Ο Κεραυνός

Ένα πολύ δύσκολο θέμα, δεν ξέρω αν έχω το ανάστημα να το πιάσω. Οπότε, θ’ αφήσω άλλους να μιλήσουν αντί για μένα. Θ’ αναφερθώ σε ακραίες περιπτώσεις, σε ανθρώπους που ένιωσαν στο πετσί τους τι πα να πει βρωμιά και τρόμος, κατήφορος και προσβολές

 

1. Η Ανηθικότητα της Συγχώρεσης

Ο Jean Amery (1912 – 1978) ήταν αυστριακός εβραϊκής καταγωγής. Στη ναζιστική κατοχή έφτιαξε μια αντιστασιακή οργάνωση στο Βέλγιο μαζί μ’ άλλους πιτσιρικάδες, η Γκεστάπο τους εντόπισε γρήγορα, πέρασε από διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης και βασανισμών, τελικά κατέληξε στο Άουσβιτς (και Μπούχενβαλντ, Μπέργκεν–Μπέλσον). Κατάφερε να επιζήσει και περιγράφει τα βιώματά του στο βιβλίο At the Mind’s Limits, που θεωρείται από τα σημαντικότερα ντοκουμέντα του Ολοκαυτώματος, μπορείτε να το κατεβάσετε σε pdf εδώ (προσοχή: θέλει γερό στομάχι, εγώ δεν κατάφερα να το φτάσω ως το τέλος). Δυο δεκαετίες μετά την απελευθέρωσή του, ο Amery δημοσίευσε ακόμα ένα κείμενο να εξηγήσει τη άσβεστη πίκρα του για τους Γερμανούς.  

Στα χρόνια μετά το 1945, οι επιζώντες σαν κι αυτόν ένιωσαν μια πρωτόγνωρη έξαρση. Δεν ήταν μόνο η ανακούφιση της απελευθέρωσης αλλά κι η αίσθηση ότι είναι ενωμένοι, μαζί με τον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο, στην καταδίκη του Ναζισμού. Ο ίδιος ο Amery (Εβραίος, αντιστασιακός, πρώην φυλακισμένος του Άουσβιτς) πρώτη φορά στη ζωή του έπαψε να νιώθει μειονότητα. Θυμηθείτε ότι τότε ήταν που ξεκίνησε κι η περίφημη συλλογική ενοχή των Γερμανών, ο Amery το παραδέχεται: «ομολογώ ότι για μένα ήταν απολύτως εντάξει αν σύσσωμο το γερμανικό έθνος αισθάνεται ενοχές». 

Όμως πολύ γρήγορα άρχισε να καταλαγιάζει η συζήτηση περί συλλογικής ενοχής των Γερμανών. Οι επιζώντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης άρχισαν ν’ ακούν όλο και περισσότερο ότι κολλάνε στο παρελθόν, είναι εκδικητικοί, πεισμωμένοι κ.λπ. O Amery ανακάλυψε ότι ξανάρχισε να νιώθει μειονότητα. Με δικά του λόγια: 

Συνεχίζουν να παραμένουν τα σκληρά συναισθήματά μου για τη Γερμανία. Αυτά τα 12 χρόνια του Χίτλερ συνεχίζω να τα καταλογίζω στον βιομηχανικό παράδεισο της νέας Ευρώπης, αλλά και στο μεγαλείο της Δύσης όλης

Ο Amery τελικά αυτοκτόνησε το 1978 κρατώντας την πίκρα του ως το τέλος. Αρνούμενος να συγχωρέσει τη Γερμανία. Μ’ ενδιαφέρουν οι σκέψεις του από το At the Mind’s Limits. Δεν ήταν κάποιος τυφλωμένος απ’ το μίσος, αντίθετα, βρίσκω το σκεπτικό του καθαρό και διεισδυτικό. 

Ότι ο κρατούμενος στα χέρια του βασανιστή μετατρέπεται σε ένα απλό αντικείμενο: 

Τότε ξαφνικά ένιωσα το πρώτο χτύπημα. Το οποίο περιείχε στον πυρήνα του όλα όσα ακολούθησαν. Λένε για ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι αυτό. Λένε ότι στα βασανιστήρια κάποιος χάνει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Δεν ξέρω αν χάνει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του, αυτό που ξέρω στα σίγουρα είναι ότι χάνει οριστικά την εμπιστοσύνη του στο κόσμο που ζούμε

Τα βασανιστήρια, η λέξη από το Λατινικό torquere, "συστρέφω". Μια μικρή πίεση με το εργαλείο που κρατά ο βασανιστής είναι αρκετή για να κάνει τον άλλον –ο οποίος μπορεί να ξέρει όλον τον Χέγκελ και τον Καντ, τις εννιά συμφωνίες του Μπετόβεν– να γίνει ένα ζώο που ουρλιάζει καθώς το σφάζουν

Όποιος έχει κατακλυστεί από τον πόνο των βασανιστηρίων βιώνει το σώμα του όπως ποτέ άλλοτε. Μόνο στα βασανιστήρια γίνεται ολοκληρωτική η μεταμόρφωση ενός προσώπου σε σάρκα: εύθραυστος μπροστά στη βία, ουρλιάζοντας από τον πόνο, μην ελπίζοντας σε καμία βοήθεια, ανίκανος για οποιαδήποτε αντίσταση, ο βασανιζόμενος γίνεται απλώς ένα σώμα και τίποτα άλλο. Στο τέλος απομένει με την εξίσωση: Σώμα = Πόνος = Θάνατος

Ας το σκεφτούμε αυτό όσοι απολαύσαμε ανέσεις, χορτάσεις, ερωτοπραξίες, διακοπές, πολυτέλειες, εκτεταμένη υγεία & ευεξία, εκτεταμένη ασφάλεια κ.λπ., καταστάσεις στις οποίες ισχύει Σώμα = Απόλαυση. Την ίδια στιγμή, για κάποιον άλλον ισχύει: Σώμα = Πόνος = Θάνατος. 

Ότι το τσάκισμα των βασανιστηρίων δεν επανορθώνεται ποτέ, το θύμα μένει για πάντα ψυχικά παραπληγικό: 

Όποιος έχει υποστεί βασανιστήρια δεν θα είναι ποτέ πια ο ίδιος άνθρωπος. Η ντροπή της ζημιάς που έπαθε δε διαγράφεται. Η εμπιστοσύνη του στον κόσμο που ζούμε κατάρρευσε ήδη με το πρώτο χτύπημα που δέχθηκε, μέχρι που στο τέλος χάθηκε οριστικά, μετά από όλη τη σειρά των βασανιστηρίων του. Σταματάει να βλέπει έναν κόσμο στον οποίο υπάρχει ελπίδα

Ποιο είναι το νόημα της ποινής (συνοψίζω τις σκέψεις του): 

Η ποινή, με κάποιον τρόπο, ενοποιεί τον εγκληματία με το θύμα, κλείνει το χάσμα ανάμεσά τους, την ανισότητα των εμπειριών τους, επιτρέποντας στον εγκληματία να δει την αλήθεια των πράξεών του. Αφυπνίζει τον εγκληματία σε μια πραγματικότητα χωρίς δικαιοσύνη, την πραγματικότητα που βίωσε το θύμα, εκεί που προηγουμένως ο εγκληματίας υπήρξε βολεμένος σ’ έναν εύτακτο κόσμο. 

Ότι η συγχώρεση μπορεί να είναι ανήθικη: 

Πέρασα δυο δεκαετίες να σκέφτομαι αυτά που τράβηξα. Πιστεύω ότι η συγχώρεση που προκύπτει από την κοινωνική πίεση είναι ανήθικη, να συγχωρείς φτηνά και νωθρά. Έχω δικαίωμα να διαφωνώ με τη φυσική ροή των πραγμάτων, ακόμα και με τη γιατρειά που φέρνει ο χρόνος. «Περασμένα ξεχασμένα»: αυτή η φράση είναι εχθρός προς την ηθική και τη διάνοια. 

Η δύναμη να αντισταθείς στο «περασμένα ξεχασμένα» περιλαμβάνει τη διαμαρτυρία, την επανάσταση απέναντι στην πραγματικότητα. Θέλεις ν’ ακυρωθεί ο χρόνος για να μείνει καρφωμένος ο εγκληματίας σ’ αυτό που έκανε: μόνο έτσι υπάρχει περίπτωση εγκληματίας και θύτης να συναντηθούν μαζί, άνθρωπος προς άνθρωπο. 

Ο Avery δείχνει να τα έχει περισσότερο με τον κόσμο (φιλικά διακείμενο κατά τ’ άλλα) παρά με τους πρώην Ναζί βασανιστές του. Με τον πραγματιστικό κόσμο που σχολίαζε: «ας τα ξεχάσουμε αυτά, τώρα κοιτάμε μπροστά, εξάλλου η μεταπολεμική Γερμανία δεν είναι το ίδιο με τη Ναζιστική Γερμανία». Με τον ανίδεο, έως και ξενέρωτο κόσμο που του έλεγε: «είσαι κολλημένος, εκδικητικός, η πίκρα σου είναι λαχτάρα για εκδίκηση». 

Η διατήρηση της πίκρας δεν είναι λαχτάρα για εκδίκηση, όχι ακριβώς. Είναι λαχτάρα για έναν σύντροφο μέσ' στη μοναξιά: 

Έψαξα καλά τον εαυτό μου, δεν είναι ακριβώς ότι θέλω εκδίκηση ή εξιλέωση ή αποζημίωση. Η εμπειρία που πέρασα ήταν μια τεράστια μοναξιά που δε μ’ έχει αφήσει μέχρι σήμερα. Όταν ο Wajs, ο άνθρωπος των SS, στάθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, εκείνη τη στιγμή ένιωσε την αλήθεια των εγκλημάτων του. Εκείνη τη στιγμή ήταν μαζί μου, δίπλα μου –κι εγώ δεν ήμουν ολομόναχος με το φτυάρι της καταναγκαστικής εργασίας. Θέλω να πιστεύω ότι τη στιγμή της εκτέλεσής του βρήκα έναν σύντροφο μέσ’ στη μοναξιά μου: κάποιον που ήθελε όσο κι εγώ να γυρίσει πίσω ο χρόνος, να ξεγίνουν αυτά που γίναν τότε. 

Το μόνο σχόλιό μου, πολύ αμφιβάλω ότι ο άνθρωπος των SS ένιωσε την αλήθεια των εγκλημάτων του τη στιγμή της εκτέλεσής του. Μακάρι αλλά αμφιβάλω. Ποιο πιθανό ότι θα ένιωθε απόλυτα δικαιολογημένος, κατάφωρα αδικημένος, ή θα ‘χε παραλύσει απ’ το φόβο, ή θα έβγαλε μια τελευταία κραυγή αφοσίωσης στον Φύρερ.  

 

2. Ο Παραλογισμός της Συγχώρεσης 

Ο Vladimir Jankelevitch (1903 – 1985) ήταν Γάλλος, εβραϊκής καταγωγής, που έδρασε στη γαλλική αντίσταση. Μπορεί να μην πέρασε την κόλαση του Amery, όμως κάτι έμαθε από τη διαρκή αγωνία, το κυνήγημα, τον καθημερινό φόβο των Εβραίων και των αντιστασιακών στην κατεχόμενη Ευρώπη. Τουλάχιστον είναι κάποιος που μπορεί να σταθεί σχετικά κοντά στον Amery. Συνοψίζω μερικά λόγια του από το βιβλίο του Forgiveness που, όπως λέει κι ο τίτλος, μιλά για τη συγχώρεση:   

Η διατήρηση της πίκρας είναι 100% ορθολογική και δικαιολογημένη. Νόμος της φύσης. Οπότε, κάτι που πάει κόντρα σ’ αυτό, δεν μπορεί παρά να είναι αφύσικο. Παράλογο έως και εκτρωματικό. Ήλιος που ανατάλλει απ' τη Δύση, πέτρα που πέφτει στον ουρανό αντί να πέσει στη γη. Ας ονομάσουμε «συγχώρεση» το παράλογο που πάει κόντρα στους νόμους της φύσης. 

Αυτό το εκτρωματικό έχει να κάνει με το θαυμαστό ή το μυστηριώδες. Δεν έχει τίποτα να κάνει με κατανόηση κι ορθολογική σκέψη. Ας πούμε, είναι σαν η κα. Μέρκελ να ξυπνά ένα πρωί και να λέει στην Ελλάδα της κρίσης: «Όλο το χρέος σας διαγραμμένο, δε χρωστάτε τίποτα, ούτε ευρώ». Γιατί; Έτσι, χωρίς γιατί. Γιατί έχει η γάτα ένα αυτί. Τόσο ανορθόλογη είναι η συγχώρεση. 

Η συγχώρεση είναι αφύσικη. Πάει κόντρα σε Δαρβίνους, Άνταμ Σμιθ, Μαρξ, Χομπς, κόντρα σε «μεγιστοποιητές χρησιμότητας» (Δαρβίνος και διάφοροι εξελικτικοί), σε «φυσικές πλεονεξίες του ανθρώπου» (Άνταμ Σμιθ), σε «φυσικές τάσεις του ανθρώπου για ισχύ» (Χομπς), σε «ανθρώπους = συνολα των κοινωνικών τους σχέσεων» (Μαρξ). Ο ευρωπαϊκός στοχασμός του 18ου–21ου αιώνα δεν έχει καμία πειστική ανάγνωση για τη συγχώρεση. Ο τέλειος παραλογισμός. 

Η συγχώρεση δεν ψάχνει για αιτιολογήσεις. Δεν αιτολογείται από τίποτα στον κόσμο. 

Δεν είναι «σε συγχωρώ για το κακό που μου ‘κανες, γιατί... (οτιδήποτε)». Αυτό δεν είναι συγχώρεση. 

Δεν είναι «σε συγχωρώ για το κακό που μου ‘κανες, παρόλο που... (οτιδήποτε)». Αν περιλαμβάνει «παρόλο που» τότε δεν είναι συγχώρεση. 

Δεν είναι «σε συγχωρώ για το κακό που ‘μου κανες, πέρασε καιρός, περασμένα–ξεχασμένα». Αν στηρίζεται στο περασμένα–ξεχασμένα τότε δεν είναι συγχώρεση. Αν στηρίζεται στο πέρασμα του χρόνου τότε δεν είναι συγχώρεση. 

Δεν είναι καν «σε συγχωρώ για το κακό που μου ‘κανες». Ούτε αυτό είναι συγχώρεση. Εφόσον συνεχίζει να υπάρχει το «εγώ, με την ελεύθερη βούλησή μου, σε συγχωρώ». Δεν είναι στο χέρι μας να συγχωρέσουμε. Δεν εξαρτάται από μας. Είναι ένας Κεραυνός παραλογισμού που χτυπάει κάποια στιγμή και μετά τρελαίνεσαι. Αν, μάλιστα, ρίξεις μια ματιά σ’ ένα ρολόι, μπορείς ακόμα και να σημειώσεις τη στιγμή του Κεραυνού. 

Η συγχώρεση είναι: «Ποιο κακό μου ‘κανες; Για ποιο πράμα μιλάς; Δε σε καταλαβαίνω». Κάτι τέτοιο είναι η συγχώρεση. Γιατί να συγχωρέσω; Χωρίς γιατί. Γιατί έτσι. Γιατί έχει η γάτα ένα αυτί. Ξυπνά η κα. Μέρκελ ένα πρωί και λέει: «δε χρωστάτε τίποτα». 

Δεν είναι «ο ένοχος έχει ελαφρυντικά, γι’ αυτό τον συγχωρώ». Αυτό δεν είναι συγχώρεση. Είναι: «με χτυπάει ένας Κεραυνός, οπότε ο ένοχος παύει να ‘ναι ένοχος». 

Είναι αισχρό να βαφτίζεται «συγχώρεση» κάτι που στηρίζεται στο περασμένα–ξεχασμένα, ασέβεια προς τον πόνο του αθώου, ο οποίος δε διαγράφεται ΠΟΤΕ. Το αίμα του Άβελ φωνάζει στα ουράνια και ζητά δικαίωση. Η συγχώρεση είναι πιο συγγενική με το «δεν ξεχνώ» παρά με το «περασμένα–ξεχασμένα». Διότι πάντα το αίμα του αθώου θα κραυγάζει, πάντα το έγκλημα θα παραμένει, και... ποιο έγκλημα; Για ποιο πράμα μιλάς; Τα λες περίεργα και δε σε καταλαβαίνω. 

Αν δεν είναι σκάνδαλο τότε δεν είναι συγχώρεση. 

Η κατανόηση κι η συγχώρεση είναι αμοιβαίως αποκλειόμενες. Είναι σα να λέμε π.χ. «μονοκύτταρος ελέφαντας»: αν είναι ελέφαντας δεν μπορεί να είναι μονοκύτταρος, αν είναι μονοκύτταρος δεν μπορεί να είναι ελέφαντας. Αν περιλαμβάνει κατανόηση τότε δεν είναι συγχώρεση• αν είναι συγχώρεση τότε έχει στον πυρήνα της μια στάλα τέλειου παραλογισμού. 

Ας σταματήσω εδώ, ο Jankelevitch δεν πέρασε τα βάσανα του Amery. Παρατηρήστε ότι οι δύο άντρες δε διαφωνούν καθόλου. Συμφωνούν 100%. Παρατηρήστε το αυτό. Κι όμως αν συναντιόντουσαν, δε θα μπορούσαν καν να συνεννοηθούν μεταξύ τους. 

 

3. Η Πραγματικότητα της Συγχώρεσης 

Ο Viktor Frankl (1905 – 1997) ήταν αυστριακός Εβραίος που πέρασε κι αυτός απ’ το Άουσβιτς. Δυστυχώς (ή ευτυχώς) δεν ήταν στοχαστής, οπότε στο βιβλίο του Man’s Search for Meaning (1946) απλά περιγράφει τις εμπειρίες του χωρίς φιλοσοφίες ή συμπεράσματα. Η μαρτυρία του έχει βάρος επειδή υπήρξε συγκρατούμενος του Jean Amery που είδαμε πιο πάνω, οι δυο άντρες γνωρίστηκαν μεταξύ τους στο Άουσβιτς. Ο ένας έμεινε με την πίκρα σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του (Amery), ο άλλος φανερώνει κάτι διαφορετικό (Frankl). Όμως ας τα πει με τα δικά του λόγια. Ο Viktor Frankl περιγράφει την κορυφαία του στιγμή στο Άουσβιτς:   

Νωρίς το πρωί έπρεπε να βαδίσουμε ως το χώρο εργασίας μας. Φωνάζαν: «Απόσπασμα, εμπρός μαρς! Αριστερό–2–3–4! Αριστερό–2–3–4! Αριστερό–2–3–4! Αριστερό–2–3–4! Βγάλτε τα πηλίκια!» Ακόμα αντηχούν στ’ αυτιά μου αυτές οι λέξεις. Με τη διαταγή «βγάλτε τα πηλίκια!» περνούσαμε απ’ την πύλη του στρατοπέδου και μας εξετάζαν με φακούς. Όποιος δεν περπατούσε ζωηρά, έτρωγε κλωτσιά. Ακόμα χειρότερα πάθαινε όποιος δεν άντεχε το κρύο και κατέβαζε το πηλίκιο στ’ αυτιά πριν δοθεί η άδεια. 

Βαδίζαμε στο σκοτάδι, πάνω από βράχους και λακούβες. Οι φρουροί φωνάζαν όλη την ώρα και μας οδηγούσαν με τους υποκόπανους. Κάποιοι, πολύ κουρασμένοι, στηρίζονταν στο μπράτσο του διπλανού τους. Δε μιλούσαμε σχεδόν καθόλου, μας τρυπούσε ο παγωμένος αέρας. Ξαφνικά ο διπλανός μου, με το στόμα χωμένο στο γιακά, ψιθύρισε: «Ε ρε και να μας βλέπαν τώρα οι γυναίκες μας! Ελπίζω αυτές να ‘ναι καλύτερα στο δικό τους στρατόπεδο και να μην ξέρουν τι τραβάμε». Μου ήρθε στο μυαλό η γυναίκα μου. Σερνόμασταν για μίλια, στηρίζοντας ο ένας τον άλλον, τραβώντας ο ένας τον άλλον, παραπατώντας πάνω σε παγωμένα σημεία, δε λέγαμε κουβέντα όμως ξέραμε κι οι δυο: ο καθένας σκεφτόταν τη γυναίκα του. Πού και πού κοιτούσα τον ουρανό καθώς έσβηναν τ’ αστέρια, το πρώτο φως της αυγής έβγαινε πίσω απ’ τα σύννεφα. 

Όμως η εικόνα της γυναίκας μου είχε καρφωθεί στο ξεκάθαρη στο μυαλό μου. Την άκουσα να μου μιλά, είδα το χαμόγελό της, το ειλικρινές κι ενθαρρυντικό βλέμμα της. Είτε πραγματική είτε όχι, αυτή η εικόνα ήταν πιο φωτεινή κι απ’ τον ήλιο που ανέτειλε. 

Τότε μια σκέψη με καθήλωσε: πρώτη φορά στη ζωή μου είδα την αλήθεια σ’ αυτό που τραγούδησαν τόσοι ποιητές, κήρυξαν τόσοι στοχαστές. Ότι η αγάπη είναι ο τελικός κι υψηλότερος στόχος του ανθρώπου. Τότε κατάλαβα το νόημα του μεγαλύτερου μυστικού της ανθρώπινης ποίησης, σκέψης, πίστης. Ότι η σωτηρία του ανθρώπου γίνεται μέσα στην αγάπη και δια της αγάπης. Το κατάλαβα πώς γίνεται, ένας άνθρωπος που τα ‘χει χάσει όλα, όμως μπορεί να είναι ευτυχισμένος έστω και για μια μικρή στιγμή, με τη σκέψη της αγαπημένης του. Ακόμα και στην απόλυτη ένδεια και στην απόλυτη ανημπόρια, όταν το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς είναι ν’ αντέξει τα βάσανά του με τον σωστό τρόπο –μ’ έναν τιμητικό τρόπο– ακόμα και τότε ένας άνθρωπος μπορεί να βρει πλήρωση στη λατρεμένη ανάμνηση της αγαπημένης του. 

Πρώτη φορά στη ζωή μου μπόρεσα να καταλάβω το νόημα των λέξεων: «οι άγγελοι τα' χουν χαμένα μέσα στη διαρκή ενατένιση μιας άπειρης δόξας». Μπροστά μου ένας άντρας σκόνταψε κι όσοι ακολουθούσαμε πέσαμε πάνω του. Ο φρουρός έτρεξε και μας ξανάβαλε σε σειρά με το μαστίγιο. Για λίγα λεπτά οι σκέψεις μου διακόπηκαν. Όμως γρήγορα η ψυχή μου ξαναβρήκε τον δρόμο σ’ έναν άλλο κόσμο, άφησε πίσω την πραγματικότητα του φυλακισμένου, και συνέχισα τη συνομιλία με την αγαπημένη μου. Τη ρώτησα διάφορα και μου απάντησε• μετά με ρώτησε αυτή και της απάντησα εγώ. 

«Στοπ!». Φτάσαμε στο χώρο εργασίας μας. Όλοι τρέξαμε στο μισοσκόταδο να βρούμε κάποιο σκεπάρνι ή φτυάρι της προκοπής. «Δε μπορείτε να βιαστείτε, ρε γουρούνια;». Γρήγορα πήραμε τις θέσεις της προηγούμενης μέρας στο χαντάκι που σκάβαμε. Το παγωμένο χώρα ράγιζε κάτω απ’ τα χτυπήματα των σκεπαρνιών κι έβγαζε σπίθες. Όλοι δουλεύαμε σιωπηλοί, το μυαλό μας παγωμένο. 

Το δικό μου μυαλό είχε κολλήσει στην εικόνα της γυναίκας μου. Σκέφτηκα ότι δεν ήξερα καν αν ήταν ζωντανή. Το μόνο που ήξερα πολύ καλά, ότι η αγάπη φτάνει πιο πέρα από τη φυσική ύπαρξη της αγαπημένης. Βρίσκει το νόημά της στο πνεύμα, στον εσωτερικό άνθρωπο. Είτε υπάρχει είτε όχι, είτε είναι ζωντανή είτε όχι, με κάποιον τρόπο αυτά χάνουν τη σημασία τους. Δεν ήξερα αν η γυναίκα μου ζούσε και δεν είχα τρόπο να το μάθω (κατά τη διάρκεια της φυλάκισής μας δεν είχαμε αλληλογραφία ή ειδήσεις), αλλά εκείνη τη στιγμή αυτό ήταν αδιάφορο. Δε μ’ ένοιαζε καν να το μάθω, τίποτα δεν μπορούσε ν’ αγγίξει τη δύναμη της αγάπης μου, τις σκέψεις μου, την εικόνα της αγαπημένης μου. Ακόμα και να ‘ξερα τότε τον θάνατό της [μετά την απελευθέρωσή του, ο Viktor Frankl έμαθε ότι η γυναίκα του είχε ήδη πεθάνει], πιστεύω ότι θα συνέχιζα να θαυμάζω την εικόνα της στο μυαλό μου, αδιάφορος γι’ αυτήν την πληροφορία, πιστεύω ότι η μεταξύ μας κουβέντα θα συνέχιζε να είναι το ίδιο καθαρή και να με γεμίζει με την ίδια ικανοποίηση. 

«Βάλε με σφραγίδα πάνω στην καρδιά σου, αγάπη δυνατή σαν τον θάνατο». 

Ό,τι κι αν σημαίνουν τα παραπάνω. Μεταφέρω τα λόγια του Frankl. Να είστε 100% σίγουροι ότι υπάρχουν και πολλά περισσότερα που δε μας τα λέει, τα κρατά για τον εαυτό του (και τη γυναίκα του). Δημοσιευμένο βιβλίο, γράφει μόνο αυτά που μπορούν να ειπωθούν στους τουρίστες (εμείς, οι αναγνώστες, είμαστε οι τουρίστες), όχι τα σημαντικότερα.

Είναι δυο πολύ διαφορετικά βιβλία αυτό του Amery κι αυτό του Frankl. Όμως ως προς το ύφος, όχι ως προς τα βιώματα και τα ιστορικά ντοκουμέντα. Η κόλαση του Άουσβιτς ήταν κοινή και για τους δυο. Στο βιβλίο του Frankl απουσιάζει η πίκρα. Διαφαίνεται κάτι αντίθετο (όμως πριν βιαστούμε να μέμψουμε τον Amery, μην ξεχνάμε ότι πάντα μπορεί να μας πει: «έλα πρώτα να τραβήξεις αυτά που τράβηξα εγώ και τα λέμε μετά»). 

Ας πούμε, φαίνεται στη συμπάθεια με την οποία ο Frankl μιλά για τους λίγους δεσμοφύλακες που προσπαθούσαν να διευκολύνουν τους κρατούμενους. Ήταν λίγοι. Όμως είναι φανερό στο γράψιμό του ότι τους θυμάται με ωραίο τρόπο. 

Μπορώ να το βεβαιώσω και προσωπικά. Όλοι εσείς που διαβάζετε χρόνια το μπλογκ, πιστεύω πιa γνωριζόμαστε μεταξύ μας, ξέρετε ποιος είμαι, ποιος ήταν ο θείος μου. Τον έχετε δει ένα σωρό φορές στην TV, σε αφιερώματα κατά την επέτειο της χούντας. Μου έχει περιγράψει την εμπειρία της φυλακής. Ανάμεσα στ’ άλλα, και τους λίγους δεσμοφύλακες που κοιτούσαν να διευκολύνουν τους κρατούμενους (στη φυλακή, όχι στην Μπουμπουλίνας, εκεί δεν υπήρχαν τέτοια). Να κάνουν τα στραβά μάτια, πως δε βλέπουν, πως δεν καταλαβαίνουν – όσο τους έπαιρνε φυσικά, είχαν ν’ αναφερθούν σε ανωτέρους. Τεσπά, τους λίγους που προσπαθούσαν να μην τυραννήσουν τους κρατούμενους παραπάνω απ’ όσο ήδη τυραννιούνται. Λοιπόν, αυτούς τους λίγους δεσμοφύλακες ο θείος μου τους θυμόταν με συμπάθεια. Μιλούσε γι’ αυτούς σχεδόν σα να ‘ταν φίλοι του. 

Αυτό ακριβώς και στο βιβλίο του Frankl. Με πόση συμπάθεια θυμάται τους λίγους δεσμοφύλακες, μάγειρες, εργοδηγούς κ.α. που προσπαθούσαν να διευκολύνουν τους κρατούμενους. Φαίνεται στο γράψιμό του. Όπως επίσης κι η απουσία πίκρας. Περιγράφει τους τυράννους και τους βασανιστές του ουδέτερα, σα να ήταν υπνοβάτες, μεθυσμένοι, μικρά παιδιά, άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν. 

Παρατηρήστε ότι κι ο Amery με τον Frankl δε μοιάζει να διαφωνούν σε κάτι. Σίγουρα όμως δεν θα μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Καταλαβαίνω ότι ο Frankl χτυπήθηκε από Κεραυνό εκείνο το χάραμα στο χαντάκι της καταναγκαστικής εργασίας. Και μετά τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Καλύτερα να τον αφήσω να το πει με τις δικές του λέξεις: 

Δεν κρατώ κακία σε κανέναν που μου ‘κανε κακό. Και δεν ξεχνώ κανέναν που μου έκανε έστω και το παραμικρότερο καλό. 

Θα το ‘θελα αυτό επιγραφή στην κορφή του βουνού της Σαμοθράκης, εκεί που καθόταν ο Ποσειδώνας και παρακολουθούσε τον Τρωικό πόλεμο (ίσως μου τη βιδώσει και το κάνω μια μέρα, δεν είναι κακή ιδέα) 

*   *   * ΄

Κλείνω μ’ ένα ποίημα του Τίτου Πατρίκιου: 

Είμαστε φάτσα με φάτσα 
Με τον εχθρό μου. 
Ένα γραφείο μονάχα μας χωρίζει 
Σα χαράκωμα ή σαν τάφος. 
Πίσω απ' τις αξιοπρεπείς μας μάσκες 
Από πολύ βαθιά ανεβαίνει και μας καίει το μίσος. 
 
Και να που τούτη τη στιγμή, 
Τώρα που παίζεται η ζωή μου, 
Ανακαλύπτω στη μορφή του πως 
Θα μπορούσα να τον είχα αγαπήσει. 
Να που τούτη τη στιγμή ανακαλύπτει στη μορφή μου 
Πως θα μπορούσε να με είχε αγαπήσει.

Ζόμια

Μια μικρή παρουσίαση για τη δουλειά του James C. Scott. Δε λέω ότι ο άνθρωπος και το έργο του είναι σε όλα τέλεια, όμως κατά την ασιατική μου εμπειρία σκόνταψα πάνω σε κάποιες ιδέες του, και πραγματικά τις βρήκα χρήσιμες για την κατανόηση του ασιατικού (κι όχι μόνο) φαινομένου. 

Ας ξεκινήσουμε μ’ ένα παράδειγμα: 

 


 

Αυτός είναι ένας τυπικός χάρτης, συγκεκριμένα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο της ακμής της (16ος – 17ος αιώνας). Έχουμε δει μπόλικους τέτοιους χάρτες κρατών, αυτοκρατοριών, πολιτισμών κ.λπ. σε βιβλία σχολικά και πανεπιστημιακά, και μάθαμε να τους πιστεύουμε (πήρα τον εν λόγω χάρτη από τη Wikipedia, τυχαίο παράδειγμα είναι, θα μπορούσε οποιοσδήποτε άλλος). 

Κι όμως, όλοι αυτοί οι χάρτες παραπλανούν. 

Δε μας δείχνουν πόσοι πολλοί άνθρωποι ζούσαν τότε, ουσιαστικά, εκτός του οργανωμένου κράτους, όποιο και να ‘ταν αυτό, παρόλο που τυπικά εντάσσονταν στην επικράτειά του, στη γραμμοσκιασμένη περιοχή του χάρτη. Έρημοι, αγριότοποι, δάση, βουνά, ζούγκλες: όλα αυτά ήταν φυσικά καταφύγια για διάφορους εξωκρατικούς – που συνήθως βαφτίζονταν «άγριοι», «βάρβαροι», «πρωτόγονοι», «ανυπότακτοι», «φυλές των βουνών», «απολίτιστοι», κι άλλα τέτοια που δε συνάδουν με προγράμματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. 

Επίσης, οι χάρτες αυτοί δε μας λένε πόσοι πολλοί άνθρωποι... έφευγαν! Απλά έφευγαν από τις πόλεις του οργανωμένου κράτους, με τις ιεραρχίες, τις φορολογίες, τις γραφειοκρατίες, τις υποχρεωτικές στρατεύσεις, τους θεσμούς και τις αστυνομίες τους, πήγαιναν στα φυσικά καταφύγια κι έχτιζαν μια διαφορετική ζωή εκεί: «Τουλάχιστον αυτοί σώθηκαν από τις ευλογίες του πολιτισμού!» 

Κανονικά, όλοι αυτοί οι χάρτες θα έπρεπε να είχαν ξεθωριασμένα μπαλώματα μέσα στις επικράτειές τους για τα φυσικά καταφύγια που προσέφεραν άσυλο σε εξωκρατικούς. Επίσης, θα έπρεπε να είχαν βελάκια από τις πόλεις προς τα μπαλώματα: ροές ανθρώπων που, σε βάθος αιώνων, αρνιόντουσαν τις ευλογίες του πολιτισμού. Μόνο έτσι οι χάρτες δε θα παραπλανούσαν. 

Ορόσημο στην αναγνώριση αυτής της παραπλάνησης ήταν το έτος 2009, τότε που βγήκε το βιβλίο του James C. Scott: The Art of Not Being Governed. Σ’ αυτό, ο συγγραφέας ασχολείται με τους ορεσίβιους της ΝΑ Ασίας, τους «Ινδιάνους» του τόπου, που ακόμα και σήμερα ζούνε στις ζούγκλες των ατέλειωτων οροσειρών που σχηματίζουν τα Ιμαλάια. Δεν είναι πρωτόγονοι που έχασαν το τρένο του πολιτισμού• αντίθετα, πρέπει να τους δούμε ως συνειδητούς φυγάδες, που δέχτηκαν τη σκληρή ζωή της ζούγκλας προκειμένου να ξεφύγουν από τις πόλεις των πεδιάδων και τις κυβερνήσεις τους. Μέσα σε πολλούς αιώνες, οι Ινδιάνοι αυτοί ανέπτυξαν γλώσσες, οικονομίες, καλλιέργειες, ανιμισμούς και τρόπους ζωής κατάλληλους ώστε να κρατήσουν μακριά το οργανωμένο κράτος από τα χωριά τους. Μ’ άλλα λόγια... 

Καλωσήρθατε στη Ζόμια! Στην αναρχική χώρα για την οποία δε μάθατε ποτέ!  

 

Η Ζόμια, το πιο όμορφο μέρος του κόσμου

 

Η Ζόμια σήμερα μοιράζεται σε 9 επίσημα κράτη (Βιρμανία, Ταϊλάνδη, Λάος, Νότια Κίνα, Βιετνάμ, περιοχές του Μπαγκλαντές, Καμπότζη, περιοχές του Νεπάλ και του Μπουτάν), έχει περίπου το μέγεθος της Ευρώπης κι ενδεχομένως πάνω από 100.000.000 πληθυσμό (ο ακριβής πληθυσμός της Ζόμιας είναι κρατικό μυστικό που δεν αποκαλύπτεται ποτέ σε μας τους ξένους), ενώ είναι έντονα ορεινή: Εδώ επάνω στα βουνά δε δίνω διάρα τσακιστή για ό,τι έχει κερδηθεί, για ό,τι έχει πια χαθεί.  

Κατά τον James C. Scott, οι Ζόμιοι απέφυγαν το οργανωμένο κράτος επί 2.000 χρόνια – μήπως και περισσότερα; Η Ζόμια είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που δεν είναι χώρα: δεν έχει πρωτεύουσα, σημαία, εθνικό ύμνο, επίσημο νόμισμα (αντί γι’ αυτό έχει δώρα: Gift Economy), δεν έχει σαφώς οριοθετημένα σύνορα, δεν εκπροσωπείται στον ΟΗΕ, δεν αναγνωρίζεται καν απ’ αυτόν. Το διαβατήριο στη Ζόμια είναι η εμπιστοσύνη: ο τρόπος για να πάρεις βίζα, άδεια μετακίνησης κι άδεια παραμονής είναι να κερδίσεις την εμπιστοσύνη των τοπικών Ζόμιων. Οι οποίοι έχουν «όση ιστορία χρειάζονται» για ν’ αποφεύγουν το οργανωμένο κράτος, και την υπόλοιπη τη συμπληρώνουν με έναν ΑΣΤΕΙΡΕΥΤΟ πλούτο προφορικών παραδόσεων.  

Κάτι ξέρω απ’ αυτόν τον πλούτο. Ήμουν την Άνοιξη του 2014 σε μια μάζωξη ηλικιωμένων αρχηγών Καρέν από πολλά μέρη της Ταϊλάνδης, με σκοπό να συγκεντρώσουν τη διασπαρμένη τους προφορική παράδοση – στη γλώσσα Καρέν ονομάζεται Μπο Τα. Είχα αναφέρει σχετικά εδώ. Ήταν γοητευτικό να βλέπεις να σχηματίζεται σιγά–σιγά μια μεγάλη εικόνα μέσα από μύθους, θρύλους, παραμύθια κι ιστορίες διαφόρων περιοχών. Κάτι συναρπαστικό γεννιόταν. Όμως πριν προλάβει να μεταφραστεί αυτή η εικόνα στα επίσημα Ταϊλανδικά και στα Αγγλικά, την έπνιξε το πραξικόπημα του 2014. Μπορεί και να χάθηκε για πάντα. Τα γνωμικά κι οι παροιμίες που αναφέρω στο παραπάνω λινκ είναι ό,τι πρόλαβα να σώσω.    

Περίπτωση Ζόμιας ήταν κι η εμπειρία του Κροπότκιν κατά τις γεωγραφικές του αποστολές στη Σιβηρία το 1864: «Οι χωρικοί στα χωριά που πήγε βοηθούσαν συνεχώς ο ένας τον άλλον κατά την πάλη τους με το αδυσώπητο περιβάλλον της Σιβηρίας. Πολύ περισσότερο, ο Κροπότκιν παρατήρησε μια συσχέτιση αυτής της αλληλοβοήθειας με την απόσταση του χωριού από εκεί που έφταναν τα χέρια της κυβέρνησης. Στη Σιβηρία έχασα όποια πίστη είχα προηγουμένως στην κρατική πειθαρχία» (από εδώ).    

