Τα Αγραφειοκρατικοποίητα

1. Εισαγωγή: Επιστήμη και Αριστερά
2. Ο Καρτουνίστικος Κόσμος 
3. Η Κατασκευή του Καρτουνίστικου Κόσμου 
4. Η Σουμεριακή Αδελφότητα

Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει κι εσείς, όμως οι άνθρωποι δεν πείθονται. Έτσι, απλά! Τα πιο ορθολογικά επιχειρήματα και τις πιο τεκμηριωμένες θέσεις να προβάλεις, αν ο άλλος δεν θέλει να πειστεί, δε θα πειστεί με τίποτα.

Α, ώστε το έχετε παρατηρήσει κι εσείς.

Δεν βγάζω την ουρά μου απ’ έξω. Κοιτάζω π.χ. παλιές συζητήσεις μου στο ίντερνετ, πριν 7 κι 8 χρόνια, και ντρέπομαι. Σε κάποιες περιπτώσεις ουσιαστικά δεν επρόκειτο να άλλαζα γνώμη ό,τι και να μου έλεγε ο άλλος. Τώρα το βλέπω, τότε δεν το καταλάβαινα. Ανησυχώ μήπως μετά από 8 χρόνια θα κοιτάζω τις τωρινές μου συζητήσεις και θα διαπιστώνω τα ίδια.

Για το πρόβλημα των ανθρώπων που δεν πείθονται υπάρχει η κλασική ορθολογική–αναλυτική προσέγγιση του Καρτέσιου, του Λάιμπνιτς (και της Σώτης), με όνειρο οι διαφωνίες σε όλα τα ζητήματα να γίνουν όπως οι διαφωνίες μεταξύ λογιστών. Θα πω πολύ περισσότερα γι’ αυτό σε επόμενη ανάρτηση. Εδώ θα παρατηρήσω απλώς ότι η ορθολογική–αναλυτική προσέγγιση δείχνει υπερβολικά συχνά να οδηγεί σε εξω-αναλυτικές, εξω-ορθολογικές διαλεκτικές: «Τότε μόνο οι διαφωνίες μεταξύ φιλοσόφων γίνονται ειλικρινείς, όταν κλιμακώνονται σε προσωπικές επιθέσεις και ύβρεις» – Τάκης Κονδύλης.

Η κλασική σκοπιά λοιπόν δεν μοιάζει ότι έλυσε το πρόβλημα. Μήπως υπάρχει και κάτι άλλο; Κάποια άλλη πλευρά να δούμε το θέμα, την οποία ο κλασικός στοχασμός παρέβλεψε εντελώς; Πιστεύω πως ναι. Ας ξεκινήσω από μια σχολή της Αναπτυξιακής Ψυχολογίας (Developmental Psychology), τις έρευνες του W. Perry και τους κατοπινούς ερευνητές που έχτισαν επάνω στη δουλειά του (κυρίως τους R. Kegan και King & Kitchener). Στην πορεία, θα φροντίσω να παρασυρθώ, μείνετε ήσυχοι.

Μέσα από χιλιάδες συνεντεύξεις με φοιτητές του Χάρβαρντ και σε βάθος πολλών χρόνων, ο Perry παρατηρούσε πώς αλλάζει η αντίληψή τους για τη φύση της γνώσης – και, συνακολούθως, για τις εφαρμογές της, τον τρόπο απόκτησής της, την επικοινωνία της. Αυτό που βρήκε ήταν ότι οι φοιτητές σε όλες τις κατευθύνσεις περνάνε από διάφορα στάδια με προβλέψιμο τρόπο. Συγκεκριμένα, ξεκινάνε την κολεγιακή και πανεπιστημιακή τους περιπέτεια με μια αντίληψη ως προς τη φύση της γνώσης που θα ονομάζαμε Ποζιτιβισμό: υπάρχουν σωστές απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, συνήθως κομψές, απόλυτες απαντήσεις μεγέθους twitter, και πολύ συχνά αυτές είναι Ναι ή Όχι, Καλό ή Κακό, Σωστό ή Λάθος (με κεφαλαία)• υπάρχει μια εξωτερική, αντικειμενική πραγματικότητα, την οποία παρατηρούμε ευθέως• αβεβαιότητα δεν υπάρχει, η γνώση είναι 100% σίγουρη• ο ρόλος του φοιτητή είναι να ξεσηκώσει τη γνώση από τις αυθεντίες που την κατέχουν, καθώς και από παρατηρήσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας• η εφαρμογή της γνώσης είναι μια ρουτίνα που γίνεται αποκλειστικά με συνταγές (τεχνικές, αλγόριθμους, μεθόδοι κ.λπ.)• όποιοι συμφωνούν μαζί μας είναι Σωστοί (και Καλοί Άνθρωποι), ενώ όποιοι διαφωνούν είναι Λάθος (και Κακοί Άνθρωποι).

Στην πορεία, οι φοιτητές αρχίζουν να βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά και προσεγγίζουν μια αντίληψη για τη φύση της γνώσης που θα ονομάζαμε Πραγματισμό – αναφέρομαι σ’ αυτό που έλεγε ο Pierce: «Επισκευάζουμε το καράβι εν πλω, σανίδα τη σανίδα, χωρίς ναυπηγείο». Λίγοι φοιτητές φτάνουν σ’ αυτό το επίπεδο. Θέλω όμως να τα δείξω όλα αυτά με παραδείγματα (όποιοι ενδιαφέρεστε για το θέμα, κλασικά συγγράματα εδώ είναι το Forms of Intellectual and Ethical Development in the College Years του Perry, το Developing Reflective Judgment των King & Kitchener, και το In Οver Οur Ηeads του R. Keegan):


(1) Αναγέννηση
Από το Learning to Make Reflective Judgments, της Patricia M. King, ένας πραγματικός διάλογος που κατέγραψε σε σχολική τάξη:

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Παιδιά, σήμερα θα συνεχίσουμε τη συζήτησή μας για την Αναγέννηση. Τι αξιοσημείωτη εποχή! Εμένα με καθήλωσε, ελπίζω κι εσείς να τη βρείτε ενδιαφέρουσα. Πριν αρχίσουμε, έχετε καμιά ερώτηση από το προηγούμενο μάθημα;

ΜΑΘΗΤΗΣ: Ναι, νομίζω πως τα παρακολούθησα όλα, όμως δεν μπορώ να βρω στις σημειώσεις μου πότε ξεκίνησε η Αναγέννηση.

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Πολύ καλή ερώτηση! Βλέπετε, η Αναγέννηση στη Βόρεια Ιταλία επικράτησε σε διαφορετική χρονική στιγμή και με διαφορετικά συμφραζόμενα απ’ ό,τι στον Νότο. Αυτό είναι σημαντικό επειδή–

ΜΑΘΗΤΗΣ (διακόπτοντας): Κύριε, ήθελα απλώς να απαντούσατε στην ερώτησή μου πριν αρχίσουμε το σημερινό μάθημα.

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Ναι. Προκειμένου να πούμε πότε ξεκίνησε η Αναγέννηση, είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι αυτή η αφύπνιση κάλυψε πολλές πλευρές στη ζωή των ανθρώπων τότε. Η επιστημονική Αναγέννηση και οι ιδέες του Λεονάρντο ντα Βίντσι είχαν τεράστια επίδραση, η οποία εμπλουτίστηκε από την καλλιτεχνική Αναγέννηση, με καλλιτέχνες όπως ο Μιχαήλ Άγγελος και–

ΜΑΘΗΤΗΣ (διακόπτοντας εκνευρισμένος): Κύριε! Πριν αρχίσουμε το σημερινό μάθημα, μπορείτε απλώς να μας πείτε πότε ξεκίνησε η Αναγέννηση;

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Στις 14 Απριλίου 1363.

ΜΑΘΗΤΗΣ: Ευχαριστώ, κύριε. Αυτό ήθελα να μάθω όλο κι όλο.

Ο μαθητής εδώ θέλει την «ουσία» της απάντησης, όχι τις άχρηστες «σάλτσες». Έχει κάνει συμβόλαιο με τη ζωή ότι όλα τα ερωτήματα έχουν απλές, κομψές απαντήσεις twitter. Δεν χωράει στην κοσμοθεώρησή του να πεις πολλά για να απαντήσεις μια ερώτηση, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα γι’ αυτόν• δεν μπορεί παρά να περιπλέκεις το ζήτημα, αυτό κάνεις – ή δεν ξέρεις κι εσύ τι θέλεις ή σου λείπει η αναλυτική ικανότητα ή κάνεις τα εύκολα δύσκολα ή... ο μαθητής θα βρει κάτι να πει, να είστε σίγουροι. Και σε καμία περίπτωση η στάση αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε μαθητές της δευτεροβάθμιας, π.χ. σχόλιο ενός φοιτητή στον καθηγητή του (από το College Student Development and Academic Life, σελ. 143): «Αντί να συζητάμε όλα αυτά τα θέματα, γιατί δεν μας λέτε τους πραγματικούς λόγους του Εμφυλίου Πολέμου;». Είναι ένα συμβόλαιο με τη ζωή από το οποίο όλοι περνάμε: όταν ένα ζήτημα σου παρουσιάζεται ασαφές και πολύπλοκο, ψάξε να βρεις την «ουσία» του (την ημερομηνία όπου ξεκίνησε η Αναγέννηση, τους πραγματικούς λόγους του Εμφυλίου Πολέμου) και παράτα τις άχρηστες «σάλτσες».


(2) Φοιτητές Οικονομικών
Ένα εκπαιδευτικό πείραμα από το Knowing Economic Theory, των Ilacqua & Prescott. Οι ερευνητές έθεσαν την ίδια άσκηση σε δύο ομάδες φοιτητών ενός κολεγίου: να μελετήσουν την αγορά των τοπικών πρατηρίων βενζίνης. Ήταν η πρώτη φορά που οι φοιτητές έκαναν μια ανοιχτή άσκηση, όχι ευθείες εφαρμογές της θεωρίας που διδάσκονταν. Ο τρόπος εργασίας δεν ήταν αυστηρά προσδιορισμένος – έπρεπε να ψάξουν για στοιχεία στο ίντερνετ, στη βιβλιοθήκη ή κάνοντας δικές τους έρευνες, ό,τι έκριναν οι ίδιοι, καθώς και να μοντελοποιήσουν τη συγκεκριμένη αγορά με βάση τα μοντέλα που διδάχθηκαν (τέλειος ανταγωνισμός, ολιγοπώλιο, μονοπωλιακός ανταγωνισμός κ.λπ.). Η μία ομάδα ήταν πρωτοετείς, σχετικά μικροί στην ηλικία, που παρακολουθούσαν το κανονικό πρόγραμμα του κολεγίου κυρίως τις πρωινές ώρες. Η άλλη ομάδα ήταν μεγαλύτεροι σε ηλικία, με περισσότερη βιοτική εμπειρία, και παρακολουθούσαν τα μαθήματα part-time τα απογεύματα καθότι δούλευαν τα πρωινά. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι πόσο διαφορετικά αντιμετώπισαν το πρόβλημα οι δύο ομάδες:

Μοντέλα: Οι Πρωινοί έψαχναν να βρουν ένα και μόνο οικονομικό μοντέλο για να εφαρμόσουν στη συγκεκριμένη αγορά. Οι περισσότεροι επέλεξαν το απλό μοντέλο προσφοράς-ζήτησης (“perhaps by default, perhaps it was popular wisdom” σελ. 373), ως πιο πιθανό να είναι το «σωστό» μοντέλο, ακόμα κι εκεί που δεν ταίριαζε με την κατάσταση που μελετούσαν. Γιατί; Γιατί έτσι, χωρίς γιατί. Διότι είχαν κάνει συμβόλαιο με τη ζωή ότι υπάρχουν πάντα απλές, κομψές απαντήσεις στα οικονομικά ερωτήματα, οι οποίες προκύπτουν από ευθείες εφαρμογές μοντέλων. Ο τρόπος που αιτιολογούσαν την εργασία τους ήταν με αναφορές σε αυθεντίες, «έτσι είπε ο τάδε».

Οι απαντήσεις των Νυχτερινών ήταν πολύ πιο σύνθετες. Η νόρμα στη δουλειά τους ήταν να συνδυάζουν διάφορα μοντέλα προσπαθώντας να βρουν την καλύτερη δυνατή ταύτιση με την οικονομική δραστηριότητα που παρατηρούσαν. Για παράδειγμα, καταλάβαιναν ότι τα πρατήρια στις εξόδους των μεγάλων αυτοκινητόδρομων συμπεριφέρονταν σαν μονοπώλια, αυτά στους δρόμους ήταν πολύ πιο ανταγωνιστικά στις τιμές τους, οπότε συνδύαζαν ιδιότητες και κριτήρια των μοντέλων, τα έκαναν υβριδικά, έψαχναν τις γκρίζες ζώνες στους ορισμούς ώστε να δουν τι περιθώριο είχαν για να παίξουν και να συνθέσουν.

Τεκμήρια: Οι Πρωινοί μάζεψαν στοιχεία επιμελώς αλλά τα παρουσίασαν χύμα, δεν τολμούσαν να τα αγγίξουν – σαν να είχαν κάποια μαγεία τα στοιχεία, όπου η παράθεσή τους και μόνο φτάνει. Επίσης, δεν αναγνώριζαν τα στοιχεία που μάζεψαν ως τεκμήρια για τα μοντέλα που πρότειναν. Δηλαδή, ένιωθαν σίγουροι για το μοντέλο, οπότε δεν το έβλεπαν σημαντικό να το στηρίξουν με τεκμήρια. Συμπεριέλαβαν και έρευνες τόσο μικρού δείγματος, που ήταν άχρηστες ως τεκμήριο. Ουσιαστικά, παρέθεσαν τεκμήρια περισσότερο σαν μπαχαρικά, διακόσμηση της δουλειάς τους.

Οι Νυχτερινοί μάζεψαν κι αυτοί στοιχεία επιμελώς. Επιπλέον, πήραν την πρωτοβουλία να τα αναλύσουν και να παρουσιάσουν τα συμπεράσματά τους. Δηλαδή, είχαν την επίγνωση ότι η γνώση δεν είναι αυτά καθαυτά τα στοιχεία, δεν έχουν κάποια μαγεία από μόνα τους• είναι το τι κάνεις με τα στοιχεία, τα συμπεράσματα που βγάζεις. Επίσης, είχαν πολύ καλύτερη επίγνωση ότι απλώνεσαι μέχρι εκεί που φτάνει το πάπλωμά σου: ήταν πρόθυμοι να θυσιάσουν την κομψότητα της τελικής απάντησης προκειμένου να μείνουν πιστοί στα διαθέσιμα στοιχεία. Στους Πρωινούς, αντίθετα, η κομψότητα δεν θυσιαζόταν με τίποτα – γιατί; Γιατί έτσι, χωρίς γιατί. Διότι είχαν κάνει συμβόλαιο με τη ζωή. Κι όσο για τα τεκμήρια, θα τα βολέψουμε κι αυτά.

Ευχαρίστηση: Και οι δύο ομάδες αντιμετώπισαν πρώτη φορά μια ανοιχτή άσκηση, χωρίς αυστηρά προσδιορισμένο τρόπο εργασίας και χωρίς ένα σίγουρο τελικό αποτέλεσμα (όπου άμα το βρεις είσαι σωστός κι αν όχι είσαι λάθος). Οι Πρωινοί συνολικά βόγγηξαν με την εμπειρία, δεν τους άρεσε καθόλου, ένιωθαν άβολα που δεν είχαν κάποια ξεκάθαρη συνταγή, μέθοδο κ.λπ. να εφαρμόσουν. Στις κατοπινές συνεντεύξεις μάλιστα, πολλοί προσπάθησαν να αποφύγουν και την ευθύνη, ότι δεν μας εξηγήσατε ξεκάθαρα τι έπρεπε να κάνουμε, αυτό φταίει που δεν τα πήγαμε καλά κ.λπ. (σελ. 376).

Οι Νυχτερινοί συνολικά γούσταραν την εμπειρία, τη βρήκαν ενδιαφέρουσα πρόκληση. Στις κατοπινές συνεντεύξεις, κάποιος είπε για «σχέση αγάπης-μίσους με την άσκηση», κάποιος άλλος σχολίασε ότι πλέον νιώθει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση να αντιμετωπίσει κι άλλα ζητήματα οικονομικών, κάποιος άλλος εξήγησε ότι ήταν ψημένος από τη ζωή, είχε συνηθίσει να χειρίζεται αβέβαιες καταστάσεις, στις οποίες δεν υπάρχουν συνταγές και πρέπει να πάρεις πρωτοβουλία.

Τελικά: Τελικά μπορούμε να πούμε ότι οι Πρωινοί είχαν πολύ... γραφειοκρατική αντίληψη για το τι είναι η γνώση και πώς αποκτάται. Ήθελαν πάντα να εφαρμόζουν κάποια συνταγή, μόνο έτσι το καταλάβαιναν. Ένιωθαν εφαρμοστές μοντέλων. Όπως ένας ιδανικός γραφειοκράτης, που ξέρει μόνο αυτό που λένε οι εντολές του προϊσταμένου, η εγκύκλιος από το Υπουργείο κ.λπ. ούτε εκατοστό παραπέρα. Μπορεί να είναι τέλειος στο να εφαρμόζει την εγκύκλιο, όμως τα χάνει όταν πρέπει να πάρει πρωτοβουλίες και να κρίνει ο ίδιος. Δεν υπάρχει στην κοσμοαντίληψή του αυτό. Το ίδιο και οι Πρωινοί. Αντιλαμβάνονταν τη γνώση και την απόκτησή της με πρότυπο τα έργα του Κάφκα. Οπότε γραφειοκρατικοποίησαν τα αγραφειοκρατικοποίητα.

Η λέξη-κλειδί εδώ πέρα είναι η λέξη ευθύνη. Ένας ιδανικός γραφειοκράτης έχει πάντα δικαιολογία: αυτό λέει η εγκύκλιος, αυτό λένε οι εντολές. Αντιλαμβάνεται το καθήκον του μόνο ως πιστή, άκριτη εφαρμογή των εντολών και της εγκυκλίου, οπότε πάντα μπορεί να αποφεύγει την προσωπική ευθύνη. Το ίδιο και οι Πρωινοί. Ακόμα και η αιτιολόγηση που έδιναν ήταν με αναφορές σε αυθεντίες, «έτσι είπε ο τάδε». Ακόμα και η ερμηνεία για την κακή επίδοσή τους ήταν η επίρριψη της ευθύνης στους καθηγητές, «εσείς φταίτε, δεν μας εξηγήσατε καλά την άσκηση».

Η Stella Baruk είχε κάνει ένα περίφημο πείραμα το 1985 σε δημοτικά σχολεία της Γαλλίας. Έθεσε στους μαθητές το πρόβλημα: «Ένα καράβι έχει 26 πρόβατα και 10 κατσίκια, πόσο χρονώ είναι ο καπετάνιος;». Εντυπωσιακά πολλά πιτσιρίκια, συνήθως η συντριπτική πλειοψηφία, απαντούσαν ότι ο καπετάνιος είναι 26 + 10 = 36 χρονών. Μπορεί να γελάμε με τα πιτσιρίκια, όμως το ίδιο ακριβώς έκαναν κι οι Πρωινοί. Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο και στις δύο περιπτώσεις: τόσο οι μεν όσο και οι δε είχαν κάνει συμβόλαιο με τη ζωή ότι όλες οι απαντήσεις προκύπτουν από ευθείες εφαρμογές συνταγών, από μια πεπατημένη γραφειοκρατική ρουτίνα. Δηλαδή, είχαν σκοπό να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα με τέτοιον τρόπο ώστε να μην αλλάξει τίποτα σ’ αυτούς πριν και μετά, καμία καινούργια κατανόηση, καμία καινούργια ενόραση. Γραφειοκράτης τέλειος και του κοσμάκη ο τρόμος.


(3) Πανεπιστημιακά Papers
Αυτή η γραφειοκρατική οχύρωση πίσω από τις αυθεντίες και τις συνταγές έχει αμέτρητες εκφάνσεις. Δείτε ένα διαφορετικό παράδειγμα από το Cognitive Development της R. Jackson. H συγγραφέας μεταφέρει ένα συχνό παράπονο βιβλιοθηκονόμων και καθηγητών σε αμερικάνικα πανεπιστήμια (ουσιαστικά, σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου) για τους φοιτητές τους, όταν αυτοί έχουν να γράψουν κάποιο paper:
«Θέλουν να βρουν ένα επιστημονικό άρθρο το οποίο θα γράψει το paper γι’ αυτούς. Δεν συνειδητοποιούν ότι πρέπει να διαβάσουν, να επιλέξουν και να συνθέσουν διάφορες πηγές για να στοιχειοθετήσουν τις ιδέες τους»
Αυτό που δεν συνειδητοποιούν οι φοιτητές είναι ότι έχουν προσωπική ευθύνη στην απόκτηση της γνώσης. Όταν κοπιάρεις ένα επιστημονικό άρθρο, έχεις πάντα κάτι να κρατιέσαι: «έτσι είπε ο τάδε» ή «εφάρμοσα την καθιερωμένη μέθοδο». Το κάνεις έτσι ώστε να έχεις πάντα δικαιολογία.


(4) Popper 
Μπορεί να γελάμε με τους Πρωινούς και τα πιτσιρίκια στα Δημοτικά της Γαλλίας, οι ίδιες όμως γραφειοκρατικές επιστημολογίες εκδηλώνονται και με πολύ πιο λεπτεπίλεπτους τρόπους. Το έχω βρει και στον Popper αυτό. Όπως ξέρετε, ο Popper ήταν πολύ ευαίσθητος στο θέμα του δογματισμού. Στο Normal Science and its Dangers (1977) σχολίαζε την κανονική επιστήμη (normal science, με την έννοια του Thomas Kuhn – υποθέτω ότι είστε εξοικειωμένοι με το έργο του Kuhn). Όπως ίσως μαντεύετε, ήταν πολύ αρνητικός σ’ αυτό το είδος επιστήμης και επιστήμονα• τον αποκαλεί “not-too-critical professional” και “science student who accepts the ruling dogma of the day” (η ύψιστη προσβολή για τον Popper) και “a person who ought to be sorry for” (σελ. 52) – βαριά κουβέντα, όμως είναι του Popper, όχι δική μου. Αυτό που με ενδιαφέρει εδώ είναι το σημείο στη σελ. 53:
Kuhn’s description of the ‘normal’ scientist vividly reminds me of a conversation I had with my late friend, Philipp Frank, in 1933 or thereabouts. Frank at that time bitterly complained about the uncritical approach to science of the majority of his Engineering students. They merely wanted to ‘know the facts’. Theories or hypotheses which were not ‘generally accepted’ but problematic, were unwanted: they made the students uneasy. These students wanted to know only those things, those facts, which they might apply with a good conscience, and without heart-searching. 
I admit that this kind of attitude exists; and it exists not only among engineers, but among people trained as scientists. 
O Popper το είχε πιάσει αυτό, ότι ο δογματικός έχει και μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη φύση της γνώσης. Την αντιλαμβάνεται με τέτοιον τρόπο ώστε να μην αφήνει περιθώριο για πρωτοβουλία και προσωπική κρίση (“with a good conscience and without heart-searching”). Οπότε, το μόνο καθήκον του είναι to know the facts. Όσο πιο πολλά τέτοια facts συσσωρεύσει, τόσο εξυπνότερος γίνεται• αν διαβάσει βιβλιοθήκες ολόκληρες, θα γίνει σοφός. Πάνω εκεί, αποφεύγει ό,τι μπορεί να του χαλάσει το όνειρο και να περιπλέξει τα πράγματα, να καταστρέψει τον καρτουνίστικο κόσμο που έχτισε (“theories or hypotheses which were not ‘generally accepted’ but problematic, were unwanted: they made the students uneasy”). Συνήθως τα βγάζει απ’ το μυαλό του και τα διαγράφει, έτσι απλά!

Μαζί με τον Popper, πιστεύω κι εγώ ότι αυτοί οι καρτουνίστικοι κόσμοι είναι διάχυτοι σε πολύ κόσμο, ακόμα κι αν φέρει τον τίτλο του «επιστήμονα» και του «ειδικού». Το πιστεύουν κι άλλοι, και μάλιστα κάτοχοι Νόμπελ. Για να μείνουμε στον χώρο των Οικονομικών, οι George Akerlof & Robert Shiller στο βιβλίο τους Animal Spirits (2009, μπορείτε να διαβάσε μια σύνοψη του βιβλίου εδώ), λένε ότι οι οικονομολόγοι τείνουν να βλέπουν τη λειτουργία της οικονομίας μέσα από καρτουνίστικες οπτικές: “The theories economists typically put forth about how the whole economy works are too simplistic” (σελ. 146). Υπάρχει κι εδώ κάτι από την αντίληψη των Πρωινών, που δεν θυσίαζαν με τίποτα την κομψότητα της τελικής απάντησης, ένιωθαν εφαρμοστές μοντέλων, παρέβλεπαν τις γκρίζες ζώνες ώστε να διατηρήσουν τον καρτουνίστικο κόσμο τους κ.λπ. Όχι τόσο χοντροκομμένα, βέβαια, αλλά ουσιαστικά είναι το ίδιο με αυτό που επισημαίνουν οι Akerlof & Shiller: η γραφειοκρατικοποίηση των αγραφειοκρατικοποίητων.

Στον Δράκο του Σβάρτς, ο περιπλανώμενος ιππότης Λάνσελοτ ετοιμάζεται να τα βάλει με τον δράκο που τρομοκρατεί μια μικρή πόλη. Δεν έχει όμως όπλα, οπότε ζητά από την πόλη να τον βοηθήσει:

ΔΗΜΑΡΧΟΣ: «Έκτακτη γενική συνέλευση επί του θέματος: παροχή όπλων στον κ. Λάνσελοτ. Απόφαση: θετική. Ψιτ, παιδιά! Φέρτε δω αυτά τα όπλα».

(Ακούγονται σάλπιγγες και μπαίνουν υπηρέτες. Ο πρώτος δίνει στον Λάνσελοτ μια μικρή λεκάνη με προσαρμοσμένα λουριά) 

ΛΑΝΣΕΛΟΤ: «Μα αυτή είναι λεκάνη από κουρείο!»

ΔΗΜΑΡΧΟΣ: «Α ναι, όμως την προβιβάσαμε σε κράνος. Κι αυτή η πιατέλα χρίζεται ασπίδα. Μην ανησυχείς. Τα πράγματα στην πόλη μας είναι υπάκουα και πειθαρχημένα. Θα διεκπεραιώσουν το καθήκον τους στο ακέραιο. Δυστυχώς, δεν έχουμε πανοπλίες στην αποθήκη... Έχουμε όμως ένα δόρυ». (Δίνει στον Λάνσελοτ ένα κομμάτι χαρτί). «Δια της παρούσης βεβαιούται ότι το δόρυ υπόκειται προσωρινώς σε διαδικασία προληπτικής συντήρησης – σφραγίδες, υπογραφές κ.λπ. Το μόνο που χρειάζεται είναι να παρουσιάσεις αυτή τη βεβαίωση στον κ. δράκο κατά τη διάρκεια της μάχης, κι όλα θα πάνε μια χαρά».


(5) Προσθετικά Τροφίμων
Πώς θα πρέπει να προσεγγίσουμε το θέμα αυτό του δογματισμού, που τόσο απασχολούσε και τον Popper; Δείτε πρώτα ένα παράδειγμα από το Structure and Content (2003) της Anna Kajanne, μια έρευνα σε Φινλανδούς με αντικείμενο το επίπεδο δογματισμού των ερωτώμενων. Το ζήτημα που τέθηκε ήταν: Έχουν υπάρξει αρκετές αναφορές για την ασφάλεια των τροφίμων με προσθετικά. Κάποιες έρευνες υποδεικνύουν ότι είναι καρκινογόνα. Κάποιες άλλες όμως δείχνουν ότι τα χημικά προσθετικά δεν είναι βλαβερά, κι ότι οι τροφές με προσθετικά είναι ασφαλείς (σελ. 176). Οι ερωτώμενοι έπρεπε να πουν και να αιτιολογήσουν τη γνώμη τους, να συζητήσουν για το θέμα, καθώς και να εξηγήσουν τα αντικρουόμενα πορίσματα των σχετικών επιστημονικών ερευνών. Δείτε πόσο διαφορετικά το αντιμετώπισαν (σελ. 180–184):

Δογματισμός. Στο εντελώς δογματικό επίπεδο, οι ερωτόμενοι απαντούσαν ως επί το πλείστον ότι τα προσθετικά τροφίμων είναι Βλαβερά (με βήτα κεφαλαίο). Συνήθως αναφέρονταν σ’ αυτά ως «ουσίες που δεν ταιριάζουν με το ανθρώπινο σώμα» ή «δηλητήρια που δεν είναι να τα τρώει κανείς». Ανέφεραν μόνο προσωπικές εμπειρίες ως τεκμήρια (π.χ. τάισα το μωρό με έτοιμες παιδικές τροφές και κατόπιν αυτό είχε κάποια αλλεργική αντίδραση). Όσο για τα διαφορετικά συμπεράσματα των ερευνών, αυτά οφείλονταν στο πείσμα των ειδικών, που επέμενε ο καθένας να υποστηρίζει τις δικές του έρευνες και δεν άλλαζε γνώμη με τίποτα.

Λιγότερος δογματισμός. Στο λιγότερο δογματικό επίπεδο, πάλι απαντούσαν σχεδόν όλοι ότι τα προσθετικά είναι Βλαβερά (με βήτα κεφαλαίο), αν και εδώ υπήρχε κάποιος κόσμος που καταλάβαινε ότι το θέμα δεν είναι τόσο απλό (παρατήρησε π.χ. ότι χωρίς προσθετικά, οι τροφές θα χαλούσαν γρήγορα). Αναφέρονταν σ’ αυτά ως «τεχνητά πράγματα που δεν είναι υγιεινά» ή ως «χημικά που δεν είναι παιχνίδια». Τα τεκμήρια και εδώ ήταν οι προσωπικές εμπειρίες, ενώ οι ερωτόμενοι αδιαφορούσαν για τα πορίσματα των επιστημονικών ερευνών, με ιδέες όπως: «ούτως ή άλλως τα προσθετικά είναι παντού και δεν μπορεί να τα αποφύγει κανείς» ή «θα ήταν μεγάλος μπελάς να βρει κανείς τι περιέχουν όλες οι τροφές» κ.α.

Οι έρευνες έφταναν σε αντικρουόμενα συμπεράσματα διότι το θέμα ήταν ούτως ή άλλως δύσκολο, και διότι διαφορετικοί ειδικοί είχαν και διαφορετικό υπόβαθρο (π.χ. άλλο να προέρχεται κάποιος από τη βιολογία κι άλλο από τη χημεία). Εδώ ο κόσμος άρχισε να βλέπει τους ειδικούς ως φορείς ιδεολογιών. Το χαρακτηριστικό σ’ αυτό το επίπεδο ήταν η μοιρολατρεία, η ανημπόρια, με έννοιες όπως: «οι αγρότες ούτως ή άλλως βάζουν δηλητήρια (= λιπάσματα) στα χωράφια, κι αυτά τελικά επηρεάζουν τα ψάρια στο νερό και τα σκουλήκια στο χώμα» κι άλλοι τρόποι για να δείξουν πως ό,τι και να κάνει κανείς, δεν μπορεί να γλιτώσει (π.χ. αναφορές σε ραδιενέργεια, βαρέα μέταλλα). Η πλειοψηφία των ερωτόμενων έβλεπε έναν λιακοπουλισμό, «κάνουν τους ανθρώπους πειραματόζωα».

Ακόμα λιγότερος δογματισμός. Οι απόψεις εδώ ήταν πολύ πιο μοιρασμένες. Υπήρχαν διάφοροι που έλεγαν ότι τα προσθετικά είναι Βλαβερά (με βήτα κεφαλαίο), άλλοι ότι είναι Ασφαλή (με άλφα κεφαλαίο), άλλοι ότι είναι και τα δύο, κι άλλοι που έλεγαν ότι δεν πρέπει να τα δούμε ούτε ως Βλαβερά (με κεφαλαίο βήτα) ούτε ως Ασφαλή (με κεφαλαίο άλφα). Υπήρχε πάντως η αναγνώριση ότι το θέμα είναι πολύπλοκο και δεν έχει εύκολες απαντήσεις, ούτε 100% σιγουριά.

Οι επιστημονικές έρευνες έφταναν σε διαφορετικά πορίσματα επειδή είχε σημασία ο τρόπος που γινόταν η κάθε μία, κι επειδή διαφορετικές έρευνες τόνιζαν και διαφορετικές πλευρές του ζητήματος. Επίσης, επειδή οι συνθήκες των ερευνών ήταν διαφορετικές από τις συνθήκες της πραγματικότητας. Εδώ δεν υπήρχε πλέον η προσωπική εμπειρία ως τεκμήριο, όμως ούτε και η επιστημονική έρευνα. Το χαρακτηριστικό αυτού του επιπέδου ήταν ο σχετικισμός, με απόψεις όπως π.χ. «οι έρευνες μπορούν να δείξουν ό,τι θέλεις» ή «δεν υπάρχει σωστό και λάθος σ’ αυτά τα θέματα».

Αντι-δογματισμός. Κι εδώ οι απόψεις ήταν μοιρασμένες. Οι ερωτόμενοι τόνιζαν ότι δεν είναι εύκολο να δώσεις μια σύντομη απάντηση («Ασφαλή ή Βλαβερά») διότι τα προσθετικά τροφίμων δεν είναι κάτι ενιαίο και μονολιθικό, υπάρχουν διαφορετικές ουσίες και σε διαφορετικές δόσεις, άλλο η μια περίπτωση κι άλλο η άλλη. Έβλεπαν το θέμα ως κάτι στο οποίο πρέπει, κατά περίπτωση, να ζυγίσεις το όφελος με το κόστος, παρά ως κάτι που επιδέχεται μια γενική απάντηση.

Οι έρευνες έφταναν σε διαφορετικά πορίσματα κυρίως επειδή οι ειδικοί είχαν και διαφορετικό υπόβαθρο. Σε αντίθεση όμως με όλους τους προηγούμενους, οι ερωτώμενοι αυτό δεν το έβλεπαν αναγκαστικά ως πρόβλημα. Έλεγαν ότι πολλές απόψεις μπορούν να υποστηριχτούν επιστημονικά, όμως σε διαφορετικά συμφραζόμενα είναι και διαφορετική η βαρύτητα της κάθε μιας. Οι ερωτώμενοι επίσης ήταν ανοιχτοί και σε άλλες απόψεις, πέρα από τη δική τους. Υπήρχε η επίγνωση ότι το θέμα είναι τόσο σύνθετο ώστε δεν υπάρχει η Έρευνα που θα δώσει την Απάντηση: παίζουν ρόλο κι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες, οι οποίες θα γίνουν ορατές μόνο μετά από πολλά χρόνια ή δεκαετίες• παίζουν ρόλο και διάφορα περιβαλλοντικά θέματα, στα οποία τα προσθετικά τροφίμων συμβάλλουν θετικά (π.χ. τεχνητά γλυκαντικά έναντι φυσικής ζάχαρης)• παίζουν ρόλο και οι σύγχρονες μέθοδοι συντήρησης (ψυγεία και καταψύκτες), που καθιστούν αχρείαστα πολλά προσθετικά• παίζει ρόλο ότι κάποια προσθετικά μπορούν να είναι έως και ωφέλιμα για τον οργανισμό (π.χ. μαγνήσιο, ιχνοστοιχεία)• παίζει ρόλο κι ότι ούτως ή άλλως εκτιθέμεθα σε διάφορες χημικές ουσίες είτε το θέλουμε είτε όχι (π.χ. αλουμίνιο, νικοτίνη) κ.α.

Όλα τα παραπάνω δεν οδηγούσαν στον σχετικισμό αλλά στην έμφαση της προσωπικής ευθύνης του καθενός: «Παρόλα αυτά, έχουμε επιλογή γι’ αυτό που τρώμε». Επίσης, και στην έμφαση της κοινωνικής ευθύνης, με απόψεις όπως ότι το θέμα είναι σοβαρό, έχει να κάνει με την πρόνοια για το μέλλον, ότι ο κόσμος πρέπει να περιορίσει την ακατάσχετη χρήση τροφίμων με προσθετικά και οι κυβερνήσεις πρέπει να επιβάλουν όρια, καθώς κι ότι ο Τύπος τείνει να δημοσιεύει αναξιόπιστες και εντυπωσιοθηρικές ειδήσεις.

Υπάρχουν κάποια στοιχεία τα οποία συναντήσαμε και προηγουμένως:

- Όσο περισσότερο δογματικός, τόσο τείνεις να βλέπεις τα πράγματα ασπρόμαυρα, ξεκάθαρα, σαφή, και τα ερωτήματα να απαντιούνται με απαντήσεις twitter. Αβεβαιότητα δεν υπάρχει, όλα είναι 100% σίγουρα. Όσο λιγότερο δογματικός, τόσο τείνεις να βλέπεις τα θέματα πολυδιάστατα και την αβεβαιότητα πραγματική, οπότε δεν μπορείς εύκολα να δώσεις απόλυτες ή τελειωτικές απαντήσεις.

- Όσο περισσότερο δογματικός, τόσο τείνεις να βλέπεις Καλούς και Κακούς ανθρώπους (οι πεισματάρηδες ειδικοί, που επιμένουν στις έρευνές τους και δεν αλλάζουν γνώμη). Όσο λιγότερο δογματικός, τόσο τείνεις να βλέπεις φορείς ιδεολογιών (ειδικοί που έχουν ένα συγκεκριμένο υπόβαθρο κι έναν συγκεκριμένο τρόπο να βλέπουν το θέμα).

- Το πιο σημαντικό: όσο περισσότερο δογματικός, τόσο βλέπεις τα πράγματα έτσι ώστε εσύ να μην έχεις ευθύνη. Βρίσκεις πάντα δικαιολογία, το μόνο εύκολο: τα προσθετικά είναι παντού και δεν μπορεί να τα αποφύγει κανείς, ούτως ή άλλως οι αγρότες ραντίζουν δηλητήρια που επηρεάζουν τα πάντα, μας έχουν κάνει πειραματόζωα κ.λπ. Όσο λιγότερο δογματικός, τόσο περισσότερο νιώθεις ότι έχεις ευθύνη, και το γουστάρεις κιόλας που έχεις ευθύνη! Διότι είναι μια απελευθέρωση. Δεν είσαι μαριονέτα ή πιόνι, έχεις περιθώριο να πράξεις, να επιλέξεις, να αποφασίσεις εσύ ο ίδιος για τη ζωή σου.

Σας θυμίζει κάτι όλη αυτή η συζήτηση; Ναι, σωστά, τους ναζί στη δίκη της Νυρεμβέργης, που δικαιολογούσαν τα εγκλήματά τους με το: «μα εκτελούσα εντολές!». Τις παρατηρήσεις της Χάνα Αρέντ από τη δίκη του Άιχμαν (The Banality of Evil), o οποίος δεν έδειχνε να νιώθει καμία ευθύνη για τα εγκλήματά του διότι «έκανε απλώς τη δουλειά του», «ούτε μισούσε τους Εβραίους ούτε τίποτα, απλά υπάκουε σε διαταγές». Τα γνωστά πειράματα του Milgram, στα οποία ακόμα και απλοί, καθημερινοί άνθρωποι μπορούσαν να γίνουν βασανιστές, αρκεί κάποιος άλλος να έπαιρνε την ευθύνη. Φυσικά, τα παραδείγματα που συζητώ δεν είναι, σε καμία περίπτωση, τόσο τραγικά. Εξάλλου, αφορούν επιστημολογικές αντιλήψεις για τη φύση της γνώσης. Από την άλλη όμως, προσέξατε πόσο πολύ εμπλέκεται το επιστημολογικό με το ηθικό στοιχείο στα παραπάνω παραδείγματα; Αυτό το είχε παρατηρήσει και ο W. Perry στις έρευνές του με τους φοιτητές του Χάρβαρντ, που ανέφερα στην εισαγωγή, ήδη από τη δεκαετία του ‘60. Όσο πιο ποζιτιβιστική η αντίληψη του φοιτητή για τη φύση της γνώσης (100% σιγουριά, δεν υπάρχει αβεβαιότητα, κομψές απαντήσεις twitter, οχύρωση πίσω από αυθεντίες και συνταγές, ευθείες παρατηρήσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας κ.λπ.), τόσο πιο πολύ αυτός αρνιόταν την αντίθετη άποψη, την απέρριπτε εξολοκλήρου, την έβλεπε ως εχθρό που πρέπει να νικήσει. Όσο πιο πραγματιστική η αντίληψη του φοιτητή για τη φύση της γνώσης («επισκευάζουμε το καράβι εν πλω, σανίδα τη σανίδα, χωρίς ναυπηγείο»), τόσο πιο πολύ αυτός καλοδεχόταν την αντίθετη άποψη, δεν ένιωθε ότι τον απειλούσε – έως και την επιζητούσε ακόμα.


(6) Τα Μπλε Παράθυρα (τζαζ διασκευή)



Το τζαζ κουαρτέτο της Λητώς Βογιατζοπούλου διασκευάζει τα Μπλε Παράθυρα του Μάρκου. Όλα τα λεφτά είναι ο λυρατζής. Ο οποίος πρωτοπιάνει τη μελωδία στο 0:24 και την παίζει ικανοποιητικά, συμβατικά, τυπικά. Είμαστε ακόμα στον γραφειοκρατικό κόσμο των Πρωινών. Ξαναπιάνει τη μελωδία στο 0:59 και, ουσιαστικά, την επαναλαμβάνει, προσθέτει απλώς μερικές πινελιές εδώ κι εκεί. Συνεχίζει πεισματικά στο 1:22, όμως τίποτα δεν αλλάζει. Έχει σκοπό να παραμείνει ο ίδιος μουσικός πριν και μετά την εκτέλεση. Στην τέταρτη επανάληψη, στο 1:46, ο λυρατζής προσπαθεί να σπάσει τη φόρμα. Στην πέμπτη επανάληψη, στο 2:09, αρχίζει κι απογειώνεται, δεν κρατιέται. Στην έκτη επανάληψη, στο 2:33, ακούμε καταπληκτικό αυτοσχεδιασμό, από αυτούς που δεν επαναλαμβάνονται ούτε παραγγέλνονται. Είμαστε πλέον στον πλούσιο κόσμο των Νυχτερινών. Στα αγραφειοκρατικοποίητα. Στην έβδομη επανάληψη, στο 2:55, ο λυρατζής κεντάει, ό,τι ακούμε από κει και πέρα είναι χρυσός 24 καρατίων. Όχι μόνο ξέφυγε από τον κόσμο των Πρωινών αλλά το απολαμβάνει κιόλας. Η όγδοη επανάληψη, στο 3:18, δεν είναι επανάληψη, κάτι καινούργιο έχει γεννηθεί. Ο λυρατζής πλέον το γλεντάει, μας κάνει και πλάκα! Ουσιαστικά τώρα κρατάει στα χέρια του το μυστικό της δημιουργίας του σύμπαντος – αν θέλει, μπορεί να καταστρέψει τον κόσμο με μια δοξαριά, του είμαστε ευγνώμονες που ζούμε ακόμα. Στην ένατη απανάληψη, στο 3:41, ο λυρατζής αρχίζει να ξεκουράζεται από το τσουνάμι αδρεναλίνης στο σύστημά του. Το ίδιο και στη δέκατη επανάληψη, στο 4:04, το δίνει στο πιάνο και στα άλλα όργανα. Πλέον δεν είναι ο ίδιος μουσικός, κάτι έχει αλλάξει, είναι ένα διαφορετικό ον.

Κάτι άλλο που παρατηρώ πολύ συχνά είναι ότι αυτοί που ζούνε στον γραφειοκρατικό κόσμο των Πρωινών, τείνουν επίσης να είναι ασεξουαλικοί και πουριτανοί. Ενώ αυτοί που ζούνε στον πλούσιο κόσμο των Νυχτερινών συνήθως έχουν και πρωτογενές πλεόνασμα σεξουαλικότητας. Δεν έχω ιδέα γιατί συμβαίνει αυτό (δηλαδή έχω αλλά δεν την λέω). Το αναφέρω ως παρατήρηση.


(7) Σώτη 
Ξαναδείτε τώρα τη φράση της Σώτης από εκείνη την παλαιότερη ανάρτηση: «το σωστό είναι σωστό και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει» (ή το αντίστοιχο όνειρο του Λάιμπνιτς: τι καλά όλες οι διαφωνίες για όλα τα ζητήματα να ήταν σαν τις διαφωνίες μεταξύ λογιστών...). Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να τη διαβάσουμε διαφορετικά;

Φυσικά και μπορούμε! «Δεν ξέρω τίποτα, κύριέ μου, αυτό λέει η εγκύκλιος από το Υπουργείο, τελεία και παύλα». Παρατηρήστε στα παραπάνω παραδείγματα ότι όσο λιγότερο δογματικός είναι κάποιος, τόσο τείνει να βλέπει τα θέματα πολυδιάστατα και πλούσια, ώστε να επιδέχονται ποικιλία απόψεων, οπτικών, χωρίς να είναι αναγκαστικά η μία «σωστή» και η άλλη «λάθος». Και χωρίς αυτό να οδηγεί στον σχετικισμό. Αντίθετα, όσο περισσότερο δογματικός, τόσο τείνει να βλέπει ότι για τα πάντα υπάρχουν ξεκάθαρες συνταγές, μέθοδοι, αλγόριθμοι, τεχνικές κ.λπ. (τα επιστημολογικά αντίστοιχα της εγκυκλίου από το Υπουργείο). Οπότε η απόκτηση της γνώσης γι’ αυτόν ταυτίζεται με μια γραφειοκρατική ρουτίνα, business as usual. Πράγματι, σε μια γραφειοκρατία το σωστό είναι αυτό που λέει η εγκύκλιος και κανείς δεν μπορεί να σου πει τίποτα.

Θυμηθείτε και το άλλο που έλεγε η Σώτη: «Πουθενά δεν υπάρχει περισσότερη δικαιοσύνη από τις φυσικές επιστήμες». Πολύ καλό. Πιάνει και τον κρίσιμο παράγοντα, ο οποίος είναι ηθικός. Δηλαδή, στην καρικατούρα που έχει στο μυαλό της η Σώτη για τις φυσικές επιστήμες, μπορείς πάντα να αποφεύγεις την ευθύνη κατά την απόκτηση της γνώσης. Η Σώτη το λέει «δικαιοσύνη», ο Popper το λέει with good conscience and without heart-searching. Σ’ αυτήν την καρικατούρα φυσικών επιστημών, φυσικά και υπάρχει η «δικαιοσύνη» του Ανιάν από τον Μικρό Νικόλα, του καλού μαθητή που αντιλαμβάνεται το καθήκον του μόνο να μάθει τέλεια το μάθημα, τίποτα περισσότερο.

Δεν θέλω όμως να αδικήσω τη Σώτη. Το παραδέχομαι, περιγράφει πολύ σωστά τις φυσικές επιστήμες και τους φυσικούς επιστήμονες. Πολύ φοβάμαι όμως, αυτούς για τους οποίους ο Popper παρατηρούσε: I admit that this kind of attitude exists; and it exists not only among engineers, but among people trained as scientists … A person who ought to be sorry for.

Υπάρχει όμως μία ακόμα διάσταση στο θέμα αυτό του δογματισμού. Παρατηρήστε στα παραπάνω παραδείγματα ότι οι διάφοροι δογματικοί είχαν και τυφλά σημεία. Οι Πρωινοί π.χ. ένιωθαν τόσο σίγουροι για το μοντέλο που διάλεγαν, ώστε ουσιαστικά δεν το στήριζαν με στοιχεία – και δεν το καταλάβαιναν, τους μεθούσε η σιγουριά. Το ίδιο και οι δογματικοί Φινλανδοί, κι αυτούς τους μεθούσε η σιγουριά. Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

Μη χάσετε την επόμενη Υ – ΠΕ – ΡΟ – ΧΗ ανάρτηση! Θα έχει και X-Files! 

to be continued

9 σχόλια:

  1. Απαντήσεις
    1. Αυτό που διάβασα δεν μου λέει κάτι. Τα ερωτήματα έτσι γενικά κι αόριστα, "ποια η φύση του εαυτού κ.λπ.", μου είναι ακατανόητα. Μπορούμε να τα δούμε από κάποια πραγματιστική σκοπιά; Ας πούμε, μια ενδεχόμενη απάντηση σε ποιο συγκεκριμένο, πρακτικό ζήτημα θα παίξει ρόλο;

      Διαγραφή
    2. Κουβέντα να γίνεται, το θυμήθηκα με την εισαγωγή σου.

      Διαγραφή
  2. Κάπου σε έχασα σήμερα. Περιγράφεις α) το τυπικό προϊόν του εκπαιδευτικού συστήματος*, β) την τυπική-ενδεχόμενη (τυπική και συγχρόνως ενδεχόμενη) εξέλιξη του εν λόγω προϊόντος. Πού κολλάει με τα προηγούμενα;

    *Δηλ. του μαζικού εκπαιδ. συστήματος δυτικού τύπου, δίχως χώρο για εξατομίκευση. Μπορεί να είμαι κολλημένος, αλλά έχω την αίσθηση ότι τα πράγματα διαφέρουν α) στο ανατολίτικο σύστημα μαθητείας, β) στο σοβιετικό σύστημα, απ' όσο μπορώ να κρίνω από σχολικά βιβλία, εγχειρίδια εκλαϊκευσης κλπ (ακόμα θυμάμαι τη μύησή μου στον απειροστικό λογισμό από την Ακαδημαϊκή θεματική εγκυκλοπαίδεια της Ακαδ. Επιστημών της ΕΣΣΔ...)

    Στο όμορφο παράδειγμα με τον λυράρη, υπάρχει μια ένσταση: παραμένει ο ίδιος μουσικός. Το ξανάκανε και θα το ξανακάνει. Παναπεί, ορθολογίζεις! :)

    ΥΓ. Περιμένω με ανυπομονησία τα X-Files.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Για την παρατήρηση Δύτη: ποτέ δεν θα το ξανακάνει ακριβώς το ίδιο. Για την ακρίβεια αυτό που πρωτοκέντησε τη μια φορά θα είναι την επόμενη βάση για το νέο κέντημα. Υπάρχουν δεκάδες ηχογραφήσεις του My favorite things του Coltrane, όλες μοιάζουν, όλες είναι διαφορετικές. Από την ανάποδη τώρα: υπάρχει ένα δημοφιλές μουσικό βιβλίο για τζαζ σαξοφωνίστες με τoυς περισσότερους αυτοσχεδιασμούς τυ Charlie Parker. Άπειροι μαθητευόμενοι δοκιμάζουν να τους παίξουν, μερικοί καταφέρνουν να παίξουν ακριβώς όπως ο ίδιος, πολύ λιγότεροι απ' αυτούς χτίζουν πάνω τους για να αποκτήσουν τον δικό τους ήχο. Στους πρώτους δίσκους του Garbarek είναι φανερό ότι είναι παθιασμένος με τον ήχο του Coltrane. Ύστερα, δίσκο δίσκο αποκτά τη δική τυ φωνή. Τζάζεψα λίγο αλλά δεν πειράζει ε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το πόιντ είναι, ότι ο Ηλίας ορθολογίζει λέγοντας ότι «πλέον δεν είναι ο ίδιος μουσικός». Γιατί, θεωρεί ότι ένας άνθρωπος παίζει έναν αυτοσχεδιασμό. Δηλαδή, σαν το πείραμα που κάθε φορά βγάζει το ίδιο αποτέλεσμα.

      (Εντάξει, παίζουμε και λίγο με τις λέξεις και διυλίζουμε κλπ, το ξέρω)

      Διαγραφή
    2. Πες ότι βρίσκεις ένα νέο ιστορικό πάτερν, οπτική ξέρω γω ή ανιχνεύεις στην πράξη κάτι που έμαθες θεωρητικά. Γενικά αυτό που λέμε aha moment. Δεν είσαι ο ίδιος ιστορικός.

      Αν ευφυολογούμε βέβαια να το πάρω αλλιώς :)

      Διαγραφή
  4. Αυτά που λέει ο arcades. Μετά από έναν τέτοιο αυτοσχεδιασμό, σου έχουν γεννηθεί καινούργια ριφάκια, μελωδίες, μουσικές ιδέες κ.λπ. Δεν είσαι ό,τι ήσουνα προηγουμένως. Αντίστοιχο με τον τρόπο π.χ. που οι Νυχτερινοί αντιμετώπισαν το πρόβλημα. Χαρακτηριστικό, ο τύπος που είπε στη συνέντευξη για "σχέση αγάπης-μίσους με την άσκηση". Πολύ χαρακτηριστικό. Τους παίδεψε, τους τυράννησε αλλά... καινούργιες κατανοήσεις, καινούργιες ενοράσεις, καινούργιες σκέψεις. Δεν είναι οι ίδιοι που ήταν πριν την άσκηση (κάποιος είπε στη συνέντευξη: "τώρα νιώθω αυτοπεποίθηση να αντιμετωπίσω κι άλλα ζητήματα οικονομικών").

    Σε αντιδιαστολή μ' αυτά, ο γραφειοκρατικός τρόπος εργασίας. Κάνω αυτό που ξέρω να κάνω, τις ίδιες ρουτίνες, δεν ξεμακραίνω από τα οικεία και από την πεπατημένη. ฺBusiness as usual. Ας πούμε, η κανονική επιστήμη, κατά την ορολογία του Kuhn.

    Τον γραφειοκρατικό τρόπο εργασίας, ο Κίρκεγκορ τον χαρακτήριζε "δεν υπάρχεις" (you are not an existing individual). Από την άποψη ότι στο μέλλον θα κοιτάζεις προς τα πίσω τη ζωή σου και θα λες "πού πήγαν τα χρόνια;" (σαν τον τύπο στο Μάθε Παιδί Μου Γράμματα: έξι χρόνια, κι άλλα έξι χρόνια στο δημοτικό, κι έξι χρόνια στο γυμνάσιο, κι έξι χρόνια στο πανεπιστήμιο, κι έξι χρόνια στο διδακτορικό...το σύνολο τριάντα. Εγώ είμαι τριάντα έξι χρονών. Μου λείπουν άλλα έξι χρόνια. Τι γίναν αυτά; Ποιος τα πήρε;). Τον αυτοσχεδιαστικό τρόπο εργασίας, ο Κίρκεγκορ τον έλεγε: "είσαι ένας άνθρωπος που υπάρχει" (you are an existing individual). Από την άποψη ότι στο μέλλον θα σκέφτεσαι τη ζωή σου και θα λες vixi, "δεν μπορώ να το αρνηθώ, έζησα".

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αδερφέ, δεν ξέρω τούτο το φεγγάρι
Στης καρδιάς της άδειας τη φυρονεριά
Πούθε τάχει φέρει, πούθε τάχει πάρει
Φωτεινά στην άμμο, χνάρια σαν κεριά.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.