Η Σιγουριά Της Επιστημονικής Μελέτης

Υπάρχουν τεσσάρων ειδών ψέματα: τα μικρά ψεματάκια, οι χοντρές ψεματάρες, η στατιστική και τα παιχνίδια με τις λέξεις.

Διαβάζω στη σημερινή Καθημερινή άρθρο του κ. Στάθη Καλύβα με τίτλο Εμφύλιοι, Εκρήξεις, Ταραχές..., όπου επιχειρηματολογεί (με σιγουριά που «προέρχεται από την επιστημονική μελέτη των εμφυλίων») ότι τουλάχιστον η Ελλάδα δεν κινδυνεύει από εμφύλιο πόλεμο. Με δυο λόγια: οι πόλεμοι τέτοιου είδους είναι κυρίως φαινόμενο των φτωχών χωρών (όμως πολλές φορές ο εμφύλιος είναι η αιτία που μια μη-φτωχή χώρα κατακρημνίζεται, π.χ. Βιρμανία, Αγκόλα), συνήθως συντρέχουν επιπλέον και εθνοτικές διαιρέσεις (αν και δε λείπουν τα παραδείγματα μη-εθνοτικών εμφυλίων: ο Αμερικάνικος, ο δικός μας εμφύλιος, οι Κμερ Ρουζ, ίσως κι ο εμφύλιος πόλεμος του Λάος κ.α.), ενώ η διεξαγωγή τους απαιτεί σημαντικά ποσοστά νέου και σκληραγωγημένου αντρικού πληθυσμού. Επομένως, όλοι αυτοί που μιλάνε για «εμφύλιο πόλεμο» γίνονται υπερβολικοί, λέει ο κ. Καλύβας: «Ας μου επιτραπεί να τους καθησυχάσω: κινδυνεύουμε από πολλά, αλλά όχι από εμφύλιο».

Ας μου επιτραπεί να τους αγχώσω: αν αντί για «εμφύλιο» μιλούσαμε π.χ. για «αναταραχή μεγάλης κλίμακας, στην οποία η μία πλευρά τουλάχιστον αμφισβητεί την κυβέρνηση», τότε η Ελλάδα κινδυνεύει.

Στην πράξη, κάπου βάζουμε τη διαχωριστική γραμμή για να διακρίνουμε τι είναι ο «εμφύλιος πόλεμος» και τι οι «ταραχές», ορισμένες φορές πάντως αυτό δεν είναι εύκολο. Ακόμα περισσότερο: ορισμένες φορές (= πολλές φορές), ο χαρακτηρισμός είναι πολιτικός κι όχι επιστημονικός. Ας μην αναφερθώ σε χούντες που πάντα αρνιούνται ότι υπάρχει εκτεταμένη άρνηση της νομιμοποίησής τους και βλέπουν μόνο μερικές ομάδες ταραξιών• το 2006, ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός δημοσιογράφων, πολιτικών και ακαδημαϊκών έφταναν να περιγράφουν την κατάσταση στο Ιράκ ως «εμφύλιο πόλεμο», ενώ η τότε κυβέρνηση Μπους το αρνιόταν. Κατανοητό• μιλώντας για «εμφύλιο πόλεμο» μεταφέρεις το νόημα ότι υπάρχει εδραιωμένη αντίσταση ενάντια στην κυβέρνηση του Ιράκ – οπότε και η όλη εκστρατεία σου τίθεται αυτόματα υπό αμφισβήτηση. Αποφεύγοντας όμως αυτήν την τόσο φορτισμένη λέξη, μπορεί και να περάσεις στο ντούκου την ερμηνεία ότι τα πράγματα είναι περίπου ελεγχόμενα, απλώς λίγες ομάδες ενόπλων πυροβολούν πού και πού κανέναν αστυνομικό ή ανατινάζονται σε κανένα παζάρι, κάτι τέτοιο, σύντομα θα τιθασευτούν, μην το κάνουμε και θέμα. Αν όμως το Ιράκ είναι μακρινό από την Ελλάδα του σήμερα, ας πούμε ένα άλλο παράδειγμα, πιο προσιτό: το 2006, η Ταϊλάνδη βυθίστηκε σε πολιτική κρίση, η οποία κλιμακωνόταν και κορυφώθηκε το 2010, με τους περίπου 90 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες στην Μπανγκόκ. Τότε λοιπόν, τον Μάιο του 2010, πολλοί ξένοι σχολιαστές και ΜΜΕ έφτασαν να ανησυχούν για κάτι σαν εμφύλιο πόλεμο (παράδειγμα 1, παράδειγμα 2, παράδειγμα 3, πού ήταν ο κ. Καλύβας τότε να εξηγήσει το ανυπόστατο των χαρακτηρισμών με σιγουριά που «προέρχεται από την επιστημονική μελέτη των εμφυλίων»;). Η τότε κυβέρνηση, φυσικά, αρνιόταν όλα αυτά και έβλεπε απλώς μερικές χιλιάδες «τρομοκράτες» και «πληρωμένους ταραχοποιούς». Δεν απέχει πολύ η Ελλάδα του 2012 από την Ταϊλάνδη του 2006• ούτε η Ταϊλάνδη του 2006 απέχει πολύ από την Ταϊλάνδη του 2010• δυστυχώς όμως, το επόμενο στάδιο είναι το Ιράκ του 2006.

Ας αφήσουμε λοιπόν τα παιχνίδια με τις λέξεις. Είτε το πεις «εκτεταμένες ταραχές» είτε «εμφύλιο πόλεμο» είτε «κάτι σαν εμφύλιο πόλεμο» είτε οτιδήποτε, το θέμα είναι ότι η Ελλάδα κινδυνεύει. Η βία δεν γεννιέται από τη μια μέρα στην άλλη• καλλιεργείται, γίνεται ανεκτή, οργανώνεται, περνάει από τη σκέψη στα λόγια, από τα λόγια στη συμβολική πράξη, από τη συμβολική πράξη στην ουσιαστική πράξη, δημιουργεί φαύλους κύκλους εκδίκησης – αντεκδίκησης κ.λπ. Υπάρχει ένα συνεχές απόλυτης ειρήνης – απόλυτου πολέμου και το ανησυχητικό είναι ότι η Ελλάδα δείχνει να μετακινείται προς τη βίαιη πλευρά του. Οι ενδείξεις εδώ είναι η αυξανόμενη φόρτιση και ο ηθικός αποκλεισμός: πολύς κόσμος αρχίζει να συλλαμβάνει την ιδέα μιας Ελλάδας στην οποία οι Χ (= μνημονιακοί, αντιμνημονιακοί, λαθρομετανάστες, δεξιοί, αριστεροί, εβραίοι κ.λπ., ο καθένας με τις προκαταλήψεις του) δεν έχουν θέση. Ο γενοκτονικός εμφύλιος στη Ρουάντα δεν έγινε στα καλά καθούμενα• δεν ξυπνήσαν μια μέρα οι Χούτου κι αποφάσισαν να σφάξουν τους Τούτσι. Προηγήθηκε μια περίοδος στην οποία τα πνεύματα οξύνονταν, οι ακραίες φωνές πολλαπλασιάζονταν εκατέρωθεν, ο δημόσιος λόγος σταδιακά ολίσθησε σε επίπεδα Αυριανής και Στόχου, και ο ηθικός αποκλεισμός κυριάρχησε ιδεολογικά. Μια τάση προς τα εκεί παρατηρούμε στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό, νομίζω (νομίζω, έτσι;). Δεν είναι για πανικό, είναι όμως για ανησυχία.

Όλα αυτά είμαι σίγουρος ότι τα ξέρει ο κ. Καλύβας, όμως η έγνοιά του είναι να μη χρησιμοποιείται η κακιά λέξη «εμφύλιος» (με σιγουριά που «προέρχεται από την επιστημονική μελέτη τους»). Ο λόγος είναι πολιτικός, όχι επιστημονικός: η κακιά λέξη δηλώνει εκτεταμένη αμφισβήτηση της κυβέρνησης. Αυτό ακριβώς που ήθελε να αποφύγει ο Μπους το 2006 και η κυβέρνηση της Ταϊλάνδης το 2010. Ο κ. Καλύβας επιτίθεται στην υπερβολή της λέξης, για να προσπεράσει έντεχνα το αντικυβερνητικό της περιεχόμενο• κατασκευάζει πραγματικότητα, κάνει πολιτική. Και η γλώσσα της πολιτικής δεν είναι ουδέτερη, είναι στρατευμένη.

Ας του κάνουμε όμως το χατίρι. Ας μην ξαναμιλήσουμε για «εμφύλιο», είναι υπερβολή, ο κ. Καλύβας έχει δίκιο. Εναλλακτικά όμως χρειαζόμαστε περιφράσεις, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Προτείνω λοιπόν η κατάσταση στην Ελλάδα να χαρακτηρίζεται από τον επιστημονικά ορθότερο όρο: Ε.Μ.Φ.Υ.Λ.Ι.Ο.Σ. = Εκτεταμένες Μισαλόδοξες Φαυλότητες Υπονόμευσης της Λαϊκής Ισχύος & Όλα Στακάρβουνα. Κάτι τέτοιο. Νομίζω πως τώρα βάλαμε, επιτέλους, το θέμα στις σωστές του βάσεις και μπορούμε να ηρεμήσουμε. Με σιγουριά που προέρχεται από την επιστημονική μελέτη των εμφυλίων.


Χώρα Χαμένη Στη Μετάφραση

Ο γραπτός λόγος δεν μπορεί ν’ αποδώσει τον νοηματικό πλούτο που προκύπτει από την πολυεπίπεδη επικοινωνία του προφορικού λόγου. Συχνά το νόημα είναι υπόρρητο και χάνεται. Του λόγου το αληθές:

Πολύυυυ... και... εμ, είναι συγκινητικές πολλές απ’ αυτές τις περιπτώσεις, πολλές απ’ αυτές τις γνωρίζω, άλλες όχι, εμμμμ, και... εμ, μάλιστα και την... κα Κούνεβα είχα την... ευκαιρία σχετικά γρήγορα μετά την... περιπέτειά της να πάω να την... επισκευτώ, τραγικήηηη η περίπτωση και η εικόνα και... το βασανιστήριο που περνάει – και που θα περάσει σ’ όλη τη ζωή της λόγω αυτής της, της υπόθεσης, εμμμμ (αδιάφορο μπλα-μπλα, λευκός θόρυβος: η ανθρωπιά, να φτιάξουμε πολύ πιο δίκαιη την κοινωνία μας, τη θυμάμαι αυτήν την υπόθεση με το φακελάκι, η γυναίκα νομίζω πέθανε, έτσι; είναι απαράδεκτο κ.λπ.)

Συγκρίνετέ το αυτό με μια τυπική δημοσιογραφική αναφορά: «Ερωτηθείς για τις υποθέσεις Κούνεβας και Αμαλίας, ο κ. Παπανδρέου εξέφρασε την οργή του και ζήτησε τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και των πολιτών του διαδικτύου προκειμένου να διορθωθούν τα κακώς κείμενα στους τομείς των εργασιακών σχέσεων και της υγείας». Καμία σχέση, ε; Χάνεται εντελώς το πολυεπίπεδο νόημα. Χάνεται η εικόνα ενός ανθρώπου που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια ισχυρή οικογένεια, τα βρήκε όλα στρωμένα, οι πόρτες άνοιξαν γι’ αυτόν μόνο και μόνο επειδή λεγόταν «Παπανδρέου», συνήθισε μια ζωή να τον αυλοκολακεύουν και να γελάνε με τα αστεία του. Ενός ανθρώπου που σπούδασε, καλλιεργήθηκε, έμαθε ωραίες θεωρίες και ανέπτυξε την τέχνη να μιλάει για ώρες με αφηρημένα ουσιαστικά και πολυσύλλαβες λέξεις. Αντί όμως να γίνει πρόεδρος της Greenpeace ή της Α.Α.Α.Α. (= Ακαδημαϊκή Αριστερά Άνευ Αντικειμένου), να σταδιοδρομήσει δηλαδή σ’ ένα σοφιστικέ περιβάλλον χαμηλής αδρεναλίνης, ο άνθρωπος αυτός θέλησε ν’ αναλάβει το μαγαζί του μπαμπά του...

Από τότε φαινόταν, από αυτήν την προεκλογική συνέντευξη του Παπανδρέου, ότι θα γινόταν πυρηνική έκρηξη αν ένας τέτοιος χαϊδεμένος άφηνε το παράλληλό του σύμπαν κι ερχόταν σε επαφή με το δικό μας σύμπαν – και μάλιστα σε μια περίοδο σφοδρής κρίσης. Φαινόταν πως ήταν ένας άνθρωπος αμάθητος στην πίεση και την αμφισβήτηση, που δε συνειδητοποιούσε καν τι παίζει γύρω του. Νόμιζε ότι όλα μπορούν να γίνουν απλώς και μόνο κάνοντας είκοσι λεπτά διαλογισμό το πρωί, μια ώρα ποδήλατο το απόγευμα και κάνοντας ωραίες, τυπικές δηλώσεις. Δεν ξέρω πώς χειρίστηκε ο καθένας μας εξοργιστικές υποθέσεις όπως της Αμαλίας και της Κούνεβα, σίγουρα όμως όχι με πολιτικάντικη αφυδάτωση και με δυσκοιλιότητα Βουλής των Εφήβων.

Όλα αυτά ήταν εκεί, ήδη από τον Σεπτέμβρη του 2009, όμως το πολυεπίπεδο νόημα χάθηκε στη μετάφραση και οι Έλληνες τον ψήφισαν για πρωθυπουργό. Με το σκεπτικό: «χειρότερος από τον Καραμανλή, αποκλείεται να είναι». Τον οποίον Καραμανλή είχαν ψηφίσει με το σκεπτικό: «χειρότερος από τον Σημίτη, αποκλείεται να είναι». Και τώρα οι ίδιοι Έλληνες ετοιμάζονται να ψηφίσουν Σαμαρά, με το σκεπτικό: «χειρότερος από τον Παπανδρέου, αποκλείεται να είναι». Και μετά από 4 (;) χρόνια, θα ξαναψηφίσουν κάποιον Χ με το σκεπτικό: «χειρότερος από τον Σαμαρά, αποκλείεται να είναι». Χώρα χαμένη στη μετάφραση.

Στο Ίδιο Έργο Θεατές

Κάποιος να πάρει την πρωτοβουλία ΑΜΕΣΑ και να ξεκινήσει συνομιλίες με την Αστυνομία. Κάποιος Αθηναίος και διαδηλωτής, από αυτούς που έχουν μάθει τι σημαίνει δακρυγόνο. Δεν είναι δύσκολο, εδώ όλα τα τηλέφωνα των αστυνομικών υπηρεσιών• δεν χρειάζεται αυτός να είναι κομματικός και καλύτερα τα κόμματα να μείνουν απ’ έξω, τουλάχιστον στην αρχή των συνομιλιών. Η ιδιότητα και μόνο του πολίτη φτάνει.

Έχει καθιερωθεί ένα επικίνδυνο συμβόλαιο της βίας στις διαδηλώσεις, μολότοφ και πέτρες από τη μία, δακρυγόνα και γκλομπ από την άλλη. Το συμβόλαιο αυτό οξύνεται όλο και περισσότερο κι απ’ τις δύο πλευρές, φοβάμαι ότι βρίσκεται πλέον στην κόψη του ξυραφιού. Όχι μόνο στην επόμενη διαδήλωση θα βγουν όπλα και θα μετράμε νεκρούς – χώρια από το ξύλο, τα καμμένα μαγαζιά κ.λπ. – όχι μόνο αυτό... Η Ελλάδα θα διολισθήσει σε εμφύλιο πόλεμο. Και οι δυο πλευρές, η κάθε μια με τα δικά της ελαφρυντικά, θα ρίξουν χαρούμενα τη χώρα στο χάος.

Τα συναισθήματα είναι εντελώς χουλιγκανικά εκατέρωθεν και η μια πλευρά βλέπει την άλλη σαν σκουπίδι προς εξάλειψη. Αυτό πρέπει να σπάσει. Οι μολότοφ και τα δακρυγόνα πρέπει να σταματήσουν. Και οι δυο έχουν τα δίκια τους, όμως κανένας δεν έχει δίκιο. Και οι δυο έχουν άδικο, όμως δεν είναι απλά τα πράγματα. Όταν ξέρεις ότι στο πλήθος μπροστά σου παίζουν μολότοφ και οικοδομικά υλικά, είσαι με την ψυχή στο στόμα. Κι όταν ξέρεις ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να ψεκαστείς, να δαρθείς ή να ποδοπατηθείς από πανικοβλημένους συνδιαδηλωτές, ξεθάβεις το τσεκούρι του πολέμου. Κάποιος που μπορεί να συζητά σαν άνθρωπος ας ξεκινήσει μια πρωτοβουλία διαλόγου με την Αστυνομία. Αυτός που ξέρει τι σημαίνει δακρυγόνο να καθίσει στο τραπέζι μ’ αυτόν που ξέρει τι σημαίνει μολότοφ.

Διότι στην ίδια χώρα θα ζήσουν και ο μεν και ο δε. Πρέπει να βρουν έναν τρόπο να συνυπάρξουν. Στο ίδιο έργο θεατές είναι κι οι δυο, δεν το αποφεύγουν. Αν δεχτούμε τελειωτικά αυτήν την ερμηνεία, ότι οι [αστυνόμοι/διαδηλωτές] είναι οι απόλυτοι ήρωες και οι [διαδηλωτές/αστυνόμοι] τα απόλυτα σκουπίδια τότε, παιδιά, δεν ξέρω, ας το κλείσουμε το μαγαζί μια ώρα αρχύτερα... Η Ελλάδα χρεοκόπησε όχι μόνο ως οικονομία αλλά και ως κοινωνία, και ως ιδέα, της βάζουμε λουκέτο και τελειώνουμε.

Κάποιος Αθηναίος και διαδηλωτής ας ξεκινήσει ΑΜΕΣΑ μια πρωτοβουλία διαλόγου με αστυνομικούς. Τα τεχνικά θα βρεθούν στην πορεία – τι θα βγει προς τα έξω, πώς θα ονομαστεί η πρωτοβουλία, πότε και αν θα μπουν τα κόμματα κ.λπ. – όμως πρέπει να γίνει η κίνηση, να σπάσει ο χουλιγκανισμός. Ο κίνδυνος είναι η διολίσθηση προς τον εμφύλιο πόλεμο.

Δρακοκτόνος Με Έγγραφη Βεβαίωση

Κοίτα μια υπεύθυνη δήλωση («του νόμου εκατόν πέντε», λέγαμε παλιά). Κοίτα την όμως σαν να τη βλέπεις πρώτη φορά. Κοίτα την σαν να επέστρεψες μόλις από μια σπηλιά στα Ιμαλάια• έζησες είκοσι χρόνια ανάμεσα σε αναχωρητές, έτρωγες καρπούς του δάσους κι αγριόσυκα, ο νους σου εξαγνίστηκε μέχρι που βίωσε ότι το οντολογικό υπόβαθρο της μορφής είναι άμορφο (η πρατιτιασαμουτπάντα είναι σούνια, με βουδιστικούς όρους). Και μετά επέστρεψες στην Ελλάδα για να ρυθμίσεις την πατρική κληρονομιά, εκείνο το κτηματάκι στην Άρτα που άφησε ο παππούς.

Στέκεσαι λοιπόν με την υπεύθυνη δήλωση στα χέρια και προσπαθείς να θυμηθείς πώς παίζεται αυτό το γραφειοκρατικό παιχνίδι. Δε φοβάσαι• έχεις δει πέρα από τον κόσμο των φαινομένων και της άγνοιας, έχεις περπατήσει στο βασίλειο των πεινασμένων φαντασμάτων και των πλασμάτων της κόλασης (πρέτα και ναράκα, με βουδιστικούς όρους), δε φοβάσαι. Κακώς δε φοβάσαι.

Γιατί η υπεύθυνη δήλωση είναι κάτι παραπάνω από ένα έγγραφο. Ό,τι σε γλιτώνει και σου δίνει την αιτία, είναι που χρειάζεται κι η Γραφειοκρατία: η υπεύθυνη δήλωση σού μιλάει, έτσι όπως ξέρουν να μιλάνε τα γρανάζια της διοίκησης, σε γλώσσα ξένη για σένα όσο και τα Κινέζικα. Δεν το συνειδητοποιείς όμως, οπότε και δέχεσαι ανοχύρωτος όλα τα υποσυνείδητα μηνύματα στα οποία σε υποβάλλει η αβάσταχτη καφκικότητα του γραφειοκρατικού Είναι (γάμισέ τα, με βουδιστικούς όρους). Ποια είναι αυτά τα μηνύματα;

-Αποδόμηση. Τα όνειρά σου έχουνε ταυτότητα, τα όνειρά τους έχουν αριθμό: είσαι το ΑΦΜ σου, η διεύθυνσή σου, το όνομά σου, ο αριθμός ταυτότητάς σου, το τηλέφωνό σου κ.λπ. Έτσι σε βλέπει η Γραφειοκρατία, σαν μια ομάδα πληροφοριών που χωράνε όλες σε ένα SMS. Πέρα από αυτά, δεν είσαι τίποτα. Δεν έχεις καν υπόσταση ως πρόσωπο. Η μοναδικότητά σου μπορεί να επαληθευτεί από Η/Υ με έναν απλό αλγόριθμο. Είσαι λίγα κιλομπάιτ σε κάποιον σκληρό δίσκο.

-Περιχαράκωση. Κοίτα τα κουτάκια της υπεύθυνης δήλωσης στα οποία πρέπει να συμπληρώσεις τα στοιχεία σου. Σου έρχονται καθόλου παιδικές αναμνήσεις; Τότε που παίζαν οι μικρότεροι κλέφτες κι αστυνόμους (κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ) και περπατούσαμε προσπαθώντας να μην πατάμε στις γραμμές ανάμεσα από τις πλάκες του πεζοδρομίου. Όλα τα παιδιά του κόσμου παίζουν αυτό το παιχνίδι. Η Άλκη Ζέη, νομίζω, έγραφε σ’ ένα βιβλίο της για κάποια κορίτσια που πίστευαν ότι άμα πατήσουν στις γραμμές ανάμεσα από τις πλάκες, θα παντρευτούν αράπη. Το σίγουρο πάντως είναι ότι οι γραφειοκρατικές φόρμες δεν ξέρουν από παιδικά παιχνίδια, σου δίνουν απλώς κάποια κουτάκια να συμπληρώσεις τα στοιχεία σου και στριμώχνεις τα γράμματα να χωρέσουν. Αν όμως τυχαίνει να έχεις π.χ. όνομα του στιλ "Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου", τότε δεν υπάρχει περίπτωση, σε κάποια στιγμή θα ξεφύγεις από την προκρούστεια κλίνη της γραφειοκρατικής φόρμας και θα παντρευτείς αράπη. Ή θα γίνεις υπουργός υγείας.

-Ενοχοποίηση. Κοίτα ξανά την υπεύθυνη δήλωση. Σε αντιμετωπίζει εξαρχής ως ύποπτο και σου το υπενθυμίζει συνεχώς: "Όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα κ.λπ." ή "Η ακρίβεια των στοιχείων που υποβάλλονται μπορεί να ελεγθεί κ.λπ." ή "Με ατομική μου ευθύνη και γνωρίζοντας τις κυρώσεις κ.λπ.". Κανένα τεκμήριο αθωότητας, η Γραφειοκρατία διακατέχεται από τη μόνιμη νεύρωση ότι θα την εξαπατήσεις. Η θεολογία της περιλαμβάνει ένα απροσδιόριστο προπατορικό αμάρτημα για τους εξωγραφειοκρατικούς, ότι όλοι είναι ένοχοι – ακόμα και μετά της αποδείξεως του αντιθέτου, καμιά φορά.

-Ετερότητα. Τελικά, τι συμπέρασμα βγάζεις για τον άγνωστο συντάκτη της υπεύθυνης δήλωσης; Πώς σε ένιωθε, τι ήσουν εσύ γι’ αυτόν; Κάποιος Γιώργος του Υπ. Εσωτερικών κάθισε στον Η/Υ του μια μέρα του 2002 (τότε βγήκε το νέο έντυπο της υπεύθυνης δήλωσης), άνοιξε το Word και σχεδίασε τη νέα φόρμα. Σε σκεφτόταν καθώς το έκανε. Σου έβαλε πάνω-πάνω το εθνόσημο να σοβαρευτείς, κατόπιν σε περιχαράκωσε με έναν πίνακα 9 γραμμών και 8 στηλών να συμπληρώσεις τα στοιχεία σου (ποιος ξέρει πόση ώρα μεγαλομίκραινε τα κελιά του για να σε φυλακίσει καταλλήλως), σου άφησε χώρο να δηλώσεις ό,τι έχεις να δηλώσεις, σε καθοδήγησε με την κατάλληλη εισαγωγή να ξέρεις πού θα γράψεις, σου έδωσε αρκετές γραμμές μήπως κι έχεις πολλά να πεις, σου έσπειρε τρομοκρατικές υπενθυμίσεις μήπως κι είσαι ψεύτης (με τις γραμματοσειρές μόνο δεν τα πήγαινε καλά ο Γιώργος, το έντυπο ξεκινά με Times New Roman αλλά συνεχίζει με Arial, υπάρχουν κι άλλα πταισματάκια, ας μην έχουμε όμως πολλές απαιτήσεις). Τελικά κοίταξε ικανοποιημένος την αρχιτεκτονική του εγγράφου, πάτησε Save As, C:\Users\Γιώργος\Desktop\Έγγραφα\Υπ Δηλ.doc, "έτοιμη, κ. Διευθυντά!"

Ακριβώς: ο Γιώργος σε ένιωθε ως κάτι ξένο προς αυτόν. Κλήθηκε να σχεδιάσει μια προτροπή – γιατί αυτό είναι η υπεύθυνη δήλωση, ένα "πες μου" από τη μεριά της διοίκησης – και το έκανε σαν να μην απευθυνόταν σε άνθρωπο αλλά σε νευρωνικό δίκτυο. Έτσι λέμε "πες μου" στην προσωπική, επαγγελματική, κοινωνική ζωή μας; Έτσι στεκόμαστε απέναντι σε κάποιον, δεκτικοί αλλά και σοβαροί, ν’ ακούσουμε αυτά που έχει να πει; Πες μου μια λέξη, αυτή τη μόνη λέξη, λέει το τραγούδι και τα τραγούδια λένε πάντα την αλήθεια. Όμως ο Γιώργος είναι ικανός να πει ακόμα και Σ’ ΑΓΑΠΩ με ατομική του ευθύνη και γνωρίζοντας τις κυρώσεις.






Στον "Δράκο" του Σβαρτς, ο περιπλανώμενος ιππότης Λάνσελοτ ετοιμάζεται να σκοτώσει τον δράκο που τρομοκρατεί μια μικρή πόλη. Δεν έχει όμως όπλα, οπότε ζητά από την πόλη να τον βοηθήσει:

ΔΗΜΑΡΧΟΣ: "Έκτακτη γενική συνέλευση επί του θέματος: παροχή όπλων στον κ. Λάνσελοτ. Απόφαση: θετική. Ψιτ, παιδιά! Φέρτε δω αυτά τα όπλα".

(Ακούγονται σάλπιγγες και μπαίνουν υπηρέτες. Ο πρώτος δίνει στον Λάνσελοτ μια μικρή λεκάνη με προσαρμοσμένα λουριά)

ΛΑΝΣΕΛΟΤ: "Μα αυτή είναι λεκάνη από κουρείο!"

ΔΗΜΑΡΧΟΣ: "Α ναι, όμως την προβιβάσαμε σε κράνος. Κι αυτή η πιατέλα χρίζεται ασπίδα. Μην ανησυχείς. Τα πράγματα στην πόλη μας είναι υπάκουα και πειθαρχημένα. Θα διεκπεραιώσουν το καθήκον τους στο ακέραιο. Δυστυχώς, δεν έχουμε πανοπλίες στην αποθήκη... Έχουμε όμως ένα δόρυ". (Δίνει στον Λάνσελοτ ένα κομμάτι χαρτί). "Διά της παρούσης βεβαιούται ότι το δόρυ υπόκειται προσωρινώς σε διαδικασία προληπτικής συντήρησης – σφραγίδες, υπογραφές κ.λπ. Το μόνο που χρειάζεται είναι να παρουσιάσεις αυτή την έγγραφη βεβαίωση στον κ. δράκο κατά τη διάρκεια της μάχης, κι όλα θα πάνε μια χαρά".

Από την κυβέρνηση των ΗΠΑ μέχρι το ΚΚΕ κι από τον ΟΗΕ μέχρι τον Δήμο Ξηροβουνίου, οι απανταχού Γραφειοκρατίες ζούνε στη δική τους πραγματικότητα – η οποία είναι πολύ διαφορετική από την πραγματικότητα των εξωγραφειοκρατικών. Σκέψου, για παράδειγμα, την εμπειρία ενός κατηγορουμένου όταν αντιμετωπίζει μιαν άλλη Γραφειοκρατία, την αίθουσα του δικαστηρίου. Όλοι οι κατηγορούμενοι, από τους πιο αθώους μέχρι τους πιο ένοχους, με το που θα πατήσουν στην Ευελπίδων διαπιστώνουν κάτι κοινό: ότι δεν έχει σημασία τι ακριβώς έκαναν και πόσο δίκιο έχουν (αν έχουν)• σημασία πλέον έχει το πώς θα μεταφράσει την περίπτωσή τους ο συνήγορος στη δικαστικά αποδεκτή γλώσσα. Ξαφνικά χάνεται ο έξω κόσμος, η σκηνή του εγκλήματος (αν έγινε), τα γεγονότα που έγιναν ή δεν έγιναν• υπάρχει μόνο μια μεταφραστική πάλη ανάμεσα στον συνήγορό τους και στον δημόσιο κατήγορο, με μέτρο τον ποινικό κώδικα.

Ο Ουμπέρτο Έκο, νομίζω, ήταν που αναρωτιόταν σε ποια γλώσσα έγινε ο διάλογος του Ιησού με τον εκπρόσωπο της ρωμαϊκής Γραφειοκρατίας, τον Πόντιο Πιλάτο. Ο πρώτος αποκλείεται να μιλούσε Λατινικά, ενώ ο δεύτερος θα ήξερε στα Αραμαϊκά μόνο να λέει "καλημέρα", "ευχαριστώ" και "είμαστε τρελοί εμείς οι Ρωμαίοι". Ίσως να μιλούσαν κι οι δυο λίγα στοιχειώδη Ελληνικά, ίσως να υπήρχε κάποιος μεταφραστής, πάντως τελικά ποιος ξέρει τι είπε ο ένας και τι κατάλαβε ο άλλος. Πόσοι αθώοι φυλακίστηκαν χαμένοι στη δικαστική μετάφραση της Ευελπίδων; Και πόσοι ένοχοι τη γλίτωσαν μόνο και μόνο επειδή είχαν καλό μεταφραστή; Αλλά και πόσοι κατηγορούμενοι έζησαν την εμπειρία να τους πνίγει το δίκιο και να μην μπορούν να το βρουν, όχι επειδή δεν έχουν τους μάρτυρες ή τα τεκμήρια, αλλά επειδή δε βρίσκουν τις κατάλληλες γραφειοκρατικές λέξεις.




-Συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων;

-Αφ’ εαυτού συ τούτο λέγεις ή άλλοι σοι είπον περί εμού;

-Μήτι εγώ Ιουδαίος είμαι; Το έθνος το σον και οι αρχιερείς παρέδωκάν σε εμοί. Τι εποίησας;

-Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου. Ει εκ του κόσμου τούτου ήν η βασιλεία η εμή, οι υπηρέται αν οι εμοί ηγωνίζοντο, ίνα μη παραδοθώ τοις Ιουδαίοις. Νυν δε η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εντεύθεν.

-Ουκούν βασιλεύς ει συ;

-Συ λέγεις ότι βασιλεύς ειμί εγώ. Εγώ εις τούτο γεγέννημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία. Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής.

-Τι εστίν αλήθεια;

(ποιος ξέρει τι ειπώθηκε πραγματικά σ’ αυτόν τον διάλογο)


Τι εστίν αλήθεια; Μα αυτό που προσδιορίζει η Γραφειοκρατία. Για παράδειγμα, αλήθεια είναι ότι μπορείς να σκοτώσεις τον δράκο με όπλο μια έγγραφη βεβαίωση. Αλήθεια επίσης είναι ένα βρέφος να πεθαίνει παραμελημένο στο πάτωμα ενός ιατρικού κέντρου, με τους εργαζόμενους να το προσπερνάνε επί μέρες και να προσέχουν μην το πατήσουν, ενώ ο διευθυντής να δηλώνει για την υπόθεση: "Όλοι οι εμπλεκόμενοι έκαναν τη δουλειά τους ευσυνείδητα" (σ’ αυτό το άρθρο των New York Times, 1985). Ό,τι λένε τα έγγραφα είναι η αλήθεια – εφόσον, φυσικά, έχουν τις κατάλληλες σφραγίδες και υπογραφές.

Περνάμε ένα τεράστιο μέρος της ζωής μας συναλλασσόμενοι με την αλήθεια των Γραφειοκρατιών. Ισοδύναμη διατύπωση: περνάμε ένα τεράστιο μέρος της ζωής μας παίζοντας ρόλους, φορώντας μάσκα, λειτουργώντας δίχως τις αρχές και τις ανθρώπινες ποιότητες που μας προσδιορίζουν στην υπόλοιπη ζωή μας. Υποτίθεται ότι οι Γραφειοκρατίες στήθηκαν για μας, να μας παρέχουν κάποιου είδους υπηρεσίες. Υποτίθεται ότι όλες είναι εργαλεία. Στην πραγματικότητα όμως, από την κυβέρνηση των ΗΠΑ μέχρι το ΚΚΕ κι από τον ΟΗΕ μέχρι τον Δήμο Ξηροβουνίου, οι Γραφειοκρατίες σκοποποιούνται ("σκοποποιούμαι" = από μέσον γίνομαι σκοπός, ελπίζω να καθιερώσω τον όρο). Γραφειοκρατικός φετιχισμός. Υπάρχουν προκειμένου να διαιωνίζουν τον εαυτό τους κι εμείς λειτουργούμε ως τροφή γι’ αυτές. Μη ρωτάς τι μπορεί να κάνει η Γραφειοκρατία για σένα, ρώτα τι μπορείς να κάνεις εσύ για τη Γραφειοκρατία.



Σ.Ε.Ξ.Ι.

Σ.Ε.Ξ.Ι. (= Σεισμικό, Ερωτεύσιμο, Ξηγημένο και Ισοπεδωτικό) είναι όρος της πολιτικής επιστήμης για κινήματα και εξεγερτικές διαδικασίες. Χαρακτηρίζει αυτές τις ρήξεις που είναι σεισμικές, δηλαδή κρούουν μια πανανθρώπινη χορδή ελευθερίας, αξιοπρέπειας, δικαιοσύνης• ερωτεύσιμες, με την έννοια ότι καταφέρνουν να κερδίσουν τη συμπάθεια των ουδέτερων παρατηρητών• ξηγημένες, πα να πει ότι δε θυσιάζουν την αγνότητα των μέσων για την εκπλήρωση του σκοπού• ισοπεδωτικές, δηλαδή αντι-ιεραρχικές, από κάτω προς τα πάνω, χωρίς αγωνιστικές πρωτοπορίες και επαγγελματίες επαναστάτες να δίνουν τη γραμμή. Εξάλλου, η ιεραρχία κι ο επαγγελματισμός βλάπτουν σοβαρά τον έρωτα.

Το μεγαλύτερο λοιπόν γεγονός όλων των τελευταίων χρόνων ήταν η μεγάλη Σ.Ε.Ξ.Ι. επανάσταση που ονομάζουμε Αραβική Άνοιξη. Μακράν! Γιατί αντίθετα μ’ αυτό που έλεγε ο Γκάτσος, ο κόσμος δεν προχωρεί αναγκαστικά με φωτιά και με μαχαίρι (νικημένο μου ξεφτέρι), αλλά και με Σ.Ε.Ξ.Ι.σμό. Σε κάθε περίπτωση, ο κόσμος δεν είναι πια ο ίδιος από τις 18 Δεκεμβρίου 2010 και μετά, όταν ο Μοχάμεντ Μπουαζιζι αυτοπυρπολήθηκε στην Τυνησία – και ξεκίνησαν όλα.

Ο Μουμπάρακ κατσικωμένος στους ώμους των Αιγυπτίων

Σήμερα βρισκόμαστε ήδη στο έτος 1 μ.ΑΑ. Τι απολογισμό μπορούμε να κάνουμε; Το 1790, ένα έτος μετά τη Βαστίλη, κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει: «Σιγά, τι υποτίθεται ότι έγινε; Στριμώξαν τον βασιλιά και φέραν στην εξουσία τον Λαφαγιέτ. Άλλαξε ο Μανωλιός». Τέσσερα έτη μετά τη Βαστίλη, ο ίδιος άνθρωπος δε θα έβλεπε τίποτα παραπέρα από τους Ιακωβίνους, δεκατέσσερα χρόνια μετά θα ελεηνολογούσε με αφορμή τον Βοναπάρτη κ.λπ. Όμως ο Λαφαγιέτ και οι Ιακωβίνοι κι ο Βοναπάρτης ήταν απλώς οι βουνοκορφές• από κάτω τους υπήρχαν αόρατα γεωλογικά στρώματα απλού κόσμου, οι οποίοι συγκλονίστηκαν και μετατοπίστηκαν σεισμικά με την κοσμογονική αυτή ρήξη που ονομάζουμε «Γαλλική Επανάσταση». Η συμμετοχή στα κοινά και η ενασχόληση με την πολιτική, τα φεμινιστικά μανιφέστα, η αρχή της σύγχρονης ψυχοθεραπείας και η ανθρώπινη αντιμετώπιση του ψυχοπαθούς, το μετρικό σύστημα, η αλλαγή νοοτροπίας ως προς τη φύση του ανθρώπινου όντος, η πίστη στη δημοκρατία, η αποκαθήλωση της αριστοκρατίας, η αποτελεσματική οργάνωση του κράτους, η άνοδος των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, η απονομιμοποίηση των κοινωνικών ιεραρχιών, η αντικατάσταση της έννοιας των προνομίων από την έννοια των δικαιωμάτων, η τεχνική βελτίωση της αγροτικής παραγωγής, αυτά και πολλά άλλα ήταν τα προϊόντα της Βαστίλης.

Κάτι αντίστοιχο και με την Αραβική Άνοιξη. Εκατομμύρια άνθρωποι αγωνίστηκαν, απαίτησαν, συζήτησαν, αψήφισαν, συνειδητοποίησαν, κέρδισαν, έμαθαν ότι έχουν δικαιώματα (οι Έλληνες το ξέρουν;). Όλο αυτό ήταν μια σεισμική μεταβολή που, όπως η Βαστίλη, έχει να δώσει κραδασμούς, μετασεισμούς για πολλά χρόνια ακόμα. Και καθότι ήταν ένας Σ.Ε.Ξ.Ι. σεισμός, χωρίς βία (σε γενικές γραμμές), διαπαιδαγωγεί ταυτόχρονα ολόκληρες κοινωνίες, ότι το δημοκρατικό παιχνίδι δεν έχει να κάνει με τα όπλα και με την εξόντωση του αντιπάλου. Δε φοβόμαστε, λοιπόν, και αισιοδοξούμε, έχουμε μαζί μας το τεκτονικό υπέδαφος, πλάκες ηπειρωτικών διαστάσεων! Οι βουνοκορφές θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν κι αυτές (εντάξει, ανησυχούμε λίγο για τη Λιβύη κυρίως, που ο αγώνας έγινε ένοπλος και με στρατιωτική επέμβαση... όχι και τόσο Σ.Ε.Ξ.Ι., ίσως εκεί να επικρατήσει η νοοτροπία «ισχύς = όπλα και επιβολή», οπότε η μετακανταφική εποχή να είναι μια απ' τα ίδια με την κανταφική... ίδωμεν).

O Μουμπάρακ σήμερα


Οπότε λοιπόν, τι μας δίδαξε η Αραβική Άνοιξη; Τίποτα το ιδιαίτερο, μόνο μερικά μικροπράγματα:

1) Διέλυσε το ανιστόρητο στερεότυπο που ήθελε τους μουσουλμάνους είτε παθητικά πρόβατα, να άγονται και να φέρονται από τους ηγέτες τους, είτε αφιονισμένους εξτρεμιστές διψασμένους για αίμα χριστιανών, εβραίων κ.λπ.

2) Έβαλε τα γυαλιά στα αλ-καϊντοειδή, που κήρυτταν ότι μόνο με ένοπλο αγώνα μπορεί να ανατραπεί μια κυβέρνηση υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ• στους νεο-συντηρητικούς της Αμερικής, που κήρυτταν ότι μόνο με στρατιωτική παρέμβαση μπορεί να μπολιαστεί η δημοκρατία στους Άραβες• στην πεποίθηση όλων ημών των δυτικών χριστιανών ότι οι μουσουλμάνοι είναι διαφορετικοί (= κατώτεροι) άνθρωποι, ζούνε στο παρελθόν, δεν έχουν τη δική μας άσβεστη δίψα για ελευθερία κ.λπ. (ειδικά δε αν εκτός από μουσουλμάνοι είναι και μελαψοί)• στους διάφορους φίλους του Καντάφι, από τους πιο συστημικούς (π.χ. Κάρολος Παπούλιας) ως τους πιο αντισυστημικούς (π.χ. Ούγκο Τσάβες)• στην απογοητευτική κυβέρνηση των ΗΠΑ, που αποδεικνύεται συνεχώς κατώτερη των προσδοκιών μας... Ο Ομπάμα, για παράδειγμα, έκανε μια πολύ γενναία δήλωση ("Today belongs to the people of Egypt, and the American people are moved by these scenes in Cairo...") αμέσως μετά την πτώση Μπουμπάρακ. Πιο πριν ήταν απελπιστικά χλιαρός με κάτι σούξου μούξου, και ναι μεν η ανάγκη μεταρρυθμίσεων, οι δυο πλευρές να αποφύγουν τη βία κ.λπ. Φοβήθηκε μη βρεθεί στη λάθος μεριά της ιστορίας και δεν μίλησε όταν έπρεπε, έχασε μια μεγάλη ευκαιρία να παίξει το ρόλο του καταλύτη και να κερδίσει ηθικούς πόντους.

3) Παρόλα αυτά, η Αραβική Άνοιξη δημιούργησε μια διπλωματική ελπίδα για το μέλλον με τις δηλώσεις Κλίντον – Ομπάμα: «Ο Καντάφι έχει χάσει την εμπιστοσύνη του λαού του και τη νομιμοποίηση να κυβερνά», είπε ο Μπαρακ στις 28 Μαρτίου 2011 για το κάθαρμα της Λιβύης• παρόμοιες λέξεις χρησιμοποίησε κι η Χίλαρι στις 12 Ιουλίου 2011 για το κάθαρμα της Συρίας: «Ο Ασάντ έχει χάσει τη νομιμοποίησή του». Μετά από αυτές τις δηλώσεις, η έννοια της «απονομιμοποιημένης κυβέρνησης», που στρέφει τον στρατό ενάντια στον άοπλο λαό της, είναι καθιερωμένη. Υπάρχει η αναγνώριση από τα ισχυρότερα πρόσωπα του κόσμου, υπάρχει προηγούμενο. Μια τέτοια κυβέρνηση πλέον δεν μπορεί να είναι συνομιλητής, προμηθευτής, πελάτης ή εταίρος κανενός παίκτη στο διεθνές σύστημα. Δεν ισχύουν γι’ αυτήν ούτε οι προηγούμενες συμφωνίες ούτε οι συμμαχίες ούτε καν το τραπεζικό απόρρητο. Το μόνο που μπορεί να της προσφερθεί πλέον είναι ένα ελικόπτερο και μια απόρρητη κατοικία κάπου στη Χαβάη, όπως στον Πρόεδρο Μάρκος των Φιλιπινών. Κι αυτά, αν προλάβει.

Λοιπόν, στο χέρι μας είναι να δουλέψουμε για την κάπως ασθενέστερη έννοια της «απαράδεκτης κυβέρνησης» (ή κάτι τέτοιο), που προβαίνει σε διακρίσεις και συστημική βία εις βάρος του λαού της, ώστε να συμπεριλάβουμε ένα σωρό ημιδημοκρατίες και ψευτοδημοκρατίες παγκοσμίως. Πρέπει να προβάλουμε, να καθιερώσουμε ότι μια κυβέρνηση που οδηγεί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού της στην εξαθλίωση και στο περιθώριο, που μεταχειρίζεται διαφορετικά τους πολίτες της ανάλογα με τη θρησκεία, το φύλο, τη μητρική τους γλώσσα κ.λπ. είναι «απαράδεκτη» (ή κάτι τέτοιο) και πλέον όλοι ωφείλουν τουλάχιστον να δεχτούν τη φωνή των καταπιεσμένων μαζών ισότιμα με τη δική της φωνή. Δεν είναι χίμαιρα ούτε ιδεαλιστική ονειροφαντασία! Η Χίλαρι κι ο Ομπάμα δημιούργησαν ήδη διπλωματικό προηγούμενο, αμφισβήτησαν με τον πιο επίσημο τρόπο τον ορισμό του κράτους ως η πολιτική οντότητα που κατέχει το μονοπώλιο της έννομης βίας• πλέον κράτος είναι αυτό που κατέχει το μονοπώλιο της «νομιμοποιημένης» βίας. Ας το σπρώξουμε λίγο περισσότερο ώστε να καθιερωθεί στον αφυδατωμένο κόσμο των διπλωματών και του ΟΗΕ ότι κράτος είναι αυτό που κατέχει το μονοπώλιο της «παραδεκτής» βίας (ή κάτι τέτοιο).

4) Απομυθοποίησε την αίγλη των «ειδικών»! Ξανακοιτώντας τα γεγονότα ένα χρόνο μετά, εντυπωσιάζομαι από την τυφλότητα όλων (μα όλων!) για την Αραβική Άνοιξη. Ο Σαρκοζί απέτυχε να τη δει, ο Αμερικανός πρέσβης στη Συρία απέτυχε να τη δει, η CIA απέτυχε να τη δει, ο Ομπάμα πιάστηκε αδιάβαστος. Όλες οι υπηρεσίες πληροφοριών και οι πολιτικοί αναλυτές και ο κοινωνικοί επιστήμονες σε Δύση κι Ανατολή πιάστηκαν αδιάβαστοι! Αν κάνετε μια αναζήτηση στο Google με τις λέξεις-κλειδιά: failed, foresee, “Arab Spring” θα πάρετε 2.170.000 αποτελέσματα (25/01/2012). Λοιπόν, πλέον δεν πιστεύω καμία αυθεντία, κανέναν δημοσιογράφο που γράφει για χώρες του Τρίτου Κόσμου και δεν έχει άμεση εικόνα της κατάστασης επιτόπου! Όποιος κάνει θεωρία από το κλιματιζόμενο γραφείο του χωρίς να ξέρει την τοπική γλώσσα, χωρίς να έχει μείνει με τους ντόπιους, χωρίς να έχει τραγουδήσει τα τραγούδια τους, χωρίς η ατζέντα του να είναι γεμάτη με νούμερα του κάθε τοπικού Γιάννη και της κάθε τοπικής Μαρίας, κρίνεται αναξιόπιστος!

5α) Μας θύμισε το Μεγάλο Όπλο που διαθέτουν τα πλήθη των αδικημένων όταν απαιτούν τα δικαιώματά τους Σ.Ε.Ξ.Ι.στικά. Ποιο είναι το Όπλο; Στρατιώτες και αστυνομικοί που αρνούνται να εκτελέσουν διαταγές. «Εγώ δεν πυροβολώ τον άοπλο κόσμο».

5β) Πάνω εδώ και ούτε λίγο ούτε πολύ, η Αραβική Άνοιξη διέλυσε ένα μεγάλο μέρος της παραδοσιακής πολιτικής επιστήμης! Τόσα βιβλία και συγγράματα που έβλεπαν «κράτη» και «κυβερνήσεις», που είχαν ιεραρχική αντίληψη για την «ισχύ», θα πρέπει τώρα να ξαναγραφούν! Και να λάβουν υπόψη με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι στο φινάλε δεν υπάρχουν «κράτη» και «κυβερνήσεις», υπάρχουν «μάζες κόσμου». Ότι η ισχύς δεν είναι κάτι που εκπορεύεται από πάνω προς τα κάτω, σαν κοινοτικό κονδύλιο στην Ελλάδα, είναι κάτι που πηγάζει από κάτω, παραχωρείται προσωρινά και υπό όρους• αν αυτοί οι όροι δεν εκπληρωθούν, τότε το κάτω μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω. Πολιτικοί, διπλωμάτες, στρατιωτικοί, κυβερνητικοί σύμβουλοι, αναλυτές και το κακό συναπάντημα, λειτουργούσαν τόσα χρόνια με τη λογική των «κυβερνήσεων» και της ιεραρχικής ισχύος• τώρα αρχίζουν και το ξανασκέφτονται. «Ο Θεός αγαπάει αυτόν που έχει τα μεγαλύτερα κανόνια και τους ικανότερους στρατηγούς», αρεσκόταν να επαίρεται ο Βοναπάρτης• όμως τα κανόνια θέλουν και πυροβολητές για να δουλέψουν, ενώ και οι ικανότεροι στρατηγοί του κόσμου αναρωτιούνται μήπως βρίσκονται στη λάθος μεριά της ιστορίας όταν έρχονται αντιμέτωποι με το Μεγάλο Όπλο. Η ισχύς μιας κυβέρνησης βασίζεται πρώτα και καλύτερα στη συγκατάθεση του κάθε Γιάννη και της κάθε Μαρίας – μόνο σε δεύτερο χρόνο έχει να κάνει με την αστυνομία, τον στρατό, τους παρακρατικούς, την υπηρεσία πληροφοριών κ.λπ. Αν λοιπόν ο κάθε Γιάννης κι η κάθε Μαρία αρχίσουν να μην υπακούουν στις απαγορεύσεις κυκλοφορίας, να μην καταβάλουν φόρους, να μη συμμορφώνονται προς τας υποδείξεις κ.λπ., τότε πού είναι η ισχύς της κυβέρνησης; Το οικοδόμημα καταρρέει σε λίγες μέρες, σαν προεκλογική υπόσχεση υποψήφιου βουλευτή. «Δεν κάνει καλά ο αρχηγός που δυσαρεστεί τη βάση, μια μέρα θα χάσει την υποστήριξη», όπως έλεγαν και οι βαστάζοι του Μαζεστίξ στα Αστερίξ.

Η ουσία της Αραβικής Άνοιξης σε ένα σκίτσο


Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία. Σε Αφρική και Ασία μεγαλώνουν νέες γενιές που θέλουν να ζήσουν ανθρώπινα και αξιοπρεπώς. Παραδόσεις, νοοτροπίες και συνήθειες αιώνων αρχίζουν πλέον ν’ αμφισβητούνται. Η Αραβική Άνοιξη μάς έδωσε τουλάχιστον το δικαίωμα στην ελπίδα, ότι μια μέρα τα συνθήματα της Γαλλικής Επανάστασης μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Είναι βέβαια πολύ μακρινή αυτή η μέρα, δεν αντιλέγω... Όσο μακρινή είναι και η μέρα που ο αραβικός λαός θα ξεσηκωθεί αυθόρμητα και θα ανατρέψει τους άθλιους δικτάτορές του!

Buddhabank

Από παλιά είχα δυσκολία να καταλάβω τι εννούν οι Ταϊλανδοί όταν λένε «Βούδας». Άκουσα αγάλματα, ναούς και οικιακούς βωμούς να αναφέρονται ως «Βούδας», όμως υπάρχει και συνέχεια: το γνωστό Πρα Πομ Εραουάν στην Μπανγκόκ, με χιλιάδες Ταϊλανδούς προσκυνητές καθημερινά, φιλοξενεί ένα άγαλμα του ινδικού θεού Μπράμα, αυτού με τα τέσσερα πρόσωπα. Το επισκεύτηκα κάποτε με μια φίλη και το αποκάλεσε «Βούδας». Της είπα: «Μα αυτός είναι ο Μπράμα, όχι ο Βούδας!», «Όχι», μου εξήγησε, «είναι Βούδας... από την Ινδία». Επίσης, τα άπειρα σπιτάκια των πνευμάτων υποτίθεται ότι στεγάζουν τα πνεύματα της περιοχής, τα τζαοτί. Όμως αμέτρητες φορές τα άκουσα να αποκαλούνται «Βούδας». Το συμπέρασμά μου είναι ότι στον λαϊκό ταϊλανδικό Βουδισμό, «Βούδας» αποκαλείται οποιαδήποτε θρησκευτική μορφή που αντιμετωπίζεται ως χορηγός μπουν.

Το μπουν μεταφράζεται στα Αγγλικά merit, οπότε η ελληνική απόδοση θα ήταν κάτι σαν: (επαινετή) αξία, όμως αυτή η μεταφραστική αδεξιότητα παραπλανεί, δεν πιάνει όλες τις έννοιες του μπουν: “Throughout Buddhist Southeast Asia ... merit is conceived almost as a substance that can be possessed in variable quantities and that can be translated into thisworldly virtue or power” (εδώ, σελ. 95). Ο κόσμος των Ταϊλανδών αποτελείται από σημεία και τόπους (ναοί, αγάλματα, μοναχοί, σπιτάκια των πνευμάτων κ.λπ.) που λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές μπουν: κάτι συμβολικό (ή και καθόλου συμβολικό) προσφέρεται σ’ αυτούς και το αντιγυρίζουν σε μπουν. Η καλύτερη αναλογία που μπορώ να σκεφτώ είναι τα διάφορα υποκαταστήματα μιας τράπεζας. Οι Ταϊλανδοί καταθέτουν σύμβολα και τα παίρνουν πίσω με τόκο, υπό μορφή μπουν. Αυτό είναι ο λαϊκός Βουδισμός: Buddhabank.



Τώρα, τι ακριβώς είναι το μπουν; «Καλό κάρμα» θα ήταν ένα συνώνυμο. Το κάρμα υποτίθεται ότι είναι πάντα κακό, ως η δύναμη που μας δένει στον κόσμο της οδύνης, όμως οι περισσότεροι Ταϊλανδοί θα συμφωνούσαν ότι είναι καλύτερο να έχεις προσκόλληση στον πλούτο παρά στη φτώχεια. Η φώτιση δεν απασχολεί το μυαλό των Ταϊλανδών όσο το μπουν – ή συνδέεται μ’ αυτό: μόνο όσοι έχουν πολύ μπουν δικαιούνται να ονειρεύονται τη φώτιση. Όμως για τον Ταϊλανδό της διπλανής πόρτας, η φώτιση είναι σαν να γίνεσαι ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου: κάτι που αφορά τον George Soros και τον Bill Gates, όχι τον άνθρωπο στο δρόμο, αυτός δεν τολμάει καν να την ονειρευτεί. Να κι ένα ωραίο παράδειγμα για την υποκρισία του ελιτίστικου Βουδισμού: διάβαζα αυτό το άρθρο (Buddhism in Myanmar) για τον Βουδισμό Τεραβάντα στη Βιρμανία (παρόμοιος με τον ταϊλανδικό Βουδισμό) και μου έκανε εντύπωση η παράγραφος:

As Buddhism is a religion without a God, it might be asked who do Buddhist pray to? Or do they pray at all? The answer is that most Buddhist pray, but they are praying to the Buddha within themselves. They believe that the enlightened nature of the Buddha is their own real nature which they have not yet been able to reach. So when they pray, it is to that deepest part of themselves.

Αστειότητες! Όταν οι Βουδιστές προσεύχονται, δεν έχουν στο μυαλό τους καμία «φωτισμένη φύση», κανέναν «Βούδα εντός» και κανένα «βαθύτερο μέρος του εαυτού τους»• απευθύνονται σε κάτι εξωτερικό και ισχυρό, και ζητάνε μπουν.

Το μπουν είναι μεταβιβάσιμο. Μου έχουν εξηγήσει ότι αυτός που επιλέγει να αφήσει τα πάντα και να γίνει μοναχός, φέρνει μεγάλο όφελος στην οικογένειά του. Οπότε, η Buddhabank δουλεύει με οικογενειακούς λογαριασμούς.

Το μπουν επίσης είναι και μεταδόσιμο• εξαπλώνεται στο περιβάλλον σαν μικρόβιο, διότι η απλή παρουσία ενός κατόχου μπουν ραντίζει όλους γύρω του. Και οι μεγάλοι αποταμιευτήρες μπουν ποτίζουν όλη την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή: ο Σμαραγδένιος Βούδας, για παράδειγμα, υποτίθεται ότι προστατεύει όλη την Μπανγκόκ, ο βασιλιάς όλη τη χώρα. Μόνο και μόνο με την παρουσία τους, με την απλή ύπαρξή τους.

Το μπουν μετατρέπεται σε χρήμα: Οι Ταϊλανδοί που λαμβάνουν τις ευλογίες των μοναχών, που επισκέπτονται ναούς, αγάλματα, που προσεύχονται στα σπιτάκια των πνευμάτων κ.λπ. δε ζητάνε υπερβατικά αγαθά. Οι ευχές τους είναι κυρίως για επιτυχία, ευμάρεια, υγεία, απογόνους, ασφάλεια, έναν καλό γάμο κ.λπ. Στο φινάλε, όλα αυτά έχουν να κάνουν με χρήματα• εγκόσμια αγαθά.



Το μπουν ενισχύει την ηθική: Κάποιες άλλες φορές, οι επιθυμίες των Ταϊλανδών είναι για μια «καλή ζωή» ή να γίνουν «καλοί άνθρωποι» ή ευχές για την οικογένεια, για κάποιο αγαπημένο πρόσωπο κ.λπ. Το μπουν δεν είναι μόνο πνευματικό κεφάλαιο αλλά θεωρείται και ηθικός ενισχυτής, μια δύναμη που υποστηρίζει τις αξίες της κοινωνίας, που ενώνει τις οικογένειες και τις σχέσεις. Αν το μπουν δεν είχε αυτή τη λειτουργία, τότε ο λαϊκός Βουδισχμός θα ήταν απλώς πνευματικός καπιταλισμός.

Το μπουν είναι αναλγητικό και αντικαταθλιπτικό: Είναι πολύ συνηθισμένο στους Ταϊλανδούς να επισκέπτονται ναούς για ταμ μπουν όταν είναι λυπημένοι ή μετά από κάποια βιοτική καταστροφή. Όπως μου εξήγησε κάποιος γνωστός: «Νιώθουμε ανακούφιση να ελπίζουμε ότι κάποια ανταμοιβή μας περιμένει στο μέλλον».

Επίσης, και το χρήμα μετατρέπεται σε μπουν: Αυτή είναι η περίπτωση με τις μεγάλες επιχειρήσεις όπως το Ντόι Σουτέπ, το Ουατ Πο, ο Λευκός Ναός κ.λπ., με χιλιάδες προσκυνητές ημερησίως και υψηλό τζίρο. Αλλά και οι προσφορές σε ναούς, μοναχούς κ.λπ. θεωρούνται ευλογημένες, πνευματικά χρήματα, και θεωρούνται ότι θα επιφέρουν πολύ μπουν στον δωρητή.



Υπάρχουν ακόμα δύο τρόποι παραγωγής μπουν: 1) αυτοέλεγχος, 2) καλές πράξεις. Όταν ρώτησα τους ταϊλανδούς φίλους μου για τη θητεία τους στο μοναχισμό, μου εξήγησαν όλοι ότι έχει να κάνει με τον αυτοέλεγχο. Αυτό το νόημα έχουν οι πολυάριθμοι κανόνες της μοναστικής ζωής. Οι Ταϊλανδοί το βλέπουν αυτό ως οικονομία στο μπουν• το πνευματικό κεφάλαιο, που υποτίθεται ότι κανονικά σπαταλιέται με τις αστόχαστες σκέψεις, κουβέντες, πράξεις κ.λπ., τώρα αποταμιεύεται εσωτερικά. Μου αρέσει να το παραλληλίζω μια κυβερνητική καμπάνια υπέρ αποταμίευσης, να ενθαρρύνει τους πολίτες μη σπαταλούν τα χρήματά τους και να εμπιστεύονται τις τράπεζες. Οι καλές πράξεις υποτίθεται επίσης ότι θα επιφέρουν μπουν, κάποια ανταμοιβή στο μέλλον – κι αυτό είναι το δεύτερο σημείο στο οποίο συναντιούντια το μπουν και η ηθική.

Τέλος, το μπουν σχετίζεται με την παραδοσιακή κοινωνική ιεραρχία. Το ανώτερο μέρος της (ο πλούσιος, ο άντρας, ο ηλικιωμένος) θεωρείται ότι έχει και υπέρτερο πνευματικό κεφάλαιο σε σχέση με το κατώτερο (ο φτωχός, η γυναίκα, ο νέος). Για παράδειγμα, η ιεραρχική σχέση πλούσιου – φτωχού• η νοοτροπία είναι ότι το ανώτερο μέρος δεν απέκτησε το υψηλότερό του στάτους τυχαία ή από κληρονομιά ή από την αξία και την εργασία του, αλλά από καλές πράξεις που έκανε σ’ αυτήν ή σε προηγούμενη ζωή. Οπότε, το κατώτερο μέρος της ιεραρχίας δείχνει υπακοή και υπηρετική συμπεριφορά, καθότι απευθύνεται σε έναν μεγαλοκάτοχο μπουν, και δέχεται οφέλη ή ασφάλεια από το ανώτερο.

Θρησκευτική Δημοκρατία
1) Ο λαϊκός ταϊλανδικός Βουδισμός είναι ένα παράδειγμα μιας υψηλά ασκητικής και φιλοσοφικής θρησκείας (Βουδισμός Τεραβάντα), που μεταμορφώνεται κοινωνικά σε κάτι ριζικά διαφορετικό (Buddhabank). Αυτό όμως είναι κατανοητό. Ο Βουδισμός είναι μια θρησκεία απαρνητών• ιδρύθηκε και σχεδιάστηκε από σαννυάσινς που αρνήθηκαν τον αστικό τρόπο ζωής, είδαν το κάθε τι σ’ αυτόν ως οδύνη. Όμως οι σύγχρονοι λαϊκοί που καλούνται να εφαρμόσουν τις διδασκαλίες έχουν τελείως διαφορετική σκοπιά• δεν βλέπουν πια και το κάθε τι ως οδύνη και δεν αρνούνται τον κόσμο. Καμία έκπληξη λοιπόν που πάντα θα υπάρχει απόσταση ανάμεσα στην ελιτίστικη και τη λαϊκή θρησκεία, πιο διασταλτικές ερμηνείες, πιο χαλαρές πρακτικές, διαφορετικοί θρησκευτικοί στόχοι κ.λπ. Ένα παράδειγμα για τη διάσταση απόψεων ανάμεσα στα ελιτίστικα και λαϊκά στάνταρ του μοναχισμού: φίλος μου εξομολογήθηκε ότι ο απλός κόσμος (σε αντιδιαστολή με τη Σάνγκα) τείνει να παραβλέπει και να μη χάνει τον σεβασμό του για έναν μοναχό που θα καπνίσει, θα γευματίσει το βράδυ, θα πιει πού και πού καμιά μπύρα.

2) Κάτι άλλο που σχετίζεται μ’ αυτήν την μεταμόρφωση της θρησκείας από την ελίτ στα λαϊκά στρώματα είναι και θρησκευτική στάση που αποκαλώ: άμα λάμπει τότε θα είναι και χρυσός. Φαίνεται πως οτιδήποτε θρησκευτικό αντιμετωπίζεται πάντα επιφανειακά στην Ταϊλάνδη, κι αυτή η προσκόλληση στην εμφάνιση κυριαρχεί στη νοοτροπία του κόσμου. Οι Ταϊλανδοί δεν ζητάνε πραγματικά το διαφορετικό στη θρησκεία, ζητάνε αυτό που δείχνει διαφορετικό, αυτό που εμφανίζει τα κατάλληλα σύμβολα και σημάδια. Για παράδειγμα, από το βιβλίο της Silber, σελ. 93: «Monks had to conform to precise rules of appearance and deportment. This conformity to a highly stylized image and etiquette is crucial in the layman’s eyes, even overshadowing (within, of course, certain limits) the precise extent to which monks practice the Middle Way. In other words, monks are not … consistently required to adhere to the highest values: It was enough if they symbolized them». Άμα φοράει το πορτοκαλί ράσο τότε θα είναι και μοναχός.

Ή, ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό το ποστ του Richard Barrow: «Thai Buddhists have believed for a long time that they will make good merit if they release fish and birds at a temple. The idea is that you are doing good by giving a creature its freedom. However, it is often a short-found freedom as these creatures are often re-captured to only be sold again to the next person who arrives at the temple … these creatures haven’t been rescued. Far from it. They were trapped and caged by these sellers and then brought to the temples». Άμα είναι μια πράξη απελευθέρωσης σε ναό τότε θα είναι και αγνή (και θα δίνει μπουν). Συνάντησα αυτήν τη νοοτροπία πολλές φορές, κάθε τι θρησκευτικό να εκλαμβάνεται μόνο επιφανειακά και κανείς να μην προβληματίζεται λίγο περισσότερο. Θα μπορούσα να γράψω επίσης και για την αλητεία του «Ναού των Τίγρεων» (Andrew Marshal, 2010: “The temple is built on a foundation of lies”) και για πολλά άλλα, όμως νομίζω ότι είναι φανερό τι θέλω να πω.

3) Κατά τη γνώμη μου, η πιο έντονη διαφορά ανάμεσα στην ελιτίστική και στη λαϊκή θρησκεία είναι το μέρος της ανταμοιβής: οι επαγγελματίες (Σάνγκα) τοποθετούν την ανταμοιβή κάπου Εκείθεν, σε ένα υπερβατικό επίπεδο (φώτιση)• οι λαϊκοί όμως θέλουν εγκόσμια ανταμοιβή με εγκόσμια μέσα και το υπερβατικό δεν απασχολεί τη σκέψη τους. Αυτό όμως πρέπει να είναι χαρακτηριστικό όλων των λαϊκών θρησκειών: η μεταθάνατον ζωή, η φώτιση, η βασιλεία των ουρανών, ο παράδεισος κ.λπ. δε σημαίνουν πολλά για τον απλό κόσμο. Ως επί το πλήστον, επιζητούν εγκόσμια ανταμοιβή, εδώ και τώρα.

Όμως, στον δικό μου τρόπο σκέψης, αυτό ονομάζεται «δημοκρατία». Λαϊκή κυριαρχία.

Διαλογισμοί Για Τον Διαλογισμό

Από παλιά είχα πρόβλημα να συσχετίσω τον Βουδισμό της Ταϊλάνδης, όπως ερμηνεύεται από τους μοναχούς ή από εγκυκλοπαιδικά άρθρα, με τον καθημερινό Βουδισμό, όπως μου τον εξήγησαν φίλοι και γνωστοί και όπως τον παρατηρούσα στην πράξη. Θα μπορούσα να το παραλληλίσω με τη γλώσσα• με κάποιον που, στα χρόνια του ’60, ήθελε να μάθει τη γλώσσα της Ελλάδας για να έρθει στη χώρα. Ο άνθρωπος αυτός θα πληροφορούταν ότι η επίσημη γλώσσα του βασιλείου της Ελλάδος, τότε, ήταν μια κάποια καθαρεύουσα. Θα την μάθαινε, λοιπόν, και κατόπιν θα ανακάλυπτε ότι αυτό που μιλάνε οι άνθρωποι στον δρόμο ήταν... αρκετά διαφορετικό. Και παρόλο που πάντα υφίσταται μια εκκλησία από σχολεία, πανεπιστήμια, τηλεπαρουσιαστές ειδήσεων, αυτόματους διορθωτές του Microsoft Word κ.λπ., που προσπαθούν να επιβάλουν τη «σωστή» γλώσσα και προφορά, αυτό που μιλάει ο καθημερινός άνθρωπος θα είναι πάντα διαφορετικό. Η γλώσσα είναι δημοκρατική. Οι πιτσιρικάδες επινοούν τους δικούς τους όρους, η σύγχρονη διάδοση των Αγγλικών επηρεάζει όλες τις γλώσσες, η επαρχία Α χρησιμοποιεί διαφορετική προφορά από την επαρχία Β, νέες λέξεις και εκφράσεις προκύπτουν συνεχώς από ποδοσφαιρόφιλους ή ομάδες επαγγελματιών ή κομπιουτεράδες ή…

Ένας φιλόλογος θα είχε ενστάσεις και θα το θεωρούσε απόκλιση από το σωστό. Όμως ένας γλωσσολόγος θα ήταν ουδέτερος και θα αποδεχόταν κάθε γλωσσικό φαινόμενο, αρκεί να ήταν αρκετά διαδεδομένο. Στο κάτω-κάτω, πολλές γλωσσικές αποκλίσεις προκύπτουν εσκεμμένα, για να τονιστούν οι διαφορές από την τυραννική ορθοδοξία. Η γλώσσα δεν είναι μόνο εργαλείο επικοινωνίας, είναι και εργαλείο διαφοροποίησης. Υπάρχει κάτι πολύ οικείο στη γλώσσα – στην καθημερινή γλώσσα, αυτήν που όντως μιλιέται – και οι φιλόλογοι δεν μπορούν να το πάρουν, όσο και να προσπαθούν. Αυτό συμβαίνει και με τη θρησκεία, στη δική μου οπτική.

Οπότε λοιπόν, προτείνω ότι περιορίζοντας μια οποιαδήποτε θρησκεία στο δογματικό – θεολογικό της μέρος είναι σαν να περιορίζουμε μια γλώσσα στην εκδοχή της που εκφωνείται στα δελτία ειδήσεων και να μη βλέπουμε ότι αυτό που ονομάζουμε «γλώσσα» είναι μια ολόκληρη σειρά από παραλλαγές, ζωντανή και συνεχώς μεταβαλλόμενη, όπου μια από τις λειτουργίες της είναι να αντανακλά διαφορές ανάμεσα σε πληθυσμιακές ομάδες στη βάση γεωγραφικών, ταξικών, επαγγελματικών, γενεαλογικών κ.λπ. παραγόντων. Δε βλέπω κάποια θρησκευτική παραλλαγή ως «ανώτερη» ή «σωστή» σε αντιδιαστολή με κάποια άλλη «κατώτερη»• είμαι γλωσσολόγος της θρησκείας, αποδέχομαι τα πάντα. Στο κάτω-κάτω, αυτό που ονομάζουμε Χριστιανισμός, όπως επίσης κι ένα μεγάλο μέρος αυτού που ονομάζουμε Ινδουϊσμός, ξεκίνησαν στις εποχές τους ως «κατώτερες» παραλλαγές ενός ήδη καθιερωμένου «ανώτερου».

Από τη σκοπιά αυτή, ακόμα κι ο Ανώτατος Πατριάρχης της Ταϊλάνδης δεν είναι περισσότερο αρμόδιος να μιλήσει για τον Βουδισμό απ’ ό,τι ένας τυχαίος άνθρωπος στο δρόμο. Ο πρώτος ξέρει κάτι για το «σωστό» περιεχόμενο του ταϊλανδικού Βουδισμού, για τη θρησκεία όπως θα έπρεπε να είναι• ο δεύτερος ξέρει κάτι για το πραγματικό περιεχόμενο, τον ταϊλανδικό Βουδισμό στην πράξη.

Οπότε λοιπόν από τη δική μου οπτική γωνία δεν υπάρχει «Ταϊλανδικός Βουδισμός», υπάρχουν ταϊλανδοί Βουδιστές. Δεν υπάρχουν πλατωνικές Ιδέες, αγνές κι ανεξάρτητες• οι ιδέες είναι οι φορείς τους. Άνθρωποι, δηλαδή, μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, που υιοθετούν κάποιες από αυτές σύμφωνα με τις ανάγκες τους, τις ενισχύουν, τις αλλάζουν, τις αναποδογυρίζουν, κάποιες φορές τους αλλάζουν και τα φώτα. Σ’ αυτήν και στις επόμενες δημοσιεύσεις θα προσπαθήσω να συνοψίσω την κατανόησή μου για τον ταϊλανδικό Βουδισμό (παράδοση Τεραβάντα) όπως τον παρατήρησα στην πράξη και όπως μου τον εξήγησαν φίλοι και γνωστοί.





Διαλογισμός Και Ουΐσκι

Οι (Βουδιστές) Ταϊλανδοί κάνουν διαλογισμό ως μέσο για να επιτύχουν τη φώτιση και να απελευθερωθούν από την έμφυτη οδύνη της κοσμικής ζωής. Στη θεωρία όλα αυτά. Διότι στην πράξη, διαλογισμό κάνει μόνο αυτός που τύφλωσε τον κύκλωπα Πολύφημο: ο κανένας – κι αν μιλάμε για τακτικό, καθημερινό διαλογισμό, θα ήμουν ακόμα πιο σίγουρος να τονίσω τη λέξη «κανένας». Υποθέτω ότι η τακτική πρακτική του διαλογισμού είναι περιορισμένη στους μοναχούς και σε μια μικρή μειονότητα λαϊκών, τους οποίους πάντως εγώ δεν έτυχε ποτέ να συναντήσω. Μια φίλη παρατήρησε κάποτε: «Το ξέρω ότι πρέπει να κάνω διαλογισμό κάθε βράδυ. Αλλά συνήθως νιώθω τόσο κουρασμένη απ’ τη δουλειά, που το ουΐσκι φαντάζει πιο ελκυστικό».

Οπότε λοιπόν, ποιοι είναι οι διαλογιστές; Πέρα από τους μοναχούς, τους επαγγελματίες του διαλογισμού, ποιοι είναι οι λαϊκοί που διαλογίζονται σε καθημερινή βάση; Δεν εντόπισα ακόμα κοινωνιολογικές έρευνες για την Ταϊλάνδη που να εξετάζουν τη διαλογιστική πράξη στον πληθυσμό, βρήκα όμως μία του 2007 για τις ΗΠΑ. Το Τμήμα Υγείας και Κοινωνικών Υπηρεσιών προσδιορίζει σε 9,4% το ποσοστό των ενηλίκων που έκαναν διαλογισμό τους προηγούμενους 12 μήνες ως θεραπευτική πρακτική. Μιλάμε φυσικά για ΗΠΑ, όπως επίσης για τον διαλογισμό ως πρακτική χαλάρωσης ή βελτίωσης της υγείας. Όμως οι υψηλότερες, πνευματικές επιδιώξεις του διαλογισμού δεν αποκλείονταν από την έρευνα και, στο φινάλε, είναι μέχρι στιγμής η πρώτη έρευνα που μπόρεσα να βρω που δείχνει τα ταξικά χαρακτηριστικά του διαλογισμού. Αν κάποιος έχει κάτι άλλο υπ’ όψη, θα του ήμουν ευγνώμων.

Τα ενδιαφέροντα αποτελέσματα της έρευνας, λοιπόν, είναι ότι η πρακτική εναλλακτικών θεραπειών ολιστικού χαρακτήρα (mind-body therapies: διαλογισμός, γιόγκα, τάι τσι, ύπνωση, ασκήσεις αναπνοής κ.λπ.) αυξάνει με το επίπεδο του εισοδήματος, με το μορφωτικό επίπεδο και με τη δυνατότητα άσκησης κάποιας σωματικής δραστηριότητας στον ελεύθερο χρόνο (πίνακας 7, σελ. 14-16). Τα ποσοστά των «φτωχών» και των «σχεδόν φτωχών» που ακολουθούν ολιστικές θεραπείες είναι 16,5% και 16,0% αντίστοιχα, όμως όταν πηγαίνουμε στους «όχι φτωχούς», το ποσοστό κάνει ένα σημαντικό άλμα στο 21,6%. Τα ποσοστά αυξάνουν επίσης με το μορφωτικό επίπεδο (από το 7,6%, άνθρωποι χωρίς καν γυμνασιακή εκπαίδευση, στο 34,2%, κάτοχοι μάστερ και PhD). Τέλος, η έρευνα υποδεικνύει ότι η πρακτική ολιστικών θεραπειών προϋποθέτει το Δικαίωμα στην Τεμπελιά (9,4% διαδεδομένες ανάμεσα σε ανθρώπους χωρίς δυνατότητα σωματικής δραστηριότητας στον ελεύθερο χρόνο, ενώ κάνουνε άλμα στο 22,4% γι’ αυτούς που ασκούνται μη-τακτικά και στο 27,5% γι’ αυτούς που ασκούνται τακτικά).

Θα προσέθετα επίσης ότι όλα αυτά επιβεβαιώνονται από τις παρατηρήσεις μου στην ταϊλανδική κοινωνία. Δέχομαι τις επιφυλάξεις για τη χρήση της συγκεκριμένης έρευνας προκειμένου να βγάλουμε συμπεράσματα για τον Βουδισμό της Ταϊλάνδης, όμως θα ήθελα να την κρατήσω ως ένδειξη – όχι απόδειξη, απλή ένδειξη – ότι ο διαλογισμός μοιάζει να είναι σαν το κούρεμα του γκαζόν: χαρακτηριστικό της μεσαίας τάξης (ενός υψηλά μορφωμένου κομματιού της που δουλεύει 8ωρο και 5ήμερο). Αφήνει απ’ έξω τον ωκεανό της κατώτερης τάξης στην Ταϊλάνδη και απευθύνεται σε μορφωμένους ανθρώπους με ικανοποιητικό εισόδημα που απολαμβάνουν το δικαίωμα στην τεμπελιά – και, φυσικά, σε μοναχούς. Υπό το πρίσμα της επόμενης ανάρτησης για τον ταϊλανδικό Βουδισμό, θα μπορούσαμε να δούμε τον διαλογισμό ως ένα ακόμη σύμβολο με σκοπό να διαφοροποιήσει τους μοναχούς από τους λαϊκούς, να παρουσιάσει τη Σάνγκα ως «ζωντανή υπόμνηση του αδύνατου», κατά την όμορφη έκφραση του E. Leach. Το ουΐσκι είναι ο διαλογισμός του φτωχού, το μέσο για την απελευθέρωση από την οδύνη.


(η φωτο από εδώ)


Στο Φινάλε

Μετά από όλα αυτά, τι δικαιούμαστε να συμπεράνουμε περί των υψηλών, πνευματικών ισχυρισμών του διαλογισμού; Τίποτα, να πούμε την αλήθεια. Δε δικαιούμαστε να συμπεράνουμε τίποτα. Όμως, προσωπικά, θα ήμουν πολύ πιο πεπεισμένος για τη θρυλούμενη φώτιση που επιφέρει ο διαλογισμός, αν η πρακτική του ήταν αταξική. Αν οι φτωχοί τέλειωναν τις δουλειές της ημέρας και δεν έβλεπαν την ώρα και τη στιγμή να καθίσουν σε στάση λωτού, να πούνε το μάντρα και να παρακολουθήσουν την αναπνοή τους. Όμως φαίνεται ότι η κούραση, η νευρικότητα και η κατάθλιψη που συνοδεύουν τη φτώχεια αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες για την απελευθέρωση από τον κόσμο της οδύνης. Αντιθέτως, μοιάζει ότι ο Βούδας κακώς δεν συμπεριέλαβε στην Ευγενή Οκταπλή Ατραπό την οικονομική ασφάλεια και τον ελεύθερο χρόνο των μεσοταξικών μορφωμένων διαλογιστών: είναι προϋποθέσεις φώτισης. Η νιρβάνα είναι ταξική.


(to be continued)