Ξυπνώ Και Βλέπω Σίδερα...

... στη γη στερεωμένα και μ’ αλυσίδες σταυρωτές τα πόδια μου δεμένα. Περισσότερα για τα σίδερα θα πούμε παρακάτω, προς το παρόν ας πάμε στο 1968. Τη χρονιά εκείνη η Ελλάδα ήταν στο γύψο, οι Αμερικάνοι προσπαθούσαν να απεγκλωβιστούν από το Βιετνάμ, τα Σοβιετικά τανκς κυκλοφορούσαν στους δρόμους της Πράγας, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ έπεφτε νεκρός, οι Beatles είχαν ουσιαστικά διαλυθεί αλλά προσπαθούσαν να το κρατήσουν μυστικό, στους δρόμους του Παρισιού οι φοιτητές ζητούσαν τη φαντασία στην εξουσία, ενώ οι αστροναύτες του Apollo 8 φωτογράφιζαν για πρώτη φορά την πίσω μεριά της Σελήνης. Σε μια τέτοια επεισοδιακή χρονιά, δε θα μπορούσε παρά να κυκλοφορήσει και ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ.


Το Ηλεκτρικό Πρόβατο (μπορείτε να το βρείτε όλο εδώ) είναι ένα από αυτά τα βιβλία που τα διαβάζεις και τα ξαναδιαβάζεις και τα ξαναδιαβάζεις, προσπαθώντας να καταλάβεις γιατί σου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση και τι ακριβώς θέλει να πει. Αν δεν είχε γραφτεί, δε θα υπήρχε αυτό το τραγούδι (σε στίχους Κώστα Τριπολίτη) ούτε αυτό το κόμικς ούτε το Nexus-1 της Google, ούτε θα ανέβαινε αυτή η θεατρική παράσταση στη Νέα Υόρκη. Φυσικά, δε θα υπήρχε ούτε το θρυλικό Blade Runner, αφού το Ηλεκτρικό Πρόβατο ευτύχησε και ατύχησε ταυτόχρονα να γυριστεί ταινία.


Γιατί ευτύχησε; Διότι το Blade Runner ήταν μια αισθητικά άρτια ταινία με ανυπέρβλητη ατμόσφαιρα, έξω από τις συνηθισμένες Sci-Fi περιπέτειες, καλογυρισμένη και προσεγμένη ως την παραμικρή της λεπτομέρεια - θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταινία ήταν η σύγχρονη εκδοχή των Άθλιων του Β. Ουγκώ. Γιατί ατύχησε; Διότι το Blade Runner δεν είχε ούτε το μισό πλούτο του μυθιστορήματος. Όχι μόνο αυτό, αλλά το στρέβλωνε και το άλλαζε, κάτι για το οποίο παραπονιόταν κι ο συγγραφέας του βιβλίου, κάποιος Φίλιπ Ντικ.


Στο ίντερνετ κυκλοφορεί μια αναφορά του ίδιου του Ντικ για την έμπνευση του βιβλίου. Δεν έχω βρει από ποια συνέντευξή του προέρχεται, όμως πιστεύω πως είναι αληθινή. Όταν λοιπόν ο Ντικ έγραφε τον Άνθρωπο στο Ψηλό Κάστρο, είχε μελετήσει υλικό σχετικό με τη Ναζιστική Γερμανία. Κάπου βρήκε μια επιστολή ενός στρατιώτη των SS στην Πολωνία προς τους δικούς του. «Τις νύχτες δυσκολευόμαστε να κοιμηθούμε από τις κραυγές των παιδιών που πεινάνε», έγραφε ανάμεσα στ’ άλλα κι ο Ντικ συγκλονίστηκε μόλις το διάβασε. Οι κραυγές των πεινασμένων παιδιών, για εκείνον τον στρατιώτη, ήταν απλώς ένα παντζούρι που χτυπούσε μέσα στη νύχτα. Μια ενόχληση στον ύπνο του. Aυτός ο στρατιώτης δεν ήταν πλέον άνθρωπος. Είχε χάσει την Ανθρώπινη Αρχή που, κατά τον Ντικ, είναι να ταυτίζεσαι με τον άλλον, να βάζεις τον εαυτό σου στη θέση του άλλου. Είχε γίνει μια μηχανή ανακλαστικών, κάτι που εξωτερικά έμοιαζε με άνθρωπο όμως εσωτερικά ήταν ψυχρό, νεκρό, ένας ψεύτικος άνθρωπος, ένα ανδροειδές.


Η προηγούμενη πρόταση, φυσικά, είναι μεταφορική. Όταν όμως είσαι συγγραφέας Επιστημονικής Φαντασίας, μπορείς να δημιουργείς κόσμους στους οποίους οι μεταφορές γίνονται κυριολεξίες.



Ο άντρας περπάτησε προς την πόρτα με εκπληκτική ταχύτητα για έναν τόσο βαρύ άνθρωπο. Την άνοιξε διάπλατα κι εξαφανίστηκε αφήνοντάς την πίσω του να κλείσει μ΄ έναν δυνατό θόρυβο. Εκείνη τη στιγμή ο Ίσιντορ είχε ένα παράξενο όραμα. Είδε ένα μεταλλικό πλαίσιο, μια πλατφόρμα με γρανάζια, κυκλώματα, μπαταρίες και τροχαλίες - και μετά επέστρεψε πάλι η ατημέλητη μορφή του Ρόι Μπάτι



Μετά λοιπόν από την αρχική έμπνευση, τι πιο εύκολο από το να περιγράψεις έναν μικτό κόσμο με ιδιοτελείς, ψυχρούς και ανάλγητους ανθρώπους-μηχανές σε αντιδιαστολή με συμπονετικούς, ζεστούς και φιλικούς ανθρώπους-ανθρώπους. Οποιοσδήποτε άλλος συγγραφέας, εκτός του Φίλιπ Ντικ, αυτό θα έκανε. Όμως τι διαβάζουμε στις σελίδες του μυθιστορήματος; Καλοί εναντίον κακών, άνθρωποι εναντίον ανδροειδών; Όχι, αυτό που περιέγραψα πιο πάνω ίσως είναι η Λίστα του Σίντλερ, ίσως είναι η διαφήμιση του Johnny Walker με το ανδροειδές, δεν είναι όμως το Ηλεκτρικό Πρόβατο.


Το σοκ για τον αναγνώστη έρχεται σταδιακά, όταν συνειδητοποιεί ότι κι ο άνθρωπος στο βιβλίο δεν παρουσιάζεται καλύτερος από το ανδροειδές. Σύμφωνοι, αυτό το τελευταίο είναι φύση ιδιοτελής, που του λείπει η Ανθρώπινη Αρχή και μπορεί ακόμα και να σκοτώσει από απλή περιέργεια. Οι άνθρωποι όμως είναι κι αυτοί περιχαρακωμένοι, επιφανειακοί, ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους με τη Συσκευή Διαθέσεων Penfield, η θρησκεία του Μπάστερ Φρέντλι, με τον άκρατο καταναλωτισμό και την τρομοκρατία της χαράς που προάγει, έχει καθολική αποδοχή, ενώ η ταύτιση με τον άλλον καταντά ένα ακαδημαϊκό γνώρισμα, μια μέτρηση που ανιχνεύεται από περίπλοκα ηλεκτρονικά τεστ. Κι όλα αυτά μέσα σ’ έναν κόσμο που κυριαρχεί το κιπλ:



«Το κιπλ είναι άχρηστα αντικείμενα, όπως διαφημιστικές επιστολές ή άδεια σπιρτόκουτα ή περιτυλίγματα τσίχλας ή χθεσινές ολογραμμικές εφημερίδες. Όταν δεν υπάρχει κανείς τριγύρω, το κιπλ αναπαράγεται. Για παράδειγμα, αν πας για ύπνο και αφήσεις κιπλ στο διαμέρισμά σου, τότε το πρωί που θα ξυπνήσεις θα βρεις το διπλάσιο».
«Μάλιστα». Το κορίτσι τον κοίταξε με αβεβαιότητα, μην ξέροντας αν τα εννοούσε στα σοβαρά αυτά που έλεγε.
«Ο Πρώτος Νόμος του Κιπλ» είπε ο Ίσιντορ, «είναι ότι το κιπλ διώχνει το μη-κιπλ”.



Και το ερώτημα παραμένει: τελικά τι είναι το Ηλεκτρικό Πρόβατο; Δεν είναι καλοί εναντίον κακών, δεν είναι η σύγχρονη εκδοχή των Άθλιων, τι διαβάζουμε στο μυθιστόρημα;


Αυτό που διαβάζουμε είναι ο αγώνας δύο ανθρώπων, του Ρικ Ντέκαρτ και του Τζον Ίσιντορ, να επιβιώσουν ψυχικά σ’ έναν κόσμο γεμάτο εντροπία, τόσο εξωτερική όσο κυρίως εσωτερική. Ο Ντικ είχε έναν δικό του συμβολισμό για την ψυχική εντροπία: σε όλα τα έργα του, το σίδερο εκφράζει αυτήν την απονέκρωση που κάνει κάποιον να περιχαρακώνεται στον εαυτό του, να ζει επιφανειακά και να μεταχειρίζεται τους άλλους ως αντικείμενα. Μέσα σ’ αυτόν τον σιδερένιο κόσμο λοιπόν, οι ήρωες ανακαλύπτουν κάποιες οάσεις ομορφιάς. Την υπέροχη φωνή της Λιούμπα Λουφτ, τη γοητεία της Ρέιτσελ Ρόζεν, τη θρησκεία του Μερσερισμού. Ο σιδερένιος κόσμος όμως υπερισχύει, τσακίζει κάθε λουλούδι που πάει ν’ ανθίσει: η Λιούμπα σκοτώνεται, η Ρέιτσελ αποδεικνύεται ένας έμπορος σεξουαλικότητας, και η χαριστική βολή έρχεται στο κρεσέντο των τελευταίων σελίδων (ένα από τα πιο συγκλονιστικά κομμάτια που έγραψε ποτέ ο Ντικ), όταν ο Μπάστερ Φρέντλι ξεσκεπάζει τον Μερσερισμό αποκαλύπτοντας ότι ο ίδιος ο Μέρσερ είναι ένας δευτεροκλασάτος ηθοποιός του Χόλιγουντ, κι ότι η εμπειρία της συγχώνευσης μαζί του, που βιώνουν οι πιστοί, είναι κατασκευασμένη σε στούντιο. Η εντροπία νίκησε, ο κόσμος έγινε μια Μαύρη Σιδερένια Φυλακή...


Όμως ο Μέρσερ είναι αυτός που κερδίζει στο φινάλε! Είναι ψεύτικος κι όμως είναι αληθινός. Βρίσκεται πάντα εκεί για να βοηθήσει ή να παρηγορήσει τους συμπονετικούς ανθρώπους, σε πείσμα της ίδιας της πραγματικότητας. Διότι για τον Ντικ, τα βάσανα κι ο πόνος των ανθρώπων δεν μπορεί ΠΟΤΕ να είναι ψεύτικα. Η συμπόνοια και η ταύτιση με τον άλλον είναι ΠΑΝΤΑ αληθινή, τελεία και παύλα. Κι όταν η σιδερένια πραγματικότητα έρχεται να τσακίσει το συμπονετικό άτομο, να καταστήσει ανώφελη την ανθρωπιά του, τότε ο Ντικ λύνει την εξίσωση με τον ολότελα προσωπικό του τρόπο: αμφισβητώντας την πραγματικότητα. «Λένε τώρα ότι ο Μέρσερ είναι απάτη», παρατηρεί στην κορύφωση του μυθιστορήματος η μις Μάρστιν, «Ο Μέρσερ δεν είναι απάτη», απαντά ο Ντέκαρτ, «εκτός κι αν η πραγματικότητα είναι απάτη».



Τελικά, όμως τι έχει να πει το Ηλεκτρικό Πρόβατο σε μας, που δε ζούμε στο μετακαταστροφικό Σαν Φρανσίσκο ούτε ο αέρας που αναπνέουμε είναι μολυσμένος με ραδιενεργά σωματίδια;


Λοιπόν, τα ανδροειδή υπάρχουν και στον κόσμο μας. Πριν δυο χρόνια είχε δημοσιευτεί μια εντυπωσιακή είδηση στον δικό μας Τύπο: εργοδότες κονσερβοποιίας στη Νάουσα έκρυψαν τις ανασφάλιστες εργάτριες στα ψυγεία του εργοστασίου, για να μην τις βρει η Επιθεώρηση Εργασίας («Βγάλτε αμέσως τις εργάτριες από τα ψυγεία, γιατί θα πεθάνουν από το κρύο»). Η είδηση αφορά ανδροειδή. Διότι ορισμένα όρια στη μεταχείριση των ανθρώπων δεν πρέπει ποτέ να ξεπερνιώνται. Αν φτάσεις όμως στο σημείο να βάλεις τις εργάτριες στο ψυγείο, τότε τις έχεις κάνει αντικείμενα. Δεν έχεις απέναντί σου τη Μαρία, την Κατερίνα, την Ελένη, η καθεμιά με τη δική της ιστορία και τον δικό της αγώνα, έχεις αξίες χρήσης. Σκονάκια που πρέπει να κρυφτούν για να μην τα δει ο καθηγητής. Είσαι ανδροειδές, προϊόν κατασκευής της εταιρείας Ρόζεν.


Δε χρειάζεται όμως να πάμε μόνο σε τόσο δραματικά περιστατικά. Το ψυχικό σίδερο, η νέκρωση της συμπόνοιας και της ταύτισης με τον άλλον, κυριαρχεί και στις μύριες λεπτομέρειες της καθημερινότητάς μας. Εμείς άραγε είμαστε άνθρωποι; Ας μη βιαστούμε να απαντήσουμε, γιατί όπως διδάσκει και το Ηλεκτρικό Πρόβατο, μπορεί να είμαστε Nexus-6 που πήραμε τη θέση κάποιου και το αγνοούμε επειδή μας εμφυτεύτηκε συνθετική μνήμη. Συναναστρεφόμαστε όμως άνθρώπους και ενίοτε τους μεταχειριζόμαστε ως μέσα, όχι ως σκοπούς. Τους βλέπουμε ως πορτοφόλια, Ε9, υπηκόους, σκουπιδοτενεκέδες του συναισθηματικού μας κιπλ – όποιος δεν τα ‘χει κάνει ποτέ, ας σταματήσει τώρα το διάβασμα. Είτε είναι άγιος είτε ψεύτης είτε έχει διατελέσει πρωθυπουργός της Ελλάδας (ανεπιθύμητοι και οι τρεις σ’ αυτό το μπλογκ). Κάποιες άλλες φορές, οι όροι αντιστρέφονται και γινόμαστε εμείς αντικείμενα στις επιδιώξεις των άλλων. Τότε ο κόσμος μπορεί να γίνει μεταλλικός, ψυχρός, γεμάτος εντροπία και κιπλ. Ξυπνάμε και βλέπουμε σίδερα στη γη στερεωμένα...


Το Ηλεκτρικό Πρόβατο λοιπόν έχει ένα μήνυμα για σένα: μην απαρνηθείς ποτέ αυτό που σε πραγματώνει εσωτερικά. Ακόμα κι αν η πραγματικότητα σού παρουσιάζεται εχθρική και σιδερένια, τότε τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Αμφισβήτησε αυτήν, όχι την ανθρωπιά σου, τιμή σε όσους βαστάνε εσωτερικές Θερμοπύλες. Ναι, αλλά τι σημαίνει τελικά αυτή η αμφισβήτηση της πραγματικότητας, με ποια έννοια θα πρέπει να εκληφθεί; Αυτό εξαρτάται από τον καθένα μας προσωπικά. Μπορείς να επιλέξεις τη ριζοσπαστική λύση: ατόφια παράνοια 24 καρατίων. Να αμφισβητήσεις τα ίδια τα δεδομένα των αισθήσεών σου. Πρόκειται για μια πάρα πολύ καλή λύση, την έχει δοκιμάσει κι ο Ντικ κι ο Ρουσσώ πριν από αυτόν, κι άλλοι... Είκοσι εννιά κατασκευαστές πραγματικότητας συνιστούν παράνοια (κάτι ξέρουν). Έχε υπ’ όψη ότι σε περιμένει άφθονος πόνος και, κατά πάσα πιθανότητα, ένας πρώιμος θάνατος, όμως μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν και χειρότερα από τον θάνατο. Αν πάλι δε θες να καταφύγεις σε αριστερίστικες λύσεις και γυρεύεις κάτι στο πιο ρεφορμιστικό, τότε έχω και για σένα μία πρόταση:


Για τον Κίρκεγκορ, η πραγματικότητα είναι η εύκολη λύση (την ονόμαζε συνήθως «αντικειμενικότητα», αλλά το ίδιο νόημα έχει). Είναι μια πρόφαση την οποία επικαλούμαστε όταν προσπαθούμε να αποφύγουμε τον εαυτό μας. Αν ο αποβλακωτικός κωδικός 888 στη Συσκευή Διαθέσεων Penfield είναι η «επιθυμία να παρακολουθήσεις τηλεόραση άσχετα από την εκπομπή που παίζει», τότε αντίστοιχα ο κωδικός 889 θα είναι η «τάση να επικαλείσαι εξωτερικές αναγκαιότητες προκειμένου να καμωθείς ότι δεν έχεις επιλογή». Έχει όνομα αυτή η τάση, λέγεται: πραγματικότητα. Και δεν είναι παρά μια υπεκφυγή, μια απόταξη ευθυνών.


