Τα Αγραφειοκρατικοποίητα

1. Εισαγωγή: Επιστήμη και Αριστερά
2. Ο Καρτουνίστικος Κόσμος 
3. Η Κατασκευή του Καρτουνίστικου Κόσμου 
4. Η Σουμεριακή Αδελφότητα

Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει κι εσείς, όμως οι άνθρωποι δεν πείθονται. Έτσι, απλά! Τα πιο ορθολογικά επιχειρήματα και τις πιο τεκμηριωμένες θέσεις να προβάλεις, αν ο άλλος δεν θέλει να πειστεί, δε θα πειστεί με τίποτα.

Α, ώστε το έχετε παρατηρήσει κι εσείς.

Δεν βγάζω την ουρά μου απ’ έξω. Κοιτάζω π.χ. παλιές συζητήσεις μου στο ίντερνετ, πριν 7 κι 8 χρόνια, και ντρέπομαι. Σε κάποιες περιπτώσεις ουσιαστικά δεν επρόκειτο να άλλαζα γνώμη ό,τι και να μου έλεγε ο άλλος. Τώρα το βλέπω, τότε δεν το καταλάβαινα. Ανησυχώ μήπως μετά από 8 χρόνια θα κοιτάζω τις τωρινές μου συζητήσεις και θα διαπιστώνω τα ίδια.

Για το πρόβλημα των ανθρώπων που δεν πείθονται υπάρχει η κλασική ορθολογική–αναλυτική προσέγγιση του Καρτέσιου, του Λάιμπνιτς (και της Σώτης), με όνειρο οι διαφωνίες σε όλα τα ζητήματα να γίνουν όπως οι διαφωνίες μεταξύ λογιστών. Θα πω πολύ περισσότερα γι’ αυτό σε επόμενη ανάρτηση. Εδώ θα παρατηρήσω απλώς ότι η ορθολογική–αναλυτική προσέγγιση δείχνει υπερβολικά συχνά να οδηγεί σε εξω-αναλυτικές, εξω-ορθολογικές διαλεκτικές: «Τότε μόνο οι διαφωνίες μεταξύ φιλοσόφων γίνονται ειλικρινείς, όταν κλιμακώνονται σε προσωπικές επιθέσεις και ύβρεις» – Τάκης Κονδύλης.

Η κλασική σκοπιά λοιπόν δεν μοιάζει ότι έλυσε το πρόβλημα. Μήπως υπάρχει και κάτι άλλο; Κάποια άλλη πλευρά να δούμε το θέμα, την οποία ο κλασικός στοχασμός παρέβλεψε εντελώς; Πιστεύω πως ναι. Ας ξεκινήσω από μια σχολή της Αναπτυξιακής Ψυχολογίας (Developmental Psychology), τις έρευνες του W. Perry και τους κατοπινούς ερευνητές που έχτισαν επάνω στη δουλειά του (κυρίως τους R. Kegan και King & Kitchener). Στην πορεία, θα φροντίσω να παρασυρθώ, μείνετε ήσυχοι.

Μέσα από χιλιάδες συνεντεύξεις με φοιτητές του Χάρβαρντ και σε βάθος πολλών χρόνων, ο Perry παρατηρούσε πώς αλλάζει η αντίληψή τους για τη φύση της γνώσης – και, συνακολούθως, για τις εφαρμογές της, τον τρόπο απόκτησής της, την επικοινωνία της. Αυτό που βρήκε ήταν ότι οι φοιτητές σε όλες τις κατευθύνσεις περνάνε από διάφορα στάδια με προβλέψιμο τρόπο. Συγκεκριμένα, ξεκινάνε την κολεγιακή και πανεπιστημιακή τους περιπέτεια με μια αντίληψη ως προς τη φύση της γνώσης που θα ονομάζαμε Ποζιτιβισμό: υπάρχουν σωστές απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, συνήθως κομψές, απόλυτες απαντήσεις μεγέθους twitter, και πολύ συχνά αυτές είναι Ναι ή Όχι, Καλό ή Κακό, Σωστό ή Λάθος (με κεφαλαία)• υπάρχει μια εξωτερική, αντικειμενική πραγματικότητα, την οποία παρατηρούμε ευθέως• αβεβαιότητα δεν υπάρχει, η γνώση είναι 100% σίγουρη• ο ρόλος του φοιτητή είναι να ξεσηκώσει τη γνώση από τις αυθεντίες που την κατέχουν, καθώς και από παρατηρήσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας• η εφαρμογή της γνώσης είναι μια ρουτίνα που γίνεται αποκλειστικά με συνταγές (τεχνικές, αλγόριθμους, μεθόδοι κ.λπ.)• όποιοι συμφωνούν μαζί μας είναι Σωστοί (και Καλοί Άνθρωποι), ενώ όποιοι διαφωνούν είναι Λάθος (και Κακοί Άνθρωποι).

Στην πορεία, οι φοιτητές αρχίζουν να βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά και προσεγγίζουν μια αντίληψη για τη φύση της γνώσης που θα ονομάζαμε Πραγματισμό – αναφέρομαι σ’ αυτό που έλεγε ο Pierce: «Επισκευάζουμε το καράβι εν πλω, σανίδα τη σανίδα, χωρίς ναυπηγείο». Λίγοι φοιτητές φτάνουν σ’ αυτό το επίπεδο. Θέλω όμως να τα δείξω όλα αυτά με παραδείγματα (όποιοι ενδιαφέρεστε για το θέμα, κλασικά συγγράματα εδώ είναι το Forms of Intellectual and Ethical Development in the College Years του Perry, το Developing Reflective Judgment των King & Kitchener, και το In Οver Οur Ηeads του R. Keegan):


(1) Αναγέννηση
Από το Learning to Make Reflective Judgments, της Patricia M. King, ένας πραγματικός διάλογος που κατέγραψε σε σχολική τάξη:

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Παιδιά, σήμερα θα συνεχίσουμε τη συζήτησή μας για την Αναγέννηση. Τι αξιοσημείωτη εποχή! Εμένα με καθήλωσε, ελπίζω κι εσείς να τη βρείτε ενδιαφέρουσα. Πριν αρχίσουμε, έχετε καμιά ερώτηση από το προηγούμενο μάθημα;

ΜΑΘΗΤΗΣ: Ναι, νομίζω πως τα παρακολούθησα όλα, όμως δεν μπορώ να βρω στις σημειώσεις μου πότε ξεκίνησε η Αναγέννηση.

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Πολύ καλή ερώτηση! Βλέπετε, η Αναγέννηση στη Βόρεια Ιταλία επικράτησε σε διαφορετική χρονική στιγμή και με διαφορετικά συμφραζόμενα απ’ ό,τι στον Νότο. Αυτό είναι σημαντικό επειδή–

ΜΑΘΗΤΗΣ (διακόπτοντας): Κύριε, ήθελα απλώς να απαντούσατε στην ερώτησή μου πριν αρχίσουμε το σημερινό μάθημα.

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Ναι. Προκειμένου να πούμε πότε ξεκίνησε η Αναγέννηση, είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι αυτή η αφύπνιση κάλυψε πολλές πλευρές στη ζωή των ανθρώπων τότε. Η επιστημονική Αναγέννηση και οι ιδέες του Λεονάρντο ντα Βίντσι είχαν τεράστια επίδραση, η οποία εμπλουτίστηκε από την καλλιτεχνική Αναγέννηση, με καλλιτέχνες όπως ο Μιχαήλ Άγγελος και–

ΜΑΘΗΤΗΣ (διακόπτοντας εκνευρισμένος): Κύριε! Πριν αρχίσουμε το σημερινό μάθημα, μπορείτε απλώς να μας πείτε πότε ξεκίνησε η Αναγέννηση;

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Στις 14 Απριλίου 1363.

ΜΑΘΗΤΗΣ: Ευχαριστώ, κύριε. Αυτό ήθελα να μάθω όλο κι όλο.

Ο μαθητής εδώ θέλει την «ουσία» της απάντησης, όχι τις άχρηστες «σάλτσες». Έχει κάνει συμβόλαιο με τη ζωή ότι όλα τα ερωτήματα έχουν απλές, κομψές απαντήσεις twitter. Δεν χωράει στην κοσμοθεώρησή του να πεις πολλά για να απαντήσεις μια ερώτηση, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα γι’ αυτόν• δεν μπορεί παρά να περιπλέκεις το ζήτημα, αυτό κάνεις – ή δεν ξέρεις κι εσύ τι θέλεις ή σου λείπει η αναλυτική ικανότητα ή κάνεις τα εύκολα δύσκολα ή... ο μαθητής θα βρει κάτι να πει, να είστε σίγουροι. Και σε καμία περίπτωση η στάση αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε μαθητές της δευτεροβάθμιας, π.χ. σχόλιο ενός φοιτητή στον καθηγητή του (από το College Student Development and Academic Life, σελ. 143): «Αντί να συζητάμε όλα αυτά τα θέματα, γιατί δεν μας λέτε τους πραγματικούς λόγους του Εμφυλίου Πολέμου;». Είναι ένα συμβόλαιο με τη ζωή από το οποίο όλοι περνάμε: όταν ένα ζήτημα σου παρουσιάζεται ασαφές και πολύπλοκο, ψάξε να βρεις την «ουσία» του (την ημερομηνία όπου ξεκίνησε η Αναγέννηση, τους πραγματικούς λόγους του Εμφυλίου Πολέμου) και παράτα τις άχρηστες «σάλτσες».


(2) Φοιτητές Οικονομικών
Ένα εκπαιδευτικό πείραμα από το Knowing Economic Theory, των Ilacqua & Prescott. Οι ερευνητές έθεσαν την ίδια άσκηση σε δύο ομάδες φοιτητών ενός κολεγίου: να μελετήσουν την αγορά των τοπικών πρατηρίων βενζίνης. Ήταν η πρώτη φορά που οι φοιτητές έκαναν μια ανοιχτή άσκηση, όχι ευθείες εφαρμογές της θεωρίας που διδάσκονταν. Ο τρόπος εργασίας δεν ήταν αυστηρά προσδιορισμένος – έπρεπε να ψάξουν για στοιχεία στο ίντερνετ, στη βιβλιοθήκη ή κάνοντας δικές τους έρευνες, ό,τι έκριναν οι ίδιοι, καθώς και να μοντελοποιήσουν τη συγκεκριμένη αγορά με βάση τα μοντέλα που διδάχθηκαν (τέλειος ανταγωνισμός, ολιγοπώλιο, μονοπωλιακός ανταγωνισμός κ.λπ.). Η μία ομάδα ήταν πρωτοετείς, σχετικά μικροί στην ηλικία, που παρακολουθούσαν το κανονικό πρόγραμμα του κολεγίου κυρίως τις πρωινές ώρες. Η άλλη ομάδα ήταν μεγαλύτεροι σε ηλικία, με περισσότερη βιοτική εμπειρία, και παρακολουθούσαν τα μαθήματα part-time τα απογεύματα καθότι δούλευαν τα πρωινά. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι πόσο διαφορετικά αντιμετώπισαν το πρόβλημα οι δύο ομάδες:

Μοντέλα: Οι Πρωινοί έψαχναν να βρουν ένα και μόνο οικονομικό μοντέλο για να εφαρμόσουν στη συγκεκριμένη αγορά. Οι περισσότεροι επέλεξαν το απλό μοντέλο προσφοράς-ζήτησης (“perhaps by default, perhaps it was popular wisdom” σελ. 373), ως πιο πιθανό να είναι το «σωστό» μοντέλο, ακόμα κι εκεί που δεν ταίριαζε με την κατάσταση που μελετούσαν. Γιατί; Γιατί έτσι, χωρίς γιατί. Διότι είχαν κάνει συμβόλαιο με τη ζωή ότι υπάρχουν πάντα απλές, κομψές απαντήσεις στα οικονομικά ερωτήματα, οι οποίες προκύπτουν από ευθείες εφαρμογές μοντέλων. Ο τρόπος που αιτιολογούσαν την εργασία τους ήταν με αναφορές σε αυθεντίες, «έτσι είπε ο τάδε».

Οι απαντήσεις των Νυχτερινών ήταν πολύ πιο σύνθετες. Η νόρμα στη δουλειά τους ήταν να συνδυάζουν διάφορα μοντέλα προσπαθώντας να βρουν την καλύτερη δυνατή ταύτιση με την οικονομική δραστηριότητα που παρατηρούσαν. Για παράδειγμα, καταλάβαιναν ότι τα πρατήρια στις εξόδους των μεγάλων αυτοκινητόδρομων συμπεριφέρονταν σαν μονοπώλια, αυτά στους δρόμους ήταν πολύ πιο ανταγωνιστικά στις τιμές τους, οπότε συνδύαζαν ιδιότητες και κριτήρια των μοντέλων, τα έκαναν υβριδικά, έψαχναν τις γκρίζες ζώνες στους ορισμούς ώστε να δουν τι περιθώριο είχαν για να παίξουν και να συνθέσουν.

Τεκμήρια: Οι Πρωινοί μάζεψαν στοιχεία επιμελώς αλλά τα παρουσίασαν χύμα, δεν τολμούσαν να τα αγγίξουν – σαν να είχαν κάποια μαγεία τα στοιχεία, όπου η παράθεσή τους και μόνο φτάνει. Επίσης, δεν αναγνώριζαν τα στοιχεία που μάζεψαν ως τεκμήρια για τα μοντέλα που πρότειναν. Δηλαδή, ένιωθαν σίγουροι για το μοντέλο, οπότε δεν το έβλεπαν σημαντικό να το στηρίξουν με τεκμήρια. Συμπεριέλαβαν και έρευνες τόσο μικρού δείγματος, που ήταν άχρηστες ως τεκμήριο. Ουσιαστικά, παρέθεσαν τεκμήρια περισσότερο σαν μπαχαρικά, διακόσμηση της δουλειάς τους.

Οι Νυχτερινοί μάζεψαν κι αυτοί στοιχεία επιμελώς. Επιπλέον, πήραν την πρωτοβουλία να τα αναλύσουν και να παρουσιάσουν τα συμπεράσματά τους. Δηλαδή, είχαν την επίγνωση ότι η γνώση δεν είναι αυτά καθαυτά τα στοιχεία, δεν έχουν κάποια μαγεία από μόνα τους• είναι το τι κάνεις με τα στοιχεία, τα συμπεράσματα που βγάζεις. Επίσης, είχαν πολύ καλύτερη επίγνωση ότι απλώνεσαι μέχρι εκεί που φτάνει το πάπλωμά σου: ήταν πρόθυμοι να θυσιάσουν την κομψότητα της τελικής απάντησης προκειμένου να μείνουν πιστοί στα διαθέσιμα στοιχεία. Στους Πρωινούς, αντίθετα, η κομψότητα δεν θυσιαζόταν με τίποτα – γιατί; Γιατί έτσι, χωρίς γιατί. Διότι είχαν κάνει συμβόλαιο με τη ζωή. Κι όσο για τα τεκμήρια, θα τα βολέψουμε κι αυτά.

Ευχαρίστηση: Και οι δύο ομάδες αντιμετώπισαν πρώτη φορά μια ανοιχτή άσκηση, χωρίς αυστηρά προσδιορισμένο τρόπο εργασίας και χωρίς ένα σίγουρο τελικό αποτέλεσμα (όπου άμα το βρεις είσαι σωστός κι αν όχι είσαι λάθος). Οι Πρωινοί συνολικά βόγγηξαν με την εμπειρία, δεν τους άρεσε καθόλου, ένιωθαν άβολα που δεν είχαν κάποια ξεκάθαρη συνταγή, μέθοδο κ.λπ. να εφαρμόσουν. Στις κατοπινές συνεντεύξεις μάλιστα, πολλοί προσπάθησαν να αποφύγουν και την ευθύνη, ότι δεν μας εξηγήσατε ξεκάθαρα τι έπρεπε να κάνουμε, αυτό φταίει που δεν τα πήγαμε καλά κ.λπ. (σελ. 376).

Οι Νυχτερινοί συνολικά γούσταραν την εμπειρία, τη βρήκαν ενδιαφέρουσα πρόκληση. Στις κατοπινές συνεντεύξεις, κάποιος είπε για «σχέση αγάπης-μίσους με την άσκηση», κάποιος άλλος σχολίασε ότι πλέον νιώθει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση να αντιμετωπίσει κι άλλα ζητήματα οικονομικών, κάποιος άλλος εξήγησε ότι ήταν ψημένος από τη ζωή, είχε συνηθίσει να χειρίζεται αβέβαιες καταστάσεις, στις οποίες δεν υπάρχουν συνταγές και πρέπει να πάρεις πρωτοβουλία.

Τελικά: Τελικά μπορούμε να πούμε ότι οι Πρωινοί είχαν πολύ... γραφειοκρατική αντίληψη για το τι είναι η γνώση και πώς αποκτάται. Ήθελαν πάντα να εφαρμόζουν κάποια συνταγή, μόνο έτσι το καταλάβαιναν. Ένιωθαν εφαρμοστές μοντέλων. Όπως ένας ιδανικός γραφειοκράτης, που ξέρει μόνο αυτό που λένε οι εντολές του προϊσταμένου, η εγκύκλιος από το Υπουργείο κ.λπ. ούτε εκατοστό παραπέρα. Μπορεί να είναι τέλειος στο να εφαρμόζει την εγκύκλιο, όμως τα χάνει όταν πρέπει να πάρει πρωτοβουλίες και να κρίνει ο ίδιος. Δεν υπάρχει στην κοσμοαντίληψή του αυτό. Το ίδιο και οι Πρωινοί. Αντιλαμβάνονταν τη γνώση και την απόκτησή της με πρότυπο τα έργα του Κάφκα. Οπότε γραφειοκρατικοποίησαν τα αγραφειοκρατικοποίητα.

Η λέξη-κλειδί εδώ πέρα είναι η λέξη ευθύνη. Ένας ιδανικός γραφειοκράτης έχει πάντα δικαιολογία: αυτό λέει η εγκύκλιος, αυτό λένε οι εντολές. Αντιλαμβάνεται το καθήκον του μόνο ως πιστή, άκριτη εφαρμογή των εντολών και της εγκυκλίου, οπότε πάντα μπορεί να αποφεύγει την προσωπική ευθύνη. Το ίδιο και οι Πρωινοί. Ακόμα και η αιτιολόγηση που έδιναν ήταν με αναφορές σε αυθεντίες, «έτσι είπε ο τάδε». Ακόμα και η ερμηνεία για την κακή επίδοσή τους ήταν η επίρριψη της ευθύνης στους καθηγητές, «εσείς φταίτε, δεν μας εξηγήσατε καλά την άσκηση».

Η Stella Baruk είχε κάνει ένα περίφημο πείραμα το 1985 σε δημοτικά σχολεία της Γαλλίας. Έθεσε στους μαθητές το πρόβλημα: «Ένα καράβι έχει 26 πρόβατα και 10 κατσίκια, πόσο χρονώ είναι ο καπετάνιος;». Εντυπωσιακά πολλά πιτσιρίκια, συνήθως η συντριπτική πλειοψηφία, απαντούσαν ότι ο καπετάνιος είναι 26 + 10 = 36 χρονών. Μπορεί να γελάμε με τα πιτσιρίκια, όμως το ίδιο ακριβώς έκαναν κι οι Πρωινοί. Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο και στις δύο περιπτώσεις: τόσο οι μεν όσο και οι δε είχαν κάνει συμβόλαιο με τη ζωή ότι όλες οι απαντήσεις προκύπτουν από ευθείες εφαρμογές συνταγών, από μια πεπατημένη γραφειοκρατική ρουτίνα. Δηλαδή, είχαν σκοπό να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα με τέτοιον τρόπο ώστε να μην αλλάξει τίποτα σ’ αυτούς πριν και μετά, καμία καινούργια κατανόηση, καμία καινούργια ενόραση. Γραφειοκράτης τέλειος και του κοσμάκη ο τρόμος.


(3) Πανεπιστημιακά Papers
Αυτή η γραφειοκρατική οχύρωση πίσω από τις αυθεντίες και τις συνταγές έχει αμέτρητες εκφάνσεις. Δείτε ένα διαφορετικό παράδειγμα από το Cognitive Development της R. Jackson. H συγγραφέας μεταφέρει ένα συχνό παράπονο βιβλιοθηκονόμων και καθηγητών σε αμερικάνικα πανεπιστήμια (ουσιαστικά, σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου) για τους φοιτητές τους, όταν αυτοί έχουν να γράψουν κάποιο paper:
«Θέλουν να βρουν ένα επιστημονικό άρθρο το οποίο θα γράψει το paper γι’ αυτούς. Δεν συνειδητοποιούν ότι πρέπει να διαβάσουν, να επιλέξουν και να συνθέσουν διάφορες πηγές για να στοιχειοθετήσουν τις ιδέες τους»
Αυτό που δεν συνειδητοποιούν οι φοιτητές είναι ότι έχουν προσωπική ευθύνη στην απόκτηση της γνώσης. Όταν κοπιάρεις ένα επιστημονικό άρθρο, έχεις πάντα κάτι να κρατιέσαι: «έτσι είπε ο τάδε» ή «εφάρμοσα την καθιερωμένη μέθοδο». Το κάνεις έτσι ώστε να έχεις πάντα δικαιολογία.


