Τα Παραμύθια Λένε Πάντα Την Αλήθεια

Παραδοσιακό ιρλανδικό παραμύθι, πολύ γοητευτικό, ίσως λέγεται ως τις μέρες μας. Το αποδίδω με κάποιες ελευθερίες, εξάλλου συνεχώς το βρίσκεις σε μικρές παραλλαγές: 

Μια φορά κι έναν καιρό, τέσσερις γενναίοι πολεμιστές του τάγματος των Fianna (περίφημο τάγμα ιπποτών της αρχαίας Ιρλανδίας) βγήκαν για κυνήγι στο μεγάλο δάσος: ο Ντέρμοτ, ο Κόναν, ο Όσκαρ κι ο Γκαλ. Η μέρα περνούσε χωρίς κανένα θήραμα, οι πολεμιστές ξεμάκραιναν όλο και βαθύτερα, το μεγάλο δάσος τους ρούφαγε, μέχρι που κάποια στιγμή χάθηκαν οριστικά, καταπεινασμένοι και κατακουρασμένοι. Η μέρα έσβηνε, ερχόταν το σούρουπο και το σκοτάδι…. 

«Ας κατασκηνώσουμε κάπου να βγάλουμε τη νύχτα κι αύριο το πρωί, με το φως του ήλιου, ψάχνουμε το δρόμο για το στρατόπεδο» είπαν. Όμως μετά από λίγο, μέσ’ στα σκοτάδια, είδαν ένα μακρινό φως. 

«Μια αγροικία! Πάμε να ζητήσουμε φιλοξενία!»  

Οι πολεμιστές κίνησαν προς το φως, φτάσαν σ’ ένα ξύλινο καλυβάκι κ χτύπησαν την είσοδο κατάκοποι. Όταν άνοιξε η πόρτα αντίκρισαν έναν ασπρομάλλη Γέρο και μια αστραφτερή Κόρη, ομορφότερή της δεν είχαν ξαναδεί. «Εεεε….» κατάφεραν να βρουν τη μιλιά τους οι πολεμιστές, «είμαστε ιππότες των Fianna, χαθήκαμε στο δάσος, ζητάμε φιλοξενία για τη νύχτα» 

«Ελάτε Ντέρμοτ, Κόναν, Γκαλ και Όσκαρ, καλοδεχούμενοι!» τους απάντησε ο Γέρος με τα ονόματά τους. «Μόλις έγινε και το φαγητό!» 

Οι πολεμιστές μπήκαν σ’ ένα δωμάτιο με τζάκι (χωρίς να παίρνουν τα μάτια τους από την Κοπέλα). Ένα τσουκάλι με σούπα στη φωτιά του τζακιού, στρωμένο τραπέζι, ενώ στη γωνιά κούρνιαζαν μισοκοιμισμένα ένα Κριάρι και μια μαύρη Γάτα. 

«Καθίστε και ξεκουραστείτε, τέλειωσαν οι κόποι σας γι’ απόψε!» τους είπε ο Γέρος κι έγνεψε στην Κοπέλα να ετοιμάσει χορταστικές μερίδες που να αρμόζουν στους Fianna της Ιρλανδίας. Τους σέρβιραν και κατόπιν οι οικοδεσπότες αποσύρθηκαν σε διπλανό δωμάτιο. 

Καθώς όμως οι πολεμιστές ετοιμάζονταν να χορτάσουν την πείνα τους, το Κριάρι σηκώθηκε ξαφνικά, μ’ ένα σάλτο βρέθηκε πάνω στο τραπέζι και τους κοίταξε αγριεμένο. «Φύγε από δω!» είπαν αυτοί αλλά το ζώο δεν έπαιρνε από λόγια. Οι πολεμιστές πήγαν να το αρπάξουν, όμως το Κριάρι σώριασε τον έναν με μια κουτουλιά, τον άλλον με μια ακόμα, τον τρίτο με μια τρίτη, τον τέταρτο με μια τέταρτη, μέχρι που στο τέλος οι Fianna βρέθηκαν σωριασμένοι στις γωνιές του δωματίου. 

Ο Γέρος άκουσε τη φασαρία κι ήρθε να δει τι συμβαίνει, «ωχ, το Κριάρι μας έκανε πάλι τα δικά του… για ανέλαβε εσύ» είπε στη μαύρη Γάτα. Αυτή σηκώθηκε ήσυχα και γαντζώθηκε απαλά στο λαιμό του Κριαριού. Το ζώο κατευνάστηκε κι η Γάτα το οδήγησε πειθήνια στη γωνιά του. 

Οι πολεμιστές σηκώθηκαν ταραγμένοι: «Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία σας όμως δεν μπορούμε να μείνουμε πια, ταπεινωθήκαμε! Είναι δυνατόν εμείς, τέτοιοι ονομαστοί πολεμιστές, να νικηθούμε από ένα κριάρι;» 

«Ηρεμήστε», απάντησε ο Γέρος, «το Κριάρι αυτό δεν είναι κοινό ζώο. Το Κριάρι είναι ο Κόσμος. Δεν μπορείτε να τον νικήσετε, κανείς δεν μπορεί, όσο δυνατός και να ‘ναι» 

«Κι η Γάτα;» 

«Η Γάτα είναι το μόνο που μπορεί να νικήσει τον Κόσμο: ο Θάνατος. Απολαύστε τώρα το φαγητό σας και μη νιώθετε ντροπή, αντίθετα, να το παινεύεστε που τουλάχιστον προσπαθήσατε να αναμετρηθείτε με τη δύναμη του Κόσμου». 

«Δηλαδή απόψε θα μείνουμε στο ίδιο σπίτι με τον Θάνατο;» 

«Μην ταράζεστε, όσο είμαι εγώ εδώ η Γάτα θα κάθεται ήσυχη στη γωνιά της» 

Οι πολεμιστές συνήλθαν, ηρέμησαν κι η πείνα τούς έκανε να ξεχάσουν γρήγορα την προηγούμενη περιπέτεια. Τέλειωσαν το φαγητό κι ήρθε η ώρα του ύπνου. 

«Το σπίτι μας είναι μικρό», είπε ο Γέρος, «κι εγώ είμαι μεγάλος. Κοιμάμαι πάντα εδώ, στο τζάκι – στην ηλικία μου έχω κάποιες ανάγκες, χρειάζομαι χώρο. Οπότε δε μένει παρά να σας στρώσουμε στο δωμάτιο της Κόρης. Βέβαια, κανονικά δεν αφήνω άντρες στο δωμάτιό της, όμως τέσσερις πολεμιστές των Fianna είναι υπεράνω πάσης υποψίας». 

Τους έστρωσαν λοιπόν στο διπλανό δωμάτιο, οι πολεμιστές ξάπλωσαν κι αμέσως η κούραση της ημέρας άρχισε να βαραίνει τα μάτια τους. Μετά από λίγο μπήκε η Κοπέλα, έβγαλε τα ρούχα της και ξάπλωσε στο δικό της κρεβάτι. Οι πολεμιστές ξύπνησαν κατευθείαν. 

Πρώτος βρήκε το κουράγιο ο Κόναν και πλησίασε: «Όμορφη κοπέλα που τα μαλλιά σου είναι σαν τη νύχτα και το πρόσωπό σου σαν το φεγγάρι, έλα να γίνεις δική μου απόψε» 

«Γύρνα πίσω στο κρεβάτι σου, Κόναν! Ήμουν κάποτε δική σου και δε θέλω καθόλου να ξαναγίνω!» Ο Κόναν επέστρεψε απογοητευμένος. 

Κατόπιν πήρε πρωτοβουλία ο Όσκαρ: «Τα χέρια σου είναι φτερά γλάρου και τα μάτια σου πολύτιμα πετράδια, δώσ’ μου το δώρο της αγκαλιάς σου». 

«Όσκαρ, να γυρίσεις πίσω! Κάποτε άνηκα και σε σένα όμως με κακομεταχειρίστηκες! Δε σου ανήκω πια!» Ο Όσκαρ γύρισε στο κρεβάτι του με την ουρά στα σκέλια. 

Ο Γκαλ ήταν ο επόμενος που δεν άντεξε: «Δεν υπάρχει πιο όμορφη από σένα, θα ‘δινα τα πάντα να ξαπλώσω στο κρεβάτι σου αυτό το βράδυ» 

«Αυτό το βράδυ θα ξαπλώσεις στο δικό σου κρεβάτι, Γκαλ!» είπε η Κόρη αυστηρά, «γιατί και σε σένα κάποτε άνηκα! Όμως τη χοντροκοπιά σου δε θέλω ούτε να τη σκέφτομαι, δες τι αναμνήσεις μου άφησες!» Ο Γκαλ επέστρεψε με το κεφάλι σκυμμένο. 

Τελευταίος σηκώθηκε ο Ντέρμοτ. «Πού νομίζεις ότι πας;» ρώτησε η Κοπέλα. 

«Να ζητήσω τον έρωτά σου, η ομορφιά σου λάμπει στο σκοτάδι σαν το φως του κεριού». 

«Αχ Ντέρμοτ, εσύ πάντα ήσουν ο αγαπημένος μου! Μου έλειψες! Όμως δεν μπορώ να γίνω δική σου. Και σε σένα άνηκα κάποτε, πόσο νοσταλγώ τις μέρες που περάσαμε μαζί! Γιατί είμαι η Νιότη κι έρχομαι στους ανθρώπους μόνο μία φορά. Έτσι είναι ο νόμος». Ο Ντέρμοτ παραδέχτηκε την ήττα του κι ετοιμάστηκε να γυρίσει στο κρεβάτι. 

«Όμως μπορώ να σου κάνω ένα δώρο» τον σταμάτησε η Νιότη. Κατόπιν έσκυψε και τον φίλησε στο μέτωπο. «Από τώρα και στο εξής θα είσαι ακαταμάχητος στις γυναίκες, καμιά δε θα μπορεί να σου αντισταθεί. Γιατί έχεις το σημάδι της Νιότης στο πρόσωπό σου. Χρησιμοποίησέ το σοφά και έντιμα» 

Την άλλη μέρα με το που έφεξε, ο Γέρος έδειξε στους πολεμιστές την κατεύθυνση για το στρατόπεδό τους. Οι Fianna ευχαρίστησαν, αποχαιρέτισαν, πήραν το δρόμο του γυρισμού. Και μετά όλοι έβλεπαν πως οι γυναίκες δεν μπορούσαν ν’ αντισταθούν στον Ντέρμοτ, τον ερωτεύονταν κεραυνοβόλα. Όλοι λέγαν γι’ αυτόν: έχει το σημάδι της αγάπης στο πρόσωπό του. 

*  *  *  *  *  * 

Είχα παλιά την ιστοριούλα σε συλλογή Παραμύθια από Όλο τον Κόσμο. Τώρα με το ίντερνετ βρίσκεις πολλά, το παραμύθι ανήκει σε αρχαίο μυθολογικό κύκλο της Ιρλανδίας. Ο Ντέρμοτ της ιστορίας είναι ο Diarmuid Ua Duibhne, «αυτός με το σημάδι της αγάπης», αρχαίος θεός της προ-χριστιανικής Ιρλανδίας μ’ αρκετούς θρύλους και μύθους – που τελικά δεν χρησιμοποίησε σοφά το δώρο της Νιότης, έφαγε το κεφάλι του… 

Πώς πρέπει να διαβάσουμε το παραμύθι; Τυπικά, έλκει την καταγωγή του από τον 2ο – 4ο αιώνα μ.Χ. Όμως υποψιάζομαι (χωρίς αποδείξεις) ότι είναι πολύ πιο αρχαίο, κάτι που έφτασε ως τις μέρες μας και μυθολογήθηκε στον κύκλο του Ντέρμοτ. 

Διότι ταυτίζει τον κόσμο με τον Κριό, κι η εαρινή ισημερία έφυγε απ’ τον Κριό τον 1ο αιώνα π.Χ. Υποψιάζομαι ότι είναι κάτι που έρχεται από εποχές Φρίξου και Έλλης, κι αυτοί ζούσαν σε κόσμο εαρινής ισημερίας στον Κριό (στο χρυσόμαλλο δέρας του) 

Μετά ήρθε άλλος Θεός από τον Ντέρμοτ, το θεό του Κριού. Ο καινούργιος Θεός είχε αρχικό σύμβολο τον Ιχθύ, θρυλικά γεννημένος από Παρθένο (= εαρινή ισημερία στους Ιχθείς, αντιδιαμετρική φθινοπωρινή ισημερία στην Παρθένο), με παραδοσιακά γενέθλια στις 25 Δεκεμβρίου και παραδοσιακή σύλληψη στις 25 Μαρτίου (25 Δεκ – 25 Μαρ = 9 μήνες, μια τυπική εγκυμοσύνη). Ήρθε ο Θεός των Ιχθύων και πρέπει να φύγουν οι θεοί του Κριού. 

Αριστοτέλης από τα Μεταφυσικά: Οι μακρινοί πρόγονοι μάς παρέδωσαν έναν αρχαίο θησαυρό με μορφή μύθου, ότι οι θεοί κάποτε ήταν ουράνια σώματα. Τα υπόλοιπα προστέθηκαν αργότερα, μύθοι και θρύλοι, προκειμένου να αντιστοιχούν στην κατανόηση των πολλών. 

Βέβαια, η ανακάλυψη της μετάπτωσης των ισημεριών καθιερώθηκε να πιστώνεται στον Ίππαρχο (150 π.Χ.). Όμως σήμερα έχει γίνει διάτρητη αυτή η πίστωση – οι αρχαϊκοί ξέραν πολύ καλά τη μετάπτωση των ισημεριών, χιλιετίες πριν τον Ίππαρχο.  

Αυτά διαβάζω στο παραμύθι, χωρίς αυστηρές αποδείξεις

Τα παραμύθια λένε πάντα την αλήθεια

*  *  *  *  *  * 

Ας κλείσουμε με κάτι ιρλανδικό: Johnny I Hardly Knew Ye

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αδερφέ, δεν ξέρω τούτο το φεγγάρι
Στης καρδιάς της άδειας τη φυρονεριά
Πούθε τάχει φέρει, πούθε τάχει πάρει
Φωτεινά στην άμμο, χνάρια σαν κεριά.