*   *   *

Στα καθ’ ημάς, θα πρέπει να δούμε την ελληνική Ζόμια στους παλιούς Βλάχους και στους Σαρακατσαναίους: 

Στου γύρ’ζμα ιμένα μ’ έπιασαν αυτοίνοι (οι αντάρτες). Ήταν μπλούκι μιγάλου. 

- Πού πας; Μου ‘παν. 

- Α! Ιδώ. Έχου κι κάτι πράματα. 

- Σι θέλουμε. Θα σι πάρουμι κουντά μας. Θα μας πας ικεί. Απ’ τ’ Κούστια πίσου, σια κει στου Μακρίνου. 

Μιτά ιγώ τ’ς είπα να φύγου, να πάου στα πρόβατα. 

- Όχι. Θα κάτσεις ιδώ. 

Έκατσα πόση ώρα. Τι να κάμου τώρα, σκέφτουμαν. Δε μπόρ’γα να φύγου. Μι φύλαγαν τέσσερις. 

- Τώρα, λέου ιγώ. Διψάου. Θέλου νιρό. Να πάου να πιού λίγου νιρό ικεί πέρα. 

- Σύρι, μ’ λέει. 

Πήγα μοναχός μ’, ικεί είχι λόγγου. Ουξιές. Πήγα κει να πιού νιρό. Έσκυψα κι έκανα ότι έπ’να νιρό. Σ’κώθ’κα κουντά. Έκαμα λίγου λουξά κι έφ’κα. 

- Τι να κάμου τώρα; Πού να πάου; Κι πού θα πέσου; Κάνου σια παν’. Ξέφ’κα απ’ του δρόμου κι πάου σ’ ένα γκριμό. Διάφ’κι νύχτα πουλλή. Έκατσα να πλαϊάσου. Του προυί έφιξι. Ικεί ήβρα ένα πεύκου πισμένου. 

- Τώρα τι να κάμου; Θα κάτσου. Έκατσα. Μες του κάτσ’μου πο ‘κανα, έφτασι κι μια αρκούδα ικεί σι μένα. Μόλις μ’ είδι, λάκ’σι, έφ’κι. Σ’κώθ’κι κι έφ’κι. Πάει κατά διαόλ’. Φοβήθ’κα. Τι να ‘κανα; Δε μπόρ’γα να κάμου κι τίπουτα. Έφ’κα κι ‘γω, κουντά απού κει. Παραπέρα βρίσκου έναν βλάχου μι τα πρόβατα, τουν Ξένου. Ήμασταν κι συγγινείς. 

(από εδώ, σελ. 4, διηγείται ο Παντελής Θανασούλας, Σαρακατσαναίος. Ο τόπος είναι τα βουνά των Ιωαννίνων κι ο χρόνος είναι 1946 ή 1947)  

Απ’ όσο ξέρω, οι Σαρακατσαναίοι ενσωματώθηκαν τελειωτικά στο ελληνικό κράτος τη δεκαετία του ’60, ενώ ακόμα και σήμερα στην Αλβανία οι Βλάχοι θεωρούνται ξεχωριστή φυλή («στη χώρα μου έχουμε τόσο τοις εκατό Αλβανούς, τόσο τοις εκατό Έλληνες και τόσο τοις εκατό Βλάχους») 

Θα πρέπει να δούμε την ελληνική Ζόμια στους Κλέφτες και Λήσταρχους. Ο πατέρας μου, μικρό παιδί, θυμόταν τον παππού μου να ετοιμάζεται για ταξίδι με το φορτηγό στο Πήλιο ν’ αγοράσει ξυλεία σε κάποιο χωριό (τέλη δεκαετίας του ’40), κι έκανε τους λογαριασμούς του: «θα δώσω τόσα στον παραγωγό, τόσα για μεροκάματα στους εργάτες, τόσα για διανυκτέρευση στα Χάνια, τόσα για βενζίνη και τόσα στα παιδιά». Τα ταξίδια τότε στο Πήλιο ήταν περιπέτεια, ενώ τα εν λόγω «παιδιά» ήταν οι λήσταρχοι της εποχής. Οι οποίοι, με τον καιρό, είχαν γίνει φίλοι με τον παππού, πίναν κρασί μαζί, ο παππούς τους έδινε κάποιο «δώρο», αυτοί τον ξεπροβοδούσαν και του εύχονταν «καλή συνέχεια!». Οι δρόμοι του Πηλίου πρέπει να είχαν λήσταρχους κάπου μέχρι και τη δεκαετία του ’50 (πάντως στα 1923, ο επικηρυγμένος Θωμάς Γκαντάρας, ο ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί).  

Θα πρέπει επίσης να δούμε την ελληνική Ζόμια στους Ορεινούς της Κρήτης, στους Ορεινούς της Ζακύνθου – που ζούσαν σκληρή αλλά ανυπότακτη ζωή και περιφρονούσαν τους σέμπρους, τους κολίγους του νησιού, οι οποίοι ήταν υποτακτικοί σε κάποιον αφέντη (η Ζάκυνθος είχε κατάλοιπα αριστοκρατίας μέχρι κι αρχές δεκαετίας ’80, οι παλιοί σέμπροι υποκλίνονταν στον γιο του αφέντη μέχρι και τα πρώτα χρόνια της Αλλαγής. Κατόπιν ήρθε το ΠΑΣΟΚ κι ο τουρισμός) 

*   *   *

Κατά τον James C. Scott, η Ζόμια δεν υπάρχει πια, την πάτησε το τρένο. Σήμερα υπάρχουν μόνο μισοσβησμένα κάρβουνα από κάτι που κάποτε ήταν φωτιά. Θα πρέπει ν' αντισταθούμε στον πειρασμό να θεωρήσουμε ότι η Ζόμια υπάρχει ακόμα, και να χρησιμοποιήσουμε την ιδέα μόνο για ανάλυση και κατανόηση άλλων εποχών και καταστάσεων. Πάντα κατά τον James C. Scott. 

Θα ήθελα να μην είναι έτσι. Mε θλίβει, όμως έχω μάθει να περιμένω πάντα το χειρότερο, ποτέ το καλύτερο. Στοιχημάτιζε πάντα στο χειρότερο και δε θα χάσεις. Με τα λόγια του Carl Jung: «Είναι απατηλό το αίσθημα της έξαρσης, ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι είμαστε το αποκορύφωμα της ιστορίας, η εκπλήρωση και το τελικό προϊόν αμέτρητων γενεών. Είμαστε η απογοήτευση πανάρχαιων ελπίδων και προσδοκιών» (από εδώ)

 


 

Οι κυβερνήσεις με τα ελικόπτερα, τους δορυφόρους και την τεχνολογία τους μπορούν πλέον να φτάσουν παντού και να ξεχυθούν στον εσωτερικό αποικισμό τους. Να εκπολιτίσουν τους πρωτόγονους, να γράψουν την ιστορία όπως θέλουν, να μετατρέψουν τους αγριότοπους σε κήπους (αν όχι σε γήπεδα γκολφ): «Κοίτα αυτό το μέρος! Κάποτε ήταν αγριότοπος, τώρα έγινε κήπος. Δεν αισθάνεσαι περήφανος;»  

*   *   *

Όποιος ενδιαφέρεται για το The Art of Not Being Governed του James C. Scott, μπορώ να του το στείλω ηλεκτρονικά.

Ο εθνικός ύμνος της αντιγνωμίας (στίχοι: Splitting the Sky, απαγγελία: aConcernedHuman, μουσική: Ron Bankley)   

 

 

Βαρώνοι & Πατούσες

Από το De Amore του Andreas Capellanus (12ος αιώνας), μια διατριβή για τον έρωτα, τα συμπτώματά του, τους κανόνες του κ.α. Αλλά και τις προϋποθέσεις του: ποιος μπορεί ν' αγαπήσει ποιον και πώς. Για παράδειγμα, ένας φανταστικός διάλογος ενός πληβείου με μια κόμισσα:  

ΠΛΗΒΕΙΟΣ: Αν ένας άντρας ταπεινής γέννησης γυρεύει να δεθεί στα δεσμά του έρωτα με μια κυρία της υψηλής αριστοκρατίας, τότε ο άντρας αυτός θα έχει πολλές καλές ποιότητες κι αρετές. Θα παινεύεται για πολλές καλές πράξεις. 

Κι αν μετά από μακρά περίοδο δοκιμασίας αποδειχθεί άξιος της αγάπης, μια γυναίκα της υψηλής αριστοκρατίας μπορεί να τον διαλέξει για εραστή της. Η διαφορά τάξης μας δεν είναι εμπόδιο, θα έπρεπε να συμπεριλαμβανόμουν ανάμεσα στους ευγενείς

ΚΟΜΙΣΣΑ: Παρόλο που η αρετή εξευγενίζει τον άνθρωπο, όμως δεν μπορείς ν' αλλάξεις τόσο πολύ τη σειρά σου, από πληβείος να γίνεις λόρδος ή βαρονέτος. Μόνο ο πρίγκηπας μπορεί να ανταμείψει το ήθος με τίτλο ευγενείας. Οπότε, δεν έχεις δικαίωμα στην αγάπη μιας κόμισσας.   

Επιπλέον, λες ότι θα έπρεπε να αριθμείσαι ανάμεσα στους ιππότες. Όμως βλέπω σε σένα χαρακτηριστικά αντίθετα κι επιβλαβή. Οι ιππότες έχουν λεπτές και χαριτωμένες γάμπες, μέτριες πατούσες, πιο μακριές παρά πλατιές, σα να βγήκαν από χέρι καλλιτέχνη. Όμως βλέπω τους μηρούς σου χοντρούς και στρογγυλούς, τις πατούσες σου μεγάλες, το ίδιο πλατιές όσο και μακριές. 

ΠΛΗΒΕΙΟΣ: Αν ένας άνθρωπος υψηλού ήθους αξίζει να τιμηθεί από τον πρίγκηπα με τίτλο ευγενείας, γιατί όχι κι από μια κυρία της υψηλής αριστοκρατίας με την αγάπη της; Αφού η ηθική ακεραιότητα είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο ευγενή, κι ο τίτλος ευγενείας είναι το μόνο που μετρά στον έρωτα της αριστοκρατίας, τότε κι ένας κοινός άνθρωπος υψηλού ήθους μπορεί να στεφθεί βασιλιάς στον έρωτα μιας αριστοκράτισσας

Όμως η ένστασή σου για τα πόδια και τις πατούσες μου δεν είναι πολύ λογική. 

Λένε ότι στις μεθόριες επαρχίες της Ιταλίας ζει ένας κόμης με εξαιρετικά πόδια, επιφανείς προγόνους, μεγάλη ομορφιά, αμύθητα πλούτη κι υψηλά αξιώματα στα παλάτια της Αγίας Έδρας. Όμως αυτός ο κόμης στερείται αρετής. Είναι εχθρός των καλών τρόπων και κουβαλάει μέσα του όλες τις διαφθορές.   

Αντίθετα, υπάρχει ένας βασιλίας στην Ουγγαρία με μεγάλες πατούσες και πολύ χοντρά πόδια. Του λείπει εντελώς η ομορφιά. Όμως η αρετή του είναι τόσο λαμπρή που του αξίζει το βασιλικό στέμμα και τον παινεύει σχεδόν όλη η γη. Οπότε, μη ρωτάς για τα πόδια μου αλλά για τις αρετές μου. Μη διαμαρτύρεσαι για τα πόδια κάποιου αλλά για το ήθος του.   

                                   *   *   *   *   *

 Αποσπάσματα του De Amore έχει εδώ, απ' όπου πήρα τον διάλογο

Πώς αποδίδεται το Vavasour στα ελληνικά; Το μετέφρασα Βαρονέτος αλλά δεν ξέρω αν είναι σωστό. Και μια που μιλάμε για τίτλους ευγενείας... 

Κι όμως, το παρακάτω τραγούδι είναι του Απόστολου Καλδάρα! Ακυκλοφόρητο, ουδέποτε ηχογραφημένο σε στούντιο (όταν το ακούσετε, θα καταλάβετε), λίγοι το ξέρουν  


"Τελική Λύση"

Ανακάλυψα πρόσφατα ότι ο διαβόητος ευφημισμός τελική λύση που χρησιμοποιούσε ο Χίτλερ για τo "εβραϊκό πρόβλημα", τελικά δεν ήταν δικός του. Τα πρωτεία φαίνεται ότι ανήκουν στο θρύλο του Αμερικάνικου Εμφυλίου, στρατηγό Sherman, κάπου 70 χρόνια πριν τους Ναζί, κατά την πολιτική του για την προστασία των νεόδμητων τότε σιδηροδρόμων των ΗΠΑ. Ποια ήταν η πολιτική του; Με δικά του λόγια: "καλός Ινδιάνος είναι ο νεκρός Ινδιάνος". Κάπου εκεί οραματίστηκε και την οριστική εξάλειψη των απειλών του σιδηροδρομικού δικτύου. Από εδώ

"During an assault," he instructed his troops, "the soldiers cannot pause to distinguish between male and female, or even discriminate as to age." He chillingly referred to this policy in an 1867 letter to Grant as "the final solution to the Indian problem"

O ναζισμός δεν έπεσε απ' τον ουρανό. Οι Ναζί πήραν άφθονα παραδείγματα από Βρετανούς κι Αμερικάνους. Π.χ. με τα λόγια του ίδιου του Φύρερ, 1941 (από εδώ): "Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν εφευρέθηκαν στη Γερμανία, οι Βρετανοί τα εφάρμοσαν πρώτοι". Κυρίως στη Νότια Αφρική.  

Όχι μόνο αυτό όμως. Πολύ περισσότερο, οι Ναζί πήραν ηθική δικαιολόγηση για πολλές ακρότητές τους: δεν είμαστε οι πρώτοι στο κάτω-κάτω, κάνουμε ό,τι έκαναν κι άλλοι.

Όσο κι αν απεχθανόμαστε τους Ναζί, οφείλουμε να τους δώσουμε ένα δίκιο εδώ.

*  *  *

Geronimo's Cadillac του Michael Martin Murphey, άτυπος ύμνος των Ινδιάνων στις ΗΠΑ


Rota Fortunae

Ο αφηγητής του ποιήματος ξυπνά ένα Κυριακάτικο πρωινό και πηγαίνει για κυνήγι. Καθώς διασχίζει όμως ένα ποτάμι, ξεκόβει απ' τους συντρόφους του και χάνεται. Προχωρώντας πέφτει τελικά πάνω στην ίδια την Τύχη, με τα μάτια δεμένα να γυρίζει τον ονομαστό Τροχό της... 