Αλήθεια, δες τι ενδιαφέρον που γίνεται αν στη συλλογιστική του Κίρκεγκορ αντικαταστήσουμε την «πραγματικότητα» με την «τηλεόραση»....


Η επιλογή και η ευθύνη της είναι πάντα δική μας. Όταν παρακολουθούμε τηλεόραση (ή συμμορφωνόμαστε με αυτό που προστάζει η κυβέρνηση, οι αισθήσεις μας κ.λπ.), έχουμε προηγουμένως κάνει μια επιλογή. Και κάθε φορά που σκύβουμε το κεφάλι στη δικτατορία της πραγματικότητας/τηλεόρασης, είναι επειδή τρομάζουμε από το βάρος της ευθύνης, προτιμάμε την ασφάλεια από την ελευθερία. Μετά μπορούμε να εξοργιζόμαστε με όλους αυτούς τους πανάθλιους τύπους που βγαίνουν στο γυαλί, να πανικοβαλόμαστε με τα (απαράδεκτα) δελτία ειδήσεων, όμως προηγουμένως έχουμε επιλέξει να παραχωρίσουμε όλη την εξουσία σε έναν τύραννο. Ακόμα χειρότερα, έχουμε επιλέξει να ταΐσουμε ένα τρολ, να παίξουμε το παιχνίδι του. Έχει όνομα αυτό το τρολ, λέγεται: πραγματικότητα. Έχει και επώνυμο, λέγεται: τηλεόραση.


Λαέ, πολέμα, σου πίνουνε το αίμα! Πάνε να μας πείσουν, παραδείγματος χάριν, ότι η πραγματικότητα περιλαμβάνει έναν Χρήστο Παπουτσή. Μα είναι δυνατόν ο Χρήστος Παπουτσής να υπάρχει πραγματικά; Τέτοιο αποκύημα φαντασίας, τέτοια πασοκική εντροπία, τέτοια ανθρώπινη αποδόμηση, δεν μπορεί παρά να προέκυψε στους εφιάλτες ενός άρρωστου οπιομανούς. Τελεία και παύλα, ο Χρήστος Παπουτσής δεν υπάρχει. Ούτε ο ... υπάρχει (συμπληρώνεις κατά βούληση). Είναι ένα όνειρο που είδες χθες βράδυ. Ούτε το παρελθόν σου υπάρχει. Όλα είναι εμφυτευμένες αναμνήσεις. Κοίτα γύρω σου τους τοίχους, το δωμάτιο, την επίπλωση, το ταβάνι: είναι ερζάτς, σκηνικά φτιαγμένα από νοβοπάν. Μας θέλουν πρόβατα, μας σερβίρουν κουτόχορτο, αυτό το παραμύθι της πραγματικότητας που μας πλασάρουν, είναι φτηνό και εξαιρετικά κακόγουστο. Η πραγματικότητα είναι μια εκπομπή τηλεοπτικού σταθμού χειρότερου κι από το Star Channel. Γιατί λοιπόν της δίνεις σημασία; Πες μου ποιον φόβο αγάπησες πάλι; Το μέσο είναι το μήνυμα, κλείσε επιτέλους την τηλεόραση!


Δεν αισθάνεσαι ήδη λίγο καλύτερα;

Ο Λευκός Ναός

Το πραγματικό του όνομα είναι Ουάτ Ρονγκ Κουν, όμως είναι σε όλους γνωστός με το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο: Λευκός Ναός. Εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί.

Ουάτ Ρονγκ Κουν, γνωστός στην πιάτσα ως Λευκός Ναός


Βρίσκεται στον ταϊλανδικό βορρά και συγκεκριμένα εδώ. Η σύλληψη και η κατασκευή του οφείλονται σε έναν επιτυχημένο αλλά και πεισματάρη καλλιτέχνη ονόματι Τσαλεμτσάι Κοσιτπιπάτ, ο οποίος δούλεψε πολλά χρόνια με τους ντόπιους τεχνίτες για να ολοκληρώσει αυτό το αριστούργημα αρχιτεκτονικής, γλυπτικής και ζωγραφικής, που είναι ο Λευκός Ναός. Λέγεται ότι χρησιμοποιήσε μόνο δικά του χρήματα καθώς και δωρεές ενός πλούσιου επιχειρηματία, ενώ αρνήθηκε να πάρει δωρεές άνω των 300 ευρώ («υπέρ αποπερατώσεως») από τους απλούς πιστούς.



Ο Λευκός Ναός το σούρουπο γίνεται Σταχτής Ναός


Ο προϋπολογισμός ξέφυγε τελείως κατά την πορεία του έργου. Είχε εκτιμηθεί αρχικά στα € 500.000 ευρώ όμως τελικά στοίχισε κοντά € 8.000.000, ενώ η συνολική του έκταση, από τα 5 στρέμματα της αρχικής εκτίμησης, τελικά κατέληξε περίπου στα 17. Άξιζε όμως τον κόπο.




Το απόγευμα γίνεται Χρυσοκίτρινος Ναός


Ο ίδιος ο Τσαλεμτσάι έγινε στόχος ειρωνειών. Η σύλληψή του ήταν εντελώς πρωτόγνωρη. Όταν όμως άρχισαν να καταφθάνουν οι επισκέπτες και οι τουρίστες από όλη την Ταϊλάνδη και όλο τον κόσμο, οι ειρωνείες έγιναν έπαινοι. Μέχρι το 2009, δώδεκα χρόνια από την αποπεράτωσή του, περίπου πέντε εκατομμύρια επισκέπτες ήρθαν στην περιοχή ειδικά για τον Λευκό Ναό, ο οποίος πλέον αρχίζει να αναδεικνύεται σε ένα από τα κατ’ εξοχήν μνημεία της χώρας.



Λεπτομέρεια του Ναού: βουδιστής άγιος στην ουράνια μακαριότητα της Νιρβάνα


Η φιλοδοξία του καλλιτέχνη ήταν να διαμορφώσει όχι μόνο έναν ιδιαίτερα όμορφο και πρωτότυπο Ναό, αλλά να τον κάνει ανοιχτό βιβλίο της βουδιστικής διδασκαλίας• η ίδια η επίσκεψη στον Λευκό Ναό να λειτουργεί σαν ένα μικρό ελευσίνιο μυστήριο.



Ο Λευκός Ναός έχει και Χρυσές Τουαλέτες


Κατ’ αρχήν, στην περίβολο του Ναού, δίπλα στη διακοσμητική λιμνούλα, υπάρχει ένα ημικύκλιο που αντιπροσωπεύει τον κόσμο μας. Δίπλα σ’ αυτό απλώνεται ένας μεγάλος κύκλος με δύο τεράστια σκυλόδοντα: το στόμα του δαίμονα Ραχού, δηλαδή η κόλαση, η οποία είναι γεμάτη από τις νοητικές ακαθαρσίες μας (απληστία, λαιμαργία, φιληδονία, νωθρότητα, ψήφος στον Π. Ψωμιάδη κ.λπ.).



Κόλαση η κατάσταση 


Προτεταμένα χέρια πετάγονται από την κόλαση, έτοιμα να μας αρπάξουν και να μας ρίξουν στη Σαμσάρα, στον κύκλο των διαδοχικών μετενσαρκώσεων.



H Κόλαση είναι γεμάτη από συμβασιούχους του Δημοσίου που εκλιπαρούν για μονιμοποίηση



Υπουργός της κυβέρνησης Καραμανλή που βασανίζεται στην Κόλαση


Τι θα κάνουμε, πώς θα ξεφύγουμε από την παγίδα της γέννησης και του θανάτου; Ευτυχώς καταμεσής της Κόλασης απλώνεται η Γέφυρα της Ευδαιμονίας, η οποία θα μας οδηγήσει στην Κατοικία του Βούδα.



Stairway to heaven


Δύο πανίσχυροι φρουροί φυλάνε τη Γέφυρα, για να μην περάσουν τις Πύλες του Ουρανού οι κάτοικοι της Κολάσεως: είναι ο Μάρα στα αριστερά και ο Θάνατος στα δεξιά. Ο πρώτος είναι ο κύριος του πεπρωμένου κι ο δεύτερος ο κύριος της ζωής.




Στα αριστερά η Τρόικα και στα δεξιά το Μνημόνιο, που φυλάνε το βασίλειο της ευδαιμονίας για να μην το προσεγγίσουν οι κάτοικοι της Ελλάδας



Με την ψυχή στο στόμα ξεφεύγουμε στο τσακ από την Κόλαση και προσπερνάμε τους δύο αγριωπούς φρουρούς. Ευτυχώς αδιαφορούν και δε μας αγγίζουν καθόλου. Περπατάμε επάνω στη Γέφυρα και μπαίνουμε στον Ναό. Είμαστε πλέον απελευθερωμένοι, κατακτήσαμε τη Νιρβάνα.



Ένας δαίμονας κάπου στην περίβολο του Ναού, βγαλμένος από ταινία του Κρόνενμπεργκ



Με το που μπαίνουμε στον Ναό, στην Κατοικία του Βούδα, μας περιμένει μια μεγάλη έκπληξη. Η πόρτα από την οποία μόλις περάσαμε είναι ένα τεράστιο στόμα – σαν να λέμε, ξεφύγαμε απ’ του χάρου τα δόντια. Δεν είναι όμως αυτή η έκπληξη...



Έτσι μας βλέπει ο Βούδας


Η έκπληξη είναι ότι ο Λευκός Ναός έχει Sci-Fi «αγιογραφίες»! Οι θρησκευτικές απεικονίσεις του Ναού, οι οποίες πιάνουν όλο το εσωτερικό του, έχουν άφθονα θέματα από δημοφιλείς Sci-Fi ταινίες. Μόνο που οι «αγιογραφίες» αυτές προστατεύονται, και οι κάμερες είναι απαγορευμένες μέσα στον Ναό. Όλες οι φωτογραφίες από το εσωτερικό έχουν βγει στα μουλωχτά.



Λεπτομέρεια από το εσωτερικό του Ναού, στα αριστερά ο Neo του Matrix


Άλλη λεπτομέρεια, στο βάθος οι Δίδυμοι Πύργοι


Εδώ φαίνεται και η Αλ Κάιντα


Το εντυπωσιακό με τον Λευκό Ναό είναι ότι όλα τα οικοδομήματά του είναι διακοσμημένα, ακόμα και στην παραμικρότερη λεπτομέρειά τους. Ακόμα και τα κολωνάκια για το παρκάρισμα ή και οι ταμπέλες «Απαγορεύεται το κάπνισμα».



Ο βωμός του Βούδα στο εσωτερικό του Ναού


 No Smoking



No Drinking


Εδώ η σελίδα του Λευκού Ναού στη Wikipedia κι εδώ ένα βίντεο από το YouTube. Κλείνουμε με ορισμένους πίνακες βουδιστικής τέχνης του Τσαλεμτσάι, που θα μπορούσαν να γίνουν εξώφυλλα στο Asimov’s.










Just Because I'm Paranoid...

... doesn't mean they're not out to get me.

Βρισκόμαστε στην Καλιφόρνια του 1971. Ένας σχετικά άσημος συγγραφέας Επιστημονικής Φαντασίας ονόματι Philip K. Dick παλεύει να τα βγάλει πέρα με τη ζωή του, τη διατροφή τον παιδιών του από προηγούμενους γάμους, με τη γυναίκα του, τη Nancy, που τον παράτησε, με τα χρέη του στην εφορία κ.α. Τα χρήματα που παίρνει από τα δικαιώματα των βιβλίων του είναι ελάχιστα, ο κόσμος δεν τον ξέρει, είναι σχετικά περιθωριακός ακόμα και στη σχετικά περιθωριακή λογοτεχνία που γράφει. Πώς λοιπόν να εξηγήσει την αίσθηση που έχει ότι τον βάλαν στόχο οι μυστικές υπηρεσίες τις Αμερικής, αν όχι όλου του κόσμου; Περίεργα αυτοκίνητα τον ακολουθούν διακριτικά όταν βγαίνει στο δρόμο, το σπίτι του ερευνάται όταν αυτός απουσιάζει, ψάχνουν ακόμα και τα σκουπίδια του, σίγουρα θα υπάρχουν και εμφυτευμένοι κοριοί, σίγουρα το τηλέφωνο του θα είναι παγιδευμένο... Τον κυνηγάει το FBI, ίσως σε συνεργασία με την KGB, μια παγκόσμια συνωμοσία μυστικών υπηρεσιών ενδιαφέρεται γί αυτόν ειδικά.

Ή μήπως το 'χει χάσει τελείως και είναι παρανοϊκός;

Λοιπόν, δεν αποκλείεται καθόλου σ' εκείνα τα δύσκολα χρόνια, αρχές δεκαετίας του '70, ο Dick να είχε περάσει τη λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη λογική και την τρέλα. Όμως ακόμα κι αν πράγματι ήταν παρανοϊκός, δε σημαίνει ότι κι αυτοί δεν τον παρακολουθούσαν...

Η Tessa Busby Dick, η τελευταία σύζυγος του Philip Κ. Dick (εδώ το blog της), κάνει μια ενδιαφέρουσα σκέψη. Το 1969 ο Dick είχε ανταλλάξει μερικά τηλεφωνήματα με τον πολύ dr. Timothy Leary, τον "πιο επικίνδυνο άνθρωπο στην Αμερική" κατά τον Πρόεδρο Nixon. Λίγο αργότερα, ο Leary θα καταδικαστεί για κατοχή μαριχουάνας και τον Σεπτέμβριο του 1970 θα δραπετεύσει. Μια τεράστια αστυνομική επιχείρηση στήθηκε για να τον εντοπίσει, η οποία δεν αποκλείεται καθόλου να ενδιαφέρθηκε και γι' αυτόν τον γνωστό του, έναν συγγραφέα στην Καλιφόρνια που γράφει περίεργα βιβλία για ναρκωτικά και αστυνομικά κράτη. Ίσως τελικά ο Dick να μην ήταν τόσο πολύ τρελός όσο κι ο ίδιος νόμιζε...

Η παράνοια (;) του Dick μας ενδιαφέρει πολύ κι εμάς, ως αναγνώστες και Dickheads, γιατί είναι μέρος του ερωτήματος της πραγματικότητας ("ορισμένες φορές, η κατάλληλη αντίδραση στην πραγματικότητα είναι η τρέλα", όπως γράφει κι ο ίδιος στο VALIS). Οι σκέψεις της Tessa Dick ρίχνουν ένα καινούργιο φως κι αλλάζουν το πρίσμα με το οποίο βλέπουμε τον άνθρωπο και τη ζωή του. Σταματώ για λίγο, κάποιος χτυπάει εδώ και ώρα την πόρτα, θα συνεχίσω όμως αργότερα με κάποιες πολύ σημαντικές πληροφορίες που έτυχε να μάθω και είμαι σίγουρος ότι θα ενδιαφέρ

RIP Greeks in Space!...

Ας ανακοινωθεί και επίσημα: το Greeks in Space! είναι νεκρό από καιρό... Έχασα τη συνέχεια μέσα στην αναστάτωση της "Σαμαρκάνδης" και δεν υπάρχει περίπτωση να την ξαναγράψω από μνήμης. Ό,τι έγραψα έγραψα στη ζωή μου, έκλεισα πλέον, φινίτο.

Πριν λίγες μέρες όμως ανακάλυψα στο Dropbox μερικά κειμενάκια αυτής της συνέχειας. Τα είχα ανεβάσει εκεί γιατί τα δούλευα τότε από δύο και τρεις Η/Υ, κι ορισμένα από αυτά ξεχάστηκαν στο Internet. Αυτό λοιπόν που μπορώ να κάνω είναι να σας προσφέρω μία διανθισμένη σύνοψη του τέλους, να μη μείνετε με την απορία - είναι και σχετικό με τις παρούσες δημοτικές εκλογές. Είχαμε αφήσει λοιπόν την πλοκή σε τέσσερα σημεία:

1) Στον εξωγήινο πλανήτη, ο Σούσι συναπαντήθηκε με μια αγέλη πιθηκοειδών και συμπτωματικά πυροδότησε σ’ αυτά μια διαδικασία ταχύρρυθμης εξέλιξης (εδώ).
2) Ο Μίλτος συνάντησε μια χελώνα μεγάλη σαν ελέφαντα, την καβάλησε κι αυτή ξεκίνησε να τον οδηγεί... κάπου (εδώ).
3) Στην Υπερβατική Πραγματικότητα, ο ΘτΕ και το Μούσι σχεδίαζαν μια κομπίνα με την εταιρεία ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε. Συγκεκριμένα, να την πουλήσουν σε μια Επενδυτική Επιχείρηση που αναπτύσσεται κι επενδύει σε Ελληνικές Πραγματικότητες, παρουσιάζοντας μια υποτιθέμενη καλή προσφορά στη δική τους Συνέλευση των Μετόχων, κρυφά όμως τα είχαν κάνει πλακάκια με τον Εργολάβο της αγοράστριας εταιρείας: έναντι ενός καλού μεριδίου, αυτός θα παρουσιάσει στο ΔΣ της επιχείρησής του μια υποτιθέμενα συμφέρουσα τεχνική μελέτη για την ανάπλαση των σκηνικών της ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε. – δηλαδή, της γνωστής μας Ελλάδας... Στο τέλος, ο ΘτΕ και το μούσι θα βουτήξουν τα χρήματα της πώλησης και θα την κοπανήσουν (εδώ).
4) Οι υπόλοιποι αστροναύτες στον Οδυσσέα ετοιμάζονταν κι αυτοί να προσγειωθούν στον εξωγήινο πλανήτη (εδώ).

Τι γίνεται παρακάτω:

Ο Μίλτος συναντά κάποιους ταξιτζήδες που τον πηγαίνουν στο στέκι τους. Διαπιστώνει ότι η χώρα, που ονομάζεται Λλάδα με πρωτεύουσα τη Θήνα, μοιάζει υπερβολικά πολύ με την Ελλάδα, στο πιο cyberpunk όμως. Οι ταξιτζήδες τον παγιδεύουν και τον πηγαίνουν αιχμάλωτο στον σατανικό ηγέτη της δημοτικής αντιπολίτευσης, τον Έλβε Νιζέλ, ο οποίος είχε ειδοποιηθεί για την άφιξή του από τη Μαρτυρία του Τρελού Αρνητιστή (εδώ)

Ο Μίλτος κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε. Δεν ένιωθε πια τον κυματιστό καλπασμό της χελώνας, τον ενοχλούσε κι η τσιριχτή μουσική. Προφανώς το κτήνος θα είχε σταματήσει κάπου. Ίσως στον αφέντη του, ό,τι και να ήταν αυτός, ή στο μέρος που ήξερε να επιστρέφει πάντα. Με μια γενναία κίνηση, ο Μεταφυσικός Αριστερός άλλαξε πλευρό και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί.

Ένα δευτερόλεπτο μετά, είχε ανοίξει τα μάτια του. Είδε τη χελώνα να βόσκει τα φύλλα ενός χαμηλού κλαδιού από κάποιο δέντρο και δίπλα της...

...στέκονταν δύο αντρικές φιγούρες!

Ήταν άνθρωποι, χωρίς αμφιβολία. Ο ένας ήταν ψηλός και λεπτός, ενώ ο άλλος ήταν ένας παχουλός μεσήλικας. Είχαν ανοιχτό δέρμα, λεπτά μάτια με ίσια φρύδια σαν περισπωμένες και μακριά μαλλιά. Τα ρούχα τους ήταν από κάποιο ακαθόριστο υλικό, μάλλον ένα είδος μαλλιού, και τύλιγαν μονοκόμματα τα σώματά τους. Κρατούσαν κάποια περίεργα φλάουτα και έπαιζαν σκοπούς στη χελώνα, ενώ δεν έδειχναν να προσέχουν τον ξεβράκωτο επιβάτη στη ράχη της. Ο Μίλτος ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε ότι δεν υπήρχε λόγος να το βάλει στα πόδια ούτε να βάλει τις φωνές. Το μόνο πράγμα που έπρεπε να βάλει ήταν τα πράγματα στη θέση τους.

Πώς όμως θα επικοινωνούσε μαζί τους; Θα χρειαζόταν χρόνια να μάθει τη γλώσσα τους ή αυτοί τη δική του κι εντωμεταξύ θα έπρεπε να συνεννοηθεί με νοήματα. Θα τον καταλάβαιναν όμως; Θα ήταν άραγε συμβατή η ελληνική κουλτούρα του με την εξωγήινη δική τους; Μήπως οι χειρονομίες φιλίας θα εκλαμβάνονταν ως προτροπές άσεμνων πράξεων; Σηκώθηκε όρθιος κι έβαλε το πόδι του στην ανεμόσκαλα, τη στιγμή ακριβώς που η χελώνα έφτανε ένα ψηλότερο κλαδί και τον πετούσε από τη ράχη της. Κατέβηκε κουτρουβαλώντας τα τέσσερα μέτρα που τον χώριζαν από το έδαφος και βρέθηκε να κοιτάζει τους δύο άντρες ξαπλωμένος φαρδύς-πλατύς. Σήκωσε το δεξί του χέρι σε μία κίνηση χαιρετισμού.

Αυτοί τον μούντζωσαν κεφάτα και ξαναγύρισαν στη μουσική τους.

Ο Μίλτος έμεινε για λίγο να τους κοιτάει, μετά στάθηκε στα πόδια του αργά, «εγώ φίλος», είπε, «φίλος», δείχνοντας τον εαυτό του και αρθρώνοντας μία-μία τις συλλαβές.

Ο ψηλός άντρας έβγαλε το φλάουτο από το στόμα του. «Κι εμείς ταξιτζήδες-ταξιτζήδες».

Ο Μίλτος έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα για τρίτη φορά εκείνο το απόγευμα. Εξωγήινοι που μιλούν ελληνικά! Βέβαια, ο ίδιος είχε δει πολλές ταινίες Επιστημονικής Φαντασίας του εικοστού αιώνα με τον ξανθό γήινο που φτάνει στον άγνωστο πλανήτη και τον χαιρετά η εξωτική καλλονή στη γλώσσα του, όλοι όμως οι κριτικοί συμφωνούσαν πως οι ταινίες αυτές ήταν χαμηλού επιπέδου και μηδαμινής καλλιτεχνικής αξίας. Όμως να που συνέβαινε στ’ αλήθεια! (αν και χωρίς τις εξωτικές καλλονές). Ήταν η ίδια η πραγματικότητα άραγε χαμηλού επιπέδου και μηδαμινής καλλιτεχνικής αξίας;

Η χελώνα, όλη αυτήν την ώρα, έτρωγε τα φύλλα του δέντρου με βουλιμία αδιαφορώντας για τις διαπολιτιστικές επαφές που λάβαιναν χώρα δίπλα της.

«Εμ, κοιτάξτε…» είπε ο Μίλτος. «Είμαι ξένος εδώ, μόλις έφτασα και, εεεεε, χρειάζομαι λίγες πληροφορίες. Κάποια καθοδήγηση, ας πούμε».

«Αυτό είναι ρε, το πέτυχες επιτέλους!» φώναξε ο κοντότερος άντρας στον άλλον που κατάφερε να παίξει έναν ιδιαίτερα μπάσο σκοπό.

«Πολύ μανίκι αυτές οι χαμηλές οκτάβες…»

«Συνέχισε. Τώρα που το ‘πιασες, παίξ’ το μέχρι να το μάθεις. Μη σου ξεφύγει άλλη φορά το ταξί».

«Μήπως θα μπορούσατε να με πάτε στο χωριό σας, στην πόλη σας, στον πολιτισμό σας τέλος πάντων;» ζήτησε ο Μίλτος που ακόμα δεν πίστευε ότι μιλούσε ελληνικά σε εξωγήινους.

Ο κοντός άντρας τον κοίταξε εξεταστικά. «Να υποθέσω ότι δεν έχεις λεφτά-λεφτά».

«Ε… όχι. Τι λεφτά έχετε εσείς εδώ; Όχι, δε νομίζω».

«Καλά. Δεν πειράζει, ρε φίλε-φίλε. Θα μου τα χρωστάς». Ο άντρας γύρισε στον ψηλό: «Έλα, ρε 12, γυρνάμε στην πιάτσα!» του είπε κι ο άλλος σκαρφάλωσε αμέσως στη χελώνα. «Πάμε πίσω στο στέκι μας, την Κλεπτομανία» εξήγησε ο κοντός στον Μίλτο. «Μήπως θες να ρίξεις κάτι πάνω σου;».

Ο κοντός ανέβηκε την ανεμόσκαλα και κάθισε σταυροπόδι στο καύκαλο δίπλα στον συνάδελφό του. Έψαξε κάτω από τις φλοκάτες των πάγκων μέχρι που ξετρύπωσε μια φόρμα φτιαγμένη από το ίδιο υλικό με τα ρούχα του και την πέταξε στον Μίλτο. Ήταν τελικά ένα είδος μαλλιού, ζεστό αλλά ευχάριστο, αποφάνθηκε ο Μεταφυσικός Αριστερός. Ντύθηκε, ανέβηκε στη χελώνα και κάθισε σε έναν πάγκο βολεύοντας δίπλα του τον πολύτιμο σάκο με τα μοναδικά του αγαθά: τον Ηλεκτροσυνδικαλιστή και το Κομμουνιστικό Κοράνι. Ο ψηλός άντρας έπαιξε μια απλή μελωδία με τρεις νότες κι η χελώνα ανασηκώθηκε. Μια άλλη πιο περίπλοκη μελωδία την έκανε να στρίψει και να πάρει ένα δρομάκι μέσα στο δάσος τριποδίζοντας χαριτωμένα.

«Η χελώνα υπακούει στη μουσική;» ρώτησε ο Μίλτος.

«Φυσικά. Αρκεί να μην κάνεις λάθη, όπως ο 12 από δω. Είναι καινούργιος, δεν το ‘χει ακόμα» εξήγησε ο κοντότερος. O 12 έβγαλε το φλάουτο από το στόμα του για να πει κάτι, όμως η χελώνα άρχισε να επιταχύνει κι ο ταξιτζής βιάστηκε να ξαναπαίξει πάλι την προηγούμενη μελωδία. Η χελώνα έκοψε ταχύτητα κι ο κοντός συνέχισε: «Του ξέφυγε το ταξί και το ψάχναμε όλο το πρωί. Πάλι καλά που το βρήκες και μας το ‘φερες. Ευχαριστούμε πολύ, ρε φίλε-φίλε».

«Παρακαλώ» απάντησε ο Μίλτος ενώ σκεφτόταν ότι στην πραγματικότητα το ταξί έφερε εκείνον. Το κτήνος συνέχισε το δρόμο του καλπάζοντας μέσα από πράσινα λιβάδια, πρασινοντυμένα ρέματα, πρασινισμένες πλαγιές, καταπράσινους λόφους και σμαραγδένιες κοιλάδες. Το δάσος με τα ψηλά δέντρα είχε μείνει για τα καλά πίσω τους, οι τρεις άντρες βρέθηκαν σε μια πλατιά έκταση που απλωνόταν σχεδόν από τη μία άκρη του ορίζοντα ως την άλλη. Λίγες σποραδικές πινελιές από μοναχικά λουλούδια σπίλωναν εδώ κι εκεί την πράσινη τελειότητα του απέραντου χλοοτάπητα κι ο Μεταφυσικός Αριστερός έμεινε να κοιτάζει γεμάτος θαυμασμό.

«Δε μου είπες τ' όνομά σου», ρώτησε σε κάποια στιγμή τον κοντότερο ταξιτζή, όταν κατάφερε να ξαναβρεί τη μιλιά του.

«Εγώ είμαι ο 235».

«Χάρηκα, 235. Τι λέει, πώς πάει η ζωή;».

«Καλά, δεν έχω παράπονο. Πετυχαίνω τις τρύπες μου».

Διέσχισαν ένα ποτάμι από μια πέτρινη γέφυρα και βγήκαν σε έναν φαρδύ δρόμο. Σε λίγο άρχισαν να προσπερνούν και ανθρώπους, ντυμένους επίσης με παρόμοια μάλλινα υφάσματα, που περπατούσαν νωχελικά συζητώντας μεταξύ τους και δεν έδιναν πολλή σημασία στην περαστική χελώνα. Τους ακολουθούσαν πάντα κάποιοι σκυφτοί πίθηκοι διατηρώντας μια σταθερή απόσταση και κουβαλώντας περίεργες μακριές τσάντες – ο Μίλτος θυμήθηκε εκείνο το πιθηκοειδές στο δάσος κι αναγνώρισε το είδος. Σε κάποια στιγμή διασταυρώθηκαν με μια άλλη χελώνα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Οι οδηγοί έβγαλαν τα φλάουτα από το στόμα τους, αλληλομουντζώθηκαν, αντάλλαξαν στα γρήγορα μερικές φιλικές βρισιές και συνέχισαν το δρόμο τους.

«Γιατί χαιρετιέστε έτσι;» ρώτησε ο Μίλτος.

«Η παράδοση της θρησκείας» εξήγησε ο 235. «Τα πέντε δάχτυλα, οι πέντε κορυφές του Μεγάλου Πενταγώνου – του Θεού, δηλαδή».

«Ο Θεός σας είναι ένα γεωμετρικό σχήμα;».

«Ο Θεός είναι ένας, δεν υπάρχει ‘Θεός μας’ και ‘Θεός σας’. Για να γίνει όμως κατανοητός στον περιορισμένο ανθρώπινο νου, ο Άναρχος και Άκτιστος φανερώθηκε έτσι πριν πολλούς αιώνες στους αληθινούς πιστούς του». Είδε ότι ο Μίλτος τον παρακολουθούσε με ενδιαφέρον και συνέχισε: «Ήταν σ’ εκείνες τις προϊστορικές εποχές. Η Λλάδα πολεμούσε με μία γειτονική φυλή απίστων –»

«Πώς λέγεται η χώρα σας; Λάδα;»

«Ναι, δύο λάμδα. Λλάδα. Πολεμούσε λοιπόν με μια φυλή απίστων κι ο κόσμος πεινούσε γιατί ο πόλεμος κρατούσε χρόνια χωρίς κανένας να νικά. Οι δύο στρατοί ήταν τελείως ισοδύναμοι. Ο Θεός όμως δεν ξέχασε τον εκλεκτό λαό του και φανερώθηκε ένα βράδυ σε έναν ιερέα με μορφή πενταγώνου. Οι εποχές εκείνες ήταν τελείως πρωτόγονες, μιλάμε, ο τροχός δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί, όλοι είχαν φτάσει μέχρι το τετράγωνο. Ο ιερέας μίλησε για το όραμά του, οι τεχνικοί πρόσθεσαν μία ακόμα γωνία στις ρόδες των πολεμικών κάρων κι οι Λληνες απέκτησαν αποφασιστικό πλεονέκτημα στα μεταφορικά τους μέσα. Έτσι κέρδισαν τον πόλεμο».

Είδαν κι άλλες περαστικές χελώνες, είτε με πολλούς επιβάτες στη ράχη τους είτε με έναν μοναδικό οδηγό, προφανώς ΙΧ αυτές οι τελευταίες. Λίγο αργότερα φάνηκαν και κάποια απροσδιόριστα οικοδομήματα που πλήθαιναν ολοένα και περισσότερο – ο Μίλτος κατάλαβε ότι πλησίαζαν σε αστικό περιβάλλον. Ο ψηλός σφύριξε ξαφνικά μια διαφορετική μελωδία στο φλάουτο, η χελώνα έστριψε και κατευθύνθηκε σε ένα από αυτά τα οικοδομήματα.

Φτάσανε σε ένα σπίτι κακοφτιαγμένο σαν καλύβα ή σε μια καλύβα καλοφτιαγμένη σαν σπίτι. Είχε πέντε βαθουλωτούς τοίχους από κάποιο ασπριδερό υλικό και μια μπροστινή αυλή, στην οποία βοσκούσαν κάποιες παρκαρισμένες χελώνες. Συστάδες δέντρων οριοθετούσαν τις πλευρές της και ξεχώριζαν το γρασίδι της υπόλοιπης κοιλάδες από το απαράλλαχτο γρασίδι της αυλής. Στο πίσω μέρος υπήρχε μια μεγάλη προέκταση – αποθήκη μάλλον ή στάβλος ή και τα δύο μαζί. Αμέτρητοι πίθηκοι πηγαινοέρχονταν εδώ κι εκεί κουβαλώντας διάφορα πράγματα, ενώ δίπλα στην εξώπορτα της αυλής υπήρχε μια ξύλινη ταμπέλα με την επιγραφή Κλεπτομανία – στα ελληνικά.

«Εδώ είμαστε», είπε ο 235 και ξεπέζεψε με ένα μελετημένο σάλτο περιμένοντας τον Μίλτο να κάνει το ίδιο. «Το φαγητό πρέπει να ‘ναι έτοιμο», σχολίασε μυρίζοντας τον αέρα. Ο Μεταφυσικός Αριστερός τον μιμήθηκε καταφέρνοντας να μη χτυπήσει κι ο 12 πήρε τη χελώνα για παρκάρισμα.

Από τη χαμηλή πόρτα του χτίσματος βγήκε μία κοντή γυναίκα με ασουλούπωτο σώμα και γωνιώδες πρόσωπο, που θύμιζε σακί γεμάτο πατάτες. Είδε τους δύο άντρες και τους μούντζωσε. Ο 235 τής ανταπέδωσε τη μούντζα. «Όι!» φώναξε κι έδειξε τον Μίλτο, «βάλε ακόμα ένα πιάτο!». Η γυναίκα παρατήρησε για λίγα δευτερόλεπτα το νεοφερμένο, στράφηκε σ' έναν πίθηκο δίπλα της, κάτι του είπε κι αυτός βιάστηκε να φύγει σκουντουφλώντας.

Η Κλεπτομανία ήταν ένας μάλλον μικρός χώρος με εντελώς cyberpunk ατμόσφαιρα. Μέσα του στριμώχνονταν ένα τσούρμο ταξιτζήδες που ταυτόχρονα έτρωγαν, έπιναν, φώναζαν και τσακώνονταν πάνω από μακριές ξύλινες τάβλες. Ο καπνός από τα τσιγάρα γέμιζε το χώρο, ενώ τρεις πίθηκοι μπαινόβγαιναν συνέχεια φέρνοντας ποτά, μεζέδες, αδειάζοντας τασάκια και μεταφέροντας τους τραυματίες. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι από επιγραφές κι από διάφορα ξεφτισμένα διακοσμητικά με θέμα τη χελώνα. Υπήρχαν δύο πελώριοι χάρτες που κάλυπταν τον ανατολικό τοίχο κι ο Μεταφυσικός Αριστερός προχώρησε να τους μελετήσει. Ο ένας έδειχνε, σε άγνωστη κλίμακα, μία χώρα που έμοιαζε πολύ με την Ελλάδα. Ανησυχητικά πολύ. Ο Μίλτος ξεροκατάπιε και κράτησε την αναπνοή του. Όλο το κεντρικό τμήμα της χώρας φαινόταν πεδινό και καλυπτόταν από μία πράσινη μουτζούρα, προφανώς δάσος. Χοντρές γραμμές, προφανώς δρόμοι, τη διέσχιζαν από άκρη σ’ άκρη. Τα νησιά ήταν λιγότερα κι η ‘Χαλκιδική’ πιο λεπτοκαμωμένη, η ‘Πελοπόννησος’ γεμάτη με νορβηγικά φιόρδ, πολλά βουνά απουσίαζαν, το ίδιο κι ένα ποτάμι έξω από τη Θεσσαλονίκη – Γαλλικός, Αξιός, Λουδίας, ο Μίλτος πάντα τα μπέρδευε – ο ‘Παγασητικός’ ήταν λίμνη, όπως κι η λιμνοθάλασσα του ‘Μεσολογγίου’, το ‘Λαγονήσι’ είχε γίνει όντως νησί... Υπήρχαν και κάποιες άλλες απροσδιόριστες διαφορές, τελικά όμως αυτό που έβλεπε ήταν ένας χάρτης μιας cyberpunk Ελλάδας.

Ο δεύτερος χάρτης απεικόνιζε μια αχανή πόλη με ατέλειωτους δαιδαλώδεις δρόμους. Όπως ο μαγνήτης διατάσσει τα ρινίσματα του σιδήρου αξονικά γύρω από τους πόλους του, έτσι κι ο λαβύρινθος των δρόμων έμοιαζε να είναι διατεταγμένος γύρω από ένα εμφανώς μεγάλο κτίριο στο κέντρο της. «Το Δημαρχείο» είπε ο 235 δίπλα του καρφώνοντας με το δάχτυλο το κτίριο, «η Θήνα» έκανε κατόπιν μουντζώνοντας την πόλη, «η Λλάδα» κατέληξε κάνοντας ένα νεύμα στη χώρα του διπλανού χάρτη.

«Και πού είμαστε εμείς τώρα;».

«Εδώ». Ο 235 έδειξε ένα σημείο λίγο έξω από την πόλη, λίγο πιο πέρα από εκεί που άρχιζαν τα πρώτα σπίτια. Κάπου στον ‘Ασπρόπυργο’.

Η κουβέντα κόπηκε από τη φασαρία που έκαναν οι πίθηκοι-σερβιτόροι, καθώς εισέβαλλαν φορτωμένοι με καινούργια πιάτα και ποτήρια. Ο 235 κάθισε αμέσως σ’ ένα κάθισμα, το ίδιο και ο 12 που μόλις είχε καταφτάσει. Ο Μίλτος θυμήθηκε ότι πεινούσε και τους ακολούθησε. Σύντομα είχαν μπροστά τους πιάτα με κάποιο πηχτό ζουμί και ποτήρια με κάτι σαν μπύρα. Πέσανε όλοι με τα μούτρα στο φαγητό – εκτός από τον Μίλτο, που κοίταξε το πιάτο του δύσπιστα. «Χελωνόσουπα», του είπε ο 235 και του έκανε μία χειρονομία ‘φάε, άντε’. Ο Μεταφυσικός Αριστερός βύθισε το κουτάλι του στο βαθύ πιάτο και το έβγαλε γεμάτο με λαδοπράσινο υλικό. Το δοκίμασε προσεκτικά. Ασυνήθιστη και κάπως λασπερή γεύση, αποφάσισε. Ερπετοειδής.

Για αρκετή ώρα ακούγονταν μόνο οι ήχοι του φαγητού. Οι δύο ταξιτζήδες έμοιαζαν να βρίσκουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον στη σούπα τους παρά στον ξένο με το παράξενο όνομα που μπήκε ξαφνικά στη ζωή τους. Μετά από πολλά πιάτα και μπόλικη μπύρα, οι δύο ταξιτζήδες σηκώθηκαν από την τάβλα ενώ ο Μίλτος έγειρε πίσω στο κάθισμα ικανοποιημένος από τον εαυτό του. Το βλέμμα του περιέτρεξε τους ασπριδερούς τοίχους της αίθουσας και ξαφνικά κατάλαβε το υλικό τους: καύκαλο χελώνας. Φαίνεται ότι οι εργολάβοι της Λλάδας χρησιμοποιούσαν τις τερατοχελώνες για δομικό υλικό… Αλλά και οι μάγειρες τις χρησιμοποιούσαν για τροφή, οι ταξιτζήδες για μεταφορικό μέσο… Χελωνική οικονομία, σκέφτηκε ο Μεταφυσικός Αριστερός και αναρωτήθηκε σε ποιο στάδιο εξέλιξης βρισκόταν η κοινωνία αυτής της τόσο περίεργα ελληνότροπης χώρας. Χρειαζόταν περισσότερες πληροφορίες για τα μέσα παραγωγής και την ιδιοκτησία τους, για το προλεταριάτο και την αλλοτρίωσή του, για τις καρμικές σχέσεις ανάμεσα στο λαό και στις εξουσιαστικές ελίτ. Αλλά και για την οικονομία της Λλάδας. Θα έπρεπε να συγκέντρωνε πολύ υλικό ακόμα για να μπορέσει, με το Κομμουνιστικό Κοράνι, να σχεδιάσει ένα προσχέδιο επαναστατικής διαφώτισης των μαζών.

Όχι ακόμα όμως, πρώτα έπρεπε να χωνέψει το φαγητό. Ήπιε μια γουλιά από την μπύρα και χάιδεψε αφηρημένα το σάκο. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο χώρο της αίθουσας και κατέληξε σε μία ταμπέλα στον απέναντι τοίχο που έγραφε με μεγάλα γράμματα: ‘Η Ιδιοκτησία Είναι Κλοπή’.

Είδε μια μικρότερη ταμπέλα κάτω από αυτήν που δεν την είχε αντιληφθεί προηγουμένως. Χρειάστηκε να ανασηκωθεί λίγο στην καρέκλα του για να διαβάσει: ‘Όλα Είναι Υπό Καθεστώς Κλοπής’.

Πρόσεξε και μια πιο μικρή ταμπέλα ακόμα χαμηλότερα από τις άλλες, στο ύψος περίπου της κοιλιάς του. Σηκώθηκε, πήγε ως τον τοίχο και τη διάβασε: ‘Μην Εμπιστεύεστε Τίποτα, Ούτε Καν Αυτή Την Ταμπέλα’.

Παρατήρησε και μια τέταρτη ταμπέλα λίγο πάνω από το πάτωμα. Σχεδόν διπλώθηκε στα δύο για να μπορέσει να διακρίνει τα μικροσκοπικά της γράμματα: ‘Όσο Διαβάζεις, Κάποιος Σε Κλέβει’. Εκείνη τη στιγμή ήταν που συνειδητοποίησε ότι δεν ένιωθε το βάρος του σάκου στον ώμο του• το λουρί είχε κοπεί και κάποιος έτρεχε με μεγάλες δρασκελιές προς την πόρτα.

«Ε! Σταμάτα, ρε! Σταματήστε τον!».

Κανένας δε φάνηκε να δίνει σημασία. Ο Μίλτος πετάχτηκε πίσω από τον κλέφτη, βγήκε στην αυλή με τις παρκαρισμένες χελώνες και κοίταξε γύρω του. Είδε μια φιγούρα να τρέχει προς ένα μακρινό υπόστεγο και την αναγνώρισε αμέσως: ήταν ο 12, ο ψηλός ταξιτζής. Ο Μεταφυσικός Αριστερός ρίχτηκε πίσω του, καθώς τον έβλεπε να εξαφανίζεται μέσα στο υπόστεγο, τρομάζοντας τους πανταχού παρόντες πιθήκους που έσπευσαν να εξαφανιστούν ουρλιάζοντας. Έφτασε στο υπόστεγο και είδε δύο χελώνες να μαδάνε τα φύλλα από κάποια δεμάτια με κλαδιά που τους είχαν κρεμάσει από τη σκεπή. Πουθενά ο 12.

Ο Μίλτος όρμησε ανάμεσα από τα κτήνη, έφτασε στην άλλη άκρη του υπόστεγου και δεν είδε τίποτα άλλο παρά μόνο τις δύο τεράστιες χελωνοουρές. Ξαναγύρισε πίσω λαχανιασμένος, στάθηκε μια στιγμή, μετά έπεσε στο χορτάρι και κοίταξε κάτω από τις χελώνες: είδε ένα ζευγάρι μπότες στην άλλη μεριά του υπόστεγου. Άρχισε να σέρνεται στα τέσσερα με το κεφάλι του να χτυπάει πού και πού στην κοιλιά των χελώνων, ελπίζοντας τα κτήνη να μην έχουν κάποια ξαφνική έμπνευση να κάτσουν στ’ αυγά τους. Οι μπότες έρχονταν όλο και πιο κοντά. Πέρασε κάτω από την μια χελώνα, κατόπιν από την άλλη, συσπειρώθηκε, και μ’ ένα σάλτο άρπαξε τις μπότες με δύναμη για να πετάξει κάτω αυτόν που τις φορούσε.

Βρέθηκε να κρατάει δυο άδειες μπότες. Την επόμενη στιγμή, ένα χτύπημα στο κεφάλι τον έκανε να χάσει τις αισθήσεις του. Ο 12 προσγειώθηκε από την ανεμόσκαλα στη ράχη της χελώνας. Στο χέρι του κρατούσε ένα χοντρό ραβδί.

Ο Οδυσσέας προσγειώνεται στον εξωγήινο πλανήτη. Οι αστροναύτες κατεβαίνουν και τους υποδέχεται ο Δήμαρχος της Λλάδας, Μέτακ Σας, ορκισμένος εχθρός του σατανικού Έλβε Νιζέλ.

«Ρε, που να πάρει και να σηκώσει, τι το θες τώρα το κραγιόν;!» φώναξε ο Γιάννης.

«Έλα, έλα, μισό λεπτουδάκι λέμε…» νιαούρισε η Ρούλα καθώς έκανε φύλλο και φτερό το χώρισμα με τα προσωπικά της είδη κι έστελνε μία βροχή από αντικείμενα επάνω στο κρεβάτι της καμπίνας τους: βούρτσα, γούνινες παντόφλες, κομπιουτεράκι με ροζ κουμπιά και κολλημένα στρας, πούδρα, τσιμπιδάκια για τα μαλλιά, γάντια, έξι περιοδικά μόδας, έξι μπουκαλάκια με μία δόση κρέμα (δώρο περιοδικού), γαλάζιες χάντρες, βραχιόλια, κατευναστική για το άγχος μπαλίτσα που την πιέζεις και κάνει γκλιν-γκλον, ωτοασπίδες, νάιλον σκουφί για το μπάνιο, σετ κραγιόν, χαρτομάντιλα, παυσίπονα… σετ κραγιόν; «Νάτο!»

Ο Γιάννης μούγκρισε κάτι ακαθόριστο καθώς έβλεπε τη Ρούλα να κάθεται μπροστά στον καθρέφτη, να περνάει πρώτα τα χείλη της με μολύβι, κατόπιν με ένα πινελάκι αργά και προσεκτικά, και μετά από πολλή ώρα να μαγκώνει ένα χαρτομάντιλο ανάμεσά τους. Ξέσπασε μόνο στο τέλος, όταν την άκουσε να αναρωτιέται αν πρέπει να βάλει και lip gloss. «Σώνε, ρε κορίτσι μου! Μας γκάστρωσες πια και… και…»

«Εντάξει, δε βάζω lip gloss. Εντάξει λέμε! Ικανοποιήθηκες;»

«Είσαι σοβαρή, ρε Ρούλα; Μια ώρα έχουμε που προσγειωθήκαμε κι εσύ στολίζεσαι; Πότε θα κατεβούμε κάτω, πότε θα συναντήσουμε αυτούς τους εξωγήινους; Ο Χάρης κι η Κάτια είναι έτοιμοι, εμάς περιμένουν, ενώ εσύ… μα τι κάνεις τώρα;»

Η κοπέλα ξεκούμπωσε τα πάνω κουμπιά της φόρμας της και μελέτησε το αποτέλεσμα στον καθρέφτη. Τράβηξε με τα χέρια της λίγο περισσότερο το άνοιγμα και τέντωσε τη φόρμα προς τα κάτω. Απομάκρυνε τα μαλλιά της, συλλογίστηκε λίγο, και με μία γενναία κίνηση ξεκούμπωσε άλλα τρία κουμπιά δίνοντας στην εικόνα της ένα τζακ-ποτ στήθους. «Μισό, τελειώνω».

«Για στριπτήζ ετοιμάζεσαι;»

«Έλα, μη λες χαζά». Πήγε να ξεκουμπώσει άλλο ένα κουμπί, όταν όμως έκανε πρόβα σκύβοντας μπροστά, μετάνιωσε και το άφησε. «Είμαι ρέντι!»

«Ρέντι για να πηδηχτείς με τους εξωγήινους; Όπως έκανες και στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ;»

«Τζιζ, τζιζ, πιπέρι. Άσ’ τις βλακείες και–»

«Εσύ ν’ αφήσεις τις βλακείες! Έχουμε προσγειωθεί σ’ έναν άγνωστο πολιτισμό, εξωγήινο, μέσα σε κάτι που μοιάζει με πόλη, δεν ξέρουμε τι μας περιμένει εκεί έξω κι εσύ τι κάνεις; Στολίζεσαι και–»

«Άκου, Γιάννη–»

«–δε φοράς εσώρουχα και πετάς έξω τα–»

«Σκάσε!» Η Ρούλα είχε κατακοκκινίσει. «Σκάσε επιτέλους! Χειρότερος κι απ’ τον Μίλτο γίνεσαι! Έχω υπογράψει σύμβαση, παιδάκι μου, είναι απαράβατος όρος».

«Να δείξεις στήθος και μπούτι;»

«Μέχρι ρώγα και μπικίνι. Αυξημένη μοριοδότηση με δυνατότητα ιεραρχικής εξέλιξης, έτσι προβλέπεται. Κοίτα, Γιάννη, δε θα παραμείνω μια ζωή εγώ με σύμβαση αορίστου χρόνου. Θέλω να μονιμοποιηθώ. Θέλω δυνατότητα ιεραρχικής εξέλιξης».

Εκείνη τη στιγμή φάνηκε το κεφάλι του Χάρη στην πόρτα της καμπίνας: «Άντε, ρε παιδιά! Ακόμα δεν είσαστε – ωχ, Ρούλα συγνώμη, φεύγω να σ’ αφήσω να ντυθείς».

«Ντυμένη είμαι» διευκρίνισε η Ρούλα και σηκώθηκε όρθια. Ο Γιάννης την ακολούθησε μουρμουρίζοντας και βγήκαν από την καμπίνα, με τον Χάρη να έρχεται πίσω τους. Βρήκαν την Κάτια να τους περιμένει μπροστά στην κλειστή θύρα εξόδου. Η Ρούλα δεν την άφησε να κάνει την παρατήρησή της μόλις την είδε, μία παρατήρηση με τις λέξεις: Πανουργία – Αντρών – Μετατρέπουν – Γυναίκες – Σε – Αντικείμενα – Σεξ, και όλοι μαζί οι τέσσερις ετοιμάστηκαν για τη θριαμβευτική τους έξοδο στο εξωγήινο μέρος. Μπορούσαν, έστω και πνιχτά, ν’ ακούσουν φωνές και ακαθόριστους ήχους από το πλήθος που είχε μαζευτεί γύρω από τον Οδυσσέα, μαζί με το βούισμα των υδραυλικών της πτυσσόμενης σκάλας που αυτή τη στιγμή ξεδιπλωνόταν έξω.

«Κοντά μου όλοι, μην απομακρυνθεί κανένας», είπε ο Γιάννης.

Προηγουμένως είχαν μαζευτεί όλοι τους στη γέφυρα του Οδυσσέα και είχαν ζητήσει από τον Κίνζι όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες για τον εξωγήινο αυτό πολιτισμό. Δεν κατάλαβαν όμως πολλά πράγματα όταν ο υπερυπολογιστής διέγνωσε ότι πρόκειται για μία ιδιαζόντως ελληνότροπη χώρα, με  γκολφική κουλτούρα, χελωνική οικονομία και πιθηκίσιο προλεταριάτο. 

«Προλαβαίνω να πάω να πάρω ένα τσιμπιδάκι για τα μαλλιά μου;» ρώτησε η Ρούλα.

Η θύρα άνοιξε.

Είδαν όλοι τους ένα μεγάλο πλήθος συγκεντρωμένο απ’ έξω, να παρακολουθεί. Περιμετρικά, μπορούσαν να δουν κι ορισμένες τεράστιες χελώνες. Κάτι πιθηκοειδή πηγαινοέρχονταν συνεχώς ανάμεσα στους ανθρώπους του πλήθους. Βρίσκονταν προφανώς μέσα σε μία μεγάλη πόλη, ο Οδυσσέας είχε προσγειωθεί σε μία μεγάλη πλατεία.

Οι αστροναύτες κατέβηκαν διστακτικά τη σκάλα και πάτησαν το έδαφος. Το πλήθος παραμέρισε ελαφρά. Τα πιθηκοειδή εξαφανίστηκαν από μπροστά τους. Επικράτησε μία σύντομη σιωπή, ούτε οι αστροναύτες ούτε κανένας άλλος δεν έλεγε τίποτα. Σε κάποια στιγμή, το πλήθος χώρισε και ξεπρόβαλε ένας κοντούλης, παχουλός τύπος. "Είμαι ο Δήμαρχος της Λλάδας" είπε. "Σας καλωσορίζω στην όμορφη χώρα μας. Το όνομά μου είναι Σας. Μέτακ Σας".

Οι αστροναύτες διαπιστώνουν ότι όλοι στην Λλάδα παίζουν γκολφ, το οποίο μάλιστα περιβάλλεται με θρησκευτικό χαρακτήρα, ενσωματωμένο στη λατρεία του Μεγάλου Πενταγώνου, και ιερό κέντρο τον Ναό της 19ης Τρύπας. Μέσα σ' αυτόν υπάρχει ένα μεγάλο βάραθρο (η "19η Τρύπα"), όπου οτιδήποτε πέφτει μέσα του, θεωρείται ότι πηγαίνει κατευθείαν στον Θεό, το Μεγάλο Πεντάγωνο. Κάθε Κυριακή, οι Λληνες πηγαίνουν στον Ναό και κάνουν προσφορές με μπαστούνια και μπαλάκια στο Μεγάλο Πεντάγωνο. Όλος ο πλανήτης μάλιστα αποτελεί ένα τεράστιο γήπεδο γκολφ.

Εδώ σκόπευα να κολλήσω δύο κείμενα που είχα δημοσιεύσει παλιότερα, την Εργολαβία (εδώ) και το Χρονοντούλαπο της Ιστορίας (εδώ).

Κι έρχεται η μεγάλη αποκάλυψη: μόλις ο Εργολάβος πάρει το μερίδιό του, υποβάλλει την τεχνική μελέτη και ολοκληρωθεί η πώληση της ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε., η Επενδυτική Επιχείρηση θα οργανώσει ανάπλαση των σκηνικών (δηλ, τη γνωστή μας Ελλάδας) και διαμόρφωσή τους σε γήπεδο γκολφ...


«Κατ’ αρχήν, να δούμε τις χωματουργικές εργασίες. Ετούτα εδώ τα μπάζα–»

«Η Πίνδος».

«–όπως λέγονται, δε μ’ ενδιαφέρει. Θα ισοπεδωθούν. Ίσως αφήσουμε λίγες λοφοσειρές, ίσως, θα το δούμε, όμως θα πρέπει οπωσδήποτε να απομακρυνθούν κάποια κυβικά χιλιόμετρα βράχου & εδάφους. Μερικά εκατομμύρια».

«Μάλιστα».

«Όσο για τις άλλες εδαφικές ανωμαλίες… Πώς λέγεται τούτο εδώ το εξάμβλωμα;»

«Ποιο, ο Άθως;»

«Όχι, αυτό το κιτς κατασκεύασμα που μοιάζει με ανάποδο κουβά».

«Α, ο Χορτιάτης».

«Φεύγει».

Ο πάγκος ήταν γεμάτος τοπογραφικά σχέδια που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται στο σχεδιαστήριο. Το σχεδιαστήριο ήταν γεμάτο απλωμένες φόρμες που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται στην ντουλάπα. Κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται και μία ντουλάπα μέσα στο γραφείο με τις ξεφτισμένες ταπετσαρίες και την πλαστική μοκέτα, όμως δεν υπήρχε χώρος για ένα τόσο μεγάλο έπιπλο• θα έκλεινε ή την πόρτα της τουαλέτας ή το κουζινάκι. Η γυμνή λάμπα που κρεμόταν από το βρώμικο καλώδιο έκανε ό,τι μπορούσε για να βγάζει ένα αρρωστημένο φως και τα κατάφερνε περίφημα. Χάρη σ’ αυτήν, τα πεταμένα βιβλία, τα αναποδογυρισμένα μπουκάλια κρασιού, τα δείγματα κεραμικών, τα τσαλακωμένα κουτάκια μπύρας και το χυμένο περιεχόμενο μιας εργαλειοθήκης έμοιαζαν με απομεινάρια ενός μαθήματος ανατομίας. Άδεια κουτιά πίτσας παντού. Το φτηνό στερεοφωνικό συγκρότημα ήταν απομίμηση κάποιας γνωστής μάρκας ηλεκτρικών συσκευών, γνήσια απομίμηση όμως. Τα σκορπισμένα CD ήταν όλα αντιγραφές. Το μόνο που δε θα ταίριαζε με τίποτα στο χώρο θα ήταν μία Θεϊκή Οντότητα να πίνει καφέ, πόσο μάλλον δύο Θεϊκές Οντότητες να πίνουν καφέ• το μούσι τράβηξε μία γουλιά από το μαυροζούμι στην κούπα του κι έσκυψε πάνω από το κεφάλι του Εργολάβου να δει καλύτερα την τεχνική μελέτη.

«Όμως πέσ’ μου: χρειαζόμαστε στ’ αλήθεια τόσα πολλά νησιά;»

«Καλή ερώτηση… δε μου ‘χε περάσει ποτέ απ’ το νου…»

«Να, αυτό εδώ το έκτρωμα, για παράδειγμα, με το αρνητικό Φενγκ-Σούι».

«Σύρος. Έτσι λέγεται, Σύρος».

«Ο αρχιτέκτονας που τη σχεδίασε θέλει κρέμασμα. Τι λόγο ύπαρξης έχει αυτό το τερατούργημα; Για δες στο manual».

Το μούσι σήκωσε ένα βιβλίο από κάτω που έγραφε Ελλάδα – Οδηγίες Χρήσεως, το ξεφύλλισε βιαστικά και προχώρησε προς το τέλος, στο γράμμα σίγμα. «Για να δούμε… Σύρος! Νάτο. Λοιπόν, λόγος ύπαρξης: Εν αρχή ήτο η ‘Φραγκοσυριανή’. Και η ‘Φραγκοσυριανή’ ήτο σουξέ, και σουξέ ήτο η ‘Φραγκοσυριανή’. Και ήτο μέγα σουξέ, το οποίον γνωρίζει έκαστος άνθρωπος ερχόμενος εις τον κόσμον. Και η ‘Φραγκοσυριανή’ νήσος εγένετο, και εκλήθη το όνομα αυτής ‘Σύρος’».

«Αηδίες…» έκανε ο Εργολάβος. «Κρέμασμα αργό και βασανιστικό…». Πήρε ένα μολύβι και χάραξε ένα μεγάλο Χ επάνω στο νησί. «Πολλά εδαφοτεμάχια θα πρέπει να ανασχεδιαστούν, με πρώτο και καλύτερο αυτό».

«Τον Αχλαδόκαμπο;»

«Όπως λέγεται. Να γίνουν περισσότερο φιλικά προς το χρήστη».

«Μάλιστα».

«Ο Αξιός φεύγει, λερώνει. Ο Όλυμπος, επίσης• δεν έχει καθόλου καλό Φενγκ Σούι και το design του είναι πολύ ερασιτεχνικό. Τα Τέμπη όμως είναι καλή ιδέα. Θα χρειαστεί να κατασκευάσουμε κι άλλα τέτοια υδατικά εμπόδια στα σκηνικά».

«Μάλιστα».

«Υπάρχει όμως κι ένα ακόμα κακό με την Ελλάδα».

«Ποιο;»

«Έχει υπερβολικά πολλούς Έλληνες».

«Α, μάλιστα».

«Κανένας γκόλφερ δε θα δεχτεί να παίξει σε ένα γήπεδο με τόσους Έλληνες. Θα πρέπει να εφαρμόσουμε ένα πρόγραμμα απεντόμωσης για να τους εξαλείψουμε σε ποσοστό τουλάχιστον 95%».

Κατόπιν, μαθαίνουμε ότι το μερίδιο του Εργολάβου βρίσκεται στο Κομμουνιστικό Κοράνι του Μίλτου (χωρίς να το ξέρει κι ο ίδιος). Ο Έλβε Νιζέλ τον κρατά φυλακισμένο, καταλαβαίνει ότι δεν είναι δαίμονας αλλά άνθρωπος (και μάλιστα Μεταφυσικός Αριστερός) και του παίρνει τον Ηλεκτροσυνδικαλιστή. Σκέφτεται ότι μ’ αυτόν μπορεί να μαζέψει πολλές άγριες χελώνες, οι οποίες χρησιμοποιούνται ως κεφάλαιο στη Λλάδα, και να κερδίσει τις επερχόμενες δημοτικές εκλογές.

Ο ΘτΕ και το μούσι επεμβαίνουν και βοηθάνε τον Μίλτο να δραπετεύσει, αφού πρέπει οπωσδήποτε να φτάσει ως τον Ναό της 19ης Τρύπας (αυτή είναι η "τράπεζα", την οποία είχανε αναφέρει παλιότερα), για να πάρει ο Εργολάβος το μερίδιό του.

Τα πιθηκοειδή εξελίσσονται ταχύτατα σε ανθρώπους, συνειδητοποιούνται ως τάξη (και με τη βοήθεια του Μίλτου), συγκροτούν κόμμα και κατεβαίνουν στις εκλογές με αίτημα: Όχι Στην Εκμετάλλευση Πιθήκου Από Άνθρωπο και κεντρικό σύνθημα: "Πίθηκοι όλων των χωρών, εξελιχθείτε!". Εντωμεταξύ, ο Μέτακ Σας με τη βοήθεια των τεσσάρων άλλων αστροναυτών και του Κίνζι, διοργανώνει προεκλογική καμπάνια με θρησκευτικό-σεξουαλικό περιεχόμενο και στόχο την εξάλειψη της υπογονιμότητας. Η παράταξη του Μέτακ Σα μετονομάζεται σε "Διαφορά Στήθους", αναλαμβάνει δράση οικωλογική (η ορθογραφία είναι σωστή), με κεντρικό σύνθημα αυτό:


Την υπογραφή μας, κι ορισμένα άλλα πράγματα, προσέχουμε πού τα βάζουμε! Ένα από αυτά είναι και η ψήφος μας. Μάθε και προφυλάξου, η άγνοια σκοτώνει! Δες την ψήφο σου ως προέκταση της σεξουαλικής πράξης, χάρισέ την με πάθος και πεποίθηση σ' αυτούς που έχουν Διαφορά Στήθους! Γιατί οι εκλογές είναι σέξι (κι όποιος αντέξει), η ψήφος θέλει έρωτα!


Τελικά και λίγες μέρες πριν τις εκλογές, τα σχέδια όλων καταρρέουν, γιατί με την τεράστια εισροή χελώνων από τον Ηλεκτροσυνδικαλιστή του Μίλτου στα χέρια του σατανικού Έλβε Νιζέλ, το νόμισμα της Λλάδας υποτιμάται ραγδαία και η χώρα κατακλύζεται από ορδές Τουριστών.


Η φυλή των Τουριστών είναι, στην πραγματικότητα, συμπαντική και υπεριστορική. Δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένο χωροχρόνο αλλά εμφανίζεται διαρκώς εκεί όπου η ζωή αναπτύσσει ανώτερες πνευματικές λειτουργίες (= δημόσιες σχέσεις, ινστιτούτα αισθητικής, ποιητικές βραδιές με συνοδεία τσέλου, κρατήσεις φόρων κ.α.). Αυτές βοηθούν τα εξελιγμένα πλάσματα να εκμεταλλευτούν καλύτερα τις παραγωγικές δυνάμεις του χώρου τους, να αναπτυχθούν οικονομικά, και να ανακαλύψουν έτσι ότι έχασαν τη χαρά και την απλότητα της ζωής. Για να αντεπεξέλθουν στη συνακόλουθη κατάθλιψη, κάνουν ένα εξελικτικό βήμα παραπάνω και μετεξελίσσονται σε Τουρίστες: πλάσματα με ανώτερες πνευματικές λειτουργίες που επισκέπτονται ξένους τόπους για να δουν ότι οι Ντόπιοι εκεί είναι φτωχοί αλλά χαρούμενοι. Κατασκευάζουν λοιπόν τα κατάλληλα ενδιαιτήματα (ξενοδοχεία 5 αστέρων με θερμαινόμενες πισίνες), και κάνουν αυτά που δε θα έκαναν ποτέ αν τους έβλεπαν οι συνάδελφοι στη δουλειά. Τότε αρχίζει και η διαμάχη• οι Τουρίστες γελούν με τους Ντόπιους επειδή, με λίγα χρήματα, είναι ικανοί (οι Ντόπιοι) να συμπεριφερθούν σαν μαϊμούδες και να τους πουλήσουν ακόμα και τα ιερά κειμήλια των προγόνων τους. Οι Ντόπιοι γελούν με τους Τουρίστες επειδή, με λίγα μαϊμουδίσματα, είναι ικανοί (οι Τουρίστες) να δώσουν ένα σωρό χρήματα και να αγοράσουν κάθε χαζομάρα που θα τους πλασάρουν.

Κάθε εγκόσμια ευτυχία δεν αξίζει τίποτα μπροστά σε ένα ισχυρό νόμισμα.


Τελικά όλοι, άνθρωποι και πίθηκοι, τα βάζουν με τους αστροναύτες, οι οποίοι φεύγουν κακήν κακώς. Ο Μίλτος τα ξαναβρίσκει αναγκαστικά με τους υπόλοιπους τέσσερις, όλοι μπαίνουν στον Οδυσσέα και φεύγουν να γλιτώσουν. Ο Σούσι μένει για πάντα στη Λλάδα (αναπτύσσεται ένα είδος θρησκείας γύρω του, ότι στο μέλλον θα ξαναβρεθεί ένας άλλος μονόλιθος-Σούσι σε κάποιο φεγγάρι του πλανήτη κι αυτός θα στείλει μήνυμα σε άλλον μονόλιθο-Σούσι κάπου στο ηλιακό σύστημα και κατόπιν θα ξεκινήσει ένα διαστημόπλοιο κ.λπ.). Το Κομμουνιστικό Κοράνι του Μίλτου δεν καταφέρνει να φτάσει ποτέ στον Ναό της 19ης Τρύπας (στην "τράπεζα"), ο Εργολάβος δεν παίρνει το μερίδιό του, η πώληση της ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε. ναυαγεί κι ο ΘτΕ με το μούσι τρώνε το ξύλο της χρονιάς από τη Συνέλευση των Μετόχων.

Ο Οδυσσέας πλησιάζει στο γνωστό μας ηλιακό σύστημα και στον πλανήτη Γη. Στην πορεία τους, πέφτουν πάνω στον Βόγιατζερ Ι (αυτόν με το σχέδιο άντρα - γυναίκας, με τις εικόνες της Γης και τα τραγούδια των Beatles κ.α.). Όμως, από τη σκόνη και τις βρωμιές στην καμπίνα του Μίλτου αναπτύσσονται ψυχεδελικά μανιτάρια. Οι αστροναύτες βάζουν τον χρυσό δίσκο του Βόγιατζερ, φτιάχνονται με το Johnny B. Good του Τσακ Μπέρι, τρώνε τα μανιτάρια και πέφτουν σε τρανς. Πάνω εκεί κάνουν μια στραβοτιμονιά κι εκτινάσσονται στον Γαλαξία, προς το Αστρικό Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών και... η συνέχεια στο Greeks in Space! II, το οποίο φυσικά δε θα γραφτεί ποτέ.

THE END

Σαν Βγεις Στον Πηγαιμό Για Την Τσετσενία

Ένα στιχάκι που είχα σκαρώσει παλιά, με αφορμή το Βατοπέδι, τον Εφραίμ και την παρέα του.

Αυτός ο Οίκος του Θεού
Είναι εταιρεία πλουτισμού
Με κεφάλαια, μετοχές
Απασχολεί επενδυτές

Θα πάω στο Τατζικιστάν (δίπλα από το Ουζμπεκιστάν)
Το τυρί μου κατσικίσιο, το ψωμί μου τατζικίσιο.

Είδα εκεί, στην Τσετσενία
Τον Σταμούλη, το λοχία
Παλιό μου συμπολεμιστή
Που του ‘λειπε το ένα αυτί
Του Αλλάχ το φάγαν οι πιστοί.

Κάποτε στο Άγιο Όρος είχα πάει για ρηλάξ
Μα ο Θεός κι ο Εωσφόρος με τραβάγαν εναλλάξ.

Τώρα εδώ, στην Τσετσενία
Πίνουμε βότκα και κρασί
Πώς καταντήσαμε, λοχία
Δύο Τσετσένοι, εγώ κι εσύ.

Καλάσνικοφ στη Λειτουργία
Μολότοφ στη Μετάληψη!

Φως Και Σκοτάδι

Ας την πούμε Νόι. Δεν είναι το πραγματικό της όνομα, όμως μην περιμένεις να γράψω πραγματικά ονόματα δημοσίως. Έτσι όπως τη βαφτίζω ταιριάζει γάντι, διότι «Νόι» στα ταϊλανδικά σημαίνει «Μικρούλα» κι αυτή είναι όντως μικρούλα. Κοντή, λεπτούλα, πραγματική μινιατούρα. Είναι επίσης και πανέμορφη. Αν τη γνωρίσεις, θα ξεγελαστείς στην αρχή, θα νομίσεις ότι έχεις να κάνεις με την τέλεια γυναίκα, ένα πλάσμα εξωπραγματικά καλοφτιαγμένο. Ξεχωριστό. Ο ζωγράφος που τη σχεδίασε ήταν μεγάλος τεχνίτης.

Η Νόι όμως είναι και κάτι ακόμα. Είναι ένας άνθρωπος-που-μπορεί-να-σκοτώσει. Ω, ναι! Δυσπιστείς γιατί δεν την έχεις δει τυφλωμένη από την οργή. Και μακάρι να μην τη δεις ποτέ σου. Θα διαπιστώσεις ότι είναι αλήθεια, πράγματι, ένα τέτοιο πανέμορφο πλάσμα μπορεί να μεταμορφωθεί σε διασταύρωση Δαίμονα της Τασμανίας με τυφώνα Κατρίνα. Κατόπιν, δε θα έχεις και πολλά να διαπιστώσεις γιατί θα προσπαθείς απλώς να σταματήσεις την αιμορραγία.

Η Νόι μπορεί να σου κόψει το λαρύγγι ενώ κοιμάσαι. Ακόμα περισσότερο, μπορεί να κρατήσει το μαχαίρι απέναντί σου και να σου κόψει το λαρύγγι ενώ εσύ παλεύεις να αμυνθείς. Ακόμα περισσότερο, μπορεί να σταθεί απέναντί σου χωρίς μαχαίρι, χωρίς τίποτα, και να ψάξει επιτόπου να βρει τι μπορεί να χρησιμοποιήσει για να σου κόψει το λαρύγγι. Μην ξεγελαστείς από την ομορφιά της. Μην ξεχάσεις ποτέ ότι έχεις να κάνεις με έναν άνθρωπο-που-μπορεί-να-σκοτώσει.

Η ζωή την ανάγκασε να γίνει έτσι. Δεκατριών χρονών έχασε τον πατέρα της, ενώ η μητέρα της έφυγε και την άφησε στην επίβλεψη ενός θείου. Αυτός την αγαπούσε σαν δικό του παιδί, όμως μετά από δύο χρόνια πέθανε κι εκείνος, κι η Νόι έμεινε ουσιαστικά μόνη στον κόσμο. Από δεκαπέντε χρονών έμαθε να δουλεύει, να τα βγάζει πέρα μόνη της και να φροντίζει τον εαυτό της. Σήμερα είναι είκοσι τριών όμως, όπως λέει κι η ίδια, «δεν αισθάνομαι ότι η ζωή μου είναι στην αρχή της, νιώθω σαν να έχω κάνει ήδη πάρα πολλά». Σκέψου πού ήσουν εσύ στα δεκαπέντε, σκέψου πώς αισθανόσουν εσύ στα είκοσι τρία. Αυτό που κατάλαβε πολύ γρήγορα η Νόι, σε αντίθεση με σένα και μένα, είναι ότι για να σε σέβονται, θα πρέπει να μπορείς να γίνεσαι επικίνδυνος. Και να το δείχνεις.

«Δε με παρατάς ήσυχη;» της είπε η άλλη κοπέλα με την οποία δούλευαν μαζί στην κουζίνα ενός εστιατορίου, όταν η Νόι (δεκαεφτά χρονών τότε) της επισήμανε ότι πρέπει να σταματήσει να παίζει με το κινητό και να κάνει κάποια δουλειά. Την επόμενη στιγμή, κινητό και κοπέλα ήταν στο πάτωμα, ενώ το χαστούκι ακούστηκε σ’ όλη την κουζίνα. «Σήκω κι έλα να βοηθήσεις αμέσως!». Το πρόσωπο της Νόι ήταν κατακόκκινο.

Την άλλη μέρα, η κοπέλα έφερε τον φίλο της στη δουλειά για να δείρει τη Νόι. «Έλα λίγο εδώ...» της είπε αυτός, ένα κεφάλι ψηλότερός της και με τις φλέβες να πετάγονται στα μπράτσα του.

Η Νόι στάθηκε απέναντί του. Οτιδήποτε κι αν του έλεγε, θα ήταν απλώς η αφορμή για το ξύλο που θα ακολουθούσε. «Χτύπα με», του είπε τελικά. «Όμως κάν’ το καλά, ε; Να πέσω ξερή. Γιατί αλλιώς θα χτυπήσω εγώ. Και θα χτυπήσω για να σε σκοτώσω». Ο τύπος τελικά δεν τη χτύπησε. Δεν είχε έρθει προετοιμασμένος να τη ρίξει ξερή.

Έχω γνωρίσει κάποιους σκληρούς ανθρώπους στη ζωή μου, ανθρώπους-που-μπορούν-να-σκοτώσουν. Νομίζω ότι τελικά η Νόι είναι ο σκληρότερος από όλους. Γιατί είναι ίσως ο μόνος από αυτούς που όταν θυμώνει, δεν υπολογίζει τίποτα. Οτιδήποτε βρίσκεται γύρω της μπορεί να σπάσει, να εκτοξευτεί, να χρησιμοποιηθεί ως όπλο. Πρώτα ουρλιάζει και χτυπάει, και μετά αντιλαμβάνεται τις συνέπειες των πράξεών της.

Το πιο ενδιαφέρον όμως στην ιστορία της Νόι, είναι ότι αυτός ο εν δυνάμει άγριος και σκληρός άνθρωπος έχει ιερά και όσια. Η Νόι ζει για τη μικρή της αδερφή και τον ανηψιό της: «Αν δεν υπήρχαν αυτοί, δε θα ‘χα λόγο να υπάρχω κι εγώ». Τους υπεραγαπάει, τους λατρεύει. Και τους έχει αναλάβει και τους δυο υπό την κηδεμονία της (μια κοπέλα είκοσι τριών χρονών, ε;). Είναι τα παιδιά της. Αν δεν ήταν αυτοί οι δύο άνθρωποι, η Νόι δε θα γινόταν τέτοιο αγρίμι όταν θυμώνει, δε θα είχε ήδη στο ιστορικό της ξυλοδαρμούς γυναικών και αντρών. Η ύπαρξή τους της δίνει την αναγκαία ώθηση για να ξεπεράσει τα άκρα σε στιγμές οργής, να μην υπολογίζει τίποτα και κανέναν.

Αγάπη και αγριάδα. Τρυφερότητα και σκληρότητα. Φως και σκοτάδι. Να είσαι προσεκτικός με τον άνθρωπο που έχει ιερά και όσια: ένα μέρος του εαυτού του μπορεί να βρίσκεται έξω από το Κοινωνικό Συμβόλαιο και τον πολιτισμό.

UPDATE. Σάββατο πρωί, 23 Οκτωβρίου 2010: Απίστευτο! Την ώρα που έγραφα αυτό το post χθες βράδυ, την ίδια ώρα πέθαινε η αδερφή της!... Είχαμε συναντηθεί χθες το μεσημέρι στο διάλειμμα της δουλειάς της και μιλήσαμε, ανάμεσα στ' άλλα, και για την αδερφή της. Βρισκόμασταν σε μια high-class περιοχή της πόλης και σχολιάζαμε τους επώνυμους που κυκλοφορούσαν εκεί γεμάτοι έπαρση. "Όλοι αυτοί δεν ξέρουν ότι μια μέρα θα πεθάνουν", είπα, "νομίζουν ότι είναι αθάνατοι". Αργότερα το έφερε η κουβέντα για τον Χριστιανισμό και τον Χριστό. Με ρώτησε για τον σταυρικό του θάνατο και της εξήγησα ότι ο άνθρωπος στο σταυρό πεθαίνει από ασφυξία. Ο οποιοσδήποτε εσταυρωμένος πασχίζει να πάρει ανάσα, ενώ από τη διαρκή αιμορραγία ο οργανισμός του γίνεται όλο και πιο αδύναμος, μέχρι που δεν μπορεί πλέον να ανασηκωθεί ελάχιστα για να αναπνεύσει.

"Πώς πέθανε η αδερφή σου;" πρόλαβα να τη ρωτήσω στο τηλέφωνο.

"Δεν μπόρεσε να αναπνεύσει" μου εξήγησε. "Από μικρή είχε προβλήματα με την αναπνοή της και έπαιρνε φάρμακα. Χθες το βράδυ κόπηκε η ανάσα της, την τρέξαμε βιαστικά στο νοσοκομείο και πέθανε εκεί".

Χθες μιλούσαμε για την αδερφή της, για θάνατο, για θάνατο από ασφυξία. Μέσα σε λίγες ώρες, όλα αυτά συνδυάζονται και γίνονται πραγματικότητα - τη στιγμή μάλιστα που σκέφτομαι ότι ορισμένα σημεία γύρω από αυτήν και την ιστορία της αξίζουν τον κόπο να ειπωθούν και να δημοσιευτούν, και γράφω το παραπάνω κείμενο!... Δε θα της πω για το blog και για το post. Δε θα της θυμίσω τη χθεσινή κουβέντα. Θα τη δω σε λίγο. Ακόμα ακούγεται σοκαρισμένη στο τηλέφωνο.

Ανακοινωθέν Ι

Είμαι καλά και μην ανησυχείτε. Βλέπω τα e-mail που μου στέλνετε, αλλά δεν απαντώ γιατί δεν έχω τίποτα ακόμα να ανακοινώσω. Οι καταστάσεις είναι ρευστές, τα πάντα γκρι (όπως είπε κι ο Ηράκλειτος στον μπογιατζή του). Κάντε λίγη υπομονή παρακαλώ, καμιά βδομάδα ακόμα, για να έρθει ο καιρός των ανακοινώσεων. Και να μην ανησυχείτε γιατί το αισθάνομαι ως πίεση, και δε μου χρειάζεται μία ακόμα στις τόσες που τραβάω. 

Τα πάντα γκρι και τα κοάλα μπεζ.

Τρία Τα Χελιδόνια

Όταν ήμουν στο ΕΚΠΑΖ παλιά (πολύ παλιά), συχνά-πυκνά μας φέρναν νεοσσούς. Κάποιος πήγαινε βόλτα στο δάσος κι έβρισκε μικρά πουλιά, εντελώς μωρά, στο χώμα. "Το καημένο, έπεσε απ' τη φωλιά του!..." έλεγε συνήθως, εμείς συμφωνούσαμε, το παίρναμε για περίθαλψη και δεν του λέγαμε το μυστικό για να μην τον σοκάρουμε: ότι δεν έπεσε απ' τη φωλιά του έτσι, από ατύχημα. Το έριξαν οι γονείς του. Κατά πάσα πιθανότητα, επειδή ένιωθαν πως δεν υπήρχε αρκετή τροφή εκεί γύρω. Οπότε έπρεπε να κλείσουν κάποια από τα στόματα που είχαν για να θρέψουν.

Ένας νεοσσός είναι σχεδόν καταδικασμένος εκτός φωλιάς. Ο οργανισμός του είναι τόσο ευαίσθητος ώστε και με την παραμικρότερη κακουχία, η υγεία του μπορεί να περάσει σε μη-αντιστρεπτό στάδιο και να πεθάνει από στιγμή σε στιγμή. Ένα μικρό πουλί μπορεί ακόμα και να σου μείνει στο χέρι καθώς το κρατάς, το στρες της επαφής με τον άνθρωπο είναι δυσβάσταχτο, οπότε όσο λιγότερο το πιάνεις, τόσο το καλύτερο. Ακόμα όμως και να καταφέρεις να το μεγαλώσεις επιτυχημένα, πάλι η ζωή του παίζεται κορώνα-γράμματα. Τα πουλιά χρειάζονται τους γονείς τους για να μάθουν να πετούν, να βρίσκουν τροφή και να αποφεύγουν τους εχθρούς. Μόνα τους, χωρίς να έχουν μάθει τις απαραίτητες δεξιότητες, συνήθως κόβονται γρήγορα στον αμείλικτο ΑΣΕΠ της φύσης.

Τον Ιούνιο που μας πέρασε, λοιπόν, ανέλαβα δυο χελιδονάκια νεοσσούς. Τα βρήκε ένας φίλος στο χώμα κι ήταν τόσο μωρά, που ακόμα δεν είχαν βγάλει πούπουλα και διατηρούσαν το βρεφικό τους χνούδι. Μόλις λίγων ημερών. Τα βάλαμε σ' ένα κουτί παπουτσιών στο μπαλκόνι και τα ταΐζαμε κάθε μέρα ασπράδι αυγών και μουσκεμένη γατοτροφή. Έτρωγαν σαν νεοδημοκράτες υπουργοί! Με το που πλησίαζε το δάχτυλο με το φαγητό, άνοιγαν μια στοματάρα μεγαλύτερη από το κεφάλι τους. Τελικά ο ένας δεν άντεξε. Μετά από 2-3 μέρες, τον βρήκα πιο ακλόνητο κι από τις πεποιθήσεις της Παπαρήγα. Ο άλλος όμως ήταν ζωηρός, κάθε μέρα τον έβρισκα διαφορετικό, έβγαζε πούπουλα, μεγάλωνε, κι έτρωγε σαν νεοδημοκράτης υπουργός που έμεινε δύο τετραετίες μακριά από την κυβέρνηση.

Το αρσενικό γένος είναι εντελώς τυχαίο. Δεν έμαθα ποτέ αν ήταν αγόρια ή κορίτσια.    

Τελικά και μετά από δύο βδομάδες, ο δικός σου δεν άντεχε να μένει άλλο μέσα στο κουτί. Έβγαινε έξω, κούρνιαζε στις γλάστρες του μπαλκονιού, άρχιζε να κάνει άλματα όλο και μεγαλύτερα, όλο και μεγαλύτερα, ώσπου ένα μεσημέρι... σηκώθηκε, πέταξε πάνω από τα κάγκελα του μπαλκονιού, έκανε μια μεγάλη στροφή στον αέρα, πέρασε ανάμεσα από δύο πολυκατοικίες απέναντι κι έκτοτε δεν τον ξανάδα.

Νεοδημοκράτης υπουργός καθώς εξυγιαίνει το ασφαλιστικό (φωτο χαμηλής ανάλυσης, τραβηγμένη με το κινητό)


Ποιος ξέρει τώρα πού να 'ναι... Η γειτονιά ήταν γεμάτη χελιδόνια εκείνο το μεσημέρι. Θέλω να πιστεύω ότι τα τιτιβίσματα και οι φιγούρες τους ξύπνησαν τη χελιδονοσύνη μέσα του, οπότε έφυγε για να βρει το σμήνος, έσμιξε μαζί τους κι έμαθε πλάι τους να βρίσκει τροφή, να κουρνιάζει σε προστατευμένα μέρη, να πετάει κανονικά κ.λπ. Μπορεί όμως και να πέθανε από την πείνα μόνος του. Ή να τον έκανε μεζεδάκι καμιά γάτα. Για 15 μέρες τον φρόντιζα εγώ, μετά τον ανέλαβε ο Θεός. Τουλάχιστον όμως αυτός μπόρεσε και πέταξε. Ο αδερφός του γεννήθηκε, έζησε (ελάχιστα) και πέθανε χωρίς να καταλάβει τι ρόλο παίζουν οι φτερούγες του.

Σκέφτομαι λοιπόν ότι αυτός ο κόσμος έχει τρία είδη χελιδονιών. Ο Ελύτης έκανε λάθος, δεν είναι ένα το χελιδόνι, υπάρχουν: 1) τα χελιδόνια που απλώς ζούνε λίγες μέρες και μετά πεθαίνουν, 2) τα χελιδόνια που τουλάχιστον καταφέρνουν να πετάξουν, έστω και λίγο, προλαβαίνουν όμως να κάνουν το κατ' εξοχήν πράγμα που κάνει ένα πουλί, 3) τα χελιδόνια που μεγαλώνουν, πετάνε, βρίσκουν τροφή, χτίζουν φωλιές, κάνουν οικογένειες, κάνουν το αποδημητικό ταξίδι στην Αφρική κ.λπ.

Ποιος ξέρει τι σκοπό εκπληρώνουν τα τρία είδη χελιδονιών; Πάντως, αυτό που δεν συνειδητοποιούμε είναι ότι για να υπάρχει γύρω μας η φύση έτσι όπως την ξέρουμε, χρειάζονται και τα τρία είδη. Ίσως αν όλα γίνονταν Χελιδόνια Νο 3, η μείωση του αριθμού των εντόμων να οδηγούσε σε κατάρρευση οικοσυστημάτων, με κάποιον τρόπο. Ίσως. Πάντως, μαζί με το χελιδόνι που πετάει με το σμήνος του προς την Αφρική, πάει πακέτο και το χελιδόνι που ψυχορραγεί στο χώμα, καθώς και το άλλο χελιδόνι που αγωνίζεται μόνο του να καταλάβει πώς λειτουργεί αυτός ο κόσμος, που διαπιστώνει ότι η Άνοιξη ακριβή, για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή. Όλα έχουν τη θέση τους, για όλα έχει ένα σχέδιο ο Θεός (αν διαφωνείς με τη λέξη, βάλε "η Φύση" ή "η Οικολογική Πίεση").

Νιώθω ικανοποιημένος. Εκπλήρωσα και με το παραπάνω τον σκοπό για τον οποίο γεννήθηκα. Ποιος άλλος μπορεί να το πει αυτό; Ήμουν ταγμένος από γεννησιμιού μου για Χελιδόνι Νο 1, όμως τουλάχιστον κατάφερα να πετάξω, έστω και ελάχιστα. Έγινα Χελιδόνι Νο 2. Από δω και μπρος, είναι στο χέρι του Θεού αν θα ζήσω τρεις βδομάδες, τρεις μήνες, τρία χρόνια ή τρεις δεκαετίες. Εγώ πάντως το καθήκον μου το έκανα.

Ελλάδα: Οδηγίες Χρήσης

Στα βουνά της Κρήτης, το κοινωνικό συμβόλαιο φτάνει ως το υψόμετρο των 600 μέτρων.

*

Πρώτα χτίσαν το καζίνο και μετά, εκεί δίπλα, το Λουτράκι.

*

Νάουσα: ένας οικισμός κάτω από τον Άγιο Νικόλαο.

*

Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, φρόντισε να μην πέσεις στην τουριστική σαιζόν.

*

Καρδίτσα, Θήβα, Κιλκίς, Τρίπολη κ.λπ.: Πόλεις-φωτοτυπίες. Κοιτάς τις πινακίδες των αυτοκινήτων να θυμηθείς σε ποια απ' όλες βρίσκεσαι.

*

Της ελληνικής υπαίθρου τα αγνά τα ήθη
Είναι για μικρά παιδιά ένα παραμύθι

*

Ο Άγιος Νικόλαος ο Ορφανός έμενε σε μια τρύπα. Ποιος ξέρει και πόσα θα πλήρωνε γι’ αυτήν, ο χριστιανός, τα ενοίκια στη Θεσσαλονίκη πάντα ήταν τσουχτερά.

*

ΟΔΗΓΟΣ ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΩΝ ΧΩΡΙΩΝ:
Μηλιές – Μακρινίτσα – Καλά Νερά: Εκεί πηγαίνουν οι τουρίστες.
Αγ. Ιωάννης – Πορταριά – Βυζίτσα: Εκεί πηγαίνουν οι τουρίστες που θέλουν ν’ αποφύγουν τους τουρίστες.
Τσαγκαράδα – Χορευτό – Αργαλαστή: Εκεί πηγαίνουν οι τουρίστες που θέλουν ν’ αποφύγουν τους τουρίστες που θέλουν ν’ αποφύγουν τους τουρίστες.
Αγ. Γεώργιος – Πινακάτες – Μηλίνα: Εκεί πηγαίνουν οι τουρίστες που θέλουν ν’ αποφύγουν τους τουρίστες που θέλουν ν’ αποφύγουν τους τουρίστες που θέλουν ν’ αποφύγουν τους τουρίστες κ.λπ.

*

Η μεγαλύτερη χαρτοπαικτική λέσχη του κόσμου βρίσκεται στην Ελλάδα και ονομάζεται: Βέροια.

*

Στη Λάρισα έχουν ξεχωριστές νομισματικές μονάδες από την υπόλοιπη Ελλάδα. Ονομάζονται: Πλατφόρμες-Μπαμπάκι.
(- «Πόσο πάει η καινούργια BMW;»
 - «Ίσαμε τρεις πλατφόρμες μπαμπάκι»)

*

Μία φούντωση, μια φλόγα
Έχω μέσα στην καρδιά
Θα χτικιάσω αν ακούσω
«Φραγκοσυριανή» ξανά.

Όλοι οι σταθμοί της Σύρου
Και του δρόμου οι μουσικοί
Από το πρωί ως το βράδυ
Παίζουν «Φραγκοσυριανή».

Όπου και να τριγυρίσω
Φοίνικα, Παρακοπή
Γαλισά και Ντελαγκράτσια
Πάντα η «Φραγκοσυριανή».

Στο Πατέλι, στο Νιοχώρι
Κάτω στην Αληθινή
Μου ανάβουν τα λαμπάκια
Με τη «Φραγκοσυριανή»

*

Τα Τρίκαλα είναι πόλη προικισμένη με ποτάμι που κανείς δεν ξέρει τ’ όνομά του.

*

Πίνδος: Ο υδατοφράχτης ανάμεσα από το Αιγαίο και την Αδριατική Θάλασσα.

*

Live your Greece in myth

*

Καβάλα: Αναγκαίο κακό για να πας στη Σαμοθράκη

*

Η κατασκευή των τμημάτων της Εθνικής Οδού πλέον γίνεται με επιστημονικό τρόπο. Ο προϋπολογισμός (Ε) ενός τμήματος καθορίζεται από τον τύπο: Ε = mc2, όπου 
m = μίζα
c = η ταχύτητα του φωτός στο κενό 

*

Όταν είσαι στημένος από το πρωί στην εφορία, η Θεσσαλονίκη δε φαντάζει και τόσο ερωτική πόλη...

*

Ένας δείκτης που χρησιμοποιείται για να μετρήσει το livability μιας ελληνικής πόλης είναι το Eparhia Index = [sqrt(A) + ln(Ν) + eK]/CC όπου:

Α – το μέγεθος του τοπικού υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας (συνήθως σε τετραγωνικά μέτρα ή σταθμισμένο με βάση την αντικειμενική αξία του οικοδομήματος).

Ν – παράμετρος που έχει να κάνει με τα νυχτερινά κέντρα της πόλης.

K - ο λόγος της αυτοφυούς προς την υδροπονική κάνναβη (Ακίνδυνη προσθήκη).

CC – τα κυβικά του αυτοκινήτου με το οποίο κυκλοφορεί ο κ. δήμαρχος.

Παίρνουμε την τετραγωνική ρίζα του Α λόγω αυξημένου κόστους παραγωγής βαμβακιού, ελαιολάδου, καπνού. Από το 2013 που θα περικοπούν κατά 50% οι αγροτικές επιδοτήσεις, θα παίρνουμε την κυβική ρίζα.
Η παράμετρος Ν συνήθως μετριέται από τις αφίσες που τοιχοκολλούνται σε κεντρικά σημεία της πόλης ή από τον αριθμό των αλκοτέστ που γίνονται σε εβδομαδιαία βάση. Τη λογαριθμίζουμε όταν η μέση τιμή της φιάλης ουΐσκι είναι πάνω από € 100.
Η παράμετρος Κ είναι αυτονόητη.
Ο δείκτης είναι αντιστρόφως ανάλογος με τα κυβικά του δημαρχιακού αυτοκινήτου, διότι υψηλό CC συνήθως συνοδεύεται και από προσλήψεις του κάθε ψηφοφόρου, συγγενή, φίλου κ.λπ. στην τοπική αυτοδιοίκηση ή από χρήματα του Δήμου που γίνονται διαμερίσματα σε γκόμενες.

*

Οι εργολάβοι, όταν πεθαίνουν, δεν πηγαίνουν στον Παράδεισο αλλά στη Χαλκιδική.

*

Τα Επτάνησα είναι το προφυλακτικό που χρησιμοποιεί η Ιταλία για να εισχωρήσει στην Ελλάδα.

*

Τουρισμός: Προσφέρει την ευκαιρία σε ξένους ανθρώπους να έρθουν σε αμοιβαία επικοινωνία και να αναπτύξουν αμοιβαίες σχέσεις, επιβεβαιώνοντας έτσι την αμοιβαία αντιπάθειά τους. Η μόνη διαφορά που σπάει την αμοιβαιότητα είναι ότι οι τουρίστες πληρώνουν.

Σουβενίρ: Κάτι που κοστίζει πολύ λίγο σε έναν τόπο που πρέπει να ξοδέψεις πολλά λεφτά για να πας. Το αγοράζεις για να σου θυμίζει πόσα λίγα έκανες σε σχέση με τα πολλά που ήθελες να κάνεις εκεί.

Φωτογραφική μηχανή: Οπλικό σύστημα των Τουριστών που χρησιμοποιούν για να τονίσουν ότι η περιοχή παραείναι όμορφη για τους Ντόπιους• δεν τους αξίζει.

Οικοτουρίστες: Υποείδος εξειδικευμένο στο να ενοχλεί τα άγρια ζώα. Οι σκέτοι τουρίστες περιορίζονται απλώς να αντιμετωπίζουν τους Ντόπιους σαν να είναι άγρια ζώα.

*

Δύο πράγματα είναι σίγουρα σε κάθε ελληνικό νησί: 1) Θα υπάρχει μία παραλία που θα λέγεται Χρυσή Άμμος, Παχιά Άμμος, Ψιλή Άμμος ή κάτι ανάλογο. 2) Η εν λόγω παραλία θα είναι γεμάτη σκουπίδια.

*

Να ζει κανείς ή να μη ζει; Υπάρχει και κάτι ενδιάμεσο: να ζει στη Θήβα.

*

Αθήνα: Ήταν και είναι πόλη-κράτος

*

Οι Εσκιμώοι, λέει, έχουν 40 διαφορετικές λέξεις για το "χιόνι". Οι Λαρισαίοι όμως έχουν περισσότερες για το "μπαμπάκι" (άλλη λέξη για το "μπαμπάκι που ποτίστηκε από γεώτρηση στα 50 μέτρα", άλλη λέξη για το "μπαμπάκι που ποτίστηκε από γεώτρηση στα 80 μέτρα και πού θα πάει πια αυτή η κατάσταση...", άλλη λέξη για το "μπαμπάκι που μοσχοπουλήθηκε", άλλη λέξη για το "μπαμπάκι που επιδοτήθηκε", άλλη λέξη για το "μπαμπάκι που ξεριζώθηκε να βάλουμε καλαμπόκι" κ.ο.κ.)

*

Κατάρα, Κακιά Σκάλα, Καστανιά: όλοι οι κωλόδρομοι αρχίζουν από κάπα.

*

Εν αρχή ήτο η «Φραγκοσυριανή». Και η «Φραγκοσυριανή» ήτο σουξέ, και σουξέ ήτο η «Φραγκοσυριανή». Και ήτο σουξέ μέγα, το οποίον γνωρίζει έκαστος άνθρωπος ερχόμενος εις τον κόσμον. Και η «Φραγκοσυριανή» νήσος εγένετο, και εκλήθη το όνομα αυτής: «Σύρος».

*

Ελλάδα: Η ευρύτερη περιοχή Αθηνών.

*

«Η αστραπή και η θύελλα», έλεγε ο Νίτσε, «είναι κόσμοι διαφορετικοί, δυνάμεις ελεύθερες, χωρίς ηθική. Αγνή Βούληση, χωρίς τη σύγχυση της διάνοιας». Παραδόξως, η περιγραφή ισχύει τέλεια και για τους αντιδημάρχους της ελληνικής επαρχίας.

*

Παλιό επιχειρηματικό γνωμικό: Όσο πιο νότια η καταγωγή κάποιου, τόσο πιο αφερέγγυες οι επιταγές του.

*

(Παραφράζοντας τον Μαρκ Τουαίην): Ο Θεός πρώτα έφτιαξε τη Σαμοθράκη και μετά τον Παράδεισο. Κι αυτόν τον έφτιαξε πάνω στο πρότυπο της Σαμοθράκης.

Μικρά Γαλάζια Μυστικά

Από το ημερολόγιό μου:

*

Ηλίθιος: άνθρωπος του οποίου ο αυτοματισμός των συναισθημάτων είναι τόσο έντονος ώστε τον οδηγεί σε πράξεις μακροπρόθεσμα αντίθετες από το συμφέρον του.

*

Διαπαιδαγώγηση: δυστυχισμένοι άνθρωποι μεγαλώνουν δυστυχισμένα παιδιά και τα βγάζουν στην κοινωνία ευνουχισμένα κι ακρωτηριασμένα για να κάνουν δυστυχισμένη τη ζωή άλλων δυστυχισμένων υπάρξεων.

*

«Φιλόσοφος» δεν είναι όποιος αναπτύσσει έναν συστηματικό και βαθύ προβληματισμό γύρω από ορισμένα θεμελιακά υπαρξιακά μεγέθη. Είναι αυτός που μπορεί να πείσει κάποιους άλλους να τον πληρώνουν για να ασκεί τον εν λόγω προβληματισμό• αυτός που μπορεί να επιδίδεται στις μεθοδικές του αναλύσεις ανενόχλητος από μυωπικές ασχολίες όπως το νοίκι και οι λογαριασμοί.

*

Το Προσωπικό μου Κοράνι

Σούρα 11, Η Δημιουργία
Λα ιλαχά ιλαλλάχ
Ω, Απεσταλμένε, ανάγγειλε στους Ανθρώπους:
Ο Άνθρωπος είναι ένα υπερτιμημένο βιολογικό είδος.
Τα ζώα είναι πιο εξελιγμένα από τον Άνθρωπο.
Αλήθεια σας λέω, ο Άνθρωπος είναι ένα παραπροϊόν της εξέλιξης στην προσπάθειά της να φτιάξει πιθήκους.
Η Κοροϊδία της Δημιουργίας.
Λα ιλαχά ιλαλλάχ

*

Υλικός κόσμος: ακόμα και η τελειότερη ευτυχία του μπορεί να σπιλωθεί από την έλλειψη πρόσβασης σε τουαλέτα• ο ήχος από το καζανάκι μπορεί να καταστρέψει και την πιο ρομαντική στιγμή.

*

Τα καλύτερα παιδιά του κόσμου, υπάρχουν στα διηγήματα του Σαμαράκη: ώριμα, με στρωτό λόγο, με κατανόηση και ευαισθησία, αγνά και αμόλυντα, καλοσυνάτα. Παιδιά που αντιπαραβάλλουν την αγαθή τους φύση στη διαστροφή των μεγάλων. Παιδιά που ξεπετάγονται σαν σιντριβάνια αγάπης μέσα σ' έναν κόσμο σκληρότητας. Παιδιά που κάθε γονιός θα τα ήθελε για δικά του. Παιδιά που υπάρχουν μόνο στα διηγήματα του Σαμαράκη.

*

Υπάρχει ένας ρομαντισμός στον ψυχασθενή που εκφράζεται ελεύθερα, λέει αυτά που αντιλαμβάνεται χωρίς δεύτερη σκέψη και δε νοιάζεται για την εικόνα του.
Υπάρχει μια υποκρισία στον μεσοαστό γιατρό που δεν έχει ούτε το μισό σφρίγος από το μανιακό ασθενή του, που διαλέγει με προσοχή τις λέξεις του, που δεν τολμάει να τον κοιτάξει στα μάτια.

*

Όνειρα: το LSD του φτωχού.

*

Αν ένας σύγχρονος ψυχίατρος μελετούσε επαγγελματικά την περίπτωση του Χριστού όπως παρουσιάζεται στα Ευαγγέλια, θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι το άτομο αυτό έπασχε από κλινική κατάθλιψη (ή μανιοκατάθλιψη, αν θυμηθούμε το περιστατικό της εκδίωξης των εμπόρων από το Ναό).

*

Η επανάσταση στην Ελλάδα, όταν γίνει, θα ξεκινήσει από ψαγμένα μπαράκια με ελαφρά jazz μουσική και καφέ-ρεστοράν με εξωτική κουζίνα, μελετημένη διακόσμηση, και 45άρες διαζευγμένες σερβιτόρες με φοιτητική θητεία στο ΕΚΚΕ ή στο ΚΚΕ Εσωτερικού.

*

Λατρεύω τα αεροπλάνα. Για μένα είναι σύμβολα ελευθερίας. Ένας λόγος που πονούσα όταν έβλεπα τις σκηνές από τους Δίδυμους Πύργους είναι ότι νιώθω σαν να φτωχαίνει ο κόσμος όσο μικραίνει ο αριθμός των αεροπλάνων.

*

Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας. Επίσης, άλλος ο Αντώνης Σαμαράς κι άλλος ο Αντώνης Σαμαράκης. Αυτός ο τελευταίος, ο «αιώνιος έφηβος», μάλλον δεν έχει υπάρξει ποτέ του παιδί (γεννήθηκε κατευθείαν ηλικιωμένος και πρεσβευτής καλής θέλησης της UNICEF). Αλλιώς θα γνώριζε ότι ο κόσμος τους είναι γεμάτος από κακία, ζήλια, μίσος, ωμότητα, τραμπουκισμούς, εκδικητικότητα και βία. Αν τα παιδιά είχαν τη σωματική δύναμη ενήλικα, ο πλανήτης θα ήταν Τέξας.

Αλίμονο αν τα σαμαράκεια παιδιά αποκτήσουν στρατό και όπλα• θα επιβάλλουν τη δικτατορία της ειρήνης με το ζόρι. Δεν ξέρω αν ο Αντώνης είχε οικογένεια, πάντως δε θα ήθελα να τον είχα για πατέρα.

*

Ορισμένοι άνθρωποι μού θυμίζουν τα πολυτελή δερμάτινα πορτοφόλια: το έξω είναι πιο ακριβό από το μέσα.

*

Το Πνεύμα (ή Ανώτερη Διάνοια) είναι αυτό που έχει ο άνθρωπος και υπερτερεί έναντι των ζώων που δεν το έχουν. Επίσης, αυτό που δεν έχουν οι χαζογκόμενες και υπερτερούν έναντι των έξυπνων γυναικών που το έχουν.
Οπότε, το να διαθέτεις δικαιοδοσία σε μια ανώτερη γνωστική διάσταση και πρόσβαση σε μια υψηλότερη οντολογική βαθμίδα δεν αποτελεί πάντα πλεονέκτημα - πιο σημαντικό είναι να έχεις ωραίο κώλο.

*

Το κάθε νεογέννητο είναι ένα τσεκ που αποκολλάται από το συμπαντικό μπλοκ επιταγών για να επιτελέσει τη δική του συναλλαγή με τη ζωή. Σε κάποιο σημείο, θα κληθεί να καταβάλλει το χρηματικό του αντίτιμο και ο λογαριασμός του θα είναι άδειος. Τότε θα ‘ρθει ο θάνατος και θα το σφραγίσει τελειωτικά.

*

Η ευτυχία είναι πτητική.

*

Με τον καιρό, ο γάμος γίνεται ένα είδος σχέσης σαν κι αυτήν που αναπτύσσουν οι ταξιδιώτες μιας πολύωρης πτήσης: προσπαθούν να ανεχτούν ο ένας τον άλλο για να σκοτώσουν την ώρα τους.

*

Έχει αποδειχθεί και επιστημονικά πως όταν κάποιος πεθαίνει, μετενσαρκώνεται μέσα στα αγαπημένα του φιλμ και ζει σ’ αυτά αιωνίως.
Έτσι κι εγώ ξέρω πως μετά το θάνατό μου θα γίνω σύμβουλος της Ελισάβετ της Α’, θα ψάξω για τον Συνταγματάρχη Κουρτζ στην Καμπότζη, θα σκοτώσω τον Λίμπερτυ Βάλανς.

*

Πρέπει διαρκώς να παρέχουμε στον εαυτό μας μια σταθερή δόση νοήματος για να αντέξουμε• πρέπει να του θυμίζουμε όλη την ώρα ότι «η ζωή έχει κάποιο σκοπό», ότι «είναι οι απλές, μικρές καθημερινές χαρές που κάνουν τη διαφορά», ότι «υπάρχει λόγος που τράβηξες αυτά που τράβηξες και δεν πάνε χαμένα» κ.λπ.
Αν επιχειρήσουμε να κοιτάξουμε έστω και για μια στιγμή τα πράγματα αφτιασίδωτα, θα τρελαθούμε.

*

Τα φαντάσματα πρέπει να είναι αγγλική εφεύρεση. Από εκεί μάλλον ξεκίνησε αυτή η γνωστή εικόνα της ομιχλώδους παρουσίας μέσα σ’ ένα «στοιχειωμένο» σπίτι, καθώς και η ερμηνευτική θεωρία περί ανήσυχων ψυχών ήδη νεκρών ανθρώπων.
Το στοιχείο-κλειδί της φαντασματοσύνης υποθέτω πως είναι η παράδοση• πρέπει μία χώρα να έχει μακρόχρονη συνέχεια σε κοινωνικούς θεσμούς, έθιμα, νόμους, κυβερνητικό σύστημα, ώστε να γεννηθεί συνέχεια παραστάσεων.
Παντού υπάρχουν και υπήρξαν άνθρωποι που πέθαιναν ταραγμένα, που μισούσαν και αγαπούσαν σφοδρά, που σήκωναν αβάσταχτες ενοχές. Πρέπει όμως το βάρος της παράδοσης να πέφτει συντριπτικό στους ώμους σου για να διατηρηθούν τα πάθη σου ανήσυχα και μετά το φυσικό θάνατο. Ο αριθμός των φαντασμάτων μιας χώρας είναι δείκτης συντήρησης της γηγενούς κοινωνικής παράστασης.
(Βγαίνει νόημα από τα παραπάνω;)

*

Υπάρχουν δύο τραγούδια που έχουν μία παράξενη ομοιότητα μεταξύ τους. Το πρώτο δεν το ξέρει σχεδόν κανείς στον κόσμο, εκτός από τα 10 – 11 εκατομμύρια κατοίκους της Ελλάδας• «ν’ ανέβω σ’ ένα αεροπλάνο / να δω τον κόσμο από πάνω» κ.λπ. Το δεύτερο το ξέρουν σχεδόν όλοι στον κόσμο, ακόμα και κάποιοι εντός Ελλάδας• είναι το Space Oddity του David Bowie.

Νομίζω ότι γράφτηκαν περίπου την ίδια περίοδο, στα τέλη του ‘60. Αν δεν κάνω λάθος, ο Bowie έγραψε το δικό του τραγούδι λίγο μετά την προσσελήνωση. Κι ο Χατζής πρέπει να έγραψε το Αεροπλάνο του κάπου εκεί κοντά, ίσως τότε που ο Ωνάσης πούλησε την Ολυμπιακή στο Ελληνικό Κράτος.

Μόνο φαινομενικά, όμως, μοιάζουν μεταξύ τους τα τραγούδια. Εκ πρώτης όψεως, περιγράφουν και τα δύο μία αφ’ υψηλού θεώρηση της Γης (μεταφορικά και κυριολεκτικά), και διδάσκουν ή υπονοούν ορισμένες στάσεις. Το συμπέρασμα του Χατζή είναι αφελέστατα αισιόδοξο: όλα σου τα προβλήματα, αν τα δεις αποστασιοποιημένος, γίνονται αστεία («κι εσύ τα πήρες σοβαρά»)• όταν συνειδητοποιήσεις την κλίμακα των κοσμικών μεγεθών και τη γήινη ασημαντότητα μέσα στο μεγάλο σύμπαν τότε θα γελάσεις ανακουφισμένος και θα πάρεις την αγαπημένη σου για μια βόλτα στο φεγγάρι, τον τόπο της λύτρωσης από τη γήινη μιζέρια.

Παραείναι βουδιστικό για να είναι αληθινό.

Από παλιά υφίσταμαι την τρομοκρατία του Αεροπλάνου. Ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές μου είπαν: «Να, όπως λέει και το τραγούδι, μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι. Ξέρεις πόσες φορές το σκέφτηκα; Πολύ δίκιο έχει». Την επόμενη φορά που θα ‘ρθει κάποιος να μου αποκαλύψει το κλειδί της ευτυχίας στην αποστασιοποίηση μέσα από τους στίχους του Αεροπλάνου, θα του απαντήσω: «Οπότε, λοιπόν, άμα θα ‘χεις κάποιο λογαριασμό να πληρώσεις ή κάποια επιταγή να καλύψεις και δεν υπάρχει ρευστό, βάλτα σ’ ένα συρτάρι και ξέχασέ τα. Κι άμα σου ζητήσει εξηγήσεις η τράπεζα, απάντησέ της πως όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά. Πες το κι όταν θα σε βάζουν φυλακή».

Ο ήρωας του Bowie, τουλάχιστον, σ’ άλλο συμπέρασμα καταλήγει όταν απογειώνεται στο σύμπαν: «Planet Earth is blue, and there’s nothing I can do». Και δεν ξαναγυρίζει πίσω.

Προσπαθούμε να ανακαλύψουμε την κατάλληλη νοητική στάση για να ξεφύγουμε από τα προβλήματα, αυτά όμως έχουν τέτοια δύναμη που καταρρίπτουν οποιοδήποτε αεροπλάνο σκαρφιστούμε.

*

Με την επιχειρηματολογία μπορείς να αλλάξεις πολλές απόψεις κάποιου• με τίποτα όμως δεν μπορείς να αλλάξεις το σενάριο που έχει φτιάξει για την κινηματογραφική ταινία της ζωής του, τη βασική νοηματοδότηση με την οποία ερμηνεύει τις κακοτυχίες του, τα γεγονότα του παρελθόντος, τους μελλοντικούς του στόχους.

Αν δοκιμάσεις κάτι τέτοιο, θα μάθεις ότι 1+1=4, ότι η Γη είναι επίπεδη και οι αγελάδες πετάνε.

*

Υπάρχει ένα ζώο άγνωστο στη βιολογία: ο Άνθρωπος (με το Α κεφαλαίο). Παρεπιδημεί σε λόγους ουμανιστών, στα διηγήματα του Σαμαράκη, στα τραγούδια των Beatles κι αλλού. Πρωτοεμφανίστηκε στα έργα των Διαφωτιστών κι έκτοτε η εξέλιξή του υπήρξε ραγδαία. Πολλές φορές καμουφλάρεται πίσω από έννοιες όπως «ο λαός». Πάντα ατόφιος και άσπιλος, πάντα με το Α κεφαλαίο.

Σε αντιδιαστολή μ’ αυτόν, υπάρχουν οι άνθρωποι (με το Α μικρό) που συναντάμε καθημερινά: μικρόψυχοι, ανόητοι, δειλοί. Που σκαλίζουν τη μύτη τους στο λεωφορείο, σου σκάβουν το λάκκο πισώπλατα, παίζουν τις οικονομίες μιας χρονιάς στο καζίνο και κατουράνε στραβά στις δημόσιες τουαλέτες. Ο Άνθρωπος όμως (με το Α κεφαλαίο) ακόμα κι όταν κλάνει μυρίζει λεβάντα.

Είναι εύκολο να κηρύττεις (έτσι αφηρημένα) την αγάπη και τη συμπόνοια μεταξύ των ανθρώπων, να μισείς όμως θανάσιμα τον (συγκεκριμένο) αχώνευτο γείτονα.

*

Πολλές φορές η διαίσθηση δεν είναι να βλέπεις αόρατα πράγματα με κάποιο θαυμαστό τρόπο. Είναι να μπορείς να διακρίνεις τη σχέση ανάμεσα σε φαινομενικά αταίριαστα στοιχεία. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν διάσπαρτα αστέρια, εσύ βλέπεις τη Μεγάλη Άρκτο και τη Ζώνη του Ωρίωνα.

*

Το μόνο νόημα που βγαίνει από τη ζωή είναι ότι από τη ζωή δε βγαίνει κανένα νόημα.

*

Αν εξετάσει κάποιος την Ιστορία, θα διαπιστώσει ότι το διαχρονικό όνειρο του Ανθρώπου, σε κάθε εποχή και σε κάθε κοινωνία, δεν είναι η οικοδόμηση του επίγειου παραδείσου, ούτε η κατανόηση της Αλήθειας, ούτε η ενάρετη ζωή, ούτε η κατάκτηση του διαστήματος, ούτε η φώτιση, ούτε η ανακούφιση της δυστυχίας, ούτε η ένωση με το Θεό, ούτε η επιστημονική πρόοδος• είναι να βγάζει λεφτά χωρίς να δουλεύει. Να βάλει κάποιους άλλους να δουλεύουν γι’ αυτόν.

Είναι τόσο καθολική αυτή η τάση, που προτείνω ότι θα πρέπει να εξετάζει κάποιος έναν πολιτισμό ξεκινώντας με το ερώτημα: ποιους θεσμούς και τρόπους, ποιες μεθόδους εφηύρε αυτός ο πολιτισμός για να οδηγεί ένα πληθυσμιακό τμήμα του στην ΟΕΑ (= Οικονομικά Επωφελή Αεργία);

Είναι ο αρχέγονος πόθος του Ανθρώπου, η Πρώτη Αρχή: από τότε που στάθηκε στα δυο του πόδια, ξεχώρισε από τα ζώα και κοίταξε τον ήλιο, οραματίστηκε τον εαυτό του Συνταξιούχο. Homo Leisurus.

*

Άντρας δε γίνεται κάποιος στα 18 του. Γίνεται όταν σταματήσει να κατηγορεί άλλους γι’ αυτά που του συμβαίνουν. Ακόμα κι όταν πράγματι φταίνε άλλοι γι’ αυτά που του συμβαίνουν.

*

Διάβασα τον «Κακό Δημιουργό» του Σιοράν. Δεν ξέρω πόσο καλή είναι η ελληνική μετάφραση, πάντως κάποια σημεία μού έκαναν εντύπωση και τα σημείωσα:

- Η εκλέπτυνση είναι σημάδι ανεπαρκούς ζωτικότητας• στην τέχνη, στον έρωτα, στα πάντα.

- Κάθε μορφή αδυναμίας και αποτυχίας εμπεριέχει ένα θετικό στοιχείο σε μεταφυσικό επίπεδο.

- Τη νύχτα που θα αποφασίσω ότι τα όνειρά μας δεν είχαν καμία σχέση με τη βαθύτερη ζωή μας και ότι προέρχονταν από τη χαμηλού επιπέδου λογοτεχνία [από τον κακής ποιότητας κινηματογράφο, θα λέγαμε σήμερα], την ίδια νύχτα θα κοιμηθώ μόνο και μόνο για να παρευρεθώ στην παρέλαση των πιο παλιών και πιο κρυφών μου τρόμων.

- Μόνο οι στιγμές που η επιθυμία σου να μείνεις με τον εαυτό σου είναι τόσο έντονη ώστε θα προτιμούσες να τινάξεις τα μυαλά σου στον αέρα παρά να ανταλλάξεις έστω και λίγες κουβέντες με κάποιον άλλο, μόνο αυτές μετράνε.

- Είναι σφάλμα να συνδέουμε την κατήφεια με τη σκέψη. Αν ήταν έτσι, ο πρώτος τυχών που θα κατέρρεε ψυχικά θα γινόταν αυτομάτως στοχαστής. Το επιστέγασμα είναι ότι πράγματι γίνεται.

- Βεβαιότητα ότι απέχω του καθήκοντός μου, ότι δεν εκπληρώνω αυτό για το οποίο έχω γεννηθεί, ότι αφήνω τις ώρες να περνούν χωρίς όφελος, έστω και αρνητικό. Αυτή η τελευταία κατηγορία όμως δεν είναι δικαιολογημένη, αφού η ανησυχία, το παράπονό μου είναι ακριβώς αυτό το παράδοξο όφελος.

*

Κανένας άντρας δεν μπορεί να παραμείνει ευφυής μέσα σε μια γυναικεία αγκαλιά.

*

Σκέφτομαι ότι το πλυντήριο πιάτων θα έπρεπε να ονομαστεί: Η Τεχνολογία του Μικροαστού. Υλοποιεί πανάρχαια όνειρα και υπαρξιακές ανάγκες όλων όσων,
- Μόλις αράξουν στο τραπέζι, δε θέλουν πια να σηκωθούν.
- Έχουν το φαγητό ως την πιο σημαντική στιγμή της ημέρας.
- Έχουν το φαγητό ως σκοπό, όχι ως μέσον.
- Δεν έχουν κίνητρο να φάνε λίγο.
- Η ενεργητικότητά τους σταματάει μετά το φαγητό.
- Βρίσκουν την ευτυχία στο φαγητό.
- Αν είχαν το τζίνι του Αλαντίν, θα του ζητούσαν να σηκώσει τα πιάτα από το τραπέζι.

*

Υπάρχουν οι πράξεις ενός ανθρώπου, υπάρχει κι ο μύθος που χτίζει για τον εαυτό του. Αν δοκιμάσουμε να βρούμε τι θέλει πραγματικά ο τάδε, τι πραγματικά έχει αξία για τον δείνα με βάση μόνο αυτά που κάνει, θα εκπλαγούμε. Καινούργιους ανθρώπους θα ανακαλύψουμε γύρω μας. Όλοι οι φίλοι, γνωστοί, συγγενείς, θα μεταμορφωθούν σε λέξεις μιας άγνωστης γλώσσας. Πρέπει όμως να τους αποσυνδέσουμε από τα λόγια τους, το μύθο που χτίζουν γύρω από τον εαυτό τους, τις προφάσεις που εφευρίσκουν, τις δικαιολογίες που επικαλούνται – άσχετα αν και οι ίδιοι αποτελούν θύματα του δικού τους μύθου. Ακόμα και στον εαυτό μας αν εφαρμόσουμε αυτό το κριτήριο, αν δηλαδή καταγράψουμε τις πράξεις μας ημερολογιακά, δημοσιογραφικά, χαρτογραφήσουμε τις ασχολίες στις οποίες αφιερώνουμε το χρόνο μας και βγάλουμε τα αναγκαία συμπεράσματα για το τι πραγματικά θέλουμε, ποιοι είναι οι πραγματικοί στόχοι μας, τότε θα μείνουμε με το στόμα ανοιχτό.
Και θα απογοητευτούμε• ω ναι, θα απογοητευτούμε πολύ.

*

Ελληνάνθρωπος: Ενδιάμεσο προείδος στην εξέλιξη του Ανθρώπου, κατατάσσεται πριν από τον Αυστραλοπίθηκο και μετά από τις Αμοιβάδες (ή μήπως μετά από τα Ραδίκια; Δε θυμάμαι καλά τη Βιολογία).

*

Οι Μαρξ & Ένγκελς δίδαξαν ότι η Ιστορία μπορεί να ερμηνευτεί ως η διαρκής πάλη ανάμεσα στην αέναη τεχνολογική πρόοδο και τις παρωχημένες κοινωνικές σχέσεις που δεν μπορούν να την ενσωματώσουν αποτελεσματικά. Εγώ όμως βλέπω την Ιστορία ως τις πολυποίκιλες μεταλλάξεις της Πρώτης Αρχής του Ανθρώπου στη βάση γεωγραφικών, κλιματικών, πληθυσμιακών, τεχνικών, και οικονομικών δεδομένων.
Όπου η Πρώτη Αρχή είναι η ΟΕΑ: να έχει κάποιος εισόδημα χωρίς να δουλεύει. Να κάαααααααθεται...

*

Υπάρχει μία σύμβαση για να ζήσεις στην Ελλάδα: πρέπει να καμώνεσαι διαρκώς ότι αυτή η χώρα έχει ή είχε ή θα έχει κάτι σπουδαίο. Σπουδαία παράδοση, σπουδαία ιστορία, σπουδαίους ανθρώπους, σπουδαίο παρελθόν, σπουδαίο πεπρωμένο, σπουδαίες ακρογιαλιές κ.λπ. Κανείς δε θα μπορούσε ν’ αντέξει τον καθημερινό βιοπορισμό δίχως το όπιο της Ελληνικής Σύμβασης• θα τρελαινόταν ή θα μετανάστευε.

*

Ό,τι πιο πικρό έχω διαβάσει ποτέ το έγραψε ο Τζ. Μπ. Σω: «Γελάς με τα κείμενά μου γιατί νομίζεις ότι κοροϊδεύω το διπλανό σου. Αμ, δεν κοροϊδεύω το διπλανό σου, εσένα κοροϊδεύω».

*

Η Αριστερά, λένε, προδόθηκε τόσες πολλές φορές που είναι φυσιολογικό να έχει αναπτύξει ένα αίσθημα περιθωριοποίησης και ηττοπάθειας. Οι άνθρωποί της έχουν μάθει τι σημαίνει διάψευση γι’ αυτό και είναι μαζεμένοι, στωικοί κ.λπ., όπως τα ανθρωπάκια στις γελοιογραφίες του Στάθη.
Έχω δει όμως αμέτρητες φορές να συμβαίνει το αντίστροφο: άνθρωποι μικροί από τη φύση τους, πνευματικοί ραγιάδες και losers, επιλέγουν την Αριστερά ώστε να έχουν ένα ηθικό άλλοθι για την καρπαζοεισπρακτική τους ψυχή.

*

Το ηλιοβασίλεμα είναι το μόνο πράγμα στον κόσμο που συνέχεια μεταβάλλεται κι όμως συνέχεια είναι τέλειο.