(4) Popper 
Μπορεί να γελάμε με τους Πρωινούς και τα πιτσιρίκια στα Δημοτικά της Γαλλίας, οι ίδιες όμως γραφειοκρατικές επιστημολογίες εκδηλώνονται και με πολύ πιο λεπτεπίλεπτους τρόπους. Το έχω βρει και στον Popper αυτό. Όπως ξέρετε, ο Popper ήταν πολύ ευαίσθητος στο θέμα του δογματισμού. Στο Normal Science and its Dangers (1977) σχολίαζε την κανονική επιστήμη (normal science, με την έννοια του Thomas Kuhn – υποθέτω ότι είστε εξοικειωμένοι με το έργο του Kuhn). Όπως ίσως μαντεύετε, ήταν πολύ αρνητικός σ’ αυτό το είδος επιστήμης και επιστήμονα• τον αποκαλεί “not-too-critical professional” και “science student who accepts the ruling dogma of the day” (η ύψιστη προσβολή για τον Popper) και “a person who ought to be sorry for” (σελ. 52) – βαριά κουβέντα, όμως είναι του Popper, όχι δική μου. Αυτό που με ενδιαφέρει εδώ είναι το σημείο στη σελ. 53:
Kuhn’s description of the ‘normal’ scientist vividly reminds me of a conversation I had with my late friend, Philipp Frank, in 1933 or thereabouts. Frank at that time bitterly complained about the uncritical approach to science of the majority of his Engineering students. They merely wanted to ‘know the facts’. Theories or hypotheses which were not ‘generally accepted’ but problematic, were unwanted: they made the students uneasy. These students wanted to know only those things, those facts, which they might apply with a good conscience, and without heart-searching. 
I admit that this kind of attitude exists; and it exists not only among engineers, but among people trained as scientists. 
O Popper το είχε πιάσει αυτό, ότι ο δογματικός έχει και μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη φύση της γνώσης. Την αντιλαμβάνεται με τέτοιον τρόπο ώστε να μην αφήνει περιθώριο για πρωτοβουλία και προσωπική κρίση (“with a good conscience and without heart-searching”). Οπότε, το μόνο καθήκον του είναι to know the facts. Όσο πιο πολλά τέτοια facts συσσωρεύσει, τόσο εξυπνότερος γίνεται• αν διαβάσει βιβλιοθήκες ολόκληρες, θα γίνει σοφός. Πάνω εκεί, αποφεύγει ό,τι μπορεί να του χαλάσει το όνειρο και να περιπλέξει τα πράγματα, να καταστρέψει τον καρτουνίστικο κόσμο που έχτισε (“theories or hypotheses which were not ‘generally accepted’ but problematic, were unwanted: they made the students uneasy”). Συνήθως τα βγάζει απ’ το μυαλό του και τα διαγράφει, έτσι απλά!

Μαζί με τον Popper, πιστεύω κι εγώ ότι αυτοί οι καρτουνίστικοι κόσμοι είναι διάχυτοι σε πολύ κόσμο, ακόμα κι αν φέρει τον τίτλο του «επιστήμονα» και του «ειδικού». Το πιστεύουν κι άλλοι, και μάλιστα κάτοχοι Νόμπελ. Για να μείνουμε στον χώρο των Οικονομικών, οι George Akerlof & Robert Shiller στο βιβλίο τους Animal Spirits (2009, μπορείτε να διαβάσε μια σύνοψη του βιβλίου εδώ), λένε ότι οι οικονομολόγοι τείνουν να βλέπουν τη λειτουργία της οικονομίας μέσα από καρτουνίστικες οπτικές: “The theories economists typically put forth about how the whole economy works are too simplistic” (σελ. 146). Υπάρχει κι εδώ κάτι από την αντίληψη των Πρωινών, που δεν θυσίαζαν με τίποτα την κομψότητα της τελικής απάντησης, ένιωθαν εφαρμοστές μοντέλων, παρέβλεπαν τις γκρίζες ζώνες ώστε να διατηρήσουν τον καρτουνίστικο κόσμο τους κ.λπ. Όχι τόσο χοντροκομμένα, βέβαια, αλλά ουσιαστικά είναι το ίδιο με αυτό που επισημαίνουν οι Akerlof & Shiller: η γραφειοκρατικοποίηση των αγραφειοκρατικοποίητων.

Στον Δράκο του Σβάρτς, ο περιπλανώμενος ιππότης Λάνσελοτ ετοιμάζεται να τα βάλει με τον δράκο που τρομοκρατεί μια μικρή πόλη. Δεν έχει όμως όπλα, οπότε ζητά από την πόλη να τον βοηθήσει:

ΔΗΜΑΡΧΟΣ: «Έκτακτη γενική συνέλευση επί του θέματος: παροχή όπλων στον κ. Λάνσελοτ. Απόφαση: θετική. Ψιτ, παιδιά! Φέρτε δω αυτά τα όπλα».

(Ακούγονται σάλπιγγες και μπαίνουν υπηρέτες. Ο πρώτος δίνει στον Λάνσελοτ μια μικρή λεκάνη με προσαρμοσμένα λουριά) 

ΛΑΝΣΕΛΟΤ: «Μα αυτή είναι λεκάνη από κουρείο!»

ΔΗΜΑΡΧΟΣ: «Α ναι, όμως την προβιβάσαμε σε κράνος. Κι αυτή η πιατέλα χρίζεται ασπίδα. Μην ανησυχείς. Τα πράγματα στην πόλη μας είναι υπάκουα και πειθαρχημένα. Θα διεκπεραιώσουν το καθήκον τους στο ακέραιο. Δυστυχώς, δεν έχουμε πανοπλίες στην αποθήκη... Έχουμε όμως ένα δόρυ». (Δίνει στον Λάνσελοτ ένα κομμάτι χαρτί). «Δια της παρούσης βεβαιούται ότι το δόρυ υπόκειται προσωρινώς σε διαδικασία προληπτικής συντήρησης – σφραγίδες, υπογραφές κ.λπ. Το μόνο που χρειάζεται είναι να παρουσιάσεις αυτή τη βεβαίωση στον κ. δράκο κατά τη διάρκεια της μάχης, κι όλα θα πάνε μια χαρά».


(5) Προσθετικά Τροφίμων
Πώς θα πρέπει να προσεγγίσουμε το θέμα αυτό του δογματισμού, που τόσο απασχολούσε και τον Popper; Δείτε πρώτα ένα παράδειγμα από το Structure and Content (2003) της Anna Kajanne, μια έρευνα σε Φινλανδούς με αντικείμενο το επίπεδο δογματισμού των ερωτώμενων. Το ζήτημα που τέθηκε ήταν: Έχουν υπάρξει αρκετές αναφορές για την ασφάλεια των τροφίμων με προσθετικά. Κάποιες έρευνες υποδεικνύουν ότι είναι καρκινογόνα. Κάποιες άλλες όμως δείχνουν ότι τα χημικά προσθετικά δεν είναι βλαβερά, κι ότι οι τροφές με προσθετικά είναι ασφαλείς (σελ. 176). Οι ερωτώμενοι έπρεπε να πουν και να αιτιολογήσουν τη γνώμη τους, να συζητήσουν για το θέμα, καθώς και να εξηγήσουν τα αντικρουόμενα πορίσματα των σχετικών επιστημονικών ερευνών. Δείτε πόσο διαφορετικά το αντιμετώπισαν (σελ. 180–184):

Δογματισμός. Στο εντελώς δογματικό επίπεδο, οι ερωτόμενοι απαντούσαν ως επί το πλείστον ότι τα προσθετικά τροφίμων είναι Βλαβερά (με βήτα κεφαλαίο). Συνήθως αναφέρονταν σ’ αυτά ως «ουσίες που δεν ταιριάζουν με το ανθρώπινο σώμα» ή «δηλητήρια που δεν είναι να τα τρώει κανείς». Ανέφεραν μόνο προσωπικές εμπειρίες ως τεκμήρια (π.χ. τάισα το μωρό με έτοιμες παιδικές τροφές και κατόπιν αυτό είχε κάποια αλλεργική αντίδραση). Όσο για τα διαφορετικά συμπεράσματα των ερευνών, αυτά οφείλονταν στο πείσμα των ειδικών, που επέμενε ο καθένας να υποστηρίζει τις δικές του έρευνες και δεν άλλαζε γνώμη με τίποτα.

Λιγότερος δογματισμός. Στο λιγότερο δογματικό επίπεδο, πάλι απαντούσαν σχεδόν όλοι ότι τα προσθετικά είναι Βλαβερά (με βήτα κεφαλαίο), αν και εδώ υπήρχε κάποιος κόσμος που καταλάβαινε ότι το θέμα δεν είναι τόσο απλό (παρατήρησε π.χ. ότι χωρίς προσθετικά, οι τροφές θα χαλούσαν γρήγορα). Αναφέρονταν σ’ αυτά ως «τεχνητά πράγματα που δεν είναι υγιεινά» ή ως «χημικά που δεν είναι παιχνίδια». Τα τεκμήρια και εδώ ήταν οι προσωπικές εμπειρίες, ενώ οι ερωτόμενοι αδιαφορούσαν για τα πορίσματα των επιστημονικών ερευνών, με ιδέες όπως: «ούτως ή άλλως τα προσθετικά είναι παντού και δεν μπορεί να τα αποφύγει κανείς» ή «θα ήταν μεγάλος μπελάς να βρει κανείς τι περιέχουν όλες οι τροφές» κ.α.

Οι έρευνες έφταναν σε αντικρουόμενα συμπεράσματα διότι το θέμα ήταν ούτως ή άλλως δύσκολο, και διότι διαφορετικοί ειδικοί είχαν και διαφορετικό υπόβαθρο (π.χ. άλλο να προέρχεται κάποιος από τη βιολογία κι άλλο από τη χημεία). Εδώ ο κόσμος άρχισε να βλέπει τους ειδικούς ως φορείς ιδεολογιών. Το χαρακτηριστικό σ’ αυτό το επίπεδο ήταν η μοιρολατρεία, η ανημπόρια, με έννοιες όπως: «οι αγρότες ούτως ή άλλως βάζουν δηλητήρια (= λιπάσματα) στα χωράφια, κι αυτά τελικά επηρεάζουν τα ψάρια στο νερό και τα σκουλήκια στο χώμα» κι άλλοι τρόποι για να δείξουν πως ό,τι και να κάνει κανείς, δεν μπορεί να γλιτώσει (π.χ. αναφορές σε ραδιενέργεια, βαρέα μέταλλα). Η πλειοψηφία των ερωτόμενων έβλεπε έναν λιακοπουλισμό, «κάνουν τους ανθρώπους πειραματόζωα».

Ακόμα λιγότερος δογματισμός. Οι απόψεις εδώ ήταν πολύ πιο μοιρασμένες. Υπήρχαν διάφοροι που έλεγαν ότι τα προσθετικά είναι Βλαβερά (με βήτα κεφαλαίο), άλλοι ότι είναι Ασφαλή (με άλφα κεφαλαίο), άλλοι ότι είναι και τα δύο, κι άλλοι που έλεγαν ότι δεν πρέπει να τα δούμε ούτε ως Βλαβερά (με κεφαλαίο βήτα) ούτε ως Ασφαλή (με κεφαλαίο άλφα). Υπήρχε πάντως η αναγνώριση ότι το θέμα είναι πολύπλοκο και δεν έχει εύκολες απαντήσεις, ούτε 100% σιγουριά.

Οι επιστημονικές έρευνες έφταναν σε διαφορετικά πορίσματα επειδή είχε σημασία ο τρόπος που γινόταν η κάθε μία, κι επειδή διαφορετικές έρευνες τόνιζαν και διαφορετικές πλευρές του ζητήματος. Επίσης, επειδή οι συνθήκες των ερευνών ήταν διαφορετικές από τις συνθήκες της πραγματικότητας. Εδώ δεν υπήρχε πλέον η προσωπική εμπειρία ως τεκμήριο, όμως ούτε και η επιστημονική έρευνα. Το χαρακτηριστικό αυτού του επιπέδου ήταν ο σχετικισμός, με απόψεις όπως π.χ. «οι έρευνες μπορούν να δείξουν ό,τι θέλεις» ή «δεν υπάρχει σωστό και λάθος σ’ αυτά τα θέματα».

Αντι-δογματισμός. Κι εδώ οι απόψεις ήταν μοιρασμένες. Οι ερωτόμενοι τόνιζαν ότι δεν είναι εύκολο να δώσεις μια σύντομη απάντηση («Ασφαλή ή Βλαβερά») διότι τα προσθετικά τροφίμων δεν είναι κάτι ενιαίο και μονολιθικό, υπάρχουν διαφορετικές ουσίες και σε διαφορετικές δόσεις, άλλο η μια περίπτωση κι άλλο η άλλη. Έβλεπαν το θέμα ως κάτι στο οποίο πρέπει, κατά περίπτωση, να ζυγίσεις το όφελος με το κόστος, παρά ως κάτι που επιδέχεται μια γενική απάντηση.

Οι έρευνες έφταναν σε διαφορετικά πορίσματα κυρίως επειδή οι ειδικοί είχαν και διαφορετικό υπόβαθρο. Σε αντίθεση όμως με όλους τους προηγούμενους, οι ερωτώμενοι αυτό δεν το έβλεπαν αναγκαστικά ως πρόβλημα. Έλεγαν ότι πολλές απόψεις μπορούν να υποστηριχτούν επιστημονικά, όμως σε διαφορετικά συμφραζόμενα είναι και διαφορετική η βαρύτητα της κάθε μιας. Οι ερωτώμενοι επίσης ήταν ανοιχτοί και σε άλλες απόψεις, πέρα από τη δική τους. Υπήρχε η επίγνωση ότι το θέμα είναι τόσο σύνθετο ώστε δεν υπάρχει η Έρευνα που θα δώσει την Απάντηση: παίζουν ρόλο κι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες, οι οποίες θα γίνουν ορατές μόνο μετά από πολλά χρόνια ή δεκαετίες• παίζουν ρόλο και διάφορα περιβαλλοντικά θέματα, στα οποία τα προσθετικά τροφίμων συμβάλλουν θετικά (π.χ. τεχνητά γλυκαντικά έναντι φυσικής ζάχαρης)• παίζουν ρόλο και οι σύγχρονες μέθοδοι συντήρησης (ψυγεία και καταψύκτες), που καθιστούν αχρείαστα πολλά προσθετικά• παίζει ρόλο ότι κάποια προσθετικά μπορούν να είναι έως και ωφέλιμα για τον οργανισμό (π.χ. μαγνήσιο, ιχνοστοιχεία)• παίζει ρόλο κι ότι ούτως ή άλλως εκτιθέμεθα σε διάφορες χημικές ουσίες είτε το θέλουμε είτε όχι (π.χ. αλουμίνιο, νικοτίνη) κ.α.

Όλα τα παραπάνω δεν οδηγούσαν στον σχετικισμό αλλά στην έμφαση της προσωπικής ευθύνης του καθενός: «Παρόλα αυτά, έχουμε επιλογή γι’ αυτό που τρώμε». Επίσης, και στην έμφαση της κοινωνικής ευθύνης, με απόψεις όπως ότι το θέμα είναι σοβαρό, έχει να κάνει με την πρόνοια για το μέλλον, ότι ο κόσμος πρέπει να περιορίσει την ακατάσχετη χρήση τροφίμων με προσθετικά και οι κυβερνήσεις πρέπει να επιβάλουν όρια, καθώς κι ότι ο Τύπος τείνει να δημοσιεύει αναξιόπιστες και εντυπωσιοθηρικές ειδήσεις.

Υπάρχουν κάποια στοιχεία τα οποία συναντήσαμε και προηγουμένως:

- Όσο περισσότερο δογματικός, τόσο τείνεις να βλέπεις τα πράγματα ασπρόμαυρα, ξεκάθαρα, σαφή, και τα ερωτήματα να απαντιούνται με απαντήσεις twitter. Αβεβαιότητα δεν υπάρχει, όλα είναι 100% σίγουρα. Όσο λιγότερο δογματικός, τόσο τείνεις να βλέπεις τα θέματα πολυδιάστατα και την αβεβαιότητα πραγματική, οπότε δεν μπορείς εύκολα να δώσεις απόλυτες ή τελειωτικές απαντήσεις.

- Όσο περισσότερο δογματικός, τόσο τείνεις να βλέπεις Καλούς και Κακούς ανθρώπους (οι πεισματάρηδες ειδικοί, που επιμένουν στις έρευνές τους και δεν αλλάζουν γνώμη). Όσο λιγότερο δογματικός, τόσο τείνεις να βλέπεις φορείς ιδεολογιών (ειδικοί που έχουν ένα συγκεκριμένο υπόβαθρο κι έναν συγκεκριμένο τρόπο να βλέπουν το θέμα).

- Το πιο σημαντικό: όσο περισσότερο δογματικός, τόσο βλέπεις τα πράγματα έτσι ώστε εσύ να μην έχεις ευθύνη. Βρίσκεις πάντα δικαιολογία, το μόνο εύκολο: τα προσθετικά είναι παντού και δεν μπορεί να τα αποφύγει κανείς, ούτως ή άλλως οι αγρότες ραντίζουν δηλητήρια που επηρεάζουν τα πάντα, μας έχουν κάνει πειραματόζωα κ.λπ. Όσο λιγότερο δογματικός, τόσο περισσότερο νιώθεις ότι έχεις ευθύνη, και το γουστάρεις κιόλας που έχεις ευθύνη! Διότι είναι μια απελευθέρωση. Δεν είσαι μαριονέτα ή πιόνι, έχεις περιθώριο να πράξεις, να επιλέξεις, να αποφασίσεις εσύ ο ίδιος για τη ζωή σου.

Σας θυμίζει κάτι όλη αυτή η συζήτηση; Ναι, σωστά, τους ναζί στη δίκη της Νυρεμβέργης, που δικαιολογούσαν τα εγκλήματά τους με το: «μα εκτελούσα εντολές!». Τις παρατηρήσεις της Χάνα Αρέντ από τη δίκη του Άιχμαν (The Banality of Evil), o οποίος δεν έδειχνε να νιώθει καμία ευθύνη για τα εγκλήματά του διότι «έκανε απλώς τη δουλειά του», «ούτε μισούσε τους Εβραίους ούτε τίποτα, απλά υπάκουε σε διαταγές». Τα γνωστά πειράματα του Milgram, στα οποία ακόμα και απλοί, καθημερινοί άνθρωποι μπορούσαν να γίνουν βασανιστές, αρκεί κάποιος άλλος να έπαιρνε την ευθύνη. Φυσικά, τα παραδείγματα που συζητώ δεν είναι, σε καμία περίπτωση, τόσο τραγικά. Εξάλλου, αφορούν επιστημολογικές αντιλήψεις για τη φύση της γνώσης. Από την άλλη όμως, προσέξατε πόσο πολύ εμπλέκεται το επιστημολογικό με το ηθικό στοιχείο στα παραπάνω παραδείγματα; Αυτό το είχε παρατηρήσει και ο W. Perry στις έρευνές του με τους φοιτητές του Χάρβαρντ, που ανέφερα στην εισαγωγή, ήδη από τη δεκαετία του ‘60. Όσο πιο ποζιτιβιστική η αντίληψη του φοιτητή για τη φύση της γνώσης (100% σιγουριά, δεν υπάρχει αβεβαιότητα, κομψές απαντήσεις twitter, οχύρωση πίσω από αυθεντίες και συνταγές, ευθείες παρατηρήσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας κ.λπ.), τόσο πιο πολύ αυτός αρνιόταν την αντίθετη άποψη, την απέρριπτε εξολοκλήρου, την έβλεπε ως εχθρό που πρέπει να νικήσει. Όσο πιο πραγματιστική η αντίληψη του φοιτητή για τη φύση της γνώσης («επισκευάζουμε το καράβι εν πλω, σανίδα τη σανίδα, χωρίς ναυπηγείο»), τόσο πιο πολύ αυτός καλοδεχόταν την αντίθετη άποψη, δεν ένιωθε ότι τον απειλούσε – έως και την επιζητούσε ακόμα.


(6) Τα Μπλε Παράθυρα (τζαζ διασκευή)



Το τζαζ κουαρτέτο της Λητώς Βογιατζοπούλου διασκευάζει τα Μπλε Παράθυρα του Μάρκου. Όλα τα λεφτά είναι ο λυρατζής. Ο οποίος πρωτοπιάνει τη μελωδία στο 0:24 και την παίζει ικανοποιητικά, συμβατικά, τυπικά. Είμαστε ακόμα στον γραφειοκρατικό κόσμο των Πρωινών. Ξαναπιάνει τη μελωδία στο 0:59 και, ουσιαστικά, την επαναλαμβάνει, προσθέτει απλώς μερικές πινελιές εδώ κι εκεί. Συνεχίζει πεισματικά στο 1:22, όμως τίποτα δεν αλλάζει. Έχει σκοπό να παραμείνει ο ίδιος μουσικός πριν και μετά την εκτέλεση. Στην τέταρτη επανάληψη, στο 1:46, ο λυρατζής προσπαθεί να σπάσει τη φόρμα. Στην πέμπτη επανάληψη, στο 2:09, αρχίζει κι απογειώνεται, δεν κρατιέται. Στην έκτη επανάληψη, στο 2:33, ακούμε καταπληκτικό αυτοσχεδιασμό, από αυτούς που δεν επαναλαμβάνονται ούτε παραγγέλνονται. Είμαστε πλέον στον πλούσιο κόσμο των Νυχτερινών. Στα αγραφειοκρατικοποίητα. Στην έβδομη επανάληψη, στο 2:55, ο λυρατζής κεντάει, ό,τι ακούμε από κει και πέρα είναι χρυσός 24 καρατίων. Όχι μόνο ξέφυγε από τον κόσμο των Πρωινών αλλά το απολαμβάνει κιόλας. Η όγδοη επανάληψη, στο 3:18, δεν είναι επανάληψη, κάτι καινούργιο έχει γεννηθεί. Ο λυρατζής πλέον το γλεντάει, μας κάνει και πλάκα! Ουσιαστικά τώρα κρατάει στα χέρια του το μυστικό της δημιουργίας του σύμπαντος – αν θέλει, μπορεί να καταστρέψει τον κόσμο με μια δοξαριά, του είμαστε ευγνώμονες που ζούμε ακόμα. Στην ένατη απανάληψη, στο 3:41, ο λυρατζής αρχίζει να ξεκουράζεται από το τσουνάμι αδρεναλίνης στο σύστημά του. Το ίδιο και στη δέκατη επανάληψη, στο 4:04, το δίνει στο πιάνο και στα άλλα όργανα. Πλέον δεν είναι ο ίδιος μουσικός, κάτι έχει αλλάξει, είναι ένα διαφορετικό ον.

Κάτι άλλο που παρατηρώ πολύ συχνά είναι ότι αυτοί που ζούνε στον γραφειοκρατικό κόσμο των Πρωινών, τείνουν επίσης να είναι ασεξουαλικοί και πουριτανοί. Ενώ αυτοί που ζούνε στον πλούσιο κόσμο των Νυχτερινών συνήθως έχουν και πρωτογενές πλεόνασμα σεξουαλικότητας. Δεν έχω ιδέα γιατί συμβαίνει αυτό (δηλαδή έχω αλλά δεν την λέω). Το αναφέρω ως παρατήρηση.


(7) Σώτη 
Ξαναδείτε τώρα τη φράση της Σώτης από εκείνη την παλαιότερη ανάρτηση: «το σωστό είναι σωστό και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει» (ή το αντίστοιχο όνειρο του Λάιμπνιτς: τι καλά όλες οι διαφωνίες για όλα τα ζητήματα να ήταν σαν τις διαφωνίες μεταξύ λογιστών...). Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να τη διαβάσουμε διαφορετικά;

Φυσικά και μπορούμε! «Δεν ξέρω τίποτα, κύριέ μου, αυτό λέει η εγκύκλιος από το Υπουργείο, τελεία και παύλα». Παρατηρήστε στα παραπάνω παραδείγματα ότι όσο λιγότερο δογματικός είναι κάποιος, τόσο τείνει να βλέπει τα θέματα πολυδιάστατα και πλούσια, ώστε να επιδέχονται ποικιλία απόψεων, οπτικών, χωρίς να είναι αναγκαστικά η μία «σωστή» και η άλλη «λάθος». Και χωρίς αυτό να οδηγεί στον σχετικισμό. Αντίθετα, όσο περισσότερο δογματικός, τόσο τείνει να βλέπει ότι για τα πάντα υπάρχουν ξεκάθαρες συνταγές, μέθοδοι, αλγόριθμοι, τεχνικές κ.λπ. (τα επιστημολογικά αντίστοιχα της εγκυκλίου από το Υπουργείο). Οπότε η απόκτηση της γνώσης γι’ αυτόν ταυτίζεται με μια γραφειοκρατική ρουτίνα, business as usual. Πράγματι, σε μια γραφειοκρατία το σωστό είναι αυτό που λέει η εγκύκλιος και κανείς δεν μπορεί να σου πει τίποτα.

Θυμηθείτε και το άλλο που έλεγε η Σώτη: «Πουθενά δεν υπάρχει περισσότερη δικαιοσύνη από τις φυσικές επιστήμες». Πολύ καλό. Πιάνει και τον κρίσιμο παράγοντα, ο οποίος είναι ηθικός. Δηλαδή, στην καρικατούρα που έχει στο μυαλό της η Σώτη για τις φυσικές επιστήμες, μπορείς πάντα να αποφεύγεις την ευθύνη κατά την απόκτηση της γνώσης. Η Σώτη το λέει «δικαιοσύνη», ο Popper το λέει with good conscience and without heart-searching. Σ’ αυτήν την καρικατούρα φυσικών επιστημών, φυσικά και υπάρχει η «δικαιοσύνη» του Ανιάν από τον Μικρό Νικόλα, του καλού μαθητή που αντιλαμβάνεται το καθήκον του μόνο να μάθει τέλεια το μάθημα, τίποτα περισσότερο.

Δεν θέλω όμως να αδικήσω τη Σώτη. Το παραδέχομαι, περιγράφει πολύ σωστά τις φυσικές επιστήμες και τους φυσικούς επιστήμονες. Πολύ φοβάμαι όμως, αυτούς για τους οποίους ο Popper παρατηρούσε: I admit that this kind of attitude exists; and it exists not only among engineers, but among people trained as scientists … A person who ought to be sorry for.

Υπάρχει όμως μία ακόμα διάσταση στο θέμα αυτό του δογματισμού. Παρατηρήστε στα παραπάνω παραδείγματα ότι οι διάφοροι δογματικοί είχαν και τυφλά σημεία. Οι Πρωινοί π.χ. ένιωθαν τόσο σίγουροι για το μοντέλο που διάλεγαν, ώστε ουσιαστικά δεν το στήριζαν με στοιχεία – και δεν το καταλάβαιναν, τους μεθούσε η σιγουριά. Το ίδιο και οι δογματικοί Φινλανδοί, κι αυτούς τους μεθούσε η σιγουριά. Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

Μη χάσετε την επόμενη Υ – ΠΕ – ΡΟ – ΧΗ ανάρτηση! Θα έχει και X-Files! 

to be continued

Η Σουμεριακή Αδελφότητα

1. Εισαγωγή: Επιστήμη και Αριστερά
2. Ο Καρτουνίστικος Κόσμος
3. Η Κατασκευή του Καρτουνίστικου Κόσμου

O μέγας Φίλιπ Χοσέ Φάρμερ έγραψε ένα χιουμοριστικό διηγηματάκι ΕΦ, «Ο Σουμεριακός Όρκος» (μπορείτε να το διαβάσετε εδώ στα αγγλικά), στο οποίο όλοι οι γιατροί του κόσμου είναι μέλη μιας κρυφής αδελφότητας. Ο κάθε τελειόφοιτος Ιατρικής ανακαλύπτει την ύπαρξή της λίγο πριν ορκιστεί. Τότε τον πλησιάζουν οι παλαιότεροι γιατροί και του αποκαλύπτουν ότι πριν δώσει δημόσια τον όρκο του Ιπποκράτη – όπου θα υποσχεθεί τόσα ωραία πράγματα, δεν θα βλάψει τον ασθενή, δεν θα χρηματιστεί κ.λπ. – θα πρέπει προηγουμένως να δώσει έναν άλλο όρκο, εντελώς διαφορετικό, σε μια μυστική σύναξη της αδελφότητας. Αφήνεται στον αναγνώστη να εικάσει το περιεχόμενο του άλλου όρκου. Και στο μέλλον δεν θα μετράνε καθόλου όλα τα ωραία που θα υποσχεθεί δημόσια στον όρκο του Ιπποκράτη, ο άλλος όρκος είναι ισχυρότερος διότι είναι αρχαιότερος, είναι Σουμεριακός όρκος...

Λοιπόν, το διηγηματάκι είναι αληθινό. Η Σουμεριακή αδελφότητα πράγματι υπάρχει – όχι όμως από γιατρούς, αλλά από φυσικούς επιστήμονες. Ο καθένας τους κρατά κρυφό το Μυστικό της αδελφότητας, το προστατεύει από μας, τους απέξω: ότι τα εργαστηριακά πειράματα δεν είναι μπαμ και κάτω ούτε αυτόματες εφαρμογές συνταγών («μαθηματικά αλγοριθμικές διαδικασίες», που έλεγε σαρκαστικά κι ο Vagelford σε σχόλιο προηγούμενης ανάρτησης). Αντίθετα, εκεί που τελειώνουν οι συνταγές, εκεί αρχίζει το πραγματικό πείραμα! Το οποίο περιλαμβάνει πολύ (μη-αλγοριθμικό) ψάξιμο, σκάλισμα, επινοητικότητα και φυσικά ατέλειωτες δοκιμές. Κάτι κοντά στο «τέχνη» ή το «μαστοριά», όπως έλεγε ο Polanyi. Eπισκευάζεις το καράβι εν πλω, σανίδα τη σανίδα, χωρίς κάποιο ναυπηγείο να κρατηθείς, όπως έλεγε ο Pierce.

Έχω όμως την υποψία πως ούτε οι προπτυχιακοί φοιτητές υποψιάζονται την ύπαρξη του Μυστικού!

Διότι η Σουμεριακή αδελφότητα μυεί τους νεόφυτους μόνο αν αυτοί φτάσουν σε διδακτορικό επίπεδο. Τότε μόνο γίνονται μέλη του κλαμπ. Κι αυτό γιατί σε πάρα πολλά πανεπιστήμια (μήπως σε όλα;), η εργαστηριακή εμπειρία των προπτυχιακών είναι σκηνοθετημένη: οι φοιτητές εκτίθενται μόνο σε προσεκτικά επιλεγμένα και υψηλά ελεγχόμενα πειράματα από τους καθηγητές τους, σε χιλιοπερπατημένες εργαστηριακές διαδικασίες που είναι γνωστό ότι συμπεριφέρονται ομαλά, οι οποίες τους δίνουν την πεποίθηση ότι οι διαδικασίες της επιστήμης είναι κομψές και εύρυθμες μέσα σ’ έναν προβλέψιμο κόσμο. Όπως θρυλείται για τον Ποτέμκιν, που καλλώπιζε τις προσόψεις των σπιτιών ώστε να περάσει αργότερα η τσαρίνα και να τα δει όλα όμορφα, το ίδιο και οι προπτυχιακοί φοιτητές: δεν κάνουν πραγματικά πειράματα, κάνουν πειράματα Ποτέμκιν.

Κατόπιν, κάποιοι λίγοι από αυτούς συνεχίζουν σε διδακτορικό. Κι εκεί παθαίνουν σοκ... Ανακαλύπτουν ότι τα πραγματικά πειράματα είναι εντελώς διαφορετικά από ό,τι νόμιζαν• ότι το ερευνητικό εργαστήριο δεν έχει σχέση με το προπτυχιακό εργαστήριο. Κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, όλα συμπεριφέρονταν καλά, όλα ήταν εφαρμογές συνταγών, όλα ήταν Ποτέμκιν: κομψά, προβλέψιμα, επαναλαμβανόμενα και καρτουνίστικα. Στα πραγματικά εργαστήρια όμως, τίποτα δεν συμπεριφέρεται όπως πρέπει, το στάνταρ αποτελέσμα κάθε πειραματικής δοκιμής είναι η αποτυχία, και κατόπιν πάλι αποτυχία, και πάλι αποτυχία, και πάλι αποτυχία, και πάλι...

Αυτό το έχω ακούσει από πολύ κόσμο στις φυσικές επιστήμες: «τα πειράματα στο διδακτορικό μου δεν είχαν καμία σχέση με αυτά των σπουδών μου». Παλιότερα νόμιζα ότι ήταν χαρακτηριστικό μόνο των ελληνικών πανεπιστημίων, όμως τελικά πρέπει να είναι οικουμενικό φαινόμενο: οι προπτυχιακές σπουδές είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε να δίνουν στον φοιτητή μια διαφορετική εικόνα για την επιστήμη από αυτό που πραγματικά είναι. Η εμπειρία του προπτυχιακού φοιτητή είναι σαν ένα τουρ πολυτελείας• ο τουρίστας που έρχεται στην Ελλάδα, μένει στον Αστέρα, πάει μια βόλτα στην Ακρόπολη, τρώει ένα βράδυ στην Πλάκα και φεύγει, δεν μπορούμε να πούμε ότι ξέρει την Αθήνα. Μόνο που οι προπτυχιακοί φοιτητές των φυσικών επιστημών μένουν με την εντύπωση πως αυτό ακριβώς είναι η Αθήνα: Ακρόπολη + Αστέρας + Πλάκα! Δείτε στο Doctoring Uncertainty: Mastering Craft Knowledge των Delamont & Atkinson, 2001, συνεντεύξεις με 29 διδακτορικούς φοιτητές βιοχημείας, 21 διδακτορικούς φοιτητές γεωλογίας, καθώς και με τους επιβλέποντές τους:

(1) Οι διδακτορικοί παθαίνουν σοκ όταν διαπιστώνουν ότι τα πραγματικά πειράματα δεν έχουν σχέση με τα πειράματα Ποτέμκιν που έκαναν προπτυχιακά:

“The first thing I had to do was make an RNA and I kept failing. It took me three months before it started working. The thing about biochemistry is that often nothing works ... It came as a big shock to me that nothing worked” (σελ. 89)
Αυτό το reality shock που περιγράφει ο φοιτητής είναι σαν τη μετάβαση από τις ταινίες του Χόλιγουντ στην πραγματική ζωή. Στις ταινίες ξέρεις ότι θα υπάρχει happy end, ότι τελικά οι καλοί θα κερδίσουν, οι κακοί θα χάσουν κι ο ήρωας θα πάρει το κορίτσι. Το ξέρεις αυτό από την αρχή, σαν να έχεις κάνει συμβόλαιο με τον σκηνοθέτη. Όμως στην πραγματική ζωή δεν έχεις κανένα τέτοιο συμβόλαιο (στην πραγματική ζωή δεν ξέρεις συνήθως ούτε ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί, ούτε αν εσύ ανήκεις στους πρώτους). Λέει ένας άλλος φοιτητής όταν ανακάλυψε ότι στα πραγματικά πειράματα δεν έχεις κανένα συμβόλαιο:
“It's not something which you are really aware of beforehand ... It's that it is suddenly for real. You're not playing any more but that it's completely open-ended and there is no guarantee that it's going to work. It's three years of your life and it could easily go down the toilet” (σελ. 90) 
Κάτι παρόμοιο και με τους προπτυχιακούς φοιτητές γεωλογικών επιστημών: συνήθως επισκέπτονται «κλασικές» τοποθεσίες με ευδιάκριτη και εκτεθειμένη στρωματογραφία, ώστε να βρουν τα πράγματα έτσι ακριβώς όπως απεικονίζονται στα βιβλία τους (textbook cases). Λέει ένας φοιτητής γεωλογίας όταν διαπίστωσε στο διδακτορικό ότι οι πραγματικές έρευνες πεδίου δεν είναι σαν τον κόσμο της Σώτης:
“The first time I was there, it's very different to any other field that I've worked in. I mean I'd been on lots of field trips and so on. This is very, very different, in that it took a long time to actually – just to get my eyes to be able to see things in the rocks that you are meant to see” (σελ. 90-91)
(2) Η εργαστηριακή εμπειρία των προπτυχιακών είναι σκηνοθετημένη. Προμελετημένη, καρφωτή και δουλεμένη. Οι προπτυχιακοί φοιτητές, ουσιαστικά, παίζουν, δεν κάνουν πραγματικά πειράματα:
“At under-graduate level the experiments are designed to work, that's why they're chosen” (σελ. 91) 
Λέει κι ένας άλλος φοιτητής, όταν διαπίστωσε ότι η Αθήνα δεν είναι Αστέρας + Ακρόπολη + Πλάκα, όπως νόμιζε προπτυχιακά:
“Actually, day-to-day at the bench everything I'd learned as an under-graduate was completely unrelated to what it was actually like to do those things at the bench” (σελ. 91)
(3) Ο φοιτητής στο διδακτορικό του διαπιστώνει ότι αυτό που κάνει τελικά περιέχει κάποιο στοιχείο που θα το ονομάζαμε «τέχνη» ή «μαστοριά». Οι βιοχημικοί, συγκεκριμένα, διαπίστωσαν ότι για να κάνουν πραγματικά πειράματα, δεν φτάνουν οι εφαρμογές συνταγών. Το πείραμα αρχίζει από εκεί που τελειώνουν οι συνταγές, απαιτεί κι άλλες δεξιότητες, τις οποίες δεν διδάχθηκαν ούτε υποψιάστηκαν στις προπτυχιακές σπουδές. Λέει ένας μεταδιδακτορικός:
Αυτοί που πιάνουν τα χέρια τους στον πάγκο (= are good at the bench), παίρνουν ένα πειραματικό πρωτόκολλο, το γυρνάν από δω, το γυρνάν από κει, το πασπατεύουν, παίζουν μαζί του, στο τέλος όμως το κάνουν να δουλέψει. Αλλονών τα χέρια δεν πιάνουν καθόλου. Είναι μια τέχνη, και είναι σχεδόν αδύνατο να διδαχθεί. Αυτοί που τα χέρια τους πιάνουν στον πάγκο, μοιάζει να τα κάνουν όλα λάθος κι όμως τα πειράματά τους δουλεύουν. Και άλλοι μοιάζει να τα κάνουν όλα τέλεια όμως τίποτα δεν δουλεύει. Είχαμε έναν τύπο παλιά εδώ, τον λέγαμε: ο Καουμπόης. Τα πειράματά του πάντα δούλευαν (σελ. 100)
Το να είσαι καουμπόης του πάγκου – δηλαδή, να πάρεις ένα πειραματικό πρωτόκολλο, να το γυρίσεις από δω, από κει, να παίξεις μαζί του, να δοκιμάσεις διάφορα – δεν είναι σοβαρός επιστημονικός όρος. Δεν διδάσκεται ευθύγραμμα. Ακόμα κι αυτοί που το ‘χουν, δεν μπορούν να το βάλουν εύκολα σε λόγια, όσο κι αν το θέλουν. Απαιτεί εμπειρία. Κι όμως, φαίνεται ότι είναι αυτή ακριβώς η ποιότητα που διαχωρίζει τους προπτυχιακούς από τους πραγματικούς επιστήμονες! Τα πειράματα Ποτέμκιν από τα πραγματικά πειράματα. Λέει γι’ αυτό ένας φοιτητής γεωλογικών επιστημών:
Σου δίνει αυτοπεποίθηση. Έτσι ώστε αν σου πουν να κάνεις έρευνα σε κάτι για το οποίο δεν ξέρεις τίποτα, θα έχεις τουλάχιστον μια ιδέα για το πώς να δουλέψεις. Σου δίνει εμπειρία, πράγματα που δεν μπορείς να μάθεις παρά μόνο από την εμπειρία. Και σε βοηθά να κατακτήσεις τις τεχνικές, κάτι που είναι σημαντικό (σελ. 102)
Όλα αυτά δεν θα με πείραζαν. Δεν έχω τίποτα με το «μαστοριά» ή το «τέχνη» ή το «μαθητεία», δεν απαιτώ από μια γνώση να έχει οπωσδήποτε την ακριβή σφραγίδα της «επιστήμης» προκειμένου να είναι αξιόπιστη. Το θέμα μου είναι ότι όλα τα παραπάνω κρύβονται κάτω από το χαλί, οπότε δημιουργείται έτσι μια Σουμεριακή αδελφότητα. Την ανακαλύπτουν μόνο οι διδακτορικοί, όταν γίνονται μέλη του κλαμπ. Τα papers, τα άρθρα και τα βιβλία είναι γραμμένα έτσι ώστε να εξαφανίζουν οτιδήποτε είναι πέρα από εφαρμογές συνταγών (το να παίξεις με το πειραματικό πρωτόκολλο, να το γυρίσεις από δω, να το γυρίσεις από κεί, να δοκιμάσεις διάφορα κ.λπ.) για να καλλιεργήσουν την καρτουνίστικη εικόνα της εργαστηριακής επιστήμης. Τα διαβάζει μετά η Σώτη και χαίρεται. Τα διαβάζουν κι οι προπτυχιακοί και φαντάζονται ότι ο κόσμος του ερευνητικού εργαστηρίου είναι εύτακτος, προβλέψιμος και καρτουνίστικα ευδιάκριτος. Εφαρμογές συνταγών, όπως ο κόσμος του προπτυχιακού εργαστηρίου.

Τη σκηνοθεσία αυτή των προπτυχιακών πειραμάτων τη βρήκα και σε ένα review του Doug Clow για την πανεπιστημιακή διδασκαλία της χημείας στις ΗΠΑ, Teaching, Learning, and Computing (δημοσιεύτηκε στο University Chemistry Education, 1998):
“Experiments carried out in teaching laboratories are usually very well researched, and the instructions given to the students are very prescriptive” 
Recipe labs είναι ο όρος που χρησιμοποιεί: το κάθε τι στο εργαστήριο να είναι αλγοριθμικό, εφαρμογή κάποιας συνταγής. Ο φοιτητής νομίζει ότι το πείραμα είναι πιστή αναπαραγωγή κανόνων, ότι έχει 1, 2, 3 ... 100 συγκεκριμένες διαδικασίες, τις κάνει και τέρμα, αυτό είναι η δουλειά του. Νοικοκυρά που εφαρμόζει κατά γράμμα συνταγές μαγειρικής για να φτιάξει το κέικ:
“Instead of learning how to experiment, how to describe and how to explain, the students learn experiments, descriptions and explanations ... Furthermore recipe labs do not provide opportunities to learn about experimental design, investigation and critical analysis of results, and sources of error. Hofstein found no simple relationship between students’ experiences in the laboratory and their learning. This is not surprising, given that students usually follow their instructions line-by-line without thinking about what they are doing [έμφαση δική μου] and only notice effects they have been told to observe. Edmundson and Novak found that most students gained little insight into the key science concepts involved in laboratory work” (σελ. 23) 
Λοιπόν, νομίζω, έχω το δικαίωμα να πω ότι κάτι ΠΟΛΥ ΛΑΘΟΣ υπάρχει στον τρόπο που η επιστήμη διδάσκεται στα σχολεία και τα πανεπιστήμιά μας. Δεν είναι ότι οι προπτυχιακοί κάνουν λιγότερο σύνθετα πειράματα από τους διδακτορικούς, όχι: οι προπτυχιακοί κάνουν κάτι διαφορετικό, κάτι που δεν αξίζει να ονομάζεται «πείραμα». Η εκπαίδευση είναι φτιαγμένη ώστε να βγάζει όχι καλούς επιστήμονες αλλά καλούς παπαγάλους, απλοϊκά σκεπτόμενους, που νομίζουν ότι τα πειράματα είναι τσελεμεντές, εφαρμογές συνταγών (follow the instructions line-by-line without thinking about what they are doing, όπως έλεγε πιο πάνω ο Doug Clow). Αυτό καλλιεργεί την πεποίθηση καρτουνίστικων κόσμων Σώτης Τριανταφύλλου, ευδιάκριτων, εύτακτων, εύρυθμων και εύνομων...

Εδώ θα ήθελα και τη δική σας εμπειρία, όσοι από εσάς είστε επαγγελματίες των φυσικών επιστημών: πώς ήταν η μετάβαση από τις σπουδές στο διδακτορικό σας; Βιώσατε κι εσείς κάποιο reality shock σαν κι αυτό που περιγράφω εδώ;

Δείτε ένα αντιπαράδειγμα: Το αντίθετο ακριβώς αποφάσισε να κάνει πριν περίπου 20 χρόνια το τμήμα χημείας του Πανεπιστημίου Rice (το τμήμα χημείας του Rice περιλαμβάνεται συνήθως μέσα στα 30-40 καλύτερα του κόσμου). Από το 1ο εξάμηνο κιόλας, διδάσκουν τους φοιτητές χωρίς να τους δίνουν μασημένη τροφή αλλά παρουσιάζοντας λεπτομερέστατα case studies, ώστε αυτοί να οδηγηθούν και να αναπτύξουν μόνοι τους τις χημικές έννοιες (π.χ. το σθένος, την περιοδικότητα, το γνωστό ατομικό μοντέλο κ.α.). Οι ίδιοι λένε ότι η διδακτική προσέγγισή τους υπήρξε τρομερά επιτυχής και δίνει στους φοιτητές “a more realistic picture of the scientific enterprise in all its ramifications” (σελ. 5). Αυτό που με ενδιαφέρει εδώ είναι ότι δίνουν στους φοιτητές να καταλάβουν, από το 1ο εξάμηνο κιόλας, πως τα πραγματικά πειράματα δεν είναι τσελεμεντές και κατά γράμμα εφαρμογή συνταγών, ούτε τα φαινόμενα παρατηρούνται μπαμ και κάτω, ούτε οι επιστημονικές έννοιες, τα μοντέλα, οι νόμοι κ.λπ. παρουσιάζονται ευδιάκριτα, κομψά, με απόλυτη σαφήνεια και βεβαιότητα, «το σωστό είναι σωστό και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει»:
“The case study is designed both to bring meaning to these models and to encourage students to distinguish experimental facts from conceptual interpretation” (σελ. 4)
Το θέμα είναι ότι έτσι βγάζουν στη φόρα το Μυστικό της αδελφότητας από το 1ο κιόλας εξάμηνο. Και οι φοιτητές παθαίνουν σοκ όταν διαπιστώνουν ότι η πραγματική επιστήμη δεν είναι καρτουνίστικη, όπως ο κόσμος της Σώτης, αλλά περιλαμβάνει αβεβαιότητα και υποκειμενική κρίση:
“Most students have come to expect that, in science, there is a single right answer … The approaches used at Rice run counter to this expectation. The difficulty of achieving this is demonstrated by the frequency with which our students express discomfort about being graded subjectively on scientific material. Our response is … to explain to them that science involves subjective judgments” (σελ. 6)


Επίλογος
Στο ίντερνετ κυκλοφορεί ένα χιουμοριστικό κειμενάκι – μην το δείξετε όμως στη Σώτη και τη σοκάρετε:




(1) Αν το πείραμα πέτυχε, κάτι δεν πήγε καλά
(2) Μην ελπίζεις σε θαύματα, βασίσου σ’ αυτά
(3) Πρώτα κάνε τη γραφική παράσταση και μετά πάρε τις τιμές στους άξονες
(4) Αν δεν μπορείς να βρεις την απάντηση, ξεκίνα απ’ αυτήν και δούλεψε προς τα πίσω να φτάσεις στην ερώτηση
(5) Αν δεν ξέρεις τι κάνεις, κάντο με στιλ κ.λπ.

Φυσικά, το κείμενο είναι χιουμοριστικό, δίνει όμως μια ιδέα ότι τα πραγματικά πειράματα είναι πολύ περισσότερο από εφαρμογές συνταγών. Εκεί που τελειώνουν οι συνταγές, εκεί αρχίζει το πείραμα! Το οποίο, αναγκαστικά, δεν είναι εξολοκλήρου αλγοριθμικό, συνταγοποιήσιμο (πρέπει να πάρεις ένα πειραματικό πρωτόκολλο, να το γυρίσεις από δω, να το γυρίσεις από κει, να παίξεις μαζί του, να δοκιμάσεις διάφορα, έτσι ώστε τελικά να το κάνεις να δουλεύει).

Τέλος, μια ακόμα παρατήρηση, κάτι που συνειδητοποίησα από τα σχόλια στις προηγούμενες αναρτήσεις: οι ερευνητές που κάνουν πραγματική πειραματική εργασία συνήθως δεν... χαλιούνται από το «καλλιτεχνικό» ή «μαστόρικο» μέρος της εργαστηριακής επιστήμης! Συνήθως οι απέξω είναι που χαλιούνται, αυτοί που δεν έχουν κάνει πραγματικά πειράματα, επειδή τους χαλάει το όνειρο, την καρτουνίστικη εικόνα που έχουν για την επιστήμη. Πριν 50 χρόνια, ο M. Polanyi προκάλεσε σοκ όταν είπε ότι αυτό που κάνει ο επιστήμονας στο εργαστήριο περιλαμβάνει κάτι που θα ονομάζαμε «τέχνη» ή «μαστοριά». Με μια σημαντική σημείωση όμως: ο Polanyi ΗΤΑΝ πειραματιστής (και θεωρείτο εκλεκτός μάλιστα, ακόμα και υποψήφιος για μελλοντικό Νόμπελ), ήξερε τη δουλειά από μέσα. Και δεν τον χαλούσε που, ως επιστήμονας, ήταν και μάστορας και καλλιτέχνης! Δεν το έλεγε ως πρόβλημα που απαιτεί λύση!

Πριν περίπου 130 χρόνια, ο Pierce περιέγραφε την εργαστηριακή εργασία ως: επισκευάζουμε το καράβι εν πλω, σανίδα τη σανίδα, όσο καλύτερα μπορούμε, χωρίς κάποιο ναυπηγείο να δώσει απόλυτες βεβαιότητες. Όμως ο Pierce ήταν μια ζωή στα εργαστήρια, ήξερε κι αυτός τη δουλειά από μέσα! Δεν τον χαλούσε που ο πειραματιστής δεν έχει ναυπηγείο, δεν το έβλεπε ως πρόβλημα που απαιτεί λύση!

Αυτοί που το βλέπουν ως πρόβλημα είναι, συνήθως, οι απέξω. Ας πούμε, πολλοί διανοούμενοι και φιλόσοφοι της επιστήμης που απλώς τέλειωσαν μια σχολή φυσικών επιστημών (οπότε δεν έκαναν πραγματικά πειράματα) και ασχολήθηκαν κατόπιν με τη φιλοσοφία• αυτοί ναι, χαλιούνται. Τείνουν να το βλέπουν ως πρόβλημα. Αν διαβάζει ο Vagelford, κάτι παρόμοιο μ’ αυτό που παρατηρούσε κι ο ίδιος σε σχόλιο προηγούμενης ανάρτησης: «αυτό που περιγράφεις ως κακή δημοσιογραφία ή διαφήμιση της επιστήμης, δεν το κάνουν γενικά οι επιστήμονες … το κάνουν περισσότερο οι απ' έξω που κοιτάνε προς τα μέσα και μεταφέρουν στους υπόλοιπους τι βλέπουν και τι καταλαβαίνουν».

Κρίνω ότι είναι πολύ σημαντική αυτή η παρατήρηση. Θα εξηγήσω στην επόμενη ανάρτηση το γιατί.

Μη χάσετε την επόμενη ΚΑ-ΤΑ-ΠΛΗ-ΚΤΙ-ΚΗ ανάρτηση! Θα έχει και Popper!

Συνεχίζεται εδώ 

H Κατασκευή Του Καρτουνίστικου Κόσμου

1. Εισαγωγή: Επιστήμη και Αριστερά
2. Ο Καρτουνίστικος Κόσμος

Ας δούμε λίγο περισσότερο την παρατήρηση του M. Polanyi γι’ αυτό που κάνουν οι επιστήμονες στα εργαστήρια, ότι περιέχει πολύ από κάποιο στοιχείο που θα το ονομάζαμε «τέχνη» (art) ή «μαστοριά» (craft). Ο καλύτερος τρόπος να το εκφράσουμε είναι ότι οι επιστημονικές διαδικασίες είναι ανοιχτά αιτιακά συστήματα (open-ended causal systems), όχι κλειστά (closed causal systems). Τη διαφορά μεταξύ κλειστού και ανοιχτού αιτιακού συστήματος την έπιασε πολύ εύστοχα ο Taleb στο The Black Swan: Θέτουμε το ίδιο πρόβλημα σε δύο ανθρώπους, τον Γιώργο, πανεπιστημιακό καθηγητή στατιστικής (απόφοιτος Χάρβαρντ, υποψήφιος για Νόμπελ κ.λπ.), και τον Γιάννη, έναν καθημερινό άνθρωπο: «Ρίχνω ένα δίκαιο κέρμα 99 φορές και έρχεται συνέχεια κορώνα. Ετοιμάζομαι να το ρίξω για 100η φορά. Τι μπορώ να περιμένω ότι θα έρθει με βάση την προηγούμενη εμπειρία;»

 - Ο Γιώργος δίνει τη θεωρητικά σωστή απάντηση: «Η προηγούμενη εμπειρία δεν σου εξασφαλίζει τίποτα. Ό,τι και να έφερε το κέρμα, πάλι υπάρχει πιθανότητα 1/2 να έρθει κορώνα ή γράμματα (διότι αν ρίξουμε το κέρμα πολλακισμμύρια φορές, θα προκύψουν αρκετές σειρές 99 όμοιων αποτελεσμάτων κ.λπ.)»

- Ο Γιάννης δίνει τη σωστή απάντηση: «Αστρονομικά μικρή η πιθανότητα ένα δίκαιο κέρμα να ήρθε 99 φορές κορώνα... Πώς το ξέρεις ότι είναι δίκαιο; Τι ενδείξεις έχεις;»

Δηλαδή, στα κλειστά συστήματα έχουμε 2, 3, 5 ... 1000 αιτιακούς παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν. Η δουλειά μας είναι να τους ελέγξουμε έναν-έναν και να σχεδιάσουμε ένα πλήρες αιτιακό μοντέλο του συστήματος, αδιάβλητο, αδιάβροχο και αλεξίσφαιρο. Συνήθως ο σχεδιασμός αυτός είναι ζήτημα κάποιας τεχνικής, μεθόδου, αλγορίθμου κ.λπ.

Στα ανοιχτά συστήματα (open-ended systems) δεν ξέρουμε με πόσους παράγοντες έχουμε να κάνουμε. Θεωρούμε ότι αυτοί είναι 1000 και κάνουμε το πείραμα• κατόπιν κοιτάζουμε αν υπάρχουν λόγοι να υποπτευθούμε ότι το αποτέλεσμα είναι απαράδεκτο. Αν κρίνουμε πως ναι, τότε ψάχνουμε να βρούμε τι δεν πήγε καλά, ποιον 1001ο παράγοντα παραβλέψαμε. Κάτι πήραμε ως δεδομένο και το περάσαμε στο ντούκου («ρίχνω ένα δίκαιο κέρμα 99 φορές»), ενώ έπρεπε να το ψάξουμε περισσότερο («πώς το ξέρεις ότι είναι δίκαιο;»). Η βασική δουλειά που κάνουμε είναι κυρίως στο ψάξιμο, είναι επαναστατική (με τον τρόπο του Thomas Kuhn), όχι τεχνική, business as usual: κρίνουμε πως έχουμε λόγους να σκαλίσουμε κάτι που προηγουμένως προσπερνούσαμε ως δεδομένο.

Η αίσθηση στα ανοιχτά συστήματα είναι ότι επισκευάζεις το καράβι εν πλω, σανίδα τη σανίδα (το ακριβώς αντίθετο από αυτό που είπε ο Κεδίκογλου για την ΕΡΤ!), χωρίς κάτι στον ρόλο του ναυπηγείου – χωρίς τη ματιά του Θεού να σου δώσει απόλυτες βεβαιότητες. Η κριτική του Thomas Ferguson στους Freakonomics, που αναφέρει η Wikipedia, αποδίδει ακριβώς αυτή τη διαφορά κλειστού & ανοιχτού αιτιακού συστήματος: “Where on earth do such figures come from? You would need a fully specified regression equation to do this, that incorporated a lot of variables. Unless you hold constant everything else, including issues – not easy even to imagine – such claims are nonsense”. Αυτό που λέει δηλαδή ο Ferguson είναι ότι οι Freakonomics περνάνε λαθραία πολλές τέτοιες παραδοχές, «ρίχνω ένα δίκαιο κέρμα», προκειμένου να βγουν τα κομψά οικονομετρικά τους μοντέλα (συνήθως τα μεταξωτά μοντέλα θέλουν κι επιδέξιες ταχυδακτυλουργίες).

Κάτι ακόμα. Παρατηρήστε στο παραπάνω παράδειγμα του Taleb ότι υπάρχουν δύο διακριτοί δρόμοι να προχωρήσουμε την έρευνά μας, και οι δύο επιστημονικά υποστηριζόμενοι:
- Ο δρόμος του Γιώργου: Η συμβολή της επιστήμης έγκειται στο ότι μας επιτρέπει να ξεκαθαρίσουμε την πιθανότητα για την επόμενη ρίψη του κέρματος, να βρούμε την απάντηση στην έρευνά μας.
- Ο δρόμος του Γιάννη: Η συμβολή της επιστήμης έγκειται στο ότι μας υποδεικνύει περιοχές της έρευνάς μας που πρέπει να ψάξουμε περισσότερο.

Και οι δύο δρόμοι είναι θεμιτοί και επιστημονικοί. Δεν είναι ο ένας επιστημονικός κι ο άλλος μαγικός. Κρατήστε αυτή τη διαφορά μεταξύ κλειστού και ανοιχτού αιτιακού συστήματος, θα τη βρούμε και σε επόμενες αναρτήσεις. Ας επιστρέψουμε τώρα στις φυσικές επιστήμες και στα πειράματα. Ποια από αυτά είναι ανοιχτά αιτιακά συστήματα;

Λίγο πολύ... όλα!

Δεν το συνειδητοποιούμε όμως, τείνουμε να τα φανταστούμε κλειστά. Και είναι σημαντικές οι συνέπειες αυτής της σύγχυσης... Στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο λύναμε καρτουνίστικες ασκήσεις. Ασκήσεις με ναυπηγείο: «ρίχνω ένα δίκαιο κέρμα 99 φορές κ.λπ.». Και πώς το ξέρουμε ότι το κέρμα είναι δίκαιο; Το ξέρουμε, έτσι, μας το είπε ο Θεός (ή ο Κεδίκογλου). Στην πραγματική ζωή όμως και στα πραγματικά πειράματα, δεν έχεις ποτέ τον Θεό ή τον Σίμο να σου δώσει απόλυτες βεβαιότητες. Κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς και προχωράς, επισκευάζεις το καράβι εν πλω. Ας δούμε όμως ένα παράδειγμα:


Ουδέτερα Ρεύματα
Οι φυσικοί που μελετάνε τα υποατομικά σωματίδια σκέφτονται με όρους τριών δυνάμεων, της ισχυρής πυρηνικής, της ηλεκτρομαγνητικής και της ασθενούς πυρηνικής (τυπικά υπάρχει και η βαρύτητα, όμως σε κβαντικό επίπεδο είναι πιο αμελητέα κι από τον Τζήμερο). Ως προς την ασθενή, μέχρι και τη δεκαετία του ’60 ήταν λίγες οι πληροφορίες που είχαν οι επιστήμονες γι’ αυτήν. Τότε θεωρείτο πως όταν συμβαίνουν ασθενείς αλληλεπιδράσεις, πάντα μεταβάλλεται το φορτίο των αλληλεπιδρώντων σωματιδίων – ένα επιβεβαιωμένο φαινόμενο που στην επιστημονική ορολογία ονομάζεται φορτισμένο ρεύμα.

Το 1967 οι Weinberg & Salam, χτίζοντας πάνω σε προηγούμενες προτάσεις του Glashow, δημοσίευσαν μια θεωρία που ενοποιούσε την ηλεκτρομαγνητική με την ασθενή δύναμη, σαν δυο όψεις της ίδιας («ηλεκτρασθενούς») δύναμης, η οποία τελικά τους χάρισε το Νόμπελ (1979). Η θεωρία αυτή προέβλεπε έναν ακόμα τρόπο ασθενούς αλληλεπίδρασης, όπου δεν μεταβάλλεται το φορτίο των αλληλεπιδρώντων σωματιδίων: στην περίπτωση αυτή μιλάμε για ουδέτερα ρεύματα (neutral currents). Αυτά τα ουδέτερα ρεύματα τελικά ανακοινώθηκαν πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1973 από ομάδα 50+ επιστημόνων στο CERN πειραματιζόμενοι με τον μεγαλύτερο θάλαμο φυσαλίδων που είχε κατασκευαστεί ως τότε, ένα κυλινδρικό τέρας με 4,8 μέτρα μήκος, 2 μέτρα διάμετρο, γεμάτο με 18 τόνους φρέον, περιτριγυρισμένο από 1000 τόνους βοηθητικού εξοπλισμού, που έφερε το χαϊδευτικό όνομα Gargamelle. Παράλληλα με το CERN, γινόταν κι ένα ανεξάρτητο αμερικάνικο πείραμα στα εργαστήρια FNAL κοντά στο Σικάγο (σήμερα γνωστά ως Fermilab) με εντελώς διαφορετική διάταξη, που λίγο αργότερα επιβεβαίωσε κι αυτό την ύπαρξη ουδετέρων ρευμάτων.

Πάνω εδώ, σε σελίδα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διαβάζω ένα παράδειγμα κακής δημοσιογραφίας: «Τα ουδέτερα ρεύματα ανακαλύφθηκαν τη δεκαετία του ’70 κ.λπ.» (έμφαση δική μου). Ένα άλλο παράδειγμα κακής δημοσιογραφίας διαβάζω στο δελτίο τύπου της επιτροπής που απένειμε το Νόμπελ στους Glashow-Weinberg-Salam: “The first observation of an effect of the new type of weak interaction was made in 1973 at the European nuclear research laboratory, CERN” (έμφαση δική μου). Το αντίστοιχο του να διαβάζεις στην εφημερίδα: «ο Χ δολοφόνησε τον Υ»…

Με τέτοιες διατυπώσεις, ο αναγνώστης τείνει να υποπέσει σε Σημιτική Πλάνη. Συνήθως μάλιστα οι διατυπώσεις αυτές συνοδεύονται κι από φωτο σαν την παρακάτω. Ας δούμε λοιπόν ιστορικά το περίφημο πείραμα (οι πηγές μου για τα επόμενα είναι κυρίως το How the First Neutral Current Experiments Ended του Galison, καθώς και το Saving the Phenomena των Bogen & Woodward, και το Against Putting the Phenomena First του Pickering).

Η φωτο από τη σελίδα της Ελληνικής Ομάδας Εκλαΐκευσης, Ελληνική Εταιρεία Σπουδών Φυσικής Υψηλών Ενεργειών. H περιγραφή που τη συνοδεύει είναι: «την πρώτη παρατήρηση αντιδράσεων ουδετέρων ρευμάτων … αυτή η εικόνα δείχνει μια από αυτές τις αντιδράσεις»       


Το νόημα του πειράματος στο CERN ήταν να βομβαρδίσουμε το υλικό της Gargamelle με νετρίνα, κάτι που ξεκίνησε από τις αρχές του 1972. Αυτά, με εντολή Σαμαρά, υπόκεινται μόνο στην ασθενή δύναμη. Παίρνουμε φωτογραφίες και προσπαθούμε να καταλάβουμε τι έκαναν τα νετρίνα, πώς αλληλεπίδρασαν με το υλικό της Gargamelle. Αν τα ρεύματα στις ασθενείς αλληλεπιδράσεις είναι πάντα φορτισμένα, τότε τα νετρίνα θα δώσουν μια δέσμη αδρονίων (π.χ. πρωτόνια και νετρόνια) κι ένα αρνητικά φορτισμένο σωματίδιο που ονομάζεται μιόνιο• αν όμως υπάρχουν και ουδέτερα ρεύματα, τότε κάποια νετρίνα θα περάσουν μέσα από την Gargamelle, παράγοντας στο διάβα τους μόνο τη δέσμη αδρονίων, χωρίς κάποιο φορτισμένο μιόνιο. Μπορούμε να φωτογραφίσουμε την τροχιά των φορτισμένων προϊόντων στο υλικό της Gargamelle (τα ουδέτερα σωματίδια είναι αόρατα) και να ψάξουμε ποιες από τις φωτογραφίες αντιστοιχούν στο δεύτερο σενάριο πιο πάνω. Οι επιστήμονες τράβηξαν 290.000 φωτογραφίες και τελικά κρίθηκε ότι αυτές συμπεριελάμβαναν περίπου 100 περιστατικά ουδέτερων ρευμάτων. Πώς κρίθηκε αυτό;



Περιστατικό φορτισμένου ρεύματος: το νετρίνο (ν) εισέρχεται από τα αριστερά αόρατο (ό,τι είναι με διακεκομμένες είναι ουδέτερο και αόρατο), αλληλεπιδρά με το υλικό της Gargamelle, παράγει μια δέσμη αδρονίων κι ένα αρνητικά φορτισμένο μιόνιο (μ-) 






Περιστατικό ουδέτερου ρεύματος: το νετρίνο (ν) περνά από την Gargamelle, βγαίνει άθικτο από την αλληλεπίδραση με το υλικό της, και δημιουργεί στο διάβα του μόνο μια δέσμη αδρονίων χωρίς (φορτισμένο) μιόνιο 


Φωτογραφίες που φαίνονταν να δείχνουν μια δέσμη αδρονίων χωρίς μιόνιο υπήρχαν πολλές, από το 1972 ακόμα και την αρχή του πειράματος. Όμως... είναι κι άλλα ουδέτερα σωματίδια που μιμούνται τη συμπεριφορά των νετρίνων μέσα στην Gargamelle, με πρώτα και καλύτερα τα νετρόνια. Οι επιστήμονες ήξεραν ότι κάποια νετρίνα θα αλληλεπιδράσουν πρώτα με τον εξοπλισμό της Gargamelle και θα δώσουν, ανάμεσα στ’ άλλα, νετρόνια ως τελικά προϊόντα• κατόπιν, κάποια από αυτά τα νετρόνια θα περάσουν από το υλικό της Gargamelle παριστάνοντας τα νετρίνα, όπως ο Σαμαράς παριστάνει τον πρωθυπουργό της Ελλάδας, δηλαδή δίνοντας μόνο μια δέσμη αδρονίων χωρίς κάποιο φορτισμένο μιόνιο. Το θέμα λοιπόν ήταν να εκτιμηθεί πόσα από τα ύποπτα ουδέτερα περιστατικά που κατέγραψαν οι φωτογραφίες μπορούσαν να αποδωθούν σε νετρόνια, κάτι που ονομάστηκε το νετρονικό υπόβαθρο (neutron background) του πειράματος. Αν αυτό μπορούσε να δικαιολογήσει όλα τα ύποπτα ουδέτερα περιστατικά, τότε δεν δικαιούμαστε να μιλάμε για ενδείξεις ουδετέρων ρευμάτων• αν όχι, τότε έχουμε είδηση.




Νετρονικό υπόβαθρο: το νετρίνο (ν) αλληλεπιδρά ασθενώς με την ύλη του εξοπλισμού της Gargamelle, παράγει ένα φορτισμένο μιόνιο (μ-) που χάνεται απαρατήρητο, κι ένα νετρόνιο που εισέρχεται στο υλικό της Gargamelle παριστάνοντας το νετρίνο 


Από τις αρχές του 1972 μέχρι τα μέσα του 1973, οι επιστήμονες στο CERN έκαναν πολλές μεταβαλλόμενες εκτιμήσεις γι’ αυτό το νετρονικό υπόβαθρο. Άλλες φορές άφηναν περιθώριο για ουδέτερα ρεύματα και άλλες όχι. Οι εκτιμήσεις αυτές γίνονταν ως επί το πλείστον με προσομοιώσεις Monte Carlo σε Η/Υ: αυτές είναι μέθοδοι που μας επιτρέπουν να μιμηθούμε φυσικά, κοινωνικά, οικονομικά κ.λπ. φαινόμενα ή διαδικασίες σε Η/Υ, να εκτιμήσουμε συμπεριφορές και πιθανότητες. Στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο κάναμε πολλές ασκήσεις του στιλ, ρίχνουμε δυο ζάρια, τι πιθανότητα έχουμε να φέρουμε άθροισμα μεγαλύτερο του 10; Λύναμε τις ασκήσεις αυτές με συνδυαστική και με στοιχειώδεις μεθόδους της θεωρίας πιθανοτήτων. Υπάρχει κι άλλος τρόπος να εκτιμήσουμε αυτή την πιθανότητα: απλά να ρίξουμε δύο ζάρια πάρα πολλές φορές και να δούμε σε τι ποσοστό φέρνουν άθροισμα μεγαλύτερο του 10. Με τους Η/Υ, οι διαδικασίες αυτές μπορούν να προσομοιωθούν και να γίνουν ταχύτατα. Εδώ μια απλή εφαρμογή από το University of Alabama in Huntsville: μπορείτε να ρίξετε από 1 ως 28 ζάρια πολλές χιλιάδες ή και εκατομμύρια φορές, να πάρετε το άθροισμα ή τον μέσο όρο ή τη μέγιστη τιμή τους κ.λπ., να δείτε τις κατανομές όλων των παραπάνω, να ορίσετε αν τα ζάρια θα είναι δίκαια ή πειραγμένα• εδώ μπορείτε να ρίξετε από 1 ως 50 κέρματα, να δείτε πόσες φορές θα φέρουν κορώνα, να ορίσετε αν τα κέρματα θα είναι δίκαια ή πειραγμένα (και πόσο πειραγμένα θα είναι) κ.λπ. Παίξτε λίγο, θα καταλάβετε πώς δουλεύουν (η κεντρική σελίδα εδώ). Κάπως έτσι ήταν και οι προσομοιώσεις Monte Carlo στο πείραμα της Gargamelle, και στο αμερικάνικο πείραμα, όμως ασύγκριτα πιο σύνθετες.

Όμως ακόμα και σε απλές εφαρμογές, σαν αυτές που παίξατε πιο πάνω, είχατε να κάνετε παραδοχές για παραμέτρους. Δηλαδή, ακόμα κι αν κρίνετε ότι ένα φυσικό φαινόμενο προσομοιώνεται π.χ. με το να ρίχνουμε 30 κέρματα και να παίρνουμε τον αριθμό από τις κορώνες, θα πρέπει να εκτιμήσετε την παράμετρο για το πόσο πειραγμένα ή δίκαια θα είναι τα κέρματα. Σε ασύγκριτα πιο σύνθετες εφαρμογές, όπως αυτές του CERN, υπάρχουν και πολύ περισσότερες παράμετροι. Ας δούμε κάποιες (κάποιες, όχι όλες) από αυτές. Βαθιά ανάσα και ξεκινάμε:

(1) Παράμετροι που έχουν να κάνουν με τα χαρακτηριστικά της ακτινοβολίας νετρονίων στο υλικό της Gargamelle – την ακτινική κατανομή της (radial distribution), το ενεργειακό φάσμα (energy spectrum) των νετρονίων κ.α. Μόνο από έμμεσες μετρήσεις μπορούσαν να εκτιμηθούν αυτά τα χαρακτηριστικά.

(2) Παράμετροι που έχουν να κάνουν με τις πιθανότητες παραγωγής νετρονίων από νετρίνα στην ύλη του εξοπλισμού της Gargamelle. Τίποτα δεν ήταν γνωστό γι’ αυτές, έγιναν διάφορες εύλογες υποθέσεις.

(3) Παράμετροι που έχουν να κάνουν με την αλληλεπίδραση πρωτονίων και νετρονίων με ατομικούς πυρήνες. Π.χ. έπρεπε να εκτιμηθεί η νετρονική αλληλουχία (neutron cascade), δηλαδή νετρόνια υψηλής ενέργειας που συγκρούονται με πυρήνες και ελευθερώνουν άλλα νετρόνια. Οι παράμετροι αυτοί εκτιμήθηκαν χρησιμοποιώντας ένα απλό μοντέλο του ατομικού πυρήνα, καθώς κι από σχετικά λίγες μετρήσεις του παρελθόντος σε συγκρούσεις πρωτονίων-πρωτονίων.

(4) Παράμετροι που έχουν να κάνουν με τη γεωμετρία του εξοπλισμού γύρω από τον θάλαμο της Gargamelle, δηλαδή την κατανομή της ύλης και την πυκνότητά της. Χρησιμοποιήθηκε ένα αρκετά εξιδανικευμένο μοντέλο γι’ αυτήν.

Δεν τελειώσαμε! Έπρεπε να γίνουν εκτιμήσεις και για άλλα προβλήματα που μπορεί να αλλοίωναν την ετυμηγορία του πειράματος, να μας έκαναν να δούμε ουδέτερα ρεύματα εκεί που δεν υπάρχουν:

(1) Eκτιμήσεις για τον διαχωρισμό φορτισμένων και ουδέτερων περιστατικών – θυμηθείτε τα σχήματα πιο πάνω. Στα σχήματα φαίνεται εύκολο, στην πράξη δεν είναι τόσο απλό, π.χ. υπήρχαν εκτεταμένες διαφωνίες στην ομάδα της Gargamelle ακόμα και για τα κριτήρια του πιο βασικού στοιχείου, τη διαφορά της τροχιάς ενός μιονίου κι ενός αδρονίου.

(2) Εκτιμήσεις για τις επιδράσεις της κοσμικής ακτινοβολίας.

(3) Εκτιμήσεις για άλλα ουδέτερα σωματίδια εκτός από νετρόνια που μιμούνται τα νετρίνα μέσα στο υλικό της Gargamelle (π.χ. καόνια).

(4) Εκτιμήσεις για άλλες διαδικασίες που μπορούσαν να μιμηθούν ουδέτερα περιστατικά στο υλικό της Gargamelle (π.χ. β-διάσπαση πυρήνων, με τα τελικά πρωτόνια να είναι τόσο χαμηλής ενέργειας ώστε να παραμένουν αόρατα, οπότε το όλο περιστατικό μπορεί να φανεί ως ουδέτερο).

(5) Εκτιμήσεις για μιόνια που μιμούνται αδρόνια («μιονική μόλυνση», hidden μ contamination): λόγω χαμηλής ενέργειας, κάποια μιόνια σταματάνε μέσα στο υλικό της Gargamelle οπότε φαίνονται σαν αδρόνια, και το όλο περιστατικό φαίνεται σαν ουδέτερο.

(6) Εκτιμήσεις για την εξασθένηση (attenuation) των νετρονίων μέσα στο υλικό της Gargamelle κ.α.

Συγνώμη, αλλά κάπως έτσι είναι όλα τα πραγματικά πειράματα! Μοντέλα, οι παράμετροι των οποίων εκτιμούνται από εκτιμήσεις, οι παράμετροι των οποίων εκτιμούνται από άλλες εκτιμήσεις, οι παράμετροι των οποίων εκτιμούνται από άλλες εκτιμήσεις κ.λπ. Αν βάλεις στόχο να χτυπήσεις βράχο, δηλαδή να φτάσεις σε πρώτες αρχές και να έχει απόλυτες βεβαιότητες, δεν θα το καταφέρεις! Στα πραγματικά πειράματα επισκευάζεις το καράβι εν πλω, σανίδα τη σανίδα: δεν έχεις ναυπηγείο!

Είναι όπως η εμπειρία των αστρονόμων: αν κάνουν ζουμ σε μια περιοχή του νυχτερινού ουρανού, όσο μαύρη κι αν φαίνεται, βρίσκουν αστέρια μέσα της. Και μετά, ζουμ σε μια μαύρη υποπεριοχή, βρίσκουν κι άλλα αστέρια. Κι άλλο ζουμ, κι άλλα αστέρια κ.ο.κ. σε μια φρακταλική διαιώνιση στο άπειρο. Δεν χτυπάνε ποτέ βράχο – δεν φτάνουν ποτέ στον Τελειωτικό Χάρτη του Ουράνιου Θόλου και τέρμα. Κατά κάποιον τρόπο, δεν υπάρχει απόλυτο μαύρο στον νυχτερινό ουρανό: όπου κι αν κάνεις ζουμ, θα βρεις αστέρια. Κάτι τέτοιο και στα επιστημονικά πειράματα: δεν φτάνεις ποτέ στο Τελειωτικό Αιτιακό Σενάριο, με όλους τους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν.

Να μην παρεξηγηθώ, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορείς να κάνεις το άσπρο μαύρο και να ισχυριστείς οτιδήποτε. Σημαίνει το ίδιο όπως στις δίκες: δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγεις τις εύλογες υποθέσεις, τις παραδοχές και την υποκειμενική κρίση. Αυτό όμως δεν είναι αναγκαστικά κακό! Υπάρχουν καλύτερες και χειρότερες παραδοχές ή κρίσεις. Κάποιες θα είναι εντελώς αστήριχτες, κάποιες θα βασίζονται σε στοιχεία. Κάποιες θα φαίνονται εύλογες μόνο σε σένα, κάποιες θα πείθουν και άλλους (δεν αποκλείεται, φυσικά, να είσαι εσύ ο μόνος διορατικός, όμως το πιο πιθανό είναι οι άλλοι να βλέπουν κάτι που εσύ δεν βλέπεις). Κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε και προχωράμε, επισκευάζοντας το καράβι εν πλω, σανίδα τη σανίδα. Όμως, δεν μπορούμε ποτέ να έχουμε το κριτήριο της Σώτης: «το σωστό είναι σωστό και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει». Ναυπηγείο, κάτι στον ρόλο του Θεού (ή του Κεδίκογλου) να δώσει απόλυτες σιγουριές... Στα πραγματικά πειράματα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο της Σώτης: αν κάποιος το βάλει σκοπό, μπορεί να αμφισβητήσει θεμιτά όλη την ανάλυση και την ετυμηγορία του πειράματος – και να το κάνει νόμιμα, νομιμότατα, χωρίς να πει ψέματα και χωρίς να χαλκεύσει στοιχεία:
“Assumptions were made which could legitimately be questioned: one can easily imagine a determined critic taking issue with some or all of these assumptions” (Against Putting the Phenomena First, σελ. 96). 
Κάτι το οποίο φαίνεται κι από τις ερμηνευτικές περιπέτειες του πειράματος. Από την αρχή ακόμα υπήρχαν διχογνωμίες στους Gargamelle για τις προσομοιώσεις Monte Carlo. Tις παίδευαν τουλάχιστον έναν χρόνο προτού ανακοινώσουν αποτελέσματα. Ακόμα και το καλοκαίρι του 1973, όταν γνωστοποίησαν τα συμπεράσματά τους (αρχικά σε συνέδριο), ένας τουλάχιστον από τους κυριότερους πειραματιστές πίστευε ότι η συνολική ανάλυση ήταν ανεπαρκής (First Neutral Current Experiments, σελ. 490).

Ακολούθως, τον χειμώνα του 1973-1974 και ενώ εντωμεταξύ οι αναλύσεις των Gargamelle δημοσιεύτηκαν σε journal, έγινε γνωστό ότι οι Αμερικάνοι έκαναν αλλαγές στις δικές τους προσομοιώσεις Monte Carlo και πλέον δεν επιβεβαίωναν την ύπαρξη ουδετέρων ρευμάτων. Οι Gargamelle βρέθηκαν υπό μεγάλη πίεση, τόσο από φυσικούς όσο και από τη διοίκηση του CERN, να δημοσιεύσουν κάποια διόρθωση στην ανάλυσή τους (First Neutral Current Experiments, σελ. 499)

Σαν να μην έφτανε αυτό, κατόπιν ένας από τους κορυφαίους τότε φυσικούς του κόσμου, ο Jack Steinberger, έκανε γνωστή (σε σεμινάριο) τη δική του ανάλυση Monte Carlo, η οποία έτεινε προς το συμπέρασμα ότι τα ύποπτα περιστατικά της Gargamelle ήταν μάλλον νετρονικό υπόβαθρο (Against Putting the Phenomena First, σελ 97).

Το κλίμα γύρισε την άνοιξη του 1974, όταν οι Αμερικάνοι άλλαξαν και πάλι τις δικές τους αναλύσεις Monte Carlo και ανακοίνωσαν ότι μπορούσαν να θεωρήσουν το πείραμά τους ένδειξη για ουδέτερα ρεύματα. Από εκεί και μετά, οι διάφορες αναλύσεις άρχισαν να συγκλίνουν και το θέμα πήρε τον δρόμο του.

Το νόημα, αυτό που θέλω να καταδείξω εδώ, ότι ο τρόπος να εκτιμηθεί το νετρονικό υπόβαθρο δεν ήταν αλγοριθμικός και αδιαφιλονίκητος («το σωστό είναι σωστό και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει»). Οι επιστήμονες συνέχεια αντιμετώπιζαν το δίλημμα στο παράδειγμα του Taleb: τι είναι αυτό που έχουμε; Ένα κλειστό αιτιακό σύστημα, οπότε δουλεύουμε τεχνικά; («ουδέτερα περιστατικά στις φωτογραφίες είναι αυτά που η ολική αδρονική ενέργεια ξεπερνά το 1 GeV, περνάω το κριτήριο στην προσομοίωση, την τρέχω, παίρνω εκτίμηση για το νετρονικό υπόβαθρο»). Ή μήπως υπάρχουν λόγοι να υποπτευθούμε ότι το αποτέλεσμα είναι απαράδεκτο, οπότε δουλεύουμε επαναστατικά; («οι υπόλοιποι δεν φαίνεται να πείθονται ότι έχουμε ουδέτερα ρεύματα... Γιατί βάλαμε το κριτήριο της αδρονικής ενέργειας στο 1 GeV; Ας το σκαλίσω περισσότερο»). Δε χτυπάς ποτέ βράχο, δεν έρχεται ο Θεός ή ο Κεδίκογλου να σου πει ποιο είναι το Τελειωτικό Κριτήριο της Αδρονικής Ενέργειας. Όσο τα σκαλίζεις, αυτά σκαλίζονται!

Αυτό όμως δεν είναι αναγκαστικά κακό. Κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς και προχωράς, επισκευάζεις το καράβι εν πλω. Προσπαθείς να βασίζεις τις παραδοχές σου σε στοιχεία και ενδείξεις, να μη λες ουρανοκατέβατα πράγματα• ακούς και τους άλλους, αν κι αυτοί βλέπουν ό,τι βλέπεις εσύ, ή αν βλέπουν κάτι διαφορετικό, και... ελπίζεις να κατασταλάξουν οι απόψεις. Χωρίς να έχεις ποτέ απόλυτες βεβαιότητες! Στο θέμα των ουδέτερων ρευμάτων, οι απόψεις άρχισαν να κατασταλάζουν κάπου 1 χρόνο μετά την πρώτη ανακοίνωση• στο ταπεινό ραδιόμετρο – μια τόσο απλή συσκευή που σχεδόν κι εσείς μπορείτε να φτιάξετε σπίτι σας – οι ερμηνείες για τη λειτουργία του δεν έχουν κατασταλάξει εδώ και 140 χρόνια, συνεχίζει η επιστημονική κοινότητα να είναι μοιρασμένη. Αλλά ακόμα κι αν οι απόψεις κατασταλάξουν, δεν αποκλείεται μετά από δεκαετίες να ανατραπούν τα πάντα. Δεν αποκλείεται, ακόμα κι ο ένας που επέμενε μόνος του να λέει κάτι διαφορετικό, να δικαιωθεί στο μέλλον. Ε, καλωσήρθατε στον πραγματικό κόσμο! Μόλις είπα τον ορισμό της πραγματικότητας: αυτό στο οποίο δεν έχεις ποτέ απόλυτες βεβαιότητες! (μα δεν είναι υπέροχο;)


Στο Δια Ταύτα... 
Στο δια ταύτα, όλα τα παραπάνω φοράνε Pretty Bra λόγω της κακής δημοσιογραφίας, που οδηγεί τους απέξω σε Σημιτική Πλάνη. Ξαναδείτε τον τρόπο που το παρουσιάζει η Ελληνική Ομάδα Εκλαΐκευσης. Τυπικά δεν λέει ψέματα, δεν κάνει αυθαιρεσίες, όμως στη ζωή υπάρχουν πολλοί τρόποι να μην λες την αλήθεια χωρίς να λες και ψέματα:



«Την πρώτη παρατήρηση αντιδράσεων ουδετέρων ρευμάτων … αυτή η εικόνα δείχνει μια από αυτές τις αντιδράσεις». Ο αναγνώστης έτσι τείνει να πιστέψει ότι η «παρατήρηση» (ή ο «εντοπισμός», όπως γράφουν άλλοι) των ουδέτερων ρευμάτων έγινε όπως ο Κολόμβος παρατήρησε μια καινούργια γη στον ορίζοντα• όπως οι πελάτες ενός γαλλικού πανδοχείου στη Βαρέν το 1791 παρατήρησαν ότι ο κύριος που επέμενε σώνει και καλά να φάει χορτόσουπα ήταν ο βασιλιάς που δραπέτευε μεταμφιεσμένος από το Παρίσι. Η παράθεση και της εικόνας ενισχύει του λόγου το αληθές, αφήνοντας τον αναγνώστη να συμπληρώσει τα κενά: «δες, μια καινούργια γη!», «δες, ο βασιλιάς!», «δες, ουδέτερα ρεύματα!», κάπως έτσι πρέπει να έγινε, ε; Καθόλου έτσι! Το μεγάλο θέμα στο CERN (και στο FNAL) δεν ήταν να «παρατηρηθούν» τα ουδέτερα ρεύματα, όλα τα λεφτά ήταν στο ερώτημα: πότε σταματάει το πείραμα; Φωτογραφίες σαν την παραπάνω – που τυπικά παραθέτονται σε όλες τις παρουσιάσεις & εκλαϊκεύσεις του ιστορικού πειράματος – είχαν οι επιστήμονες από την αρχή ακόμα. Κανείς όμως δεν είπε: «δες, ουδέτερα ρεύματα!» γιατί κανείς δεν ήταν σίγουρος αν ήταν σημαντικές αυτές οι φωτογραφίες! Τι δείχνουν; Ουδέτερα ρεύματα; Νετρονικό υπόβαθρο; Κάτι που προκύπτει από μιονική μόλυνση + κοσμική ακτινοβολία + εξασθένηση νετρονίων κ.λπ.;
In a certain limited sense, the neutral currents were “there” from the start: both FNAL and CERN had photographs they would eventually present as evidence for weak neutral currents. The real work of the experiments, however, was for the collaborators to convince themselves that the photographs were significant and not an artifact induced by the apparatus or environment (The First Neutral Current Experiments, σελ. 505). 
Το πείραμα, δηλαδή, ήταν όπως η συνουσία: τα νόημα δεν είναι στο άπαξ, τίποτα άπαξ δεν βοηθά, όλα τα λεφτά είναι στο ερώτημα, πότε πρέπει να σταματήσουμε; («επισκευάζουμε το καράβι εν πλω, σανίδα τη σανίδα, χωρίς ναυπηγείο»). Επί ενάμιση χρόνο συνέχιζαν οι ερευνητές την ερωτοπραξία – δηλαδή, τις ατέλειωτες συζητήσεις περί σωματιδιακών τροχιών, μιονικού φάσματος, ουδέτερων καονίων, νετρονικής ροής, κοσμικής ακτινοβολίας κ.λπ. – μέχρι να κρίνουν ότι αυτό που έχουν μπορεί να θεωρηθεί οργασμός. Όπως επίσης, επί ενάμιση χρόνο οι επιστήμονες διαφωνούσαν μεταξύ τους με τρόπο που παραβιάζει το κριτήριο της Σώτης: «το σωστό είναι σωστό και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει». Δεν γίνεται έτσι στη ζωή ή στα πειράματα! Δεν διαφωνούσαν επειδή ο ένας έλεγε το «σωστό» κι ο άλλος το «λάθος», αλλά επειδή ο ένας έβλεπε κλειστό αιτιακό σύστημα κι ο άλλος ανοιχτό. Ο ένας έκρινε ότι έπρεπε να δουλέψει τεχνικά κι ο άλλος επαναστατικά, χωρίς κάποιο ναυπηγείο να τους πει ποιος λέει το «σωστό» και ποιος το «λάθος».

Όμως αυτή τη διάσταση των πειραμάτων τη χάνουμε όλοι εμείς οι απέξω, που δεν έχουμε την εμπειρία του εργαστηρίου... Δεν το υποψιαζόμαστε καθόλου ότι στα πραγματικά πειράματα, όλα τα λεφτά συνήθως είναι στο ερώτημα: πότε σταματάει το πείραμα; Τείνουμε να τα φανταστούμε μπαμ και κάτω, συμπληρώνουμε μόνοι μας τα κενά, λόγω της κακής δημοσιογραφίας:
The discovery of the phenomenon is treated as an observation of the world made with essentially unproblematic and transparent experimental techniques. The actual discovery experiment is presented as a … perfectly understood system that yielded data commanding universal assent [αντιπαραβάλετε με Σώτη: «το σωστό είναι σωστό και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει»] (Against Putting the Phenomena First, σελ. 86)  
Αυτό που παρατηρούσε κι ο Η. Collins στο paper για το Q του ζαφειριού, που είδαμε στην προηγούμενη ανάρτηση: «Η επιστήμη παραδοσιακά οφείλει να περιγράφεται σαν να είναι άκοπη» (Tacit Knowledge, Trust and the Q of Sapphire, σελ. 82-83). Μπαμ και κάτω...

Άσκηση για το σπίτι 3: Τα ουδέτερα ρεύματα και η φύση της ασθενούς δύναμης είναι εξειδικευμένα θέματα με θεωρητική αξία για τους επιστήμονες και μόνο ψυχαγωγική αξία για μας, τους κοινούς θνητούς: μας διασκεδάζουν καθότι τσατίζουν τον Πειραιώς Σεραφείμ. Αν όμως επρόκειτο για άλλο αντικείμενο, καυτό, με μεγάλες επιπτώσεις στη ζωή μας, πιστεύετε ότι θα ήταν τόσο διασκεδαστικό; Αν π.χ. υπήρχαν ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα επενδεδυμένα στην μη-ύπαρξη ουδετέρων ρευμάτων, πιστεύετε ότι θα ήταν το ίδιο;

Όπως είδαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση, σε τέτοια καυτά θέματα, μια μικρή ομάδα επιστημόνων (που πάντα μπορούν να αμφισβητήσουν θεμιτά, θεμιτότατα την ανάλυση και την ετυμηγορία του πειράματος) μπορεί να σηκώσει δυσανάλογη σκόνη ώστε να διαιωνίζεται η σύγχυση στον κόσμο. Δείτε ένα εσωτερικό υπόμνημα της British American Tobacco (Lucky Strike κι άλλες μάρκες τσιγάρων) από το 1969 για το «πρόβλημα» της αντικαπνιστικής εκστρατείας και πώς θα το αντιμετωπίσουν. Το υπόμνημα έφερε στο φως η ιστορική έρευνα των Oreskes & Conway για το Merchants of Doubt που είδαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, και βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του University of California, San Francisco (pdf):
In thinking over what we might do to improve the case for cigarettes, I have looked at the problem somewhat like the marketing of a new brand ... Our consumer I have defined as the mass public, our product as doubt, our message as truth – well stated, and our competition as the body of anti-cigarette fact that exist in the public mind. 
Doubt is our product since it is the best means of competing with the “body of fact” that exists in the mind of the general public. It is also the means of establishing a controversy (σελ. 3-4) 
Αν λοιπόν το θέμα των ουδετέρων ρευμάτων είχε αντίστοιχα οικονομικά συμφέροντα πίσω του, και υπήρχαν αντίστοιχα υπομνήματα που έλεγαν doubt is our product, από επιχειρήσεις αντίστοιχες της British American Tobacco… τι λέτε ότι θα είχε γίνει τότε;

Άσκηση για το σπίτι 4: Αν, αντίθετα, υπήρχαν μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα επενδεδυμένα, αυτή τη φορά, στην ύπαρξη ουδέτερων ρευμάτων... Παρατηρήστε τότε ότι η κακή δημοσιογραφία δεν θα ήταν καθόλου αθώα! Το γενικότερο φαινόμενο της κακής δημοσιογραφίας – το να τρομάζεις από το χάος και την αβεβαιότητα του πραγματικού κόσμου και να ζητάς παρηγοριά σε ερζάτς καρτουνίστικους κόσμους, που τα έχουν όλα κομψά τακτοποιημένα, αυστηρώς προσδιορισμένα και δεόντως περιεγεγραμμένα – είναι κατανοητό κι ανθρώπινο. Μια εφηβεία που όλοι περνάμε, με τον Α ή Β τρόπο. Το θέμα, όπως σε κάθε εφηβεία, είναι να το ξεπεράσεις, να μην κολλήσεις (όπως λένε: «άντρας δεν είναι αυτός που δεν δοκίμασε, είναι αυτός που δοκίμασε και δεν έμεινε, προχώρησε»).

Δεν θα ήταν όμως καθόλου εφηβικό θέμα αν υπήρχαν υπομνήματα, από επιχειρήσεις αντιστοίχως ισχυρές, που έλεγαν αυτή τη φορά certainty is our product! Θα ήταν και πολιτικό θέμα. To πώς θα αναφερθείς για το πείραμα, θα ήταν και πολιτικό θέμα. Αν αφήσεις τον αναγνώστη να συμπληρώσει μόνος του τα κενά («τα ουδέτερα ρεύματα παρατηρήθηκαν στο CERN το 1973, ορίστε και μια φωτογραφία»), αυτός θα το φανταστεί μπαμ και κάτω. Με ναυπηγείο. Εντελώς διαφορετικό αν του υπενθυμίσεις ότι τα πραγματικά πειράματα είναι συνουσία («μετά από ενάμιση χρόνο διαβουλεύσεων, κρίθηκε ότι μπορούσαν να ανακοινωθούν αποτελέσματα και το πείραμα να σταματήσει»). Ο αναγνώστης τείνει να συμπληρώνει μόνος του τα κενά. Κι ό,τι δεν γνωρίζουμε, ό,τι μας παρουσιάζεται ως μαύρο κουτί, τείνουμε να το φανταζόμαστε καρτουνίστικα ευδιάκριτο. Κάτι ξέρουν κι οι δημοσιογράφοι, που θεωρούν αντιδεοντολογικό να γράφεις «ο Χ δολοφόνησε τον Υ». Κάτι ξέρουν κι οι κατασκευαστές του Pretty Bra επίσης.

Άσκηση για το σπίτι 5: Τον Φεβρουάριο του 2012, ο βραβευμένος με Νόμπελ βιολόγος Paul Nurse (ο οποίος, κατά τ’ άλλα, μπορεί να είναι εξαίρετος επιστήμονας) έδωσε στο Λονδίνο μια διάλεξη για την επιστήμη (όλη εδώ σε pdf). Σ’ αυτήν αναπαράγει μύθους λέγοντας ότι η επιστήμη διασκόρπισε τα σκοτάδια των μύθων• αναφέρει, για παράδειγμα ότι η επιστήμη άλλαξε τη διαδεδομένη αντίληψη πως η Γη είναι το κέντρο του σύμπαντος (σελ. 7, είναι μύθος) ή ότι χωρίς την επιστήμη δεν θα είχε συμβεί η Βιομηχανική Επανάσταση (σελ. 3, περισσότερα γι’ αυτό σε μελλοντική ανάρτηση) κ.α. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι αναπαράγει επίσης και τη διαφήμιση της επιστήμης, ειδικά αυτό που συζητώ εδώ, ότι τα επιστημονικά ζητήματα κρίνονται από τις εμπειρικές αποδείξεις (σελ. 5) – έτσι, απλοϊκά και σωτητριανταφυλλικά. Κατόπιν θέτει το θέμα της επιστημονικής γνώσης στη λήψη αποφάσεων για σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα (σελ. 7). Φέρνει ως παράδειγμα το θέμα των γενετικά μεταλλαγμένων τροφών (σελ. 9-10), στο οποίο η ιδεοληψία και η επιστημονική αμορφωσιά, λέει, εμποδίζουν πολλούς φτωχούς του τρίτου κόσμου να τραφούν. Οπότε, προτείνει, πρώτα οφείλει να έρχεται η ουδέτερη, απροκατάλυπτη, αμερόληπτη, αχρημάτιστη, αστράτευτη επιστημονική γνώση, “uncoloured by commercial interests and ideological opinion” (σελ. 10) και μετά να ακολουθεί η πολιτική συζήτηση...

Ο Roger Pielke έχει ασχοληθεί ειδικά με το θέμα των γενετικά μεταλλαγμένων τροφών και σχολίασε καυστικά τη διάλεξη του Nurse: «Θες να διαχωρίσεις το επιστημονικό κομμάτι από το πολιτικό; Άντε, καλή επιτυχία!» (Good luck separating science and politics in that debate, much less getting the science before the politics!).

Ερώτηση: εσείς με ποιον είστε; Με την αφέλεια Πολυάννας του Paul Nurse ή με τη σοβαρότητα του Roger Pielke; Πιστεύετε ότι σε τέτοια θέματα, στα οποία παίζονται τεράστια συμφέροντα, μπορεί να διαχωριστεί το επιστημονικό από το οικονομικό & πολιτικό τους κομμάτι; Ότι υπάρχουν απροκατάλυπτες επιστημονικές θέσεις – σε τέτοια καυτά ζητήματα πάντα – «δεν είμαι με κανέναν, απλώς υποδεικνύω τα ουδέτερα πειραματικά αποτελέσματα» ή «απλώς εφαρμόζω τη θεωρία, χωρίς ιδεολογίες και μεροληψίες»; Υπόδειξη: και το Nature μαλώνει τον Paul Nurse για την αφέλεια Πολυάννας του, ότι η ουδέτερη επιστήμη έρχεται πρώτα, η πολιτική κατόπιν, και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δεν ξέρω τίποτα για τις γενετικά μεταλλαγμένες τροφές, όμως αυτό το έχω βρει σε πολλά άλλα σημαντικά θέματα: δεν διαχωρίζεται το επιστημονικό κομμάτι τους από το πολιτικό! Όταν παίζονται μεγάλα συμφέροντα, είσαι αφελής άμα νομίζεις ότι υπάρχει «ουδέτερη επιστημονική γνώση», που βασίζεται στα «ωμά εμπειρικά δεδομένα».

Η κακή δημοσιογραφία είναι λοιπόν είναι ένας βασικός τρόπος με τον οποίον κατασκευάζεται ο καρτουνίστικος κόσμος. Ας δούμε και τον άλλον τρόπο, είναι ένα θέμα με μεγάλο ενδιαφέρον:

συνεχίζεται εδώ

Ο Καρτουνίστικος Κόσμος

1. Εισαγωγή: Επιστήμη & Αριστερά

Θυμηθείτε από την προηγούμενη ανάρτηση το διάγραμμα της διαφήμισης της επιστήμης. Το πρώτο μου θέμα είναι το βέλος (Α) σ’ αυτό, τα φυσικά φαινόμενα που ερευνά η επιστήμη. Ας αρχίσουμε όμως με την αγαπημένη Σώτη Τριανταφύλλου:

Δημοσιογράφος: Η Ανατολή [η ηρωίδα ενός μυθιστορήματος της Σώτης] αγαπάει τη γεωμετρία, μια επιστήμη που συνδέεται συνειρμικά με την ευρυθμία, τη λογική. Είναι αυτός ένας τρόπος να νιώθει ότι υπάρχει κάπου μια τάξη τη στιγμή που τριγύρω της επικρατεί συναισθηματικό χάος;

Σώτη: Η γεωμετρία, τα μαθηματικά είναι ο μοναδικός χώρος όπου υπάρχει δικαιοσύνη. Οταν λύνεις την άσκηση, λύνεις την άσκηση. Το σωστό είναι σωστό και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει. Πουθενά δεν υπάρχει περισσότερη δικαιοσύνη από τις θετικές επιστήμες.

Το θέτει πολύ ωραία η Σώτη και εντοπίζει τον κρίσιμο παράγοντα, ο οποίος είναι ηθικός: «υπάρχει δικαιοσύνη». Στη γεωμετρία, αν εσύ λες Α κι εγώ Β, τότε ο ένας είναι σωστός κι ο άλλος λάθος• τα βάζουμε κάτω κι εντοπίζουμε το λάθος. Ένας κόσμος ευδιάκριτος, εύτακτος, εύρυθμος και εύνομος, στον οποίο το λάθος και το σωστό προσδιορίζονται από σαφείς κανόνες που «κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει». Ένας κόσμος που υπάρχει μόνο στο μυαλό της Σώτης Τριανταφύλλου.

Εντάξει, όχι μόνο! Αυτό ήταν και το όνειρο του Πλάτωνα, του Καρτέσιου και τόσων άλλων κλασικών στοχαστών – ο Λάιμπνιτς, για παράδειγμα, αντιγράφοντας επαίσχυντα τη Σώτη, πίστευε ότι το συνολικό ανθρώπινο σκέπτεσθαι ήταν, στην πραγματικότητα, ένα είδος γενικευμένων μαθηματικών που ονόμαζε Characteristica Universalis και ευελπιστούσε να ανακαλύψει – να τυποποιήσει, δηλαδή, μαθηματικώς το ανθρώπινο σκέπτεσθαι. «Αν είχαμε τα Characteristica Universalis», έλεγε, «θα μας έδιναν την ικανότητα να συλλογιζόμαστε για τα μεταφυσικά και ηθικά θέματα με τον ίδιο τρόπο που κάνουμε στη γεωμετρία και στη μαθηματική ανάλυση. Οπότε, οι διαφωνίες μεταξύ φιλοσόφων θα ήταν όπως οι διαφωνίες μεταξύ λογιστών. Θα έπαιρναν τα μολύβια και τους πίνακές τους, και θα έλεγαν ο ένας στον άλλον: ας κάνουμε τους υπολογισμούς». Αλλά και πέρα από τέτοια ονόματα βαριά σαν ιστορία, όλοι περνάμε στην εφηβεία από αυτόν τον καρτουνίστικο κόσμο, όταν τρομάζουμε από το χάος της πραγματικής ζωής και ζητάμε παρηγοριά σε ερζάτς απομιμήσεις, που τα έχουν όλα κομψά τακτοποιημένα, αυστηρώς προσδιορισμένα και δεόντως περιεγεγραμμένα. Είναι μια απαραίτητη εφηβεία την οποία ο καθένας περνάει με τον Α ή Β τρόπο.

Τι γίνεται όμως με την πρόκληση της Σώτης, «πουθενά δεν υπάρχει περισσότερη δικαιοσύνη από τις φυσικές επιστήμες»; Εδώ λοιπόν συμβαίνει κάτι αξιοσημείωτο που δεν συνειδητοποιούμε όλοι εμείς, οι μη-επιστήμονες (ούτε η Σώτη): οι διαδικασίες της επιστήμης (πειράματα, παρατηρήσεις, μετρήσεις κ.λπ.) περιλαμβάνουν τόση αβεβαιότητα και υποκειμενική κρίση, όση και οι δικαστικές διαδικασίες. Όση και τα «φιλοσοφικά και ηθικά θέματα», για τα οποία θρηνούσε ο Λάιμπνιτς. Η επιστήμη δεν είναι θεμελιωδώς διαφορετική από αυτά, απλά κάνει κακή δημοσιογραφία και παρουσιάζει έναν καρτουνίστικο κόσμο Σώτης Τριανταφύλλου. Και το θέμα δεν είναι μόνο ακαδημαϊκό ή φιλοσοφικό, έχει σημαντικές επιπτώσεις... Ας τα δείξω με παραδείγματα:


Το Q του Ζαφειριού
Το Q (= quality factor) είναι ένα μέγεθος που μετρά τον χρόνο εξασθένησης (decay time) των αντηχήσεων ενός υλικού – για πόσο χρονικό διάστημα θα καμπανίζει, πόσο καλή καμπάνα είναι (όποιος θέλει περισσότερες λεπτομέρειες, μπορεί να διαβάσει εδώ). Ένα υλικό που έχει τιμή Q ίση με 100 σημαίνει πως όταν ενεργοποιηθεί στην ιδιοσυχνότητά του, οι αντηχήσεις θα χρειαστούν 100 δευτερόλεπτα μέχρι να εξασθενήσουν στο μισό της αρχικής έντασης. Ένα εκλεκτό κρυστάλλινο ποτήρι αναμένουμε ότι έχει υψηλότερη τιμή Q από ένα φτηνό γυάλινο ποτήρι. Τα υλικά με ιδιαίτερα υψηλό Q χρησιμοποιούνται στην κατασκευή υπερευαίσθητων οργάνων, γυροσκόπιων και ιντερφερόμετρων. Και είναι γνωστό ότι ένα τέτοιο υλικό είναι οι κρύσταλλοι του ζαφειριού – το ζαφείρι είναι από τις καλύτερες καμπάνες που γνωρίζουμε. Θα γράψω τώρα ένα αντικειμενικό γεγονός, ένα στοιχείο της πραγματικότητας εκεί έξω, η αλήθεια του οποίου δεν είναι θέμα γνώμης ή προσωπικής κρίσης: κάνουμε τη μέτρηση και το επαληθεύουμε ή το διαψεύδουμε, τελεία και παύλα. «Και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει», που λέει κι η Σώτη:

Ο κρύσταλος του ζαφειριού έχει τιμή Q ίση με 4x108 (δηλαδή, όταν ενεργοποιηθεί στην ιδιοσυχνότητά του, οι αντηχήσεις του θα χρειαστούν 400 εκατομμύρια δευτερόλεπτα – περίπου 12,68 χρόνια – για να εξασθενήσουν στο μισό της αρχικής έντασης). Ισχύει ή δεν ισχύει;

Από το Tacit Knowledge, Trust and the Q of Sapphire του H. Collins, 2001: Τέτοιες τιμές Q για τα ζαφείρια, της τάξης του 4x108, είχαν αναφερθεί από την ερευνητική ομάδα του Vladimir Braginsky στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας ήδη από τη δεκαετία του ’80. Δεν μπορούσαν όμως να αναπαραχθούν στα πανεπιστήμια της Δύσης, τα οποία, στην καλύτερη περίπτωση, κατέληγαν σε τιμές Q της τάξης του 107 (η διαφορά ήταν σημαντική). Και μιλάμε για καλά πανεπιστήμια – Caltech, Stanford, το πανεπιστήμιο της Γλασκώβης και του Perth στην Αυστραλία. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, πολλοί δυτικοί επιστήμονες δυσπιστούσαν για το ρώσικο αποτέλεσμα και υποψιάζονταν απάτη ή σφάλμα.

To καλοκαίρι του 1998 και μετά από σειρές αποτυχημένων προσπαθειών, μια ομάδα επιστημόνων από το πανεπιστήμιο της Γλασκώβης επισκέφτηκε το πανεπιστήμιο της Μόσχας και δούλεψε επί μία βδομάδα με έναν ερευνητή από την ομάδα του Braginsky. Δεν κατάφεραν να μετρήσουν τέτοιες τιμές Q. Επέστρεψαν όμως πεπεισμένοι ότι οι Ρώσοι είχαν δίκιο. Συνέχισαν τις προσπάθειές τους στη Γλασκώβη επί έναν χρόνο, χωρίς να μετρήσουν τέτοιο Q. Το καλοκαίρι του 1999, ο Ρώσος επισκέφτηκε το εργαστήριο στη Γλασκώβη και δούλεψε μαζί τους. Στα μέσα Ιουνίου 1999, μετρήθηκε για πρώτη φορά στη Δύση τιμή Q πάνω από 108. Λίγο αργότερα, ένα μέλος της Σκωτσέζικης ομάδας μέτρησε τέτοια τιμή Q και στο Stanford, χωρίς την παρουσία του Ρώσου. Το αποτέλεσμα πλέον έγινε αποδεκτό: θεωρείται αντικειμενικό γεγονός, στοιχείο της πραγματικότητας εκεί έξω, ότι οι κρύσταλλοι του ζαφειριού έχουν Q της τάξης του 4x108. Γιατί όμως χρειάστηκαν τόσα χρόνια, αποτυχίες και άκαρπες προσπάθειες προκειμένου να εγκαθιδρυθεί ένα γεγονός ως αντικειμενικό; Το σημείο-κλειδί ήταν η επίσκεψη των Σκωτσέζων στη Μόσχα. Παρόλο που δεν μέτρησαν το επίμαχο αποτέλεσμα (και ούτε κατάφεραν να το μετρήσουν επί έναν χρόνο κατόπιν), πείστηκαν ότι οι Ρώσοι ήξεραν τι έλεγαν. Πώς έγινε αυτό;

Εδώ αναγκαστικά πρέπει να μπούμε σε λεπτομέρειες και να δούμε πώς γίνεται η μέτρηση του Q. Μέσα σε θάλαμο, ο κρύσταλλος – ένας κύλινδρος 5-10 εκ. μήκος και 1-10 εκ. διάμετρος – αναρτάται από νήμα, το οποίο περνά γύρω από το κέντρο του. Τα δύο άκρα του νήματος στερεώνονται σε κάποιον σφιγκτήρα ψηλά κι ο αέρας αντλείται από τον θάλαμο. Το νόημα είναι να απομονωθεί ο κρύσταλλος, όσο το δυνατόν, από τις δονήσεις του περιβάλλοντος. Η μία άκρη του κρύσταλλου φέρει στρώση αλουμινίου, ώστε να λειτουργεί σαν καθρέφτης για το λέιζερ του ιντερφερόμετρου που θα μετρήσει τις αντηχήσεις του. Κατόπιν, ο κρύσταλλος δονείται (με δημιουργία ηλεκτροστατικού πεδίου) στην ιδιοσυχνότητά του. Το πεδίο διακόπτεται, το ιντερφερόμετρο μετρά τις δονήσεις του κρυστάλλου και, μέσω αυτών, τον ρυθμό εξασθένησης των αντηχήσεων. Τέλος, από τον ρυθμό εξασθένησης συνάγεται μαθηματικά το Q του κρυστάλλου.

Τώρα... πάντα θα υπάρχει απώλεια ενέργειας από τον κρύσταλλο στο υπόλοιπο σύστημα. Κάποιες δονήσεις θα μεταφερθούν από το ζαφείρι στο νήμα αιώρησης. Πάντα θα υπάρχουν τριβές μεταξύ του νήματος και του σφιγκτήρα στον οποίον στερεώνεται, οπότε αυτός θα πρέπει να συναντά το νήμα σε οξεία γωνία – όχι όμως υπερβολικά οξεία γιατί θα βλάψει τις ίνες του νήματος. Σίγουρα θα χαθεί ενέργεια από τριβές μεταξύ του κρυστάλλου και του νήματος, καθώς και από εσωτερικές τριβές του νήματος. Θα υπάρξουν επίσης και θερμοδυναμικές απώλειες ενέργειας λόγω του εναπομείναντος αέρα στον θάλαμο. Η τέχνη του πειράματος είναι να ελαχιστοποιηθούν όλες αυτές οι απώλειες. Να εντοπιστεί, μετά από εξερευνητικές δοκιμές, η σωστή πειραματική διάταξη, η σωστή γωνία μεταξύ νήματος και σφιγκτήρα, το σωστό μήκος νήματος κ.λπ., αλλιώς ο πειραματιστής θα μετρήσει πλασματικά μικρό Q.

Ποια είναι λοιπόν κάποια από τα πράγματα (κάποια, όχι όλα) που έμαθαν οι Σκωτσέζοι την εβδομάδα που δούλεψαν με τον Ρώσο στη Μόσχα;

(1) Παίζει ρόλο το υλικό του νήματος, καθώς και η στρατηγική του πειράματος. Οι Σκωτσέζοι χρησιμοποιούσαν χαλύβδινα νήματα. Ο Ρώσος χρησιμοποιούσε σε όλη τη σειρά των εξερευνητικών δοκιμών νήμα από υψηλής ποιότητας κινέζικο μετάξι. Ήξερε από την εμπειρία του ότι αυτό δίνει καλύτερες τιμές Q. Ήξερε επίσης ότι τα νήματα από βολφράμιο έδιναν ακόμα καλύτερο Q, όμως το βολφράμιο έπρεπε να γυαλιστεί προσεκτικά ακριβώς στον σωστό βαθμό. Δεν ήταν εύκολο να περιγραφεί με λέξεις αυτός ο σωστός βαθμός γυαλίσματος, οι Σκωτσέζοι χρειάστηκε να παρακολουθήσουν τον Ρώσο στην πράξη για να το πιάσουν: “One scientist described the Russian experiments to me as involving a great deal of ‘black magic’” (σελ. 75). Επίσης, χρησιμοποιώντας νήμα βολφραμίου μπορούσε να σημειωθεί πρόβλημα με τον σφιγκτήρα, καθότι το μέταλλο ήταν πολύ πιο σκληρό και ασυμπίεστο από το μετάξι. Οπότε, ο Ρώσος έκανε όλη τη σειρά των εξερευνητικών δοκιμών με μεταξένια νήματα προκειμένου να εντοπίσει τη σωστή πειραματική διάταξη, και κρατούσε το νήμα βολφραμίου για τις τελικές δοκιμές που θα έδιναν την μέτρηση.

(2) Παίζει ρόλο ο σφιγκτήρας. Ο Ρώσος αφιέρωνε πολύ χρόνο σ’ αυτόν, κάνοντας απειροελάχιστες αλλαγές ξανά και ξανά και ξανά, με άπειρη προσοχή και φροντίδα, μέχρι να πετύχει τη διάταξη που τον ικανοποιούσε. Ήταν κι αυτό ένα ακόμα θέμα που δεν μπορούσε να περιγραφεί εύκολα με λόγια, οι Σκωτσέζοι το συνέλαβαν παρακολουθώντας τον μάστορα στην εργασία του: “We do not have an exact language for describing degree of care that needs to be taken” (σελ. 80).

(3) Παίζει ρόλο η λίπανση του νήματος. Τόσο μεταξύ νήματος και κρυστάλλου, όσο και στην επαφή του νήματος με τον σφιγκτήρα, θα πρέπει να υπάρχει λιπαντικό για να ελαχιστοποιηθούν οι τριβές. Λέει ένας Σκωτσέζος: «Είναι πολύ δύσκολο να πεις την ακριβώς σωστή ποσότητα λίπους που χρειάζεται» (σελ. 81). Υπερβολικά λίγο λίπος θα κάνει το νήμα να πηδάει κολλώντας και ξεκολλώντας, υπερβολικά πολύ θα κάνει το νήμα να χορεύει και να είναι χαλαρό: όλα αυτά θα έχουν επιπτώσεις στην μέτρηση. Κι εδώ οι Σκωτσέζοι χρειάστηκε να παρακολουθήσουν τον Ρώσο στη δουλειά του για να το συλλάβουν. Αυτός είχε δύο μεθόδους λίπανσης ώστε να πετύχει αυτή τη σωστή ποσότητα. Είτε χρησιμοποιούσε πρώτα μια παχύτερη κλωστή από ιταλικό μετάξι, τη λίπαινε με λαρδί και τη σκούπιζε με ένα πανί μέχρι το περισσότερο λίπος να απορροφηθεί από το πανί. Στερέωνε λοιπόν τον κρύσταλλο σ’ αυτό, μέχρι το ιταλικό μετάξι να αφήσει ένα πολύ λεπτό ίχνος λίπους πάνω του. Αυτή ήταν η ακριβώς σωστή ποσότητα. Κατόπιν έβγαζε τον Ιταλό γύρω από τον κρύσταλλο και τον έδενε με τον Κινέζο, ο οποίος τώρα ακουμπούσε στο λεπτό ίχνος λίπους που είχε αφήσει ο Ιταλός.

(4) Η δεύτερη μέθοδος του Ρώσου ήταν να λιπάνει κατευθείαν το κινέζικο νήμα με ανθρώπινο λίπος: έπαιρνε την κλωστή και την περνούσε πάνω από τη ρίζα της μύτης του ή πίσω από το αυτί του. Οι Σκωτσέζοι δοκίμασαν την μέθοδο της ανθρώπινης λίπανσης και απεδείχθη ότι σχετικά λίγοι είχαν τον σωστό τύπο δέρματος. Κάποιοι είχαν πολύ καλό φυσικό λίπος, άλλοι είχαν λίπος που λειτουργούσε μόνο περιστασιακά, κάποιοι άλλοι είχαν υπερβολικά ξηρό δέρμα. Το εργαστηριακό ημερολόγιο περιελάμβανε και κάποιες περίεργες καταχωρήσεις του στιλ: «Δοκιμή 3: Ρώσικο νήμα με λίπανση Γιώργου. Δοκιμή 4: Αλλαγή από λίπανση Γιώργου σε λίπανση Νίκου κ.ο.κ.».

(5) Κάνε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός – όμως υπομονή πολύ μεγαλύτερης τάξης από ό,τι νόμιζες. «Αυτό που μάθαμε πρώτα και καλύτερα ήταν η αξία της υπομονής. Εμείς παλιότερα προσπαθούσαμε ένα ολόκληρο πρωινό, και μετά από πολλές δοκιμές παίρναμε πάντα το ίδιο Q. Μας ήταν, λοιπόν, πολύ φυσιολογικό να πούμε ότι αυτό είναι το Q και τέρμα. Κάτι που μάθαμε από τον Ρώσο είναι ότι πρέπει να είμαστε πολύ πιο υπομονετικοί. Ο Ρώσος προσπαθούσε πολύ περισσότερο προτού δεχτεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Εκεί αυτός, άλλαζε τις παραμέτρους του πειράματος απειροελάχιστα, για μέρες ολόκληρες. Κι εμείς καθόμασταν και παρακολουθούσαμε» (σελ. 79).

(6) Παίζει ρόλο ο πειραματιστής. Είναι αντικειμενικό γεγονός πως οι κρύσταλλοι του ζαφειριού έχουν Q της τάξης του 4x108 επειδή αναπαρήχθησαν οι ρώσικες μετρήσεις στην Δύση. Αυτές όμως μπόρεσαν και αναπαρήχθησαν επειδή οι Σκωτσέζοι επέστρεψαν από τη Μόσχα πεπεισμένοι πως οι Ρώσοι ήξεραν τι έκαναν. Οι Σκωτσέζοι όμως επέστρεψαν από τη Μόσχα πεπεισμένοι επειδή πείστηκαν πως ο ερευνητής με τον οποίο δούλεψαν ήταν σοβαρός. Και δεν χρειάστηκε να δουν αποτελέσματα. Πείστηκαν από την επαφή μαζί του και τον τρόπο εργασίας του. Λέει ένας Σκωτσέζος: «Να, καθόμασταν μ’ αυτόν, κοιτούσε πώς δουλεύαμε και σε κάποια στιγμή έλεγε, θέλω να δοκιμάσω κάτι άλλο, να μεταβάλω απειροελάχιστα κάτι κι έβλεπες να γίνονται βελτιώσεις. Και μετά έλεγε, μην πειράξεις τίποτα, θα το κάνεις χειρότερο, και πράγματι, άλλαζες κάτι και το ‘κανες χειρότερο. Και ξέρεις, είναι απ’ αυτές τις καταστάσεις που δεν χρειάζεται να πεις πολλά. Ήταν τόσο καλή η αλληλεπίδραση μαζί του, εμείς καταλαβαίναμε πώς σκεφτόταν αυτός κι αυτός καταλάβαινε πώς σκεφτόμασταν εμείς» (σελ. 77).

Ουσιαστικά, αυτό που περιγράφει ο Σκωτσέζος είναι η παλιά, καλή μαθητεία (apprenticeship) σε κάποιον μάστορα που ξέρει την τέχνη. Ο Michael Polanyi το είχε επισημάνει ήδη από τη δεκαετία του ‘50: Αυτό που κάνουμε οι επιστήμονες στα εργαστήρια είναι πιο κοντά στο «τέχνη» ή στο «μαστοριά» παρά στο «επιστήμη» (με την αφελή, σωτητριανταφυλλική έννοια της λέξης). Κι όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση μαθητείας και μαστοριάς, ένα μεγάλο μέρος της δεν μπορεί να μπει σε λόγια, δεν μεταδίδεται με τον κατεστημένο τρόπο αναφοράς, δηλαδή βιβλία, συνέδρια, papers και journals, αλλά με μη-αναλυτικούς, μη-καρτεσιανούς τρόπους: μίμηση, αμοιβαία εμπιστοσύνη, «δεν χρειάζεται να πεις πολλά, αυτός καταλάβαινε πώς σκεφτόμασταν εμείς κι εμείς καταλαβαίναμε πώς σκεφτόταν αυτός» κ.α. Όπως επίσης συμβαίνει σε κάθε περίπτωση μαστοριάς, δεν μπορείς να απομονώσεις εύκολα τη γνώση από τους ανθρώπους της.

Θα χρησιμοποιήσω εδώ το κριτήριο του Nicholas Humphrey, ψυχολόγου στο Cambridge, για τη διαφορά της επιστήμης από τη μη-επιστήμη («τέχνη», «μαστοριά»), το χρησιμοποιεί κι ο Dennett σε κάποιο βιβλίο του. Το ερώτημα του Humphrey ήταν: αν κάποιος μπορούσε να γυρίσει πίσω στον χρόνο και να εξαφανίσει για πάντα τη Μόνα Λίζα του Ντα Βίντσι ή τον Μαγεμένο Αυλό του Μότσαρτ ή τα Principia του Νεύτωνα ή τον Πύργο του Άιφελ, ποιο θα ήταν λογικό να καταστρέψει; Απάντηση: τα Principia του Νεύτωνα. Διότι είναι το μόνο από τα τέσσερα που μπορεί να αναπαραχθεί ανεξάρτητα. Αν ο Μότσαρτ δεν είχε συνθέσει τον Μαγεμένο Αυλό, τότε η ανθρωπότητα θα είχε στερηθεί για πάντα ένα μουσικό αριστούργημα. Όμως αν ο Νεύτωνας δεν είχε γράψει τα Principia, τότε αργά ή γρήγορα κάποιος άλλος (ή άλλοι) θα εμφανιζόταν με μια ισοδύναμη έκφραση αυτής της γνώσης. Η επιστήμη δουλεύει με στοιχεία που μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς και διαδικασίες που μπορούν να τυποποιηθούν αλγοριθμικά ώστε να αναπαραχθούν ανεξάρτητα – δηλαδή, απομονώνει τη γνώση από τον ανθρώπινο φορέα της. Ή έτσι οφείλει να κάνει. Ή έτσι παριστάνει ότι κάνει.

Διότι στην περίπτωση του Q του ζαφειριού, το κριτήριο του Humphrey παραβιάστηκε: επί περίπου 10 χρόνια η εργασία των Ρώσων δεν μπορούσε να απομονωθεί από τους ανθρώπους της. Δηλαδή, οι δυτικοί δεν μπορούσαν να επαναλάβουν τη μέτρηση από τα papers και τις ανακοινώσεις, όσο αναλυτικά και να ήταν αυτά. Χρειάστηκε να έρθουν σε προσωπική επαφή με τον τρόπο της μαθητείας για να πειστούν. Λέει ο Σκωτσέζος: «Συναντάς κάποιον, κι απλά ξέρεις ότι μπορείς να του έχεις εμπιστοσύνη ή όχι. Αν δουλέψεις μαζί στο εργαστήριο για μια βδομάδα, το ξέρεις. Λοιπόν, ξεκάθαρα, ο τύπος ήταν φοβερός. Εκείνο το καλοκαίρι περάσαμε μαζί 90 ώρες στο εργαστήριο, από τη μια Κυριακή ως την άλλη. Κι αυτός δεν ήθελε καν να βγούμε έξω για φαγητό, απλώς δάγκωνε ένα σάντουιτς στα γρήγορα και συνέχιζε τη δουλειά» (σελ. 77).

Δείτε λοιπόν πόσοι παράγοντες μη-αναλυτικοί, μη-καρτεσιανοί, εμπλέκονται στη μέτρηση του Q και την εγκαθίδρυσή της ως αντικειμενικό γεγονός. Πόσο πολύπλοκη, λεπτεπίλεπτη και χαοτική είναι η πραγματικότητα του πειράματος, καμία σχέση με τον καρτουνίστικο κόσμο Σώτης Τριανταφύλλου. Έχω μια είδηση για όλους εμάς, τους μη-επιστήμονες, τους απέξω:

Κάπως έτσι είναι τα επιστημονικά πειράματα! (παρατηρήσεις, μετρήσεις κ.λπ.)

Κινούμενη άμμος, δεν έχεις από πού να πιαστείς (θα το προσδιορίσω περισσότερο στην επόμενη ανάρτηση). Κάθε φορά που διαβάζετε σε ένα paper, ένα βιβλίο, μια εφημερίδα, εκφράσεις του στιλ: «έγινε η μέτρηση και έδειξε την Α τιμή» ή «έγινε η παρατήρηση και σημειώθηκε το Β» ή «έγινε το πείραμα και έδωσε το Γ αποτελέσμα», να ξέρετε ότι κάτι ανάλογο κρύβεται από πίσω. Δεν παρουσίασα το Q του ζαφειριού ως εξαιρετική αλλά ως τυπική περίπτωση, να δείξω την πραγματικότητα του εργαστηρίου. Όλα τα επιστημονικά πειράματα παραβιάζουν το κριτήριο του Humphrey, διότι είναι, στην πραγματικότητα, ατέλειωτες σειρές εξερευνητικών δοκιμών όπου ένα μέρος τους δεν μπορεί να μπει σε λόγια.

Δείτε το, για παράδειγμα, και σε έναν διαφορετικό επιστημονικό κλάδο, την Ανοσολογία (από το Going Monoclonal, 1988, των Cambrosio & Keating, σελ. 248-249). Η παραγωγή μονοκλωνικών αντισωμάτων γίνεται με σύντηξη (fusion) Β λεμφοκυττάρων με καρκινικά κύτταρα, οπότε προκύπτουν κάποια χρήσιμα υβριδώματα. Αυτά είναι πολύ ευαίσθητα. Σε κάποια στιγμή της καλλιέργειάς τους είναι απαραίτητο να αλλάξουν καλλιεργητικό μέσο. Αν μεταφερθούν υπερβολικά γρήγορα σε άλλη μικροπλάκα, είναι πιθανό να μην επιζήσουν. Αν μεταφερθούν υπερβολικά αργά, είναι πιθανό να πεθάνουν στην αρχική. Η μεταφορά πρέπει να γίνει την κατάλληλη στιγμή. Ο προσδιορισμός αυτής της στιγμής έχει να κάνει (1) με το χρώμα του θρεπτικού υλικού της καλλιέργειας, (2) τη μορφή των κυττάρων και (3) το μέγεθός τους. Από αυτούς τους τρεις παράγοντες προκύπτει ένας τέταρτος, η βιωσιμότητα (viability) της καλλιέργειας, όχι όμως με κάποιον αναλυτικό τρόπο. Δεν υπάρχει αλγόριθμος, μαθηματική συνάρτηση, μέθοδος, συνταγή κ.λπ. που να συνθέτει τιμές για τη μορφή, το μέγεθος, το χρώμα, και να δίνει τιμές για τη βιωσιμότητα. Δεν υπάρχει τρόπος να προσδιοριστεί αναλυτικά η βιωσιμότητα ώστε να καταγραφεί στο χαρτί, να μεταδοθεί, και να αναπαραχθεί ανεξάρτητα. Ο ερευνητής μαθαίνει να κοιτάζει τα κύτταρα στο μικροσκόπιο υπό την επίβλεψη κάποιου έμπειρου.

Κάτι που φαίνεται κι από τον τρόπο που μιλάνε για τη βιωσιμότητα τα σχετικά ανοσολογικά εγχειρίδια: “As the cells become very dense, they start to look unhealthy, and viability drops” (Monoclonal Antibodies: Principles and Practice), ή “Sometimes the hybridomas do not look ‘happy’ after the replacement of HT with normal growth medium” (Monoclonal Antibody Strategy and Techniques).

Ένας πανεπιστημιακός ερευνητής εξηγεί τι είναι τα «χαρούμενα κύτταρα» και πώς τα αναγνωρίζεις: You look in the microscope at cells growing: are they healthy or are they not healthy? You learn that by association. The professor says: these are healthy, those are not. You learn by association, without knowing what you are looking at; you learn to know when "it looks good" (σελ 249).

Κύτταρα που «φαίνονται υγιή», «φαίνονται χαρούμενα» κ.λπ., δεν είναι σοβαροί επιστημονικοί όροι («τα υβριδώματα θα πρέπει να φαίνονται σαν μπάλες παραλίας», ήταν η εξήγηση ενός άλλου ερευνητή). Όμως ούτε χαζοί είναι οι σχετικοί επιστήμονες, ούτε τους λείπει η αναλυτική ικανότητα. Απλά η παραγωγή υβριδωμάτων, από την ίδια της τη φύση, δεν μπορεί να μπει εξολοκλήρου σε λόγια – ουσιαστικά, είναι ουσιαστικά περίπτωση μαθητείας, ο ερευνητής το μαθαίνει δίπλα σε κάποιον μάστορα που ξέρει την τέχνη: Τhe newcomer to hybridization is well advised to learn the technique in a laboratory which is already practicing fusion ... The best approach is therefore to learn from an experienced laboratory and practice until hybrids are obtained (Monoclonal Hybridoma Antibodies: Techniques and Applications).

Μέχρι στιγμής, ουσιαστικά δεν λέω τίποτα καινούργιο, όλα αυτά τα είχε επισημάνει ο M. Polanyi ήδη από τη δεκαετία του ’50 (δίνω βάρος στον Polanyi διότι υπήρξε ο πρώτος σημαντικός φιλόσοφος της επιστήμης ο οποίος ήταν και ενεργός επιστήμονας ο ίδιος, ήξερε τη δουλειά από μέσα – δεν ξεκίνησε ως «φιλόσοφος», ούτε ως πτυχιούχος φυσικών επιστημών που ειδικεύτηκε στη φιλοσοφία, αλλά ως «επιστήμονας που φιλοσοφούσε»). Αξίζει όμως να τονιστούν διότι δεν τα ξέρουμε εμείς, οι απέξω, που δεν έχουμε την εμπειρία του εργαστηρίου. Καθώς επίσης και διότι μπορούν να έχουν εξαιρετικά σημαντικές επιπτώσεις στη ζωή μας...

Άσκηση για το σπίτι 1: Στην περίπτωση που παρουσίασα, τόσο οι Σκωτσέζοι όσο κι ο Ρώσος φαίνεται ότι ήταν σοβαροί και κατάφεραν να επικοινωνήσουν καλά. Όμως και το αντικείμενο της έρευνας, τα υλικά με πολύ υψηλό Q, έχει στενά τεχνικό ενδιαφέρον, μόνο για την κατασκευή υπερεξειδικευμένων οργάνων. Αν δεν ήταν έτσι, αν ήταν ένα άλλο αντικείμενο με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα πίσω του, πιστεύετε ότι θα τα βρίσκαν μεταξύ τους τόσο καλά; Επίτηδες παρουσίασα ένα ανώδυνο παράδειγμα, όμως πάμπολλα άλλα αντικείμενα μελέτης των φυσικών επιστημών είναι οικονομικώς ευαίσθητα. Αν π.χ. υπήρχαν μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα ώστε ο κρύσταλλος του ζαφειριού να ΜΗΝ έχει Q της τάξης του 4x108, πιστεύετε ότι οι Σκωτσέζοι κι ο Ρώσος θα έχτιζαν τέτοια εμπιστοσύνη;

Παρατηρήστε απλώς πόσο εύκολο θα ήταν να τον απορρίψουν! Αν δεν είχαν σκοπό να πειστούν, θα μπορούσαν πανεύκολα να τον θάψουν – και μάλιστα νόμιμα, νομιμότατα, χωρίς να πούνε ψέματα και χωρίς να χαλκεύσουν στοιχεία! Δεν θα τους εντυπωσίαζε τόσο πολύ ότι δάγκωνε ένα σάντουιτς στα γρήγορα και συνέχιζε τη δουλειά• δεν θα πετύχαιναν με τίποτα ακριβώς το σωστό γυάλισμα του νήματος από βολφράμιο ούτε ακριβώς τη σωστή λίπανση του μεταξένιου νήματος• δεν θα θαύμαζαν την υπομονή του, που για μέρες ολόκληρες επέμενε να κάνει απειροελάχιστες αλλαγές – δεν θα το ονόμαζαν καν «υπομονή» αλλά «πείσμα» ή «κόλλημα» ή «εμμονή»• δεν θα ήταν απ’ αυτές τις καταστάσεις «ξέρεις, που δεν χρειάζεται να πεις πολλά, εμείς καταλαβαίναμε πώς σκεφτόταν αυτός κι αυτός καταλάβαινε πώς σκεφτόμασταν εμείς». Λοιπόν, αν οι Σκωτσέζοι δεν είχαν σκοπό να πειστούν, θα μπορούσαν πανεύκολα να ανακοινώσουν: κάναμε ό,τι μας είπε και μας έδειξε, όμως δεν καταλήξαμε σε αποτέλεσμα, κρίνουμε πως δεν υποστηρίζεται πειραματικά ο ισχυρισμός ότι τα ζαφείρια έχουν Q της τάξης του 4x108.

Να λοιπόν γιατί έχει σημασία να έχουμε υπόψη την πραγματικότητα των επιστημονικών διαδικασιών (πειράματα, μετρήσεις, παρατηρήσεις κ.λπ.). Η φράση του R. Feynman, «το πείραμα είναι ο μόνος κριτής της επιστημονικής αλήθειας», σηκώνει πολλή συζήτηση... Άλλοι κριτές της επιστημονικής αλήθειας, εκτός από το πείραμα, μπορούν επίσης να είναι π.χ. το ΕΒΕΑ, το λόμπι Χ, ο Πούτιν, η Bayer κ.λπ. Μην ξεχνάμε τον Χρυσό Κανόνα του Ηλία:

Χρυσός Κανόνας του Ηλία. Αν αρχίσουν κι ανακατεύονται χρήματα, το θέμα παύει να είναι αυστηρά επιστημονικό, φιλοσοφικό, πανεπιστημιακό, τεχνικό.

Δηλαδή, μπορεί να διαφωνούμε έντιμα, ορθολογικά και πολιτισμένα για (πείτε ένα ανώδυνο θέμα) π.χ. τη μελισσοκομία της μεσαιωνικής Μογγολίας. Και να είμαστε σωστοί ο ένας απέναντι στον άλλον, με αμοιβαία αναγνώριση και σεβασμό. Αν όμως στο παιχνίδι ανακατευθεί και η πολυεθνική Honey Money Inc., με προϊόντα βασισμένα σε παραδοσιακές μογγολικές συνταγές που προσφέρουν υγεία και μακροζωία, τότε τα πράγματα αλλάζουν... Τότε κάποιος από τους δυο μας θα μάθει ότι 1 + 1 = 4 κι ότι οι αγελάδες πετάνε.

Κι αυτό διότι έχεις περιθώριο να αμφισβητήσεις πειραματικά αποτελέσματα – και να το κάνεις νόμιμα, νομιμότατα, χωρίς να πεις ψέματα και χωρίς να χαλκεύσεις στοιχεία. Αν η παρατήρηση εδώ είναι ότι θα γίνουν κι άλλα πειράματα οπότε αργά ή γρήγορα η αλήθεια θα λάμψει, τότε η απάντησή μου είναι ότι σε τέτοια καυτά θέματα δεν φτάνει η πρόφαση των ελληνικών κυβερνήσεων. Δεν είναι αρκετό – σε τέτοια θέματα, πάντα – ότι κάποτε η αλήθεια θα λάμψει, θα χυθεί άπλετο φως, το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκκαλο κ.λπ. Εσύ, εντωμεταξύ, μπορείς να διαιωνίζεις τις αμφιβολίες και να σπέρνεις σύγχυση ώστε το κοινό να παρακολουθεί σαστισμένο, όπως παλιά βλέπαμε τους σεισμολόγους να τσακώνονται στην TV χωρίς να πολυκαταλαβαίνουμε τι λένε. Η αλήθεια κάποτε θα λάμψει όμως η ζημιά θα έχει ήδη γίνει.

Αυτό ακριβώς επισημαίνουν οι Ν. Oreskes & E. Conway, κορυφαίοι ιστορικοί της επιστήμης, στο βιβλίο τους Merchants of Doubt (2010). Συγκεκριμένα, παρατήρησαν ένα κοινό pattern στις επιστημονικές διαμάχες του παρελθόντος και του παρόντος για οικονομικώς καυτά αντικείμενα μελέτης των φυσικών επιστημών, με τεράστια συμφέροντα πίσω τους (όξινη βροχή, φυτοφάρμακα, κάπνισμα, κλιματική αλλαγή, τρύπα του όζοντος κ.α.). Προκειμένου να διαιωνίζεται η σύγχυση σ’ αυτά τα θέματα και να αναβάλλεται διαρκώς η κυβερνητική παρέμβαση, δεν χρειάζονται πολλοί επιστήμονες. Λίγοι είναι αρκετοί. Κι αυτοί οι λίγοι επιστήμονες (“merchants of doubt”) δεν χρειάζεται να κάνουν το άσπρο μαύρο: έχουν πάντα τρόπο να αμφισβητούν τα ερευνητικά αποτελέσματα των άλλων – και να το κάνουν νόμιμα, νομιμότατα, χωρίς να πούνε ψέματα και χωρίς να χαλκεύσουν στοιχεία. Και δεν χρειάζεται ακριβώς να πείσουν την επιστημονική κοινότητα. Αρκεί να σηκώνουν σκόνη με προβεβλημένα άρθρα σε μεγάλα ΜΜΕ, όπως η Wall Street Journal κ.α.

Σε αντίθεση, λοιπόν, με τη Σώτη και τον Richard Feynman, ούτε «το πείραμα είναι ο μόνος κριτής της επιστημονικής αλήθειας» ούτε η φύση των πειραμάτων είναι καρτουνίστικη και ευδιάκριτη, με αποτελέσματα που «κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει». Το αντίθετο ακριβώς: πάντα μπορείς να αμφισβητείς πειραματικά αποτελέσματα! Και να το κάνεις νόμιμα, νομιμότατα, χωρίς να λες ψέματα και χωρίς να χαλκεύεις στοιχεία! Πάντα μπορείς να απορρίπτεις στοιχεία και να βρίσκεις μεθοδολογικά κενά, ώστε να ισχυρίζεσαι πως το θέμα δεν είναι σαφές, η επιστήμη δεν έχει κατασταλάξει, χρειάζεται περισσότερη έρευνα, δεν στοιχειοθετείται η ανάγκη για ανάληψη δράσης. Αν δεν έχεις σκοπό να πειστείς, δεν θα πειστείς με τίποτα (ακόμα καλύτερα, μάλιστα, αν πληρώνεσαι προκειμένου να μην πείθεσαι). Και τα μεγάλα ΜΜΕ δεν χρειάζεται να πέσουν σε επίπεδο Λιακόπουλου: φτάνει απλώς να κρατάνε μια προσχηματική πολιτική ίσων αποστάσεων και να προβάλλουν εξίσου όλες τις πλευρές – ακόμα κι αν η άποψη της μιας πλευράς υποστηρίζεται μόνο από μια ισχνή μειοψηφία επιστημόνων.

Άσκηση για το σπίτι 2. Σε πόσα άλλα οικονομικώς ευαίσθητα αντικείμενα μελέτης των φυσικών επιστημών έχει συμβεί αυτό; Δηλαδή, κάποιοι επιστήμονες δεν είχαν σκοπό να πειστούν για τα πειραματικά αποτελέσματα συναδέλφων τους, οπότε τα απέρριψαν νόμιμα, νομιμότατα, χωρίς να πούνε ψέματα και χωρίς να χαλκεύσουν στοιχεία; Ποιος ξέρει...



Simitean Fallacy
Σας έχω άσχημα νέα: έχουμε πέσει θύματα πλάνης... Η οποία δημιουργείται από τον τρόπο που διδάσκεται η επιστήμη στα σχολεία, γράφεται στα επιστημονικά papers, ανακοινώνεται στην TV, στις εφημερίδες, και αναλύεται στην ξεπερασμένη πλέον φιλοσοφία της επιστήμης. Δίνω ένα παράδειγμα της πλάνης από ένα κλασικότατο βιβλίο: στο The Structure of Science (1961) του Ernest Nagel, σελ. 79, o συγγραφέας λέει,

Scientific thought takes its ultimate point of departure from problems suggested by observing things … and its final test for laws that serve as instruments of explanation and prediction is their concordance with such observations … the law that lead melts at 327 degrees C is a law of this kind 
Κατόπιν εξηγεί ότι ο θεωρητικός τρόπος για να υπολογιστεί το σημείο τήξης του μολύβδου έχει αφετηρία τα ατομικά χαρακτηριστικά του μετάλλου, και τέλος τονίζει ότι η θεωρητική τιμή θα πρέπει να συμφωνεί με την πειραματική. Πάντως, έτσι όπως το γράφει, ο αναγνώστης τείνει να συμπεράνει ότι γίνεται το πείραμα και παρατηρείται ξεκάθαρα, αδιαφιλονίκητα, με καρτουνίστικη σαφήνεια η τιμή για το σημείο τήξης του μολύβδου στους 327 βαθμούς C (ή 327,5 ± 0,1 βαθμούς C, αν θέλουμε να είμαστε πιο ακριβείς). «Και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει» σύμφωνα με Σώτη, έτσι;

Καθόλου έτσι!

Η μέτρηση του σημείου τήξης του μολύβδου είναι όπως η μέτρηση του Q του ζαφειριού: κινούμενη άμμος. Όπως όλα τα επιστημονικά πειράματα! Στην καθιερωμένη διάταξη, ο ερευνητής τοποθετεί μια ποσότητα πολύ λεπτής σκόνης μολύβδου σε έναν τριχοειδή δοκιμαστικό σωλήνα, ο οποίος φέρει αισθητήρα στο εξωτερικό του συνδεδεμένο με θερμόμετρο. Όταν η σκόνη αρχίζει να λιώνει, μια μικροποσότητα θα εξατμιστεί και θα αλλάξει το χρώμα του σωλήνα. Ο ερευνητής πρέπει να καταγράψει την ένδειξη του θερμομέτρου αμέσως μόλις αντιληφθεί αλλαγή στο χρώμα. Τώρα... όσο λεπτός κι αν είναι ο σωλήνας, θα υπάρχει πάντα διαφορά ανάμεσα στη θερμοκρασία της σκόνης και στην ένδειξη του θερμομέτρου. Όσο προσεκτικός και να είναι ο πειραματιστής, πάντα θα υπάρχει μια χρονική διαφορά ανάμεσα στη στιγμή που ο σωλήνας αλλάζει χρώμα και στην αντίδρασή του. Κι όταν έχουμε να κάνουμε με τόσο μικρές ποσότητες λεπτής σκόνης μετάλλου, αρχίζουν κι έχουν σημασία οι προσμίξεις του – ουσιαστικά, σε τέτοιες μικροποσότητες μπορεί να μην έχει νόημα να μιλάμε για κάτι κοινό και οικουμενικό, «μόλυβδος», ίδιο για σένα και για μένα, αλλά για διαφορετικά δείγματα με διαφορετικούς βαθμούς καθαρότητας, το κάθε ένα με τον δικό του θεό.

Όλα αυτά όμως κρύβονται κάτω από το χαλί λόγω του τρόπου με τον οποίο περιγράφονται τα πειράματα στα papers και στα βιβλία. Η απλή παρατήρηση του H. Collins στο πιο πάνω άρθρο για το Q του ζαφειριού ήταν ότι αν άλλαζε ελάχιστα ο καθιερωμένος τρόπος συγγραφής των επιστημονικών papers, οι επιστήμονες που προσπαθούν να επαναλάβουν ένα πείραμα θα γλίτωναν από πολύ κόπο. Όχι κάτι ανατρεπτικό, απλά να δωθεί στον αναγνώστη μια ιδέα για τον βαθμό δυσκολίας του πειράματος, να ξέρει τι τον περιμένει, ποιας τάξης υπομονή πρέπει να κάνει π.χ.:
Την πρώτη φορά, χρειαστήκαμε 17 μήνες για να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα, όπου κάναμε συνολικά 165 δοκιμές με την κάθε μία να διαρκεί περίπου μία ημέρα. Τώρα, οι περισσότερες επιτυχημένες μετρήσεις σε καινούργια δείγματα χρειάζονται από 1 ως 13 δοκιμές, με μέσο όρο τις 7 δοκιμές, και η κάθε μία διαρκεί περίπου 2 ώρες. To ακόλουθο διάγραμμα παρουσιάζει την κατανομή του αριθμού των δοκιμών στα τελευταία 10 δείγματα που μετρήσαμε... 
Κάτι τέτοιο όμως χαλάει την πιάτσα. Έτσι θ’ αρχίσει η Σώτη να προβληματίζεται, «μα τα πειράματα δεν είναι καρτουνίστικα, με ευδιάκριτα αποτελέσματα που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει;». Όπως παραδέχεται κι ο Collins: «Με τις παρούσες συμβάσεις του επιστημονικού τρόπου γραψίματος, η έκθεση όλων αυτών των δυσκολιών θα φανεί σαν αδυναμία. Η επιστήμη παραδοσιακά οφείλει να περιγράφεται σαν να είναι άκοπη» (σελ. 82-83). Μ’ άλλα λόγια, η επιστήμη είναι σαν το Pretty Bra: αποσιωπά το υπόβαθρο πίσω από το παρουσιασθέν, κι αφήνει τον θεατή να το φαντάζεται καρτουνίστικα ευδιάκριτο.

Το λέω χιουμοριστικά αυτό κακή δημοσιογραφία. Στα ΜΜΕ θεωρείται αντιδεοντολογικό να γράφεις «ο Χ δολοφόνησε τον Υ». Ωφείλεις να γράφεις π.χ. «ο Χ κρίθηκε ένοχος για τη δολοφονία του Υ» ή ακόμα καλύτερα: «με τα Α στοιχεία και τις Β μαρτυρίες, οι Γ δικαστές έκριναν πάνω στο Δ σκεπτικό ότι υπήρχε προμελέτη ή εγκληματική αμέλεια κ.λπ.». Έχει νόημα να υπενθυμίζεις στον αναγνώστη ότι η εκδίκαση κάποιας υπόθεσης συνήθως περιλαμβάνει αβεβαιότητα, υποκειμενική κρίση, ενδεχομένως και σκοπιμότητες, αλλιώς ο αναγνώστης τείνει να φανταστεί το αντίθετο. Η δημοσιογραφία έχει κατακτήσει αυτό το επίπεδο, η επιστήμη όμως του βάζει Pretty Bra!

Αυτό σκέφτομαι να το ονομάσω Σημιτική Πλάνη (Simitean Fallacy) για να τιμήσω τον πρώην πρωθυπουργό μας. Θυμάμαι τα αθάνατα λόγια του: «αν έχετε στοιχεία, να τα πάτε στον εισαγγελέα». Ακούγοντας αυτή την κουβέντα, κάποιος που δεν ξέρει την Ελλάδα (π.χ. ένας Καναδός) τείνει να συμπεράνει ότι το σύστημα είναι τέτοιο ώστε τα στοιχεία περίπου αυτομάτως να οδηγούν σε καταδίκη. Δηλαδή, η χώρα είναι εύνομη και η δικαιοσύνη ανεξάρτητη, τυφλή, οι εισαγγελείς μελετάνε αμερόληπτα τα διαθέσιμα τεκμήρια και προωθούν τις υποθέσεις στις οποίες υπάρχει εύλογη υποψία παραβίασης νόμων κ.λπ. Οπότε, η μη-καταδίκη δεν μπορεί παρά να οφείλεται στη μη-ύπαρξη στοιχείων, σωστά;... Φυσικά, εμείς που δεν είμαστε Καναδοί, ξέρουμε ότι τα στοιχεία δεν οδηγούν αυτομάτως σε καταδίκη κι ότι η δικαιοσύνη είναι κάθε άλλο παρά τυφλή στην Ελλάδα (ξέρουμε επίσης ότι αυτό που είπε στην πραγματικότητα ο Σημίτης ήταν: «σας έχω γραμμένους»). Άντε να τα εξηγήσεις όλα αυτά στον Καναδό...

Λοιπόν, όπως στο σύστημα της Ελλάδας υπάρχει απόσταση ανάμεσα από τα στοιχεία και την ετυμηγορία, έτσι και στο σύστημα της επιστήμης υπάρχει εξίσου μεγάλη απόσταση ανάμεσα από τα ακατέργαστα στοιχεία (αυτό που συμβαίνει) και τη ραφιναρισμένη ετυμηγορία τους (αυτό που ανακοινώνεται ότι συμβαίνει). Εμείς, οι μη-επιστήμονες, είμαστε Καναδοί που διαβάζουμε π.χ. «το σημείο τήξης του μολύβδου μετρήθηκε στους 237 βαθμούς C» και φανταζόμαστε ότι η φύση του πειράματος είναι τέτοια ώστε τα αποτελέσματα να προκύπτουν με καρτουνίστικη σαφήνεια. Όπως κάποιος που διαβάζει στην εφημερίδα το αντιδεοντολογικό «ο Χ δολοφόνησε τον Υ» και φαντάζεται ότι η εκδίκαση της υπόθεσης ήταν μια καρτουνίστικα ευδιάκριτη και αδιαφιλονίκητη διαδικασία. Υποπίπτουμε σε Σημιτική Πλάνη.

Λοιπόν, σπάνια υπάρχουν ευκρινή και αδιαφιλονίκητα πειραματικά αποτελέσματα – σημεία τήξης μετάλλων, Q κρυστάλλων, εντάσεις ηλεκτρικών ρευμάτων, οτιδήποτε. Με τον ίδιο τρόπο που σπάνια υπάρχουν καρτουνίστικα ευκρινείς και αδιαφιλονίκητες δίκες. Το κάθε πειραματικό αποτέλεσμα, στην πραγματικότητα, είναι η ετυμηγορία μιας σειράς πρακτικών, οι οποίες περιλαμβάνουν αβεβαιότητα, υποκειμενική κρίση, πράγματα που δεν μπορούν να μπουν εύκολα σε λόγια – πιο κοντά στο «μαστοριά» ή στο «τέχνη» παρά στο «επιστήμη». Ακριβώς όπως και η ετυμηγορία μιας δίκης. Η δημοσιογραφική δεοντολογία, τουλάχιστον, επιβάλλει να γράφεις με τέτοιον τρόπο ώστε να θυμίζεις στον αναγνώστη το υπόβαθρο πίσω από την ετυμηγορία. Η επιστήμη όμως κρύβει το δικό της υπόβαθρο με Pretty Bra. Και σε πολλές καυτές δικαστικές υποθέσεις, που έχουν ιδεολογικές, πολιτικές, οικονομικές, θρησκευτικές κ.λπ. διαστάσεις, έχει σημασία να θυμάσαι ότι το «ο Χ δολοφόνησε τον Υ» ίσως απέχει πολύ από το «με τα Α στοιχεία και τις Β μαρτυρίες, οι Γ δικαστές έκριναν πάνω στο Δ σκεπτικό ότι υπήρχε προμελέτη». Το σύστημα της επιστήμης τα εξαφανίζει όλα αυτά και παρουσιάζει έναν καρτουνίστικο κόσμο όπου, κατά R. Feynman, «το πείραμα είναι ο μόνος κριτής της επιστημονικής αλήθειας» – μια φράση που, αν την καλοσκεφτείτε, είναι το επιστημονικό αντίστοιχο του «άμα έχετε στοιχεία, να τα πάτε στον εισαγγελέα».


Ας εξετάσουμε όμως περισσότερο τη φύση των επιστημονικών πειραμάτων – το θέμα έχει τρελό ενδιαφέρον – με αφορμή ένα ακόμα διαφωτιστικό παράδειγμα. Αυτό που με απασχολεί είναι με ποιον τρόπο κατασκευάζεται ο καρτουνίστικος κόσμος Σώτης Τριανταφύλλου από την κινούμενη άμμο του πειράματος: