει ένα σχέδιο χωρίς ευθείες γραμμές και γωνίες, ότι για τόσο μικρά παιδιά είναι καλύτερο να είναι όλα καμπύλα και ομαλά. Συζητώντας με τους ερευνητές μετά το τέλος της δουλειάς, «θυμήθηκε» ότι σχεδίασε την υπογραφή του σε κάποιο προχωρημένο σημείο, και παρατήρησε απλώς ως αξιοπερίεργο ότι το σχέδιό του μοιάζει με ένα τμήμα της υπογραφής. Όταν, στο τέλος, οι ερευνητές τού έδειξαν τα αρχεία της έρευνας και το πώς πραγματικά δούλεψε, ο ίδιος σοκαρίστηκε.

Υπάρχουν διάφορα αξιοσημείωτα εδώ. Το κυριότερο είναι ότι ο φοιτητής δεν ξεκίνησε από το αφηρημένο για να πάει κατόπιν στο συγκεκριμένο – δεν έκανε μια λίστα με τις προϋποθέσεις του προβλήματος (νηπιαγωγείο σχήματος L, επικλινές έδαφος, τρεις χώροι δραστηριοτήτων, εξωτερικές παιδικές χαρές κ.λπ.), για να δοκιμάσει κατόπιν τμηματικά σχέδια, να τα συνθέσει σε ένα ολικό σχέδιο κ.λπ. Αντίθετα, ξεκίνησε με πολύ συγκεκριμένα σκίτσα και κατόπιν μετέφρασε τους όρους του προβλήματος πάνω σ’ αυτά. Αυτή η πιεστική ανάγκη να δουλέψουν τις προδιαγραφές του προβλήματος πάνω σε συγκεκριμένα σκίτσα ήδη από την αρχή της εργασίας τους, μοιάζει κοινή σε πολλούς (σε όλους;) τους αρχιτέκτονες. Αποσπάσματα συνεντεύξεων (από το paper της G. Goldschmidt που ανέφερα πιο πάνω):

Αρχιτέκτονας 1. «Όταν κάθομαι να δουλέψω, είναι δύσκολο στην αρχή. Κάνω πάρα πολλά σκίτσα. Δεν καταλαβαίνω τι κάνω μέχρι να σκιτσάρω αρκετές φορές, και τότε μου γίνεται ξεκάθαρο τι προσπαθώ να κάνω, κι αρχίζω να δουλεύω»

Αρχιτέκτονας 2. «Δεν μπορώ να προχωρήσω πολύ όταν μόνο σκέφτομαι, πρέπει να σχεδιάσω κάτι ... Μ’ αρέσει να έχω πολλές γραμμές στο χαρτί μου. Μ’ αρέσει να έχω ασαφή σκίτσα. Μπορώ να δω περισσότερα πράγματα σ’ αυτά, παρά όταν έχω ξεκάθαρα σκίτσα. Οπότε, πολλές φορές, σκιτσάρω αρκετές γραμμές και μετά αρχίζω να βλέπω πράγματα σ’ αυτές, οπότε συχνά επιλέγω τα πράγματα που έχουν σημασία».

Alvar Aalto (σπουδαίος Φινλανδός αρχιτέκτονας και ντιζάινερ). «Όταν αντιμετωπίζω ένα αρχιτεκτονικό πρόβλημα, οι προδιαγραφές του συνήθως είναι τόσο πολλές που φτιάχνουν έναν ολόκληρο λαβύρινθο, από τον οποία δεν μπορώ να βγω με λογικά μέσα. Είναι τέτοια η πολυπλοκότητα του προβλήματος που εμποδίζει τον σχηματισμό μιας αρχιτεκτονικής ιδέας. Σε τέτοιες περιπτώσεις δουλεύω συνήθως ως εξής: καταπιάνομαι αρχικά με αφηρημένη τέχνη. Αρχίζω να σχεδιάζω ανεξέλεγκτα, και τότε ξαφνικά, ένα σημείο εκκίνησης συνδέει τα πολυπληθή στοιχεία του προβλήματος».

Το δεύτερο αξιοσημείωτο είναι ότι ο φοιτητής πάλευε και με τον εαυτό του, όχι μόνο με το πρόβλημα. Ένιωθε από την αρχή δυσαρέσκεια με το προηγούμενο σχέδιό του, τον τράβηξε ένα σκίτσο με καμπύλες γραμμές, μόνο κατά την πορεία μπόρεσε να αρθρώσει την αιτία της δυσαρέσκειας (ότι ένα κτίριο χωρίς ευθείες και γωνίες θα είναι πιο φιλικό για τόσο μικρά παιδιά), ενώ στο τέλος «αιτιολόγησε» και τον τρόπο εργασίας του, «θυμήθηκε» ότι ήθελε από την αρχή ένα κτίριο με καμπύλες κ.λπ. Αυτό το φαινόμενο έχει παρατηρηθεί σε όλους τους ντιζάινερς: αν θέλεις να μάθεις πώς δουλεύουν, δεν είναι η καλύτερη ιδέα να τους ρωτήσεις• συνήθως το τακτοποιούν και το εκλογικεύουν εκ των υστέρων, ακόμα και στον εαυτό τους, δίνουν μια κομψή αφήγηση. Την πιστεύουν κι οι ίδιοι αυτήν την αφήγηση, πραγματικά «θυμούνται» όλα αυτά που λένε! Πολύ καλύτερη ιδέα θα είναι να τους παρατηρήσεις την ώρα που δουλεύουν• τότε θα δείς κάτι διαφορετικό από αυτό που θα σου παρουσιάσουν οι ίδιοι κατόπιν. Περισσότερα όμως γι’ αυτό θα πούμε στην επόμενη ανάρτηση.

Ας δούμε μια άλλη έρευνα: μια φοιτήτρια αρχιτεκτονικής περιγράφει τον τρόπο που δούλεψε ένα προχωρημένο σημείο του προβλήματός της σχετικά με το σχεδιασμό ενός δημοτικού σχολείου (από Schön & Wiggins, Kinds of seeing and their functions in designing, 1992). Με τα δικά της λόγια και ακριβώς όπως το περιέγραψε:

“I had six of these classroom units but they were too small to do much with [στο πάνω μέρος της εικόνας]. So I changed them to this more significant layout [στο κάτω μέρος της εικόνας]. It relates grade one to two, three to four, and five to six grades, which is more what I wanted to do educationally anyway. What I have here is a space which is more of a home base. I’ll have an outside/inside which can be used and an outside/outside which can be used – then that opens into your resource library/language thing” 


Δηλαδή, η φοιτήτρια πρώτα είχε τη διάταξη με τις έξι σχολικές τάξεις, την οποία έκρινε ανεπαρκή (“too small to do much with”). Έκανε ένα καινούργιο σκίτσο (τη διάταξη με τα τρία L-σχήματα) προκειμένου να αντιμετωπίσει την ανεπάρκεια. Κοιτώντας κατόπιν, έκρινε ότι η πράξη της ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση και ότι το ζήτημα λύθηκε (“this more significant layout”). Διαπίστωσε όμως ότι έκανε κι άλλα πράγματα που δεν τα είχε υπόψη της αρχικά (“more of what I wanted to do”). Εξερευνώντας περισσότερο το πείραμά της, ανακάλυψε έναν χωρικό συσχετισμό (“it relates grade one to two, three to four, and five to six grades”), τον οποίο έκρινε θετικά, συνειδητοποίησε το αίσθημα που αναδύει η όλη διάταξη (“more of a home base”), ανακάλυψε επίσης και δύο νέα είδη χώρων που δημιουργήθηκαν (“an inside/outside … an outside/outside”). Δεν ήταν στις προθέσεις της αυτές οι τρεις τελευταίες συνέπειες όταν σχεδίαζε τα L-σχήματα, αλλά τις ανακάλυψε εκ των υστέρων και συνέχισε κατόπιν να δουλεύει το πρόβλημά της πάνω εκεί. Δηλαδή, η κίνησή της αυτή, το σκιτσάρισμα, είχε προσδοκώμενες συνέπειες στο πεδίο των προθέσεών της (το μέγεθος των τάξεων), καθώς και απρόσμενες συνέπειες σε τρία άλλα πεδία (τη χωρική εγγύτητα των γειτονικών τάξεων, το αίσθημα της συνολικής διάταξης, τους δύο νέους χώρους που δημιουργήθηκαν). Υπόψη ότι αν μετά από πολύ χρόνο της ζητούσαμε να περιγράψει τον τρόπο που δούλεψε, πιθανότητα θα το τακτοποιούσε και θα το εκλογίκευε, ακόμα και στον εαυτό της, θα έλεγε κάτι σαν: «καθότι οι 6 τάξεις που είχα ήταν μικρές και προκειμένου να δημιουργήσω νέους χώρους και μια πιο σπιτική διάταξη, τις άλλαξα στο σχέδιο με τα τρία L-σχήματα κ.λπ.»).

Κάθε καινούργιο σκιτσάρισμα σε ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο, κάθε καινούργια δοκιμή και πείραμα, είναι μια πολύπλοκη πράξη που αλλάζει τα δεδομένα σε πολλά πεδία. Αυτή η συνεχής πράξη των αλλεπάλληλων βλέπω τι έχω – δοκιμάζω κάτι – βλέπω τι προέκυψε – διαπιστώνω καινούργια στοιχεία – αναθεωρώ ή εμπλουτίζω τη σύλληψή μου για το πρόβλημα μ’ αυτά τα στοιχεία – δοκιμάζω κάτι άλλο κ.λπ. είναι ο τρόπος του ανθρώπου να αντιμετωπίζει πολυδιάστατα προβλήματα, στα οποία δεν έχεις από πού να πιαστείς. Σπάνια η λύση σ’ αυτά τα προβλήματα προκύπτει από την ολοκλήρωση μιας μεθοδικής διαδικασίας, είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα να πούμε ότι η λύση αναδύεται (emerges) μέσα από μια αμεθοδική πράξη διαρκούς αναθεώρησης και πρακτικής εξερεύνησης του προβλήματος.

Πόσο κοινές είναι αυτές οι τάσεις στους ντιζάινερς; Απ’ ό,τι φαίνεται, είναι καθολικές! Όλες οι εμπειρικές έρευνες των τελευταίων 10-20 χρόνων, από ανεξάρτητους ερευνητές, δείχνουν σταθερά τα ίδια φαινόμενα: οι επαγγελματίες δουλεύουν αμεθοδικά• το πρόβλημα συν-εξελίσσεται μαζί με τη λύση του σε μια διαδικασία χωρίς τέλος• το συγκεκριμένο είναι ο καταλύτης του αφηρημένου, όχι ο υπηρέτης του. Αυτό όμως είναι το ακριβώς αντίθετο από ό,τι κηρύττουν οι κατεστημένες «ορθολογικές» ή «επιστημονικές» προσεγγίσεις επίλυσης προβλημάτων! Δείτε, για παράδειγμα, τι διδάσκονται οι μαθητές της Γ’ Λυκείου για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα, το κεφάλαιο που επισήμανε ο Αλέξανδρος (ευχαριστώ) στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης από το βιβλίο Ανάπτυξη Εφαρμογών σε Προγραμματιστικό Περιβάλλον (το κεφάλαιο είναι εδώ σε zip file). Ανάλυση προβλήματος --> κατανόηση --> σαφήνεια στη διατύπωση --> αποδόμηση του προβλήματος --> καθορισμός απαιτήσεων κ.λπ., κουτάκια και βελάκια, η κληρονομιά του Καρτέσιου. Μην παραλείψετε να διαβάσετε και στις σελίδες 8-11 τον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος των ναρκωτικών.

Σε αντίθεση με όλες αυτές τις μαγικοθρησκευτικές πεποιθήσεις, ας δούμε μια ακόμα εμπειρική έρευνα για το πώς λύνουν πραγματικά προβλήματα οι πραγματικοί άνθρωποι: οι Suwa, Gero & Purcell (Unexpected discoveries and S-invention of design requirements, 2000) εξέτασαν την σχεδιαστική πράξη ενός επαγγελματία αρχιτέκτονα, στα πρώτα 45 λεπτά από τη στιγμή που καταπιάστηκε με ένα πρόβλημα, ως τη στιγμή που το προχώρησε σε ένα καλό σημείο – το πρόβλημα ήταν ο σχεδιασμός ενός μουσείου εντός φυσικού περιβάλλοντος στα περίχωρα μιας μεγαλούπολης, με πάρκινγκ, κήπους και χώρους πρασίνου κ.α. Αυτά που βρήκαν ήταν τα εξής:

Ο αρχιτέκτονας στην αρχή σκιτσάριζε εντατικά, έριχνε στο χαρτί γραμμές με πολύ γρήγορο ρυθμό, πιο γρήγορο απ’ ό,τι μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς σκιτσάριζε. Παρήγε συνολικά 13 σελίδες με τέτοια σκίτσα, τα ξανακοιτούσε τακτικά και συνήθως τότε μόνο πρόσεχε τις λεπτομέρειες και τα στοιχεία τους.

Περίπου οι μισοί από τους στόχους του προβλήματος δεν του είχαν δωθεί στις αρχικές προδιαγραφές αλλά προέκυψαν κατά τη διαδικασία του σκιτσαρίσματος (π.χ. σε κάποιο σημείο αποφάσισε ότι οι επισκέπτες του μουσείου θα πρέπει να βιώνουν μια ευχάριστη κι ενδιαφέρουσα διαδρομή από το πάρκινγκ ως το κτίριο του μουσείου, ενώ σε κάποια άλλη στιγμή εξέφρασε την ανάγκη να υπάρχουν χώροι στο μουσείο που να διεκολύνουν τη συλλογή των σκουπιδιών και την παράδοση εμπορευμάτων). Ο αρχιτέκτονας έκανε συνολικά 240 καθορισμούς στόχων και οι 128 από αυτούς (ποσοστό 53,3%) προέκυψαν κατά τη διαδικασία του σκιτσαρίσματος. Ακόμα περισσότερο όμως, οι περισσότεροι από αυτούς τους στόχους προέκυψαν εξαιτίας της διαδικασίας του σκιτσαρίσματος, από διάφορες απρόσμενες ανακαλύψεις που έκανε στα σκίτσα του.

