e-Kierkegaard

Ιστοσελίδες, μπλογκ, φέισμπουκ, τουίτερ, φόρουμ, αναρτήσεις, σχόλια, συζητήσεις... Πώς ζούσαμε κάποτε χωρίς ίντερνετ; Όλα αυτά ήταν επιστημονική φαντασία πριν 20 χρόνια (δεν είχατε γεννηθεί εσείς τότε), όμως η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία και τώρα γίναμε χρήστες• έχουμε username και password. Ενημερωνόμαστε, τσακωνόμαστε, παρεμβαίνουμε, λέμε τον πόνο μας, τρολάρουμε, κάνουμε φίλους κ.α. σε έναν παράλληλο κόσμο, σε έναν ψηφιακό νεοπλατωνισμό. Ναι, όμως από την άλλη, το ίντερνετ συχνά μας προσέφερε πληροφορίες που δεν θα μπορούσαμε να βρούμε αλλού, εμπνευσμένα κείμενα που δεν θα μπορούσαμε να διαβάσουμε αλλού, και αξιόλογους ανθρώπους που δεν θα μπορούσαμε να συναντήσουμε αλλού. Ναι, όμως από την άλλη, συχνά το ίντερνετ μάς άφησε με μια αίσθηση υποκατάστατου, κάτι σαν σεξ με πλαστική κούκλα. Ναι, όμως από την άλλη... Τελικά, τι είναι αυτή η διαδικτυακή εμπειρία που όλοι βιώνουμε; Άγγελος ή δαίμονας;

Το μπλογκ, προκειμένου να βρει απαντήσεις σ’ αυτό το καυτό ερώτημα, επικοινώνησε με τον απεσταλμένο του στα 1843, κ. Σόρεν Κίρκεγκορ, ο οποίος μας έστειλε ορισμένες σκέψεις μέσω του καθηγητή Bert Dreyfus. Είναι γεγονός, ο Δανός μίλησε για τη διαδικτυακή εμπειρία περίπου 150 χρόνια πριν το http:// και είχε ενδιαφέροντα πράγματα να πει. Όλα τα παρακάτω αποσπάσματα εντός εισαγωγικών είναι από το δοκίμιό του The Present Age. Ας αρχίσουμε όμως πρώτα με ένα παραμυθάκι:

Σ’ ένα υπόγειο στην πλατεία Αβησσυνίας συγκεντρωθήκαν τα ποντίκια μια φορά, για να σκεφτούν πώς θα γλιτώσουν μια για πάντα από του γάτου τον αιώνιο βραχνά. Το συζητάγανε ημέρες και ημέρες, μα τελικά δεν καταλήξαν πουθενά και είχαν όλοι πια συνειδητοποιήσει ότι κομπλάρισε η συνέλευση γερά. Τότε πετάγεται ένας νεαρός και λέει: Βρήκα τη λύση του προβλήματος, παιδιά! Θα πλησιάσουμε την ώρα που κοιμάται και θα του δέσουμε κουδούνα στην ουρά! Κι όλοι φωνάξαν: Μπράβο! Αυτό είναι! Συμφωνούμε! και πέρασε η πρόταση του παμψηφεί, μα ένας γέρος ποντικός τους λέει: Δικαίωμα! και θέτει την εξής ερώτηση: Άμα μου λύσετε αυτή την απορία, τότε δε θά’χω αντίρρηση καμιά...

...ποιος από σας τολμάει τον γάτο να ζυγώσει, να του κρεμάσει την κουδούνα στην ουρά;

Και από τότε έχουν περάσει χίλια χρόνια κι ακόμα ο γάτος τα ποντίκια κυνηγά, που πάει να πει ότι δε βρέθηκε κανένας να του κρεμάσει την κουδούνα στην ουρά. Πάει να πει επίσης ότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο: «τι πρέπει να γίνει με τον γάτο;» (έτσι, γενικά κι αντικειμενικά διατυπωμένο) και στο: «τι πρέπει να κάνω με τον γάτο;» (εγώ, ο Ηλίας, ο Γιάννης, η Μαρία). Το πρώτο πρόβλημα μπορούμε να το αναλύσουμε ακόμα και με τεχνικές, ορθολογικές μεθόδους, να υπολογίσουμε τη βέλτιστη λύση σύμφωνα με κριτήρια και περιορισμούς, να διαφωνήσουμε, να τσακωθούμε, να έχουμε αντιρρήσεις επί της αρχής και επί συγκεκριμένων διατάξεων κ.λπ. Στο δεύτερο πρόβλημα όμως ισχύουν άλλοι νόμοι... Αυτό ήταν, με δυο λόγια, το σχόλιο του Κίρκεγκορ για το ίντερνετ. Με περισσότερα λόγια:

Η έκρηξη του ίντερνετ τα τελευταία 15 χρόνια δεν ήταν μοναδικό φαινόμενο στην Ιστορία. Κάτι ανάλογο έγινε και στα μέσα του 19ου αιώνα, με την έκρηξη του ημερήσιου Τύπου. Για να το καταλάβετε αυτό, σκεφτείτε ότι παλιότερα ήταν λίγοι όσοι έγραφαν και απευθύνονταν επίσης σε σχετικά λίγους. Τα ποσοστά αγραμματοσύνης ήταν υψηλά, τα συγγράματα και οι εφημερίδες έπαιζαν πολύ μικρό ρόλο, το γράψιμο και το διάβασμα ήταν ελιτίστικες ασχολίες. Έπρεπε να είσαι Ρουσσώ ή Βολταίρος για να γράφεις. Αυτό όμως έπαψε να ισχύει στα μέσα του 19ου αιώνα. Με την έκρηξη του ημερήσιου Τύπου (τα μπλογκ του 19ου αιώνα) αλλά και με τα καφενεία της εποχής (τα φόρουμ του 19ου αιώνα), τα οποία γίνονταν αρένες συζητήσεων, άρχισε να είναι πολύς ο κόσμος που ενημερωνόταν, έγραφε και διάβαζε. Από τότε ξεκίνησε αυτή η συνήθεια να αγοράζουμε κάθε μέρα εφημερίδα. Έγινε όμως και κάτι ακόμα πρωτάκουστο: για πρώτη φορά στην Ιστορία, ο σχολιασμός της πολιτικής έπαψε να είναι μονοπώλιο της κυβέρνησης και μιας μικρής ελίτ κοινωνικά ισχυρών προσώπων, έγινε λαϊκή υπόθεση. Αναπτύχθηκε αυτό που ο Χάμπερμας ονόμασε «δημόσια σφαίρα» (public sphere), ένας ανοιχτός χώρος κριτικής συζήτησης και ανταλλαγής απόψεων, έξω από τον έλεγχο της κυβέρνησης, έξω από στρατεύσεις και επιρροές συμφερόντων. Μια πρόοδος, σύμφωνα με τον Χάμπερμας. Μια αρρώστια, σύμφωνα με τον Κίρκεγκορ.



Διαδικτυακό φόρουμ του 19ου αιώνα 


Διότι ο Δανός δεν μπορούσε με τίποτα να χωνέψει το να συζητάς χωρίς να πράττεις. Στις εφημερίδες και στα καφενεία της εποχής του δεν έβλεπε ένα κριτικό αντίβαρο προς την κυβέρνηση ή τη δημιουργία ενός αστράτευτου χώρου έκφρασης, αλλά μια ατέλειωτη συνέλευση των ποντικών, όπου ανώνυμοι σχολιαστές απαντούσαν σε άλλους ανώνυμους σχολιαστές, με απόψεις και επιχειρήματα που έπεφταν από τον ουρανό, χωρίς καμία υπογραφή, καμία ευθύνη, καμία δράση και κανένα προσωπικό ρίσκο γι’ αυτόν που τα διατύπωνε. Όλοι προπονητές της κερκίδας, όλοι οδηγοί του πίσω καθίσματος, όλοι σοφοί εκ του ασφαλούς: «Προικισμένοι με ικανότητα, τέχνη και αίσθηση προκειμένου να βγάζουν κρίσεις και να παίρνουν αποφάσεις, όχι όμως και να το παρατραβήξουν τόσο ώστε να πράξουν κιόλας».

Η αντίδρασή του προς τον ημερήσιο Τύπο δεν ήταν ελιτίστικη, όπως π.χ. του ντε Τοκβίλ, δεν θεωρούσε ότι μόνο οι λίγοι και εκλεκτοί πρέπει να γράφουν και να διατυπώνουν άποψη για την πολιτική. Το πρόβλημά του ήταν ο αφηρημένος στοχασμός που δεν συνοδεύεται από πράξεις – ακόμα περισσότερο, η αυτοεξαπάτηση στην οποία όλοι πέφτουμε, να συζητάμε και να αναλύουμε έναντι πράξης: «Με τον στοχασμό, πάντα μπορείς να ερμηνεύσεις κάτι έτσι ώστε να αποφύγεις την δράση». Κι επαναστάσεις στα όνειρά του αναζητεί. Ή στα καφενεία του. Ή στις οθόνες του, για να έρθουμε στην ιντερνετική εποχή μας. Διαβάστε το παρακάτω απόσπασμα αντικαθιστώντας τη «δημόσια σφαίρα» με τον «κυβερνοχώρο» (ή με το «φέισμπουκ»):

«Η δημόσια σφαίρα δεν είναι ούτε ένα έθνος ούτε μια γενιά ούτε μια κοινότητα ούτε μια κοινωνία ούτε κάποια πρόσωπα. Όλοι αυτοί πραγματώνονται μέσω της τριβής με το απτό και το συγκεκριμένο. Όμως, στη δημόσια σφαίρα, ούτε ένα πρόσωπο δεν αφιερώνεται κάπου φέροντας προσωπική δέσμευση». 

Δέσμευση και αφιέρωση σε έναν στόχο, ένα ιδανικό, μια αξία• ευθύνη και ρίσκο, να διακινδυεύεις γι’ αυτά που δηλώνεις, να βάζεις το κεφάλι σου στον ντορβά, να μην τα δηλώνεις απλώς αλλά να τα βεβαιώνεις με τη ζωή και τη συμπεριφορά σου... αυτά ήταν τα φάρμακα του Κίρκεγκορ για το ατέλειωτο κουτσομπολιό της δημόσιας σφαίρας και του ίντερνετ: «Είναι τρομακτικό, με τέτοια δυσανάλογα μέσα επικοινωνίας, κάποιος να μπορεί να δημοσιεύει οποιαδήποτε διαστρέβλωση χωρίς καμία αίσθηση ευθύνης». Ο Χάμπερμας, ακολουθώντας την ορθολογική παράδοση του Διαφωτισμού, χαιρέτισε αυτό το κουτσομπολιό, έκρινε ότι επιτέλους εμφανίστηκε ένας χώρος αποστασιοποιημένος από τις στρατεύσεις και τα πάθη της πράξης, ένα ψύχραιμο και πεφωτισμένο πεδίο ανταλλαγής απόψεων. Να μην παρεξηγηθώ, δεν έχω τίποτα με τον ορθολογισμό και την παράδοση του Διαφωτισμού, αντίθετα θεωρώ ότι αποτελούν πολύτιμες κατακτήσεις του ανθρώπινου πνεύματος...

 ...αρκεί, φυσικά, να μην είμαι εγώ αυτός που θα κρεμάσει την κουδούνα στην ουρά του γάτου.

Οπότε μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε την κρίση του Χάμπερμας: εμφανίστηκε ένας ντεκαφεϊνέ, αναδρενάλινος χώρος («αναδρενάλινος» = α στερητικό + αδρεναλίνη) που, όπως ο Μανώλης, με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια, έχει άποψη για τα πάντα, λύνει καρικατούρες προβλημάτων αντί για τα ίδια τα προβλήματα και δεν ρισκάρει το παραμικρότερο. Προσωπικό ρίσκο! Αυτό, τόνιζε ο Κίρκεγκορ, είναι το συστατικό της πραγματικής ζωής που τόσο απουσιάζει από το ίντερνετ:

«Δεν υπάρχει δράση ή πραγματική απόφαση στις μέρες μας... Σαν να νομίζεις ότι θα νιώσεις τη μεθυστική έξαψη του κινδύνου κολυμπώντας στα ρηχά νερά. Η ίδια η ζωή όμως εμπεριέχει την απόφαση, οπότε σε κάποια στιγμή θα σε φωνάξει, όπως ένας ενήλικας, που παλεύει με ενθουσιασμό στα κύματα, φωνάζει στους πιτσιρικάδες: Ελάτε, μπείτε μέσα! Βούτα στα βαθιά, ακόμα και χωρίς να το καλοσκεφτείς, όμως κάντο, αυτό έχει σημασία. Το αγώι κάνει τον αγωγιάτη, το ρίσκο και η σκληρή κρίση της ίδιας της ζωής είναι αυτά που θα σε ενηλικιώσουν». 

Με άλλα λόγια, ο Κίρκεγκορ περιγράφει την εμπειρία των Τυνήσιων μπλόγκερ πριν, κατά τη διάρκεια, και μετά την Αραβική Άνοιξη – διαβάστε αυτό το άρθρο της Le Monde Diplomatique, Φλεβάρης 2012, αγγλική έκδοση: Στην αρχή, το ίντερνετ και τα social media ήταν το όχημα από το οποίο εκφραζόταν η αγανάκτηση προς την κυβέρνηση. Εκατοντάδες νέοι ηλικίας 25-30 ετών συζητούσαν, δημοσίευαν φωτογραφίες αστυνομικής βαρβαρότητας, ασκούσαν κριτική, οργάνωναν καμπάνιες και πορείες κ.α., πράξεις που τόσο συνέβαλαν στην τελική επιτυχία. Υπήρχε ένα αίσθημα κοινότητας τότε, υπήρχε αλληλεγγύη, και η διαδικτυακή εμπειρία ήταν γόνιμη. Ναι, αλλά οι Τυνήσιοι μπλόγκερ δεν αμπελοφιλοσοφούσαν εκ του ασφαλούς, είχαν την αστυνομία – διαδικτυακή και πραγματική – συνεχώς στην πλάτη τους. Ρίσκαραν προσωπικά για ό,τι έκαναν. Κι αυτό φαίνεται ότι ήταν ο καθοριστικός παράγοντας που έκανε την εμπειρία του ίντερνετ γόνιμη: «Η διαδυκτιακή αστυνομία έκανε ό,τι μπορούσε για να μας συκοφαντήσει», λέει ο μπλόγκερ Hamadi Kaloutcha. «Στο φινάλε όμως αυτό μας βοήθησε, διότι μας ανάγκασε να δείξουμε σε όλους ότι τα εννούμε στα σοβαρά αυτά που λέμε». Δεν συζητούσαν για το πρόβλημα του γάτου, έδεναν πραγματικά την κουδούνα στην ουρά του.

Κατόπιν έγινε η εξέγερση κι έπεσε η κυβέρνηση Μπεν Αλί. Έγινε όμως και κάτι ακόμα: «Από τις 14 Ιανουαρίου 2011, κυριαρχεί τέτοια χάβρα στο ίντερνετ που δεν μπορούμε να σκεφτούμε καθαρά πια». Τέλειωσε η συνάφεια του λόγου με τις πράξεις, έπαψε να υπάρχει προσωπικό ρίσκο, οπότε το τυνησιακό ίντερνετ μετατράπηκε σε μια κακοφωνία, σε μια ατέλειωτη συνέλευση των ποντικών, σκιά του παρελθόντος του... (ανακάλυψα το άρθρο της Le Monde Diplomatique μέσω Τάλου).

Πέρα από τους Τυνήσιους μπλόγκερ όμως υπάρχουμε κι εμείς. Που συχνά-πυκνά προσθέτουμε ακόλουθους στο τουίτερ αντί για πραγματικούς φίλους στη ζωή μας, τρολάρουμε usernames, φλερτάρουμε άβαταρ και συζητάμε για το πρόβλημα του γάτου αντί να του κρεμάσουμε κουδούνα στην ουρά. Να το κόψουμε εντελώς και να πετάξουμε τον Η/Υ από το παράθυρο;

Εδώ δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Έχει μια αξία και το να λες τον πόνο σου, δεν το απορρίπτω, όπως και το κουτσομπολιό έχει μια κάποια αξία (όποιος δεν το έκανε ποτέ, να σταματήσει αμέσως την ανάγνωση), κι όλα τα ψηφιακά που κάνουμε στο ίντερνετ. Αρκεί να το συνειδητοποιούμε όμως ότι χρησιμοποιούμε ένα υποκατάστατο, μια προσομοίωση ζωής. Ας το απαντήσει αυτό ξεχωριστά ο καθένας απέναντι στον εαυτό του, στο μέτρο της τιμιότητάς του («πολύ απλά, θέλω τιμιότητα. Κι οπουδήποτε υπάρχει τιμιότητα, εκεί είμαι κι εγώ», έγραφε στα τελευταία του ο Κίρκεγκορ). Δεν είναι αναγκαστικά κακά τα υποκατάστατα, κακό είναι μόνο να συγχέεις την προσομοίωση με την πραγματικότητα, να χρησιμοποιείς τη συζήτηση και τον σχολιασμό για να αποφύγεις την πράξη. Αυτό όμως είναι που συχνά κάνουμε όλοι στο ίντερνετ: Συζητάμε για την Επανάσταση / Και μετά αφήνουμε τα πιάτα άπλυτα στον νεροχύτη. Όχι τίποτα άλλο, όμως κατά καιρούς γίνονται τόσο κουραστικές, αδιέξοδες, απρόσφορες, εξοργιστικές αυτές οι διαδικτυακές συζητήσεις...

Λοιπόν, ο Κίρκεγκορ έχει ένα φάρμακο: αν θέλεις η ποιότητα των διαδικτυακών (και όλων των) συζητήσεων να αναβαθμιστεί, τότε ρίξε στο παιχνίδι ευθύνη, προσωπικό ρίσκο, αφιέρωση και δέσμευση σε κάποιον σκοπό! Θα εμφανιστεί αμέσως κατανόηση, χρήσιμη κριτική και γόνιμη ανταλλαγή απόψεων στην κουβέντα. Η διαδικτυακή εμπειρία θα μεταμορφωθεί. Δεν μπορείς να γίνεις οδηγός έχοντας πάντα τον δάσκαλο στο διπλανό κάθισμα, ή οδηγώντας σε μια προσομοίωση αυτοκινήτου. Και τα δυο είναι χρήσιμα, όμως μπορούν να σε φτάσουν μόνο μέχρι ενός σημείου, δεν θα σε κάνουν οδηγό. Σε κάποια στιγμή, θα πρέπει να τα ξεπεράσεις και να βγεις μόνος σου στην πραγματική κυκλοφορία, μην μπορώντας να φορτώσεις σε κανέναν άλλον την ευθύνη για τις πράξεις σου. Το ρίσκο θα είναι πραγματικό, όμως μόνο αυτό μπορεί να σε κάνει οδηγό, τίποτα άλλο.

*  *  *  *  * 

ΥΓ1. Διαβάστε, δεν θα χάσετε:
- S. Kierkegaard, The Present Age (εκτεταμένα αποσπάσματα)
- Bert Dreyfus, Kierkegaard on the Internet

ΥΓ2. TV-Kierkegaard: Είχα προτείνει κάποτε ότι ο Κίρκεγκορ περιέγραψε και την τηλεοπτική μας εμπειρία έναν αιώνα πριν την ανακάλυψη της τηλεόρασης. Αντιγράφω από παλιότερο κείμενο:

Για τον Κίρκεγκορ, η πραγματικότητα είναι η εύκολη λύση (το ονόμαζε «αντικειμενικότητα» όμως το ίδιο νόημα έχει). Είναι η πρόφαση που επικαλούμαστε όταν προσπαθούμε να αποφύγουμε τις ευθύνες μας. Αν ο αποβλακωτικός κωδικός 888 στη Συσκευή Διαθέσεων Penfield είναι η «επιθυμία να παρακολουθήσεις τηλεόραση άσχετα από την εκπομπή που παίζει», τότε αντίστοιχα ο κωδικός 889 θα είναι η «τάση να επικαλείσαι εξωτερικές αναγκαιότητες προκειμένου να καμωθείς ότι δεν έχεις επιλογή». Έχει όνομα αυτή η τάση, λέγεται: πραγματικότητα. Και δεν είναι παρά μια υπεκφυγή, μια απόταξη ευθυνών.  

Αλήθεια, δες τι ενδιαφέρον που γίνεται αν στη συλλογιστική του Κίρκεγκορ αντικαταστήσουμε την «πραγματικότητα» με την «τηλεόραση»... 

Η επιλογή και η ευθύνη της είναι πάντα δική μας. Όταν παρακολουθούμε τηλεόραση, έχουμε προηγουμένως κάνει μια επιλογή. Και κάθε φορά που σκύβουμε το κεφάλι στη δικτατορία της πραγματικότητας/τηλεόρασης, είναι επειδή τρομάζουμε από το βάρος της ευθύνης, προτιμάμε την ασφάλεια από την ελευθερία. Μετά μπορούμε να εξοργιζόμαστε με όλους αυτούς τους πανάθλιους τύπους που βγαίνουν στο γυαλί, να πανικοβαλόμαστε με τα (απαράδεκτα) δελτία ειδήσεων, όμως προηγουμένως έχουμε επιλέξει να παραχωρίσουμε όλη την εξουσία σε έναν τύραννο. Ακόμα χειρότερα, έχουμε επιλέξει να ταΐσουμε ένα τρολ, να παίξουμε το παιχνίδι του. Έχει όνομα αυτό το τρολ, λέγεται: πραγματικότητα. Έχει και επώνυμο, λέγεται: τηλεόραση. 

Λαέ, πολέμα, σου πίνουνε το αίμα! Πάνε να μας πείσουν, παραδείγματος χάριν, ότι η πραγματικότητα περιλαμβάνει έναν Χρήστο Παπουτσή. Μα είναι δυνατόν ο Χρήστος Παπουτσής να υπάρχει πραγματικά; Τέτοιο αποκύημα φαντασίας, τέτοια πασοκική εντροπία, τέτοια ανθρώπινη αποδόμηση, δεν μπορεί παρά να προέκυψε στους εφιάλτες ενός άρρωστου οπιομανούς. Τελεία και παύλα, ο Χρήστος Παπουτσής δεν υπάρχει. Ούτε ο ... υπάρχει (συμπληρώνεις κατά βούληση). Είναι ένα όνειρο που είδες χθες βράδυ. Ούτε το παρελθόν σου υπάρχει. Όλα είναι εμφυτευμένες αναμνήσεις. Κοίτα γύρω σου τους τοίχους, το δωμάτιο, την επίπλωση, το ταβάνι: είναι ερζάτς, σκηνικά φτιαγμένα από νοβοπάν. Μας θέλουν πρόβατα, μας σερβίρουν κουτόχορτο, αυτό το παραμύθι της πραγματικότητας που μας πλασάρουν, είναι φτηνό και εξαιρετικά κακόγουστο. Η πραγματικότητα είναι μια εκπομπή τηλεοπτικού σταθμού χειρότερου κι από το Star Channel. Γιατί λοιπόν της δίνεις σημασία; Πες μου ποιον φόβο αγάπησες πάλι; Το μέσο είναι το μήνυμα, κλείσε επιτέλους την τηλεόραση! 

Δεν αισθάνεσαι ήδη λίγο καλύτερα;