Πρόκειται για λατινικό ποίημα του 14ου αιώνα που λέγεται Somer Soneday, κι υπάρχει σ' ένα μοναδικό χειρόγραφο στην Οξφόρδη, Bodleian Library MS Laud Misc. 108 (δεν ξέρω τι σημαίνουν, τ' αντιγράφω όπως τα βρίσκω)

Λοιπόν, ο αφηγητής, γοητευμένος αλλά και φοβισμένος, μας ψιθυρίζει τι βλέπει. Πάνω στον Τροχό της Τύχης υπάρχουν τέσσερις άντρες:

 


- Στις 21:00 η ώρα, ένας νέος, με επιγραφή στο χειρόγραφο regnabo ("θα βασιλέψω")

- Στις 12:00 η ώρα, ένας ώριμος εστεμμένος βασιλιάς, regno ("βασιλεύω")  

- Στις 15:00 η ώρα, ένας μεσήλικας, regnavi ("έχω βασιλέψει")

- Στις 18:00 η ώρα, ένας ηλικιωμένος, sum sine regno ("είμαι χωρίς βασίλειο")

Regnabo, regno, regnavi, sum sine regno: τα παιχνιδάκια της Τύχης

 

*  *  *  *  * 

 
Κλείνουμε μ' ένα ρωμαϊκό τραγουδάκι του 70 μ.Χ. στα λατινικά: Olet Adulescens Spiritus. Στίχοι Βιργίλιος, μουσική Οράτιος, τραγουδούν: Κικέρωνας, Ιούλιος Καίσαρας, Σπάρτακος, Αγριππίνα

Όλα Τριγύρω Αλλάζουνε & Όλα Τα Ίδια Μένουν

Κάτι που ανακάλυψα πρόσφατα, προς αποκατάσταση της αλήθειας: 

Ένα βράδυ πριν πολλά χρόνια, καθόμασταν με μια φίλη σ' ένα μπαρ στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας (Αθήνα). Η κουβέντα κάπως πήγε στον Ηράκλειτο, "δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι". Μπροστά μας η βραδινή Λεωφόρος με την κυκλοφορία της. Μετά είπαμε ότι μ' αυτό το σκεπτικό, δεν μπορείς να περάσεις δυο φορές την ίδια Λ. Αλεξάνδρας και γελάσαμε. Πρέπει να ήταν 1997.

Αλήθεια, τι ξέρετε για τον Ηράκλειτο; Υποθέτω, το ίδιο που ήξερα κι εγώ, "δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι", όπως και το περίφημο "τα πάντα ρει". 

Λοιπόν, ανακάλυψα πρόσφατα ότι ο Ηράκλειτος ποτέ δεν είπε "δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι"! Αυτή είναι η ερμηνεία (διαστρεβλωτική) του Πλάτωνα, όπως και το "τα πάντα ρει" (που ούτε αυτό μοιάζει να είπε ο Ηράκλειτος!) κι έχουμε λόγους να μην εμπιστευόμαστε πολύ τον Πλάτωνα ως πηγή για τους Προσωκρατικούς. 

Αυτό που στα σίγουρα είπε ο Ηράκλειτος είναι το Απόσπασμα 12: Σ' αυτούς που μπαίνουν στο ίδιο ποτάμι, διαφορετικά και διαφορετικά νερά κυλάνε. Όλα τα ίδια μένουν, παρόλο που όλα τριγύρω αλλάζουνε. Πάντως δε βλέπει πρόβλημα να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι!  

Υπάρχει επίσης και το Απόσπασμα 49α: Μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε στα ίδια ποτάμια, είμαστε και δεν είμαστε: όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν. Με μια επιφύλαξη όμως, αυτές μπορεί να μην είναι 100% λέξεις του Ηράκλειτου αλλά κάποια παράφραση. 

Πόσα διαδεδομένα μυθεύματα καταπίνουμε... Ο Ηράκλειτος φαίνεται να έλεγε ότι παρόλο που δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι, όμως ναι, μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι! Ακόμα και τρεις φορές στο ίδιο ποτάμι! Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.

Πώς το λέγαν εκείνο το μπαρ στη Λ. Αλεξάνδρας; Υπάρχει περίπτωση να το λέγαν Alligator; Ή μήπως Crocodile;...

 

 


Η Στίξη Των Λίγων

Ανταπόκριση από κάποιο εναλλακτικό σύμπαν: 

Τα πλήκτρα της γραφομηχανής πολυβολούσαν μανιασμένα καθώς ο Γιώργος Σεφέρης δακτυλογραφούσε το ποίημα του. Σταμάτησε, γύρισε στην αρχή της σελίδας κι αποφάσισε να το ονομάσει: 

ΑΡΝΗΣΗ
Στο περιγιάλι το κρυφό
Κι άσπρο σαν περιστέρι
Διψάσαμε το μεσημέρι
Μα το νερό γλυφό.

Η χρονιά ήταν το 1931. Από το ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν ένα γραμμόφωνο να παίζει κάποια οπερέτα της εποχής, κι ο ποιητής έβαλε σκοπό να το νικήσει με τη γραφομηχανή του: 

Πάνω στην άμμο την ξανθή
Γράψαμε τ' όνομά της... 
 

"Τι κάνει ρίμα με τ' όνομά της;..." αναρωτήθηκε, "η ματιά της;... η καρδιά της;... Κλισέ όλα, θέλω κάτι διαφορετικό!". Η γραφομηχανή σίγησε κι η οπερέτα του παραθύρου κυριάρχησε στιγμιαία. Η κουρτίνα ρίγησε καθώς τη φύσηξε ο μπάτης - ο μπάτης!

... Ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
Και σβήστηκε η γραφή

Το σφυροκόπημα της γραφομηχανής σκέπασε εντελώς την οπερέτα καθώς η τελευταία στροφή λες και βγήκε από μόνη της:

Mε τι καρδιά, με τι πνοή
Τι πόθους και τι πάθος 
Πήραμε τη ζωή μας· λάθος! 
Κι αλλάξαμε ζωή.

Ωραία, τώρα παίξε όσο θες, οπερέτα! Ο Γιώργος Σεφέρης έγειρε πίσω στην καρέκλα κουρασμένος αλλά χαμογελαστός, καμαρώνοντας το ολοκληρωμένο ποιήμα. Πήρε ένα μολύβι να πατήσει λίγο την άνω τελεία - γερασμένη γραφομηχανή και φαγωμένα πλήκτρα, χτύπησε πολλές άνω τελείες στη ζωή της:

Πήραμε τη ζωή μας• λάθος!

Συνεχίζει ν' αχνοφαίνεται... Ο ποιητής την ξαναπάτησε με το μολύβι: 

Πήραμε τη ζωή μας λάθος!

"Χάλια!..." μονολόγησε ο Σεφέρης, "πρέπει να το δακτυλογραφήσω ξανά. Όμως όχι μόνο αυτό... Ποιος θα προσέξει την άνω τελεία; Θα την προσπεράσουν όλοι - και θ' αλλάξουν εντελώς το νόημα του ποιήματος! Η άνω τελεία είναι η στίξη των λόγιων, των λίγων. Σκέψου να το μελοποιήσει και κανένας στο μέλλον!... Θα το τραγουδάνε όλοι: Πήραμε τη ζωή μας λάθος / Κι αλλάξαμε ζωή... Θα φτιάξουν ένα διαφορετικό ποιήμα. Σιγά κι αν θα θυμούνται ότι ο τίτλος του είναι ΑΡΝΗΣΗ, θα το λένε όλοι Στο Περιγιάλι το Κρυφό!... Λοιπόν, πρέπει ν' αποφεύγω τις άνω τελείες. Είναι η στίξη των λίγων"

Η οπερέτα ελάχιστα μπόρεσε να χαρεί τη νίκη της καθώς η γραφομηχανή ξαναπήρε φωτιά για την τελική, ολοκληρωμένη, σαφέστερη εκδοχή του ποιήματος:

Mε τι καρδιά, με τι πνοή 
Τι πόθους, τι λαχτάρα
Πήραμε τη ζωή... Κατάρα!
Κι αλλάξαμε ζωή. 
 

* * * * *

 

Η Άρνηση του Σεφέρη στην αρχική & άγνωστη ηχογράφηση με τον Γιώργο Μούτσιο (όχι στην πασίγνωστη με τον Μπιθικώτση), που αποδίδει την άνω τελεία και το νόημα του ποιήματος: