Χωρίς κλειδιά, χωρίς χαρτιά, στην τσέπη χύμα τα λεφτά

... Death has no repose
Warmer and deeper than that Orient sand
Which hides the beauty and bright faith of those
Who made the Golden Journey to Samarkand.



Να 'στε όλοι καλά.

Das Ende.

Dimoula Generator (ΒΕΤΑ Edition)

Μία σούπερ προσφορά του ιστολογίου για τους φίλους μας με καλλιτεχνικές ανησυχίες: Dimoula Generator (BETA edition). Ξέρω ότι πάντα τη θαύμαζες και ποθούσες να γράψεις κι εσύ θρυλικούς στίχους σαν το: να στρογγυλοποιούνται ευθυνότεροι οι πόνοι, ή σαν εκείνο το ωραίο: άφησα να μην ξέρω πώς λύνεται ένα χθες, ή σαν το άλλο: νοσταλγία δισύλλαβη και ένταση μονολεκτική (εκτός αν ζηλεύεις το ανυπέρβλητο: δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων). Τώρα όμως μπορείς κι εσύ να γράψεις ποίηση Κικής Δημουλά, ναι! Με τον 100% μηχανιστικό αλγόριθμο που προσφέρω εντελώς δωρεάν, μπορείς πλέον να γίνεις πιο Δημουλά κι απ' τη Δημουλά. Ακριβώς, καλά διάβασες! Ο αλγόριθμος δουλεύει τόσο μηχανιστικά ώστε αν ήξερα λίγο κώδικα, θα τον έκανα κανονική γεννήτρια όπως αυτή εδώ. Εμπρός λοιπόν, μια άλλη Κική Δημουλά είναι εφικτή:

1) ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ. Παίρνεις ένα εντελώς κοινότοπο κείμενο από το internet ή από οπουδήποτε. Π.χ. βούτηξα από το www.meteo.gr το ακόλουθο:

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

Ιδιαίτερα βροχερός αναμένεται να διατηρηθεί ο καιρός σε αρκετές ηπειρωτικές και θαλάσσιες περιοχές της χώρας μέχρι και την Τρίτη 27/10. Τα φαινόμενα θα είναι κατά περιόδους έντονα, ενώ κατά τόπους θα χαρακτηρίζονται από μεγάλη διάρκεια, λόγω της οποίας είναι πιθανό να προκύψουν προβλήματα. Οι νότιοι άνεμοι στα πελάγη θα φτάνουν σε ένταση τα 6 - 7 μποφόρ, στρεφόμενοι σταδιακά στο Ιόνιο σε ανατολικών διευθύνσεων και στο Αιγαίο σε ανατολικούς έως βορειοανατολικούς με ανάλογες εντάσεις. Η θερμοκρασία θα σημειώσει μικρή πτώση στα κεντρικά, ανατολικά και βόρεια διατηρούμενη ωστόσο σε ελαφρώς υψηλότερα από τα κανονικά για την εποχή επίπεδα.
Καθόλου ποιητικό, έτσι; Μη βιάζεσαι όμως, έχει και συνέχεια:


2) ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ. Χωρίζεις αυθαίρετα τις περιόδους σε επιμέρους στίχους. Μπορείς να εμπιστευτείς το ταλέντο σου, αλλά ακόμα κι αν θέλεις να το κάνεις εντελώς μηχανιστικά, μπορείς να χρησιμοποιήσεις μία γεννήτρια τυχαίων αριθμών. Εγώ έκανα copy-paste το κείμενο σε έγγραφο του Word, μέτρησα την αράδα με τις περισσότερες λέξεις (17 εν προκειμένω, ανάλογα και με τη γραμματοσειρά, τα περιθώρια κ.λπ.) και χρησιμοποίησα αυτήν τη γεννήτρια με min το 1 και max το 17. Προσοχή: δε χωρίζεις το άρθρο από το ουσιαστικό του (ακόμα κι η ποίηση Κικής Δημουλά έχει τα όριά της). Χωρίζεις οπωσδήποτε τις δευτερεύουσες προτάσεις:
ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

Ιδιαίτερα βροχερός αναμένεται
να διατηρηθεί ο καιρός
σε αρκετές ηπειρωτικές και θαλάσσιες περιοχές
της χώρας
μέχρι και την Τρίτη 27/10.
Τα φαινόμενα θα είναι κατά περιόδους
έντονα
ενώ κατά τόπους θα χαρακτηρίζονται από μεγάλη διάρκεια
λόγω της οποίας είναι πιθανό
να προκύψουν προβλήματα.
Οι νότιοι άνεμοι στα πελάγη θα φτάνουν σε ένταση τα 6 - 7 μποφόρ
στρεφόμενοι σταδιακά
στο Ιόνιο
σε ανατολικών διευθύνσεων και στο Αιγαίο σε ανατολικούς
έως βορειοανατολικούς
με ανάλογες εντάσεις
Η θερμοκρασία θα σημειώσει
μικρή πτώση
στα κεντρικά, ανατολικά και βόρεια
διατηρούμενη ωστόσο σε ελαφρώς υψηλότερα από τα κανονικά για την εποχή
επίπεδα.
Κάπως πιο ποιητικό, δεν εξασφαλίζεις όμως θέση στην Ακαδημία Αθηνών μ’ αυτό. Πάμε στο επόμενο βήμα:

3) ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Πηγαίνεις σ' ένα website ομοιοκαταληξιών κι αρχίζεις ν’ αντικαθιστάς ρήματα, επίθετα και ουσιαστικά. Το καλύτερο είναι αυτό. Αντικατέστησε κατά 80%, είναι ένα καλό ποσοστό:
ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΕΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

Ιδιαίτερα στυγερός αναμένεται
να κυοφορηθεί ο καιρός
σε αρκετές αρτηριοσκληρωτικές και ακροθαλάσσιες εσοχές
της νεκροχώρας
μέχρι και την Τρίτη 27/10.
Τα αμφιλεγόμενα θα είναι ιδεατά εμβρυώδους
νεκροσέντονα
ενώ κατά τόπους θα χαρακτηρίζονται από μεγάλη οξυδέρκεια
λόγω της οποίας είναι πιθανό
να ενσκύψουν εμβλήματα.
Οι νότιοι εμπόλεμοι σαρκοφάγοι θα κάνουν σε ένταση τα 6 - 7 ρεκόρ
στρεφόμενοι σταδιακά
στο Αιώνιο
σε μελαγχολικών εκτραχύνσεων και στο Χυδαίο σε αποστολικούς
έως ιεραποστολικούς
με ανάλογες προϊδεάσεις
Η ιδιοσυγκρασία θα αποφλοιώσει
μικρή πτώση
στα φυγοκεντρικά, αλκοολικά και εγχώρια
διατηρούμενη ωστόσο σε ελαφρώς αβέλτερα από τα κανονικά για την συνεκδοχή
υψίπεδα.
Τώρα κάτι λέει, αρχίζει να γίνεται κικηδημουλικό… Το επόμενο βήμα θα σου αρέσει ιδιαίτερα:


4) ΕΞΑΡΣΗ. Θα ξανα-αντικαταστήσουμε ένα ποσοστό από τις προηγούμενες λέξεις με καινούργιες, σούπερ εξεζητημένες (π.χ. αντίθλιψη, απεριέργεια, διαμφισβητώ, δνοφερός κ.λπ), απ' αυτές που μόνο το Αντίστροφο Λεξικό της Αναστασιάδη-Συμεωνίδη ξέρει (και η Κική Δημουλά, φυσικά). Προκειμένου λοιπόν να εντοπίσουμε όλα αυτά τα υπέροχα: νυχτογιός, ζητεία, τζοβαρικό, κοντακιανότητα κ.λπ., που ανοίγουν τις πύλες της Ακαδημίας Αθηνών, θα χρησιμοποιήσουμε το Google και θα πάρουμε από κάθε ομάδα λέξεων, αυτή με τα λιγότερα αποτελέσματα.
Ο αλγόριθμος έχει και παραμέτρους ποιότητας: για light Δημουλά, ξανα-αντικατέστησε ένα 10 - 20%. Για softcore Δημουλά, μπορείς να φτάσεις ως το 40%. Από κει και πάνω γίνεται εντελώς hardcore:
ΑΘΥΡΜΑΤΟΠΟΙΕΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

Ιδιαίτερα στυγερός αναμένεται
να ακταιωρηθεί ο καιρός
σε αρκετές αρτηριοσκληρωτικές και ακροθαλάσσιες εσοχές
της νεκροχώρας
μέχρι και την Τρίτη 27/10.
Τα αμφιλεγόμενα θα είναι ιδεατά εμβρυώδους
νεκροσέντονα
ενώ κατά τόπους θα χαρακτηρίζονται από μεγάλη παρέκεια
λόγω της οποίας είναι πιθανό
να ενσκύψουν διαθρυλήματα.
Οι νότιοι αριστερήνεμοι σαρκοφάγοι θα αθιβάνουν σε ένταση τα 6 - 7 ρεκόρ
στρεφόμενοι σταδιακά
στο Αιώνιο
σε μελαγχολικών πραΰνσεων και στο Χυδαίο σε αποστολικούς
έως ιεραποστολικούς
με ανάλογες προϊδεάσεις
Η ιδιοσυγκρασία θα αποφλοιώσει
μικρή πτώση
στα φυγοκεντρικά, αλκοολικά και εγχώρια
διατηρούμενη ωστόσο σε ελαφρώς αβέλτερα από τα κανονικά για την συνεκδοχή
ανεμπαίγνιδα.
Όσο πάει και καλύτερο, ε; Πλέον μένει μόνο ένα βήμα:

5) ΦΙΝΙΡΙΣΜΑ. Ρίχνεις μια τελευταία ματιά, διορθώνεις λίγο τη στίξη, κόβεις κάποιες υπερβολές, κάποιες προτασούλες που περισσεύουν. Δεν είναι δύσκολο, λίγη εμπειρία θέλει, στο φινάλε μπορείς πάντα να εμπνευστείς από ένα τυχαίο ποίημα του ινδάλματός σου:
ΑΘΥΡΜΑΤΟΠΟΙΕΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

Στυγερός αναμένεται
να ακταιωρηθεί ο καιρός
σε αρκετές ακροθαλάσσιες εσοχές
της νεκροχώρας.
Τα αμφιλεγόμενα θα είναι ιδεατά εμβρυώδους.
Νεκροσέντονα,
που θα χαρακτηρίζονται από μεγάλη παρέκεια,
είναι πιθανό
να ενσκύψουν διαθρυλήματα.
Οι νότιοι αριστερήνεμοι, σαρκοφάγοι, θα αθιβάνουν ρεκόρ
στρεφόμενοι σταδιακά
στο Αιώνιο
σε μελαγχολικών πραΰνσεων και στο Χυδαίο. Σε αποστολικούς
έως ιεραποστολικούς.
Η ιδιοσυγκρασία θα αποφλοιώσει
μικρή πτώση
στα φυγοκεντρικά και εγχώρια
σε ελαφρώς αβέλτερα για την συνεκδοχή
ανεμπαίγνιδα.
Τέλειο! Συγχαρητήρια, έγινες Κική Δημουλά! Οι δυνατότητες του 100% μηχανιστικού αλγορίθμου είναι απεριόριστες, λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο, ακόμα και τις αργίες. Μη χάνεις την ευκαιρία να γράψεις κι εσύ σαν τη «μεγαλύτερη ελληνίδα ποιήτρια μετά τη Σαπφώ» (κατά Νίκο Δήμου). Ανοίγεις το in.gr να δεις καμιά είδηση; Σκάρωσε ένα ποίημα Κικής Δημουλά στα γρήγορα. Διαβάζεις τις οδηγίες χρήσης πάνω στο αφρόλουτρο; Ξεδίπλωσε το ταλέντο σου σε mode Κικής Δημουλά. Εγώ προχθές συμπλήρωνα κάτι χαρτιά του ΙΚΑ και σε πέντε λεπτά έφτιαξα ποίημα με ουσία και μήνυμα:
ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΞΑΫΛΩΣΗ

Η ευλάβεια των στοιχείων που υποβάλλονται
με αυτή την εξαΰλωση
μπορεί να ελεγχθεί με βάση το αρχείο άλλων νουθεσιών
(άρθρο 8, παρ. 4, Ν. 1599/1986)
Με ατομική μου γαλήνη και γνωρίζοντας
τις αρτηριοσκληρώσεις
που προβλέπονται από τις μορφοσυντάξεις
της παρ. 6 του άρθρου 22 του Ν. 1599/1986,
εξαϋλώνω ότι:
……………………………………………………
(1) Αναγράφεται από τον ενδιαφερόμενο ηλεκτρολύτη
ή Ιαχή
ή Πανδαισία
του οσίου τομέα, που απευθύνεται η εξαΰλωση.
(2) Αναγράφεται ταυρομάχος.
(3) «Όποιος εν γνώσει του εξαϋλώνει
ψευδή γεγονότα
ή αρνείται
ή αποκρύπτει τα εωθινά
τιμωρείται με προπηλάκιση τουλάχιστον τριών οδυνών»
Αφήνοντας κατά μέρος την πλάκα, κάπως πρέπει να αντισταθούμε στους κουρασμένους καλλιτέχνες των αδιεξόδων. Τους κουρασμένους πρωθυπουργούς έχουμε δικαίωμα να τους μαυρίζουμε με την ψήφο μας• ας ασκήσουμε το δικαίωμά μας να χλευάζουμε και τους κουρασμένους καλλιτέχνες. Δεν είναι δικαιολογία ότι απεικονίζουν πιστά τη σύγχυση της μεταμοντέρνας μας εμπειρίας. Δεν είναι μόνο θέμα τέχνης, αλλά κάτι πολύ πιο σοβαρό: η ίδια η ζωή μας μετατρέπεται σταδιακά σε ποίηση Κικής Δημουλά, σε τραγούδι Σωκράτη Μάλαμα, κι οι ομώνυμοι καλλιτέχνες συνιστούν ένα ακόμα γρανάζι της μηχανής. Another brick in the wall. Λαέ πολέμα, σου πίνουνε το αίμα. Μη λησμονήσεις το όνειρο, μην εγκαταλείψεις τον αγώνα για μια απλή ζωή.

Διάολε, απλή ζωή!

Με απλούς όρους, απλή σκέψη και απλές συμπεριφορές. Να ξέρεις ποιος είσαι και να αγαπάς αυτό που είσαι. Κι άσε τους εκλεπτυσμένους και τους εξεζητημένους να κάνουν σημαία τον αποπροσανατολισμό τους, η εκλέπτυνση είναι σημάδι ανεπαρκούς ζωτικότητας (Σιοράν). Αυτό είναι το μανιφέστο των Γότθων.

Εγώ ό,τι είχα πια να πω το είπα και γαμώ του όζοντος την τρύπα.

Δοξαστικόν Reloaded

Πριν από δύο χρόνια είχα μια ενόραση. Εμπειρία μεταφυσική. Καθόμασταν με τη Σοφούλα, μια φίλη πιανίστρια, και τραγουδούσαμε στο πιάνο το ανυπέρβλητο Δοξαστικόν από το Άξιον Εστί των Ελύτη/Θεοδωράκη (μπορείτε να το ξαναθυμηθείτε εδώ με Γερμανούς κι εδώ με παιδάκια). Ξαφνικά λοιπόν και πάνω στο στίχο: Οι δορύαιχμες λέξεις και αυτοκτόνες… είδα το φως. Ξαναβαπτίστηκα. Πετάχτηκα επάνω αφρίζοντας και άρχισα να ουρλιάζω: «Μα τι τραγουδάμε; Σε ποιους απευθύνονται αυτά που τραγουδάμε; Στο θεό σου, έχεις δει ποτέ αυτά τα κορίτσια τα ηλιοβόρα και σεληνοβάμονα; Αυτούς τους αγένειους δόκιμους της τρικυμίας;»

Το μυαλό μου γύριζε με χίλιες στροφές. Πήρα αμέσως χαρτί & μολύβι και έγραψα μια καταπληκτική διασκευή του θεϊκού αυτού ποιήματος, σκέτη επανίδρυση της ποίησης. Την ονομάζω: Δοξαστικόν Reloaded. Νομίζω ότι αποτελεί μια ουσιαστική συμβολή στον εξευτελισμό του Οδυσσέα Ελύτη, ενός ανθρώπου που κατέστρεψε τις Ελληνίδες. Διότι οι μανάδες όλων μας, δηλαδή οι κοπέλες της δεκαετίας του ’60 και του ’70, με το που έβγαιναν στη ζωή, υφίσταντο τη δίδυμη τρομοκρατία του Ελύτη και της Βουγιουκλάκη. Θα γίνονταν είτε οι γατούλες με τις ροζ μυτούλες είτε οι πόες της ουτοπίας, τα αγγεία των μυστηρίων, οι εράσμιες κόρες [edit: Σήμερα, 2013, δε με εκφράζουν πια οι παλιές κακίες μου για τη Βουγιουκλάκη. Σήμερα αναγνωρίζω το μεγαλείο της Αλίκης. Τότε που τα 'γραφα, 2009, νόμιζα ότι τα ήξερα όλα. Οι κακίες για τον Ελύτη όμως ισχύουν και σήμερα].

Σήμερα λοιπόν, αγαπημένε αναγνώστη, σου έχω ψυχοκάθαρση και λύτρωση. Έλα, εξομολογήσου το, κάθε φορά που τραγουδούσες για τους σημάντορες ανέμους που ιερουργούνε ή για της Σελήνης το μελάγχρωμα το ανίατο... δεν αισθανόσουν κατά βάθος, ενδόμυχα, υποσυνείδητα, λίγο φολκλορικός; Λίγο Βέλτσος; Ήρθε λοιπόν η ώρα της εκδίκησης. Βάλε την αγγελική μουσική του Θεοδωράκη, τραγούδα πάνω στη μελωδία κι εκτονώσου:

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρώτη
να λαδώσει το άντερο αρπαχτή του πασόκου
καραβάνια στη Λάρισα για το Κιλελέρ
ο λαός δεν ξεχνά Δεξιά τι σημαίνει

Χιμαιροποίκιλτα άνθη και ζαβαρακατρανέμια
Υπουργείο Πολιτισμού στη Μελίνα Μερκούρη
των ψιθύρων επώαση κι άλλες προοδευτικές δυνάμεις
πλήθος κόσμου, υποδοχή, που ξεσπά αυθορμήτως

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο μεγαλο-πασόκος
το παράτολμο δόντι που τον έκανε άνθρωπο
η Mercedes που αγόρασε, αυτός, γιος υπαλλήλου
οι σωστές γνωριμίες που έπιασαν τόπο

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργούνε
(τέτοιος στίχος στα σίγουρα θα του φέρει το Νόμπελ)
οι αγρότες που πήρανε τις επιδοτήσεις
όποιου δεν του αρέσει, να κατέβει απ’ το τρένο

Οι αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας
οι μουσάτοι εκπρόσωποι της απεργίας
πρωτοσέλιδο Αυριανής, Αλλαγή εδώ και τώρα
σαν ΠΑΣΟΚ ενωμένο, δυνατό, είναι εδώ

Ο Λαλιώτης, ο Βενιζέλος, ο Τζουμάκας,
ο Τσοχατζόπουλος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το κόμμα που κοιμάται
πάνω σε σκιά μέτοχου βασικού εταιρείας
τα σκατά των παιδιών με την πράσινη μύγα
(ρε τι γράφει, ο άνθρωπος, για να πάρει το Νόμπελ…)

Οι πεντ’-έξι νταβατζήδες που κάνουν κουμάντο
σαν κρυμμένο λογισμικό κινητού τηλεφώνου
νομοσχέδιο που περνά σε άδεια έδρανα
ως Νατάσσας διατριβή σε φλοιικές λειτουργίες

Η Πετραλιά, ο Ορφανός, ο Ψωμιάδης,
ο Γεράσιμος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη
των Αγίων Αντρέα και Μητσοτάκη
ψηφοφόροι του Έβερτ επιπέδου Κουλούρη
ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε:

ΧΑΙΡΕ η Διαπλεκομένη και χαίρε η Κομματική
Χαίρε η Προοδευτική και η Συντηρητική

Χαίρε που στον κουμπάρο οι δουλειές όλες δίνονται
Χαίρε που μ’ ένα τηλεφώνημα οι παραβάσεις σβήνονται

Χαίρε του παραδείσου των δημοσίων έργων η Αγρία
Χαίρε των προμηθειών του στρατού η Αγία

Χαίρε η Κρατικοδίαιτος και Γραφειοκρατική
Χαίρε η Ημέτερη και η Εργολαβική

Χαίρε η που με κόκκινο περνάς
Χαίρε (ποιος χαίρει;) η που με Prada τριγυρνάς

Χαίρε που καταρτίζεις το ψηφοδέλτιο Επικρατείας
Χαίρε που γνωρίζεις το διευθυντή της Υπηρεσίας

Χαίρε η σεμνή και η ταπεινή
Χαίρε η του Κράτους επανιδρυτική

ΤΑ ΝΗΣΙΑ με τα club ως τα ξημερώματα
τα νησιά rooms to let, τα νησιά με τα Zimmer
τα νησιά με πεντάστερα ξενοδοχεία
πούλησε το οικόπεδο για να χτίσει μονάδα

Η Ρόδος, η Σαντορίνη, η Κρήτη,
η Μύκονος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο ποιητής του Νόμπελ
που τον έκανε superstar ο Θοδωράκης
που δε δούλεψε ούτε στιγμή στη ζωή του
κρουαζιέρες, ταξίδια και υψηλή διανόηση

Εβδομήντα χρονών κι όμως γκόμενος
δεξιός κι όμως αριστερός
playboy του πνεύματος κι ένα το χελιδόνι
τι ανάγκη έχει αυτός; Τα βρήκε όλα στρωμένα

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το μακρινό τραγούδι
σε χορό Eurovision για τους δώδεκα πόντους
ιαχή μέσ’ στα γήπεδα της Πορτογαλίας
σαν Σινούκ που συντρίβεται στο Δέντρο του Δήμου

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπίας
τα κορίτσια οι αυριανές κυρα-Κατίνες
τα κορίτσια που παίζουν με το κινητό τους
τα μαλλιά τους ξανθά μα οι ρίζες τους μαύρες

Τα σφιγμένα από τα εφαρμοστά μπλουζάκια
(ζαρωμένα εκεί που το σουτιέν ακουμπάει)
τα κορίτσια τα σαν σαλάμι αέρος
τα φραπεδοβόρα και μπιγκμπραδεροβάμονα

Η Αννίτα, η Καλομοίρα, η Παπαρίζου,
η Άντζελα

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το πάρτι της Γιάννας
που λαθραία το βάφτισαν: «Ολυμπιακοί Αγώνες»
τα βεγγαλικά που καίνε τη Φιλοθέη
ποιο το «νυν» και ποιο το «αιέν» του κόσμου:

Νυν τα αυτιά του Αυτιά, νυν τα μάτια της Στάη
Αιέν της Παναγιωταρέα η τούφα η πλησιφάη

Νυν ο καπνός του τσιγάρου της Λιάνας
Αιέν οι καλεσμένοι στην εκπομπή της Τατιάνας

Νυν η μεγάλη μπάζα και του ύπνου η μιμική
Αιέν είστε για τα μπάζα και Τροπίς η αστρική

Νυν των λαών το αμάλγαμα και το μαύρο ‘89
Αιέν των ασφαλισμένων του ΙΚΑ τα αναδρομικά

Νυν το περίβλημα της Γης και η Εξουσία
Αιέν το κομματόσκυλο που τώρα έγινε εξουσία

Νυν της Δίκης το άγαλμα και το ΔΗΚΚΙ του Τσοβόλα
και ΑΙΕΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, ΣΤΟ MEGA!
(ευχαριστώ τον Άγιο Βασίλη που μου το ξανάφερε ενώ το 'χα για χαμένο)

The Final Curtain

Σε μια ταινία; Σε κάποιο βιβλίο, ίσως; (θυμίζει Καζαντζάκη). Με τίποτα δεν μπορώ να θυμηθώ πού είδα/διάβασα το ακόλουθο περιστατικό: ένας εγγονός πηγαίνει να δει τον παππού στο νεκροκρέβατό του. Μιλάνε λίγο κι ο ετοιμοθάνατος γέρος αναπολεί τα περασμένα. Μιλάει για τη ζωή του – για τα νιάτα του, τις μάχες που πολέμησε, το γάμο του, διάφορα. Σε κάποια στιγμή τον ρωτάει ο εγγονός: «Παππού, τα έζησες πραγματικά όλα αυτά; Μήπως τα ονειρεύτηκες;». Ο γέρος το σκέφτεται λίγο, τελικά αναρωτιέται κι ο ίδιος: «Έλα ντε… Τα έζησα, άραγε;…»

Το ανθρώπινο σώμα είναι κατά βάση ένα υδατικό διάλυμα, με λίγο άνθρακα, άζωτο, ψευδάργυρο, σίδηρο και διάφορες άλλες τέτοιες βρωμιές. Σε κάποια στιγμή, αυτό το υδατικό διάλυμα μπορεί να προσβληθεί από την αρρώστια της ζωής – ένα σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, όπως και η σύφιλη. Αναπτύσσει λοιπόν μεταβολική δραστηριότητα, προσπορίζεται πόρους από το περιβάλλον, αποκτά κινητική αυτονομία και ψηφίζει ΚΚΕ. Ευτυχώς, η αρρώστια αυτή θεραπεύεται: η αναπνοή, ο καρδιακός παλμός κι ο μεταβολισμός σταματάνε· ο εγκέφαλος αδρανεί· το πρόσωπο βαθμιαία χλομιάζει, τα μέλη σκληραίνουν, η θερμοκρασία πέφτει, ξεκινά η αποσύνθεση. Αυτή είναι η όψη του θανάτου που με βία μετράει τη γη.

Κάθε μέρα πεθαίνουν 150.000 άνθρωποι παγκοσμίως. Μέχρι να φτάσετε στο τέλος αυτού του κειμένου, θα έχουν πεθάνει περίπου 104 άνθρωποι κάπου στη Γη. Και ορισμένοι από αυτούς θα προλάβουν να δώσουν ένα τελικό μήνυμα, ένα κύκνειο άσμα πριν κλείσει η τελευταία κουρτίνα. Λοιπόν… πάντα με εντυπωσίαζαν αυτά τα επιθανάτια λόγια που επιλέγει να εκφέρει ένας άνθρωπος πριν κάνει το ταξίδι χωρίς επιστροφή. Μπροστά στην αγωνία του επικείμενου θανάτου, ενδεχομένως και του σωματικού πόνου, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα η φράση με την οποία κάποιος κλείνει το βιβλίο της ζωής του. Οι τίτλοι τέλους. Υπάρχουν άφθονες καταγεγραμμένες τέτοιες φράσεις, εδώ μπορείτε να δείτε αρκετές, όμως ποια είναι η πιο εντυπωσιακή;

Ήταν φονιάς, παράνομος της Άγριας Δύσης και τον φώναζαν Τσέροκι Μπιλ (ναι, υπήρξαν πραγματικά αυτά τα παρατσούκλια, όχι μόνο στα Λούκυ Λουκ!) Είκοσι χρονών ήταν όταν τον έπιασαν να τον κρεμάσουν, με επτά φόνους στο ενεργητικό του. Πάνω στο ικρίωμα, τον ρώτησαν αν έχει να πει κάποια τελευταία κουβέντα πριν κρεμαστεί.

Μπείτε στη θέση του και προσπαθήστε να φανταστείτε το σκηνικό: βρίσκεσαι επάνω στην κρεμάλα, το σχοινί της αιωρείται μπροστά σου, κόσμος συγκεντρωμένος γύρω (οι δημόσιοι απαγχονισμοί ήταν δημοφιλέστατα γεγονότα τότε), δίπλα σου ο ιερέας, ο σερίφης με τον βοηθό του, ο δικαστής, όλες οι αρχές της πόλης, εσύ να έχεις τα χέρια σου δεμένα και να ξέρεις ότι σε λίγα λεπτά θα πάψεις να υπάρχεις. Σε ρωτούν αν έχεις να πεις κάτι. Ποιες είναι οι τελευταίες λέξεις της ζωής σου;

«Εδώ ήρθα για να πεθάνω, όχι για να βγάλω λόγο»

Πα να πει, ήρθαμε εδώ να κάνουμε μια δουλειά, δε θα καθίσουμε να παίξουμε τώρα, μη με απασχολείτε με βλακείες. Και το λες αυτό για τον θάνατό σου… Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτή είναι η επιθανάτια φράση που με εντυπωσιάζει περισσότερο από όλες όσες έχω διαβάσει. Πολύ πιο μεγαλειώδης από τα διάφορα: «Ω, ελευθερία, ελευθερία, πόσα εγκλήματα έγιναν στο όνομά σου!», απείρως συγκλονιστικότερη από το: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους, δεν ξέρουν τι κάνουν», πιο αδιόρατα συναισθηματική κι από το: «Κι εσύ, τέκνον (Βρούτε);».


Εδώ ήρθαμε να κάνουμε μια δουλειά, δε θα καθίσουμε να παίξουμε τώρα…


Το θυμήθηκα διότι διάβασα σήμερα άλλη μία εξίσου συγκλονιστική επιθανάτια ρήση: «Τι; Δηλαδή, αυτό ήταν;»


Γρανίτης

Το πιο εκνευριστικό ήταν ο κόσμος που ερχόταν να τον δει. Στην αρχή δεν είχε πρόβλημα, του άρεσε κιόλας αυτή η αγάπη, όμως από ένα σημείο και μετά η κατάσταση έγινε ανυπόφορη. Το ένα πρόσωπο μετά το άλλο, ξανά και ξανά και ξανά, έμπαιναν στον πέτρινο κύβο κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο, στέκονταν μπροστά του για μισό λεπτό, τον κοιτούσαν με δάκρυα στα μάτια κι έφευγαν για να δώσουν τη θέση τους σε άλλα πρόσωπα. Ακόμα και γράμματα του έστελναν. Του ερχόταν να βάλει τις φωνές και να τους πει να τον αφήσουν ήσυχο, όμως δεν μπορούσε να μιλήσει.

Είχε μετρήσει συνολικά περίπου επτά εκατομμύρια επισκέπτες, ώσπου μια μέρα βαρέθηκε και σταμάτησε να μετράει. Δεν είχε όμως τι άλλο να κάνει, ακίνητος μέσα στο κρυστάλλινο κρεβάτι του, με το δεξί χέρι στην κοιλιά και το αριστερό μόνιμα σφιγμένο σε γροθιά. Μετρούσε λοιπόν συνεχώς – το ύψος του πέτρινου κύβου (δώδεκα μέτρα), το πλάτος του (είκοσι τέσσερα), τα φυτεμένα έλατα μπροστά στον κύβο (δεκαοκτώ), τους στρατιώτες που τον φύλαγαν (από τρεις ως δεκαπέντε, ανάλογα με την εποχή), οτιδήποτε. Ήθελε με κάθε τρόπο να διατηρήσει τη σκέψη του ζωντανή γιατί αυτός πάντα σκεφτόταν ασταμάτητα – ακόμα και τώρα που δεν είχε εγκέφαλο.

Κάποιες φορές αναλογιζόταν την περιπέτεια που τον οδήγησε εδώ, σ’ αυτόν τον γρανιτένιο κύβο. Στην αρχή, τον είχαν παρκάρει βιαστικά σ’ έναν ξύλινο, μέχρι να αποφασίσουν τι θα τον κάνουν. Κατόπιν, ο Ατσάλινος σκέφτηκε να του φτιάξει έναν μεγαλύτερο κύβο. Έφεραν την καλύτερη ξυλεία, οι αρχιτέκτονες έκαναν σχέδια, οι εργάτες δυναμίτισαν το παγωμένο χώμα για να βάλουν τα θεμέλια και κάποια μέρα τον μετακόμισαν στο νέο του σπίτι. Ελάχιστα πρόλαβε να το χαρεί• μετά από λίγα χρόνια ο Ατσάλινος θέλησε να του φτιάξει ένα πέτρινο σπίτι. Καινούργια μετακόμιση πάλι... Αυτή τη φορά ήταν η οριστική, αν εξαιρέσουμε τον πόλεμο όπου τον φυγάδευσαν προσωρινά σε άλλη πόλη για να μην τον χτυπήσουν οι βόμβες. Η αλήθεια είναι πως υπήρξε πολύ κινητικός, ειδικά για κάποιον που είναι νεκρός εδώ και ογδόντα χρόνια.

Στις μία το μεσημέρι έκλειναν οι μπρούτζινες πύλες του κύβου, σταματούσε η παρέλαση αγάπης κι ερχόταν η ώρα της Επιτροπής... Αυτή δε χρειαζόταν μέτρημα• τα χρόνια περνούσαν, τα πρόσωπα άλλαζαν, όμως ο αριθμός των μελών της παρέμενε ο ίδιος: πάντα έξι, πάντα βλοσυροί. Και κάθε μεσημέρι τον έπαιρναν από το κρυστάλλινο κρεβάτι, τον κατέβαζαν στο υπόγειο και οι έξι ιατρικές μπλούζες άρχιζαν τους πειραματισμούς. Επάνω του. Είχε μετρήσει περίπου είκοσι εφτά χιλιάδες εργαλεία που είχαν μπει στο δέρμα του, χίλια οχτακόσια δείγματα που είχαν αφαιρεθεί από τους ιστούς του, κι αν πεις για τις ουσίες που είχαν δοκιμαστεί στο σώμα του, είχε χάσει το μέτρημα. Μετά από κάποιες ώρες τέλειωνε το μαρτύριο και τον έβαζαν πίσω στο κρυστάλλινο κρεβάτι όπου μπορούσε πια να ηρεμήσει. Πάντως, υπήρχε κι ένα καλό με την Επιτροπή: κάθε φορά του άλλαζε κουστούμι.

Στις επετείους άκουγε τις παρελάσεις απ’ έξω και τους λόγους των ομιλητών στη σκεπή του κύβου. Είχε περάσει πια πολύς καιρός από τότε που οι δικοί του οι λόγοι, δυνατοί σαν σφυρί και κοφτεροί σαν δρεπάνι, συγκλόνιζαν τις μάζες. Καμία σχέση με τις σημερινές χιλιοειπωμένες αερολογίες που έκαναν τα πλήθη να βαριούνται. Τα τελευταία χρόνια, πάντως, σταμάτησαν κι οι λόγοι στη σκεπή, τους κατήργησε ο Ερασιτέχνης κι αυτό ήταν το μόνο σωστό πράγμα που έκανε. Ο άχρηστος... Το αίμα του έβραζε κάθε φορά που τον σκεφτόταν – δηλαδή, αυτό το μίγμα από φορμαλδεΰδη, αλκοόλ, γλυκερίνη και ποιος ξέρει τι άλλο που είχε στις φλέβες του αντί για αίμα.

Κι ο καιρός περνούσε χωρίς τίποτα καινούργιο να σπάει τη ρουτίνα... Εκτός από μια μέρα που ξαφνικά εμφανίστηκε ο Ατσάλινος δίπλα του! Σοβαρός, γαλήνιος, ξαπλωμένος κι αυτός σε ένα παρόμοιο κρυστάλλινο κρεβάτι, ο άντρας με το παχύ μουστάκι ήρθε να του κάνει παρέα. Μέτρησαν μαζί κάπου μισό εκατομμύριο επισκέπτες, μέχρι που μια άλλη μέρα μετά από οκτώ χρόνια ήρθαν και του τον πήραν. Δεν ήξερε γιατί το έκαναν αυτό, ούτε και τον ενδιέφερε εξάλλου• ήταν ατάραχος και αιώνιος, πιο νεκρός κι από νεκρός: ήταν ταριχευμένος.

Ο θερμοστάτης δίπλα του έδειχνε μόνιμα 16ο C θερμοκρασία κι ο υγροστάτης 80% σχετική υγρασία. Όταν τέλειωνε το ημερήσιο προσκύνημα χαμήλωναν τον εσωτερικό φωτισμό του κρυστάλλινου κρεβατιού και του έμενε λίγη ώρα να ηρεμήσει μέχρι να έρθει η Επιτροπή. Συνήθως τότε άρχιζε να παρατηρεί τις μικρές, ασήμαντες λεπτομέρειες μέσα στον κύβο: τα πεταμένα τσιγάρα, τις δαχτυλιές στους τοίχους, έναν ιστό αράχνης στο ταβάνι, ένα ζευγάρι μάτια απαλά κλειστά, ένα ξαπλωμένο σώμα που περιγελούσε την αιωνιότητα. Δεν το αγαπούσε πια, ένιωθε γι’ αυτό το ελαφρά κιτρινισμένο μουστάκι και γι’ αυτό το φασματικό πρόσωπο ό,τι νιώθει ένα βιβλίο για το εξώφυλλό του. Μόνο που το συγκεκριμένο εξώφυλλο ήταν απίστευτα σοβαρό. Και κουστουμαρισμένο.

Αυτός δεν τα ήθελε όλα ετούτα, είχε ζητήσει απλώς να τον θάψουν δίπλα στη μάνα του και καληνύχτα. Οι άλλοι ήταν που τον κάνανε μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς – προστατευόταν κι απ' την UNESCO – παρέχοντάς του την αμφίβολη αθανασία ενός Φαραώ. Ή ενός βαμπίρ. Κάποια βράδια όμως, μετά την παρέλαση των θαυμαστών και την ταλαιπωρία της Επιτροπής, στον κύβο έπεφτε απόλυτη ησυχία και τον κατέκλυζαν οι μνήμες... Σκεφτόταν τους παιδικούς του φίλους και τις παλιές συγκινήσεις, τις βόλτες στο Γκόργκι, τον αδερφό του, το αγαπημένο του ποτάμι από το οποίο πήρε και τ’ όνομά του. Τις λεύκες του ποταμού τις θυμόταν ολοζώντανες, αν ήθελε μπορούσε να τις μετρήσει κιόλας, όμως δεν έβρισκε ποτέ το κουράγιο. Θα νοσταλγούσε ακόμα πιο έντονα τις μέρες που χάθηκαν, θα πέτρωνε ακόμα περισσότερο ο γρανίτης του κύβου.

Το Άλογο Του Σρέντινγκερ

(Η Χαρά ξαναχτυπάει! Μετά το απίθανο όνειρό της, ένα ακόμα διηγηματάκι που, αυτή τη φορά, στηρίζεται σε αληθινή εμπειρία της - έτσι τουλάχιστον ισχυρίστηκε η ίδια. Και αν κρίνω από την έκφρασή της την ώρα που μου την έλεγε, θα πρέπει να ήταν η τρομακτικότερη εμπειρία της ζωής της)



Ξέρετε το παράδειγμα με τη Γάτα του Σρέντιγκερ; Αυτό το επιστημονικό τερτίπι που λέει ότι το τετράποδο μέσα στο κουτί δεν είναι ούτε νεκρό ούτε ζωντανό μέχρι ν’ ανοίξεις το καπάκι, και που όταν κάποιος το λέει στην παρέα, όλοι ξύνουν το κεφάλι τους μην ξέροντας τι υποτίθεται ότι πρέπει να καταλάβουν; Λοιπόν, θα σας το εξηγήσω με απλά λόγια πάνω σε μια εμπειρία που είχα παλιότερα• μια εμπειρία που δεν προβλέπεται από την Κλασική Φυσική και πρέπει να ερμηνευτεί κβαντικά.

Ναι, υπάρχουν κάποιες γάτες που αποκτούν υπόσταση μόνο όταν ανοίξεις το καπάκι. Τότε διαπιστώνεις με τι έχεις να κάνεις. Αν φυσικά θέλεις να το δεις, γιατί το ζήτημα είναι ότι σε βλέπει τότε και η γάτα.

Κάτι που δεν έλαβε υπ’ όψη ο Σρέντιγκερ.


* * *

Εκείνο το βράδυ προσπαθούσα να διαβάσω, ενώ από το δωμάτιο της αδερφής μου ακουγόταν τέτοιος θόρυβος που μου έπαιρνε τα αυτιά. Τότε, στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας, ήταν αδύνατο να απομονωθώ• απορώ πώς κατάφερα να γράψω καλά στις εξετάσεις. Όπως επίσης και πώς συμβίωσα με την αδερφή μου στο ίδιο σπίτι, με μόνο λίγα εκατοστά τοίχου να χωρίζουν τα δωμάτιά μας. Αξιοσημείωτο που δεν κατέληξε η μια στο χώμα κι η άλλη στη φυλακή.

Δεν ήμασταν πάντα έτσι. Παλιότερα τη Μαρία την είχα για πρότυπο, όπως όλα τα παιδιά είναι καταδικασμένα να θαυμάζουν τα μεγαλύτερά τους αδέρφια. Δεν μπορώ όμως να πω ότι ενθουσιάστηκα με τις λόξες που απέκτησε μεγαλώνοντας: προσκυνήματα σε μοναστήρια, νηστείες, προσευχές… Ισχυριζόταν μάλιστα ότι έβρισκε τη χαρά της ζωής σ’ όλα αυτά.

Εγώ, από τη μεριά μου, προσπαθούσα να της δείξω ότι η χαρά της ζωής βρίσκεται σε μία κοντή φούστα και μία μικροσκοπική μπλούζα («πάλι γυμνή θα βγεις έξω;»), στα βιβλία που μιλούν για πνεύματα και μαγείες («οι αμαρτωλές σολομωνικές σου»), και σ’ αυτή τη μουσική των πολλών κιλοβάτ που χαϊδεύει τ’ αυτιά με λεπτότητα κομπρεσέρ. Όταν έβαζα το στερεοφωνικό στο τέρμα, η Μαρία έπαιρνε ένα ύφος σαν σκηνοθέτης εναλλακτικού κινηματογράφου που του ζητούν να σχολιάσει τον Spiderman. Ανάφερα καθόλου και για τις αφίσες με τους δαίμονες στο δωμάτιό μου; (οι αγιογραφίες στο δικό της θα είχαν βγει από τα ράσα τους). Πάντως, εκείνο το βράδυ, κόντευα εγώ να βγω από τις πιτζάμες μου με τη φασαρία!

Το πράγμα δεν πήγαινε άλλο. Είτε αυτή η αναίσθητη είχε βάλει την τηλεόραση στο τέρμα είτε είχε καλέσει καμιά διακοσαριά μοναχούς να ψάλουν. Θα το μάθαινα αμέσως. Πέταξα θυμωμένη το βιβλίο και πήγα δίπλα να μπήξω τις φωνές. Γεμάτη από σκανδαλιστική ηδονή που θα έκανα κήρυγμα σε μια υποψήφια αγία, άνοιξα την πόρτα της και ούρλιαξα: «Θα κλείσεις επιτέλους την τηλεόρ–»

Η τηλεόραση ήταν κλειστή.

Η αδερφή μου, γονατισμένη στο πάτωμα, προσευχόταν σιωπηλά.

Η φασαρία είχε εξαφανιστεί.

«Τι θέλεις, Βίκυ; Τι είναι;»

«Μα… δεν είχες ανοίξει την τηλεόραση;» ψέλλισα, προσπαθώντας να βάλω τον κόσμο στη θέση του.

«Όχι, κάνω τις δέκα μετάνοιές μου πριν τον ύπνο. Ποια τηλεόραση;»

Έμεινα στήλη άλατος, όπως η υφήλιος το ’56 όταν άκουσε από τα ραδιόφωνά της τον Elvis να τραγουδάει το Heartbreak Hotel. Κι όλη αυτή η φασαρία προηγουμένως; Μουρμούρισα ένα συγνώμη κι έφυγα. Ήμουν σίγουρη πως η Μαρία δεν έλεγε ψέματα (θα ήταν αμαρτία εξάλλου, ου ψευδομαρτυρήσεις), όμως και τ’ αυτιά μου δεν έλεγαν ψέματα, άρα το συμπέρασμα ήταν ότι...;

Μπήκα στο δωμάτιό μου ζαλισμένη. Να που άνοιξα το κουτί του Σρέντιγκερ και βρήκα τη γάτα μέσα να μην είναι ούτε νεκρή ούτε ζωντανή. Έκανε τις δέκα μετάνοιές της, αδιαφορώντας για την κατάφωρη παραβίαση των νόμων της πραγματικότητας και της ηχομόνωσης.

Κι ούτε που φανταζόμουν αυτό που θα συνέβαινε το επόμενο βράδυ…


* * *

Όλοι οι άλλοι στο σπίτι είχαν πάει για ύπνο και μόνο εγώ ήμουν ξύπνια – η ώρα που βάζουν διπλή ταρίφα οι ταξιτζήδες, βγαίνουν τα φαντάσματα και ξενυχτούν οι υποψήφιοι φοιτητές. Η κούπα μου γέμιζε ξανά και ξανά με καφέ, για να εκμεταλλευτώ αυτές τις πιο ήσυχες στιγμές του εικοσιτετραώρου. Το μυαλό μου όμως πήγαινε συνεχώς στη φασματική τηλεόραση που είχα ακούσει το προηγούμενο βράδυ και συχνά έπιανα τον εαυτό μου να φυλλομετράει τις σελίδες του βιβλίου μηχανικά. Όπως εκείνη τη στιγμή που πρόσεξα τα βήματα στη σκάλα.

Το δωμάτιο το δικό μου και της Μαρίας βρίσκονταν στον πάνω όροφο του σπιτιού κι η ξύλινη, εσωτερική σκάλα έτριζε με το παραμικρό. Με τον καιρό, είχα αναπτύξει ένα ραντάρ για το βηματισμό καθενός στην οικογένεια και μπορούσα να καταλάβω ποιος ανέβαινε ή κατέβαινε. Όταν λοιπόν άκουσα τις πατημασιές, έψαξα από συνήθεια να βρω σε ποιανού τη βαδιστική ταυτότητα ανταποκρίνονταν.

Μήπως ήταν η μάνα μου; Μπα, αυτή περπατούσε πιο γρήγορα κι ανάλαφρα. Η αδερφή μου, ίσως; Όχι, η Μαρία προσπαθούσε να μην κάνει θόρυβο, σαν να πήγαινε επίσκεψη ινκόγκνιτο – ενώ τα συγκεκριμένα βήματα δε νοιάζονταν να περάσουν απαρατήρητα. Εξέτασα το ενδεχόμενο να ήταν ο πατέρας μου. Τότε θα έπρεπε να ‘χε βάλει καμιά σαρανταριά κιλά τον τελευταίο καιρό και να προχωρούσε με ρυθμούς Δημοσίων Έργων. Άρα, ήταν ο σκύλος. «Αν αποκλείσεις το αδύνατο, αυτό που μένει είναι αναγκαστικά το αληθινό», έλεγε ο Σέρλοκ Χολμς. Αισθανόμουν όμως λίγο ανήσυχη, παρόλο που με καθησύχαζε μια τέτοια αυθεντία – άσε που δεν είχαμε και σκύλο.

Έστρεψα όλη την προσοχή μου στα περίεργα βήματα, ενώ κοιτούσα απλανώς το βιβλίο – αυτό το βιβλίο που ποιος ξέρει τι δυνάμεις συνωμοτούσαν για να μη μ’ αφήσουν να το διαβάσω. «Δυνάμεις και βλακείες!» διαμαρτυρήθηκε το λογικό μέρος του εαυτού μου, έχοντας δανειστεί τη μορφή του διασημότερου ντετέκτιβ όλων των εποχών. «Κάποιος ξύπνησε και πηγαίνει στην τουαλέτα. Να δεις που στην κορυφή της σκάλας θα στρίψει δεξιά για το μπάνιο. Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Ουάτσον». Γέμισε την πίπα του κι έμεινε να με κοιτάζει με συγκατάβαση, ενώ εμένα μ’ έτρωγε η περιέργεια να ανοίξω την πόρτα και να δω τι ράτσας ήταν αυτή η γάτα του Σρέντιγκερ.

Ντουπ – ντουπ – ντουπ (πατημασιές στη σκάλα) – ιιικ – ιιικ (τριγμοί της σκάλας) – ντουπ – ιιικ – ΝΤΟΥΠ – ΝΤΟΥΠ (πολύ βαριές πατημασιές στη σκάλα) – ΙΙΙΚ – ΟΥΦ! (στεναγμός ανακούφισης που θα άφηνε η σκάλα αν είχε μιλιά, όταν οι πατημασιές έφτασαν στον πάνω όροφο). «Συγκεντρώσου στο διάβασμά σου!» είπε το λογικό μέρος του εαυτού μου καπνίζοντας την πίπα του. «Μην ψάχνεις αφορμή για αφηρημάδες. Αν δε γράψεις καλά, θα διαψεύσεις τις ελπίδες των γονιών σου».

Έσκυψα στο βιβλίο μου, υποταγμένη από την αδυσώπητη λογική του, την ίδια στιγμή που τα βήματα στρίβανε – αριστερά. Προς τα εκεί που ήτανε μόνο το δωμάτιό μου και της Μαρίας...

«Θα υπάρχει κάποια εξήγηση!» τηλεφώνησε το λογικό μέρος του εαυτού μου από το Μεξικό που έφυγε για διακοπές. «Κάποια απλή εξήγηση γι’ αυτές τις βαριές πατημασιές που κοντεύουν να διαλύσουν το σπίτι. Θα σου στείλω κάρτα απ’ το Ακαπούλκο, hasta la vista». Κι έκλεισε.

Τα βήματα προχώρησαν στο διάδρομο, βαριά κι απειλητικά σαν σφυγμός βροντόσαυρου. Το Σεισμολογικό Ινστιτούτο θα είχε κηρύξει συναγερμό. Πάγωσα στη θέση μου, ανίκανη να σαλέψω χιλιοστό, κι αναρωτιόμουν αν έφτασε η ώρα να μπήξω τις φωνές. Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί πλέον, εγώ είχα γίνει η γάτα στο κουτί που δεν ήταν ούτε νεκρή ούτε ζωντανή, αλλά κάτι ενδιάμεσο: γυναίκα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Κι απ’ έξω, ένας Επιστήμονας ετοιμαζόταν ν’ ανοίξει το καπάκι και να μου δώσει υπόσταση… Μ’ έναν τρανταχτό γδούπο, τα βήματα σταμάτησαν πίσω από την πόρτα μου και είδα το πόμολο να κατεβαίνει.

Ξέρω, είναι αστείο (και δεν προβλέπεται από την Κβαντική Φυσική), όμως εκείνη ακριβώς τη στιγμή έκανα κάτι αδιανόητο για μένα – όχι, δεν άρχισα να τσιρίζω, ευτυχώς για την υστεροφημία μου. Δεν ξέρω πώς μου 'ρθε, το μόνο σημαντικό όμως ήταν ότι λειτούργησε• με λίγα λόγια, άρχισα να λέω το Πάτερ Ημών.

Η πόρτα τελικά δεν άνοιξε, το πόμολο ξανάκλεισε, τα βήματα χάθηκαν, κι εγώ πήρα πάλι το ρόλο του έξυπνου της υπόθεσης. Όσο έξυπνος μπορεί να είναι κάποιος με την καρδιά του να χορεύει ταραντέλα, το στόμα του να χάσκει σαν το Γκραν Κάνυον και τα μάτια του να έχουν γουρλώσει σαν ηδονοβλεψίας σε κλαμπ γυμνιστών. Διότι είπα ότι ‘τα βήματα χάθηκαν’, δε διευκρίνισα όμως ότι ξέσπασαν σε ένα αφηνιασμένο ποδοβολητό από οπλές

Πάντως, το κόλπο έπιασε. Μην το πείτε όμως στη Μαρία, είναι σημαντικό για την υστεροφημία μου.

* * *

Αυτά περί Κβαντικής Φυσικής. Λίγα έχω να προσθέσω από κει και πέρα, εκτός του ότι πούλησα τα βιβλία μου, κατέβασα τις αφίσες και κρέμασα στη θέση τους ημερολόγια της Greenpeace• καλού-κακού, μην παίζεις με τον Σρέντιγκερ αν δε θες να μπλέξεις με τη γάτα του. Η αδερφή μου βέβαια καταχάρηκε, είπε ότι έπιασαν τόπο οι προσευχές της για μένα και όταν τελικά πέρασα στις εξετάσεις, μού έκανε δώρο μια αγιογραφία σε ασημένιο κάδρο με τον Άγιο Στυλιανό. Θα την πουλήσω κι αυτή.

Βλέπω όμως την αμφιβολία στο βλέμμα σας, αναγνωρίζω αυτό το ύφος όλο ανωτερότητα. «Εκείνο το βράδυ τα φαντάστηκες όλα!» θα πείτε, όπως λέει και το λογικό μέρος του εαυτού μου, αυτή τη φορά με τη μορφή τη δικιά σας. Αλλά τι τα θες; Εδώ ολόκληρος Αϊνστάιν δυσπιστούσε απέναντι στην Κβαντική Φυσική, σιγά μην καταφέρω εγώ, η Βίκυ, να αλλάξω τρόπους σκέψης αιώνων... Αλήθεια, όμως, πώς θα εξηγούσατε αυτό που μου είπε η μάνα μου το επόμενο πρωί;

«Τι σ’ έπιασε και τριγυρνούσες το βράδυ με τις μπότες; Ακουγόταν σαν να περπατούσε άλογο μέσα στο σπίτι».



ΥΓ: Αν κάποιος ενδιαφέρεται για ένα υπέροχο έργο τέχνης, χειροποίητο, με ασήμι Britannia 96% καθαρό, ευλογημένο από μοναχό με φήμη θαυματουργού, παρακαλώ να επικοινωνήσει.

Ένας Άλλος Λούκυ Λουκ Είναι Εφικτός

Μια φορά κι έναν καιρό, στην Άγρια Δύση βασίλευε το χάος, η διαφθορά και η ανομία της κεντροδεξιάς διακυβέρνησης.


Οι πολιτικοί ταγοί – νεκροθάφτες των λαϊκών δικαιωμάτων, καταλήστευαν τη δημόσια περιουσία και τις τσέπες των φορολογουμένων…



… κι ακουμπούσαν όλο αυτό το χρήμα σε διαπλεκόμενους, golden boys των MME, golden καλόγερους του Βατοπεδίου κι άλλα εξωθεσμικά οικονομικά κέντρα.



Μάταια ο κόσμος αναστέναζε και ζητούσε δικαιοσύνη. Οι σοσιαλιστές, εκφραστές του λαού και φωνή των μη προνομιούχων, είχαν κλειστεί στη φυλακή της εκλογικής καταβαράθρωσης πληρώνοντας το αμαρτωλό τους παρελθόν – αλλά και τους εσωτερικούς τους διχασμούς: από τη μια, το ρεύμα του εμπαθούς Βενιζέλου, με προσωπικές φιλοδοξίες που καθόλου δεν έκρυβε…


… από την άλλη, το ρεύμα των εκσυγχρονιστών του Σημίτη, αρχιερείς της διαπλοκής και της δημιουργικής λογιστικής.


Τέλος, υπήρχε και ένας που αποτελούσε ρεύμα από μόνος του.



Χειρότερα δε γινόταν... Στα δύσκολα όμως είναι που αναδεικνύονται οι πραγματικοί ηγέτες, οι καταλύτες της αλλαγής, αυτοί που βλέπουν στο μέλλον, που έχουν καινοτόμες ιδέες, όραμα να αναστήσουν το Κίνημα… Και ο Θεός έπλασε τον Γιώργο Παπανδρέου.



Αποφασιστικός και αταλάντευτος, ο Γιώργος πήρε την κατάσταση στα χέρια του και με θαρραλέες κινήσεις έσβησε τις έριδες που κατέτρωγαν τις σάρκες της παράταξης. Κατ’ αρχήν, έβαλε χαλινάρι στην αμετροέπεια του Βενιζέλου.


Κατόπιν, φρόντισε να ξεσκαρτάρει τα βαρίδια της παράταξης.


Τέλος, η αυτοκάθαρση του Κινήματος προχώρησε στα φαντάσματα του παρελθόντος κι ο Σημίτης πήρε πόδι από το Επικρατείας.



Η νέα διακυβέρνηση έγινε πραγματικότητα! Η μεγάλη δημοκρατική παράταξη ξαναγεννήθηκε μέσα από τις στάχτες της κι ο Γιώργος ύψωσε τον ήλιο τον πράσινο στον ουρανό της Άγριας Δύσης. Η μεγάλη αυτή επιτυχία του λαού και των γνήσιων αντιπροσώπων του σφραγίστηκε με ένα jazz κομμάτι, The Blue Blues (Το Μπλουζ των Μπλε):

Οι Μπλε τρομάξανε
Χρώμα αλλάξανε
Ο Παπανδρέου μας άφησε γεια
Τώρα συνέδριο
Ημιυπαίθριο
Βαράει διάλυση η Δεξιά.

Τον είχαν ξεγραμμένο
Λέγαν, "χαρτί καμένο"
Και τον χλευάζανε στα ΜΜΕ
Μ' αυτός τους φέρνει τούμπα
Κι από την κωλοτούμπα
Χάσαν τον μπούσουλα τώρα οι Μπλε.




Ο ηγέτης έφτιαξε αμέσως επιτελείο με άξια και άφθαρτα πρόσωπα για να υλοποιήσει τα αντιεξουσιαστικά του οράματα. Κάλεσε επιστήμονες αναγνωρισμένου κύρους…


…προσέγγισε ενεργές ομάδες πληθυσμού προκειμένου να ψηλαφίσει μαζί τους νέους τρόπους κοινωνικής δραστηριοποίησης…


(κάποιοι είχαν λόγους να είναι δυσαρεστημένοι από την καινούργια τεχνοκρατική εξέλιξη των πραγμάτων)



… ενώ η ποσόστωση εμπλούτισε τις τάξεις της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης με την αφρόκρεμα του γυναικείου στελεχιακού δυναμικού.



Οι αντιεξουσιαστές έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά, σαν ατσάλινο τείχος που αλύγιστο ορμάει στα πεδία των τίμιων μαχών. Έπρεπε ν’ αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας του κράτους, ώστε να γίνει αρωγός του πολίτη και υπηρέτης των συμφερόντων του, για τη ριζική καταπολέμηση της αναξιοκρατίας, της σπατάλης και του κομματισμού.



(Κάποιοι φυσικά έχασαν το τρένο της καινούργιας αντιεξουσιαστικής εξέλιξης των πραγμάτων κι απέμειναν να λένε τον πόνο τους στα κανάλια και στις τηλεοράσεις)


Σοσιαλισμός, όχι βαρβαρότητα! Με τη νέα διακυβέρνηση, η αδιαφάνεια κι η αρτηριοσκλήρωση της κεντροδεξιάς θάφτηκαν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.


Όλα ήταν υπέροχα και αντιεξουσιαστικά, μέχρι που μια μέρα έσκασε μύτη ο μεγαλύτερος εχθρός της τεχνοκρατίας: το βαθύ ΠΑΣΟΚ.


Η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Οι βαθιές δομές του Κινήματος απαίτησαν να επιβάλλουν το δικό τους σκοπό στο εξουσιαστικά αντιεξουσιαστικό εγχείρημα και να χορέψουν στο ταψί τους πυλώνες της νέας διακυβέρνησης.



Και η μάχη για έναν σοσιαλισμό με ανακυκλώσιμα υλικά συνεχίζεται ακόμα… Δεν ξέρω να σας πω την κατάληξη, κανείς δεν την ξέρει. Άφθονοι οι εξωτερικοί εχθροί αλλά και οι πεμπτοφαλαγγίτες. Μπορώ μόνο να καταθέσω λίγες jazz συγχορδίες για να τονώσω το ηθικό του Κινήματος στο δύσκολο έργο που επωμίσθηκε:

Δίχως ΜΜΕ, κουμπάρους
Δε χρωστάμε σε κανέναν
Διαδίκτυο και jazz αισθητική
Μ’ αρχηγό Διαμαντοπούλου
Καστανίδη, Σπύρο Βούγια
Που είν’ οι μάνες του λαϊκού στρατού…




(ηθικοί αυτουργοί: JustAnotherGoneOff & lazopolis)

Μάτια Ερμητικά Κλειστά

(Αυτό το πολύ παλιό διηγηματάκι έχει τη δική του ιστορία: πρόκειται για ένα εντυπωσιακό όνειρο που είδε κάποτε η φίλη Χαρά Ζ. Αποφάσισα να του βάλω μια μικρή πλοκή και να το κάνω διήγημα, γιατί πράγματι είναι από τα πιο αξιοσημείωτα όνειρα που έχω ακούσει. Το είχα για χαμένο, όπως και τόσα που κατά καιρούς έχω γράψει, όμως ο Άγιος Βασίλης μού το έφερε απρόσμενα - ευχαριστώ Σ.)


Το σπίτι του παππού ήταν στους λόφους έξω από το χωριό και το ντουλάπι του είχε πάντα γλυκά. Για να φτάσουμε εκεί έπρεπε να κάνουμε μια μεγάλη διαδρομή μέσα από πυρωμένους ελαιώνες και να διασχίσουμε τη ρεματιά με την ξύλινη γεφυρούλα – μια δροσερή όαση με θεόρατα πλατάνια. Οι μεγάλοι ανησυχούσαν όταν πηγαίναμε στον παππού, μας λέγαν συνεχώς να είμαστε σπίτι πριν πέσει το σκοτάδι. Και καθότι οι απειλές δεν έπιαναν, σκάρωναν διάφορα κόλπα να μας φοβίσουν – τους κλασικούς μπαμπούλες. Ο Δήμος, ο πιο μεγάλος από εμάς τους τέσσερις (πήγαινε κιόλας Δευτέρα Δημοτικού), επέμενε πως ήταν παραμύθι αυτό που έλεγαν οι μαμάδες, ότι τάχα βγαίνουν νεράιδες στη ρεματιά το βράδυ και κλέβουν παιδιά. Εγώ, η Βίκυ, διατηρούσα τις επιφυλάξεις μου - όπως κι οι άλλοι δύο της παρέας.

Δε θυμάμαι λοιπόν ποιος πέταξε την ιδέα να επισκεφτούμε τον παππού εκείνο το μεσημέρι. Είχαμε πλατσουρίσει όλο το πρωινό στη θάλασσα, πεινούσαμε κι ο φούρνος ήταν κλειστός. Όπως και να ‘χε πάντως, με το που τέθηκε η προοπτική της μαρμελάδας του κυρ-Παναγιώτη (ο παππούς μου), ψηφίστηκε ομόφωνα. Σαλτάραμε στα ποδήλατα και ξεχυθήκαμε στους δρόμους του χωριού με ενθουσιασμό, τέσσερις μικροί ορισμοί της ανεμελιάς. Βγήκαμε στους ελαιώνες τραγουδώντας δυνατά για να καλύψουμε τη φασαρία των τζιτζικιών. Όταν το μονοπάτι έγινε πολύ ανηφορικό και κακοτράχαλο, αφήσαμε τα ποδήλατα και συνεχίσαμε με τα πόδια. Καθώς περνούσαμε τη ρεματιά μέσ’ στο λιοπύρι, αποφασίσαμε ότι σ’ ένα τέτοιο υπέροχο μέρος δεν μπορεί να φωλιάζουν απαγωγείς παιδιών.

Σύντομα η μαρμελάδα πορτοκάλι είχε φουσκώσει τα στομάχια μας. Ο παππούς, χαρούμενος με την αναπάντεχη παρέα, είχε όλη την καλή διάθεση να μας δείξει λεπτομέρειες του αρμέγματος, της παρασκευής τυριού κι άλλων τέτοιων θαυμάτων. Απορροφηθήκαμε λοιπόν για τα καλά από τα καινούργια μας παιχνίδια, μέχρι που κάποιος παρατήρησε ότι: «…ο ήλιος πέφτει, δε γυρνάμε πίσω;»

Ο κυρ-Παναγιώτης έμεινε να μας κοιτάζει στην πόρτα, περίλυπος κι ευτυχισμένος καθώς φεύγαμε. Ανακαλύψαμε ότι ήμασταν αποκαμωμένοι, γεμάτοι απ’ αυτή τη γλυκιά κούραση που δε χαλάει τη διάθεση κι εγγυάται έναν καλό ύπνο. Ψιλοκουβεντιάζαμε ακούγοντας τα τελευταία τζιτζίκια, ενώ γύρω βράδιαζε και οι σκιές μεγάλωναν. Ο κόσμος άρχισε να μεταμορφώνεται σε κάτι ασαφές και μυστηριώδες.

Σιωπή απλώθηκε σιγά-σιγά στην παρέα, τα στόματα κλείσανε από μόνα τους. Βλέπαμε τον ήλιο να κρύβεται πίσω από τα βουνά, κι όσο σκοτείνιαζε τόσο η σκέψη της ρεματιάς κυριαρχούσε στο μυαλό μας. Όλοι ταχύναμε το βήμα χωρίς να το καταλάβουμε. Είχε φτάσει αυτή η ιδιαίτερη στιγμή που δεν είναι ούτε μέρα ούτε νύχτα και, στην ησυχία του δειλινού, κανείς δεν ήταν σίγουρος πια ότι η ιστορία με τις νεράιδες ήταν εφεύρεση των μεγάλων.

«Παιδιά, πρέπει να τρέξουμε», έσπασε τη σιωπή η Ελισάβετ. Σαν να ήταν το σύνθημα, ξεχυθήκαμε σ’ ένα βιαστικό αγώνα δρόμου με τον ήλιο. Το τέρμα ήταν η ξύλινη γεφυρούλα. Γύρω μας, λιόδεντρα και θάμνοι άλλαζαν σε άγνωστα πλάσματα γεμάτα σκιές, οι μακρινοί λόφοι γίνονταν κατοικίες απροσδιόριστων τεράτων. Πλέον ήταν περισσότερο νύχτα παρά μέρα.

Κάποτε επιτέλους φάνηκε η ρεματιά, όμως το σκοτάδι είχε απλωθεί. Ο ήλιος, νικητής στο κρυμμένο βάθρο του, άφηνε ένα τελευταίο αδύναμο λυκόφως σαν να έλεγε ειρωνικά: «Τώρα θα δείτε τι θα πάθετε!» Τα πλατάνια ήταν γιγάντια κι εμείς ασήμαντοι μπροστά τους, οι μαύρες κορφές χάνονταν στο μισοσκόταδο και ποιος ξέρει τι καραδοκούσε επάνω στα κλαδιά… Τώρα πια δεν έδειχναν καθόλου φιλικά. Το θρόισμα των φύλλων και το βούισμα του νερού έστελναν το μήνυμα: είστε ανεπιθύμητοι εδώ. Η ρεματιά έμοιαζε σαν ένα στόμα έτοιμο να μας καταπιεί.

«Τι θα κάνουμε;»

«Φοβάμαι…»

Ο Σπύρος πετάχτηκε με μια ιδέα, ποιος ξέρει πού την ακουσε ή την σκέφτηκε: «Να πιαστούμε χέρι-χέρι και να κλείσουμε τα μάτια. Είναι ο μόνος τρόπος να μη μας κλέψουν οι νεράιδες. Αν δεν κοιτάξουμε καθόλου, θα τα καταφέρουμε». Όλοι το δεχτήκαμε, χωρίς να ρωτήσουμε γιατί. Ήταν σαν μια ελπίδα μέσα στην απόγνωση.

Σταθήκαμε στο μονοπατάκι μπροστά στη γέφυρα και δώσαμε όλοι τα χέρια. Με βάλανε τελευταία για να με προστατέψουν κι ο Σπύρος ήρθε δίπλα μου. Πριν κλείσω αποφασιστικά τα μάτια, έριξα ένα επίμονο βλέμμα στις σκιές μήπως και ξετρυπώσω κάποια παράξενη κίνηση ή κάποιο αλλόκοτο φως (το ίδιο θα έκαναν κι οι άλλοι, φαντάζομαι). Τίποτα όμως, σκοτάδια μέσα σε σκοτάδια.

Το ανθρώπινο ακορντεόν προχώρησε τυφλά κι αδέξια στο άγνωστο. Ένιωσα κάτω από τα παπούτσια μου το έδαφος να γίνεται αμμώδες και κατάλαβα ότι μπήκαμε στη ζώνη των πλατανιών. Το χέρι του Σπύρου σφιγγόταν στο δικό μου, σχεδόν πονούσα, όμως δε με πείραζε. Ήταν η μόνη σύνδεση που είχα με το οικείο και το ανθρώπινο. Τα αυτιά μου ανίχνευαν κάθε μικροσκοπικό ήχο, ψάχνοντας για κάτι αφύσικο. Από στιγμή σε στιγμή περίμενα πως κάποιο άλλο χέρι, αρπακτικό και σκελετωμένο, θα με γράπωνε.

«Μην κοιτάτε!…» είπε κάποιος από μας, δεν κατάλαβα ποιος, μπορεί κι εγώ. Ακόμα όμως και να πέθαινα, θα κρατούσα σφαλισμένα τα μάτια μου. Περπατούσα στα τυφλά και πρόσεχα με αγωνία το κελάρυσμα του νερού, τα θροΐσματα των πλατανιών, κάποια μακρινά νυχτοπούλια, τον ήχο των παπουτσιών μας πάνω στην ποταμίσια άμμο. Γύρω μου βούιζαν έντομα. Άκουγα κλαδάκια που έσπαζαν, καθώς και κάποιους παφλασμούς – προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι όλα ήταν φυσιολογικά. Κουνούπια με τσιμπούσαν αλλά δεν τολμούσα να τα διώξω, μην τυχόν και το χέρι μου συναντήσει κάτι άλλο…

Πατημασιές πάνω σε ξύλο – ο επικεφαλής έφτασε στη γέφυρα. Εγώ ήμουνα μέσα σε μια θύελλα από μικρά «κρακ» και «πλαφ». Ολονών τα πόδια έκαναν αδέξια βήματα των τριών πόντων ψάχνοντας εξεταστικά το δρόμο, λες και τα μάτια μας είχαν κατεβεί στα παπούτσια. Ήχος από πατημασιές, πολλές πατημασιές, καθώς και το μεταλλικό σύρσιμο της άμμου πάνω στην άμμο – ήταν άραγε φυσιολογικά όλα αυτά; Ένιωθα περικυκλωμένη από παντού, όμως δεν τολμούσα να κοιτάξω. Ο αέρας γύρω μου έσφυζε από ζωή. Είχα την αίσθηση μιας διαρκούς κίνησης, σαν να βρισκόμουν στο μάτι ενός κυκλώνα. Κουράγιο, λίγο ακόμα και θα περάσουμε! Λίγο ακόμα και–

«ΒΟΗΘΕΙΑ, ΜΕ ΠΑΙΡΝΟΥΝ»

Μια κραυγή, ένα τράνταγμα στην αλυσίδα, ο Δήμος έκανε το λάθος. Έσφιξα πεισματικά τα μάτια μου μέχρι να πονέσουν, έσφιξα το χέρι του Σπύρου και προχώρησα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Ο Δήμος, πάει ο Δήμος... Μια παγωμάρα με είχε κυριεύσει και το δέρμα μου μυρμήγκιαζε. Παρουσίες ένιωθα να περνάνε δίπλα μου. Ρεύματα αέρα χάιδευαν το πρόσωπό μου, σαν από αιθέρια φτερά. Άκουγα ψιθυρίσματα που δεν μπορεί να ήταν από τα δέντρα και το νερό, κάτι γινόταν μέσα στη ρεματιά. Δε θα το ‘βλεπα κι ας πέθαινα.

Επιτέλους, έφτασα κι εγώ στη γεφυρούλα. Άρα ο πρώτος στη σειρά θα ‘πρεπε να ήταν κάπου στη μέση και μας έμενε λίγο ακόμα για να–

Κι άλλη κραυγή. Το χέρι του Σπύρου τεντώθηκε, πήγε να ξεκολλήσει από το δικό μου, όμως το άρπαξα μ’ όση δύναμη είχα. Αυτή τη φορά ήταν το ουρλιαχτό της Ελισάβετ, το αναγνώρισα καθώς έσβηνε σιγά-σιγά από μεγάλη απόσταση σπαράζοντας απεγνωσμένα. Την έκλεψαν τη φίλη μου αυτά τα φτερουγίσματα κι οι απόκοσμες φωνές που ακούγονταν πλέον φανερά, χωρίς να κάνουν καμία προσπάθεια να κρυφτούν πίσω από τους νυχτερινούς ήχους της ρεματιάς... Μόνο δύο μείναμε πια επάνω στο αμφιθέατρο των νεράιδων, οι άλλοι χάθηκαν για πάντα.

Η γέφυρα έμοιαζε ατελείωτη κάτω από τα πόδια μου. Πόσα βήματα να είχα κάνει; Πολλά περισσότερα απ' όσα έπρεπε για μια τόσο μικρή γεφυρούλα... Τη φαντάστηκα για μια στιγμή να μακραίνει και να υψώνεται προς το νυχτερινό ουρανό, με το άλλο άκρο της να χάνεται ανάμεσα στ' αστέρια. Την είδα ολοκάθαρα αυτήν την εικόνα. Κι εγώ με τον Σπύρο, δυο μικρόβια επάνω σ' αυτή τη λεωφόρο του απείρου, να βαδίζουμε ατέλειωτα προς το χαμό μας.

«Μη φοβάσαι, Βίκυ» άκουσα τρεμουλιαστά τη φωνή του. «Θα τα καταφέρουμε».

Σκουντουφλήσαμε λίγο ακόμα στη γέφυρα κι επιτέλους την ένιωσα να γίνεται κατηφορική – πλησιάζαμε στο τέρμα. Θα πατούσα μια τρεχάλα και δε θα σταματούσα μέχρι να εξαντληθώ. Κι ας σκόνταφτα σε πέτρες, κι ας έπεφτα κάτω. Αρκεί να έφευγα απ’ αυτό το καταραμένο μέρος και να μην ξαναγυρνούσα ποτέ.

Ξαφνικά το χέρι του Σπύρου χάθηκε. «Βίκυ, με παίρνουν κι εμένα… φύγε εσύ, να σωθείς!» άκουσα το φίλο μου να φωνάζει από κάπου πολύ μακριά. Μου ήρθαν δάκρυα, δεν ήξερα ότι μπορείς να κλαις με τα μάτια κλειστά. Έβαλα φτερά στα πόδια κι έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ίσως και να ούρλιαζα, δεν καταλάβαινα πια τι έκανα. Τα μάτια μου ήταν σφαλισμένα, ένιωθα πως δε θα μπορούσα να τα ξανανοίξω ποτέ στη ζωή μου. Πάτησα πάνω σε χώμα κι όμως συνέχισα να τρέχω, από στιγμή σε στιγμή περίμενα να πέσω πάνω σε κάποιο δέντρο όμως δε μ' ένοιαζε, αρκεί να μην άκουγα πια αυτούς τους τρομερούς ήχους της ρεματιάς. Άφησα πίσω τον νεραϊδότοπο και σταμάτησα να πάρω μια ανάσα.

Άνοιξα τα μάτια μου.



Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Η παιδική μνήμη έπαιξε κι αυτή το ρόλο της στην ιστορία, απωθώντας κάποιες λεπτομέρειες και προσαρμόζοντας όλη την εμπειρία μέσα στον καθημερινό κόσμο του παιχνιδιού. Διότι για μας, τότε, όλα ήταν μαγικά και δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε εύκολα ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα. Χρειάστηκε η συνδρομή του Σπύρου, του Δήμου και της Ελισάβετ για να τακτοποιήσουμε τα γεγονότα της Νυχτερινής Ρεματιάς – ναι, οι φίλοι μου δε χάθηκαν, τους ξαναβρήκα την επόμενη μέρα – και για να συνειδητοποιήσουμε ότι ο καθένας είχε ζήσει εκείνη την περιπέτεια με τον εαυτό του στο ρόλο του τελευταίου εναπομείναντα επάνω στη γέφυρα…!

Όλοι φάγαμε κατσάδα απ’ τους γονείς όταν φτάσαμε σπίτι, όμως οι γκρίνιες δεν κράτησαν πολύ. Στο κάτω-κάτω, απλώς είχαμε πάει επίσκεψη στον κυρ-Παναγιώτη και ξεχαστήκαμε. Κανείς μεγάλος δε ρώτησε περισσότερα – καλύτερα, γιατί θα μάθαινε για τα φτερουγίσματα και τις απαγωγές. Θα μάθαινε επίσης γι’ αυτό που είδαμε μόλις ανοίξαμε τα μάτια μας, ο καθένας το ίδιο ακριβώς. Φυσικά, ούτε που θα μας πίστευαν. Φαντασιόπληκτους θα μας ανέβαζαν, ψεύτες θα μας κατέβαζαν. Οι γονείς δεν ακούνε τα παιδιά, ιδιαίτερα αν αυτά τους έλεγαν ότι μετά την τρομερή γέφυρα και την τρεχάλα βρέθηκαν:

Σ’ έναν τόπο απίστευτης ομορφιάς με καταπράσινα λιβάδια που απλώνονταν ως εκεί που έφτανε το μάτι. Το προηγούμενο σκοτάδι είχε εξαφανιστεί, τα πάντα ήταν λουσμένα μέσα σ’ ένα απαλό ηλιόφως. Η ρεματιά βρισκόταν πέρα μακριά στο βάθος – πώς κατάφερα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να τρέξω τόσο πολύ; Δε φοβόμουν, ένιωθα όμορφα σαν να γύρισα σπίτι. Περπατούσα για ώρες, απολαμβάνοντας το πλούσιο γρασίδι, ξέροντας πως τίποτα κακό δε θα μου συμβεί. Σε κάποια στιγμή σκέφτηκα τους γονείς μου που περίμεναν. Σίγουρα θα είχαν ανησυχήσει. Είδα δύο φιγούρες να με πλησιάζουν: δύο θεόρατοι καβαλάρηδες σε άσπρα άλογα, σαν ιππότες του παλιού καιρού. Έφτασαν δίπλα μου και είπαν ότι θα μου έδειχναν το δρόμο για να γυρίσω. Μίλησα μαζί τους, όμως δεν μπορούσα να δω τα πρόσωπά τους. Με οδήγησαν σ’ ένα μονοπάτι, περπάτησα πολύ και σιγά-σιγά ο χώρος γύρω μου άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα πράσινα λιβάδια άλλαζαν στους γνωστούς ελαιώνες και ο ουρανός γέμιζε άστρα. Κάποτε έφτασα στο σημείο που είχαμε αφήσει τα ποδήλατα, πήρα το δικό μου και γύρισα.

Ναι, οι γονείς δεν ακούνε τα παιδιά. Ούτε τα παιδιά ακούνε τους γονείς – και καλά κάνουν!

Τα Μυστικά Πλήκτρα

Συνεισφέροντας στον προβληματισμό της προεκλογικής περιόδου, θέλω να καταθέσω κι εγώ κάποιες σχετικές απόψεις:


Ο Wendigo Της Θάλασσας

Το ακόλουθο περιστατικό μού το διηγήθηκε ένα αρκετά γνωστό πρόσωπο. Ήταν πρωί κι έπινε τον καφέ του στο λιμάνι της Μήλου, λίγα μέτρα από τη θάλασσα, όταν ξαφνικά εμφανίστηκαν στο νερό δύο δελφίνια. Άρχισαν να πηδούν, να παίζουν, να κρύβονται και να ξαναβγαίνουν, κι ο φίλος για τον οποίο μιλάω μαγεύτηκε. Έμεινε πολλή ώρα να τα κοιτάζει συνεπαρμένος, ώσπου... «κάνουν ένα τελευταίο ξεπέταγμα, πλησιάζουν και τα δύο μαζί εκεί, στην άκρη του μόλου, σαν να ήθελαν να πουν αντίο, και χάθηκαν μέσ’ στο νερό. Ένιωσα τότε... ένιωσα... όπως δεν είχα ξανανιώσει ποτέ στη ζωή μου. Ήταν ένα συναίσθημα σαν... δεν ξέρω πώς να το πω».

«Τι ακριβώς ήταν; Παιχνιδιάρικη διάθεση;»

«Ναι, εντάξει, ήταν κι αυτό, όμως....»

«Ανεμελιά;»

«Ναι, δηλαδή όχι, όχι ακριβώς…»

«Ελευθερία;»

«Σίγουρα, σίγουρα, όμως ήταν και κάτι άλλο...»

Όλη η παρέα ψάξαμε να προσδιορίσουμε το συναίσθημα, να βρούμε τη σωστή λέξη για να εκφράσει αυτό το κάτι που «δεν είχε ξανανιώσει ποτέ στη ζωή του». Προσπαθήσαμε αρκετά, και στο τέλος τού ζητήσαμε να το περιγράψει ακριβώς όπως το ένιωθε: «Να, το λιμάνι είναι ο κόσμος των ανθρώπων κι η θάλασσα είναι ο κόσμος των δελφινιών, κι αυτά ήρθαν από τον κόσμο τους για λίγα λεπτά εκεί, στο σύνορο των δύο κόσμων, μας χαιρέτησαν και μετά έφυγαν πίσω στα δικά τους, εκεί στα βαθιά, πολύ μακριά από μας, ποιος ξέρει πόσο μακριά...»

Και ξαφνικά το βρήκαμε: «ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ!» Μας κοίταξε ικανοποιημένος κι έγνεψε. Αυτό ήταν!


O Wendigo Της Ερήμου
Η έρημος Σονόρα είναι ένα από τα πιο ζεστά μέρη της γης – την ημέρα, γιατί τη νύχτα, η θερμοκρασία πέφτει ακόμα και υπό το μηδέν. Καλύπτει ένα μέρος της Αριζόνα, της Καλιφόρνια, του μεξικανικού βορρά, ενώ μέσα της χωράει περίπου τρεις Ελλάδες. Πρόκειται για μία απέραντη έκταση σκόνης με μία χαρακτηριστική μυρωδιά που δεν περιγράφεται εύκολα και το κάθε τι σ’ αυτήν είναι επικίνδυνο: οι γάτες είναι άγριες, οι αράχνες είναι ταραντούλες, τα φίδια είναι κροταλίες. Ακόμα κι οι σαύρες είναι επικίνδυνες. Ακόμα και τα φυτά είναι γεμάτα αγκάθια. Το πιο επικίνδυνο απ’ όλα φυσικά είναι ο ήλιος, που σε αφυδατώνει και σε σκοτώνει πριν καν το καταλάβεις. Λοιπόν, στη Σονόρα έχουν αναφερθεί πολλά περιστατικά με αυτό που λέμε «το κάλεσμα της άγριας φύσης».

Δεν πρόκειται απλώς για μια ποιητική έκφραση, αλλά για κάτι πολύ πιο απτό. Ας πάρουμε μια τυπική σκηνή: μια ομάδα καουμπόις κατασκηνώνουν για τη νύχτα στη ρίζα ενός μεγάλου βράχου. Βγάζουν λίγο παστό κρέας να φάνε, ανάβουν φωτιά και ψήνουν έναν λαγό που έπιασαν, βολεύουν τ’ άλογα στην άλλη άκρη του βράχου και στρώνουν κάτω τις κουβέρτες τους. Όλα καλά όμως σε κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται ότι λείπει ο Τομ. Τον φωνάζουν, τον ψάχνουν και μετά από λίγο τον βρίσκουν πιο πέρα να αφουγκράζεται το σκοτάδι. Τους λέει ότι θα ‘ρθει σε λίγο και να του φυλάξουν μερίδα. Οι καουμπόις φεύγουν κι ο Τομ μένει μόνος του. Επάνω μια θάλασσα αστεριών. Κάτω μια θάλασσα σκόνης. Μέσ’ στο σκοτάδι διαγράφονται οι φιγούρες των κάκτων σαγουάρο, σαν μεγάλα Υ και Ι, ενώ από κάπου ακαθόριστα ακούγεται ένα νυχτοπούλι. Φυσάει ένα ανεπαίσθητο αεράκι, ίσα ίσα θροΐζουν μερικά κλαδιά στους γύρω θάμνους, στον ορίζοντα διαγράφεται η μακρινή οροσειρά των Καταλίνας, όλα είναι τόσο γαλήνια… Ο Τομ περπατάει, δεν ξέρει πού πηγαίνει, αφήνει μακριά πίσω του την κατασκήνωση, φεύγει μέσ’ στην έρημο, παίρνει ένα δρόμο χωρίς επιστροφή. Άκουσε το Κάλεσμα. Τελικά, ο Τομ θα ανακαλυφθεί μετά από βδομάδες στα περίχωρα μιας μακρινής πόλης, σωριασμένος στο χώμα και εξαντλημένος από την πείνα και την αφυδάτωση. Θα περάσει τις τελευταίες του μέρες έγκλειστος σε άσυλο για ψυχοπαθείς.

Λίγο-πολύ όλες οι έρημοι της υφηλίου έχουν να διηγηθούν παρόμοιες ιστορίες. Το Ισλάμ γεννήθηκε όταν ο άγγελος Γαβριήλ παρουσιάστηκε σ’ έναν έμπορο της Μέκκας ονόματι Αμπού αλ Κασίμ Μουχαμάντ ιμπν Αμπντ Αλλάχ ιμπν Αλλάχ ιμπν Αμπντ αλ Μουταλίμπ ιμπν Χασίμ – πιο γνωστός ως Μωάμεθ. Η λέξη «άγγελος» φέρει θετικό φορτίο, στην καθομιλουμένη υποδηλώνει ομορφιά, καλοσύνη και γλυκύτητα. Η εμπειρία όμως του Μωάμεθ με τον Γαβριήλ δεν είχε τίποτα απ’ αυτά• όταν το 610 μ.Χ. ο σαραντάρης έμπορος έφευγε για βδομάδες στην έρημο να διαλογιστεί μονάχος, έβλεπε ένα τιτάνιο πλάσμα, από τη γη ως τον ουρανό. Τα δυο του πόδια ξεπερνούσαν τον ορίζοντα, το κεφάλι του γέμιζε το στερέωμα και όταν έφευγε, ο Μωάμεθ απέμενε σοκαρισμένος, γεμάτος φόβο και δέος. Σύμφωνα με τις εμπειρίες του Προφήτη, η λέξη «αγγελικός» θα έπρεπε να είναι συνώνυμη του «συντριπτικά κολοσσιαίος», ενώ η συνάντηση μ’ έναν άγγελο είναι κάτι που μάλλον θα το φοβόμασταν παρά θα το λαχταρούσαμε.

(Παρενθετικά αναφέρω αυτό που είχα γράψει εδώ, ότι και οι Κον Σονγκ της νοτιοανατολικής Ασίας, όταν πέφτουν σε trance, έχουν μία παρόμοια εμπειρία με το πνεύμα: συνήθως τους παρουσιάζεται ως ένας γίγαντας, ένα πλάσμα ασύλληπτου μεγέθους)


Ο Wendigo Του Οπίου
Ο Τόμας ντε Κουίνσι άρχισε να παίρνει λάβδανο (διάλυμα οπίου σε αλκοόλ) από το 1804 για να αντιμετωπίσει μυϊκούς πόνους που τον βασάνιζαν. Οι πόνοι τελικά πέρασαν, ο ίδιος όμως σταδιακά εθίστηκε στο ναρκωτικό και το συνέχισε με σκαμπανεβάσματα ως το τέλος της ζωής του. Στις περίφημες Εξομολογήσεις του περιγράφει τα «όνειρα» του οπίου• έβαλα τη λέξη σε εισαγωγικά επειδή δεν είναι ξεκάθαρο πόσα από αυτά ήταν όντως όνειρα ή υπναγωγικές καταστάσεις και πόσα ήταν οράματα στον ξύπνιο του. Απομονώνω κάποια χαρακτηριστικά σημεία:

«Σαν να άνοιγε και να φωτιζόταν ένα θέατρο μέσα στο μυαλό μου, που παρουσίαζε κάθε νύχτα θεάματα υπεργήινης λαμπρότητας».

«Κάθε νύχτα μού φαινόταν ότι κατέβαινα, όχι μεταφορικά αλλά πραγματικά, σε βάραθρα και αβύσσους, σε βάθη κάτω από άλλα βάθη, απ’ όπου δε φαινόταν να υπάρχει ελπίδα ανόδου. Είχα δώδεκα Ατλαντικούς πάνω μου».

«Η αίσθηση του χώρου και του χρόνου είχαν έντονα αλλοιωθεί μέσα μου. Κτίρια, τοπία κ.λπ. έγιναν για μένα παραστάσεις τόσο αχανείς ώστε να είναι ακατάλληλο το ανθρώπινο μάτι να τις συλλάβει. Ο χώρος εξογκονώταν κι επαυξανόταν παίρνοντας τις ανείπωτες διαστάσεις του απείρου. Αυτό ωστόσο δε με ανησυχούσε τόσο όσο η αφάνταστη διαστολή του χρόνου. Καμιά φορά μου φαινόταν ότι είχα ζήσει εβδομήντα ή εκατό χρόνια σε μια νύχτα• τι λέω; αισθανόμουν μάλλον ότι είχα περάσει χιλιετία ολόκληρη στο διάστημα αυτό, μια χρονική περίοδο πολύ πέρα απ’ τα όρια οποιασδήποτε ανθρώπινης πείρας».

«Ήταν τέτοιες οι φαντασιώσεις πόλεων και ανακτόρων μέσ’ στον ύπνο μου, που ποτέ ξυπνητό μάτι δεν είδε παρόμοιες παρά στα σύννεφα».

Ο ντε Κουίνσι αφιερώνει μεγάλο μέρος των περιγραφών του στην ονειρική αρχιτεκτονική. Μιλάει για «αχανείς γοτθικές αίθουσες που οι κορυφές τους χάνονταν σε ζοφερά ύψη», για «επάλξεις που στις αεικίνητες κορφές τους είχαν αστέρια» κ.α. Μπορείτε να διαβάσετε τις υπέροχες Εξομολογήσεις ενός Άγγλου Οπιοφάγου εδώ.


Ο Wendigo Των Άστρων

Επαναλαμβάνω τη μαρτυρία μιας λογίστριας που είχα αναφέρει κι εδώ: Προσπαθούσε να τα φέρει βόλτα με τη δουλειά της, τη ζωή της και το παιδί που μεγάλωνε μόνη της, χωρίς πολλά χρήματα, χωρίς πολλή βοήθεια, χωρίς καθόλου ανησυχίες για υπαρξιακά θέματα, μέχρι που κάποιοι φίλοι αποφάσισαν κάποτε να της κάνουν ένα πρωτότυπο δώρο: ένα επαγγελματικό τηλεσκόπιο. Το χρησιμοποίησε στην αρχή από περιέργεια, ξεκίνησε έτσι να κοιτάζει τον νυχτερινό ουρανό, σιγά σιγά η περιέργεια εξελίχθηκε σε ενδιαφέρον και χωρίς να το καταλάβει, ανακάλυψε ότι περνούσε αρκετές ώρες κάθε βράδυ παρακολουθώντας τ' αστέρια. Άρχισε ν’ αναγνωρίζει αστερισμούς και ουράνια σώματα, αγόρασε εκλαϊκευμένα βιβλία αστρονομίας και τα διάβαζε μανιακά στον ελάχιστο ελεύθερό της χρόνο, μετά άρχισε να παίρνει το αυτοκίνητό της και να πηγαίνει στην ύπαιθρο για παρατήρηση, με λίγα λόγια απορροφήθηκε εντελώς. Μέχρι που μια μέρα το έκοψε μαχαίρι. Τα βιβλία μπήκαν στο ράφι και το τηλεσκόπιο θάφτηκε στο πατάρι. Γιατί; Διότι, με τα δικά της λόγια, «η αίσθηση συντριβής που είχα από τα τεράστια μεγέθη του σύμπαντος κόντεψε να με εκτροχιάσει εντελώς, ένιωθα πως όλη η ζωή μου, ο εαυτός μου, το παιδί μου, η δουλειά μου, οι άνθρωποί μου, όλα αυτά δεν είχαν πλέον την παραμικρότερη σημασία».


Τι Είναι Αυτός ο Wendigo;
Έτσι ονομάζω, στο δικό μου λεξιλόγιο, όλες τις παραπάνω εμπειρίες. Η λέξη προέρχεται από ινδιάνικες φυλές των βόρειων ΗΠΑ & Καναδά (Κρη, Οτζίμπουα, Ίνου) και αναφέρεται σε ένα μυθικό πλάσμα με μάτια από φωτιά και καρδιά από πάγο, που τριγυρνάει τις κρύες, ανεμοδαρμένες νύχτες στους ερημότοπους και κατασπαράζει τους μοναχικούς διαβάτες. Είναι ψηλός σαν δέντρο, έχει εφιαλτικό παρουσιαστικό, ενώ μπορεί κάποιος να τον δει μόνο άμα τον κοιτάξει κατά πρόσωπο• γιατί είναι και τόσο λεπτός που χάνεται όταν γυρίσει στο πλευρό. Ο Wendigo έγινε γνωστός το 1910 από το ομώνυμο αριστουργηματικό διήγημα του Algernon Blackwood, στο οποίο ο συγγραφέας παρουσιάζει μία διαφορετική εκδοχή του τέρατος, χωρίς την ανθρωποφαγική του διάσταση. Ο Wendigo του Blackwood είναι κι αυτός ένα ακόμα κάλεσμα της άγριας φύσης, μία ξαφνική ανάγκη που ωθεί κάποιες ψυχές να τα αφήσουν όλα και να το κάνουν τώρα αμέσως, να φύγουν στις ερημιές και να περιπλανιούνται ακατάπαυστα μέχρι «τα πόδια τους να πάρουν φωτιά». Γοητευτικός και φρικιαστικός ταυτόχρονα.



Δηλαδή;
Λοιπόν, όλες οι παραπάνω αφηγήσεις έχουν ένα κοινό: αναφέρονται σε ανθρώπους που βίωσαν μια εμπειρία απείρου. Κάτι απίστευτα τρομακτικό και ελκυστικό ταυτόχρονα, σαν το τραγούδι των Σειρήνων. Κάποιοι δεν άντεξαν και πισωπάτησαν, κάποιοι άλλοι βούτηξαν στα βαθιά και δεν ξαναβγήκαν ποτέ – όχι οι ίδιοι άνθρωποι, τουλάχιστον.

Ας ξεκινήσουμε από τον εν Μήλω φίλο. Τι έγινε εκεί στην άκρη του μόλου; Ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάω συνειδητοποίησε για λίγα δευτερόλεπτα το ασύλληπτα τεράστιο μέγεθος της θάλασσας. Δηλαδή, μπορεί να ήξερε – κι εμείς να ξέρουμε – στη θεωρία πόσο μεγάλη είναι, όμως άλλο πράγμα είναι να γνωρίζεις κάτι πληροφοριακά, διανοητικά, κι άλλο να συντρίβεσαι από την αίσθηση εκατομμυρίων τόνων νερού επάνω σου. Παρακολουθούσε γοητευμένος τα δελφίνια και όταν χάθηκαν συνέχισε να τα ακολουθεί με το μυαλό• δε βρισκόταν στο λιμάνι της Μήλου, ήταν στο βυθό με τα δελφίνια. Ώσπου ξαφνικά εκμηδενίστηκε θεσπέσια από την αίσθηση του υδάτινου σύμπαντος επάνω του, είδε φευγαλέα τον Wendigo. Κάτι που ποτέ δε θα πάθαινε αν συνέχιζε απλά να πίνει τον καφέ του και να κοιτάζει το μόλο, σαν τουρίστας. Χρειάζονταν αυτοί οι γοητευτικοί ιεροφάντες να τον μυήσουν στο Μυστήριο της Θάλασσας, κάθε Ευρυδίκη χρειάζεται τον Ορφέα της για να παρασυρθεί.

(Μία ακόμα παρένθεση: νιώθω πως μία παρόμοια εμπειρία Wendigo προσπαθούσε να αποδώσει κι ο D. H. Lawrence στο περίφημο ποίημα του για το φίδι που τον επισκέφτηκε «από τις μαύρες πύλες της μυστικής γης». Να ένας ακόμα γοητευτικός ιεροφάντης)

Ακριβώς το ίδιο ακριβώς έπαθε κι η αστρονόμος της τελευταίας αφήγησης, ο ιεροφάντης στη δική της περίπτωση ήταν η γαλήνια γοητεία του έναστρου ουρανού. Πολλοί έχουμε νιώσει ένα φευγαλέο ψήγμα απείρου όταν διαβάζαμε για το σύμπαν σε εκλαϊκευμένα βιβλία αστρονομίας – «φανταστείτε ένα πορτοκάλι στην Αθήνα κι άλλο ένα στο Παρίσι κ.λπ.». Στην περίπτωση όμως της αστρονόμου, τα ψήγματα αυτά ενώθηκαν κι έδωσαν καθαρό μέταλλο. Η κοπέλα «έκλεισε το θόρυβο της διανοητικής βαριάς βιομηχανίας κι άφησε τη σιωπή του αστρόφωτος να γεμίσει τα αυτιά της». Μόνο που έτσι ήρθε σε επαφή και με την τρομακτική πλευρά του Wendigo. Γιατί όταν ακούς μια μάνα να λέει πως ακόμα και το παιδί της δεν είχε πλέον την παραμικρότερη σημασία – μαζί με όλα τα υπόλοιπα στη ζωή της – καταλαβαίνεις πολύ καλά τη συντριπτική εκμηδένιση της εμπειρίας, τον εκτροχιασμό που καραδοκεί. Η κοπέλα βρέθηκε στο σταυροδρόμι, όμως τελικά διάλεξε την οδό της Αρετής.

Αυτή η αίσθηση της συντριβής μπροστά σε τιτάνια μεγέθη, κυριαρχεί στα οράματα του ντε Κουίνσι. «Ο χώρος εξογκονώταν κι επαυξανόταν παίρνοντας τις ανείπωτες διαστάσεις του απείρου». Καθώς διαβάζει κάποιος τις Εξομολογήσεις, μπορεί να νιώσει την αγωνία του συγγραφέα που δε βρίσκει λέξεις για να περιγράψει τις εμπειρίες του κι αναγκάζεται συνεχώς να προειδοποιεί ότι τα μεγέθη, τα αισθήματα και οι παραστάσεις που βίωσε, είχαν τέτοιο εξωκοσμικό μεγαλείο ώστε δεν αποδίδονται με λόγια.

Η έρημος γεννάει προφήτες, τρελούς, δαιμονισμένους κι αλαφροΐσκιωτους. Γενικά, ο Wendigo συνηθίζει να συχνάζει στους ερημότοπους, σ’ αυτά τα μοναχικά μέρη που καταπίνουν τον άνθρωπο κι εκμηδενίζουν την παρουσία του. Εμφανίζεται στα θύματά του με τη μορφή μιας ξαφνικής αίσθησης απεραντοσύνης, μιας γοητευτικής πεποίθησης ότι πέρα από αυτό το βουνό, αυτήν την πλαγιά, αυτό το ποτάμι, υπάρχει κάτι απίστευτα σαγηνευτικό και πρέπει οπωσδήποτε να πας να το ανακαλύψεις. «Πίσω απ’ τον πρώτο λόφο της ερήμου βλέπω έναν άλλο λόφο, όμως ο κρυμμένος λόφος είναι αυτός που με καλεί».


Πού Το Πας;
Το καναρίνι που έχει περάσει τη ζωή του σε κλουβί, δεν πρόκειται να φύγει ακόμα κι αν μια μέρα βρει ανοιχτό το πορτάκι. Συνηθισμένο μια ζωή στον περιορισμένο του χώρο, τρομάζει με τα μεγέθη που κυριαρχούν εκεί έξω και προτιμά να παραμείνει στην οικεία του στενότητα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με μας. Τα μεγέθη, οι αποστάσεις, οι χρονικές διάρκειες που καθημερινά βιώνουμε – προσοχή: βιώνουμε, όχι γνωρίζουμε εγκεφαλικά – χτίζουν το κλουβί στο οποίο περνάμε όλη τη ζωή μας. Σε μερικούς ανθρώπους όμως τυχαίνει να κοιτάξουν για λίγο έξω από το κλουβί. Ένα επαγγελματικό τηλεσκόπιο, κάποιο ναρκωτικό, ένας γοητευτικός ιεροφάντης, ένας ερημότοπος ή κάτι άλλο, τους μεταδίδει ξαφνικά μια αίσθηση απεραντοσύνης, μια γεύση αιωνιότητας. Τότε οι άνθρωποι αυτοί γοητεύονται και τρομάζουν ταυτόχρονα. Συνηθισμένοι να βιώνουν αποστάσεις λίγων δεκάδων ή εκατοντάδων μέτρων, συγκλονίζονται όταν κατεβαίνουν σε βάθος «δώδεκα Ατλαντικών». Συνηθισμένοι να βιώνουν χρονικές διάρκειες λίγων ωρών, συγκλονίζονται όταν ζουν «χίλια χρόνια μέσα σ’ ένα βράδυ». Συνήθως πισωπατούν και επιστρέφουν στην οικεία τους ασφάλεια, όμως σίγουρα σημαδεύονται για πάντα από την εμπειρία. Είναι αδύνατο να δεις τον Wendigo και να μην είναι μία από τις σημαντικότερες εμπειρίες της ζωής σου.

Αλήθεια, πόσο περιορισμένη είναι η καθημερινή γκάμα συναισθημάτων μας! Έχουμε πέντε θετικές αποχρώσεις, πέντε αρνητικές αποχρώσεις κι αυτό είν' όλο. Είμαστε μουσικά όργανα με πέντε νότες, πιάνα με πέντε πλήκτρα – τι μελωδία να φτιάξει κανείς; Όταν όμως καταφέρει να εισχωρήσει λαθραία ένα αίσθημα απείρου, τότε ανακαλύπτουμε ότι το πιάνο έχει μυστικά πλήκτρα. Και υπάρχουν τόσο εκπληκτικά συναισθήματα εκεί έξω από το κλουβί, στα μέρη που τριγυρνά ο Wendigo! Τρόμοι και χαρές, νοσταλγίες και γοητείες, μυστήρια και απογνώσεις, αισθήσεις, αισθήσεις, αισθήσεις...


Οπότε λοιπόν, αν το φέρει κάποτε η τύχη ή η κατάρα, αναγνώστη, και διαβείς κάποιον ερημότοπο χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας, χωρίς κορναρίσματα, φωνές, σπίτια, ηλεκτρικά φώτα, χωρίς τίποτα το ανθρώπινο… να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος. Ο Wendigo βαδίζει μαζί σου, πάντα πίσω από την πλάτη σου. Είναι πολύ πονηρός και γρήγορος, ξέρει να κρύβεται. Ακόμα κι αν γυρίσεις απότομα, αυτός θα έχει προλάβει να καλυφθεί πίσω από κάποιο δέντρο ή να γυρίσει στο πλευρό ώστε να μην τον δεις. Το νιώθεις όμως ότι κάποιος σε ακολουθεί, το ξέρεις καλά, έτσι δεν είναι; Δε χρειάζεται να το δικαιολογήσεις, εξάλλου το μόνο που ακούς είναι το θρόισμα κάποιων φύλλων – σίγουρα ένα πουλί ή μια περαστική αύρα.

Σίγουρα;

4510

Όπως όλοι ξέρουμε, δεν υπάρχει δυνατότερη σχέση στον κόσμο απ’ αυτή που μπορεί ν’ αναπτυχθεί ανάμεσα στον αγρότη και στο τρακτέρ του. Ούτε η αδερφική ούτε η ερωτική ούτε η σχέση πιστού προς το Θεό ή ψηφοφόρου προς το βουλευτή μπορεί να συγκριθεί με το πάθος που γεννάει το μουρμουρητό ενός 4κύλινδρου diesel κινητήρα, η ελαφράδα του υδραυλικού τιμονιού, η αίσθηση παντοδυναμίας της τετρακίνησης – όλα όσα συνιστούν τη φιλοσοφική κατηγορία που ονομάζεται τρακτέρ. Και όπως επίσης όλοι ξέρουμε, τρακτέρ σημαίνει John Deere.

Αυτό όμως που δεν ξέρουμε όλοι είναι ότι τα τρακτέρ της John Deere αποτελούν σύμβολο του ανθρώπινου όντος. Αυτού του δίποδου πλάσματος με το υποτυπώδες τρίχωμα και το σχετικά αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα, που εμφανίστηκε στην ανατολική Αφρική πριν περίπου 200.000 χρόνια. Τι αρχίσαμε όμως να λέμε για τα τρακτέρ;

Λοιπόν, τα ημερολόγια έδειχναν 2002 όταν έγινε κάτι πρωτοφανές: η John Deere έβγαλε τρακτέρ με ηλεκτρονικό υπολογιστή. Πρόκειται για την περίφημη σειρά 4000 ΤΕΝ, εννέα μοντέλα που ο κόσμος τα αγόραζε νομίζοντας ότι παίρνει τρακτέρ και στην πορεία ανακάλυπτε ότι είχε πάρει κομπιούτερ.

Η σειρά σημείωσε μεγάλη επιτυχία – αρχικά. Τα καινούργια eΤρακτέρ ήταν εφοδιασμένα με αισθητήρες που ανίχνευαν την κίνηση, τα προσαρτημένα εξαρτήματα, το συνολικό φορτίο στο στρόφαλο, μεταβίβαζαν τις πληροφορίες στον υπολογιστή, κι αυτός προσάρμοζε τη διαθέσιμη ισχύ του κινητήρα και την απόκριση του σασμάν στις απαιτήσεις εργασίας. Μετάφραση: το μηχάνημα έκανε περισσότερη και καλύτερη εργασία σε λιγότερο χρόνο και με λιγότερο καύσιμο. Τι δεν πήγε καλά λοιπόν;

Αυτό που δεν πήγε καλά ήταν ότι τα eΤρακτέρ άρχισαν να βγάζουν πολλές ζημιές ηλεκτρονικής φύσης. Οι καινούργιες δυνατότητες που έδιναν ακυρώνονταν από τα πολλά προβλήματα που τις συνόδευαν. Η John Deere μάζεψε εμπειρία, έκανε διορθώσεις και δύο χρόνια αργότερα, το 2004, έβγαλε τη βελτιωμένη σειρά 4000 TWENTY• το μοντέλο 4310 έγινε 4320, το 4710 έγινε 4720 κ.λπ. και τελικά η παλιά σειρά 4000 ΤΕΝ απεδείχθη πιλοτική. Φυσικά, έχετε καταλάβει ότι τόση ώρα μιλάω για τον άνθρωπο.


Τα Ηλεκτρονικά Συστήματα Της Φύσης
Πριν από την John Deere, προσπάθησε και η Φύση να εφοδιάσει τα δικά της προϊόντα με ηλεκτρονικά συστήματα που βελτιστοποιούν την απόδοση. Η τεχνολογία της ήταν διαφορετική, δε στηρίχτηκε στα μικροτσίπ αλλά στα νευρικά κύτταρα. Παρήγαγε εκατομμύρια μοντέλα, τα δοκίμασε στην πράξη, έβγαλε συμπεράσματα, και το εργαστήριο της εξέλιξης ανέλαβε να διορθώσει τις ατέλειες. Ποιος μπορεί να ξεχάσει π.χ. τη μεγάλη εμπορική επιτυχία των ασπόνδυλων (καβούρια, αράχνες, σκορπιοί, γαρίδες, βουλευτές της ΝΔ κ.λπ.), που παραμένουν δημοφιλή ακόμα και σήμερα; Καταπληκτικά μηχανήματα – το πρόβλημα όμως ήταν ότι ο «εγκέφαλός» τους αναπτύχθηκε γύρω από τον οισοφάγο τους, με αποτέλεσμα αυτός ο τελευταίος να γίνει τόσο στενός, ώστε δεν μπορούσε να περάσει κάτι άλλο εκτός από υγρή τροφή.

Τα ασπόνδυλα τελικά παγιδεύτηκαν σε ένα εξελικτικό αδιέξοδο: η περαιτέρω ανάπτυξη του «εγκεφάλου» τους θα στένευε ακόμα περισσότερο τη διατομή του τροφικού αγωγού• η αύξηση της διατομής του οισοφάγου θα αφαιρούσε πολύτιμο χώρο από τα νευρικά τους γάγγλια. Ή θα γίνονταν αρκετά έξυπνα ώστε να βρίσκουν τροφή αλλά ανίκανα να την καταπιούνε ή θα γίνονταν ικανά να αφομοιώσουν ποικιλία τροφής αλλά ανίκανα να τη βρίσκουν. Και τελικά κατέληξαν υγροπότες – αιμοπότες.

Η εξέλιξη δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια και πριν από περίπου 525.000.000 χρόνια βρήκε την τεχνική λύση: με την καινοτομία της σπονδυλικής στήλης, θα μπορούσε να έχει και τη νευρική–εγκεφαλική πίτα σωστή και τον διατροφικό σκύλο χορτάτο. Τα ασπόνδυλα κόλλησαν στην παρωχημένη τους τεχνολογία και παρέμειναν εντελώς πρωτόγονα από πλευράς ικανοτήτων – θα μπορούσαμε να τα παρομοιάσουμε με τα ατμάροτρα, τους προγόνους των σύγχρονων τρακτέρ, κάτι βαριές, δυσκίνητες και μικρής ισχύος μηχανές του 19ου αιώνα.


Ένας Γάιδαρος Με Μεγάλα Αυτιά
Γνώρισα παλιά έναν σιίτη μουσουλμάνο από το Κασμίρ. Ήταν ένας συγκρατημένος άντρας, που ανοίχτηκε όμως απρόσμενα όταν μιλήσαμε για τον Προφήτη, τους διαδόχους του και τον Ιμάμη Αλί. Σύντομα η συζήτηση πέρασε σε λεπτά ζητήματα («Πώς αισθάνεσαι, Ινδός ή Πακιστανός;» – «Αισθάνομαι Κασμιριανός!»), τόλμησα ακόμα και να του αναφέρω την προσωπική μου θεωρία (την οποία φυσικά απέρριψε απερίφραστα), ότι ο Μωάμεθ ίσως να σκοτώθηκε κατά την Εγίρα, ενώ αυτός που έφτασε στη Μεδίνα και παρουσιάστηκε ως Μωάμεθ ήταν κάποιος σύντροφός του, μάλλον ο Αμπού Μπακρ. Από ένα σημείο και μετά πάντως, αρχίσαμε να αλληλοπειραζόμαστε και να κοντραριζόμαστε για τις θρησκείες μας. Κουβέντα στην κουβέντα κι ενώ τον είχα κουρδίσει, έκανε σε κάποια στιγμή: «Ε, θα σου πω τώρα μια ιστορία για να δεις το μεγαλείο του Ισλάμ!» Με διαβεβαίωσε ότι θα έμενα άφωνος κι ότι μπορεί ακόμα και να γινόμουν μουσουλμάνος, όπως λέει συνέβη με κάποιους δυτικούς καθηγητές πανεπιστημίου που άκουσαν τη συγκεκριμένη ιστορία (από τις σιιτικές Χαντίθ, τις παραδόσεις εκτός Κορανίου).


ΠΡΟΣΟΧΗ: Κίνδυνος να γίνετε μουσουλμάνοι! Συνεχίζετε το διάβασμα αποκλειστικά με δική σας ευθύνη!


Ο Ιμάμης Αλί, ο γαμπρός του Προφήτη (ας είναι πάνω σ’ αυτόν η ευλογία και η ειρήνη του Αλλάχ), ήτανε ονομαστός για την αφοσίωσή του στο Θεό. Μέρα και νύχτα, από το πρωί ως το βράδυ σκεφτόταν συνέχεια τον Θεό, ούτε μία στιγμή δεν τον ξεχνούσε. Ένας άπιστος που τον μισούσε, προσπάθησε να βρει τρόπο για να τον κάνει να πάρει το νου του από τον Θεό και νόμισε ότι ανακάλυψε το κόλπο. Μία μέρα λοιπόν πήγε στο σπίτι του και, όλο αθωότητα, τον ρώτησε αν μπορεί να του απαντήσει σε ένα βασανιστικό ζήτημα. Ο Αλί ήταν ευγενικός και πάντα καταδεχόταν όσους τον επισκέπτονταν. «Θέλω να μου πεις», ζήτησε ο άπιστος, «από όλα τα ζώα της γης – πουλιά, ψάρια, ερπετά, μαλάκια κ.λπ. – ποια είναι αυτά που κάνουν αυγά και ποια κάνουν νεογνά». Ο άπιστος έγειρε πίσω αυτάρεσκα• περίμενε ότι ο Αλί θα άρχιζε να απαριθμεί ένα ένα τα ζώα της γης, να απαντά σε κάθε περίπτωση, οπότε στις ώρες που θα χρειαζόταν μέχρι να ολοκληρωθεί η απάντησή του, δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα έπαιρνε το νου του από τον Θεό.

Η απάντηση του Αλί ήταν λίγες λέξεις όλο κι όλο: «Αν κάποιο ζώο – πουλί, ψάρι, ερπετό, μαλάκιο κ.λπ. – έχει τα αυτιά του έξω από το κρανίο, τότε κάνει νεογνά. Αν έχει τα αυτιά του μέσα στο κρανίο, κάνει αυγά». Αυτό ήταν. Ο άπιστος πήρε την απάντησή του, το σχέδιό του απέτυχε κι ο Αλί συνέχισε να σκέφτεται ακατάπαυστα τον Θεό. Ο Κασμιριανός φίλος μου εξήγησε ότι ήταν η θεία χάρη που έκανε τον Αλί να μιλήσει με τόση σοφία και να διακρίνει αυτόν τον βιολογικό συσχετισμό ανάμεσα στην αναπαραγωγή και στην ακοή. Κάντε ένα διάλειμμα, σκεφτείτε διάφορα παραδείγματα ζώων και πάμε να δούμε αυτό το θαυμαστό προϊόν της φύσης, τα θηλαστικά.

Πριν από 250 εκατομμύρια χρόνια, δεν υπήρχαν στην ξηρά τα ζώα που ξέρουμε σήμερα, παρά μόνο κάτι πρωτόγονα ερπετά, τα θηραψίδια. Από αυτά εξελίχτηκαν τα πρώτα θηλαστικά, που ήταν τάξεις μεγέθους πιο μικρά από τα άλλα διακεκριμένα τέκνα των θηραψιδίων, τους δεινόσαυρους. Αδύναμα μέσα σ’ έναν κόσμο δυνατών και προκειμένου να επιβιώσουν, τα πρώτα θηλαστικά αναγκάστηκαν να αναπτύξουν τεχνολογικές καινοτομίες: αναπαραγωγή με νεογνά, εξαιρετικές αισθήσεις, μάθηση.

- Η εναπόθεση αυγών είναι ξεπερασμένη τεχνολογία σε σχέση με τη γέννηση νεογνών. Το αυγό είναι πολύ πιο ευάλωτο, μπορεί να παρασυρθεί, να καταστραφεί, να γίνει στόχος κυνηγών. Περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης υπάρχουν αν εκκολαφτεί το έμβρυο μέσα στο μητρικό σώμα, αν η ίδια η μητέρα γίνει το αυγό του απογόνου.

- Οι αισθήσεις των θηλαστικών είναι πολύ ανώτερες από αυτές των ερπετών. Η ακοή εν προκειμένω είναι υποτυπώδης στα ερπετά, ενώ στα θηλαστικά είναι ένα ακριβές κανάλι πληροφοριών για το περιβάλλον. Τα τρία οστάρια του μέσου αυτιού – σφύρα, άκμων και αναβολέας – είναι ένα φυσικό μικρόφωνο που συναντάται σε όλα τα θηλαστικά ενώ απουσιάζει στα ερπετά (υπάρχει μόνο ένα οστάριο). Το εξωτερικό ους με το πτερύγιό του ενισχύει τον εισερχόμενο ήχο κατά 5 ντεσιμπέλ, προσφέρει επίσης στο θηλαστικό και την ικανότητα εντοπισμού της ηχητικής πηγής. Παρόλο που και στις δύο ζωικές οικογένειες το καθαυτό όργανο της ακοής είναι το ίδιο (ο ακουστικός κοχλίας στο εσωτερικό ους, μ’ αυτόν ακούμε, όλο το υπόλοιπο αυτί είναι η δίοδος που μεταβιβάζει τα ηχητικά κύματα στον κοχλία), το αυτί των θηλαστικών έχει επιπλέον μικρόφωνο, ενισχυτή και GPS.

- Και ερχόμαστε τώρα στη ριζική διαφορά. Τα θηλαστικά μπορούν να μαθαίνουν από την εμπειρία τους, μπορούν να μαθαίνουν το ένα από το άλλο, μπορούν και να μεταβιβάζουν την αποκτημένη εμπειρία στους απογόνους. Καμία σχέση με τα ερπετά, στα οποία όλα σχεδόν είναι ένστικτο και αντανακλαστικά – έτσι όπως προγραμματίστηκαν αρχικά, έτσι θα λειτουργήσουν σε όλη τους τη ζωή.

Η καινούργια αυτή τεχνολογία και τα αξεσουάρ που απαιτούσε (κοινωνικότητα, μιμητισμός, σχηματισμός οικογένειας κ.λπ.) συνοδεύτηκαν από σπουδαίες ηλεκτρονικές βελτιώσεις. Ο εγκέφαλος των θηλαστικών έγινε κατάλληλος για να υποστηρίξει την πολύ πιο ενεργητική ζωή τους σε σχέση με τα ερπετά, που απλώς χρειάζονται έναν εγκέφαλο για τα βασικά (αναπνοή, ύπνο, καρδιακό ρυθμό, πείνα, οίστρο, φυγή, επίθεση κ.λπ.), εφοδιάστηκε επίσης και με μία δομή παραγωγής συναισθημάτων, απαραίτητα προκειμένου να γίνει λειτουργική η κοινωνικότητά τους. Θα μπορούσαμε να παρομοιάζαμε τα θηλαστικά με τα τρακτέρ της δεκαετίας του ‘30: τότε ήταν που τα μηχανήματα αυτά εξοπλίστηκαν με υδραυλικά συστήματα, κατάλληλους τροχούς για κίνηση στην άσφαλτο και ηλεκτρική μίζα. Δείτε εδώ ένα βιντεάκι για την εξέλιξη των θηλαστικών: σιδεράδες μετατρέπουν τους ατσάλινους τροχούς των τρακτέρ σε τροχούς με καουτσούκ, δεκαετία του ‘30.

Όσο για την απάντηση του Ιμάμη Αλί στον άπιστο; Υπάρχει άραγε ζώο που π.χ. να κάνει αυγά αλλά να έχει εξωτερικό αυτί; Ή ζώο που να κάνει νεογνά και να μην έχει; Λοιπόν, είναι αναμενόμενο ένας άνθρωπος της ερήμου να μην είχε ακούσει ποτέ για τα μεγάλα κητοειδή των ωκεανών. Δελφίνι, δελφινάκι, πάμε πιο γρήγορα. Αυτά τα θηλαστικά της θάλασσας ακούνε με την κάτω σιαγόνα τους, δε διαθέτουν εξωτερικά αυτιά και φυσικά κάνουν φαλαινάκια και δελφινάκια. Αλλά και τα διάφορα μέλη της οικογένειας των φωκιδών – θαλάσσιοι ελέφαντες, θαλάσσιοι λέοντες, φώκιες – κάνουν νεογνά, ενώ έχουν μεγάλη διαφοροποίηση ως προς τα όργανα της ακοής τους. Εδώ μπορεί να τελειώσει η μουσουλμανική μας καριέρα.


Θαλάσσιος λέοντας με (εξωτερικά) αυτιά


Θαλάσσια ελεφαντόπουλα άνευ (εξωτερικών) αυτιών


I am the eggman, they are the eggmen, I am the walrus


Ο Διχασμός
Ήρθε κάποτε η μεγάλη στιγμή που η Φύση, όπως και η John Deere, αποφάσισε να βγάλει τα πιο τελειοποιημένα της μηχανήματα, εφοδιασμένα με τις πλέον εξελιγμένες ηλεκτρονικές δομές. Πριν από 200.000 χρόνια λοιπόν, όταν πρωτοεμφανίστηκε το ανθρώπινο πλάσμα στην ανατολική Αφρική, ΔΕΝ ήταν αυτή η στιγμή• ήταν πριν από περίπου 15.000.000 χρόνια, όταν πρωτοεμφανίστηκε η οικογένεια των ανθρωπιδών (άνθρωποι, γορίλες, χιμπατζήδες, ουραγκοτάγκοι). Ας περιοριστούμε για τη συνέχεια στο πιο βαρετό μέλος αυτής της οικογένειας, τον άνθρωπο.

Είπαμε στην αρχή για τις άφθονες καινούργιες δυνατότητες που προσέφερε ο εφοδιασμός του τρακτέρ με ένα εντελώς καινούργιο σύστημα, ένα σύνολο από αισθητήρες, μικροτσίπ, διακόπτες και καλώδια γύρω από τον κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το αντίστοιχο αυτού του συστήματος στην τεχνολογία της Φύσης είναι ο εγκεφαλικός νεοφλοιός. Αν και υφίσταται στοιχειωδώς σε όλα τα θηλαστικά (πλην του Γεράσιμου Γιακουμάτου, φυσικά), μόνο στον άνθρωπο είναι τόσο ανεπτυγμένος ώστε να παίζει καθοριστικό ρόλο στη συμπεριφορά του. Πρόκειται για επαναστατική τεχνολογία, που δίνει πρωτοφανείς ικανότητες ανάλυσης, σύνθεσης και μετατροπής των αισθητηριακών δεδομένων σε κατάλληλες κινητικές αντιδράσεις. Bonus: η ικανότητα σχεδιασμού, η αφαιρετική σκέψη, η (έναρθρη) γλώσσα, καθώς και όλες οι λειτουργίες που συνήθως ονομάζουμε «πνευματικές». Πού είναι το πρόβλημα λοιπόν;

Το πρόβλημα είναι ότι ειδικά ο ανθρώπινος νεοφλοιός δεν είναι καθόλου καλά εναρμονισμένος με τα παλαιότερα μέρη του εγκεφάλου. Πριν από 500.000 χρόνια, ο νεοφλοιός των ανθρωπίδων άρχισε να αναπτύσσεται με εξωφρενική ταχύτητα, μοναδική στην ιστορία της εξέλιξης. Τόσο εκρηκτική ήταν η αυτή η εγκεφαλική διόγκωση, ώστε ο Morley Roberts πρότεινε ότι το αποτέλεσμα τελικά είναι παθολογικό, ότι θα πρέπει να θεωρήσουμε τον ανθρώπινο νεοφλοιό ως ένα είδος κακοήθους νεοπλασίας που μεταβιβάζεται κληρονομικά στους απογόνους (υπερβολή, εντάξει, όμως δείχνει το μέγεθος αυτής της έκρηξης). Αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα οι νοητικές μας λειτουργίες εκτελούνται από ένα νέο και υψηλά ανεπτυγμένο μέρος του εγκεφάλου, ενώ η συγκινησιακή μας συμπεριφορά εξακολουθεί να ρυθμίζεται από ένα σχετικά πρωτόγονο σύστημα. Ο Καραμανλής μπορεί να έκανε επανίδρυση του κράτους, η εξέλιξη όμως δεν έκανε επανίδρυση του εγκεφάλου, δεν τον αναδιάρθρωσε ριζικά προκειμένου να ενσωματώσει αρμονικά τα κέντρα των καινούργιων λειτουργιών. Αντί γι’ αυτό, διατήρησε τις αρχαίες δομές και υπέρθεσε την τελευταία λέξη της εγκεφαλικής τεχνολογίας επάνω τους, ώστε να γίνει τελικά ο ανθρώπινος εγκέφαλος σαν το ΠΑΣΟΚ: απ’ έξω ο πολιτισμός κι ο εκσυγχρονισμός, από μέσα οι βαθιές δομές του συστήματος που χρησιμοποιούν μια υποτυπώδη γλώσσα απλών όρων και αντιδρούν εντελώς μανιχαϊστικά στα εξωτερικά ερεθίσματα.


Το Βαθύ ΠΑΣΟΚ Του Εγκεφάλου
Ας δούμε αυτές τις αρχαϊκές εγκεφαλικές δομές σε μια όσο το δυνατόν πιο απλοποιημένη παρουσίαση. Κατ’ αρχήν είναι ο Ερπετοειδής Εγκέφαλος: το στέλεχος, η παρεγκεφαλίδα και ο θάλαμος (συν κάτι ψιλά). Εδώ μιλάμε για τα εντελώς βασικά, τη συμπεριφορά που συνήθως αποκαλούμε ενστικτώδη ή ανακλαστική. Πείνα, ύπνος, οργή, αντιδράσεις πάλης, φυγής κ.λπ. Σε κάθε ερέθισμα, ο ΕΕ αναρωτιέται: «είναι επικίνδυνο;» – «είναι αδιάφορο;» – «τρώγεται;». Μοιραζόμαστε αυτόν τον εγκέφαλο με τα πουλιά και τα ερπετά.

Κατόπιν είναι το Λιμβικό Σύστημα (κατά βάση, η αμυγδαλή κι ο ιππόκαμπος), ο χαρακτηριστικός εγκέφαλος των θηλαστικών. Πρόκειται για την πηγή των συναισθημάτων και των ενστίκτων μας. Τι είν’ αυτό που το λένε αγάπη; Ό,τι και να είναι πάντως, φαίνεται ότι εδράζεται εδώ. Για το ΛΣ, το κάθε τι είναι είτε ευχάριστο είτε δυσάρεστο. Αυτό το κόλπο βρήκε η εξέλιξη για την επιβίωση των θηλαστικών, το δίπολο πόνου – ευχαρίστησης. Προκειμένου το ζώο να επιβιώσει, έπρεπε πάση θυσία να αποφεύγει τον πόνο και να επιδιώκει την ευχαρίστηση.

Επάνω σ’ αυτούς υπερτίθεται ο νεοφλοιός, το μέρος του εγκεφάλου με το οποίο μιλάμε, διαβάζουμε, παίζουμε σκάκι, συντάσσουμε ισολογισμούς, βγάζουμε φορολογικές ενημερότητες και καταθέτουμε πλαστές εγγυητικές επιστολές 550 εκατομμυρίων ευρώ. Κάθε ένας απ’ αυτούς τους εγκεφάλους έχει τις δικές του προτεραιότητες, τη δική του μνήμη, γλώσσα και αντίδραση στα ερεθίσματα των αισθήσεων. Ας πάρουμε δύο παραδείγματα:

1) Η WWF ανακοινώνει ότι με τους σημερινούς ρυθμούς ψαρέματος, η παγκόσμια αλιεία θα καταρρεύσει ως το 2050. Το ΛΣ θα αντιδράσει κάπως έτσι: «Καταστροφή! Σε τι κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας;». Ο νεοφλοιός θα αναρωτηθεί: «Θέλω να εξετάσω την έρευνα, να ακούσω κι άλλες γνώμες ειδικών». Ο ΕΕ θα σκεφτεί: «Κινδυνεύω από τη WWF;».

2) Ο Γιώργος Παπανδρέου μάς ζητάει να τον ψηφίσουμε. Το ΛΣ θα κραυγάσει: «Γιώργο, προχώρα, άλλαξέ τα όλα!» (ή εναλλακτικά: «Κάτω η χούντα του ΠΑΣΟΚ!»). Ο νεοφλοιός παίζει το ρόλο του δρ. Σποκ στο Εντερπράιζ: «Μισό λεπτό, και το 2004 ψήφισα Καραμανλή, μετά όμως το μετάνιωσα. Μήπως την ξαναπατήσω;». Ο ΕΕ θα αναρωτηθεί: «Τρώγεται ο Γιώργος Παπανδρέου;»


Ο Ηθικός Θεός
Όταν καθίσης να φάγης μετά άρχοντος, παρατήρει επιμελώς τα παρατιθέμενα έμπροσθέν σου, και βάλε μάχαιραν εις τον λαιμόν σου, εάν ήσαι αδηφάγος• μη επιθύμει τα εδέσματα αυτού, διότι ταύτα είναι τροφή δολιότητας [Παροιμίαι 23: 1 – 3]. Τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα που συνήθως αναφέρονται είναι: λαγνεία, φθόνος, οργή, φιλαργυρία, περηφάνια, οκνηρία και λαιμαργία. Αυτό το τελευταίο θα ακουγόταν περίεργο σε έναν κυνηγό – τροφοσυλλέκτη της Παλαιολιθικής εποχής, που έτρωγε για να επιβιώσει, όχι για να καλοπεράσει. Και να ήθελε να υποκύψει στην αμαρτία, δε θα το μπορούσε.

Ο εγκέφαλός μας σχεδιάστηκε πριν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια – τότε που η επιβίωση ήταν σπουδαία υπόθεση, η τροφή λιγοστή και η υπερενεργειακή τροφή θησαυρός. Όπως επίσης και τα πολύ χρήσιμα για τον οργανισμό πακέτα ιόντων που ονομάζουμε «αλάτι». Η εξέλιξη φρόντισε να το προγραμματίσει αυτό στο ηλεκτρονικό μας σύστημα: τα σάκχαρα και το αλάτι ενεργοποιούν εγκεφαλικά κυκλώματα οπιοειδών μέσα στο ΛΣ, τα οποία δίνουν το αίσθημα της ευχαρίστησης κατά την κατανάλωσή τους. Ίδια ακριβώς με τη σιελόρροια των σκυλιών του Παβλώφ, έτσι είναι κι η δική μας «οπιόρροια» στην κατανάλωση υπερενεργειακών τροφών – μόνο που δε χρειάζεται να μας εκπαιδεύσει κανένας Παβλώφ, είμαστε εγκεφαλικά κατασκευασμένοι για να επιδιώκουμε τους υδατάνθρακες και τα πακέτα ιόντων, από τότε που πασχίζαμε να επιβιώσουμε.

Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Σ’ ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, η τροφή δεν είναι μέρος του ζην αλλά του ευ ζην. Στις αρχές του 20ου αιώνα εμφανίστηκε, σε Ευρώπη και ΗΠΑ, κάτι αδιανόητο στη μέχρι τότε ανθρώπινη ιστορία: η φτηνή ζάχαρη. Το αλάτι έγινε εξίσου φτηνό και κοινό. Τα ανταποδοτικά κυκλώματα όμως στον λιμβικό εγκέφαλό μας παραμένουν, με αποτέλεσμα να καταναλώνουμε υπερβολικά πολύ αλάτι και ζάχαρη, δεν μπορούμε ν’ αντισταθούμε εύκολα στη γοητεία τους. Δεν μπορούμε να πούμε στο βαθύ ΠΑΣΟΚ του εγκεφάλου μας: «πάψε να συνδέεις τα ιόντα και τους υδατάνθρακες με την επιβίωση και να ανταποδίδεις έτσι ευχάριστα την κατανάλωσή τους», είναι τόσο αρτηριοσκληρωτικό, δυσλεκτικό και κολλημένο στην προγονική του κληρονομιά, όσο και μία συνεδρίαση της ΚΕ του ΚΚΕ.

Πολλές φορές λοιπόν διχαζόμαστε σαν τον ΣΥΡΙΖΑ λόγω αυτής της ασυνεργασίας των εγκεφαλικών μας δομών. Ο ανανεωτικός νεοφλοιός αντιλαμβάνεται ότι κάτι είναι λάθος, την ίδια ώρα που οι ριζοσπαστικές αρχαϊκές δομές δίνουν σήμα για απελευθέρωση ορμονών και νευροδιαβιβαστών – στην καθομιλουμένη λέμε ότι άλλο θέλει «το μυαλό» κι άλλο «η καρδιά» μας. Ο βασικός τρόπος που έχει βρει η ανθρωπότητα για να αντιμετωπίσει σε μαζικό επίπεδο αυτόν τον διχασμό είναι η ηθική• η πιεστική επιβολή, δηλαδή, του έλλογου νεοφλοιού στο λιμβικό και ερπετοειδές σύστημα. Από τον 18ο αιώνα όμως και τον Ι. Καντ ξέρουμε πως όπου εγκαθιδρύεται μαζικά ένα σύστημα ηθικών εντολών & αρχών, ο θεϊκός εντολοδόχος απέχει μόνο ένα βήμα. Λοιπόν, ας τραβήξουμε λίγο ακόμα αυτήν την παρομοίωση του ανθρώπου με τα τρακτέρ της John Deere…

Η εταιρεία θέλει να παινεύεται για την ιστορία και τον ιδρυτή της, τον ομώνυμο κ. John Deere. Στην επίσημη φιλολογία της, προβάλλει έντονα τον άνθρωπο και τις αξίες του – τις εφευρέσεις, την εργατικότητά του, την υψηλή ποιότητα της δουλειάς του – και βεβαιώνει ότι όλα αυτά πέρασαν στην εταιρεία, γι’ αυτό και η Deere & Co. γιγαντώθηκε τόσο πολύ και σήμερα είναι ο παγκόσμιος ηγέτης στον τομέα της. Όλα ωραία και ρομαντικά, όμως υπάρχει ένα σημείο που αποσιωπάται μόνιμα. Το μεγάλο άλμα για την εταιρεία έγινε το 1918, όταν έβγαλε ένα πολύ επιτυχημένο βενζινοκίνητο τρακτέρ στην αγορά, κλάσεις ανώτερο από τα ατμοκίνητα τρακτέρ της εποχής (κάτι ογκώδη θηρία σαν βαγόνια τραίνου). Σχεδιαστής αυτού του τρακτέρ ήταν ο John Froelich, ένας ανεξάρτητος μηχανικός που από το 1892 είχε τη διορατικότητα να καταλάβει ότι το μέλλον είναι η βενζίνη, όχι ο ατμός. Στα χρόνια που ακολούθησαν, προσπαθούσε χωρίς επιτυχία να πείσει τον κόσμο για την εφεύρεσή του, μέχρι που το 1918 αναγκάστηκε να πουλήσει την εταιρεία του στην John Deere για ένα κομμάτι ψωμί. Η συνέχεια ήταν εκρηκτική. Ο Froelich έμελλε να ζήσει στην αφάνεια, ενώ η John Deere έδωσε ψίχουλα και πήρε χρυσάφι.

Είναι ελκυστικό να παρουσιάζεις τη μεγάλυνσή σου ως αποτέλεσμα της δουλειάς ενός χαρισματικού επιχειρηματία του 1837, ενώ είναι εντελώς διαφορετικό να λες ότι ωφελήθηκες σχεδόν τυχαία από τη δουλειά κάποιου άλλου. Όλοι μας όμως, όχι μόνο η John Deere, αρεσκόμαστε σε μύθους και ψαλιδίζουμε τις ενοχλητικές λεπτομέρειες που χαλάνε την εικόνα. Πολύ περισσότερο όταν αυτοί οι μύθοι περιλαμβάνουν μεταφυσικές αρχές που επιβάλλουν ηθικές νόρμες: ο κ. John Deere ως πηγή εργασιακής ποιότητας, η εταιρεία Deere & Co. ως κιβωτός αυτής της ποιότητας• ο Θεός ως πηγή της ηθικής, η Εκκλησία ως φορέας της.


Τελικά, Πού Θες Να Καταλήξεις;
Ο ορίζοντας ενός πολιτικού φτάνει μέχρι τις επόμενες εκλογές. Ο ορίζοντας των αγροτών φτάνει μέχρι το 2013, που θα κοπούν οι επιδοτήσεις. Ο ορίζοντας των φαν του Έλβις φτάνει μέχρι το 2047, που θα λήξει το copyright των τραγουδιών του. Ο ορίζοντας των Κινέζων φτάνει μέχρι το 2080, που εκτιμούν ότι η Κίνα τότε θα γίνει η πιο αναπτυγμένη χώρα του πλανήτη. Ο δικός σας ορίζοντας μέχρι πού φτάνει; Μπορείτε να σκεφτείτε με όρους δεκαετιών; Αιώνων; Χιλιετιών; Ίσως να σας φαίνεται Επιστημονική Φαντασία αυτό, μην ξεχνάτε όμως ότι υπάρχουν βάσιμες ανησυχίες πως το ανθρώπινο πλάσμα θα καταφέρει να επιβιώσει. Δεν είναι 100% σίγουρο ότι θα αφανιστούμε μέσα στους επόμενους αιώνες, ίσως και να καταφέρουμε τελικά να τη βγάλουμε καθαρή. Οι εξωγήινοι τουλάχιστον που μας παρακολουθούν από τα προϊστορικά χρόνια, στοιχηματίζουν 3 προς 1 ότι θα αφανιστούμε μέχρι τον 24ο αιώνα – παραμένει ο κίνδυνος να βρούμε λύσεις για τα κοινωνικά, εξοπλιστικά, περιβαλλοντικά κ.λπ. προβλήματά μας.

Αφήνοντας κατά μέρος την πλάκα, είναι γεγονός πως εμείς, τα τέκνα του Αδάμ, η κορωνίδα της δημιουργίας, οι φορείς της θεϊκής σπίθας κ.λπ. κινδυνεύουμε πλέον να αυτοκαταστραφούμε. Όχι σε ένα απροσδιόριστο μέλλον, αλλά μπορεί και αρκετά σύντομα ώστε να αφορά τα παιδιά των παιδιών μας ή τα εγγόνια των παιδιών μας. Υπάρχουμε εδώ και 200.000 χρόνια, γίναμε γεωργοί εδώ και 10.000 χρόνια, έχουμε γραπτή ιστορία εδώ και 5.000 χρόνια, λύσαμε το πρόβλημα της επιβίωσης στον δυτικό κόσμο εδώ και 100 χρόνια• όλα αυτά για να δημιουργήσαμε προβλήματα που ίσως και να μην μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε. Λες και είμαστε τρακτέρ 4510…

Εκτός από τον εφιάλτη του αφανισμού, υπάρχει και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Ο άνθρωπος είναι ένα δυστυχισμένο ον – ευτυχισμένο, πάντως, δεν το λες. Εκμετάλλευση, κατάθλιψη, εγκληματικότητα, καταπίεση, ψυχασθένεια, αδικία, πόλεμοι και τόσα άλλα, τέρατα που βγήκαν από το κουτί της δικής μας Πανδώρας. Από την αρχαιότητα συζητάμε για τα προβλήματα του ανθρώπου, εξετάζουμε το ζήτημα κοινωνιολογικά, πολιτικά, θρησκευτικά, ηθικά, ψυχαναλυτικά κ.λπ. όμως όλες αυτές οι προσεγγίσεις έχουν έναν κοινό παρονομαστή: θεωρούν τον άνθρωπο στατικό και ολοκληρωμένο ον. Λύσεις για τα προβλήματα του ανθρώπου προσέφεραν ο Πλάτωνας, ο Φρόιντ, ο Πάπας, ο Λένιν, ο Γκάντι, ο Μπακούνιν, ο Σάι Μπάμπα και τόσοι άλλοι, όμως κανείς δεν εξέτασε το ενδεχόμενο ότι μπορεί να μιλάμε για ένα μεταβατικό, πειραματικό προϊόν. Για τρακτέρ 4510.

Προτείνω λοιπόν ότι πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε με όρους αιώνων και χιλιετιών, αν θέλουμε να μη γίνουμε παρελθόν ή να μη συνεχίσουμε να ζούμε μέσ’ στη δυστυχία. Έχουμε να επιλέξουμε από δύο λύσεις – αν καταφέρουμε να τις συνδυάσουμε, ακόμα καλύτερα. Τη μία την είχα αναφέρει παλιότερα, είναι το Άλμα. Η άλλη λύση είναι η Αλλαγή του ανθρώπινου όντος σε εγκεφαλικό επίπεδο, με τρόπο ώστε οι φυλογενετικά νεότερες δομές να γίνουν πιο συνεργάσιμες με τις φυλογενετικά παλαιότερες. Να βγάλουμε επιτέλους τη νέα, βελτιωμένη σειρά 4000 TWENTY, έναν homo sapiens 2.0. Τολμηρό; Μπορεί, πάντως δεν είναι ανέφικτο.

Είδαμε ότι ο ηθικός Θεός είναι η βασική συλλογική λύση που βρήκε η ανθρωπότητα για να αντιμετωπίσει τις ενδοκομματικές προστριβές του εγκεφαλικού ΣΥΡΙΖΑ. Κάπως μεσοβέζικη λύση δεν είναι; Αντί να μπλεκόμαστε σε έναν εσωτερικό εμφύλιο πόλεμο όταν π.χ. εξοργιζόμαστε και θέλουμε να σκοτώσουμε κάποιον, δε θα ήταν καλύτερα να ήμασταν φτιαγμένοι έτσι ώστε να τηρούσαμε απαρέγκλιτα το Συμβόλαιο της Βίας; Να χάναμε ακαριαία την οργή μας στη θέα κάποιων τελετουργικών υποταγής, όπως οι λύκοι και τα τσακάλια; Ή αντί να φορτωνόμαστε με τύψεις κι ενοχές όταν λέμε ψέματα, δε θα ήταν καλύτερα να ήμασταν κατασκευασμένοι έτσι ώστε να λέμε πάντα την αλήθεια;

You may say I’m a dreamer, but I’m not the only one.

Η σκέψη του Arthur Koester στο Φάντασμα στη Μηχανή κινείται σε παρόμοιες γραμμές. Η Αλλαγή όμως που προτείνει ο συγγραφέας έχει να κάνει με την ιεραρχική κυριαρχία του έλλογου νεοφλοιού επί του λιμβικού και ερπετοειδούς εγκεφάλου – ουσιαστικά, μιλάει για φίμωμα. Ο δρ. Σποκ να γίνει κυβερνήτης του Εντερπράιζ. Εγώ προτείνω ότι δεν θα πρέπει να υποτάξουμε το αρχαϊκό μέρος του εγκεφάλου μας στο νεοφλοιό αλλά, όπως λένε οι πολιτικοί, να κινηθούμε προς μια κατεύθυνση αμοιβαίας συνεργασίας και αλληλοκατανόησης. Χρειαζόμαστε το βαθύ ΠΑΣΟΚ του εγκεφάλου μας για δύο λόγους: πρώτον, διότι είναι πανίσχυρο. Θέλουμε 12 χιλιοστά του δευτερολέπτου για να αντιδράσουμε συναισθηματικά σε κάποιο ερέθισμα, και περίπου τον διπλάσιο χρόνο για να αντιδράσουμε με τον θυμικά αφόρτιστο τρόπο του έλλογου νεοφλοιού. Καλός είναι ο πολιτισμός κι η πνευματικότητα κι η αφαιρετική σκέψη, όταν όμως τα πράγματα σοβαρέψουν και γίνουν επικίνδυνα, πρέπει να αναλάβουν οι επαγγελματίες, αυτοί που επί εκατομμύρια χρόνια μάθανε στη δράση κι όχι στα λόγια. Δεύτερον, διότι η ευτυχία είναι κάτι συνδεδεμένο με το λιμβικό σύστημα. Μεταξύ μας, τώρα… δεν είναι και πολύ sexy να ‘σαι άνθρωπος, έτσι δεν είναι; Εμένα πάντως μερικοί από τους καλύτερούς μου φίλους είναι σκύλοι και γάτες, και στις συζητήσεις που έχουμε κάνει, μου έχουν εξηγήσει ότι είναι, σε γενικές γραμμές, ευτυχισμένα ζώα – δυστυχισμένα, πάντως, δεν τα λες. Πίσω απ’ την πλάνη του ορθού μου λόγου / Υπάρχει το χλιμίντρισμα ενός αλόγου / Όλες μου οι χαρές κι οι όμορφες στιγμές / Εκφράζονται μόνο με άναρθρες κραυγές.

Ίσως η Αλλαγή να γίνει φυσιολογικά. Ίσως ακόμα και τώρα να ξεπηδά από τις μεγαλουπόλεις του δυτικού κόσμου ένας updated άνθρωπος• κάποια τυχαία μετάλλαξη να δίνει καινούργιους εγκεφάλους, στους οποίους π.χ. η κατανάλωση ζάχαρης και αλατιού δεν προκαλεί αισθήματα ευτυχίας. Το θέμα όμως με την εξέλιξη είναι ότι δουλεύει με διαφορετικούς ρυθμούς από αυτούς που μπορούμε ν’ αντέξουμε, ούτε ο Ανδρέας Παπανδρέου δε χρειαζόταν τόση πίστωση χρόνου για να ολοκληρώσει την Αλλαγή του. Όχι, η εξέλιξη δε φτάνει, πρέπει να βάλουμε κι εμείς ένα χεράκι.

Δε θέλω να μιλήσω αναλυτικότερα προς το παρόν για την ενδεχόμενη μηχάνευση του ανθρώπινου όντος, αυτό είναι θέμα κάποιου μελλοντικού κειμένου (πρώτα ο Θεός) – όπως επίσης και το άλλο καυτό θέμα, ποιος είναι αυτός που θα σχεδιάσει την Αλλαγή. Θα ήμουν όμως ικανοποιημένος αν ο αναγνώστης έπαιζε λίγο με την ιδέα ότι ο άνθρωπος, όπως τον ξέρουμε, ίσως και να είναι ένα ατελές πλάσμα. Τρακτέρ 4510, όχι 4520, ένα πιλοτικό μοντέλο που χρήζει βελτίωσης.


Ίδε ο άνθρωπος: 4510 της John Deere



- Το έναυσμα ήταν κάποιες σκέψεις του Arthur Koestler στο Φάντασμα στη Μηχανή. Το κείμενο γεννήθηκε από το ψάξιμο που έκανα για να δω αν και τι ισχύει σήμερα από αυτά που έλεγε τότε ο συγγραφέας.
- Το κομμάτι για τη ζάχαρη και το αλάτι via
Buzz και Ροδιάς.
- Αναφορά στον John Froelich είδα πρώτη φορά στο βιβλίο Γεωργικοί Ελκυστήρες του Κωνσταντίνου Τσατσαρέλη (ΑΠΘ), εκδόσεις ΓΙΑΧΟΥΔΗ.