Η Ευτυχία Είναι Αυτό Που Περιμένουμε Να 'Ρθει

Ο ΟΗΕ έχει ορίσει την 20η Μαρτίου ως παγκόσμια ημέρα της ευτυχίας, όμως υπάρχει μια πραγματικότητα: σχεδόν όλος ο κόσμος φτάνει κάποια στιγμή της ζωής του και ομολογεί, «δεν είμαι ευτυχισμένος...»

Δε σημαίνει αναγκαστικά ότι είναι και δυστυχισμένος. Μπορεί να είναι τουλάχιστον καλυμμένος σε όλα τα βασικά βιοτικά, συναισθηματικά, κοινωνικά θέματα. Όμως αισθάνεται τη ζωή του σαν ποιήμα Κικής Δημουλά: κάτι λείπει, κάτι θεμελιώδες. Τα ποιήματα της Δημουλά δεν εκφράζουν δυστυχία και πόνο αλλά έλλειψη ευτυχίας.

Ψήγματα από το θεμελιώδες κάτι της ευτυχίας έχουν νιώσει όλοι κατά καιρούς στη ζωή τους και το βρήκαν πιο γλυκό κι από το μέλι, κι από το σεξ, κι από την πτώση της κυβέρνησης Σαμαρά. Μόνιμα το προσδοκούν στο μέλλον, λένε στον εαυτό τους: «θα είμαι ευτυχισμένος όταν περάσω στις εξετάσεις / διοριστώ / με αγαπήσει η Μαρία / κάνω παιδιά / βγάλω χρήματα / έχω δικό μου σπίτι, αυτοκίνητο κ.λπ.». Όμως το πάνγλυκο κάτι της ευτυχίας συνεχίζει να παραμένει φευγαλέο, σαν ατίθασο αγρίμι. «Η ευτυχία είναι αυτό που περιμένουμε να ‘ρθει» τραγουδούσε παλιά ο Μανόλης Φάμελος. Συνεχώς το περιμένουμε και ποτέ δεν έρχεται... Όχι, ψέματα! Κάποιες φορές, το φευγαλέο αγρίμι της ευτυχίας εμφανίζεται απρόσκλητο, απρόσμενο και απρογραμμάτιστο, εκεί που δεν το περιμένεις. «Η ευτυχία συνηθίζει να τρυπώνει από την πόρτα που ξέχασες ανοιχτή», έλεγε ο John Barrymore, ένας παλιός αμερικάνος ηθοποιός. Κάνει μια σύντομη επίσκεψη και φεύγει γρήγορα, αφήνει μόνο μια ανάμνηση. Κι ο κόσμος συνεχίζει να ζει τη ζωή του σαν ποιήμα Κικής Δημουλά προσδοκώντας την ευτυχία κάπου στο μέλλον, όμως το μέλλον γίνεται παρόν κι η ευτυχία συνεχίζει να είναι αυτό που περιμένουμε να ‘ρθει...

Δεν έχω το μυστικό της, δεν μπορώ να σου πω τον τρόπο να γίνεις ευτυχισμένος. Μπορώ όμως να κάνω το αμέσως καλύτερο, να συγκεντρώσω μερικά κριτήρια για την ευτυχία που έθεσαν κατά καιρούς διάφοροι που προβληματίστηκαν σχετικά. Θα έχουμε εκλεκτή παρέα: Αριστοτέλης, Κίρκεγκορ, Βίκτωρ Φρανκλ. Θέλω να μαζέψω αυτά τα κριτήρια και να δω την εικόνα που βγαίνει.


Ικανοποίηση και Ευτυχία
Κάπου στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης κάνει τη διάκριση μεταξύ ικανοποίησης και ευτυχίας. Είναι διαφορετικά ζώα, λέει, καλό είναι να μην τα μπερδεύουμε. Ο Αριστοτέλης έβλεπε την ικανοποίηση ως την ευχαρίστηση που λαμβάνει κάποιος λόγω ευνοϊκής σύγκλισης εξωτερικών περιστάσεων: βγάζω καλά χρήματα, με αγαπάει η Μαρία, διορίζομαι, περνάω στις εξετάσεις, κλείνω μια καλή συμφωνία, γίνομαι διάσημος κ.λπ. άρα είμαι... όχι ευτυχισμένος αλλά ικανοποιημένος. Μέχρι εκεί. Όμως στη ζωή υπάρχει και κάτι άλλο. Δεν το κλείσαμε το θέμα, υπάρχει επιπλέον μια βαθιά εσωτερική πλήρωση, μια οργιαστική υπαρξιακή ζεστασιά: είμαι αυτός που πρέπει να είμαι, κάνω αυτό που πρέπει να κάνω, βρίσκομαι εδώ που πρέπει να βρίσκομαι, όλα γύρω μου είναι ακριβώς όπως πρέπει να είναι. Όταν είμαστε ευτυχισμένοι, δεν θέλουμε ν' αλλάξει τίποτα, όλα είναι άψογα. Αυτήν την οργιαστική υπαρξιακή ζεστασιά είναι που ονόμαζε ευτυχία («ευδαιμονία») ο Αριστοτέλης, ο οποίος μάλιστα έλεγε ότι είναι ανεξάρτητη των εξωτερικών περιστάσεων, με την έννοια ότι μπορεί να παραμένει ακόμα κι αν όλα έρχονται στραβά, ακόμα κι αν η ικανοποίηση πέσει στο μίνιμουμ. Εδώ έχουμε το πρώτο κριτήριο:
(1) Η μεγάλη συγκέντρωση ικανοποίησης δεν μετατρέπεται σε ευτυχία, είναι διαφορετικά ζώα. Και ορισμένες φορές μάλιστα είναι φυσικοί εχθροί μεταξύ τους. Η ευτυχία δεν είναι θέμα ευνοϊκής σύγκλισης των εξωτερικών περιστάσεων, οπότε αν καταπιάνεσαι αποκλειστικά με την προσπάθεια ευνοϊκού επηρεασμού τους, συνεχίζεις να παραμένεις σε τροχιά όπου θα πεις μια μέρα: «δεν είμαι ευτυχισμένος...» 
Αν πρέπει να διαλέξω ένα σύμβολο για τη διάσταση μεταξύ ευτυχίας και ικανοποίησης, θα ήταν αυτή η σκηνή από το The Straight Story του David Lynch: o Άλβιν κάνει μια διαδρομή 240 μιλίων να δει τον αδερφό του, με τον οποίο ήταν τσακωμένοι, πάνω σ’ ένα χλοοκοπτικό τρακτεράκι κήπου. Στη διαδρομή σπάει το σασμάν. Ένας τύπος προθυμοποιείται να τον πετάξει γρήγορα και άνετα με το αυτοκίνητό του (ικανοποίηση), όμως ο Άλβιν επιμένει να επισκευάσει το μικρό μηχάνημά του, που πιάνει ταχύτητες μέχρι 5 μίλια/ώρα, και να συνεχίσει μ' αυτό. Διότι καταλαβαίνει ότι είναι απαραίτητο να ταλαιπωρηθεί και να ζήσει τη διαδρομή μέτρο προς μέτρο προκειμένου να μαλακώσει το πείσμα του και να κάνει ειρήνη με τον αδερφό του (ευτυχία).

Η αριστοτελική ευτυχία είναι αόρατη για όλες σχεδόν τις σύγχρονες επιστήμες που ασχολούνται με τον άνθρωπο. Όλες μπορούν να δουν μόνο μέχρι την ικανοποίηση, όχι περισσότερο. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των Οικονομικών, της Ψυχολογίας, της Κοινωνιολογίας, της Εξελικτικής Βιολογίας, της Θεωρίας Ορθολογικής Επιλογής κ.α. ασχολείται μόνο με την ευχαρίστηση που λαμβάνει ο άνθρωπος από εξωτερικές περιστάσεις, αγαθά, καταστάσεις. Για παράδειγμα, η θεμελιώδης έννοια της χρησιμότητας (utility), πάνω στην οποία χτίζονται τα Οικονομικά των δογματικών, ορίζεται συνήθως ως η ευχαρίστηση που οφείλεται σε πλήρωση επιθυμιών από την χρήση αγαθών και υπηρεσιών – δηλαδή, η αριστοτελική ικανοποίηση. Επίσης, ένα τεράστιο μέρος της Ψυχολογίας βλέπει τον άνθρωπο ως ένα δεδομένο σύνολο αναγκών και επιθυμιών που, σαν πεινασμένα μωρά, ζητάνε συνεχώς εκπλήρωση από εξωτερικές καταστάσεις. Μέχρι εκεί, όχι περισσότερο. Ως προς την τρέντι επιστήμη της Εξελικτικής Ψυχολογίας, διαβάζω τους Leda Cosmides & John Tooby στο Handbook of Emotions (2000) να αναφέρουν: «Τα κύματα χαράς ή ευτυχίας είναι ένα συναισθηματικό πρόγραμμα που εξελίχθηκε για να ανταποκρίνεται σε καταστάσεις κατά τις οποίες κάποιος συναντά απροσδόκητα θετικά γεγονότα» (εδώ, σελ. 123). Με άλλα λόγια, η αριστοτελική ικανοποίηση. Είπαμε όμως: ως προς την ευτυχία, όλες σχεδόν οι σύγχρονες επιστήμες που ασχολούνται με τον άνθρωπο παραμένουν τυφλές.

Τι μέγεθος είναι η ευτυχία; Κατά τα περιθώρια που αφήνει ο Αριστοτέλης:

Α) Δεν είναι μετρήσιμο μέγεθος – εννοώντας ότι είναι δύσκολο να διαπιστώσεις την ευτυχία κάποιου παρατηρώντας τα ορατά, αντικειμενικά μεγέθη της ζωής του: τι εισόδημα έχει, πόσο δημοφιλής είναι, σε πόσο καλή συνοικία ζει κ.λπ. Όλα αυτά ίσως σου δώσουν μια ιδέα για την ικανοποίησή του, δύσκολα όμως για την ευτυχία του. Ο Αριστοτέλης τουλάχιστον, πιστεύω, θα έκανε τέτοιες ερωτήσεις για να διαπιστώσει την ευτυχία κάποιου: Νιώθει ότι έχει σκοπούς στη ζωή του; Ότι αυτοί οι σκοποί είναι ξεκάθαροι; Ότι ζει για κάποιο λόγο; Αντιμετωπίζει τακτικά προκλήσεις;... τέτοια πράγματα. Από αυτήν τη σκοπιά, η ευτυχία είναι ηρωικό μέγεθος: πρέπει να ξεπερνάς τακτικά τον εαυτό σου ώστε να έχεις μια πιθανότητα να πεις κάποτε, «είμαι ευτυχισμένος!»

Χρησιμοποιώ τη λέξη ηρωικός όπως στη φιλολογία των Κινηματογραφικών Σπουδών: πρωταγωνιστής είναι το βασικό πρόσωπο μιας ιστορίας, ενώ ήρωας είναι ο πρωταγωνιστής που επιπλέον πρέπει να ξεπεράσει τον εαυτό του για να προχωρήσει η πλοκή.

Β) Επίσης, η ευτυχία δεν είναι οικονομικό μέγεθος. Σε αντίθεση μ’ αυτήν, η ικανοποίηση συνήθως παρουσιάζεται από όλες τις σύγχρονες επιστήμες ως οικονομικό μέγεθος: εξαρτάται από εξωτερικές περιστάσεις και αγαθά, τα οποία συχνά υπόκεινται σε νόμους σπάνης («όσο περισσότερο έχεις εσύ, τόσο λιγότερο απομένει για μένα»). Η ευτυχία όμως δεν υπόκειται αναγκαστικά σε νόμο σπάνης.

Γ) Επίσης, η ικανοποίηση συχνά παρουσιάζεται από τις σύγχρονες επιστήμες ως μαλθουσιανό μέγεθος: η δική σου ικανοποίηση είναι κακό νέο για μένα. Οπότε συχνά οδηγεί και σε ανταγωνισμούς. Όμως ο Αριστοτέλης τουλάχιστον αφήνει το περιθώριο η ευτυχία να είναι αντι-οικονομικό, ακόμα και αντι-μαλθουσιανό μέγεθος: η δική σου ευτυχία ίσως είναι καλό νέο για μένα. Ίσως είναι κάτι που συντελεί και στη δική μου ευτυχία.

(Στα Οικονομικά των δογματικών, αυτό που λέω μαλθουσιανό μέγεθος περιγράφεται με τον όρο της αντιπαλότητας, rivalry. Από αυτή τη σκοπιά, η ευτυχία ίσως να είναι anti-rival μέγεθος. Ο Βίκτωρ Φρανκλ, που θα δούμε παρακάτω, έτσι ακριβώς έβλεπε την ευτυχία, ως μη-μετρήσιμο, μη-οικονομικό και anti-rival μέγεθος).

Όμως ας ξαναγυρίσουμε στον Αριστοτέλη. Στα Ηθικά Νικομάχεια, αυτός έλεγε κάτι κρυπτικό για την ευτυχία, ότι μπορεί να σου τη δώσει μόνο ένα πράγμα στον κόσμο: να ταχθείς σ’ αυτό για το οποίο γεννήθηκες. Είσαι γεννημένος για κάποιο σκοπό, όπως ένα μαχαίρι κατασκευάστηκε για να κόβει. Και όσο απέχεις από τον σκοπό σου, είσαι σαν στομωμένο μαχαίρι. Στη δική του ορολογία, ο Αριστοτέλης ονόμαζε τέλος αυτό για το οποίο ο καθένας γεννήθηκε (με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης, «τέλος» δηλαδή «σκοπός») και δεν μας είπε πολλά γι’ αυτό. Θεωρούσε πάντως ότι το τέλος σου είναι αυτό που πραγματικά είσαι, το αληθινό σου βιογραφικό. Ο Αριστοτέλης θα έλεγε ότι τα βιογραφικά που συνήθως συντάσσουμε σήμερα, οι περιγραφές που κάνουμε για τον εαυτό μας, είναι ελλιπή. Μπορεί μεν να είναι πραγματολογικώς σωστά, να αναφέρουν την ηλικία, τα πτυχία, τα επιτεύγματά μας, δεν αναφέρουν όμως το σημαντικότερο: το τέλος μας (= τον σκοπό μας), αυτό για το οποίο γεννηθήκαμε. Αυτό που πραγματικά είμαστε. Δεν είσαι η γέννησή σου, θα έλεγε ο Αριστοτέλης, δεν είσαι η κοινωνική ομάδα που έτυχε να ανήκεις, είσαι το τέλος σου.

Πώς θα πρέπει να διαβάσουμε τις κρυπτικές επισημάνσεις του Αριστοτέλη; Θα το δείξω με μια παρομοίωση από τον κόσμο των ΜΚΟ:

Από αυτά που έχω δει και καταλάβει, οι περισσότερες ΜΚΟ ξεκινάνε με κάποιον ευγενή στόχο (προστασία προσφύγων, φορέων HIV, απειλούμενων ειδών κ.α. – το τέλος της ΜΚΟ) και τον υπηρετούν αφοσιωμένα. Αρχικά. Στην πορεία όμως μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο. Σε κάτι που έχει πρωταρχικό σκοπό τη διατήρηση της ΜΚΟ – να συνεχίζει να υπάρχει το μαγαζί, να πληρώνονται οι λογαριασμοί, να τυπώνονται τα φυλλάδια, να γράφονται καινούργια μέλη κ.λπ. – και μόνο σε δεύτερο λόγο τον ευγενή στόχο. Για την ακρίβεια, κατά τη μεταμόρφωσή τους οι ΜΚΟ χρησιμοποιούν τον ευγενή στόχο ως μάρκετινγκ για την επιβίωσή τους. Από εκεί που στην αρχή η ΜΚΟ δούλευε π.χ. για τη χειραφέτηση των εθνοτικών μειονοτήτων, στην πορεία αρχίζει να δουλεύει έτσι ώστε να στέλνει αναφορές στον ΟΗΕ για κάτι που μπορεί να παρουσιαστεί ως χειραφέτηση των εθνοτικών μειονοτήτων προκειμένου να ενταχθεί στο Πρόγραμμα Τάδε και να πάρει την επιδότηση. Από εκεί που ο ευγενής στόχος ήταν αυτοσκοπός, στην πορεία γίνεται το μέσο για την επίτευξη ενός άλλου σκοπού (= τη διατήρηση του μαγαζιού). Διάβασα και τον Κάρλο Πετρίνι εδώ, λέει για «μεγάλες ΜΚΟ που ξεκίνησαν με ευγενή κίνητρα και κατέληξαν να αποτελούν οργανώσεις που ενδιαφέρονται μόνο να πληρώνουν τους μισθούς στους υπαλλήλους τους» – αυτό το φαινόμενο πρέπει να είναι οικουμενικό. Δεν γίνεται με κακοβουλία (τις περισσότερες φορές) ούτε συνειδητά. Όμως σιγά-σιγά εξαντλείται το αρχικό κεφάλαιο κι ο ενθουσιασμός, τα μέλη κουράζονται να βάζουν συνεχώς λεφτά από την τσέπη τους, να ξενυχτάνε, να τους χάνουν από τα σπίτια τους, οπότε προσαρμόζονται σε έναν επαγγελματισμό και δουλεύουν κατά τέτοιον τρόπο ώστε όχι ακριβώς να παράγουν έργο, αλλά να μπορούν να δηλώνουν ότι παράγουν έργο (έχει διαφορά). Οπότε λοιπόν η ΜΚΟ συνεχίζει να υπάρχει κι ο ΟΗΕ συνεχίζει να παραπονιέται ότι κάθε χρόνο πετιούνται δισεκατομμύρια δολάρια για την καταπολέμηση της φτώχειας στον Τρίτο Κόσμο με πενιχρά αποτελέσματα...

Κάπως έτσι λοιπόν κρίνω ότι πρέπει να διαβάσουμε τον Αριστοτέλη: είμαστε ΜΚΟ που συνεχώς αποκλίνουμε αδιόρατα και ασυνείδητα από το τέλος μας, το μόνο που μπορεί να μας δώσει την ευτυχία. Μεταμορφωνόμαστε σε κάτι άλλο, βάζουμε διαφορετικές προτεραιότητες, αποκτούμε διαφορετικό τρόπο σκέψης και ναι μεν επιτυγχάνουμε πολλά, όχι όμως την ευτυχία. Κάτι που μας δίνει ένα δεύτερο κριτήριο:
(2) Η αποτυχία της ευτυχίας είναι μια πράξη αυτοπαγίδευσης, αυτοεξαπάτησης, όχι μια βουλητική απόφαση αλλοτρίωσης. Ίσως να βάζουμε στόχο την ευτυχία, όμως συνεχώς κάνουμε μικρούς συμβιβασμούς και κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας με διάφορα προσχήματα, οπότε αποκλίνουμε από αυτήν όλο και περισσότερο. Κάπως έτσι η ζωή μετατρέπεται σε ποιήμα Κικής Δημουλά... 
Από μνήμης ένα στιχάκι του Τζελαλεντίν Ρουμί (νομίζω): «Η μοίρα χάραξε αδιάλλαχτες πορείες / Κι η αδυναμία τη θέληση πάει να γραπώσει / Σχωρνάμε τον εαυτό μας με δικαιολογίες / Και τη μοίρα βοηθάμε να μας εξοντώσει».


Βίκτωρ Φρανκλ 
Είναι αλήθεια ότι ο Αριστοτέλης άφησε ανοιχτά πολλά ερωτήματα για το τέλος μας. Εκτός αυτού, έθετε και μια προϋπόθεση για την ευτυχία: να έχει κανείς τουλάχιστον ένα μίνιμουμ ικανοποίησης. Δηλαδή, δεν πίστευε ότι μπορεί να ευτυχήσει κάποιος που έτυχε να γεννηθεί φτωχός ή άσχημος σαν τέρας ή να χάσει πρόσφατα ένα αγαπημένο πρόσωπο κ.α. Ο Βίκτωρ Φρανκλ βίωσε την κατάπτωση στην πιο ζοφερή της μορφή, πιο μίνιμουμ κι από το μίνιμουμ: Εβραίος από την Αυστρία που πέρασε τρία χρόνια σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, καθημερινά με την απειλή του θανάτου. Ήταν τυχερός και επιβίωσε, όμως προβληματίστηκε πολύ για τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους αντιδρούσαν οι κρατούμενοι στην κόλαση του στρατοπέδου. Άλλοι παραιτήθηκαν κι έπεσαν σε μια κατάσταση βραδυφλεγούς αυτοκτονίας, άλλοι συνέχισαν να αγωνίζονται• άλλοι έγιναν εγωιστές και σκληροί, άλλοι έγιναν αλληλέγγυοι και κράτησαν ηθικές στάσεις• μετά την απελευθέρωσή τους, άλλοι έπεσαν σε αυτοκαταστροφική κατάθλιψη την οποία δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν, άλλοι στάθηκαν γρήγορα στα πόδια τους και ξανάχτισαν τη ζωή τους. Ένα από τα βασικότερα συμπεράσματα του Β. Φρανκλ ήταν ότι μπορεί κάποιος να εργαστεί για την ευτυχία του (όχι να ευτυχήσει αλλά να εργαστεί για την ευτυχία του) ακόμα και στον πάτο του πηγαδιού, στον ζόφο των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Σταχυολογώ από το βιβλίο του, Man’s Search for Meaning (1946), τα σημεία που με ενδιαφέρουν, τις παρατηρήσεις του για το θέμα της ευτυχίας:

Ο Β. Φρανκλ είπε ότι δεν μπορείς ν’ αποφασίσεις να είσαι ευτυχισμένος, όπως αποφασίζεις π.χ. να σκεφτείς θετικά ή να συγκρατήσεις τα νεύρα σου. Αυτό πηγαίνει κόντρα στη λογική του don’t worry be happy. Αν δεν θέλουμε να παίζουμε με τις λέξεις, τότε μπορείς να είσαι ευτυχισμένος μόνο αν έχεις τον λόγο για να είσαι. Αν τον έχεις, τότε η ευτυχία θα προκύψει αυτόματα. Αν δεν τον έχεις, τότε απλά γίνεσαι ηθοποιός που παίζει έναν ρόλο. Δεν είναι στο χέρι σου να είσαι ευτυχισμένος, στο χέρι σου είναι μόνο να χτίσεις τον λόγο από τον οποίο θα προκύψει η ευτυχία. Κάτι που μας δίνει ένα ακόμη κριτήριο:
(3) Η ευτυχία είναι σαν σπίτι που χρειάζεται θεμέλια. Αν δεν υπάρχουν αυτά, τότε δεν μπορεί να υπάρξει και η ευτυχία. Δεν είναι μια υποκειμενική ψυχολογική κατάσταση που είναι στο χέρι σου να δημιουργήσεις
Όμως το πιο σημαντικό που επεσήμανε ο Βίκτωρ Φρανκλ είναι ότι η ευτυχία δεν μπορεί να επιδιωχθεί ευθέως. Μπορούμε να επιδιώξουμε ευθέως μόνο το τέλος μας, αυτό για το οποίο γεννηθήκαμε. Αν το κάνουμε, τότε η ευτυχία θα προκύψει ως παραπροϊόν. Όπως ακριβώς ο Ορφέας δεν μπορούσε να επιδιώξει ευθέως την Ευρυδίκη, μπορούσε μόνο να συγκεντρωθεί στη μουσική του και να έχει εμπιστοσύνη ότι η Ευρυδίκη θα τον ακολουθεί – κατά κάποιον τρόπο, ότι η Ευρυδίκη θα προκύψει ως παραπροϊόν της μουσικής του.

Αυτό δίνει μια παραπάνω ιδέα για τον τρόπο που εξαπατούμε τον εαυτό μας και μετατρέπουμε τη ζωή μας σε ποιήμα Κικής Δημουλά. Κάνουμε το λάθος του Ορφέα και επιδιώκουμε κάτι το οποίο μπορεί μόνο να προκύψει. Είναι λίγο σαν να επιδιώκουμε να μας πάρει ο ύπνος το βράδυ, κάτι που δεν μπορεί να γίνει ευθέως – συνήθως μάλιστα άμα το επιδιώξουμε ευθέως, θα έχουμε το αντίθετο αποτέλεσμα. Πρέπει απλώς να ηρεμήσουμε, να αφεθούμε και να έχουμε εμπιστοσύνη ότι ο ύπνος θα έρθει ως παραπροϊόν της ηρεμίας. Ο Β. Φρανκλ το παρομοίαζε με την ερωτική ηδονή: συνήθως όσο περισσότερο το ζευγάρι την επιδιώκει, τόσο δυσκολότερο γίνεται να την επιτύχει. Η ερωτική ηδονή είναι κάτι που πρέπει να προκύψει ως παραπροϊόν, όχι να επιδιωχθεί ευθέως. Το ίδιο ακριβώς και η ευτυχία.
(4) Ο τρόπος του Ορφέα: η ευτυχία δεν μπορεί να επιδιωχθεί ευθέως, μπορεί μόνο να προκύψει ως παραπροϊόν. Η νοοτροπία στην οποία καλλιεργηθήκαμε είναι να επιδιώκουμε πράγματα, να στοχεύουμε, να σχεδιάζουμε, να προγραμματίζουμε, να εργαζόμαστε για στόχους, να αποσκοπούμε σε προϊόντα, όχι παραπροϊόντα. Όμως αν θέλουμε κάποια μέρα να πούμε, «είμαι ευτυχισμένος!», πρέπει να το σκεφτούμε διαφορετικά. 
H επίτευξη της ευτυχίας στη ζωή μοιάζει με ένα καράβι που συνεχώς το χτυπάει πλάγιος άνεμος και αποκλίνει από τον προορισμό του:





Το Ε είναι η ευτυχία. Το παχύ πράσινο βελάκι είναι η αυτοεξαπάτηση, ότι επιδιώκουμε κάτι το οποίο μπορεί μόνο να προκύψει. Οπότε, αν κάποιος στοχεύσει στην ευτυχία και την επιδιώξει ευθέως, θα καταλήξει τελικά στο ΚΔ (= ποίημα Κικής Δημουλά), θα φτάσει μια μέρα να ομολογήσει στον εαυτό του: «δεν είμαι ευτυχισμένος...». Ό,τι επιδιώξει κανείς, θα καταλήξει στον πιο κάτω προορισμό. Προκειμένου να πετύχει την ευτυχία, αυτό που θα πρέπει να επιδιώξει ευθέως είναι το Τ, το τέλος του, το κόκκινο βελάκι στην παραπάνω εικόνα. Και τότε η ευτυχία θα προκύψει ως παραπροϊόν.

Η επόμενη επισήμανση του Β. Φρανκλ αποσαφηνίζει περισσότερο την παρατήρηση του Αριστοτέλη, ότι ευτυχία και ικανοποίηση είναι διαφορετικά ζώα. Ο Β. Φρανκλ έφτασε κι αυτός σε παρόμοιο συμπέρασμα, συγκεκριμένα ότι η ευτυχία δεν προκύπτει από την προσπάθεια για αύξηση των ευχάριστων, ικανοποιητικών ή άνετων στιγμών στη ζωή μας, δεν προκύπτει από την προσπάθεια για μείωση των οδυνηρών στιγμών. Έτσι ακριβώς το έβλεπε ο Επίκουρος και ο Bentham, όμως μακάρι να ήταν τόσο απλή η ζωή... Ο πόνος μπορεί κι αυτός να έχει θέση στην επίτευξη της ευτυχίας. Ακόμα και περιστατικά κακοπάθειας ή οδύνης μπορούν, παρόλα αυτά, να συντελέσουν στην ευτυχία κάποιου. «Κατά κάποιον τρόπο, ο πόνος σταματάει να είναι πόνος αν αποκτήσει ένα νόημα, για παράδειγμα το νόημα της θυσίας», έλεγε ο Β. Φρανκλ• θυμηθείτε τη σκηνή από το The Straight Story του David Lynch όπου ο Άλβιν θυσίασε σκόπιμα την άνεση και την ταχύτητα ενός αυτοκινήτου για την ταλαιπώρια και τη βραδύτητα του μηχανήματός του• ο Ζαν Πολ Σαρτρ έλεγε για τα νιάτα του στη γαλλική Αντίσταση ότι ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής του, κι ότι ποτέ δεν κατάφερε να ξανανιώσει τέτοια ευτυχία, παρόλο που τότε κινδύνευε κάθε μέρα να προδωθεί και να σκοτωθεί• «υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλιτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα», έλεγε το τραγούδι του Θεοδωράκη, δηλαδή ακόμα και τα βάσανα παύουν να είναι βάσανα αν χρησιμεύσουν ως θυσία για κάτι (για το παιδί, στη συγκεκριμένη περίπτωση): ο τρόπος που το έβλεπε ο Β. Φρανκλ, και συμφωνώ μαζί του, είναι ότι αυτό που κάνει τη ζωή κόλαση δεν είναι ακριβώς η κακοπάθεια καθαυτή, αλλά η κακοπάθεια που δεν συνοδεύεται από κάποιο νόημα (για παράδειγμα, το νόημα της θυσίας).

Η ζωή λοιπόν δεν είναι μια αφελής λογιστική μεταξύ ηδονής και οδύνης, δεν είναι μια συνάρτηση προσδοκώμενης χρησιμότητας, όπως στα Οικονομικά των δογματικών, όπου καλούμαστε να μεγιστοποιήσουμε την ευχαρίστηση και να ελαχιστοποιήσουμε την κακοπάθεια. Ο Bentham το έβλεπε ακριβώς έτσι, είχε προσπαθήσει μάλιστα να φτιάξει κι έναν μαθηματικό λογισμό ευτυχίας (“felicific calculus”). Όμως αυτή η αφελής αντίληψη της ζωής ως λογιστική μεταξύ ηδονής και οδύνης είναι συνταγή αποτυχίας για την επίτευξη της ευτυχίας, δρόμος που οδηγεί σε ένα μελλοντικό: «δεν είμαι ευτυχισμένος...». Η ευτυχία δεν είναι μαθηματικό μέγεθος, είναι ηρωικό μέγεθος.
(5) Ο πόνος, η κακοπάθεια μπορούν να έχουν θέση στην επίτευξη της ευτυχίας. Η ευτυχία δεν προκύπτει από την προσπάθεια για αύξηση των ευχάριστων, ικανοποιητικών ή άνετων στιγμών στη ζωή μας, δεν προκύπτει από την προσπάθεια για μείωση των οδυνηρών στιγμών. Θα πρέπει να το σκεφτείς διαφορετικά εδώ. 
Ο Β. Φρανκλ έδωσε κι ένα σημάδι ότι είσαι στο σωστό δρόμο ώστε να πεις κάποτε «είμαι ευτυχισμένος!» Το σημάδι αυτό είναι η εσωτερική ένταση. Αν αυτό που διαπιστώνεις στον εαυτό σου είναι γαλήνη, άνεση και εσωτερική ισορροπία, τότε πρόσεχε μην έχεις πάρει το μονοπάτι το πονηρό που πάει ντουγρού στην κατηφόρα τη μεγάλη, τον δρόμο που οδηγεί σε ένα μελλοντικό «δεν είμαι ευτυχισμένος...». Αντίθετα, τα σωστά σημάδια είναι αυτά της εσωτερικής έντασης: ταραχή, έγνοια, αίσθηση ότι καταβάλεις προσπάθεια, ότι αντιμετωπίζεις προκλήσεις... τέτοια πράγματα.
(6) Trouble is a friend, έλεγε το τραγούδι της Lenka. «Η εσωτερική ένταση είναι αναπόσπαστη προϋπόθεση της ψυχικής υγείας», έλεγε ο Β. Φρανκλ. Είναι το σωστό σημάδι ότι βρίσκεσαι στον δρόμο για να πεις κάποτε: «είμαι ευτυχισμένος!»  
Για την ακρίβεια, ο Β. Φρανκλ έδωσε κι ένα δεύτερο σημάδι ότι βρίσκεσαι στον σωστό δρόμο: το χιούμορ.


Κίρκεγκορ: Ζώντας Κριτικά
Αυτό που ο Αριστοτέλης έλεγε τέλος, ο Κίρκεγκορ το έλεγε σχέδιο του Θεού για τον εαυτό (God’s plan for the self). Φοβάμαι ότι θα αντιδράσετε στη χριστιανική ορολογία του Κίρκεγκορ γι’ αυτό και παίρνω το θάρρος να τον αποδώσω λίγο πιο ελεύθερα.

Και ο Κίρκεγκορ συμφωνούσε με τον Αριστοτέλη ότι το πραγματικό σου βιογραφικό είναι το τέλος σου, αυτό για το οποίο έχεις γεννηθεί. Όμως με ποιον τρόπο το έβλεπε;

- Το τέλος σου είναι αυτό για το οποίο είσαι διατεθειμένος να ζήσεις και να πεθάνεις («αυτό που πραγματικά θέλω είναι να ξεκαθαρίσω τι πρέπει να κάνω, όχι τι πρέπει να μάθω ... το μόνο που έχει σημασία είναι να βρω μια αλήθεια που να είναι αλήθεια για μένα, να βρω αυτό για το οποίο προτίθεμαι να ζήσω και να πεθάνω», έλεγε)

- Το να ταχθείς στο τέλος σου σημαίνει ότι η ζωή σου θα πρέπει να χρησιμεύει ως παράδειγμα γι’ αυτό. Θα πρέπει να μπορείς να παρουσιάσεις τη ζωή σου ως παράδειγμα για κάτι. Να το βεβαιώνεις με τις πράξεις, τη στάση και τη συμπεριφορά σου (όχι με τα λόγια ή τη θεωρητική σου γνώση ή τις αναρτήσεις στο facebook).

- Κάπου μάλιστα έλεγε κι ένα γοητευτικό, ότι μόνο άμα ταχθείς στο τέλος σου μπορείς πραγματικά να έχεις όνομα (“your name divinely understood” ήταν η έκφρασή του). Όλα αυτά τα Μαρία, Δημήτρης, Γιάννης, Βάσω κ.λπ. είναι απλώς ετικέτες, δεν είναι τα πραγματικά μας ονόματα• μόνο το τέλος σου είναι αυτό που σου δίνει το όνομά σου. Όποιος δεν μπορεί να παρουσιάσει τη ζωή του ως παράδειγμα για κάτι, δεν έχει και όνομα, μόνο ετικέτα.

- Το τέλος σου, έλεγε ο Κίρκεγκορ, δεν είναι κάτι που μπορείς να ορίσεις εσύ ο ίδιος, δεν είναι στο χέρι σου. Μπορείς μόνο να το ανακαλύψεις, με τον ίδιο τρόπο που κάποιος ανακαλύπτει ότι έχει μουσικό αυτί, ταλέντο στη ζωγραφική κ.λπ. Έτσι ακριβώς έβλεπε τη ζωή ο Κίρκεγκορ και συμφωνώ μαζί του: μια διαρκής πράξη αυτοανακάλυψης μέσα από τις εμπειρίες και τις καταστάσεις στις οποίες εμπλεκόμαστε. Κάτι που μας δίνει ακόμα ένα κριτήριο:
(7) Το τέλος μας δεν το ορίζουμε εμείς οι ίδιοι, δεν είναι στο χέρι μας, μόνο το ανακαλύπτουμε μέσα από το υλικό της ζωής και των εμπειριών μας. 
Εδώ όμως ο Κίρκεγκορ είχε πολλά περισσότερα να παρατηρήσει για το θέμα που άφησε ανοιχτό ο Αριστοτέλης: πώς ανακαλύπτουμε αυτό για το οποίο έχουμε γεννηθεί, το μόνο που μπορεί να μας δώσει κάποτε την ευτυχία; Δίνω πρώτα μερικές πιθανές απαντήσεις:

- Ακολουθούμε κάποια θρησκευτική διδασκαλία, αυτή που μας ταιριάζει περισσότερο.

- Ακολουθούμε κάποια βιοτική φιλοσοφία, αυτή που μας ταιριάζει περισσότερο.

- Ακολουθούμε τα διδάγματα της επιστήμης για τον άνθρωπο, είτε ως κοινωνικό είτε ως βιολογικό ον.

- Ακολουθούμε το παράδειγμα των πολλών. Όπως οι περισσότεροι, δίνουμε πανελλήνιες, παίρνουμε κάποιο πτυχίο, παντρευόμαστε, κάνουμε οικογένεια, διακοπές μια φορά τον χρόνο, χτίζουμε καριέρα, αγοράζουμε αυτοκίνητο κ.λπ.

- Κάνουμε ψυχανάλυση ώστε να βρούμε τον εαυτό μας.

- Μονάζουμε ώστε να γνωρίσουμε το βάθος της ψυχής μας μέσα από την προσευχή, τον διαλογισμό, τις πνευματικές ασκήσεις κ.λπ.

- Ούτε καν απασχολούμαστε με τέτοια θέματα, τα βγάζουμε από το μυαλό μας και αφοσιωνόμαστε στα άμεσα προβλήματα της ζωής μας.

Κανένα από τα παραπάνω, έλεγε ο Κίρκεγκορ! Όλα αυτά είναι εγγυήσεις αποτυχίας, δρόμοι που οδηγούν στο «δεν είμαι ευτυχισμένος...». Ο Κίρκεγκορ μάλιστα έλεγε κάτι ακόμα ισχυρότερο: ότι δεν υπάρχει απολύτως τίποτα, καμία θεωρία, συνταγή, πεπατημένη, συμβουλή, φιλοσοφία, σοφία ηλικιωμένων, βιοτικός κανόνας που θα μας υποδείξει το τέλος μας, τίποτα, τίποτα, ΤΙΠΟΤΑ. Γιατί όμως;

Ο Κίρκεγκορ απέρριπτε όλες τις συνταγές για την ευτυχία διότι η αφετηρία του ήταν η μόνιμη αυτοεξαπάτηση όλων μας (το παχύ πράσινο βελάκι στην παραπάνω εικόνα). Όποια συνταγή κι αν ακολουθήσουμε, είναι σίγουρο ότι θα κάνουμε ασύνειδους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις – και θα τις εκλογικεύσουμε κιόλας για να τις δικαιολογήσουμε στον εαυτό μας, θα νομίζουμε ότι είμαστε χαρούμενοι όμως μετά από καιρό θα ομολογήσουμε ότι τελικά δεν ήμασταν. Ουσιαστικά, με τον εαυτό μας είναι που παλεύουμε, όχι τόσο με τις εξωτερικές καταστάσεις.

- Το «παλεύω με τις εξωτερικές καταστάσεις» είναι το χαρακτηριστικό όλων των σύγχρονων επιστημών που ασχολούνται με τον άνθρωπο• το χαρακτηριστικό όμως του τρόπου που το έβλεπε ο Κίρκεγκορ (κι ο Β. Φρανκλ) είναι: «ουσιαστικά, παλεύεις με τον εαυτό σου».

- Όλα τα λεφτά στη συμβατική επιστημονική στάση είναι η μεγιστοποίηση της ικανοποίησης που λαμβάνεις από εξωτερικές καταστάσεις έχοντας δεδομένες ανάγκες και επιθυμίες• όλα τα λεφτά στην οπτική του Κίρκεγκορ είναι ότι δεν ξέρεις καν τις ανάγκες και τις επιθυμίες σου. Η αυτοεξαπάτηση.

Στη σημερινή εποχή, μετά και το Νόμπελ στον Danny Kahneman, δεν ακούγονται πλέον εξωφρενικές οι παρατηρήσεις του Κίρκεγκορ για τον θεμελιώδη ρόλο της αυτοεξαπάτησης. Στον καιρό του όμως, μέσα 19ου αιώνα, ήταν πολύ μόνος όταν τα έλεγε. Πάντως μας δίνει ακόμα ένα κριτήριο:
(8) Ένα ανησυχητικό σημάδι ότι βρίσκεσαι σε τροχιά ποιήματος Κικής Δημουλά είναι όταν νιώθεις μόνιμα ότι παλεύεις με εξωτερικές καταστάσεις και γεγονότα. Ένα σημάδι ότι βρίσκεσαι στον σωστό δρόμο είναι όταν φτάνεις συχνά στη διαπίστωση: «τελικά, με τον εαυτό μου είναι που παλεύω»
Να δώσω ένα παράδειγμα γι’ αυτήν την αυτοεξαπάτηση. Τα διάφορα happiness index, οι δείκτες των Οικονομικών που υποτίθεται ότι μετράνε τη συλλογική ευτυχία κάθε χώρας, ξεκίνησαν βασισμένα σε ερωτηματολόγια και υποκειμενικές κρίσεις: «πόσο χαρούμενος αισθάνεστε;», «πόσο ικανοποιημένος είστε από τη ζωή σας;» κ.λπ. Η κριτική που έκανε εδώ ο Αμάρτυα Σεν (ο οποίος συχνά τοποθετείται πιο κοντά στον Κίρκεγκορ παρά στη συμβατική επιστημονική στάση) είναι ότι δεν είμαστε οι καλύτεροι κριτές για την προσωπική μας χαρά. Αντιγράφω το επίμαχο σημείο (από το Utilitarianism and Welfarism, σελ. 475):
Σκεφτείτε έναν που αναγκάζεται να δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ, είναι πολύ στερημένος, φτωχός, άρρωστος και θύμα εκμετάλλευσης, όμως πείθεται να είναι ικανοποιημένος με τον λαχνό που του έτυχε στη ζωή (ας πούμε, λόγω θρησκευτικής ή πολιτικής προπαγάνδας, ή κοινωνικής πίεσης). Είναι δυνατόν να πιστέψουμε ότι αυτός ο άνθρωπος είναι πραγματικά ευτυχισμένος και ικανοποιημένος; Είναι δυνατόν να ζει μια καλή ζωή;  
Έτσι ακριβώς την πατάμε κι εμείς. Θα πρέπει να δούμε τον εαυτό μας σαν τον άνθρωπο στο παράδειγμα του Σεν, όμως ο προπαγανδιστής που μας αποκοιμίζει είμαστε εμείς οι ίδιοι. Κάποιος που απαντάει, «είμαι καλά», δεν σημαίνει ότι είναι καλά, ακόμα κι αν το πιστεύει ειλικρινά. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα, ότι το πιστεύει ειλικρινά. Αυτό είναι το πρόβλημα όλων μας. Οπότε, έλεγε ο Κίρκεγκορ, χρειάζεται ένα είδος κριτικότητας απέναντι στον εαυτό και στη ζωή μας, αν θέλουμε κάποτε να πετύχουμε την ευτυχία. Χρειάζεται η συνειδητοποίηση ότι δεν είμαστε οι καλύτεροι κριτές ακόμα και για την προσωπική μας χαρά.

Διότι κατά βάθος την ξέρουμε την απάντηση! Είναι ειρωνικό: εκατομμύρια άνθρωποι σήμερα δεν είναι ευτυχισμένοι, ψάχνουν να βρουν τον εαυτό τους, αναρωτιούνται τι θέλουν από τη ζωή, γυρεύουν απαντήσεις. Όμως κατά βάθος ξέρουν τις απαντήσεις. Το θέμα δεν είναι ότι δεν ξέρουν τι ψάχνουν, το θέμα είναι ότι δεν έχουν το θάρρος και την τιμιότητα προς τον εαυτό τους να το παραδεχτούν, οπότε χαραμίζουν συνεχώς τη μεγάλη χαρά (ευτυχία) για τη μικρή (ικανοποίηση), βρίσκουν τρόπο να εξαπατήσουν τον εαυτό τους εκλογικεύοντάς το και.... καταντά το αύριο σαν αύριο να μη μοιάζει. Ο Πολίτης Κέιν, που από αντισυστημικός και ριζοσπάστης μεταμορφώθηκε σε μέρος του συστήματος το οποίο κάποτε πολεμούσε, ήξερε κατά βάθος ότι συμβιβαζόταν και εξαπατούσε τον εαυτό του, όμως δεν είχε το κουράγιο να το παραδεχτεί. Μια ΜΚΟ που ξεκίνησε με αφοσίωση και πάθος για έναν ευγενή στόχο όμως στην πορεία τα μέλη της κουράστηκαν και συμβιβάστηκαν σε έναν επαγγελματισμό, ήξεραν κατά βάθος ότι αυτοεξουδετερώνονται. Όμως δεν είχαν το θάρρος και την τιμιότητα προς τον εαυτό τους να το παραδεχτούν. Ή, μια εναλλακτική διατύπωση: απέτυχαν να κρατήσουν μια κριτική στάση απέναντι στον εαυτό τους. Από συνέντευξη του N.N.Taleb στους Financial Times:
- (ΕΡΩΤΗΣΗ) Φιλοδοξία ή ταλέντο; Ποιο είναι πιο σημαντικό για την επιτυχία; 
- (ΑΠΑΝΤΗΣΗ) Και τα δυο είναι νεωτερικές σαχλαμάρες. Η επιτυχία είναι κάτι που έχει να κάνει με το αίσθημα τιμής, με την αίσθηση ότι ζεις σύμφωνα με ηθικές αρχές, με την απουσία ντροπής για τον εαυτό σου, δεν είναι κάποιο μετρήσιμο εξωτερικό μέγεθος όπως θέλουν οι εφημερίδες.  
Όπως το θέτει ο Taleb, είναι σαν μόνιμα να ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας. Για τους συμβιβασμούς που έχουμε κάνει, τις ατολμίες και τις υποχωρήσεις μας. Οπότε, συνηθίζουμε σ’ αυτή τη μόνιμη ντροπή, στη μόνιμη απουσία τιμής, συναναστρεφόμαστε με άλλους που εξίσου ντρέπονται για τον εαυτό τους και αλληλοπαρηγοριόμαστε ταυτίζοντας την επιτυχία με το εισόδημα ή με τη δημοσιότητα ή με τις περγαμηνές μας κ.λπ. Έτσι θα πρέπει να το δούμε.

Σημειώστε στην παραπάνω φράση του Taleb κι αυτό το κιρκεγκαρντιανό, αντι-επιστημονικό στοιχείο που είπαμε πιο πριν: κατά βάθος, με τον εαυτό μου είναι που παλεύω, όχι με τις εξωτερικές καταστάσεις («η επιτυχία δεν είναι ένα μετρήσιμο εξωτερικό μέγεθος»).

Η κριτική λοιπόν στάση απέναντι στη ζωή και στον εαυτό μας συνίσταται στο να παραδεχτούμε ότι, κατά βάθος, ξέρουμε τις απαντήσεις, αυτό που ψάχνουμε. Και το ξέρουμε μέσα από το υλικό των εμπειριών και της ζωής μας, ό,τι κι αν είναι αυτή, μικρή ή μεγάλη, σπουδαία ή ασήμαντη. Διότι όλοι κατά καιρούς νιώσαμε ψήγματα από τη βαθιά εσωτερική πλήρωση, την οργιαστική ζεστασιά της ευτυχίας, νιώσαμε ότι ζούμε πραγματικά, όμως δεν βρήκαμε το κουράγιο να πάρουμε τα απαραίτητα ρίσκα και να κάνουμε τις αναγκαίες θυσίες για να παραμείνουμε στην τροχιά της μεγάλης χαράς (ευτυχία). Φοβηθήκαμε και πισωπατήσαμε στον κικηδημουλισμό.

Είναι γεγονός: η ζωή προσφέρει σε όλους μας τις ενδείξεις της ευτυχίας. «Τη ζωή τη ζούμε προς τα μπρος όμως την κατανοούμε προς τα πίσω», σχολίαζε ο Κίρκεγκορ. Πότε είπες «είμαι ζωντανός!», πότε ένιωσες ότι έζησες πραγματικά; Και αντίστροφα: πότε μοιάζει ότι η ζωή κύλησε σαν νερό, πέρασε και δεν άγγιξε; Πότε μοιάζει σαν να υπάρχει ένα κενό ζωής; Όπως έλεγε κι ο Τσάκωνας σ’ αυτή τη σκηνή από το Μάθε Παιδί Μου Γράμματα: «Έξι χρόνια στο δημοτικό... και έξι χρόνια στο γυμνάσιο, δώδεκα... και έξι χρόνια στο πολυτεχνείο, δεκαοχτώ... και έξι χρόνια στο εξωτερικό, είκοσι τέσσερα... και έξι χρόνια μέχρι που να πάω σχολείο, τριάντα... μέχρι τα τριάντα έξι που είμαι τώρα, λείπουν άλλα έξι χρόνια... Πού πήγαν; Τι γίναν έξι χρόνια;»

Ένα από τα πιο ανατριχιαστικά πράγματα που διάβασα ποτέ στο ίντερνετ ήταν εδώ, τα τελευταία λόγια ενός παππού στο νεκροκρέβατό του:
Πριν λίγες δεκαετίες, ένας φίλος μου είπε την περίπτωση του ετοιμοθάνατου παππού του, ενός ανθρώπου που ποτέ δεν κυνήγησε τα όνειρα που είχε στα νιάτα του. Ούτε καν προσπάθησε, για διάφορους λόγους. Όταν ήταν πια στο νεκροκρέβατο, μια από τις τελευταίες του κουβέντες στον εγγονό του ήταν:
«Τι; Δηλαδή, αυτό ήταν;» (“What? So that was it?”) 
Ετοιμάζεσαι να πεθάνεις, αναλογίζεσαι τη ζωή που (δεν) έζησες και το μονο που έχεις να πεις είναι: «Τι, δηλαδή, αυτό ήταν;»... Σαν πολυδιαφημισμένη ταινία που πηγαίνεις να τη δεις όλος προσδοκία, όμως τελικά βγαίνεις από το σινεμά απογοητευμένος, έχασες δυο ώρες από τη ζωή σου. Ή και την ίδια τη ζωή σου.

Σε αντίθεση μ’ αυτό, μπορούμε να δούμε τον φοβερό κύριο Τζιάκομο Καζανόβα, έναν τυχοδιώκτη του 18ου αιώνα που ταξίδεψε όλη την Ευρώπη από περιπέτεια σε περιπέτεια, από γυναίκα σε γυναίκα, από σκάνδαλο σε σκάνδαλο, κι από πάτρωνα σε πάτρωνα. Γνώρισε τον Γκαίτε, τον Ρουσσώ και τον Μότσαρτ, φυλακίστηκε, δραπέτευσε, ερωτεύτηκε (αμέτρητες φορές), υπέφερε, έμαθε να χειρίζεται τους ανθρώπους, έγινε γιατρός, μουσικός, στρατιωτικός, νομικός, ελευθεροτέκτονας, χαρτοπαίκτης, μοναχός, κυβερνητικός αξιωματούχος, θαυματοποιός, κατάσκοπος, αλχημιστής, ρισκάρισε τη ζωή του, μονομάχισε με μαρκήσιους και αξιωματικούς, έκανε απίθανες φάρσες, άνοιξε ένα εργοστάσιο, του το φάγαν τα χρέη και οι γυναίκες, έγραψε ένα θεατρικό έργο... έκανε πολλά. Δεν ήταν όλα ευχάριστα. Πέρασε από βάσανα και μεγάλες αγωνίες. Πολλές φορές έχασε τα πάντα και ξεκίνησε από το μηδέν. Πολλές φορές πίστεψε ότι έφτασε το τέλος του. Όμως, όπως το έθετε ο ίδιος, όταν σε μεγάλη ηλικία πλέον κάθισε να γράψει τα απομνημονεύματά του: «Δεν μπορώ να το αρνηθώ, vixi» – δηλαδή έζησα, στα λατινικά.

Οι περίοδοι της ζωής μας που αποπνέουν μια αίσθηση vixi, ότι ζήσαμε πραγματικά, είναι αυτές όπου βρήκαμε το κουράγιο και προσανατολιστήκαμε στο τέλος μας. Και αντίστροφα: οι περίοδοι που μοιάζουν χαμένες, κενό ζωής, είναι αυτές που φοβηθήκαμε και απομακρυνθήκαμε από το τέλος μας. Το θέμα δεν είναι κάποιο είδος διανοητικής γνώσης, το θέμα είναι να έχουμε το θάρρος και την τιμιότητα προς τον εαυτό μας να παραδεχτούμε ότι, κατά βάθος, ξέρουμε τις απαντήσεις. Αυτό είναι το ζώντας κριτικά του Κίρκεγκορ. Και μόνο έτσι μπορούμε να ανακαλύψουμε το τέλος μας, δεν υπάρχει άλλος τρόπος: επισκευάζοντας το καράβι εν πλω, σανίδα τη σανίδα, με όποια κατανόηση έχουμε, χωρίς τίποτα το απόλυτο να κρατηθούμε – χωρίς κάτι να παίζει τον ρόλο του ναυπηγείου, χωρίς καμία θεωρία, μπούσουλα, συνταγή, μεγάλο μυστικό για τον άνθρωπο και τη ζωή. Όλα τα ναυπηγεία είναι εγγυήσεις αποτυχίας.
(9) Τη ζωή τη ζούμε προς τα μπρος όμως την κατανοούμε προς τα πίσω. Το τέλος μας εκδηλώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο στη ζωή μας, αφήνει μια αίσθηση vixi! Και αντίστροφα: όταν εξαπατάμε τον εαυτό μας και πισωπατάμε στον κικηδημουλισμό, μένουμε με την αίσθηση ότι κάποιος έκλεψε τα χρόνια μας. 
Θέλω όμως να συζητήσω περισσότερο το ζώντας κριτικά του Κίρκεγκορ, την επιμονή του ότι μόνο μέσα από το υλικό της ζωής και των εμπειριών μας θα ανακαλύψουμε το τέλος μας. Θα το δείξω με μια παρομοίωση από τις εμπειρικές έρευνες που έγιναν τις τρεις τελευταίες δεκαετίες στους ντιζάινερς (η λέξη εδώ σημαίνει αρχιτέκτονες, σχεδιαστές, προγραμματιστές, γραφίστες και άλλους συναφείς επαγγελματίες).

Στον χώρο του ντιζάιν έχει καταδειχθεί ότι ο τρόπος εργασίας των ντιζάινερ είναι αμεθοδικός. Η πράξη του ντιζάιν είναι μια διαρκής και αμφίδρομη αλληλεπίδραση μεταξύ του προσδιορισμού του προβλήματος και της εντόπισης λύσεων: κάποιες φορές ο προσδιορισμός οδηγεί σε συγκεκριμένες λύσεις, άλλες φορές η συγκεκριμενοποίηση μιας λύσης οδηγεί σε αναθεώρηση του προβλήματος, κι αυτό γίνεται συνεχώς. Ένα παράδειγμα εδώ που έχει μελετηθεί καλά είναι τα σκίτσα των αρχιτεκτόνων. Σχεδόν όλοι οι αρχιτέκτονες όταν ξεκινούν να δουλεύουν ένα πρόβλημα παράγουν σκίτσα εντατικά και ιδιοσυγκρασιακά – συνήθως μ’ ένα απλό μολύβι σ’ όποιο κομμάτι χαρτί βρεθεί μπροστά τους. Οι εμπειρικές έρευνες έδειξαν οι αρχιτέκτονες ανακαλύπτουν στοιχεία στα σκίτσα τους, τα οποία δεν είχαν υπόψη όταν τα σχεδίαζαν, και επίσης χρησιμοποιούν αυτές τις απρόσμενες ανακαλύψεις για να αναθεωρήσουν το πρόβλημα. Μια περίπτωση από την έρευνα της G. Goldschmidt (On visual design thinking, 1996):

Ένας φοιτητής αρχιτεκτονικής και στα πλαίσια πανεπιστημιακού μαθήματος είχε να σχεδιάσει ένα νηπιαγωγείο εντός αστικού ιστού, σχήματος L, σε ελαφρά επικλινές έδαφος, με τρεις χώρους δραστηριοτήτων, εξωτερικές παιδικές χαρές κ.α. Ο φοιτητής είχε ήδη ολοκληρώσει ένα σχέδιο, το οποίο είχε εγκριθεί από τους καθηγητές του. Δεν τον ικανοποιούσε όμως, είπε στους ερευνητές ότι έμοιαζε πολύ με τα σχέδια άλλων συμφοιτητών του, και ήθελε να το ξανασχεδιάσει από την αρχή.


Το αρχικό σχέδιο του φοιτητή για το νηπιαγωγείο 


Πρώτα κάθισε μπροστά από ένα κομμάτι χαρτί χωρίς να έχει κάποια ιδέα. Πήρε το μολύβι κι άρχισε να παίζει μ’ αυτό, η επιθυμία να κάνει κάτι ήταν ακαταμάχητη. Σχεδίασε την υπογραφή του. «Πραγματικά μ’ αρέσει η υπογραφή μου», μονολόγησε. Τη σχεδίασε και δεύτερη φορά, καθώς και μια τρίτη με μικρές παραλλαγές. Τη σχεδίασε εφτά φορές συνολικά, μέχρι που το χαρτί γέμισε με ελαφρώς διαφοροποιημένες υπογραφές. Προσηλώθηκε στην τελευταία. «Για δες, αν το κάνω σωστά, τότε τα δύο γράμματα της υπογραφής περιγράφουν έναν χώρο». Πήρε ένα χοντρότερο μολύβι και πάτησε τις γραμμές γύρω από τα δύο γράμματα. Ο χώρος έγινε ξεκάθαρος κι αυτό του ήρθε σαν αποκάλυψη. Σχεδίασε ακόμα μια ακόμα φορά την υπογραφή του ώστε να τονίζεται ο εσώκλειστος χώρος. Κατόπιν, πήρε αυτό το τμήμα της υπογραφής και το ταίριαξε σε ένα τοπογραφικό της περιοχής. «Αυτό κάτι λέει. Νομίζω πως μπορώ να το δουλέψω».

 Το σκίτσο αριστερά είναι το τμήμα της υπογραφής που απομόνωσε ο φοιτητής


Κατόπιν άρχισε να μεταμορφώνει το σχήμα σε κανονικό αρχιτεκτονικό σχέδιο και να εξετάζει πάνω σ’ αυτό τα δεδομένα του προβλήματος. Σε κάποια στιγμή είπε: «Είναι αυτό που ήθελα. Όχι εκείνες τις ευθείες, τακτοποιημένες γραμμές, τις κανονικές γωνίες και τα κυβάκια! Οι καμπύλες είναι όμορφες!» Σύντομα έφτιαξε ένα πρώτο σχέδιο με διακριτούς χώρους και περιοχές δραστηριοτήτων, και άρχισε να δουλεύει με μεγαλύτερη ακρίβεια το πρόβλημα: πού θα είναι η κυρία είσοδος; Τι θα κάνει με την κλίση του εδάφους; Θα βάλει σκαλοπάτια; κ.λπ. Έβαλε ένα λευκό φύλλο χαρτί επάνω στο προηγούμενο σκίτσο, το αντέγραψε κι άρχισε να καταπιάνεται από την αρχή με το πρόβλημά του. Σχεδίασε ένα βέλος για τον Βορρά ώστε να έχει αντίληψη για τη φωτεινότητα των χώρων. Επίσης άρχισε να μετράει και να κάνει υπολογισμούς πάνω στο σχέδιο.


Τμήμα από το χαρτί στο οποίο ο φοιτητής άρχισε να δουλεύει ακριβέστερα το σχέδιο


Κατόπιν, κι αφού ο φοιτητής είχε πλέον δουλέψει καλά όλα τα στοιχεία του προβλήματος, άρχισε να φτιάχνει τη μακέτα. Κατά τη διαδικασία αυτή, εντόπισε διάφορα άλλα θέματα τα οποία δεν είχε λάβει υπόψη προηγουμένως (π.χ. τα παράθυρα του νηπιαγωγείου) κι έκανε μικρές τροποποιήσεις.


Η μακέτα πριν τα τελικά σχέδια 


Μετά κι από τη μακέτα, άρχισε να σχεδιάζει τα τελικά σχέδια που θα παρέδιδε προς αξιολόγηση. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης στους καθηγητές, ο φοιτητής δεν αναφέρθηκε καθόλου στην υπογραφή του, είπε ότι δεν το θεώρησε σημαντικό. «Εξήγησε» ότι ο σκοπός του ήταν από την αρχή να φτιάξει ένα σχέδιο χωρίς ευθείες γραμμές και γωνίες, ότι για τόσο μικρά παιδιά είναι καλύτερο να είναι όλα καμπύλα και ομαλά. Συζητώντας με τους ερευνητές μετά το τέλος της δουλειάς, «θυμήθηκε» ότι σχεδίασε την υπογραφή του σε κάποιο προχωρημένο σημείο, και παρατήρησε απλώς ως αξιοπερίεργο ότι το σχέδιό του μοιάζει με ένα τμήμα της υπογραφής. Όταν, στο τέλος, οι ερευνητές τού έδειξαν το καταγεγραμμένο υλικό της έρευνας και το πώς πραγματικά δούλεψε, ο ίδιος σοκαρίστηκε.

Το αξιοσημείωτο εδώ, που μας ενδιαφέρει και για το θέμα της ευτυχίας, είναι ότι ο φοιτητής ουσιαστικά πάλευε με τον εαυτό του, όχι με το πρόβλημα. Ένιωθε από την αρχή δυσαρέσκεια με το προηγούμενο σχέδιο, κάτι δεν του πήγαινε καλά. Νόμιζε ότι ήξερε τι ήταν αυτό που τον ενοχλούσε. Στην πορεία τού έκαναν κλικ οι καμπύλες γραμμές της υπογραφής του, και μόνο από κάποια στιγμή και μετά μπόρεσε να αρθρώσει την αιτία της δυσαρέσκειας. Τότε μόνο ήταν που ανακάλυψε το τέλος της σχεδιαστικής του δουλειάς (ότι ένα κτίριο χωρίς ευθείες και γωνίες θα είναι πιο φιλικό για τόσο μικρά παιδιά). Στο φινάλε, εκλογίκευσε και τον τρόπο εργασίας του, «θυμήθηκε» ότι ήθελε από την αρχή ένα κτίριο με καμπύλες κ.λπ. (αυτό το φαινόμενο έχει παρατηρηθεί σε πάμπολλους ντιζάινερς: αν θέλεις να μάθεις πώς δουλεύουν, δεν είναι η καλύτερη ιδέα να τους ρωτήσεις, συνήθως το τακτοποιούν και το εκλογικεύουν εκ των υστέρων, ακόμα και στον εαυτό τους, δίνουν μια κομψή αφήγηση. Καλύτερη ιδέα είναι να τους παρατηρήσεις την ώρα που δουλεύουν• τότε θα δείς κάτι διαφορετικό από αυτό που θα σου παρουσιάσουν οι ίδιοι κατόπιν. Η αυτοεξαπάτηση που επεσήμανε ο Κίρκεγκορ είναι πολυεπίπεδο φαινόμενο).

Ακριβώς αυτό που έκανε ο φοιτητής καλούμαστε να κάνουμε κι εμείς, αν θέλουμε κάποτε να πούμε: «είμαι ευτυχισμένος!». Κάτι δεν πάει καλά με τη ζωή μας, κάτι λείπει, έχουμε μπει σε τροχιά ποιήματος Κικής Δημουλά... Πρέπει καταρχήν να βρούμε το θάρρος και να τα ξαναδουλέψουμε όλα. Ας μη βιαστούμε να πούμε τι δεν πάει καλά, ας μη βιαστούμε να ξέρουμε τι φταίει. Το πιο πιθανό είναι ότι θα πούμε κάτι λάθος (όπως ο φοιτητής αρχικά). Θα πούμε: «φταίει που δεν έχω περισσότερα λεφτά, που δεν μ’ αγαπάει η Μαρία, που δεν έφυγα από την Ελλάδα, που...». Το σημαντικό είναι να μην επαναπαυτούμε. Να συνεχίσουμε να ψάχνουμε στο παρελθόν μας τις στιγμές που δεν έλειπε τίποτα, να καταλάβουμε τι ήταν αυτό που μας γέμισε τόσο πολύ τότε. Και να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας.

Όπως και στην πράξη του ντιζάιν, το ζώντας κριτικά περιλαμβάνει ένα φαινόμενο Ντάγκλας Άνταμς: πολλές φορές, το θέμα δεν είναι να βρούμε τη Μεγάλη Απάντηση, το 42• αντίθετα, κάτι μας κάνει κλικ ότι το 42 είναι μέρος της Απάντησης και ψάχνουμε να βρούμε την Ερώτηση, σε τι απαντά το 42. Δηλαδή, ενώ νομίζουμε ότι ξέρουμε τον εαυτό μας κι αυτό που ψάχνουμε στη ζωή, ανακαλύπτουμε ότι κάποιες από τις καταστάσεις στις οποίες εμπλεκόμαστε μάς τραβάνε και μας απορροφούν απροσδόκητα, μας αφήνουν μια αίσθηση vixi! (όπως οι αρχιτέκτονες που κάνουν απρόσμενες ανακαλύψεις στα σκίτσα τους, εντοπίζουν πράγματα που δεν τα είχαν υπόψη όταν τα σχεδίαζαν). «Η ευτυχία συνηθίζει να τρυπώνει από την πόρτα που ξέχασες ανοιχτή». Αυτή είναι η ώρα να αναθεωρήσουμε όσα νομίζαμε ότι ξέραμε για τον εαυτό μας• όχι «είμαι ο Χ και αυτό που ψάχνω στη ζωή είναι το Α», αλλά: «εφόσον το Β, κάτι διαφορετικό από το Α, είναι μέρος της απάντησης, τότε εγώ ποιος ακριβώς είμαι;»

Συμβαίνει επίσης και το συμπληρωματικό του: ενώ νομίζουμε ότι ξέρουμε τον εαυτό μας κι αυτό που ψάχνουμε στη ζωή, ανακαλύπτουμε ότι κάποιες από τις καταστάσεις στις οποίες στοχεύσαμε μάς αφήνουν τελικά με την απόγνωση του Τσάκωνα, «πού είναι τα χρόνια μου, ποιος τα έκλεψε;». Είναι εξίσου η στιγμή για να αναθεωρήσουμε όσα νομίζαμε ότι ξέραμε για τον εαυτό μας. Όλα χρειάζονται. Είναι σαν η ζωή να μας καλεί να φτιάξουμε ένα εξαιρετικό αρχιτεκτονικό σχέδιο, και πρέπει να καταλάβουμε τι ακριβώς είναι αυτό που δεν πάει καλά, τι μας ενοχλεί. Αναγκαστικά θα το εντοπίσουμε μέσα από την αίσθηση που αφήνουν οι καταστάσεις στις οποίες εμπλεκόμαστε. Αυτά είναι τα δικά μας πρόχειρα σκίτσα.

Σε κάποια στιγμή, στο μέτρο του θάρρους και της τιμιότητας προς τον εαυτό μας, θα καταλάβουμε το τέλος μας και όλα θα μπουν στη θέση τους – όπως ο φοιτητής κατάλαβε ότι τελικά αυτό που ήθελε ήταν ένα σχέδιο με καμπύλες. Και το κατάλαβε μέσα από την πράξη του, από το υλικό που είχε μπροστά του. Έτσι και σε μας: η ζωή μας είναι το υλικό μας.

Όμως το ζώντας κριτικά χρειάζεται αυτό που απουσιάζει από όλα τα ποιήματα της Κικής Δημουλά: θάρρος. Και τιμιότητα προς τον εαυτό μας. Πρέπει να βρούμε το κουράγιο και να εγκαταλείψουμε πεπατημένες, ενδεχομένως να θυσιάσουμε την άνεση και την ασφάλειά μας, την προβλεψιμότητα μιας κανονικοποιημένης ζωής και ποιος ξέρει τι άλλο, εφόσον κρίνουμε ότι αυτά οδηγούν στο «δεν είμαι ευτυχισμένος...». Όπως ο φοιτητής που είχε την τιμιότητα προς τον εαυτό του να μην καταπνίξει το ενοχλητικό συναίσθημα ότι κάτι δεν πάει καλά, και να ξαναπιάσει το σχέδιό του από την αρχή. Είπαμε, η ευτυχία είναι ηρωικό μέγεθος.

Εδώ μιλάει ένας άνθρωπος ο οποίος είναι απομακρυσμένος από το τέλος του και νιώθει τη ζωή του να γίνεται ποίημα Κικής Δημουλά:
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
Tων μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
Kαι θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
Xωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
Θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
Kι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
Θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

…………………………………………………

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
Kαι λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
Kι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
Θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.  
Εδώ είναι ο ίδιος άνθρωπος που στάθηκε τίμιος προς τον εαυτό του, βρήκε το θάρρος να ξαναδουλέψει τη ζωή του και να ταχθεί στο τέλος του:
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει
Κάτι που πάντα βρίσκεται σε αιώνια εναλλαγή
Κάτι που σκίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων
Και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη

………………………..

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε
Kι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
Εσείς τσιγάρο Κάμελ να καπνίζετε
Kι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουΐσκι

Οι πολιτείες ξένες να μας δέχονταν
Oι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
Κι εγώ σ’ αυτές απλά να σας εσύσταινα
Σαν σε παλιές γλυκές μου αγαπημένες.

Και μια βραδιά στην Μπούρμα ή στην Μπατάβια
Στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
Γυμνή στα δεκαεφτά, στιλέτα ανάμεσα
Θα δείτε την Γκρέτα να επιστρέψει  
Είπαμε όμως, θα συμφωνούσαν και ο Αριστοτέλης και ο Β. Φρανκλ και ο Κίρκεγκορ σ’ αυτό: η ευτυχία είναι ηρωικό μέγεθος.

Η Επιλογή Του Θανάτου

Μου το είχε επισημάνει παλιά μια φίλη νοσοκόμα: κάποιοι άνθρωποι επιλέγουν τη στιγμή του θανάτου τους. Δε μιλάμε για αυτοκτονία ή ευθανασία, αλλά για ηλικιωμένους ή βαριά ασθενείς που αποφασίζουν οι ίδιοι πότε ακριβώς θα πεθάνουν. Ή έτσι δείχνουν, τουλάχιστον. Πάντως, πείθουν αυτούς που έρχονται σε επαφή μαζί τους: όπως μου εξομολογήθηκε η φίλη, αυτό είναι ένα καλά κρυμμένο μυστικό που το μοιράζονται μεταξύ τους πολλοί γιατροί και νοσοκόμες που δουλεύουν εντατική και ασχολούνται με βαριά περιστατικά. Δεν το λένε όμως εύκολα προς τα έξω γιατί ακούγεται... κάπως.

Συγκεκριμένα, όπως το συζητήσαμε με τη φίλη, κάποιος κόσμος ανακοινώνει τη μέρα του θανάτου του και πράγματι πεθαίνει τότε. Ή λέει κάτι σαν: «δεν θέλω να ταλαιπωρηθώ, θα φύγω σύντομα» και όντως φεύγει σύντομα. Ή δείχνει να περιμένει κάποιο γεγονός μεγάλης προσωπικής σημασίας – να δει για τελευταία φορά ένα αγαπημένο πρόσωπο ή να μάθει κάποια είδηση – και πεθαίνει αμέσως μετά. Όμως, πέρα από γιατρούς και νοσοκόμες, υπάρχει και πολύς απλός κόσμος, ορμώμενος κυρίως από οικογενειακές εμπειρίες, που πιστεύει ότι κάποιοι επιλέγουν τη στιγμή του θανάτου τους. Αρκετές φορές έχω ακούσει κάτι σαν: «η μάνα μου / ο πατέρας μου / ο παππούς μου δε φοβήθηκε να πεθάνει, όταν ήρθε η στιγμή έφυγε γρήγορα και με αξιοπρέπεια». Η φίλη μου η νοσοκόμα το παραλλήλιζε με τον ύπνο: όπως μπορούμε να επιλέξουμε (εντός κάποιων ορίων) τη στιγμή που θα αποκοιμηθούμε, αν θα μείνουμε κι άλλο ξύπνιοι ή αν θα αφεθούμε να μας πάρει ο ύπνος, έτσι ακριβώς πίστευε ότι πολύς κόσμος μπορεί να επιλέξει και τη στιγμή του θανάτου του – εντός κάποιων ορίων, πάντα.

Ψάχνοντας περισσότερο το θέμα, βρήκα εδώ έναν αμερικάνο γιατρό ονόματι Mark Crislip που κάνει ακριβώς την ίδια εξομολόγηση: το έχει ζήσει, έχει πειστεί από την εμπειρία του ότι για κάποιους ασθενείς, η στιγμή του θανάτου είναι θέμα επιλογής. Λέει μάλιστα το ίδιο που μου είπε και η φίλη, ότι έχει δει από την προσωπική του επικοινωνία πως είναι πολλοί οι γιατροί που μοιράζονται αυτό το μυστικό. Ο ίδιος ο Mark Crislip είναι πολύ της επιστήμης και του ορθολογισμού, μάλιστα το σάιτ στο οποίο γράφει τιτλοφορείται Science-Based Medicine και αποδομεί τον βελονισμό, τις πνευματικές θεραπείες, την ομοιοπαθητική κ.λπ. Αν ήταν Ελλάδα, μπορεί να ψήφιζε και Ποτάμι. Όμως ομολογεί κι ο ίδιος το σάστισμά του, από τη μια θέλει εμπειρικά στοιχεία και υποστήριξη για να δεχθεί οτιδήποτε, από την άλλη είναι πεπεισμένος για το θέμα από την εμπειρία του, χωρίς όμως να μπορεί να το αποδείξει τυπικά. Το κρατάει σαν ένοχο μυστικό. 

Μου αρέσει η σκέψη της φίλης μου, ο παραλληλισμός της επιλογής του θανάτου με την επιλογή του ύπνου. Όσο υπέροχη και να ήταν η μέρα σου, όσο κι αν θες να παρατείνεις μια νύχτα διασκέδασης, δημιουργικότητας, έρωτα, εμπειριών, σε κάποια στιγμή πρέπει να κοιμηθείς. Το ιδανικό δεν είναι η όσο το δυνατόν μακρύτερη παράταση της αγρύπνιας, το ιδανικό είναι η επιλογή της σωστής στιγμής για να αφεθείς να κοιμηθείς. Και αντιστρόφως, όσο κουραστική, τυραννική να ήταν η μέρα σου, σε κάποια στιγμή θα έρθει το πλήρωμα του ύπνου, η μεγάλη βιολογική δημοκρατία του Μορφέα. Το ιδανικό δεν είναι η τεχνητή συντόμευση της κούρασης με χάπια και υπνωτικά, το ιδανικό είναι κι εδώ η επιλογή της σωστής στιγμής.

Όλα τα παραπάνω, φυσικά, δεν ισχύουν για τον Μητσοτάκη. Αυτός δεν πεθαίνει με τίποτα, οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα ο Μητσοτάκης μένει. Έχει κάνει τις επιλογές του: Μητσοτάκης ο Άγρυπνος.

Οι Παρέες Φτιάχνουν Πολιτική

«...φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα και ιστορία οι παρέες», τραγουδούσε κάποτε ο Σαββόπουλος. Είχε δίκιο όμως εκτός από ιστορία, οι παρέες φτιάχνουν και πολιτική.

Να ξεκινήσω από ένα ντε προφούντις, κάποτε είχα ρωτήσει τον πατέρα μου για την ΕΔΑ του ’50 και του ’60. Αυτό που μου είπε με λίγα λόγια ήταν περίπου το εξής: «Δεν υπήρχε τίποτα άλλο τότε. Μόνο στην ΕΔΑ μπορούσες να βρεις ανθρώπους. Δεν ξέρω αν είμασταν ακριβώς ‘αριστεροί’ ή ‘κομμουνιστές’, σίγουρα όλοι είχαμε ένα όραμα δημοκρατίας και κοινωνικής ευαισθησίας για την Ελλάδα, όμως μη νομίζεις ότι ήμασταν καταρτισμένοι στον μαρξισμό ή κάτι τέτοιο. Τι ήμασταν; Νέοι που τους έπνιγε η εγκληματικότητα, η βλακεία και η συντηρητικότητα του καθεστώτος, και μόνο στην ΕΔΑ μπορούσαμε να αναπνεύσουμε, να βρούμε ανθρώπους με ενδιαφέρον, με αρχές, με στάση ζωής, εκεί κάναμε τις πιο ωραίες φιλίες, τις πιο ζωηρές συζητήσεις, μοιραία μας τραβούσε αυτός ο χώρος».

Όπως το έθεσε, η ένταξη τότε στην ΕΔΑ για πολύ κόσμο δεν ήταν ακριβώς θέμα ιδεολογίας – όχι ακριβώς, τουλάχιστον. Ήταν θέμα παρέας. Νέοι που τους απωθούσε η καθεστωτικά προβαλλόμενη εικόνα για την πολιτική, τη χώρα αλλά και την κοινωνία γενικότερα, εύρισκαν στην ΕΔΑ άλλους ανθρώπους με τους οποίους ταίριαζαν. Η ιδεολογία ήταν κάτι που περισσότερο ερχόταν σε δεύτερο χρόνο, ένας κοινός παρονομαστής που προέκυπτε από τις ήδη δημιουργημένες σχέσεις, παρέες, φιλίες. Όμως πρώτα προέκυπτε η κοινωνική σχέση, πρώτα κάποιοι άνθρωποι αποφάσιζαν ότι θέλουν να είναι μαζί, και μετά έψαχναν να βρουν τι ακριβώς είναι αυτό το προγραμματικό που τους ενώνει.

Ας πάμε και στην άλλη πλευρά. Όταν ήμουν φοιτητής ένιωθα ότι πολλοί που εντάσσονταν στη ΔΑΠ ουσιαστικά δεν είχαν ιδεολογία. Τουλάχιστον τίποτα συγκροτημένο. Περισσότερο τους τραβούσε το όλο κλίμα της ΔΑΠ: περιποιημένο ντύσιμο, επαγγελματικές αφίσες, εκδρομή στη Μύκονο, πάρτι στο τάδε κέντρο, μουσικές μόδες, συναντήσεις σε καλά καφέ κ.λπ. Η ένταξη στη ΔΑΠ ήταν περισσότερο θέμα αισθητικό και πολιτισμικό παρά πολιτικό, για αρκετό κόσμο τουλάχιστον. Αλλά και πέρα από τη ΔΑΠ, νομίζω πως η καθεστωτική («δεξιά») πλευρά όλες τις τελευταίες 5-6 δεκαετίες τραβούσε αρκετό κόσμο με έναν, φαινομενικά, απολίτικο τρόπο. Περισσότερο θέμα αισθητικής και κουλτούρας παρά πολιτικής. Σύμφωνοι, το περιεχόμενο της καθεστωτικής («δεξιάς») νοοτροπίας από τον πόλεμο και μετά είχε μεν πολιτικά σημεία – π.χ. παραμέληση της επαρχίας προς όφελος της Αθήνας, ή ευθυγράμμιση με την πολιτική του Λευκού Οίκου – μπορώ όμως να σκεφτώ κι άλλα σημεία:

1) Να μην αμφισβητείς την εξουσία. Όχι μόνο την κυβέρνηση, αλλά και τον δάσκαλο στο σχολείο, τον ιερέα στην ενορία, το αφεντικό στη δουλειά, ακόμα και τον αρχηγό στους προσκόπους. Για κάποιον άγνωστο λόγο, η εξουσία θεωρείτο πάντα σοφή. Το να την αμφισβητείς γινόταν αντιληπτό σαν τα μικρά παιδιά να αμφισβητούν τους γονείς, οι οποίοι είναι ωριμότεροι και ξέρουν καλύτερα το συμφέρον της οικογένειας. Μέρος του να είσαι «δεξιός» (τουλάχιστον τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70) ήταν όχι μόνο να ψηφίζεις Καραμανλή, αλλά και να ακούς τον δάσκαλο, τον καθηγητή, σαν την απόλυτη αυθεντία.

2) Να διατηρείς μια εικόνα ευμάρειας και ευταξίας. Κάποτε το λέγανε «αρχοντιά», σήμερα το λέμε «κυριλέ». Δεν έχει αλλάξει αυτό από το ’50 μέχρι τώρα, έχουν μεταβληθεί μόνο κάποια σύμβολα και πρότυπα ευμάρειας, όμως εδώ και εξήντα χρόνια, μέρος του να είσαι «δεξιός» είναι και να καλλιεργείς την εικόνα αρχοντιάς/κυριλέ. Ο Ιός έκανε αυτή την εύστοχη παρατήρηση σε τούτο το άρθρο, Πατρίδα – Θρησκεία – Γραβάτα, για την εικόνα αυτή μέσα από τη ρητορική της ΝΔ και της ΧΑ: κοστούμια και γραβάτες, κομψή περιβολή, να στολίσεις το σπίτι στις γιορτές, σεμφότυφη στάση, κυριακάτικο ψητό στο φούρνο, τακτοποιημένη και νοικοκυρεμένη διαβίωση κ.α. Η ελληνική αντίληψη της «δεξιάς».

Στα ουέστερν του ’50, ο καλός φορούσε πάντα άσπρο καπέλο, ήταν κι ωραίο παιδί (ο κακός φορούσε μαύρο καπέλο, ήταν και ασχημομούρης). Πετυχαίνεις το έργο στη μέση και καταλαβαίνεις σε δευτερόλεπτα ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός, από την εμφάνισή τους και μόνο. Πάρα πολλοί άνθρωποι υπήρξαν (και συνεχίζουν να είναι) «δεξιοί» επειδή δεν μπόρεσαν να ξεπαράσουν την Ουεστερνική Πλάνη: αν φοράει άσπρο καπέλο, αν είναι κι ομορφόπαιδο, τότε δεν μπορεί παρά να είναι και καλός.

Οπότε τώρα δεν ακούγεται τόσο περίεργη η απολιτική ένταξη τόσων φοιτητών στη ΔΑΠ. Δεν έψαχναν μια ιδεολογία αλλά ένα περιβάλλον στο οποίο να αισθάνονται οικεία και προβλέψιμα. Καουμπόις με άσπρα καπέλα έψαχναν άλλους καουμπόις με άσπρα καπέλα, ώστε να φτιάξουν μαζί ασπρόπιλες παρέες, φιλίες και σχέσεις. Αυτό που πρωτογενώς υπάρχει είναι η παρέα, όχι η ιδεολογία.

Κάτι που με φέρνει στο θέμα μου: ο άνθρωπος δεν γοητεύεται από ιδεολογίες, γοητεύεται από άλλους ανθρώπους. Σκεφτείτε τις δικές σας φιλικές παρέες, ερωτικές σχέσεις. Τι είναι αυτό που σας τράβηξε στους συγκεκριμένους ανθρώπους; Όχι ακριβώς η εκφρασμένη ιδεολογία τους σε θέματα πολιτικά, κοινωνικά, φιλοσοφικά κ.λπ. Όχι ακριβώς. Σας τράβηξε ο ίδιος ο άνθρωπος: η συμπεριφορά του, το στιλ του, το χιούμορ του, η εικόνα του, οι στάσεις του, οι πράξεις του, καθώς και όλα όσα μαρτυρούσαν οι στάσεις και οι πράξεις γι’ αυτό που υπήρχε πίσω τους. Οι κοινές φιλικές παρέες, ακόμα και οι ερωτικές σχέσεις, παράγουν όλες σε δεύτερο χρόνο ένα καταστατικό, ένα πολιτικό μανιφέστο: ανακαλύπτουμε στην πράξη ότι έχουμε παρόμοιες οπτικές σε διάφορα θέματα. Ανακαλύπτουμε ότι όλοι βλέπουμε με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο π.χ. την κυβέρνηση, τους μετανάστες, την Εκκλησία, το Δημόσιο, οτιδήποτε. Αυτά συνιστούν το μανιφέστο που παράγεται σε δεύτερο χρόνο από κάθε παρέα. Εξάλλου αν δεν υπήρχαν διάφοροι τέτοιοι κοινοί παρονομαστές, πώς θα καταφέρναμε να συνυπάρξουμε; (ίσως αυτό να μην ισχύει πάντα για τις ερωτικές σχέσεις, στον μαγνητισμό και στον έρωτα συχνά παίζονται περίεργα παιχνίδια με τους αντίθετους πόλους, το ‘χω παρατηρήσει, «πολιτικώς αντίθετοι μα η αγάπη αγάπη κ.λπ.»). Κάπως έτσι λοιπόν είναι και η ένταξη σε έναν πολιτικό χώρο για πάρα πολλούς ανθρώπους. Η ιδεολογία υπάρχει και παίζει ρόλο, όμως δεν παύει να είναι προϊόν, παράγωγο. Το πρωταρχικό είναι η παρέα.

Είναι κάπως υπερεκτιμημένος ο ρόλος της ιδεολογίας για το ανήκειν και την ένταξη σε έναν πολιτικό χώρο. Για πάρα πολλούς ανθρώπους τουλάχιστον, δεν ισχύει ακριβώς ότι είναι «δεξιοί» οπότε εντάσσονται στη ΝΔ, ή «αριστεροί» οπότε εντάσσονται στον ΣΥΡΙΖΑ, ή «ρεπουμπλικανόψυχοι» οπότε εντάσσονται στο Ποτάμι κ.λπ. Καλύτερη περιγραφή είναι: βρίσκουν κύκλους ανθρώπων με τους οποίους συνηχούν, ταιριάζουν, αλληλοέλκονται. Βρίσκουν ένα ολόκληρο περιβάλλον στο οποίο αισθάνονται σαν στο σπίτι τους.

Τι Είν' Αυτό Που Το Λένε Επιστήμη;

Τα έγραφα σ' ένα πρόσφατο e-mail όμως τελικά πρόκειται για μια εκ βαθέων εξομολόγηση μιας προσωπικής πορείας δεκαετιών σ' αυτό που ονομάζεται «επιστήμη». Γνώρισα κι έναν ακόμα που έκανε ακριβώς την ίδια πορεία με μένα. Σε περίπτωση που υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εμάς εκεί έξω, τα βάζω ώστε να βγουν από την ντουλάπα. Τι είν' αυτό που το λένε επιστήμη; Υπογραμμίζω τα σημαντικά σημεία:

Α) Κάποτε ενδιαφερόμουν να μάθω π.χ. για τις αιτίες των τροχαίων ατυχημάτων, την ιστορία της Βιρμανίας, τις ιδιότητες των υγρών κρυστάλων, τον θεσμό του σωφρονισμού, οτιδήποτε. Θα έπαιρνα βιβλία και άρθρα και θα διάβαζα για τα παραπάνω. Τώρα δεν το βλέπω έτσι. Τώρα η πρώτη-πρώτη ερώτηση που κάνω είναι: «ποιο είναι το πρόβλημα που θες να λύσεις;»

Β) Κάποτε νόμιζα ότι μπορεί να υπάρχει γνώση ουδέτερη, απρόσωπη και ανεξάρτητη, κάτι που πέφτει από τον ουρανό, papers που στιβάζονται σε κάποιο ράφι. Τώρα ό,τι είναι έτσι, ουδέτερο και απρόσωπο, το ονομάζω πληροφορία, κάτι κατώτερο από τη γνώση. Διότι γνώση είναι αυτό που σε βοηθά να λύσεις προβλήματα (πραγματικά προβλήματα στον πραγματικό κόσμο, όχι σε εργαστήρια και προσομοιώσεις). Λοιπόν, θες να λύσεις ένα πρόβλημα που έχει να κάνει με τροχαία ατυχήματα, με την ιστορία της Βιρμανίας κ.λπ. Θα σου χρειαστούν πληροφορίες, σύμφωνοι, τα papers που στιβάζονται στα ράφια έχουν τον ρόλο τους. Όμως δεν έχει νόημα να μιλάμε για γνώση αν δεν έχουμε και κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα που θέλουμε να λύσουμε.

Γ) Πλέον όλο και περισσότερο αρνούμαι να μπω σε μια κουβέντα για οποιοδήποτε θέμα, αν δεν έχει πρώτα ανακύψει το πρόβλημα που θέλουμε να λύσουμε. Μπορούμε να συζητάμε ατέλειωτα έτσι γενικά κι αόριστα για τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα, εσύ να λες ότι η απάντηση είναι 42, εγώ να λέω 46, ο άλλος να λέει 51 κ.ο.κ. Αυτό έχει μικρή αξία πλέον για μένα. Κουβέντα να γίνεται.

Δ) Ως προς θεωρητικές προτάσεις και ερμηνείες, κάποτε η πρώτη ερώτηση που θα έκανα ήταν: «πώς υποστηρίζονται από εμπειρικά δεδομένα;». Τώρα, η πρώτη ερώτηση που κάνω είναι: «ποια τα αποτελέσματά τους;» (πραγματικά αποτελέσματα στον πραγματικό κόσμο, όχι σε εργαστήρια και προσομοιώσεις).

Ε) Κάποτε με γοήτευαν τα άρτια μοντέλα. Τώρα με απωθούν σφοδρά. Τώρα, όταν δω άρτια μοντέλα οπουδήποτε, λέω: «κάποιος έκανε πολλές αυθαιρεσίες και γέμισε μόνος του πολλά κενά».

ΣΤ) Κάποτε ρωτούσα: «πώς υποστηρίζεις τις ιδέες σου;». Τώρα ρωτάω: «πώς ρισκάρεις για τις ιδέες σου;»

Ζ) Κάποτε έλεγα: «αλήθεια είναι αυτό που υπάρχει εκεί έξω, αντικειμενικά». Τώρα λέω: «αλήθεια είναι αυτό που δουλεύει, αυτό που δίνει αποτελέσματα».

Η) Πλέον με απωθούν όλα τα επιστημονικά, φιλοσοφικά και θρησκευτικά μέινστριμ. Όλα. Τα καταδικάζω απ’ όπου κι αν προέρχονται. Τώρα ψάχνω τα περιθωριακά, όχι τα μέινστριμ. Όπως ξέρουν πολύ καλά οι πόρνες, οι ομοφυλόφυλοι και οι αλκοολικοί, το μέινστριμ είναι υπερτιμημένο.

Θ) Έχει αλλάξει κι η αντίληψή μου πλέον για την αιτιότητα. «Πού οφείλεται η άνοδος της ΧΑ;» πλέον το καταλαβαίνω να σημαίνει: «τι θα πρέπει να αλλάξουμε ώστε να αναχαιτιστεί η άνοδος της ΧΑ;». Δεν έχει νόημα να μιλάμε για τις αιτίες ενός φαινομένου χωρίς να συνοδεύουμε την κουβέντα κι από μια πρακτική πρόταση παρέμβασης, αλλιώς γίνεται θεολογική συζήτηση.

Ι) Ήρθε η μέρα όπου είπα: «τελικά, τα σημαντικότερα ερωτήματα δεν απαντιούνται με μαθηματικά...»

Κ) Κάποτε εκτιμούσα τις στατιστικές έρευνες. Τώρα εκτιμώ όλο και περισσότερο τα λεπτομερή case studies, ακόμα κι αν το δείγμα τους είναι Ν=1.

Λ) Με ενθουσιάζουν οι έρευνες στις οποίες ο ερευνητής άλλα περίμενε να βρει και άλλα βρήκε, στο τέλος δεν ήξερε τι να κάνει με τα αποτελέσματά του. Αντίθετα, το έχω για κακό σημάδι όταν ο ερευνητής βρίσκει αυτά που περίμενε να βρει.

Μ) Καλό σημάδι είναι επίσης όταν ο ερευνητής δηλώνει: «στην πορεία της έρευνά μου, άρχισα να βλέπω το θέμα διαφορετικά»

Ν) Κάποτε νόμιζα ότι το διάβασμα και τα βιβλία είναι το παν. Τώρα λέω ότι δεν βγαίνει τίποτα με το διάβασμα. Ένα γραμμάριο πράξης αξίζει περισσότερο από έναν τόνο θεωρίας.

Οι Απόγονοι Του Κίτρινου Αυτοκράτορα

Με προβληματίζει ένα φαινόμενο που ανησυχώ ότι θα το βρούμε όλοι μπροστά μας σε κάποια στιγμή στο μέλλον. Κι όταν λέω «όλοι» εννοώ την ανθρωπότητα, σε πλανητικό επίπεδο.

Σε ευρείες περιοχές της Αφρικής, Νότιας Αμερικής, ΝΑ Ασίας γίνεται χαμός από κρατικές κινέζικες επιχειρήσεις που χτίζουν γέφυρες, αυτοκινητόδρομους, βιομηχανίες, φράγματα, νοσοκομεία κ.α., ακόμα και ολόκληρες πόλεις-καζίνο (δείτε εδώ, για παράδειγμα, την κινεζοχτισμένη πόλη Bokeo στο Λάος, ένα Λας Βέγκας μέσ’ στη ζούγκλα). Όλες αυτές είναι τεράστιες επενδύσεις, έξω από το σύστημα της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι οποίες φέρουν διαφορετικό νόημα και ρητορική. Στην κινέζικη αντίληψη της ανάπτυξης δεν υπάρχει καθόλου χώρος για προστασία μειονοτήτων, αποζημίωση εκτοπισμένων, δημοκρατία, διατήρηση πολιτισμικού κεφαλαίου, ανθρώπινα δικαιώματα, προστασία του περιβάλλοντος. Τουλάχιστον η Παγκόσμια Τράπεζα, με όλο το αίμα που έχει στα χέρια της και τον τεράστιο πόνο που έχει προκαλέσει, πιέστηκε ώστε να βάλει κάποιο φρένο στην οικονομολογική της μισανθρωπία. Τηρεί κάποια προσχήματα και τουλάχιστον (παριστάνει ότι) νοιάζεται για τις μειονότητες, τους εκτοπισμένους, το περιβάλλον κ.λπ. Οι Κινέζοι δεν τηρούν κανένα πρόσχημα.

Να βάλω κι ένα ντε προφούντις ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, πολλά ή τίποτα: έχω μιλήσει με εκατοντάδες ανθρώπους στη ΝΑ Ασία (φοιτητές, επιχειρηματίες, γκαρσόνια, πανεπιστημιακούς, τουριστικούς επαγγελματίες, πόρνες, ιεραπόστολους, σωφέρ κ.α.) που έρχονται σε επαφή με ξένους, κυρίως με επιχειρηματίες, φοιτητές και τουρίστες. Κανείς δεν συμπαθεί τους Κινέζους. Κανείς μα κανείς. Αν τους πεις για Ιάπωνες, Ευρωπαίους, Αμερικάνους, Κορεάτες, θα σου πουν «υπάρχουν καλοί και κακοί, άνθρωποι για πέταμα και άνθρωποι διαμάντια». Όμως για τους Κινέζους, αυτό που μου λέγαν όλοι είναι: «επηρμένοι, φωνακλάδες, ασεβείς, άνθρωποι χωρίς καρδιά».

Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται η κινέζικη κυβέρνηση και ο ιδιότυπος ιμπεριαλισμός της. Από τη μια, οι τεράστιες επενδύσεις που γίνονται από ανθρώπους της κυβέρνησης (όπως Cosco στον Πειραιά), από την άλλη η κινέζικη μεσαία τάξη, ενταγμένη στο σύστημα της κυβέρνησης, που εισβάλει σε άλλες χώρες με τη μορφή φοιτητών, μικρότερων επιχειρηματιών και τουριστών. Λέω «εισβάλει» γιατί υπάρχει μια απωθητική ρητορική και νοηματοδότηση πίσω από την ενοχλητική παρουσία της σε όλο και μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Η μόνη σχετική έρευνα γι' αυτή τη ρητορική που βρήκα είναι το Yellow Man’s Burden, του Pal Nyiri (διαβάστε την, αξίζει):

Οι Κινέζοι αντιλαμβάνονται την επεμβατική παρουσία τους ως μια αλτρουιστική συνεισφορά στον εκσυγχρονισμό των «καθυστερημένων» ντόπιων, μια εκπολιτισμική αποστολή που ανέλαβε η Κίνα απέναντι στα «κατώτερα», λιγότερο ανεπτυγμένα έθνη. Τα κινέζικα ΜΜΕ συνεχώς παρουσιάζουν τους κινέζους μετανάστες ως φάρους προόδου, δουλευταράδες και ευφυείς απογόνους του Κίτρινου Αυτοκράτορα, που ευδοκιμούν σε ξένες χώρες χάρη στο επιχειρηματικό τους πνεύμα, ενώ οι ντόπιοι τους ζηλεύουν και τους έχουν ως παράδειγμα. Ακόμα και σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Αυστραλία και η Ολλανδία, το κυβερνητικό παραμύθι θέλει τους κινέζους μετανάστες να ξεκινούν από χαμηλά και να καταλήγουν ψηλά προκαλώντας τον θαυμασμό των ντόπιων.

Τώρα ξέρετε για την επένδυση της Cosco στον Πειραιά, πώς παρουσιάζεται στα κινέζικα ΜΜΕ: πήγαμε να δώσουμε το φωτεινό παράδειγμα στους «καθυστερημένους» Έλληνες.

Αυτή η ρητορική συνδέεται με το εσωτερικό πρόγραμμα της κινέζικης κυβέρνησης περί «βελτίωσης της ποιότητας» του πληθυσμού – κάτι που δεν έχει συγκεκριμένο νόημα, πάντως περιλαμβάνει αστικό τρόπο ζωής, αυτοπειθαρχία, κατανάλωση και προβλεψιμότητα συμπεριφοράς. Αυτό που μένει στο φινάλε είναι μια ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ενοχλητική εικόνα κινέζικης φυλετικής ανωτερότητας έναντι των «απολίτιστων» λαών, καθώς και μια μονολιθική αντίληψη της ανάπτυξης και του εκσυγχρονισμού ως κάτι 100% οφέλιμο, χωρίς μειονεκτήματα και παρενέργειες. Η κινέζικη κυβέρνηση, οι άνθρωποί της, τα ΜΜΕ που ελέγχει, η πρόσχαρη μεσαία τάξη της χώρας υιοθετούν παρόμοιες αντιλήψεις με αυτές που νομιμοποίησαν κάποτε τη δυτική αποικιοκρατία: the yellow man’s burden.

Έρχονται οι απόγονοι του Κίτρινου Αυτοκράτορα... Επηρμένοι, φωνακλάδες και ασεβείς, οπλισμένοι με τους Η/Υ και τα κινητά τους, τους άριστους βαθμούς τους, τα ατέλειωτα κεφάλαιά τους, τον κομφουκιανισμό τους, τις πλάτες της σιχαμένης κινέζικης κυβέρνησης. Έρχονται να αγοράσουν και να χτίσουν διυλιστήρια, αυτοκινητόδρομους, φράγματα, ουρανοξύστες, λιμάνια, εργοστάσια, νοσοκομεία, να εκπολιτήσουν τον καθυστερημένο κόσμο, να «βελτιώσουν την ποιότητά του».

Το Τέρας Με Τις Δύο Πλάτες

«Άλλα δεκαπέντε χρόνια θέλω να ζήσω», είπε η μεγάλη Ι. Ήταν γύρω στα σαράντα πέντε και όμορφη, εμένα πάντως μου άρεσε. Έντονο πρόσωπο, μακριά μαλλιά, δυνατή φωνή και γερές παλάμες, μεγαλύτερες από τις δικές μου. Το ξέρω γιατί μια φορά την έβαλα να συγκρίνουμε τα χέρια μας, τάχα ποιος έχει μακρύτερα δάχτυλα. Είδα τότε ότι οι παλάμες της ήταν γεμάτες κάλους και κοψίματα. Τα σαββατοκύριακα έφευγε σε μια μικρή επαρχιακή πόλη να δει τον φίλο της, όμως μεσοβδόμαδα ερχόταν κάθε βράδυ στο στέκι μας και τα τρωγοπίναμε μαζί, έτσι τη γνωρίσαμε.

Έσκυψα διακριτικά στον Σ. δίπλα μου: «φοβάμαι πως η μεγάλη Ι. θέλει να πεθάνει...» του ψιθύρισα. Δεν είπε τίποτα.

Το στέκι ήταν ένα οικογενειακό φαγάδικο του δρόμου, μια τρύπα που ίσα-ίσα χωρούσε τα απολύτως απαραίτητα: τρία τραπέζια, έναν πάγκο, μια τηλεόραση κι ένα μπιλιάρδο. Συγκέντρωνε περίεργες μορφές ζωής, κυρίως μεθυσμένους ταξιτζήδες, μαστόρια από τα κοντινά συνεργεία, κάτι τύπους αγνώστων στοιχείων και μικρολαθρέμπορους, όπως αυτός καλή ώρα που προσπαθούσε να μας πουλήσει μια ξιφολόγχη: «Από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο», είπε.

Την περιεργάστηκα λίγο. Ήταν σαν μικρό σπαθί, γκρίζα, στο χρώμα της διαψευσμένης ελπίδας, και κρύα. Όχι παγωμένη, όχι όπως η απόλυτη μοναξιά του τελευταίου ανθρώπου στον κόσμο, αλλά απλώς ψυχρή, όπως αυτή η ιδιαίτερη μοναξιά που διατηρείται στη συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους, κάνει την αναπνοή ρηχή και πικραίνει το πιο νόστιμο φαγητό. Αναρωτήθηκα πόσες καρδιές είχε κλέψει η ξιφολόγχη, πόσο ηπαρξυσμό είχε στο ιστορικό της (ηπαρξυσμός = ήπαρ + ξύνω, κάνω χαρακίρι ή υφίσταμαι διείσδυση αιχμηρού αντικειμένου που καταστρέφει το συκώτι μου• μεταφορικά, πίνω πολύ και παθαίνω κίρρωση του ήπατος). Φαντάστηκα έναν στρατιώτη να σκουπίζει τις κόκκινες κηλίδες από πάνω της. «Αυθεντική, κειμήλιο», συμπλήρωσε ο τύπος.

«Έλα, άιντε, πα να παίξουμε μπιλιάρδο» είπε η μικρή Ι. στον τύπο με την ξιφολόγχη για να τον ξεκολλήσει από το τραπέζι μας. Ό,τι ήταν η Μελίνα στο παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ, αυτό ήταν και η μικρή Ι. στον μικρόκοσμο του φαγάδικου: κερασένια μάτια, φραουλένια χείλη, ροδακινένιο δέρμα, ξεχώριζε σαν το γάλα μέσ’ στις μύγες. Και μόνο που τη σκέφτομαι, μου ‘ρχεται να φάω φρουτοσαλάτα. Η κόρη της οικογένειας που είχε το μαγαζί, μονάκριβη και παινεμένη, αρνάκι γάλακτος, αλλά και τιγράκι ταυτόχρονα, κάποτε έριξε μια ιστορική μπουνιά σε έναν τύπο που της μίλησε άσχημα, τον ξάπλωσε στο έδαφος. Τα πρωινά σπούδαζε υπολογιστές και ονειρευόταν μια μέρα να ξεφύγει από το φαγάδικο. Πάντα ένιωθα ότι ανέδυε μια μυρωδιά καθώς περνούσε δίπλα μας, ένα άρωμα, όχι όμως από κολώνια αλλά από τα ίδια της τα είκοσι χρόνια. Μυρίζουν τα εικοσάχρονα, μυρίζουν και δεν το ξέρουν, είναι αρωματικά χώρου. Την είχαμε λίγο σαν κόρη, λίγο σαν μικρή αδερφή, λίγο σαν φυλαχτό. Κρίμα για μας τους άντρες που ήταν λεσβία – ή τουλάχιστον έτσι δήλωνε. Όλοι κατά καιρούς είχαμε αναρωτηθεί τι κρύβεται κάτω από τις γαλάζιες μπλούζες που συνήθως φορούσε, όλοι περιμέναμε την ώρα και τη στιγμή που επιτέλους θα άφηνε το παλιοτζίν και θα έβαζε κάποιο σορτσάκι, κάποιο μίνι, να δούμε τα μυστικά της. «Φοβάμαι τους άντρες...» μου εξομολογήθηκε ένα βράδυ, «λέω ότι είμαι λεσβία να τους κρατάω σε απόσταση...». Πού να το φανταστείς ότι φοβόταν τους άντρες η Θηριοδαμάστρια των Ταξιτζήδων και η Ταυρομάχος των Μαστόρων! Δε νομίζω ακριβώς ότι την ποθούσα ερωτικά (δηλαδή, σαφώς και την ποθούσα), πολλές φορές προσευχήθηκα γι’ αυτήν να ζήσει μια χαρούμενη και ζευγαρωμένη ζωή, να βρει τον τύπο που θα της δείξει ότι οι άντρες έχουν και τα καλά τους εκτός από τα στραβά τους. Πάντως θα ήθελα να ήμουν από μια γωνιά, να έβλεπα την πρώτη φορά που η μικρή Ι. κι ένας άντρας (ή μια γυναίκα) θα έφτιαχναν το τέρας με τις δύο πλάτες, όπως έγραφε ο Σαίξπηρ. Πρέπει να ξεκολλήσω, έ;

«Να μην αγγαρέψω κανέναν να με γηροκομήσει», συνέχισε η μεγάλη Ι. Δίπλα μου ο Σ. της γέμισε το ποτήρι. «Παιδιά ούτε έκανα κι ούτε σκοπεύω πια να κάνω».

Ένα βράδυ την είχα δει να κάθεται μόνη της, έπινε κι έτρωγε χωρίς να νιώθει καμιά γεύση, δε μιλούσε σε κανέναν και κοιτούσε απλανώς το ποδόσφαιρο στην τηλεόραση (της άρεσε το ποδόσφαιρο, ήταν Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, θαύμαζε και τον Μέσι). Το πρόσωπό της ήταν σαν κουτάκι αναψυκτικού μέσα στην πρέσα συμπίεσης για την ανακύκλωση. Είπα στην Γ. (τη μαμά της μικρής Ι.) να της κεράσει το φαγητό, δεν ήξερα τι άλλο να κάνω γι’ αυτήν, και μόνο που την έβλεπα ένιωθα κι εγώ την πρέσα συμπίεσης. Ένα άλλο βράδυ την πήρα και πήγαμε να χορέψουμε σ’ ένα μαγαζί με ζωντανή μουσική. Καταχάρηκε, το απόλαυσε με την καρδιά της. Εκείνο το βράδυ τη φίλησα κιόλας. Όσες φορές προσπάθησα να εκμαιεύσω πληροφορίες για τον φίλο της – ποιός είναι αυτός που κάνει τη μεγάλη Ι. να τρέχει σαββατοκύριακα στην επαρχία; – αυτή άλλαζε κουβέντα, «ας πούμε κάτι άλλο». Το μόνο που κατάφερα να μάθω, ότι ήταν ψηλός και φαρδύς σαν μποξέρ ο άντρας με το προνόμιο να βλέπει γυμνή τη μεγάλη Ι. κάθε βδομάδα. Έχω μια φωτογραφία της και την κοιτάζω τώρα καθώς γράφω. Αχ βρε μεγάλη Ι., τι πόνος...

Εκείνη τη στιγμή ήρθαν ο Α. και η Ο., ένα ζευγάρι φίλων: «Τα μάθατε; Πέθανε ο Μ.»

«Πέθανε ο Μ....»

Δεν τον ξέραμε πολύ όμως τον συμπαθούσαμε, ήταν μια από τις μορφές που σύχναζαν στο στέκι μας, ψηλός και πλακατζής, τα χέρια γεμάτα δαχτυλίδια. Ώστε δεν θα τον ξαναδούμε πια... Ένα στέκι δεν είναι μόνο το κτίριο και τα τραπέζια, δεν είναι μόνο το φαγητό και το ποτό. Είναι και τα παιδάκια που κοιμούνται καθώς οι γονείς παίζουν μπιλιάρδο, οι μεθυσμένοι που περιφέρονται από παρέα σε παρέα, τα πειράγματα, τα αλληλοκεράσματα και οι καβγάδες, οι καινούργιες φάτσες που δημιουργούν περιέργεια, οι γνωστές φάτσες που δημιουργούν οικειότητα. Κάτι από όλα αυτά να λείψει, το στέκι αλλάζει όνομα, είναι πλέον ένα καινούργιο μέρος. Ώστε πέθανε ο Μ... Ένα ρίγος διέτρεξε το φαγάδικο, τον δρόμο με τις καμμένες λάμπες, τις αποθήκες και τα συνεργεία, την πόλη ολόκληρη που δεν θα είναι πλέον η ίδια. Εικόνες πλημμύρισαν το μυαλό μου. Ένας στρατιώτης σκουπίζει το αίμα από μια ξιφολόγχη• η μεγάλη Ι. ξεπαρθενεύεται πλακωμένη κάτω από έναν μποξέρ, το τέρας με τις δύο πλάτες, αίμα στα σεντόνια• η μεγάλη Ι. στο κρεβάτι της κλινικής, σπρώχνει να βγάλει το μωρό από μέσα της• ξεπροβάλει ένα πλασματάκι σαν σποράκι, όλο αίμα και γλύκα, το κοιτάζω και είναι η μικρή Ι. Η καρδιά μου γίνεται παγωτό και λιώνει.

Με συνέφερε ο ήχος από καρέκλες που σέρνονταν, ο Α. κι η Ο. κάθισαν στο τραπέζι. Η Γ. ακούμπησε δυο ακόμα ποτήρια κι ένα μπουκάλι ουΐσκι. Ο Σ., όπως πάντα, ανέλαβε τον ρόλο του υδροχόου και γέμισε ό,τι άδειο ποτήρι βρήκε, τσουγκρίσαμε και ήπιαμε. Ξαφνικά οι καμένες λάμπες του δρόμου ζωντάνεψαν: ήρθε η μικρή Ι. να φέρει δυο πιάτα ακόμα φαγητό. Συνειδητοποίησα έναν πόνο στο χέρι μου. Κάπου το έκοψα και τα δάχτυλά μου είχαν γεμίσει αίμα, ίσως εκεί που περιεργαζόμουν την ξιφολόγχη. Το σκούπισα και σηκώθηκα διακριτά καθώς οι άλλοι κουβέντιαζαν. Πλεύρισα με τρόπο τη μεγάλη Ι.

«Εσύ είσαι η μαμά της μικρής Ι.;» της ψιθύρισα. «Γι’ αυτό και έχετε το ίδιο όνομα;»

Με κοίταξε χαμογελώντας πονηρά. Σσσσσς.... έκανε βάζοντας το δάχτυλο στα χείλη, χωρίς να σπάσει καθόλου το κατεργάρικο χαμόγελό της. Δεν έχω ξαναδεί πιο όμορφη γυναίκα. Θυμήθηκα κάποια βράδια που ερχόταν με τον αδερφό της και την κορούλα του, ένα πλασματάκι έξι χρονών που όλη την ώρα έπαιζε και φλυαρούσε. Πάντα περιεργαζόμουν τη μεγάλη Ι. μαζί με την ανηψιά της, πώς της έβγαινε όλο το μητρικό φίλτρο συμπυκνωμένο σαν ζαχαρούχο γάλα, πώς έχανε τη μισή της ηλικία. Σαράντα πέντε χρονώ η μια, έξι η άλλη, όμως η μεγάλη Ι. μαζί με το κοριτσάκι ήταν περίπτωση 45 + 6 = 20. Παιδιά ούτε έκανα κι ούτε σκοπεύω πια να κάνω... Τι πόνος.

«Θέλω να σε παντρευτώ» της ψιθύρισα στ’ αυτί. Συνέχισε να χαμογελάει πονηρά. Σημείωσα μέσα μου, κάποια στιγμή που θα βρεθούμε μόνοι μας να τη φιλήσω στα πεταχτά.

Η πληγή ξανάνοιξε και το αίμα έσταζε από τα ακροδάχτυλά μου, πήγα στην τουαλέτα να το πλύνω. Έκανα κατακόκκινο τον μικρό νιπτήρα. Σκέφτηκα αίμα γέννας, παρθενίας και θανάτου, όλα μαζί αναμεμιγμένα. Όλα αυτά μαζί στο μυαλό μου ήταν η μεγάλη Ι., η μαμά της μικρής Ι. (;) η οποία ήταν λεσβία (;). Αναρωτήθηκα αν θα γίνω πατέρας της μικρής Ι. έτσι και παντρευτώ τη μεγάλη Ι. Με συγκινούσε η σκέψη.

Βγήκα από την τουαλέτα και γύρισα στο τραπέζι μας. Πρόσεξα ότι η μικρή Ι. είχε σταματήσει να παίζει μπιλιάρδο με τον λαθρέμπορο, ο τύπος καθόταν μόνος σε μια γωνιά με την ξιφολόγχη περασμένη στη ζώνη. Η παρέα μου συζητούσε ακόμα για τον Μ. που έφυγε οριστικά. «Τον έχω δει μια φορά τον θάνατο», δήλωσε ο Α.

Τεντωθήκαμε όλοι προς το μέρος του. «Πες μας».

«Να σας πω, αν και ο πιο κατάλληλος να μιλήσει γι’ αυτό είναι ο Σ. ... τι λες;... (ο Σ. έκανε μια αρνητική χειρονομία) ... άντε καλά, ας πω εγώ».

Η κοπέλα του, η Ο., ξεφύσηξε θυμωμένα, ψυχανεμιζόταν τι θα ακολουθούσε και δεν της άρεσε καθόλου. Ζήλευε.

«Είδα τον θάνατο πριν οκτώ χρόνια, τότε που κοιμόμουν στους δρόμους» έκανε ο Α. «Τότε που ακόμη ήμουν διαλυμένος από το διαζύγιο, μου έλειπαν τα παιδιά μου και δε μ’ ένοιαζε αν ζω ή αν πεθαίνω. Τότε λοιπόν, ένα βράδυ, είδα τον θάνατο».

Η Ο. συγκεντρώθηκε στο πιάτο της κι έκανε πως τρώει με όρεξη.

«Αυτός που είδα εγώ ήταν άντρας, κοντόχοντρος και με μεγάλα χέρια, σαν αγρότης».

«Πού έγινε αυτό, εδώ πέρα;».

«Όχι, πιο μακριά, κάπου προς το κέντρο της πόλης. Ήμουν καθισμένος σ’ ένα παγκάκι κι έβγαλα να δω τι λεφτά έχω στην τσέπη. Ήθελα ακόμα μια μπύρα κι ένα πακέτο τσιγάρα. Θυμάμαι, είχα ένα μόνο χαρτονόμισμα. Μόλις το τράβηξα, τα κέρματα στην τσέπη πέσαν όλα χάμω».

Η Ο. δεν άντεξε άλλο: «Όμως, κανόνισε! Αργότερα το βράδυ... δύο φορές!». Έκανε μια χειρονομία τάχα ότι τον δέρνει.

«Και τρεις φορές!» φωνάξαμε.

«Το τέρας με τις δύο πλάτες!» είπα και βάλαν όλοι τα γέλια. Ήταν παράξενο ζευγάρι ο Α. κι η Ο. Αυτός με πατημένα τα σαράντα, ήδη διαζευγμένος και πατέρας, αυτή πιτσιρίκα, ψηλή και πανέμορφη. Έχει δουλέψει μοντέλο, έχει περάσει οντισιόν για ρόλους στην τηλεόραση, στο κινητό της έχει τα τηλέφωνα μερικών γνωστών τραγουδιστών και ηθοποιών, κάποτε έπαιξε σοβαρά με την ιδέα να μπει για τα καλά στο star system και να γίνει διάσημη. Τελικά όμως τα παράτησε όλα αυτά, έγινε ένα ακόμα πρόσωπο στο στέκι μας. Ευτυχώς για τον Α., ευτυχώς και για όλους εμάς.

«Τα κέρματα πέσαν όλα χάμω», συνέχισε ο Α. «Και τότε είδα τον θάνατο. Περπατούσε στο πεζοδρόμιο κι ερχόταν προς το μέρος μου, μάζευε τα πεταμένα κέρματα στο δρόμο. Τον κατάλαβα γιατί μπορούσα να τον δω μόνο απευθείας, στο προφίλ ήταν λεπτός σαν σπαθί, σαν ξιφολόγχη, αόρατος. Όταν μου γύρναγε το πλευρό, εξαφανιζόταν. Όταν με κοιτούσε απευθείας, τον έβλεπα κανονικά. Ερχόταν σιγά-σιγά, σκυμμένος, εξετάζοντας το έδαφος, ήξερα ότι αν μάζευε και τα δικά μου κέρματα θα πέθαινα».

«Και τι έγινε, τα μάζεψε;» ρώτησε άγρια η Ο.

«Έφτασε δίπλα μου, γύρισε κατά πρόσωπο και με ρώτησε τι ώρα είναι. Μου θύμιζε κάποιον από το χωριό μου. Είδα το ρολόι μου, έντεκα και τέταρτο, του απάντησα. Του είπα επίσης, δε μου φτάνουν τα λεφτά για μπύρα και τσιγάρα. Έβαλε το χέρι στην τσέπη και μου έδωσε από τα δικά του – όλα κέρματα. Γέμισε το χέρι μου. Τον ευχαρίστησα, με χαιρέτισε και τράβηξε τον δρόμο του. Δεν ακούμπησε καθόλου τα δικά μου κέρματα χάμω. Μου έδωσε κι απ’ τα δικά του. Όταν γύρισε προφίλ, εξαφανίστηκε εντελώς».

Η Γ. είχε έρθε στο τραπέζι μας και άκουγε την ιστορία.

«Όμως, δεν ξέρω, καλύτερα να μιλήσει για τον θάνατο ο Σ. που έχει ήδη πεθάνει μια φορά...», κατέληξε ο Α. «Εμείς δεν έχουμε πεθάνει ακόμα».

«Ίσως ο θάνατος να είναι εδώ, μαζί μας», είπε η Γ. «Όμως δεν μπορούμε να τον δούμε γιατί μας έχει γυρισμένο το πλευρό. Είναι λεπτός σαν ξιφολόγχη».

Κοίταξα τη μεγάλη Ι. στο προφίλ όμως δεν εξαφανίστηκε. Αντίθετα, είδα έναν καταρράχτη μαλλιών και μια υπέροχη μισή μύτη, ένα υπέροχο μισό στόμα και ένα υπέροχο μάτι. Ξαφνικά ένιωσα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι έλειπε. «Πού είναι η μικρή Ι.;» ρώτησα.

«Η μικρή Ι. δεν υπάρχει», μου εξήγησε ο Α. «Είναι ένα όνειρο που φτιάξαμε όλοι μαζί».

«Είναι οι ελπίδες, οι χαρές μας, η ζωή που θα θέλαμε να ζούσαμε αντί γι’ αυτήν που ζήσαμε», συμπλήρωσε η Ο, η οποία είχε ξεθυμώσει από τη ζήλια της για τον προηγούμενο γάμο του Α.

«Δεν έχω παιδιά», είπε και η Γ. «Η μικρή Ι. είναι τα αγέννητα παιδιά μου και τα αγέννητα παιδιά της μεγάλης Ι.»

«Όμως την αγαπάω...».

«Όλοι την αγαπάμε».

Έπεσε σιωπή. Όπως γίνεται κάθε φορά που κάποιος μιλάει για θάνατο. Νιώθαμε την απουσία του Μ., μας έλειπε και η μικρή Ι., το όνειρο που φτιάξαμε όλοι μαζί. Με τη μεγάλη Ι. ειδικά θα ήθελα να φτιάξω και το τέρας με τις δύο πλάτες. Να πάρω την πρέσα συμπίεσης από το πρόσωπό της. Να βγάλω τη ζωή της από την ανακύκλωση. Απόψε το βράδυ αργά, ένας λαθρέμπορος θα κοιμηθεί με μόνη παρέα μια παλιά ξιφολόγχη, που θέρισε ποιος ξέρει πόσες ζωές• ο Α. και η Ο. θα κοιμηθούνε μαζί και θα φτιάξουν το τέρας με τις δύο πλάτες ποιος ξέρει πόσες φορές• η Γ. θα κοιμηθεί με τον άντρα της και θα σκέφτεται τα αγέννητα παιδιά της• εγώ θα σκέφτομαι τη μεγάλη Ι.• ο θάνατος θα είναι δίπλα μας όμως δεν θα τον βλέπουμε γιατί θα τον κοιτάζουμε από τη λάθος μεριά• όλοι πάντως θα σκεφτόμαστε το φρουτένιο όνειρο που φτιάξαμε, το ροδακινένιο κορίτσι που μας έσωσε τη ζωή και μας κράτησε στα δύσκολα, λεσβία (;) και εικοσάχρονη, κούκλα με τα τζιν και τις γαλάζιες μπλούζες της, η Μελίνα στο ΠΑΣΟΚ της ζωής μας. Έτσι είναι πάντα, σκέφτηκα, αίμα γέννας, παρθενίας και θανάτου μαζί αναμεμιγμένα. Το τέρας με τις δύο πλάτες, μια ξιφολόγχη κι ένα εικοσάχρονο κορίτσι αγέννητο ακόμα... Ασυναίσθητα στραφήκαμε όλοι προς τον Σ., μόνο αυτός μπορούσε πια να μας σώσει:

«Λοιπόν, ο θάνατος είναι πολύ διαφορετικός από όλα όσα έχεις ζήσει», είπε ο Σ. «Δεν υπάρχουν λέξεις. Έρχεται σταδικά, σε κύματα – μπορεί οι γύρω να βλέπουν ότι ξεψυχάς ακαριαία, εσύ όμως θα το βιώσεις αλλιώς. Ας πούμε, θα βλέπεις τον κόσμο σταδιακά να αλλάζει. Θα το δεις όταν έρθει η ώρα. Όλα όσα ξέρεις θα αλλάξουν, θα γίνουν κάτι άλλο. Ας πούμε – αλλά μην το πάρεις κυριολεκτικά, προσπαθώ να πω με λέξεις κάτι που δε σηκώνει λέξεις – ότι ξυπνάς στο κρεβάτι σου και είσαι μόνος στον κόσμο. Σηκώνεσαι, πλένεσαι, ετοιμάζεσαι, το πρωινό ραδιόφωνο βγάζει παράσιτα, η κυκλοφορία στον δρόμο έχει σβήσει, η πόλη είναι όπως την ξέρεις μόνο που δεν υπάρχει κανένας άλλος. Θα σου πάρει καιρό να το συνηθίσεις αυτό. Διότι σκέψου, έχεις μάθει κάθε μέρα να πηγαίνεις στη δουλειά, να πλένεις τα ρούχα σου, να βλέπεις την οικογένεια, να βρίσκεις τους φίλους σου, θα σου πάρει καιρό να συνηθίσεις ότι όλα αυτά τέλειωσαν, πέρασαν. Είσαι μόνος στον κόσμο. Όμως δε φοβάσαι ούτε στεναχωριέσαι. Δώσε πολύ χρόνο εδώ, να συνηθίσεις την καινούργια κατάσταση. Θα έχεις όλη την πόλη δική σου. Κάνε βόλτες, εξερευνήσεις, μπες σε μαγαζιά, σε σπίτια, δες φωτογραφίες, παίξε πιάνο, μάθε μυστικά, ανέβα στο βουνό, όλη η πόλη δική σου. Θα έχεις ηλεκτρισμό, ο ηλεκτρισμός περνάει από τις πύλες του θανάτου. Θα έχεις επίσης πουλιά, σκιουράκια κι άλλα μικρά ζώα. Κι αυτά περνάνε από τις πύλες του θανάτου. Όχι όμως μεγάλα ζώα, όχι τέτοια. Αυτά δεν θα τα ‘χεις. Υπάρχουν και διάφορα άλλα που περνάνε από τις πύλες του θανάτου, θα τα δεις όταν έρθει η ώρα».

«Όταν λοιπόν περάσει καιρός και συνηθίσεις να είσαι ο μοναδικός κάτοικος της πόλης, θα έρθει η στιγμή να πας κάπου αλλού. Στο πιο σημαντικό μέρος. Ποιο είναι το πιο σημαντικό μέρος του κόσμου για σένα; Στην Αμερική, στην Ευρώπη, οπουδήποτε. Ποιο είναι αυτό το μέρος; Πού ανήκει η καρδιά σου; Όπου είναι, εκεί θα πρέπει να πας. Ακόμα και στην άλλη άκρη του κόσμου. Θα έχεις ποδήλατα, αυτοκίνητα, μηχανάκια, πάρε όποιο θες. Όλη η πόλη γεμάτη από αυτά. Ακόμα και αεροπλάνα, αν ξέρεις να πιλοτάρεις. Τα βενζινάδικα θα λειτουργούν στη διαδρομή, θα μπορείς να ανεφοδιάζεις, μόνο που θα πρέπει να το κάνεις μόνος σου. Θα πρέπει να πας στο πιο σημαντικό μέρος. Κι εκεί θα βρεις να σε περιμένει... Κάτι. Δε σου λέω τι. Μην πάει το μυαλό σου στα εύκολα, όχι κάποιος άνθρωπος ή κάποιο μήνυμα, όχι τέτοια. Δεν μπορείς καν να φανταστείς τι είναι. Θα το δεις αυτό το Κάτι όταν έρθει η ώρα του. Θα το συναντήσεις. Και τότε είναι που θ’ αρχίσει πραγματικά ο θάνατος, όλα τα προηγούμενα ήταν μόνο η εισαγωγή».

«Υπάρχουν κι άλλα που δεν σου είπα, π.χ. για τη σεξουαλικότητα του θανάτου. Ναι, ο θάνατος είναι και σεξουαλικός, φαλλικός. Θα χύνεις από παντού. Όταν έρθει η στιγμή, θα το δεις. Ή δεν σου είπα για τον ήχο του θανάτου. Θα έχει και κάποιους ήχους, θορύβους, ίσως τους ακούσεις σαν ντουφεκιά, ίσως αλλιώς. Ποιος ξέρει. Θα τα δεις όλα αυτά, και πολλά άλλα, όταν έρθει η στιγμή».

«Όλα αυτά βρίσκονται στο προφίλ του θανάτου, εκεί που δεν μπορούμε να δούμε. Έτσι είναι η ζωή ενός αγέννητου, η ζωή ενός ασύλληπτου, πριν από το τέρας με τις δύο πλάτες. Όμως μην ξεχνάς, τίποτα από αυτά που είπα δεν είναι κυριολεκτικό. Δεν υπάρχουν λέξεις για τον θάνατο, για το εντελώς διαφορετικό από όλα όσα ξέρουμε. Έκανα το καλύτερο που μπορούσα να κάνω με τις λέξεις».

Ηθική Ευφυΐα: Η Τακτική Του ΣΥΡΙΖΑ

[Πέντε χρόνια μετά: πολύ άστοχο κείμενο! Είμαι αποτυχία ως πολιτικός αναλυτής!]
 
Ένα μικρό σχόλιο, τι νομίζω ότι κάνει μέχρι τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ, ποια η διαπραγματευτική τακτική του. Το κόμμα του Τσίπρα κατηγορείται ότι πράττει χωρίς σχέδιο, ότι ρίχνει μπαταριές στον αέρα. Δε νομίζω όμως ότι είναι έτσι. Αντίθετα, νομίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει συγκεκριμένο σχέδιο και τακτική, και μέχρι στιγμής δείχνει να του βγαίνει. Να ξεκαθαρίσω ότι λέω με επιφυλάξεις τα παρακάτω, ακόμα είναι λίγα τα δείγματα γραφής που έχουμε δει. Επίσης, δεν ξέρω κατά πόσο ο ΣΥΡΙΖΑ το κάνει συνειδητά ή ασύνειδα. Υποθέτω πάντως ότι ειδικά ο Βαρουφάκης ίσως να είναι λίγο πιο συνειδητός για το παιχνίδι που παίζει.

Με δυο λόγια: νομίζω ότι η τακτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι να βάλει κι έναν τρίτο παίκτη στο παιχνίδι, και να καταδείξει στα μάτια αυτού του τρίτου παίκτη ότι η γερμανική κυβέρνηση διαθέτει συνεργατικές εναλλακτικές. Ο ΣΥΡΙΖΑ πιέζει τον «αντίπαλο» να γίνει (ως ένα βαθμό) «συμπαίκτης» καταδεικνύοντας στα μάτια του τρίτου παίκτη ότι οι σκληρές στάσεις, οι κόκκινες γραμμές και η κάθετη αντιπαράθεση είναι επιλογή, όχι μονόδρομος, καθότι ο «αντίπαλος/συμπαίκτης» διαθέτει συνεργατικές εναλλακτικές.
- Ο «αντίπαλος/συμπαίκτης» είναι κυρίως η γερμανική κυβέρνηση αλλά και όσοι αναπαράγουν τη συλλογιστική της.
- O «τρίτος παίκτης» είναι το ακροατήριο του δράματος: οι άλλες κυβερνήσεις, ο κόσμος που παρακολουθεί σε Ελλάδα, Ευρώπη και παγκοσμίως, διάφορα διεθνή ΜΜΕ, ευρωπαϊκά κόμματα, ο Στίγκλιτς, ο Ομπάμα κ.α. (περιμένω σε κάποια στιγμή και φιλική δήλωση από τον Πάπα). Με περισσότερα λόγια:

Αυτό που κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το πρόσφατο επιχείρημα του Fransisco Guala ως προς την ανεπάρκεια της μέινστριμ Θεωρίας Παιγνίων να ερμηνεύσει κάποια πολλαπλά παρατηρημένα πειραματικά αποτελέσματα. Το επιχείρημα του Guala πρωτοπαρουσιάστηκε σ’ αυτό το paper, Has Game Theory been Refuted?, 2005, το παρουσιάζει συνοπτικά και η Internet Encyclopedia of Philosophy στο λήμμα για τη Θεωρία Παιγνίων• ακόμα πιο πρόσφατα, ασχολήθηκε με το επιχείρημα του Guala κι ένα μεγάλο όνομα στη Φιλοσοφία της Επιστήμης, ο Jim Woodward, συμμαζεύοντας λίγο το θέμα και συζητώντας τις προεκτάσεις του (το συμμάζεμα του Woodward είναι εδώ, Why Do People Cooperate as much as They Do?, 2008). Να επισημάνω ότι ο Woodward είναι μεγάλο όνομα. Αν αποφασίσει ν’ ασχοληθεί με κάτι, το ψάχνει πρώτα και το συζητάει επιμελώς, δε γράφει αβασάνιστα. Επίσης, παλιότερα που κοιτούσα το επιχείρημα των Guala-Woodward, έπεσα κάποια στιγμή πάνω στο όνομα του Βαρουφάκη, πριν ακόμα γίνει υπουργός οικονομικών (μην ξεχνάτε ότι είναι καταρτισμένος παιγνιοθεωρητικά), έχει πάρει μέρος κι αυτός στη σχετική συζήτηση για την ανεπάρκεια της μέινστριμ Θεωρίας Παιγνίων να συμμορφωθεί με κάποια πειραματικά αποτελέσματα. Αυτό είναι που με κάνει να υποψιάζομαι ότι ειδικά ο Βαρουφάκης ίσως να κάνει συνειδητά ό,τι κάνει.

Το επιχείρημα των Guala-Woodward λέει συνοπτικά ότι στις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις η πρόθεση μετράει, τα συμφραζόμενα μετρούν. Οι άνθρωποι – ή έστω πολλοί άνθρωποι – δεν είναι συνεπειοκράτες. Δεν αντιδρούν μόνο στο αποτέλεσμα της πράξης κάποιου άλλου (πόσο ζημιώνομαι ή ωφελούμαι, τι κερδίζω τι χάνω κ.λπ.), αντιδρούν επίσης και στη διαφαινόμενη πρόθεση πίσω από την πράξη. Πόσο φιλική ή εχθρική δείχνει να είναι. Επισημαίνουν, τιμούν και εκτιμούν, επιβραβεύουν και τιμωρούν όχι μόνο το ωμό αποτέλεσμα αλλά και την καλή ή κακή πρόθεση που διακρίνουν στον άλλον.

Αυτό είναι κάτι που δεν μπορούν να συλλάβουν τα μεθοδολογικά εργαλεία στα οικονομικά των δογματικών, τα οποία μοντελοποιούν τον άνθρωπο με μια συνάρτηση προσδοκώμενης χρησιμότητας – σαν μια μηχανή που αντιδρά απέναντι σε άλλους μόνο ανάλογα με τα καρότα ή μαστίγια που δέχεται από αυτούς. Όμως οι πραγματικοί άνθρωποι στον πραγματικό κόσμο (όχι οι καρικατούρες των Οικονομικών) δε μοιάζει να λειτουργούν έτσι.

Η διαφαινόμενη φιλικότητα ή εχθρικότητα κάποιου άλλου, μέσα από τις πράξεις του, εξαρτάται έντονα από τα συμφραζόμενα της όλης κατάστασης (είναι context-dependent). Οι πράξεις καθαυτές σπάνια είναι από μόνες τους «φιλικές» ή «εχθρικές», αυτό που συνήθως κάνουμε είναι να τις μεταφράζουμε εντός συμφραζομένων για να διακρίνουμε το πρόσημό τους. Και συγκεκριμένα μετράνε πολύ οι εναλλακτικές που φαίνεται να έχει ο άλλος. Κρίνουμε, δηλαδή, ότι ο άλλος έχει φιλική πρόθεση (και την επιβραβεύουμε έμπρακτα) διότι διέθετε σκληρότερες εναλλακτικές όμως επέλεξε να τις αφήσει. Και αντιστοίχως κρίνουμε ότι ο άλλος έχει εχθρική πρόθεση (και την τιμωρούμε έμπρακτα) επειδή διέθετε συνεργατικές εναλλακτικές όμως τις αγνόησε. Η ίδια ακριβώς πράξη με το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα θα χάσει το πρόσημο της φιλικότητας (και την έμπρακτη επιβράβευση που το συνοδεύει), αν αυτό που βλέπουμε είναι ότι ο άλλος δεν είχε επιλογή, δεν είχε εναλλακτική, τα πράγματα ήταν μονόδρομος. Αντίστοιχα, η ίδια ακριβώς πράξη με το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα θα αποκτήσει εχθρικό πρόσημο (και θα τιμωρηθεί έμπρακτα), αν αυτό που βλέπουμε είναι ότι ο άλλος είχε συνεργατικότερες εναλλακτικές. Αυτό το τελευταίο είναι που μας φέρνει στο θέμα της τακτικής του ΣΥΡΙΖΑ:

(1) Είναι ξεκάθαρο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βάζει τρίτο παίκτη στο παιχνίδι. Δε νομίζω να χρειάζονται πολλά επ’ αυτού. Σ’ αυτές τις λίγες μέρες που μεσολάβησαν από τις εκλογές, Τσίπρας και Βαρουφάκης έχουν τρελαθεί στις επισκέψεις, συναντήσεις και συνεντεύξεις (συνέντευξη Βαρουφάκη στο BBC, στο Channel 4, στους Financial Times, συνάντηση με Σαπέν, Σουλτς, Ντάισελμπλουμ, Ρέντσι, Πιερ Κάρλο Παντουάν, Όζμπορν, Αναστασιάδη, συνομιλία με Ομπάμα, την Τετάρτη συνάντηση με Ολάντ, με Γιούνκερ, αποστολή αμερικανών εμπειρογνωμόνων στην Αθήνα, τι άλλο παρέλειψα;). Τόσο ώστε, απ’ ό,τι βλέπω εδώ και σύμφωνα με τη Welt του Βερολίνου, η γερμανική κυβέρνηση τα έχει χαμένα: «Ο Τσίπρας είναι τη Δευτέρα στην Κύπρο, την Τρίτη στην Ιταλία … έχουν προγραμματιστεί επισκέψεις για Βρυξέλλες, Λονδίνο και Παρίσι. Μόνο μια χώρα παρακάμπτει η ελληνική κυβέρνηση: τη Γερμανία. Φαίνεται σαν όλοι στην Ευρώπη να μιλάνε με τη νέα ελληνική κυβέρνηση – μόνο οι Γερμανοί είναι εκτός και μοιάζουν απομονωμένοι». Χθες (1/2/2015) μεταδιδόταν και η είδηση ότι η Μέρκελ εξέφρασε την ανάγκη να κατανοηθεί καλύτερα η νέα ελληνική κυβέρνηση. Πάνω εδώ και η παρατήρηση του Techie Chan, ότι η γερμανική διπλωματία συνίστατο εδώ και χρόνια σε κλειστές πόρτες και μυστικότητα. Όμως απ’ ό,τι βλέπουμε η τακτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι το βούκινο, κάθε άλλο παρά κλειστές πόρτες. Η γερμανική κυβέρνηση θέλει να διαπραγματευθεί απευθυνόμενη μόνο στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ει δυνατόν με παρασκήνιο και μυστικότητα, αντίθετα ο ΣΥΡΙΖΑ απευθύνεται κυρίως στο ακροατήριο της υπόθεσης, στον τρίτο παίκτη.

(2) Ως προς τις σκληρές γραμμές της γερμανικής κυβέρνησης («τα συμφωνηθέντα πρέπει να τηρηθούν, το πρόγραμμα να συνεχιστεί κ.λπ.»), η τακτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι επίσης σαφής: να καταδείξει στον τρίτο παίκτη ότι η Μέρκελ έχει συνεργατικές εναλλακτικές, ότι η σκληρή στάση είναι επιλογή, όχι μονόδρομος. Μόνο μέχρι εκεί, αυτό βλέπω να είναι το τακτικό όπλο του ΣΥΡΙΖΑ (προς στιγμήν τουλάχιστον). Όπως είδαμε πριν στο επιχείρημα των Guala-Woodward, το να φαίνεσαι ότι έχεις συνεργατικές εναλλακτικές και παρόλα αυτά εσύ να πράττεις σκληρά, σε κάνει να δείχνεις «κακός», «εχθρικός». Και ο κόσμος αντιδρά έμπρακτα σ’ αυτό. Προς το παρόν τουλάχιστον (2/2/2015), βλέπω ότι η γερμανική κυβέρνηση και τα φερέφωνά της έχουν κολλήσει στο: «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι γελασμένος αν νομίζει ότι θα πληρώσουμε για να χρηματοδοτήσουμε το πρόγραμμά του», κάτι που όχι μόνο ακούγεται άστοχο όταν συγκρίνεται με τις οικονομικές προτάσεις του Βαρουφάκη αλλά κάτι ακόμα περισσότερο: παίζει το παιχνίδι του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό ακριβώς θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ από τους Γερμανούς, σκληρές και «ατομιστικές» απαντήσεις τη στιγμή που φαίνονται ότι έχουν συνεργατικότερες εναλλακτικές, ώστε να δείχνουν «κακοί» στα μάτια του τρίτου παίκτη.

Εδώ πέρα είναι ολοφάνερο το πόσο συστηματικά επιμένει ο ΣΥΡΙΖΑ να μην παρουσιάζει την κατάσταση ως αντιπαράθεση, π.χ. Δραγασάκης: «Αυτό που θέλουμε να δείξουμε είναι ότι δεν έχουμε μια ελληνογερμανική σύγκρουση, ο αντίπαλός μας δεν είναι η Γερμανία, ο αντίπαλός μας είναι μια πολιτική που εφαρμόστηκε στην Ευρώπη» ή Βαρουφάκης: «Μαζί με τον γάλλο ομόλογό του κάθισαν στην ίδια πλευρά του τραπεζιού και έβαλαν απέναντί τους το πρόβλημα, με στόχο να δοθεί λύση που να είναι επωφελής για όλη την Ευρώπη». Το νόημα εδώ πέρα είναι να απομονωθεί ηθικά η γερμανική κυβέρνηση. Δηλαδή, να καταδειχθεί στον τρίτο παίκτη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να κρατήσει σκληρή στάση όμως παρόλα αυτά πράττει συνεργατικά – κάτι που, όπως είδαμε, κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ να φαίνεται «καλός», «φιλικός». Και σε αντίθεση μ’ αυτό, η γερμανική κυβέρνηση επιλέγει να δει μια πρόσκληση ως πρόκληση, φαίνεται «κακή», «εχθρική». Όλα ανάγονται στο πώς διαβάζει ο άλλος τις προθέσεις πίσω από τις πράξεις σου, μέσα από τις διαφαινόμενες εναλλακτικές που έχεις στην παρούσα κατάσταση.

Το άλλο ενδιαφέρον σημείο εδώ είναι ο τρόπος που παρουσιάζουν την κατάσταση οι δογματικοί (Ποτάμι, ΝΔ, γερμανική κυβέρνηση, οικονομολόγοι, διάφοροι κατεστημένοι αρθρογράφοι, ειδικοί πάσης φύσεως κ.α.). Όλοι το βλέπουν ως αντιπαράθεση, ως σύγκρουση. Δείτε τη ρητορική τους, τα κείμενα που γράφουν, τα άρθρα που επιλέγουν να προβάλουν. Το αρχετυπικό παράδειγμα εδώ είναι οι μαλακίες του Άδωνι με το μικρό τρενάκι και το μεγάλο τρενάκι, ή εκείνος ο Λιαρόπουλος του Ποταμιού («ο Βαρουφάκης με όπλο του τη φουστανέλα κάνει τον έξυπνο σε λαούς που έχουν περάσει Διαφωτισμό» κ.λπ.), όμως πέρα από αυτούς, τα σχήματα των δογματικών είναι όλα σχήματα αντιπαράθεσης. Η κατάσταση παραλληλίζεται με πόκερ και μπλόφες, με παζάρεμα, με παιχνίδι Chicken κ.α., πάντως μόνιμα είναι δύο αντίπαλοι που κοντράρονται, εκτίμηση για το πόσο δυναμικό έχει ο κάθε αντίπαλος και επ’ αυτού εικασία για την πιθανή κατάληξη. Είναι εντελώς τυφλοί ότι δεν μετράει μόνο το αποτέλεσμα μιας πράξης, μετράει επίσης και η διαφαινόμενη πρόθεση πίσω της εντός των συμφραζομένων που γίνεται αυτή η πράξη: ένα είδος ηθικής ευφυΐας.

Λοιπόν, αυτή νομίζω ότι είναι η τακτική του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι στιγμής, αυτό που ονόμασα «ηθική ευφυΐα». Τονίζω ότι ειδικά ο Βαρουφάκης ίσως να το κάνει και συνειδητά, πάντως ψυχανεμίζομαι ότι η παρούσα κατάσταση θα δώσει υλικό για πολλές μελλοντικές μελέτες και άρθρα. Ας δούμε λοιπόν τη συνέχεια του έργου, έχει ενδιαφέρον.

Όλα τα παραπάνω με μια κάποια επιφύλαξη, είμαστε ακόμα στην αρχή.