Αυτές οι απρόσμενες ανακαλύψεις ήταν αντιληπτικές συνειδητοποιήσεις για σχήματα και μεγέθη σχεδιαστικών στοιχείων, για χωρικές σχέσεις ανάμεσά τους (εγγύτητα, απόσταση, ευθυγράμμιση κ.α.) ή για ενδιάμεσους χώρους μεταξύ των στοιχείων, τις οποίες δεν είχε υπόψη όταν πρωτοσχεδίαζε το σκίτσο. Τις ανακάλυψε σε δεύτερο χρόνο, ξανακοιτώντας το χαρτί του να δει τι έχει, όπως κι η φοιτήτρια στην προηγούμενη έρευνα ανακάλυψε σε δεύτερο χρόνο τους δύο επιπλέον χώρους που δημιουργήθηκαν όταν σκιτσάρισε τα τρία L-σχήματα. Π.χ. ξαναπατώντας ένα προηγούμενο σχεδιαστικό στοιχείο, ο αρχιτέκτονας πρόσεξε για πρώτη φορά την εγγύτητα ανάμεσα σ’ αυτό και σ’ ένα άλλο στοιχείο, οπότε άρχισε να κάνει σκέψεις πάνω σ’ αυτήν την εγγύτητα, να τη μεταφράζει ως «θέα» από το ένα σημείο στο άλλο και να σκέφτεται πώς θα είναι αυτή η θέα. Ή πρώτα σκίτσαρε ένα στοιχείο κοντά σε ένα άλλο, και μετά, σε κάποιο σημείο, ανακάλυψε ότι περιγράφεται ένας χώρος ανάμεσα στα δύο στοιχεία, οπότε διαπίστωσε ότι έχει το ενδιαφέρον του κι άρχισε να δουλεύει πάνω σ’ αυτόν. Είναι ακριβώς αυτό το οπτικό φαινόμενο με τα δύο μαύρα πρόσωπα σε προφίλ που περιγράφουν ένα λευκό βάζο, το (a) στην παρακάτω εικόνα. Ένα πρόσωπο από μόνο του δεν περιγράφει κάτι (b), αν όμως σκιτσάρουμε κι ένα δεύτερο πρόσωπο κοντά στο πρώτο, τότε διαπιστώνουμε ότι δημιουργήθηκε κι ένα τρίτο σχεδιαστικό στοιχείο, ο ενδιάμεσος χώρος (το λευκό βάζο). Ο αρχιτέκτονας έκανε συνολικά 608 αντιληπτικές πράξεις, 173 από τις οποίες ήταν απρόσμενες ανακαλύψεις (ποσοστό 28,5%).


Αυτό που βρήκαν οι ερευνητές ήταν ότι υπήρχε (αμφίδρομη) συσχέτιση ανάμεσα σ’ αυτές τις απρόσμενες ανακαλύψεις και στον αναπροσδιορισμό των στόχων του προβλήματος. Πολλά τέτοια στοιχεία που ο αρχιτέκτονας ανακάλυψε απρόσμενα κατά το σκιτσάρισμα, τα απομόνωσε από τα συμφραζόμενά τους και τα γενίκευσε ώστε να γίνουν βασικοί στόχοι της υπόλοιπης σχεδιαστικής εργασίας – δηλαδή, αναπροσδιόριζε το πρόβλημά του με βάση τις απρόσμενες ανακαλύψεις. Αλλά και το αντίστροφο: αν ο αρχιτέκτονας έθετε κάποιον καινούργιο στόχο (π.χ. από την προηγούμενη εμπειρία του σε σχεδιασμό μουσείων), τότε ήταν πολύ πιθανό αμέσως μετά να ξανακοίταζε τα προηγούμενα σκίτσα του και να έβλεπε καινούργια πράγματα. Η αντίληψή του για τα σκίτσα ήταν συνάρτηση της σύλληψής του για το πρόβλημα, και η σύλληψή του για το πρόβλημα ανανεωνόταν διαρκώς με βάση τις απρόσμενες ανακαλύψεις στα σκίτσα του. Η εργασία του ήταν κάθε άλλο παρά μεθοδική ή γραμμική (και καλά έκανε που δεν ήταν)• δεν προσδιόριζε πρώτα και έλυνε κατόπιν, ούτε πήγαινε από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Ο καλύτερος τρόπος για να την περιγράψουμε είναι: ένα χάος που σταδικά αποκρυσταλλώνεται σε κάτι• μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στο πρόβλημα και στη λύση του, τα οποία αλληλοεξαρτώνται και συν-εξελλίσσονται, μέχρι να καταλήξουν μαζί κάπου. Έτσι όμως είναι όλα τα πραγματικά προβλήματα στην πραγματική ζωή, μικρά και μεγάλα, καθημερινά και κοσμογονικά. Σόρι, ο άνθρωπος δεν κατασκευάστηκε με γνώμονα τη δικαίωση των αποφοίτων σχολών Business Administration.

Δώστε μου όμως feedback κι εσείς από τη δική σας εμπειρία, ειδικά όποιοι είστε επαγγελματίες ντιζάινερς, αρχιτέκτονες, σχεδιαστές, προγραμματιστές κ.λπ. Σας κάνουν καθόλου κλικ όλα τα παραπάνω; Θα είμαστε σύντομα και πάλι μαζί σας με ακόμα περισσότερο ορθολογισμό!

to be continued

Ο Παραλογισμός Του Ορθολογισμού ΙΙΙ

Στις δύο προηγούμενες αναρτήσεις (εδώ κι εδώ) έκανα μια μικρή εισαγωγή και παρουσίασα τη θεώρηση του ορθολογισμού με την οποία θα ασχοληθώ – συγκεκριμένα, ένα πρίσμα, μια νοοτροπία που διατρέχει τη ραχοκοκαλιά της εποχής μας ως προς τον «σωστό» τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων. Περιέγραψα αυτό το πλαίσιο ως (Α) Γραμμικότητα (πρώτα προσδιορίζουμε το πρόβλημα και μετά το λύνουμε, πρώτα κατασκευάζουμε ένα αφηρημένο μοντέλο και κατόπιν το χρησιμοποιούμε ως οδηγό για τις συγκεκριμένες λύσεις), (Β) Γνωστική διάσταση (όλη η εργασία γίνεται βάση σχεδίου, κάθε πράξη έχει έναν ρόλο μέσα σε μια γενικότερη στρατηγική), (Γ) Καλός προσδιορισμός (όλα τα στοιχεία και οι παράμετροι του προβλήματος θα πρέπει να προσδιοριστούν τόσο καλά, ώστε να μπορούν να επεξεργαστούν από τυπικούς κανόνες), (Δ) Αποτελεσματικότητα (επιλογή, βάσει κανόνων, της βέλτιστης λύσης από ένα σύνολο). Θα επιχειρήσω, σ' αυτήν και στις επόμενες αναρτήσεις, να κατεδαφίσω αυτό το πλαίσιο:


Τα Πραγματικά Προβλήματα
Όλη η ζωή μας είναι επίλυση προβλημάτων – σε διάφορα επίπεδα, είτε μεγάλα και κοσμογονικά, είτε μικρά και καθημερινά. Στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο εκπαιδευτήκαμε επαρκώς ώστε να λύνουμε μια ισχνή κατηγορία τεχνητών προβλημάτων – να βρίσκουμε τις ρίζες μιας 2βάθμιας εξίσωσης, να επιλέγουμε τη βέλτιστη λύση από ένα σύνολο με τη μέθοδο Simplex κ.λπ. – τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τα πραγματικά προβλήματα της πραγματικής ζωής. Ως προς αυτά, δεν μας προετοίμασε καθόλου ούτε το σχολείο ούτε (τους περισσότερους από μας) το πανεπιστήμιο... Από το Wicked Problems & Social Complexity του Jeff Conklin:

Το τμήμα μάρκετινγκ μιας αυτοκινητοβιομηχανίας ζητά ένα νέο μοντέλο με έμφαση στην πλευρική ασφάλεια, ώστε να ανταγωνιστεί το αντίστοιχο μοντέλο της Volvo. Οι ντιζάινερς σκέφτονται αρχικά να προσθέσουν εσωτερικά στηρίγματα σε κάθε πόρτα. Διαπιστώνουν όμως ότι έτσι διπλασιάζεται το κόστος κι αυξάνεται το βάρος της πόρτας, ενώ θα επηραστεί η κατανάλωση καυσίμου, τα αμορτισέρ και το σύστημα των φρένων. Η τελική τιμή θα αυξηθεί αισθητά – είναι αυτό επιθυμητό; Στην πορεία προκύπτει το ερώτημα, τι πραγματικά ζητάνε οι αγοραστές: ένα αυτοκίνητο που να είναι ασφαλέστερο ή ένα αυτοκίνητο που να δείχνει ασφαλέστερο; Η ομάδα των ντιζάινερ εξετάζει και το ενδεχόμενο να φουσκώσει απλώς τις πόρτες με υλικό ή να προσθέσει πλευρικούς αερόσακους. Το θέμα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο όταν συνειδητοποιούν σε κάποια στιγμή ότι καθότι έχει κατατεθεί αγωγή εναντίον της εταιρείας για τραυματισμό από πλευρικό ατύχημα, ίσως ο σχεδιασμός του νέου μοντέλου να εκληφθεί ως έμμεση ομολογία πως τα παλαιότερα μοντέλα δεν ήταν ασφαλή.

Το πρόβλημα αυτό της πλευρικής ασφάλειας γρήγορα γίνεται πολύπλοκο, με τεχνικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στο βάρος της πόρτας και στα αμορτισέρ, στο σύστημα των φρένων, στην κατανάλωση καυσίμου. Όμως γρήγορα ξεφεύγει κι από το καθαρά τεχνικό κομμάτι, άπτεται θεμάτων όπως, «τι πραγματικά ζητάνε οι αγοραστές από ένα αυτοκίνητο», «ποια πρέπει να είναι η τελική τιμή», θεμάτων μάνατζμεντ, δημοσίων σχέσεων, μάρκετινγκ και νομικών θεμάτων, που όλα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Δεν έχει κάποιες διακριτές λύσεις από τις οποίες πρέπει να επιλεχθεί η βέλτιστη• όλοι οι εμπλεκόμενοι στο πρόβλημα λογαριάζουν συνεχώς τι κερδίζουν και τι χάνουν σε θέματα ασφάλειας, απόδοσης, εμφάνισης, κόστους κ.λπ. Στο τεχνικό κομμάτι και μόνο, οι ντιζάινερς έχουν έναν απεριόριστο χώρο επιλογών που έχει να κάνει με εσωτερικά στηρίγματα, υλικά, μαξιλαράκια, αερόσακους, σχεδιασμό των παραθύρων, του τρόπου που θα κλείνει η πόρτα κ.λπ., και πρέπει να βρουν μια εμπνευσμένη διευθέτηση για όλα τα παραπάνω.

Αλλά και πότε το αυτοκίνητο γίνεται «ασφαλές»; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση εδώ ούτε κάποιος αντικειμενικός κανόνας που να υποδεικνύει ότι το ζήτημα έχει λυθεί. Σε κάποια στιγμή ο σχεδιασμός του καινούργιου μοντέλου πρέπει να σταματήσει, κι αυτό συνήθως θα γίνει όχι επειδή σχεδιάστηκε το «ασφαλές» αυτοκίνητο, αλλά επειδή τελειώνουν οι προθεσμίες, τα χρήματα, η υπομονή των μελών του ΔΣ. Και τίποτα δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι η τελική λύση θα είναι «τέλεια» ή έστω «ικανοποιητική»: ίσως όταν βγει το καινούργιο μοντέλο στην αγορά, να αποδειχθεί αποτυχία για κάποιον λόγο που οι εμπλεκόμενοι ούτε καν σκέφτηκαν, π.χ. επειδή οι πελάτες θα διαμαρτύρονται πως οι πόρτες ανοίγουν και κλείνουν κοπιαστικά στο επικλινές έδαφος. Κάπως έτσι όμως είναι όλα τα πραγματικά προβλήματα που μας απασχολούν στην πραγματική ζωή.

Θέλω να ξεκινήσω τη συζήτηση παρουσιάζοντας ένα ονομαστό άρθρο από τον χώρο του αστικού σχεδιασμού (= planning, στην Ελλάδα παλιά πρέπει να υπαγόταν στους πολιτικούς μηχανικούς), που προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί μεγάλο προβληματισμό και συζήτηση, πολύ πέρα από τα θέματα του αστικού σχεδιασμού: Dilemmas in a General Theory of Planning, 1973, από τους καθηγητές H. Rittel & M. Webber του Berkeley. Πραγματεύεται ακριβώς τα πραγματικά προβλήματα της πραγματικής ζωής, με αφορμή την τότε διαδεδομένη απαξίωση των επαγγελματιών στις ΗΠΑ. Σήμερα υπάρχει μια αντίστοιχη απαξίωση των οικονομολόγων, μετά από τις δυο κρισάρες σε Ευρώπη και ΗΠΑ, όπου στη συνείδηση αρκετού κόσμου έχουν καταντήσει συνώνυμοι των «τσαρλατάνων» (ή, ακόμα χειρότερα, των «τσαρλατάνων με ατζέντα»)• το 1973 που δημοσιεύτηκε το άρθρο υπήρξε μια αντίστοιχη απαξίωση των σχεδιαστών και άλλων επαγγελματιών, που δούλευαν επί δεκαετίες με διάφορες «επιστημονικές» μεθόδους επίλυσης προβλημάτων βασισμένες στο Ορθολογικό Μοντέλο (βλ. προηγούμενη ανάρτηση). Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο. Είναι καλογραμμένο, ελάχιστα τεχνικό, και έχει γραφτεί για να διαβαστεί (σε αντίθεση με άλλα papers που γράφονται για να γράφονται), θα συζητήσω όμως πολλές από τις επισημάνσεις του σ’ αυτήν και στην επόμενη ανάρτηση. Πώς διαφέρουν λοιπόν τα πραγματικά προβλήματα της ζωής από τα τεχνητά προβλήματα που αντιμετωπίσαμε στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο;


(1) Τα πραγματικά προβλήματα δεν ορίζονται – εννοώντας ότι δεν κατανοούμε πρώτα και λύνουμε κατόπιν. Διότι τα περισσότερα στοιχεία του προβλήματος (οι περιορισμοί, τα υποπροβλήματα, οι αλληλοσυσχετίσεις ανάμεσά τους, οι ανάγκες που πρέπει να εκπληρώνει η λύση κ.λπ.) αναδεικνύονται στην πορεία, μέσα από την εργασία της επίλυσης. Αυτό που συμβαίνει στην πράξη είναι ότι ο προσδιορισμός τσυ προβλήματος προοδεύει μαζί με τη λύση του, οπότε το πρόβλημα διαρκώς αναμορφώνεται και ανασχηματίζεται, όπως το ΠΑΣΟΚ, σε μια διαδικασία χωρίς τέλος. Κατά κάποιον τρόπο, άμα φτάσεις να μπορείς να το προσδιορίσεις, τότε ουσιαστικά το έλυσες, δεν υπάρχει μετά κάτι άλλο!

Ένα τεχνητό πρόβλημα, όπως μια μαθηματική άσκηση ή μια σκακιστική σπουδή, πρώτα ορίζεται και κατόπιν λύνεται• μπορεί κανείς να σημειώσει τις θέσεις των κομματιών στη σκακιέρα με τη σκακιστική γραφή, τη συνθήκη του προβλήματος («ματ σε 2 κινήσεις»), ακόμα και να τα τυποποιήσει αυτά για τα περάσει σε ένα σκακιστικό πρόγραμμα: στα τεχνητά προβλήματα, πρώτα κατανοούμε και κατόπιν λύνουμε. Τα πραγματικά προβλήματα όμως είναι κινούμενη άμμος: χαώδη και υπερπολύπλοκα μπλεξίματα, με πολλές διαστάσεις και αλληλοσυσχετίσεις, συχνά δυναμικά και μεταβαλλόμενα, με διαφορετικούς εμπλεκόμενους να έχουν και διαφορετική αντίληψη για τη φύση του προβλήματος, ώστε τελικά δεν έχει κανείς από πού να πιαστεί. Ακόμα περισσότερο, συνήθως είναι εμφυτευμένα εξαρχής εντός ευρύτερων συμφραζομένων (κοινωνικών, οικονομικών, περιβαλλοντικών κ.λπ.), οπότε δεν υπάρχει ένα σαφές όριο για το πού τελειώνει το τεχνικό τους κομμάτι και πού αρχίζει το μη-τεχνικό. Στα πραγματικά προβλήματα, κατανόηση και λύση του προβλήματος είναι ταυτόσημα: ο προσδιορισμός τους είναι το πρόβλημα! Ένα παράδειγμα από την έρευνα του Raymond Guindon (Designing the design process, 1990):

Μια ομάδα έμπειρων σχεδιαστών (expert designers) είχε να σχεδιάσει ένα ηλεκτρονικό σύστημα ελέγχου (control system) για τα ασανσέρ ενος επαγγελματικού κτιρίου. Στους ντιζάινερς δόθηκε η περιγραφή μιας σελίδας με τις συνθήκες του προβλήματος και τους ζητήθηκε να σκέφτονται φωναχτά καθώς δουλεύουν.

Η ανάλυση των αποτελεσμάτων της έρευνας έδειξε ότι οι ντιζάινερς δεν προσδιόριζαν πρώτα το πρόβλημα και κατόπιν συνέθεταν λύσεις – δεν δούλευαν κατ’ αυτόν τον τρόπο! Ξεκινούσαν από τις προδιαγραφές του προβλήματος όπως τους δόθηκαν στο χαρτί, κατόπιν όμως και χωρίς κάποιο ενδιάμεσο βήμα άρχισαν κατευθείαν να σχηματοποιούν συγκεκριμένες, τελικές λύσεις – πώς θα είναι ο controller του συστήματος, τι μονάδες επεξεργασίας θα χρησιμοποιήσουν, πώς θα συνδεθούν αυτές, τι θα γίνει αν κάποια μονάδα παρουσιάσει βλάβη κ.λπ. Κατόπιν, δοκιμάζοντάς αυτές τις τελικές λύσεις είτε στο χαρτί είτε στο μυαλό τους, έβλεπαν καινούργια στοιχεία που δεν τους ήταν ορατά προηγουμένως, οπότε ξαναγυρνούσαν στην αρχή και αναπροσδιόριζαν το πρόβλημα εκ νέου, π.χ. μια από τις προδιογραφές του προβλήματος ήταν «υψηλή αξιοπιστία», κάτι το οποίο γρήγορα μεταφράστηκε από τους ντιζάινερς στη χρήση ενός δικτύου από processors, μια πολύ συγκεκριμένη λύση, σχεδόν τελική, η οποία κατόπιν χρησιμοποιήθηκε ως οδηγός για την υπόλοιπη εργασία και τον αναπροσδιορισμό του προβλήματος εκ νέου.

Με άλλα λόγια, οι ντιζάινερς δούλευαν όπου έβλεπαν ότι μπορούσαν να κάνουν κάτι, σε ό,τι τραβούσε την προσοχή τους, με κριτήριο πάντα την κατανόησή τους για το πρόβλημα («οπορτουνιστικά» το χαρακτηρίζει ο Guindon). Όμως η κατανόηση ενός (πραγματικού) προβλήματος, η ανακάλυψη των μυριάδων στοιχείων του, μπορεί να προέρθει μόνο δοκιμάζοντας συγκεκριμένες λύσεις: «Για να δούμε, τα άδεια ασανσέρ θα πρέπει να επιστρέφουν στον 1ο όροφο, όμως χρειάζεται μόνο ένα ασανσέρ στον 1ο όροφο, οπότε τα άλλα θα πρέπει να κατανεμηθούν ομοιόμορφα ανάμεσα στους ορόφους. Όμως τα ασανσέρ πρέπει επίσης και να σκουπίζονται τακτικά. Θα μπορούσα να προσθέσω έναν διακόπτη να φέρνει τα άδεια ασανσέρ στον 1ο όροφο. Αλλά τότε όμως τι γίνεται σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης;».

Είμαστε τυχεροί που έχουμε το ντιζάιν, γιατί τις τελευταίες δεκαετίες έγιναν δεκάδες εμπειρικές έρευνες για να προσδιοριστεί ο τρόπος εργασίας των επαγγελματιών του (σε αντίθεση με ένα τεράστιο μέρος της υπόλοιπης ακαδημαϊκής επιστήμης, όπου συνήθως γίνεται μία μόνο έρευνα ή πείραμα, και πάνω σ’ αυτό διατυπώνονται τα συμπεράσματα). Το φαινόμενο αυτό του συνεχούς αναπροσδιορισμού του προβλήματος με βάση την ενόραση που προσφέρει η δοκιμή συγκεκριμένων λύσεων εμφανίζεται σε όλες τις έρευνες (εγώ πάντως δεν έχω βρει ούτε μία που να δείχνει το αντίθετο). Ενδεικτικά μερικές ακόμη: οι Cross & Dorst (Creativity in the design process: co-evolution of problem–solution, 1998) εξέτασαν τον τρόπο εργασίας 9 έμπειρων βιομηχανικών σχεδιαστών και βρήκαν αυτό το φαινόμενο, ότι οι ντιζάινερς αναπροσδιόριζαν το πρόβλημα συνεχώς με βάση τη λύση υπό δοκιμή: «Οι ντιζάινερς αρχίζουν εξερευνώντας τον χώρο του προβλήματος και βρίσκουν, ανακαλύπτουν ή αναγνωρίζουν μια μερική δομή. Αυτήν κατόπιν τη χρησιμοποιούν για να σχηματίσουν μια μερική δομή του χώρου των λύσεων. Κατόπιν επεξεργάζονται αυτήν τη δεύτερη μερική δομή, την αναπτύσσουν, εξερευνούν τις συνέπειές της, και τη χρησιμοποιούν για να παραγάγουν καινούργιες ιδέες ως προς τη συνολική σύλληψη του θέματός τους. Κατόπιν, μεταφέρουν την αναπτυγμένη μερική δομή από τον χώρο των λύσεων στον χώρο του προβλήματος, και επεκτείνουν την αρχική δομή. Ο απώτερος σκοπός τους είναι να αναπτύξουν ένα κατάλληλο δίδυμο προβλήματος-λύσης» (έμφαση δική μου).

Οι Goel & Pirolli (The structure of design problem spaces, 1992), που εξέτασαν την εργασία μηχανικών, αρχιτεκτόνων και βιομηχανικών σχεδιαστών, βρήκαν ότι κατά τη διάρκειά της, οι ντιζάινερς αναμορφώνουν τακτικά την αντίληψή τους για τη φύση του προβλήματος, το αναπροσδιορίζουν εκ νέου.

Οι Akin & Akin (Frames of reference in architectural design, 1996) λένε για το αρχιτεκτονικό ντιζάιν: “One of the unique aspects of design behavior is the constant generation of new task goals and redefinition of task constraints”

Οι Ullman, Dietterich & Stauffer (A model of the mechanical design process based on empirical data, 1988) τονίζουν κι αυτοί, εξετάζοντας εμπειρικές μελέτες για την εργασία μηχανικών, ότι λίγοι μόνο από τους περιορισμούς του προβλήματος είναι δεδομένοι εξαρχής• οι υπόλοιποι είτε εισάγονται από τη γνώση του ντιζάινερ για το αντικείμενο εργασίας του είτε ανακαλύπτονται κατά τη διαδικασία της επίλυσης του προβλήματος, δια της εξερεύνησης συγκεκριμένων λύσεων.

Οι ντιζάινερς λοιπόν δοκιμάζουν από την αρχή της εργασίας τους συγκεκριμένες λύσεις, όχι μήπως και πετύχουν τη σωστή κατά τύχη, αλλά για να καταλάβουν καλύτερα το πρόβλημα, για να εξερευνήσουν τα στοιχεία και τις προδιαγραφές του. Όπως παρατηρούν οι Kolodner & Wills (Powers of observation in creative design, 1996) μετά από μελέτες του τρόπου εργασίας τελειόφητων βιομηχανικών σχεδιαστών: «Συχνά οι προτεινόμενες λύσεις θυμίζουν στους σχεδιαστές και άλλα ζητήματα που πρέπει να λάβουν υπόψη. Το πρόβλημα και η λύση συν-εξελίσσονται» (έμφαση δική μου).

Το εντυπωσιακό εδώ είναι ότι σε ένα αρκετά συναφές συμπέρασμα, από διαφορετική όμως αφετηρία, έφτασαν και οι ερευνητές της Τεχνητής Νοημοσύνης τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Το μεγάλο πρόβλημα τότε ήταν ότι τα ρομπότ δεν μπορούσαν να βγουν από τους τεχνητούς μικρόκοσμους των εργαστηρίων (τα είχα συζητήσει αναλυτικότερα εδώ, για όποιον ενδιαφέρεται). Πάνω εκεί, οι Minsky κ.λπ. διαπίστωσαν απρόσμενα ότι τα ρομπότ θα πρέπει να λειτουργούν διαφορετικά από ό,τι είχαν φανταστεί αρχικά (προκειμένου πάντα να επιτελέσουν πραγματικούς στόχους σε πραγματικό περιβάλλον): θα πρέπει συνεχώς να αλλάζουν συμφραζόμενα (contexts), συνεχώς να βλέπουν τον επιδιωκόμενο στόχο μέσα στο περιβάλλον υπό διαφορετικό πρίσμα.

Αν κάτι σημαίνει αυτό για μας, τους ανθρώπους, είναι ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος της συνηθισμένης μας λειτουργίας και ευφυΐας – πολύ μεγαλύτερο από ό,τι είχαμε φανταστεί παλιότερα – δεν έχει τόσο να κάνει με εφαρμογή κανόνων επάνω σε σύμβολα ή με λογικές πράξεις ή με βελτιστοποίηση μιας ποσότητας κ.λπ., αλλά με συνεχή αλλαγή συμφραζομένων, συνεχώς να θέτουμε το ζήτημα σε νέο πλαίσιο, συνεχώς να παίρνουμε το ζήτημά μας και να το κάνουμε στοιχείο ενός άλλου ζητήματος κ.ο.κ. Τα προβλήματα που συνήθως αντιμετωπίζουμε στη ζωή μας δεν έχουν καλούς ορισμούς, όπως τα μαθηματικά προβλήματα: δεν περιγράφονται εύκολα, δεν τυποποιούνται εύκολα, ενώ είναι δυναμικά κι αλλάζουν συνεχώς σε πραγματικό χρόνο• δεν είναι παγωμένες φωτογραφίες αλλά ρευστά βίντεο. Σκεφτείτε ακόμα και απλές, καθημερινές καταστάσεις – π.χ. το παράδειγμα που ανάφερα εδώ: βγαίνω από το σπίτι μου το πρωί να πάω στη δουλειά, τραβάω την εξώπορτα και... ανακαλύπτω ότι κλείδωσα μέσα τα κλειδιά. Τι κάνω τώρα; Εδώ μπορώ να πω αμέσως ότι υπάρχει πρόβλημα, όμως δεν είναι εύκολα προσδιορίσιμο ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα και ποιος ο συγκεκριμένος στόχος του. Να δοκιμάσω να ξαναμπώ στο σπίτι π.χ. ανοίγοντας την πόρτα με την ταυτότητα; Όχι αναγκαστικά, μπορώ να χτυπήσω στη σπιτονοικοκυρά, που κρατά ένα κλειδί ρεζέρβα. Ούτε κι αυτό όμως είναι αναγκαστικό, ίσως βιάζομαι να πάω στη δουλειά, δεν έχω χρόνο, οπότε μπορώ να συνεννοηθώ αργότερα με τη φίλη μου, που έχει δικό της κλειδί. Η επίλυση του προβλήματος είναι μια διαδικασία συνεχούς και δημιουργικής αλλαγής συμφραζομένων, όπου αναδεικνύονται στην επίγνωσή μου καινούργια στοιχεία από το ευρύτερο περιβάλλον (η τεχνική του να ανοίγεις μια πόρτα με ταυτότητα, η σπιτονοικοκυρά με το κλειδί ρεζέρβα, η φίλη μου με το δικό της κλειδί κ.λπ.), ανάλογα με την κατεύθυνση στην οποία εξετάζω την πιθανή λύση.

Ούτε και τα στοιχεία του προβλήματος είναι καλά προσδιορισμένα. Δεν είναι άμεσα προφανές ποια είναι σχετικά και ποια όχι, ενώ προκύπτουν συνεχώς καινούργια στοιχεία κατά τη διαδικασία της επίλυσης, οπότε το πρόβλημα συνεχώς αναπροσδιορίζεται: δοκιμάζω το πίσω παράθυρο μήπως κι ανοίξει... αν βρω ένα σύρμα, θα μπορούσα ίσως να τραβήξω τον σύρτη από τα παντζούρια... βιάζομαι όμως κιόλας, μπορώ να βρω ένα σύρμα στα γρήγορα;... ακούω κι έναν θόρυβο, κάποιος έρχεται... με ξέρουν στη γειτονιά και θα καταλάβουν... όμως δε μ’ αρέσει να βλέπουν τέτοιες εικόνες... κι αν είναι κάποιος που δε με ξέρει και με περάσει για κλέφτη;... να θυμηθώ, παρεμπιπτόντως, να βάλω ένα λουκέτο στο πίσω παράθυρο, ανοίγει εύκολα, θα μπει κάνας πραγματικός κλέφτης κ.ο.κ. Ο λόγος που μπορούμε να λειτουργούμε στην καθημερινή μας ζωή και να αντιμετωπίζουμε πραγματικά προβλήματα σε πραγματικό περιβάλλον δεν είναι τόσο επειδή (1) πρώτα προσδιορίζουμε και (2) κατόπιν λύνουμε με κάποια αποτελεσματική μέθοδο. Πολύ περισσότερο, είναι επειδή έχουμε την ικανότητα για συνεχή και δημιουργική αλλαγή συμφραζομένων: συνεχώς να τοποθετούμε την προβληματική κατάσταση σε διαφορετικό πλαίσιο, οπότε να αναδεικνύονται καινούργια στοιχεία της.

Το ρεζουμέ: στα πραγματικά προβλήματα της πραγματικής ζωής, το να βρεις ποια είναι η λύση αποτελεί το 50% της εργασίας σου• το άλλο 50% είναι να βρεις ποιο είναι το πρόβλημα. Και δεν μπορείς να έχεις το ένα χωρίς το άλλο, γιατί είναι η ίδια η διαδικασία της επίλυσης που αναδεικνύει πλευρές και στοιχεία του προβλήματος αόρατα αρχικά. Ο λύτης αναπροσδιορίζει συνεχώς την κάθε προηγούμενη σύλληψή του, αλλάζει πρίσμα τακτικά, και τότε μόνο μαθαίνει ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα, όταν... το λύσει! Για την ακρίβεια, ο λύτης δε λύνει, ψάχνει για ένα κατάλληλο ζευγάρι προβλήματος-λύσης, αυτό κάνει.

Για λόγους πληρότητας θα αναφέρω με λίγα λόγια τα επόμενα σημεία από τη συζήτηση πάνω στο κλασικό άρθρο των Rittel & Webber, τα οποία θα συζητήσω αναλυτικότερα στις ερχόμενες αναρτήσεις:

(2) Στα πραγματικά προβλήματα δεν δουλεύουμε γραμμικά. Τα δύο ιερά & όσια των ορθολογικών/επιστημονικών τεχνικών και μεθόδων (Α. πρώτα προσδιορίζουμε και μετά λύνουμε, Β. χρησιμοποιούμε πρώτα το αφηρημένο για να τιθασσεύσουμε κατόπιν το συγκεκριμένο) είναι συνταγή καταστροφής στα πραγματικά προβλήματα. Αν τηρηθούν πιστά θα οδηγήσουν σε υποβέλτιστες, στην καλύτερη περίπτωση, ή σε ολέθριες λύσεις, στη χειρότερη. Συζήτησα λίγο το (α) στην παρούσα ανάρτηση, στην επόμενη θα το ξανασυζητήσω μαζί με το (β), καθώς με και τις συνέπειές τους.

(3) Τα πραγματικά προβλήματα δεν λύνονται. Δεν υπάρχει Η Λύση, με λάμδα κεφαλαίο, κάπου εκεί έξω, που περιμένει να ανακαλυφθεί. Δεν υπάρχει καν κάποιος κανόνας που να υποδεικνύει πόσο κοντά ή μακριά είμαστε από τη λύση. Οι λύσεις στα πραγματικά προβλήματα σπάνια είναι «σωστές» ή «λάθος», συνήθως είναι «καλύτερες» ή «χειρότερες» ή έστω «ικανοποιητικές» – στην πραγματικότητα, το ιδιο το ρήμα «λύνω» είναι καταχρηστικό όταν μιλάμε για πραγματικά προβλήματα, καλύτερα να λέμε «αντιμετωπίζω», με αυτήν την έννοια θα το χρησιμοποιώ από εδώ κι εμπρός.

(4) Τα πραγματικά προβλήματα έχουν οικολογία. Συνήθως είναι εμφυτευμένα εξαρχής σε ευρύτερα συμφραζόμενα (κοινωνικά, οικονομικά κ.λπ.) και δεν υπάρχει όριο για το πού τελειώνει το καλά προσδιορισμένο, τεχνικό κομμάτι τους και πού αρχίζει το μη-τεχνικό. Άμα πας να ξεχωρίσεις αυτά τα δύο, είναι σαν να ξεχωρίζεις ένα χειροκρότημα σε αριστερό και δεξί χέρι.

(5) Τα πραγματικά προβλήματα είναι μοναδικά, ένα στο είδος τους. Καμία συνταγή, μέθοδος ή θεωρία δεν μπορεί να μεταφερθεί από κάποιο άλλο πρόβλημα, όσο παρόμοιο κι αν (δείχνει ότι) είναι. Από την άλλη, η γνώση που μπορεί να μεταφερθεί από το ένα πρόβλημα στο άλλο δεν έχει το στάτους της «θεωρίας» ή της «μεθόδου» (οικουμενικής, νομολογικής, agent-independent, context-independent κ.λπ.). Το κάθε πρόβλημα έχει και την εντελώς δική του θεωρία.

(6) Στα πραγματικά προβλήματα, διαφορετικοί εμπλεκόμενοι βλέπουν και διαφορετικά το ίδιο πρόβλημα. Στα τεχνητά προβλήματα, αν δύο λύτες διαφωνούν, συνήθως αυτό σημαίνει ότι ο ένας είναι σωστός κι ο άλλος λάθος. Στα πραγματικά προβλήματα, είναι σίγουρο ότι θα προκύψει διαφωνία μεταξύ των λυτών για το ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα, ποια τα στοιχεία του, αν το πρόβλημα λύθηκε ή όχι κ.λπ. Μέρος του προβλήματος είναι και η ασυμβατότητα των κρίσεων για το πρόβλημα.

(7) Τα πραγματικά προβλήματα δεν λύνονται από ξενέρωτους. Δεν λύνονται από τουρίστες, από λύτες περιορισμένης απασχόλησης ή από θεωρητικούς στα κλιματιζόμενά τους γραφεία: θα πρέπει να είσαι μέσα στο πρόβλημα για να το λύσεις.

(8) Στα πραγματικά προβλήματα, ο παλιός είν’ αλλιώς. Η εμπειρία μετράει, όχι μόνο διότι ο έμπειρος λύτης διαθέτει ένα μεγαλύτερο ρεπερτόριο βιωμένων λύσεων, αλλά διότι ο έμπειρος είναι διαφορετικό ον από τον αρχάριο. Λειτουργεί διαφορετικά, σκέφτεται διαφορετικά, βλέπει άλλα πράγματα κοιτώντας τα ίδια στοιχεία.

(9) Όπου ανακατεύονται χρήματα, το πρόβλημα παύει να είναι καθαρά τεχνικό/ακαδημαϊκό.

Θα τα συζητήσω σαφέστερα όλα αυτά στις επόμενες αναρτήσεις. Δώστε μου κι εσείς feedback, αν θέλετε, ειδικά όποιοι από σας είστε ντιζάινερς, αρχιτέκτονες, προγραμματιστές κ.λπ. και σύντομα πάλι μαζί με ακόμα περισσότερο ορθολογισμό!

συνεχίζεται εδώ

Όταν Κοιτάς Από Ψηλά

Ένα μύθο θα σας πω: μια φορά κι έναν καιρό, ο Βαρουφάκης έγραψε ένα άρθρο στη Lifo, στο οποίο έλεγε ότι δεν έχει μεγάλη σημασία αν ο Χορός του Ζαλόγγου ήταν ή όχι μύθος. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, συναντά στο twitter τον Μανδραβέλη, ο οποίος τον κατηγορεί γι’ αυτή του τη συμπάθεια προς τους μύθους. Πώς όμως τον κατηγορεί; Αναπαράγοντας κι ο ίδιος έναν άλλον μύθο:


Κάποτε λοιπόν, πριν τον Κοπέρνικο, η αυτάρεσκη ανθρωπότητα «ένιωθε υπέροχα στο κέντρο του σύμπαντος»... ναι, αλλά πότε ακριβώς; Διότι τόσο η αρχαία όσο και η μεσαιωνική γραμματεία είναι γεμάτες από την εντελώς αντίθετη στάση. Τρία παραδείγματα:

- Ο Κικέρωνας, στο Somnium Scipionis, στέλνει τον Σκιπίωνα ταξίδι στις ουράνιες σφαίρες. Όταν αυτός κοιτάζει κάτω τη Γη, εκπλήσσεται από την ασημαντότητά της και απορεί που ο κόσμος παίρνει στα σοβαρά τέτοιες γελοιότητες όπως η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Δηλαδή, με άλλα λόγια, ό,τι λέει και το τραγούδι του Κώστα Χατζή, Το Αεροπλάνο, όμως στο πιο ρωμαϊκό.

- Ένα παρόμοιο ταξίδι με παρόμοιες διαπιστώσεις περιγράφει κι ο Λουκανός στα Pharsalia.

- Ο Δάντης, στη Θεία Κωμωδία, κάνει κι αυτός το ταξίδι στις ουράνιες σφαίρες. Όταν φτάνει στη σφαίρα του Κρόνου, η Βεατρίκη («αγαπημένη μου, μην κλαις, πάμε μαζί ψηλά, αν θες») τον προτρέπει να κοιτάξει κάτω χαμηλά τη Γη (Παράδεισος, Canto 22):

I straight obey'd; and with mine eye return'd
Through all the seven spheres, and saw this globe
So pitiful of semblance, that perforce
It moved my smiles: and him in truth I hold
For wisest, who esteems it least

… μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά, κι εσύ τα πήρες σοβαρά, κι εσύ τα πήρες σοβαρά. Το υποτιθέμενο PSI της ανθρώπινης αυταρέσκειας που, τάχα, έγινε με τον Κοπέρνικο, ήταν ακριβώς αυτό: υποτιθέμενο. Ένας μύθος. Από ό,τι φαίνεται, πολύ πριν τον Κοπέρνικο, τα μορφωμένα τουλάχιστον στρώματα εκδήλωναν μια, ας πούμε, βουδιστική περιφρόνηση για τη Γη και τους ανθρώπους (ως προς τα αμόρφωτα στρώματα, τη μεγάλη πλειοψηφία, πολύ αμφιβάλλω αν έχουμε τη φωνή τους). Και μάλιστα – τι ενδιαφέρον – εκτός αν αντέγραφαν όλοι τον Κικέρωνα, η περιφρόνηση αυτή χρησιμοποιούσε συχνά την ίδια αφηγηματική ιδέα, όπως Κώστας Χατζής: όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά, κι εσύ τα πήρες σοβαρά. Το tweet του Μανδραβέλη που, υποτίθεται, ότι κάποτε «νιώθαμε υπέροχα στο κέντρο του Σύμπαντος»... δεν είναι ό,τι πιο σωστό μπορεί να ειπωθεί.

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.