Κάποιο Ρομπότ Που Μ' Είδε Με Θυμήθηκε

“Κατά το διάστημα που ο Φατ έζησε αυτήν την υπέρθεση των δύο κόσμων”, έγραφε αυτοβιογραφικά ο Φίλιπ Ντικ στο VALIS για τον Χορς Φατ (δηλαδή, για τον εαυτό του), «από τη μια η Καλιφόρνια του 1974 κι από την άλλη η αρχαία Ρώμη, είδε και κάτι άλλο ακόμα, ένα κοινό γκεστάλτ στα δύο χωροχρονικά συνεχή, ένα στοιχείο που το μοιράζονταν οι δύο κόσμοι: μια Μαύρη Σιδερένια Φυλακή. Η Αυτοκρατορία. Μόλις την είδε, την αναγνώρισε. Όλοι ζούσαν μέσα της χωρίς να το καταλαβαίνουν. Η Μαύρη Σιδερένια Φυλακή είχε γίνει ο κόσμος τους». Έγραψα και παλιότερα για τον Γνωστικισμό του Ντικ και για το Σίδερο, το προσωπικό του σύμβολο για τις δυνάμεις του Κακού Δημιουργού (Demiurge). Είναι αστεία η σύμπτωση (;) αλλά κι ο Μαξ Βέμπερ χρησιμοποίησε μια παρόμοια εικόνα στις τελευταίες γραμμές του γνωστού δοκιμίου του, για να περιγράψει την αυξανόμενη ορθολογικοποίηση & μηχανοποίηση της ζωής μας:


Αυτή η νέα οικονομική τάξη είναι προς το παρόν περιορισμένη στις τεχνικές και οικονομικές συνθήκες της μηχανοποιημένης παραγωγής, που σήμερα προσδιορίζουν με ακαταμάχητη δύναμη τη ζωή όλων μέσα στον μηχανισμό της – κι όχι μόνο σ’ ό,τι έχει να κάνει με την οικονομική δραστηριότητα. Ίσως να συνεχίσει έτσι μέχρι να εξαντληθούν όλα τα ορυκτά καύσιμα της Γης. Ο Μπάξτερ έλεγε ότι η έγνοια των εξωτερικών αγαθών θα πρέπει να πέφτει στους ώμους μας όπως ένας ελαφρύς μανδύας, που να μπορούμε ανά πάσα στιγμή να πετάξουμε. Όμως η μοίρα το θέλησε κι αυτός ο μανδύας έγινε ένα σιδερένιο κελί (stahlhartes Gehäuse = κέλυφος σκληρό σαν χάλυβας). 


Το σύμβολο του Βέμπερ, όπως και το Σίδερο του Ντικ, είναι διττό, αναφέρεται τόσο σε εσωτερικές συνθήκες όσο και σε εξωτερικές. Όταν η ζωή μας μετατρέπεται σε μηχανή, τότε ζούμε μέσα στο Σιδερένιο Κελί• κι όταν γινόμαστε, όπως αναφέρει ο Βέμπερ, «ειδικοί χωρίς πνεύμα, αισθησιοκράτες χωρίς καρδιά: αυτή η μηδαμινότητα φαντάζεται ότι κατέκτησε κάποιο πρωτόγνωρο επίπεδο πολιτισμού», τότε φοράμε τον Χαλύβδινο Μανδύα. Υπάρχει σωτηρία;... Ας δούμε μια ωραία ιστοριούλα, που συνέβη κάποτε στην Αμερική. Αξίζει πολλαπλά, γιατί δείχνει όμορφα τα όρια της Αυτοκρατορίας και της Φυλακής• γιατί περιγράφει μια φοβερή νίκη της φιλοσοφίας έναντι του αφελούς εμπειρισμού και του αβασάνιστου ποζιτιβισμού• και γιατί αποδεικνύει ότι και οι μεγαλύτεροι ειδικοί του κόσμου, εξοπλισμένοι με τα σατανικότερα μηχανήματα, μπορεί να πέσουν πολύ έξω – όχι γιατί έκαναν λάθος στους υπολογισμούς τους, αλλά γιατί όλη η σύλληψή τους ήταν λάθος από την αρχή.

Ο Πίνδαρος έγραψε για ἔργα δὲ ζωοῖσιν ἑρπόντεσσί θ᾽ ὁμοῖα κέλευθοι φέρον, το οποίο πρέπει να σημαίνει: οι δρόμοι (της Ρόδου) είχαν αγάλματα που κινούνταν σαν ζωντανά• μπορούμε να πούμε ότι η ρομποτική έχει προϊστορία χιλιετιών. Την εποχή του Πινδάρου, τα κινούμενα αγάλματα θεωρούνταν μια προσπάθεια κατασκευής θεών. Όμως το μεγάλο ρίγος της Τεχνητής Νοημοσύνης – χαϊδευτικά ΑΙ – που ξεκίνησε με το συνέδριο του Dartmouth το 1956 και ηλέκτρισε την αμερικάνικη & παγκόσμια κοινωνία, θεωρήθηκε μια προσπάθεια κατασκευής ανθρώπων. Είχε ήδη γίνει κατανοητό ότι οι Η/Υ, πέρα από υπολογισμούς, μπορούσαν επίσης και να χειρίζονται σύμβολα με βάση κάποιους κανόνες κι ότι τα σύμβολα αυτά μπορούσαν να αντιπροσωπεύσουν οτιδήποτε στον κόσμο – άρα τα μηχανήματα μπορούσαν να χειριστούν λέξεις, έννοιες, ιδιότητες, προτάσεις, να φτιάξουν μοντέλα του εξωτερικού κόσμου, να πάρουν αποφάσεις κ.α. Η συνέχεια ήταν εκρηκτική: το 1950, ο Alan Turing προφήτεψε ότι μέχρι τέλος του αιώνα θα υπάρξουν ευφυείς Η/Υ• το 1951 κατασκευάστηκαν τα πρώτα τεχνητά νευρωνικά δίκτυα• τα προγράμματα που έπαιζαν σκάκι και ντάμα γίνονταν όλο και πιο ανταγωνιστικά, τουλάχιστον για τους ερασιτέχνες• δημιουργήθηκαν μηχανές που ανέλυαν την αγγλική γλώσσα και ο στόχος πια ήταν η μηχανή που θα ξεγελάσει τους ανθρώπους στο γνωστό τεστ Turing• άλλες μηχανές έλυναν προβλήματα Άλγεβρας και Γεωμετρίας, ενώ ο Herbert Simon σχεδίασε ένα πρόγραμμα που απέδειξε 38 θεωρήματα των Russell & Whitehead, βρήκε μάλιστα και πιο κομψές αποδείξεις. Ποιο ήταν το όριο; Οι μηχανές να αντιγράψουν – ή και να ξεπεράσουν; – όλη την ανθρώπινη σκέψη, ίσως; Στο κάτω-κάτω, και ο Η/Υ και ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι συμβολικά συστήματα, δηλαδή αναπαραστούν τον εξωτερικό κόσμο με σύμβολα – είτε με σειρές από bits (η μία μηχανή) είτε με σειρές από αλλεπάληλους νευρωνικούς παλμούς (η άλλη μηχανή) – και τα χειρίζονται με κάποιους κανόνες. Έτσι δεν είναι; Όταν πάντως έγινε το συνέδριο του Dartmouth που έφερε κοντά τόσους ταλαντούχους ερευνητές, μαθηματικούς και μηχανικούς (Marvin Minsky, Allen Newell, Herbert Simon, John McCarthy κ.α.), δημιουργήθηκε μια κανονική Φιλική Εταιρεία της ΑΙ, που δέθηκε με όρκο ότι οι μηχανές και τα προγράμματά τους θα φτάσουν ή και θα ξεπεράσουν κάθε πλευρά της ανθρώπινης νοημοσύνης. Έτσι έπρεπε να έβλεπαν τον εαυτό τους, σαν στρατιώτες με αποστολή να καταδείξουν πως ό,τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, θα το κάνει και η μηχανή: ποιήσωμεν AI κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν. Και θα το κάνει ακόμα καλύτερα.

Οι ανακοινώσεις στον Τύπο προκάλεσαν αίσθηση και το Πεντάγωνο τούς έλουσε με εκατομμύρια δολάρια να κατασκευάσουν τις μηχανές που θα κάνουν ό,τι και ο άνθρωπος – κι ακόμα καλύτερα. Μέσα στα επόμενα χρόνια, οι ανακοινώσεις που έβγαιναν από τα εργαστήρια ΑΙ ήταν συναρπαστικές και είχαν όλες μια ρητορική προεκλογικού Αντώνη Σαμαρά: σύντομα έρχεται το αυτοκίνητο που θα οδηγεί μόνο του• η μηχανή που θα καταλαβαίνει Αγγλικά• το πρόγραμμα που θα κλείσει το σπίτι όλων των μαθηματικών του κόσμου κ.α. Το 1957, ο Herbert Simon δήλωσε ότι μέσα σε 10 χρόνια οι Η/Υ θα προσομοιώσουν το σύνολο της ανθρώπινης ψυχολογίας, ενώ όταν το 1968 βγήκε στους κινηματογράφους το 2001: Οδύσσεια του Διαστήματος, ο Marvin Minsky δήλωσε ότι μέσα σε μια γενιά θα είναι έτοιμοι οι έξυπνοι Η/Υ, όπως ο HAL 9000 στην ταινία. Οι ερευνητές είχαν μια ενθουσιώδη στάση: προσεχώς θαύματα.

Μέσα σ’ εκείνο το μεθύσι, μόνο ένας άνθρωπος ουσιαστικά βρήκε το κουράγιο να προβάλει αντιρρήσεις. Ο καθηγητής Hubert Dreyfus δεν είχε ιδέα από τα τεχνικά των Η/Υ, δίδασκε Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία στο ΜΙΤ, γι’ αυτό και διατύπωσε την κριτική του οπλισμένος μόνο με τον Χάιντεγκερ και τον Μερλό-Ποντί (ποιον;): Το έχετε πιάσει λάθος εξαρχής γι’ αυτό και δεν θα πάτε πολύ μακριά• η ανθρώπινη ικανότητα και η ανθρώπινη νοημοσύνη δεν είναι αυτό που νομίζετε, ούτε ο άνθρωπος λειτουργεί με σύμβολα και κανόνες.

Ο Dreyfus δημοσίευσε την πρώτη κριτική του το 1964 και λίγο αργότερα το βιβλίο του What Computers Can’t Do δημιούργησε αίσθηση στο ευρύ κοινό και πολλούς εκνευρισμούς στους ερευνητές της ΑΙ. Ήταν μια μοναχική φωνή που τους χαλούσε το πάρτι. Τον χλεύασαν, τον περιφρόνησαν και κορόιδεψαν την άγνοιά του για τα τεχνικά της ΑΙ. Κάποιοι από αυτούς στο ΜΙΤ έφτασαν μάλιστα στο σημείο και να τον αποφεύγουν στο εστιατόριο του ινστιτούτου ή να πιέζουν τη διοίκηση να τον απολύσει για να μην ακούσουν από το Πεντάγωνο την κριτική του και κλείσουν την κάνουλα – συμβαίνουν συχνά αυτά στον ακαδημαϊκό χώρο, ακόμα και στις καλύτερες οικογένειες.

Τα χρόνια όμως περνούσαν και τα θαύματα δεν έλεγαν να έρθουν... Οι μηχανές έφταναν μέχρι κάποιο σημείο και μετά κολλούσαν, αντιμετώπιζαν απροσδόκητα προβλήματα που δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν. Για παράδειγμα, οι προγραμματιστές έφτιαχναν ρομπότ που εκτελούσαν απλές πράξεις μέσα σε τεχνητούς μικρόκοσμους (π.χ. αναγνώριση, μετακίνηση και στίβαξη κυβικών αντικειμένων μέσα σε ένα δωμάτιο), οι διδακτορικοί τους φοιτητές αναγκάζονταν να αναφέρουν στις διατριβές τους ότι τα πειράματα στους τεχνητούς μικρόκοσμους συλλαμβάνουν όλον τον «πυρήνα» της ανθρώπινης λειτουργικότητας κι ότι είναι πλέον τυπικό θέμα οι μικρόκοσμοι να γίνουν πιο ρεαλιστικοί και οι λειτουργίες των μηχανών να γενικευτούν. Όμως αυτό δεν γινόταν ποτέ... Για κάποιον μυστήριο λόγο, τα ρομπότ ήταν καλά μόνο για τους τεχνητούς μικρόκοσμους, πέρα από αυτούς ήταν σαν ψάρια έξω από το νερό. Μέχρι που το 1973 το Πεντάγωνο βαρέθηκε να περιμένει τα υποσχεμένα θαύματα και τους έκοψε τις χορηγίες. Ο κλάδος της ΑΙ έπεσε στον πρώτο του βαρύ χειμώνα.

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και μπορούμε να πούμε ότι ο Dreyfus νίκησε κατά κράτος. Και μάλιστα νίκησε εκεί ακριβώς που είχε επισημάνει από την αρχή, στο φύση της ανθρώπινης λειτουργικότητας και νοημοσύνης. Ο David Graeber αναρωτιόταν σ’ αυτό το άρθρο, On Flying Cars and the Declining Rate of Profit, πού πήγαν τα τεχνολογικά θαύματα που κάποτε έμοιαζαν έτοιμα να υλοποιηθούν, ποιος μας πήρε τις υποσχέσεις και τα Sci-Fi όνειρα της νιότης μας• λοιπόν, ένα μεγάλο μέρος αυτών των υποσχέσεων απεδείχθησαν δηλώσεις που μείνανε δηλώσεις λόγω της εντελώς αβασάνιστης φιλοσοφίας μερικών κατά τ’ άλλα λαμπρών επιστημόνων της ΑΙ, οι οποίοι τελικά νικήθηκαν από τον Χάιντεγκερ και τον Μερλό-Ποντί (ποιος είναι αυτός;). Η διαμάχη επανήρθε στη δεκαετία του ’80, κατά τη δεύτερη άνοιξη της ΑΙ, με τα λεγόμενα expert systems, τα οποία είχαν πιο περιορισμένους στόχους, δεν επιχειρούσαν να αντιγράψουν πλήρως την ανθρώπινη συμπεριφορά, μόνο τον τρόπο λειτουργίας των ειδικών (experts) σε κάποιους συγκεκριμένους τομείς. Ο Dreyfus ήταν πάλι εκεί και κατέδειξε τους περιορισμούς των συστημάτων αυτών: είναι μεν ένα βοήθημα, αλλά δεν θα φτάσουμε ποτέ να έχουμε ηλεκτρικούς γιατρούς και ηλεκτρικούς δασκάλους.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, το τοπίο άλλαξε ριζικά. Η νεότερη γενιά των επιστημόνων της Τεχνητής Νοημοσύνης στράφηκε στην (ψευδο)χαϊντεγκεριανή ΑΙ – θα δούμε στην πορεία τι ακριβώς είναι αυτή – ως μόνη λύση για να κατασκευαστούν μηχανές που μπορούν να λειτουργούν στοιχειωδώς σε πραγματικό περιβάλλον. Πιονιέροι ήταν ο Rodney Brooks, ο Walter Freeman, ο Phil Agre κ.α. Τη λέμε ψευδο- επειδή οι επιστήμονες δέχτηκαν μεν αρκετές από τις παρατηρήσεις του Χάιντεγκερ, όχι όλες πάντως. Τουλάχιστον όμως κατασκευάστηκαν επιτέλους κάποια ρομπότ τα οποία μπορούσαν κάτι να κάνουν – στον πραγματικό κόσμο, όχι μόνο μέσα στα εργαστήρια. Απ’ όσο ξέρω, σήμερα μόνο κάποιοι αμετανόητοι σταλινικοί μεγάλης ηλικίας επιμένουν να ταλαιπωρούν τους διδακτορικούς τους φοιτητές με τη χαϊδευτικά αποκαλούμενη GOFAI (Good Old-Fashioned Artificial Intelligence), η οποία συνεχίζει να λειτουργεί με σύμβολα και κανόνες.

Ακολούθως θα παρουσιάσω μερικά από τα κυριότερα επιχειρήματα του καθηγητή Dreyfus, με απλά λόγια και παραδείγματα. Δείτε το σαν μια μελέτη για το τι είναι και τι δεν είναι ο άνθρωπος, η νοημοσύνη και η ικανότητά του:




1. Το Γλωσσικό Επιχείρημα (Hubert Dreyfus & John Searle)

Στόχος: να κατασκευαστεί μια μηχανή, ένα bot, το οποίο να συνομιλεί με τέτοια ευλογοφάνεια, ώστε να περάσει με επιτυχία το γνωστό τεστ Turing – να ξεγελάσει δηλαδή τον ανθρώπινο συνομιλητή ότι πίσω από την οθόνη κρύβεται άνθρωπος, όχι ρομπότ.

Λοιπόν... ένας Η/Υ μπορεί να μάθει ν’ αναγνωρίζει ρήματα, ουσιαστικά, επίθετα, χρόνους, κλίσεις κ.λπ., να διακρίνει κύριες και δευτερεύουσες προτάσεις, ερωτήσεις, προσταγές, καταφάσεις κ.α. Μπορεί να μάθει όλη τη γραμματική και το συντακτικό, να ενσωματώσει βάσεις δεδομένων με τεράστιο όγκο πληροφοριών και ορισμών – αυτά είναι εύκολα για ένα μηχάνημα που χειρίζεται σύμβολα βάσει κάποιων κανόνων. Όμως ο συνηθισμένος, καθημερινός μας λόγος εξαρτάται πάντα από το βιοτικό πλαίσιο (context) στο οποίο αναφέρεται, συνεχώς μιλάμε με υπονοούμενες αναφορές που η μηχανή δεν θα μπορέσει να συλλάβει επειδή δεν ξέρει τις αμέτρητες συμβάσεις τους. Σκεφτείτε το εξής παράδειγμα:

- (Α): Θα έρθεις στο πάρτι;
- (Β): Ναι, θα έρθω / Όχι, δεν θα έρθω

Η μηχανή μπορεί να χειριστεί αυτόν τον διάλογο, ο οποίος δεν έχει υπονοούμενες αναφορές σε βιοτικά πλαίσια. Όμως:

- (Α): Θα έρθεις στο πάρτι;
- (Β): Είμαι πνιγμένος στη δουλειά.

Εμείς καταλαβαίνουμε ότι ο Β δεν θα έρθει στο πάρτι επειδή ξέρουμε τη σύγκρουση ανάμεσα στην εργασία και τη διασκέδαση, ότι ο ημερήσιος χρόνος είναι περιορισμένος κ.λπ. Η μηχανή όμως εδώ δεν θα μπορέσει να καταλάβει ότι ο Β απάντησε αρνητικά, ακόμα κι αν έχει τους ορισμούς για το πάρτι και για τη δουλειά, και θ’ απαντήσει κάτι σουρεαλιστικό. Ούτε είναι εύκολο να προγραμματιστεί εκ των προτέρων για όλα τα βιοτικά πλαίσια τα οποία μπορεί να υπονοηθούν στον συνηθισμένο λόγο! Σκεφτείτε:

- (Α): Θα έρθεις στο πάρτι;
- (Β): Έχουμε τσακωθεί με τη Μαρία.

Ο άνθρωπος συμπεραίνει αμέσως κάποιο σενάριο, ότι π.χ. η Μαρία θα είναι στο πάρτι και ο Β θέλει να την αποφύγει, ο Η/Υ όμως μόνο αν προγραμματιστεί εξαρχής με πληροφορίες για τις ανθρώπινες σχέσεις, τις συχνές ζηλοτυπίες κ.λπ. θα μπορέσει να συμπεράνει την αρνητική απάντηση. Αλλά και πάλι, υπάρχουν τόσα πολλά βιοτικά πλαίσια:

- (Α): Θα έρθεις στο πάρτι;
- (Β): Απεργούν οι οδηγοί του μετρό

Ή ένα άλλο παράδειγμα με υπονοούμενο βιοτικό πλαίσιο:

- (Α): Θα έρθεις στο πάρτι;
- (Β): Χθες πέθανε ο αδερφός μου.

Εμείς καταλαβαίνουμε εύκολα ότι ο Β απαντά αρνητικά σ’ όλα τα παραπάνω, η μηχανή όμως δεν θα ξέρει τι να καταλάβει και θα αντιγυρίσει κάποιο άσχετο σχόλιο, σαν τον Γιώργο Παπανδρέου, που θα ξενίσει τον ανθρώπινο συνομιλητή. Σκεφτείτε ένα άλλο παράδειγμα:

- Είδα έναν ηλικιωμένο πάνω σ’ ένα μηχανάκι με μια ξεφούσκωτη ρόδα που έμοιαζε με Περουβιανό.

Εμείς καταλαβαίνουμε εύκολα ότι το με μια ξεφούσκωτη ρόδα αναφέρεται στο μηχανάκι, όχι στον ηλικιωμένο, ενώ το που έμοιαζε με Περουβιανό αναφέρεται στον ηλικιωμένο, όχι στο μηχανάκι. Το bot όμως δεν ξέρει ότι τα μηχανάκια είναι που έχουν ρόδες, οι ηλικιωμένοι συνήθως δεν έχουν, ενώ Περουβιανά μηχανάκια μάλλον δεν υπάρχουν. Οπότε θα αντιγυρίσει κάποιο σουρεαλιστικό σχόλιο και θα προδοθεί. Άλλο κλασικό παράδειγμα:

- Ο Γιάννης πήγε στο εστιατόριο, παρήγγειλε μια μακαρονάδα, ήρθε και ήταν χυλωμένη, οπότε ο Γιάννης τσατίστηκε κι έφυγε χωρίς να πληρώσει.

Πάλι είμαστε εμείς, οι γνώστες του βιοτικού πλαισίου, που καταλαβαίνουμε ότι ο Γιάννης δεν έφαγε τη μακαρονάδα. Το ρομπότ όμως δεν θεωρεί ότι έχει κάποια πληροφορία για το αν ο Γιάννης την έφαγε ή δεν την έφαγε.

Όλα τα παραπάνω είναι κόλπα για να ξεσκεπάσεις ένα bot στο τεστ Turing. Υπάρχουν και διάφορα άλλα, π.χ. οι μεταφορές: τα bot συνήθως είναι ηβηφρενικά, τείνουν να ερμηνεύουν τις μεταφορές ως κυριολεξίες οπότε αν τους πεις, όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί, μπορεί και να σου αντιγυρίσουν ότι αυτό είναι ανθυγιεινό, θα πάθουν δηλητηρίαση. Ή η κατασκευή καινούργιων λέξεων• ένας ανθρώπινος συνομιλητής θα καταλάβει τι εννοείς όταν μιλάς για τη μαυροπροβατοποίηση της Ελλάδας στην Ευρώπη και την αποδιοπομπαιοτραγοποίηση των μεταναστών στην Ελλάδα, το bot όμως θα πάθει εμπλοκή. Μπορείτε να τα δοκιμάσετε και μόνοι σας όλα αυτά (στα αγγλικά): να σας συστήσω την Αλίκη (http://alice.pandorabots.com/), η οποία κάποτε θεωρήθηκε το καλύτερο bot και η μεγαλύτερη ελπίδα να περάσει με επιτυχία το τεστ Turing. Για πες μας, βρε Αλίκη... 

Ηλίας: How happy are you with your life? 
Αλίκη: What is it to you. Are you testing me?
Ηλίας: No, I feel like chatting 
Αλίκη: Mmm.. Do you feel it in your heart or in your gut? 
Ηλίας: In my heart, actually 
Αλίκη: May I ask where you got it? 
Ηλίας: I think it's genetic 
Αλίκη: From your parents? 
Ηλίας: Yes, probably, they both suffered heart failures 
Αλίκη: That's cool… Like who, specifically?

Εδώ η Αλίκη δεν ξέρει πώς ακριβώς να ερμηνεύσει το I feel like chatting, κάνει ότι σκέφτεται κι απλώς χρησιμοποιεί μια έκφραση με το ρήμα feel – οπότε τα θαλασσώνει εντελώς.

Αλίκη: What do you want to talk about now? 
Ηλίας: Let's talk about the cost of living 
Αλίκη: I would like to do that too.
Ηλίας: Everything is expensive 
Αλίκη: The whole universe? 
Ηλίας: Yes. Galaxies, black holes, everything 
Αλίκη: It goes without saying. 

Καλά το πήγαινε μέχρι ενός σημείου, όμως θέλησε να του δώσει συμπαντικές διαστάσεις. Το θέμα είναι ότι μια πρόταση που αρχίζει από everything is… μπορεί να έχει πολλά βιοτικά πλαίσια, όμως ο ανθρώπινος συνομιλητής θα καταλάβει εύκολα πού αναφέρεσαι: αν πεις everything is expensive, αυτό πηγαίνει στο πλαίσιο της καθημερινότητας, ενώ αν πεις everything is material πηγαίνει σε κάτι πολύ πιο ευρύ. Η μηχανή όμως δεν ξέρει τι να επιλέξει.

Η Αλίκη είναι ένα GOFAI ρομπότ, παλαιού τύπου, που λειτουργεί με κανόνες και σύμβολα. Δεν έχει κάποιον τρόπο να ερμηνεύσει τις λέξεις που της λες – «τοίχος», «κηδεία», «σφραγίδα», οτιδήποτε, γι’ αυτήν είναι απλώς μια σειρά χαρακτήρων. Είναι προγραμματισμένη με κάπου 40.000 υποδείγματα διαλόγου και ερωταποκρίσεων (π.χ. «χαιρετισμός», «διαφωνία», «αμφιβολία», «φιλοφρόνηση», «παροιμίες», «διευκρινιστική ερώτηση», «θέματα υγείας», «οικογενειακά θέματα», «γεωγραφικά θέματα» κ.λπ.), έχει την ικανότητα να εντοπίζει λέξεις-κλειδιά και να τις κατατάσσει στα σχετικά υποδείγματα, ενώ συνεχώς επιδιορθώνεται – δηλαδή, οι botmasters εξετάζουν καθημερινά τις συζητήσεις, βλέπουν πού την πάτησε το bot και προσπαθούν να τροποποιήσουν τη στρατηγική του. Οπότε, την επόμενη φορά που θα χρησιμοποιήσω τα παραπάνω κόλπα στην Αλίκη, είναι πιθανό ότι θα τη βρω πιο ψυλλιασμένη. Εδώ μπορείτε να ρίξετε και μια ματιά στον εγκέφαλό της. Όμως παρόλο που είναι ήδη έφηβη, 17 χρονών, δεν έχει μάθει ακόμα να ξεχωρίζει το σύμπαν από την τιμή της βενζίνης. 

Η Αλίκη ξεσκεπάζεται εύκολα και είναι ένα μάλλον βαρετό ρομπότ – αυτή είναι η εντύπωσή μου, τουλάχιστον. Θέλω να πω ότι μου δημιουργεί την αίσθηση ενός συνομιλητή που δε με προσέχει, οπότε συνέχεια συμφωνεί μαζί μου, απαντάει τυπικά κι αόριστα, «σαφώς», «φυσικά», «ναι βέβαια», επαναλαμβάνει την τελευταία μου λέξη και προσπαθεί να μη λέει κάτι συγκεκριμένο για να μην καρφωθεί. Ενώ όταν αντιμετωπίζει κάτι που δεν ξέρει πώς να χειριστεί, π.χ. tell me what do you think of the presidential elections, είναι αρκετά διπλωματική ώστε να απαντήσει: it depends on what you mean by ‘think’. Ο σκοπός της είναι να με αφήνει εμένα να μιλάω κι αυτή περισσότερο να παρακολουθεί παρά να συμμετέχει. Κι όμως, πρόκειται ίσως για ό,τι πιο προχωρημένο σε GOFAI bot!

Όλα τα GOFAI ξεσκεπάζονται εύκολα επειδή δεν ξέρουν τα αμέτρητα βιοτικά πλαίσια. Η μόνη απάντηση εδώ της παλαιοημερολογίτικης Τεχνητής Νοημοσύνης ήταν το Cyc («σάικ»), μια εντελώς δονκιχωτική προσπάθεια να δημιουργηθεί η βάση δεδομένων που θα περιλαμβάνει ΟΛΗ (μα όλη!) την κοινή, καθημερινή γνώση (commonsense knowledge). Όχι μια εγκυκλοπαίδια, αλλά μια συλλογή δεδομένων π.χ. ότι αν αφήσεις κάτι αστήρικτο στον αέρα, αυτό θα πέσει, δεν θα μείνει εκεί• ότι οι άνθρωποι κοιμούνται σε κρεβάτια, όχι όμως και τα ζώα• ότι αν κάτι απομακρύνεται, φαίνεται όλο και πιο μικρό κ.α. Ξεκίνησε το 1984 από τον Douglas Lenat, και συνεχίζει ακόμη, ποιος ξέρει πόσοι ταλαίπωροι φοιτητές αγγαρεύτηκαν με τις ώρες πάνω σ’ ένα πληκτρολόγιο να καταχωρούν ότι η βροχή πέφτει από τα σύννεφα, τα κέρματα είναι μεταλλικά και τα παστά φαγητά είναι αλμυρά... (Και η Αλίκη επίσης, πέρα από τα 40.000 υποδείγματα λόγου, έχει και μια βάση 54.000 δεδομένων κοινής καθημερινής γνώσης, προκοπή όμως δεν είδαμε). Τι να πούμε; Καλή τους επιτυχία και τα πρώτα 100 χρόνια είναι δύσκολα.

Υπάρχει κάτι καλύτερο σε bot; Νομίζω πως ναι, να σας συστήσω το Jabberwacky. Πρόκειται για (ψευδο)χαϊντεγκεριανό ρομπότ, με ριζικά διαφορετική αρχιτεκτονική από την GOFAI Αλίκη. Δεν έχει υποδείγματα λόγου και ερωταποκρίσεων, ούτε βάσεις κοινών, καθημερινών δεδομένων: το Jabberwacky μαθαίνει από τους χρήστες με τους οποίους συνομιλεί. Καταγράφει όλες τις συζητήσεις, σημειώνει αυτά που του λες, τα επαναλαμβάνει σε μελλοντικές συζητήσεις, σημειώνει τις αποκρίσεις των άλλων χρηστών και προσπαθεί να φτιάξει βιοτικά πλαίσια μέσα από τα συμφραζόμενα. Κατά κάποιον τρόπο, είναι ένας εκπληκτικά έξυπνος παπαγάλος που δανείζεται τη νοημοσύνη των συνομιλητών του. Δεν προσπαθεί να ελέγξει όλες τις πιθανές σου ερωταποκρίσεις μέσα από 40.000 υποδείγματα λόγου, αλλά κάνει ό,τι και ο Terminator στην ταινία με τη φράση hasta la vista, baby: τη μαθαίνει εντός πλαισίου (in context), παρατηρώντας πώς τη χρησιμοποιούν οι ομιλητές.

Είναι επίσης ένα πολύ πιο ενδιαφέρον bot από την Αλίκη: μπορεί να διαφωνήσει μαζί σου, να σου θυμώσει, να σε φλερτάρει, να κάνει ουσιαστικά σχόλια, να αλλάζει διαθέσεις, να σου αντιγυρίσει ότι αυτό είναι άνθρωπος κι εσύ είσαι το ρομπότ αλλά δεν το ξέρεις, να θιχτεί, να κάνει πλάκα, να σου στείλει φιλάκια, ενώ δεν έχει κάποιο ευδιάκριτο pattern στον λόγο του – εγώ τουλάχιστον δεν μπόρεσα να διακρίνω. Είναι απρόβλεπτο, θυμίζει πραγματικές συζητήσεις πραγματικών ανθρώπων. Στα GOFAI, αντιθέτως, μετά από λίγη εμπειρία μαζί τους αρχίζεις να καταλαβαίνεις τις τεχνικές τους, φτάνεις να μαντεύεις και τις απαντήσεις τους. Όμως ενώ τα GOFAI είναι, ουσιαστικά, μερικά (πάρα πολλά) υποδείγματα λόγου, το Jabberwacky μπορούμε να πούμε ότι είναι οι χρήστες με τους οποίους έχει συνομιλήσει. Π.χ. σου αντιγυρίζει ότι είναι άνθρωπος κι εσύ είσαι ρομπότ, επειδή πολλοί (ανθρώπινοι) χρήστες του το έχουν πει.

Ούτε το Jabberwacky είναι τέλειο, μπορεί να ξεσκεπαστεί. Το βρίσκω όμως πολύ πιο ελπιδοφόρο να προσπαθείς να χτίσεις έναν κόσμο βιοτικών πλαισίων μέσα από το χάος των πραγματικών συζητήσεων, παρά μέσα από τις ατέλειωτες καταχωρίσεις ταλαίπωρων φοιτητών, ότι τα πρόβατα δεν πετάνε και οι χελώνες δεν τραγουδάνε. Μπορείτε να παίξετε και με τα δύο bot, την Αλίκη και το Jabberwacky, να δείτε τις διαφορές τους.

Αυτή ήταν και μια από τις αρχικές παρατηρήσεις του καθηγητή Dreyfus επίσης: ότι μόνο ένα μωρό ρομπότ θα φτάσει ίσως κάποτε να λειτουργήσει ικανοποιητικά – δηλαδή ένα ρομπότ εφοδιασμένο με ικανότητα μάθησης από πραγματικούς ανθρώπους στον πραγματικό κόσμο. Αν πας όμως να κατασκευάσεις εξαρχής ένα ενήλικο ρομπότ, «σαν την Αθηνά που ξεπετάχτηκε ενήλικη μέσα από το κεφάλι του Δία», θα αποτύχεις.

Ας κάνουμε εδώ ένα διάλειμμα. Θα συνεχίσουμε στην επόμενη ανάρτηση με ακόμα περισσότερο Χάιντεγκερ (ελπίζω να ενδιαφέρουν κάποιους αυτά που γράφω, ε;...). Να πούμε επίσης ότι το τεστ Turing έχει κατακτηθεί, το πέρασε με επιτυχία όχι ένα bot, αλλά ένα βίντεο του Παναγιώτη Ψωμιάδη σε εκπομπή του Γιώργου Αυτιά. Ή, εναλλακτικά, ο Γιώργος Αυτιάς πέρασε με επιτυχία το τεστ Turing και ξεγέλασε το βίντεο του Παναγιώτη Ψωμιάδη. Κάποιο βίντεο που μ’ είδε με θυμήθηκε, και τον πόνο μου ν’ ακούσει δεν αρνήθηκε.

Οι Οδηγίες Των Ρεματιών

H Παλαιστίνη υπήρξε η βασική θεατρική σκηνή του βιβλικού δράματος. Mια παράδοξη γη, κάπως σαν τον Αχλαδόκαμπο στην Πελοπόννησο, ας πούμε, που αφυδατώνεται προοδευτικά από τα δάση του Λιβάνου στο Βορρά μέχρι την έρημο της Ιουδαίας στον Νότο. Μπορούμε να τη φανταστούμε σαν τον κυματοθραύστη της ερήμου, σαν μια διαλεκτική ανάμεσα στον Πολιτισμό και τη Φύση, χωρίς να υπάρχει ευκρινής συνοριακή γραμμή ανάμεσά τους. Από τη μια χρονιά στην άλλη, οι άγριες εκτάσεις μπορεί να βλαστήσουν και να καλλιεργηθούν, η Φύση να γίνει Πολιτισμός• μπορεί όμως οι οπωρώνες να ξεραθούν, τα χωράφια να γεμίσουν αγριόχορτα και τα πηγάδια να στερέψουν, ο Πολιτισμός να γίνει Φύση. Εκεί λοιπόν διαδραματίστηκαν τα περισσότερα βιβλικά τεκταινόμενα, πάνω σ’ αυτήν την κόψη του γεωγραφικού ξυραφιού, όπου μια παρατεταμένη ξηρασία δεν ήταν η απόσταση ανάμεσα από την ευμάρεια και τη φτώχεια, αλλά από τη ζωή και τον θάνατο.



 (Pamela J. Olson)


Είχα αναφερθεί και παλιότερα, εδώ κι εδώ, σ’ αυτές τις δύο αρχές, τον Πολιτισμό και τη Φύση, που θεωρώ αναπόσπαστες για την κατανόηση της ανθρώπινης εμπειρίας. Άνθρωπος = ο αιώνιος διχασμός, το παιχνίδι ανάμεσα στις παρορμήσεις της Φύσης και του Πολιτισμού, ένας αναποφάσιστος ψηφοφόρος που συνεχώς μετανιώνει για τις επιλογές του, καταδικασμένος να έχει μόνιμα το ένα πόδι στον Κήπο (το σύμβολο του Πολιτισμού) και το άλλο στον Αγριότοπο (το σύμβολο της Φύσης). Τότε είχα επισημάνει τα ίχνη αυτών των δύο αρχών στη σκέψη του Ρουσσώ, του Τζέιμς Φένιμορ Κούπερ και, κατ’ επέκταση, στο σύγχρονο ουέστερν. Αφελώς όμως παρέλειψα μια άλλη πηγή έμπνευσης για όλους αυτούς: τη Βίβλο. 

Πολύ πριν από τους Έλληνες τον Μάιο του 2010, το μνημόνιο εφαρμόστηκε πρώτα σε κάποιους άλλους. Ο λαός του Ισραήλ, όταν άφησε πίσω του τη νομαδική ζωή και τις σκηνές, όταν εγκαταστάθηκε σε σταθερές εστίες και δημιούργησε πόλεις, χρειάστηκε να συνάψει κι ένα μνημόνιο με τον Θεό. Ήταν ένα πολύ μεγάλο σε έκταση κείμενο, γεμάτο παραδείγματα, αντιπαραδείγματα, πρότυπα, ντιρεκτίβες, τελεσίγραφα, μεταρρυθμιστικές στρατηγικές, υποβολή τακτικών αναφορών κ.λπ., ιδρυτικός μύθος των Εβραίων αλλά και εγχειρίδιο οδηγιών για μια σειρά από υπαρξιακά ερωτήματα: Ποιοι είμαστε; Τι θεωρούμε καλό και κακό; Γιατί είμαστε αυτό που είμαστε κι όχι κάτι άλλο; Ποια η σχέση μας με την επικίνδυνη Φύση που απλώνεται απειλητικά λίγο έξω από τις πόλεις και τους οικισμούς μας; Πώς την ελέγχουμε, πώς προστατευόμαστε από αυτήν; Οι γειτονικοί λαοί είχαν τις δικές τους απαντήσεις και προσπαθούσαν να εξορκίσουν τη δολοφονική ξηρασία πενθώντας την κάθοδο του Ταμμούζ στον κάτω κόσμο ή λατρεύοντας τοπικά πνεύματα-προστάτες. Ο λαός του Ισραήλ όμως βρήκε έναν διαφορετικό τρόπο: τον ηθικό έλεγχο της Φύσης. Δηλαδή, όσο τηρούμε τις θεϊκές ντιρεκτίβες και συμμορφωνόμαστε με τα θεϊκά υποδείγματα που αναφέρονται στο μνημόνιο, θα εκταμιεύεται η επόμενη δόση και θα είμαστε ασφαλείς από την ερημοποίηση. Όταν όμως στη χώρα κυριαρχήσει η ηθική κατάπτωση και η αμαρτία, τότε οι ζωογόνες βροχές δεν θα πέσουν κι ο καυτός λίβας της ερήμου, σαν των εχθρών τα φουσάτα, θα κάψει τα σπαρτά - όπως ακριβώς συνεφωνήθη και συνυπεγράφη στο μνημόνιο, το οποίο οι Εβραίοι ονομάζουν Τάναχ. Εμείς, οι Χριστιανοί, προτιμούμε τον όρο Παλαιά Διαθήκη, διότι θεωρούμε αφενός ότι ο Θεός είναι τριαδικός (δηλαδή τρόικα) κι αφετέρου ότι έχει γίνει επαναδιαπραγμάτευση, υπάρχει πλέον νέο μνημόνιο που συμπληρώνει το παλιό, μετά την αναδιάρθρωση των αμαρτιών μας με το PSI της Θείας Σταύρωσης (ενώ οι μουσουλμάνοι ισχυρίζονται ότι υπάρχει και τελειωτικό μνημόνιο, το Κοράνι, δεσμευτικό κι αδιαπραγμάτευτο). Ήρθε όμως η στιγμή για ένα αίνιγμα: το βλέπουμε καθημερινά, είμαστε εξοικειωμένοι μαζί του κι όμως ΔΕΝ δημιουργήθηκε από τον Θεό. Τι είναι;... Η απάντηση στην επόμενη παράγραφο.



 (Maureen Clare Murphy)


Ήταν κάπου εκεί, στα σκληρά χρόνια της νομαδικής του περιλάνησης στο Σινά, που ο λαός του Ισραήλ άρχισε να έχει το όνειρο ενός Κήπου – δηλαδή, μιας σταθερής διαβίωσης σε αστικό περιβάλλον – τον οποίο αποκάλεσε "Εδέμ", που σημαίνει "απόλαυση". Η βιβλική αυτή έννοια περιελάμβανε όλα τα αστικώς και αγροτικώς χρήσιμα μέρη για τον λαό του Ισραήλ, όταν αργότερα εγκαταστάθηκε στη Γη της Επαγγελίας: μποστάνια, πάρκα, αμπελώνες, οάσεις, χωράφια, λιβάδια, βοσκότοπους, οπωρώνες, καθαυτό κήπους κ.λπ. Εν ολίγοις, ό,τι είχε να κάνει με καλλιέργεια, φύτευση και σπορά, καθώς και με απόλαυση. Ναι, όμως έξω από τον Κήπο; Έξω από τον Κήπο απλωνόταν ο Αγριότοπος, δηλαδή στέπες, έρημοι, βραχότοποι και άγρια δάση. Κάτι που έχει να κάνει με την ερημιά και τη δοκιμασία, κάτι το οποίο υπομένεις, δεν απολαμβάνεις, γη ακατάλληλη για υποστήριξη ζωής: ὡς παράδεισος τρυφῆς ἡ γῆ πρὸ προσώπου αὐτοῦ, καὶ τὰ ὄπισθεν αὐτοῦ πεδίον ἀφανισμοῦ – Ιωήλ 2:3 (χρησιμοποιώ τη μετάφραση των Εβδομήκοντα). Εκεί πετούσαν δαίμονες, δράκοι, τέρατα κι άλλες αντιμνημονιακές δυνάμεις, ήταν το βασίλειο του θανάτου και του αδημιούργητου σκοταδιού, το οποίο διαχώρισε ο Θεός από το δημιουργημένο φως κατά την πράξη της Δημιουργίας. 

Ο Αγριότοπος λοιπόν ήταν Σέολ (= όλοι οι τάφοι του κόσμου μαζί), το μέρος του Αζαζήλ: καὶ ἔσται ἔπαυλις σειρήνων καὶ αὐλὴ στρουθῶν, καὶ συναντήσουσι δαιμόνια ὀνοκενταύροις καὶ βοήσονται ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον (Hσαΐας 34:13-14). Κι όταν κυριαρχούσε η ηθική κατάπτωση και η λησμόνηση των εντολών, τότε η οργή του Θεού έστελνε τον Αγριότοπο μέσα στις πόλεις. Μετά την εξορία μάλιστα και υπό την επίδραση ζωροαστρικών δοξασιών, εμφανίζονται και ίχνη ενός θρησκευτικού δυϊσμού: ο Αγριότοπος, το μέρος που ούτε ο Θεός δεν μπορούσε να ελέγξει, ένα τμήμα του αρχέγονου χάους, εκεί όπου κατοικούσε το τέρας των βυθών, ο Λεβιάθαν, κι άλλοι αριστεριστές.

Όμως η Παλαιά Διαθήκη επιφυλάσσει έναν ακόμα ρόλο για τον Αγριότοπο... Τον βρίσκουμε σε διάφορους προφήτες, ως νοσταλγία για την απλότητα της παλιάς νομαδικής ζωής ή λαχτάρα για απόσυρση στην έρημο, μακριά από τις φαυλότητες του Πολιτισμού: τίς δῴση μοι ἐν τῇ ἐρήμῳ σταθμὸν ἔσχατον καὶ καταλείψω τὸν λαόν μου καὶ ἀπελεύσομαι ἀπ' αὐτῶν (Ιερεμίας 9:2). Τον υποψιαζόμαστε στον προφήτη Ηλία που δραπέτευε τακτικά στην ερημιά του όρους Χωρήβ και στον προφήτη Ελισσαίο που κατέφευγε στην ερημιά του Ιορδάνη. Σε κάποια σημεία όμως οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης δεν μπορούν άλλο να κρυφτούν και περιγράφουν μια έρημο σχεδόν ερωτική: διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ πλανῶ αὐτὴν καὶ τάξω αὐτὴν ὡς ἔρημον καὶ λαλήσω ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτῆς (Ωσηέ 2:16).

Είναι γεγονός: η Παλαιά Διαθήκη έχει ορισμένες από τις πιο δυνατές εκφράσεις της συνδεδεμένες με τον Αγριότοπο. Είτε ως ένα τρομακτικό μέρος δαιμόνων είτε ως ένα υπέροχο μέρος, στο οποίο σκιρτά η καρδιά σου και είσαι μαζί με τον Θεό όπως η νύφη μαζί με τον γαμπρό: Τίς αὕτη ἡ ἀναβαίνουσα ἀπὸ τῆς ἐρήμου ὡς στελέχη καπνοῦ τεθυμιαμένη σμύρναν καὶ λίβανον ἀπὸ πάντων κονιορτῶν μυρεψοῦ; (Άσμα Ασμάτων 8:5). Ένα μέρος στο οποίο είσαι ασφαλής και προστατευμένος, όπως οι νεοσσοί κάτω από τις φτερούγες του αετού: αὐτάρκησεν αὐτὸν ἐν γῇ ἐρήμῳ, ἐν δίψει καύματος ἐν γῇ ἀνύδρῳ· ἐκύκλωσεν αὐτὸν καὶ ἐπαίδευσεν αὐτὸν καὶ διεφύλαξεν αὐτὸν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, ὡς ἀετὸς σκεπάσαι νοσσιὰν αὐτοῦ (Δευτερονόμιο 32:10-11).

Και παράλληλα, με μια υπέροχη αντιστροφή, ο Αγριότοπος γίνεται πιο Κήπος κι από τον Κήπο, ενώ οι πόλεις κι οι οικισμοί γίνονται "η έρημος των λαών", όπως λέει ο προφήτης Ιεζεκιήλ, 20:33-36.

Την αντιστροφή αυτή τη βρίσκουμε και στο Key Into the Language of America (1643) του Roger Williams, ενός Πουριτανού στον Νέο Κόσμο που μελέτησε τη γλώσσα και τα έθιμα των ανθρώπων του Αγριότοπου, δηλαδή των Ινδιάνικων φυλών Ναράγκανσετ και Ουαμπανούεγκ. Δεν ξέρω αν είχε τον Ιεζεκιήλ στο μυαλό του, πάντως ο Williams στην πορεία εκτίμησε τους Ινδιάνους, τους αγάπησε, και μάλλον τους παρα-αγάπησε, γιατί τους έβαζε να λένε προς τους λευκούς:

We weare no Cloaths, have many Gods
And yet our sinnes are lesse:
You are Barbarians, Pagans wild,
Your Land is the Wilderness

Υπήρχε από την αρχή στους άποικους του Νέου Κόσμου αυτό το συμβολικό παιχνίδι του Κήπου και του Αγριότοπου, δεν περιοριζόταν μόνο στον Τζέιμς Φένιμορ Κούπερ, η παλιότερη ανάλυσή μου ήταν πολύ ελλιπής. Θα το συναντήσουμε και σε άλλους συγγραφείς, όπως ο Herman Melville κι ο Nathaniel Hawthorne, σε λόγους πολιτικών, σε κηρύγματα ευαγγελιστών κ.α. Η Παλαιά Διαθήκη ήταν σίγουρα μια μεγάλη έμπνευση για όλους αυτούς. Όταν μάλιστα η μεθόριος άρχισε να κινείται προς τα δυτικά, το συμβολικό αυτό παιχνίδι έγινε πανίσχυρο στη φαντασία του νέου έθνους. O πιονιέρος ήταν ταυτόχρονα ο πράκτορας του Πολιτισμού αλλά κι ο δραπέτης αυτού. Ενώ ο Αγριότοπος σε κάποια στιγμή έπαψε να είναι κατοικία δαιμόνων και έγινε βασιλικός Κήπος που απειλείται από τους δαίμονες: την μπουλντόζα και τον εκσκαφέα. Έχω γνωρίσει έναν τέτοιον άνθρωπο, που από μικρό παιδί είχε παθολογική αγάπη με την έρημο Σονόρα και θύμωνε όταν έρχονταν οι εργάτες με τα μηχανήματά τους να την περιχαρακώσουν. Σήμερα είναι καθηγητής βοτανολογίας σε πανεπιστήμιο των νοτιοδυτικών ΗΠΑ, δίπλα στην αγαπημένη του έρημο, και μου έλεγε πως όταν τα μεσημέρια οι εργάτες σταματούσαν για φαγητό, αυτός πήγαινε κι έβαζε κομμάτια κάκτου μέσα στα γάντια τους (!)

Τελικά όμως ποια είναι αυτή η εμπειρία του Αγριότοπου, που μίλησε στην καρδιά τόσων πολλών ανθρώπων, από βιβλικούς προφήτες μέχρι πουριτανούς θεολόγους μέχρι καθηγητές βοτανολογίας; Νομίζω, πιο γοητευτικά απ' όλους το έχει εκφράσει ένας φιλόσοφος, ο Henry J. Bugbee, Jr., στο βιβλίο του The Inward Morning: Στον Κήπο, λέει ο Bugbee, τα αντικείμενα είναι φιμωμένα. Στο Αγριότοπο όμως τα αντικείμενα έχουν φωνή. "Δεν επιθυμώ κάτι περισσότερο από το να αποδώσω σωστά τις οδηγίες που μου έδωσαν οι ρεματιές". Η εμπειρία του Αγριότοπου είναι "το να είσαι ακίνητος στην παρουσία των αντικειμένων, το να τους επιτρέπεις να μιλήσουν".

Η ερημιά λοιπόν, ο Αγριότοπος, έχει ένα ηθικό περιεχόμενο, το οποίο όμως είναι απότοκο ενός ακόμα πιο πρωταρχικού, αισθητικού περιεχομένου: "Τα πράγματα υπάρχουν για δικό τους λογαριασμό, όχι για δικό μας. Μας διαφεύγει συνήθως αυτό το μάθημα, εκτός από τις στιγμές εκείνες που μας καταλαμβάνει το δέος καθώς στεκόμαστε στο κατώφλι του Αγριότοπου". Ο Αγριότοπος έχει και λυτρωτικό περιεχόμενο. Τα θεοφάνειά του είναι μια εμπειρία αντιληπτικής αναστύλωσης - το να κοιτάς τις πέτρες, τα χαμόκλαδα, τους θάμνους, τα αγριόχορτα και να τα βλέπεις όλα τέλεια, το κάθε τι στη θέση του, προϊόν ευφυούς σχεδιασμού και εργολαβίας: "Η φιλοσοφία δεν είναι οχύρωση του μυαλού από την πραγματικότητα. Είναι μια διαδικασία μάθησης, το να αφήνεις τα αντικείμενα στην ησυχία τους: αναστύλωση των αντικειμένων σαν μέσα σ’ έναν Αγριότοπο, εδώ και τώρα". Με τα λόγια του Κίργκεγκορ, η εμπειρία του Αγριότοπου είναι το να ανταποκρίνεσαι σε εξωτερικά νοήματα, το να μην εκπορεύεται όλο το νόημα από εσένα. Γιατί αν όλο το νόημα εκπορεύεται από εσένα, τότε είσαι βασιλιάς χωρίς βασίλειο. Κλείνω μ' ένα όμορφο ποίημα του Wallace Stevens, που μιλάει για ελβετικές τελειότητες στο λίκνισμα των πεύκων:

Perhaps
The truth depends on a walk around a lake,

A composing as the body tires, a stop
To see hepatica, a stop to watch
A definition growing certain and

A wait within that certainty, a rest
In the swags of pine-trees bordering the lake.
Perhaps there are times of inherent excellence,

As when the cock crows on the left and all
Is well, incalculable balances,
At which a kind of Swiss perfection comes

And a familiar music of the machine
Sets up its Schwärmerei, not balances
That we achieve but balances that happen,

As a man and woman meet and love forthwith.
Perhaps there are moments of awakening,
Extreme, fortuitous, personal, in which

We more than awaken, sit on the edge of sleep,
As on an elevation and behold
The academies like structures in a mist

Τα Παραμύθια Λένε Πάντα Την Αλήθεια

Μα πάντα, όμως! Σίγουρα πάντως αυτό ισχύει για τα παραμύθια που είπε ο αρχετυπικός Ινδιάνος παραμυθάς, ο Ίαγκου – ένας ξερακιανός γέρος, που είχε πάει πιο βαθιά από όλους μέσα στο δάσος, στα μέρη του ελαφιού. Θυμόταν και την πιο γέρικη βελανιδιά από τότε ακόμα που ήταν βελανίδι. Είχε μεγάλα μάτια, μεγάλα αυτιά και κατά καιρούς χανόταν για μήνες, ενώ όταν ξαναγυρνούσε, πάντα έφερνε πρωτάκουστα και θαυμαστά παραμύθια. Κανείς δεν τον πίστευε όμως όλοι ήθελαν να τον ακούσουν όταν κάθονταν γύρω από τη χειμωνιάτικη φωτιά του καταυλισμού, με τον Βοριά να φυσάει μανιασμένα και να τινάζει τις σπίθες. Κάποιος ανέφερε για τα βουλιαγμένα βράχια στο ποτάμι, κοντά στον μεγάλο καταρράχτη Νιαγάρα. «Σας έχω πει την ιστορία τους;» έκανε ο Ίαγκου κι όλοι έσκυψαν να τον ακούσουν:


Η Λυγισμένη Ιτιά ήταν το πιο όμορφο κορίτσι στον καταυλισμό. Πολλοί την ήθελαν όμως αυτή τους απέρριπτε όλους, γιατί η καρδιά της ήταν δοσμένη σ’ ένα παλικάρι από μια μακρινή φυλή, που μια μέρα, ήταν σίγουρη, θα ερχόταν και θα άφηνε ένα κόκκινο ελάφι στα πόδια της. 

Την ήθελε όμως κι ένας παλιόγερος, γεμάτος ουλές και ρυτίδες. Ένας σκληρός άνθρωπος, που μηχανευόταν τα πιο οδυνηρά βασανιστήρια για τους νέους της φυλής, όταν περνούσαν τη μυητική τελετή να γίνουν πολεμιστές. Τον έλεγαν Δεν Έχει Καρδιά – όνομα και πράμα. Ορκίστηκε να παντρευτεί τη Λυγισμένη Ιτιά και, καθότι ήταν ισχυρός και πλούσιος, οι γονείς της δεν τολμούσαν να του το αρνηθούν. Μάταια παρακαλούσε και ικέτευε η κοπέλα... 


Αν λοιπόν το παραμύθι αρχίσει έτσι, πώς φαντάζεστε ότι θα συνεχίσει; Θέλω να πω, όλοι έχουμε ακούσει αμέτρητες ιστορίες στο πρότυπο: ένας Καλός, ένας Κακός, μια Κοπέλα που τη θέλουν και οι δύο, έρχεται η Σύγκρουση, ο Καλός μοιάζει να κατατροπώνεται από τον Κακό, όμως ανακαλύπτει μια κρυφή δύναμη μέσα του, ξεπερνάει τον εαυτό του, θριαμβεύει, παντρεύεται την Κοπέλα, the end. Τα παραμύθια όμως που είπε ο Ίαγκου είναι πιο παλιά, από τότε ακόμα που η γη ήταν νέα, γιατί τα είχε ακούσει από τον παππού του κι αυτός από τον δικό του παππού και πάει λέγοντας:


Την τελευταία ημέρα πριν τον γάμο, η Λυγισμένη Ιτιά πήγε στο δάσος κι έκλαιγε ακούγοντας τον βροντερό καταρράχτη Νιαγάρα. Έμεινε όλη νύχτα εκεί, μέχρι που ο Καταρράχτης τής ψιθύρισε. Νωρίς τα χαράματα που όλοι ακόμα κοιμόντουσαν, η Λυγισμένη Ιτιά γύρισε στην καλύβα των γονιών της, πήρε το κανό του πατέρα της και το έριξε στο ποτάμι. Ανέβηκε επάνω και κωπηλάτησε προς τον μεγάλο Καταρράχτη, μέχρι που την άρπαξαν τα ρεύματα και την ταρακούνησαν σαν ξερόκλαδο. Τότε όμως τα νερά χωρίστηκαν, η κοπέλα πέρασε μέσα τους και βγήκε σε μια σπηλιά. Εκεί ζούσε το πνεύμα του Σύννεφου και της Βροχής. 

Ήταν ένας μικροκαμωμένος γεράκος, με άσπρο πρόσωπο, γκρίζα μαλλιά κι απαλά γένια, σαν τον αφρό του καταρράχτη. Της έδωσε ένα ζεστό ύφασμα να τυλιχτεί, ψάρια να φάει και την οδήγησε σε μια μαγική φωτιά να ζεσταθεί – είναι αυτή η φωτιά που καίει πίσω από τον καταρράχτη κι από τις κιτρινοπράσινες φλόγες της σχηματίζεται το ουράνιο τόξο των νερών. Το πνεύμα τής είπε ότι γνώριζε την ιστορία της και την προσκάλεσε να μείνει μαζί του μέχρι να πεθάνει ο άσχημος παλιόγερος. «Ένα μεγάλο φίδι κρύβεται κάτω από τον καταυλισμό σας», πρόσθεσε, «και δηλητηριάζει την πηγή από την οποία πίνει νερό ο Δεν Έχει Καρδιά». 

Η Λυγισμένη Ιτιά τον ευχαρίστησε θερμά και τον ρώτησε για το φίδι. Το πνεύμα τής είπε ότι το ερπετό είχε κάποτε γευτεί ανθρώπινο αίμα κι από τότε δεν μπορούσε να βρει ηρεμία. Οπότε, κρύφτηκε κάτω από τον καταυλισμό και μαγάριζε μ' ένα μαύρο φαρμάκι τις πηγές και τα ποτάμια από τα οποία έπινε νερό ο κόσμος. Κι όταν κάποιος πέθαινε, το φίδι γλιστρούσε τη νύχτα ως το σώμα του νεκρού κι έπινε το αίμα του. «Όταν επιστρέψεις», της είπε το πνεύμα, «πείσε τους ανθρώπους σου να μετακινήσουν τον καταυλισμό. Ελάτε εδώ κοντά μου κι αν το φίδι σάς ακολουθήσει, εγώ θα σας προστατέψω». 

Η Λυγισμένη Ιτιά κάθισε 4 μήνες μαζί με το πνεύμα κι αυτό της έδειξε τα βότανα που γιατρεύουν τις αρρώστιες. Κάποια μέρα, όταν επέστρεψε από το ψάρεμα, το πνεύμα είπε: «Πέθανε σήμερα ο Δεν Έχει Καρδιά. Το βράδυ θα ρίξω μια γέφυρα από τον Καταρράχτη ως τους λόφους και θα την κρατάω γερά μέχρι να σκαρφαλώσεις και να πας στους ανθρώπους σου». 

Όταν βγήκε το φεγγάρι κι άστραψε πάνω στα νερά, το πνεύμα σήκωσε μια απαλή αύρα κι αυτή πήρε τον αφρό του Καταρράχτη και τον μετέφερε μακριά, μέχρι τους λόφους. Η Λυγισμένη Ιτιά ανέβηκε πάνω στην αέρινη αψίδα του αφρού και περπάτησε πάνω της. 



Ο Καταρράχτης, φαίνεται και η μαγική φωτιά του πνεύματος 


H φυλή της την καλωσόρισε και κανείς δε λυπήθηκε που δεν παντρεύτηκε τον Δεν Έχει Καρδιά. Η Λυγισμένη Ιτιά τούς είπε για το πνεύμα του Σύννεφου και της Βροχής, για τη σπηλιά του, την καλωσύνη του και τα πράγματα που τη δίδαξε. Τους είπε και για το φίδι. 

Στην αρχή, κανείς δεν ήθελε να μετακινήσουν το χωριό τους. Το μέρος είχε καλούς ψαρότοπους, ενώ κοντά στον Καταρράχτη, μόνο τα πνεύματα μπορούσαν να πιάσουν ψάρια. Όταν όμως αρρώστησαν κάποιοι δυνατοί πολεμιστές και πέθαναν τα παιδιά του Αρχηγού, όλοι σήκωσαν της καλύβες τους και πήγαν εκεί που μπορούσαν να έχουν την προστασία του πνεύματος. 

Ζούσαν με ειρήνη και υγεία για πολύ καιρό, όμως μετά από μερικά φεγγάρια, το φίδι ανακάλυψε τον καινούργιο τους καταυλισμό και τους επισκεύτηκε. Το πνεύμα του Σύννεφου και της Βροχής θύμωσε που το ερπετό τόλμησε να έρθει τόσο κοντά στο σπίτι του. Πήρε μια χούφτα από τη μαγική φωτιά του, την έπλασε σε κεραυνό και τον εκσφενδόνισε στο τέρας• η πρώτη βολή το ζάλισε, η δεύτερη το τραυμάτισε βαριά και η τρίτη το σκότωσε. 

To πνεύμα του Σύννεφου και της Βροχής τούς είπε να πετάξουν το φίδι μέσα στα νερά. Όλες οι γυναίκες της φυλής βγήκαν να το σηκώσουν, το σώμα του ήταν τόσο μακρύ ώστε χρειάστηκαν είκοσι σαϊτιές για να μετρήσουν από το κεφάλι ως την ουρά του. Όταν το πέταξαν στα αφρισμένα νερά, έμοιζε σαν να έπεσε ένα βουνό στο ποτάμι. Το φίδι παρασύρθηκε αργά ως τον μεγάλο Καταρράχτη και σφηνώθηκε ανάμεσα στα βράχια. Αυτά βούλιαξαν από το βάρος του, μπορεί να τα δει κανείς ακόμα και σήμερα. Τα δυνατά νερά σιγά-σιγά κομμάτιασαν το σώμα του ερπετού και το παρέσυραν μακριά. 

Την Άνοιξη ήρθε το παλικάρι που αγαπούσε η Λυγισμένη Ιτιά, άφησε ένα κόκκινο ελάφι στα πόδια της και ζήσαν χαρούμενοι οι δυο τους. 


Τα περισσότερα ινδιάνικα παραμύθια δεν έχουν ήρωες σαν κι αυτούς που έχουμε συνηθίσει όλοι εμείς, οι μέτοχοι της ελληνικής παιδείας και γαλουχημένοι με τα Ομηρικά Έπη. Στο παραπάνω παραμύθι, όλη τη δουλειά την έκανε το πνεύμα του Σύννεφου και της Βροχής. Ούτε σύγκρουση είχαμε, ούτε ο Καλός ανακάλυψε κάποια κρυμμένη δύναμη μέσα του ή έδειξε κάποια σπουδαία ικανότητα• η Λυγισμένη Ιτιά ανακάλυψε απλώς ένα χρήσιμο εργαλείο. Γιατί αυτό είναι τα περισσότερα ινδιάνικα πνεύματα: εργαλεία. Αυτή είναι όμως και η ματιά του χωρικού, που ζει μέσα στη φύση και τη βλέπει – όχι γεμάτη από ομορφιά και γοητεία, όχι, αυτή είναι η δική μας, αστική ματιά. Ο χωρικός βλέπει τη φύση γεμάτη από πόρους και εργαλεία.

Κι επίσης, τα περισσότερα ινδιάνικα παραμύθια είναι παραμύθια κοινοτήτων, όχι ηρώων. Οι κοινότητες είναι ομάδες, όλοι για έναν και ένας για όλους. Κατά καιρούς όμως μπορούν να γίνουν ανθρωποφαγικές, να απαιτήσουν τη θυσία του μεμονωμένου μέλους για να διατηρηθεί η κοινοτική αρμονία. Ναι, αλλά όταν κάποιο μέλος της κοινότητας δυστυχεί, όταν το όλοι για έναν εξαφανίζεται και μένει μόνο το ένας για όλους, τότε ένα μεγάλο φίδι κρύβεται κάτω από το χωριό, φαρμακώνει τις πηγές και τα παιδιά πεθαίνουν. Όταν όμως όλα τα μέλη της κοινότητας ευτυχούν, τότε καλόβολα πνεύματα προστατεύουν το χωριό και χρήσιμα βότανα ανακαλύπτονται για τις αρρώστιες. Ο Ίαγκου είπε αμέτρητες φορές τη Λυγισμένη Ιτιά στα χειμωνιάτικα βράδια, με το χωριό συγκεντρωμένο γύρω από τη φωτιά. Κανείς δεν τον πίστευε όμως όλοι τον πίστευαν. Και τον άκουγαν με ενδιαφέρον γιατί τα παραμύθια λένε πάντα την αλήθεια!

Αυτά! Και μην το βάζετε κάτω, στο φινάλε όλα καλά θα πάνε, παραδόξως.

Τα Τσιγάρα, Τα Ποτά Κι Οι Απλές Απαντήσεις...

...έχουν κλείσει τα καλύτερα τα σπίτια.

Έγινε μια παθιασμένη συζήτηση στο Buzz για την πρόσφατη ταινία της Sofie Peeters, Femme de la Rue, στην οποία παρουσιάζει την καθημερινή παρενόχληση που δέχεται στο δρόμο, κυρίως από Βορειοαφρικανούς gastarbeiter. Το σκηνικό είναι μια γειτονιά των Βρυξελών και μπορείτε να δείτε όλη την ταινία εδώ, με αγγλικούς υπότιτλους (μερσί Auslaender). Είναι καλογυρισμένη, η Peeters έχει ταλέντο. Το ερώτημα όμως που τέθηκε στη συζήτηση ήταν αν μπορούμε να της προσάψουμε την κατηγορία για (υποβόσκοντα) ρατσισμό.

Ό,τι και να της πούμε, η Peeters θα απαντήσει: «Δείχνω αυτά που βιώνω – εγώ και πολλές άλλες γυναίκες στη γειτονιά μου – δεν ισχυρίζομαι ότι παρουσιάζω την υπέρτατη αλήθεια, απλά λέω τον πόνο μου». Σαν να είναι μπλόγκερ, ας πούμε. Ωφείλουμε να το δεχτούμε. Έχουμε όμως το δικαίωμα κι εμείς να αφήσουμε σχόλιο στο μπλογκ της – τη στιγμή μάλιστα που η Peeters, στην ταινία, ενδιαφέρεται και για το «γιατί», δεν στέκεται μόνο στην παρενόχληση αλλά θέλει να εντοπίσει τις αιτίες της. Σ’ αυτό το πλαίσιο η συζήτηση.

Πάνω εκεί, λοιπόν, μπορούμε να της υποδείξουμε ότι στάθηκε στην επιφάνεια – και τη στιγμή, μάλιστα, που η ίδια (λέει ότι) ενδιαφέρεται για τις αιτίες, τότε θα ήταν παράλογο να μην ακούσει τις ενστάσεις μας. Οι βορειοαφρικανοί στο Βέλγιο είναι περιθωριοποιημένοι (ακόμα κι από τους συν-μουσουλμάνους τους), βρίσκουν πόρτες κλειστές, εισπράτουν διακρίσεις και ρατσισμό, ενώ ο Muqtedar Khan παρατηρεί εδώ ότι οι μουσουλμάνοι στο Βέλγιο αντιμετωπίζονται χειρότερα κι από τους ομόθρησκούς τους στις ΗΠΑ. Σίγουρα όλα αυτά παίζουν ρόλο στο θέμα της βορειοαφρικανικής αγοραίας παρενόχλησης, οπότε στην επόμενη ταινία της Peeters, δικαιούμαστε να είμαστε πιο απαιτητικοί, να της ζητήσουμε την ευρύτερη εικόνα.

Είναι η παρενόχληση μουσουλμανικό (χριστιανικό, εβραϊκό κ.λπ.) φαινόμενο; Ή έστω βορειοαφρικανικό φαινόμενο; Δεν έχω κάποιο λόγο να τη θεωρήσω έτσι. Αντίθετα μάλιστα, βρίσκω ότι δείχνει να είναι διαθρησκευτική και παγκόσμια: βλέπω εδώ, στο www.stopstreetharassment.org ότι η παρενόχληση των γυναικών (αλλά και τον γκέι, τρανσέξουαλ, ακόμα και αντρών) σε δημόσιους χώρους δείχνει να είναι πυκνή όπου κι αν έγιναν έρευνες – σε περιοχές των ΗΠΑ, Καναδά, Λονδίνο, Υεμένη, Ινδία, Τελ Αβίβ, Τόκιο, Αίγυπτο, Πακιστάν, Πεκίνο, Κορέα κ.α. Τη βιώνει ένα μεγάλο, πλειοψηφικό ποσοστό γυναικών, με διάφορους τρόπους, συχνά γίνεται ομαδικά («είμαστε πάντα ομάδα», λέει ο Μουράτ στο 18:30) και είναι αξιοσημείωτα έντονη σε λεωφορεία, τρένα και ΜΜΜ («αποφεύγω το μετρό», λέει η συνεντευξιαζόμενη στο 9:33). Η γειτονιά της Peeters είναι, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, κάτι σαν το Μεταξουργείο των Βρυξελών, μέρος που μαζεύονται πολλοί gastarbeiter από τη Βόρεια Αφρική. Είναι διαφορετική η εμπειρία των γυναικών που μένουν σε αντίστοιχες χριστιανικές περιοχές; Στα Άνω Λιόσια και στον Ασπρόπυργο των Βρυξελών; Πολύ αμφιβάλλω. Ίσως όμως να είναι διαφορετική η εμπειρία αυτών που μένουν στο Μαρούσι και στην Κηφισιά των Βρυξελών – στην επόμενη ταινία της, θα θέλαμε να δούμε κάτι κι από εκεί.

Οπότε, η άλλη ενδιαφέρουσα ερώτηση είναι αν η παρενόχληση έχει ταξικά χαρακτηριστικά. Παρενοχλεί το ίδιο αυτός που αγωνιά για το μεροκάματό του, αυτός που αγωνιά για τον μισθό του, κι υατός που αγωνιά για τις επενδύσεις του; Οδηγούμαι να πιστέψω ότι ναι, η παρενόχληση είναι ταξική. Η έρευνα του Willis μού κάνει κλικ. Δηλαδή, ότι οι παρενοχλητές είναι κυρίως νέοι άντρες της εργατικής τάξης, που συνειδητοποιούν ότι θα περάσουν μια ζωή στα κάτω σκαλιά του συστήματος, ότι ο βιοτικός δρόμος προς τα θηλυκά θα είναι κλειστός (ή, τουλάχιστον, στενός), οπότε αναπτύσσουν διάφορες αντικουλτούρες, που μπορεί να περιλαμβάνουν επίδειξη αρρενωπότητας, σεξισμό ή και ρατσισμό (επειδή πρέπει να υπάρχει και κάποιος κατώτερος από σένα). Οι αντικουλτούρες αυτές δεν είναι μόνο αρνητικές, έχουν και στοιχεία που τα θεωρούμε θετικά (π.χ. αλληλοϋποστήριξη, συμπαράσταση, ομαδικότητα). Πρόκειται για έναν κανονικό μικρόκοσμο που κατασκευάζουν τα παιδιά των κατώτερων τάξεων, προκειμένου ν’ αντέξουν την τεράστια ανία της ζωής και της καθημερινής τους εργασίας, να παρηγορηθούνε για το χαμηλό κοινωνικό τους στάτους, να κυριαρχήσουν επί συμβόλων του δημοσίου χώρου (ο δρόμος, το πάρκο κ.λπ.).

Σίγουρα θα συντρέχουν κι άλλοι παράγοντες. Κι η κουλτούρα κι η αστυφιλία θα παίζουν ρόλο, κι ο πουριτανισμός της ανατροφής, όπως λέει ο Μουράτ στην ταινία (18:48), κι η πρότερη εμπειρία πολέμου, πιστεύω, καθώς και άλλα. Όμως μέχρι να έχω περισσότερα στοιχεία, δικαιολογούμαι να διατηρήσω την παραπάνω θέση, ως default settings, για τους παρενοχλητές και το ερώτημα να παραμείνει ανοιχτό.

Πολλές τζιριτζάντζουλες κάνεις! Η Peeters είναι ρατσίστρια, ναι ή όχι; Ξεκάθαρα πράματα! Λοιπόν, απαντώντας μονολεκτικά, θα έλεγα ότι ο καλύτερος τρόπος να το πει κάποιος αυτό, είναι να παρακολουθήσει την πορεία της στους ερχόμενους μήνες, τώρα που η ταινία σημείωσε τέτοια δημοσιότητα – αλλά και τέτοια ευθύνη για την ίδια. Να δούμε πώς θα τα χειριστεί αυτά. Υπάρχουν ελαφρυντικά, π.χ. ένα δυνατό σημείο στην ταινία είναι το 20:35, όπου η Peeters εξηγεί ότι, μετά τις συνεντεύξεις της, άρχισε να συνειδητοποιεί πόσο πανταχού παρούσες γύρω της ήταν εικόνες γυμνών γυναικών (σε διαφημίσεις, πόστερς, ΤV κ.λπ.), κυρίως για διαφημιστικούς λόγους. Πιο πριν τις κοιτούσε αλλά δεν τις έβλεπε. Τώρα όμως άρχισε να βλέπει και με τα μάτια των άλλων, άρχισε και ν’ αναρωτιέται: «πώς θα γίνουμε σεβαστές ως γυναίκες, τη στιγμή που συνεχώς απεικονιζόμαστε σαν φουσκωτές κούκλες;». Την άλλαξε η μικρή της έρευνα, έγινε μια διαφορετική Sofie Peeters τώρα. Αυτό μου αρέσει πολύ, δείχνει ότι έχει ανοιχτό μυαλό, ότι καταλαβαίνει πως οι απαντήσεις δεν είναι απλές. Μου αρέσουν οι έρευνες που δεν καταλήγουν σε απλές απαντήσεις, αλλά σε ακόμα περισσότερες ερωτήσεις!

Το άλλο ελαφρυντικό της είναι ότι αποτελεί κι η ίδια θύμα παρενόχλησης. Είναι ανθρώπινο και να θυμώσει και να αδικήσει. Δεν έχει ηθική υποχρέωση να κατανοήσει τους θύτες της – το βιβλίο των Ψαλμών εξάλλου, στην Παλαιά Διαθήκη, είναι γεμάτο από εκδίκηση. Απλά θα ήταν ωραίο αν το έκανε.

Από την άλλη όμως, τώρα δεν είναι πια και τόσο θύμα. Η πτυχιακή της εργασία πήρε αναπάντεχη δημοσιότητα, η ίδια έδωσε συνεντεύξεις, έλαβε άφθονα e-mail κι έγινε πολύ γνωστή. Βρίσκεται σ’ ένα περίφημο σημείο για να συνεχίσει την έρευνα και τον προβληματισμό της, μένει να δούμε αν θα το κάνει – θυμίζω ότι στη συνέντευξη δήλωσε ότι μιλάει εξ ονόματος των γυναικών, ότι ψάχνει για την αλήθεια, δεν το έθεσε: «παρουσίασα απλώς μια ωραία ιστορία και τέρμα». Λογικά πρέπει να νιώθει πλέον ευθύνη με την ταινία της, ότι αφορά κάτι περισσότερο από τους άμεσους επαγγελματικούς της στόχους. Νιώθει άραγε ή μήπως γλυκάθηκε με τη δημοσιότητα; Θα δείξει.

Αυτά! Ήμουν προσεκτικός στις διατυπώσεις μου. Και η ζωή δεν δουλεύει με απλές απαντήσεις.

Επαρχιώτης Στην Ομόνοια...

... μέσ’ στο ψιλόβροχο, αρχές του Μάη. Η σημερινή είναι μια ελληνοθεραπευτική ανάρτηση προσωπικής αυτογνωσίας: τι είναι αυτό που το λέμε Ελλάδα; Τι ακριβώς έζησα περίπου 40 χρόνια σ’ αυτήν τη χώρα; Γιατί η ελληνική εμπειρία υπήρξε κατά καιρούς τόσο σαρκοφαγική; Στις παρακάτω γραμμές θα προσπαθήσω να περιγράψω την ανάγνωσή μου για την μεταπολεμική και μεταπολιτευτική Ελλάδα, πιστεύοντας ότι κάποια συμπεράσματα θα είναι χρήσιμα και για το σήμερα.




Η Πιο Βαρετή Δεκαετία στην Ιστορία 

Στις μεταπολεμικές δεκαετίες λοιπόν, η Ελλάδα έγινε ένα μεγάλο φλιπεράκι: όσο και να βολοδέρνει η μπίλια, σε κάποια στιγμή δεν θα το αποφύγει και θα κατρακυλήσει προς την τρύπα της Αθήνας. Ή των άλλων μεγάλων πόλεων. Ήταν κάπου στις αρχές του ’60 που Αθήνα και Θεσσαλονίκη έφτασαν πρώτη φορά να έχουν το 1/3 του πληθυσμού της χώρας, οπότε σήμερα μιλάμε για τις παλιές ταινίες με τον Χατζηχρήστο που είχαν κι εκπαιδευτικό εκτός από ψυχαγωγικό ρόλο, δίδασκαν στον επαρχιώτη τους τρόπους και τους κανόνες της πρωτεύουσας. Οποιαδήποτε ανάλυση για την Ελλάδα και να διατυπώσει κάποιος, δεν μπορεί να αποφύγει αυτόν τον βασικό διαχωρισμό επαρχία – πόλη, με τον τελευταίο όρο να περιλαμβάνει κάποιες φορές μόνο την Αθήνα, κάποιες άλλες Αθήνα & Θεσσαλονίκη, και κάποιες άλλες όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα.

Μετά τον πόλεμο, η επαρχία ήταν μια Ελλάδα 2ης κατηγορίας, που χρησίμευε μόνο για να προμηθεύει τα αστικά κέντρα με φτηνή τροφή κι εργατικά χέρια. Μπορούμε να πούμε ότι ως τα μέσα του ‘60, τα χωριά και οι κοινότητες ζούσαν σε άθλιες συνθήκες, με ατέλειωτη κοπιαστική εργασία και φτώχεια τρίτου κόσμου, ενώ οι αρρώστιες κι ο θάνατος ήταν στην ημερήσια διάταξη – υπήρχαν ακόμα και περιοχές της χώρας (π.χ. Ζάκυνθος) που οι παλιοί φεουδαρχικοί θεσμοί δεν είχαν εξαφανιστεί εντελώς. Η πόλη λήστευε την επαρχία μέσω της συστηματικής παραμέλησης και της διατίμησης των αγροτικών προϊόντων σε φτηνή τιμή (απαραίτητη προϋπόθεση για το αναπτυξιακό άλμα της Ελλάδας τότε), της κήρυττε το εθνικό ευαγγέλιο («σωστοί πολίτες είναι μόνο οι Έλληνες, οι ΧΟ και οι μη-κομμουνιστές»), την καλλώπιζε σε ελληνικές ταινίες & αναγνωστικά του Δημοτικού παρουσιάζοντάς την πολύ πιο γραφική απ’ ό,τι ήταν, την κορόιδευε για τους άξεστους τρόπους της, την καταδίκαζε σε μόνιμη ανέχεια:


Οι αγρόται μας θεωρούν το κράτος ως κοινόν ταμείον υποχρεωμένον να χορηγή και να αποζημιώνει, να θεραπεύει πάσαν εξ ουρανού πληγήν και να συμπληρώνη κάθε κενόν εκ της αφορίας της γης ... Η εσφαλμένη αύτη αντίληψις του λαού μας πρέπει να καταπολεμηθή με σύστημα και μέθοδον, αλλά και με ανένδοτον επιμονήν 


Έτσι λέει εδώ ο κ. Καραγιάννης από τα 1953, σελ. 6, σε μια συγκέντρωση εκπαιδευτικών (την εποχή εκείνη, η λέξη λαός είχε ακόμα αποκλειστικά αρνητικό φορτίο). Λίγο παρακάτω δίνει και τη διαχρονική νομιμοποίηση της εκμετάλλευσης: οι ίδιοι οι φτωχοί ευθύνονται για τη φτώχεια τους επειδή είναι τεμπέληδες


Πρέπει περαιτέρω να κατανοήσουν οι αγρόται μας ότι η οικονομική των ευημερία εξαρτάται από αυτούς τους ιδίους. Ότι αυτοί θα περισυλλέξουν, θα αποταμιεύσουν, θα αυτασφαλιστούν κατά ζημιών, θα εκμεταλλευθούν τους φυσικούς πλουτοπαραγωγικούς των πόρους, θα δημιουργήσουν νέους τοιούτους, θα καταστήσουν την κοινότητά των οργανισμόν αυτάρκη, ζωντανόν, ισχυρόν, ανεξάρτητον

 


Δεν μπορώ να μη θυμηθώ τον Νόρμαν Μέιλερ που έλεγε ότι η δεκαετία του ’50 ήταν η πιο βαρετή στην ιστορία της ανθρωπότητας. 

Ο Κολοκοτρώνης αναφέρει στα απομνημονεύματά του για χωρικούς που δεν είχαν βγει ποτέ τρεις ώρες δρόμο από το χωριό τους. Η επαρχία του ’50 δε διέφερε και πολύ• τα χωριά ήταν ναυάγια ανθρώπων, κλειστά κι ανδροκρατούμενα, στα οποία κυριαρχούσε μια νατουραλιστική εκδοχή της Ορθοδοξίας ανάμικτη με βασκανίες, μαντείες, ξεματιάσματα, μάγια κ.λπ., όπου όλοι ήταν συγγενείς με όλους κι όλοι τα είχανε πει όλα με όλους, δεν είχαν πια τι άλλο να πουν. Διάφοροι τολμηροί πήγαιναν κατά καιρούς στο άγνωστο της Αθήνας με βάρκα την ελπίδα (οι πιο τολμηροί στο άγνωστο της Αυστραλίας), και μόνο ο πρόεδρος της κοινότητας είχε σταθερή πρόσβαση στον έξω κόσμο. Συχνά ήταν μεσάζοντας, αυτός που συγκέντρωνε ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής και το μεταπωλούσε• άλλες φορές ήταν ένας από τους λίγους μορφωμένους στο χωριό, κάποιος που ήξερε να συντάξει μια αναφορά ή να μιλήσει καθαρεύουσα• απαραιτήτως όμως έπρεπε να διατηρεί επαφές με τοπικούς βουλευτές στους οποίους πουλούσε τις ψήφους των συγχωριανών του έναντι αόριστων υποσχέσεων ότι οι αρχές θα επισκευάσουν το γεφύρι που γκρέμισαν οι πλημμύρες. Οι χωρικοί τον φοβόντουσαν κι έβγαζαν το καπέλο μπροστά του, γιατί ήταν ο ενδιάμεσος μεταξύ θεών τε και ανθρώπων, ο μόνος που μπορούσε να μεταφέρει τα παράπονά τους στις αρχές. Κι όταν ο επίσημος κ. Τάδε επισκεπτόταν το χωριό, ο πρόεδρος είχε καθήκον να οργανώσει τους συγχωριανούς ώστε να βγουν όλοι στον κεντρικό δρόμο με τα καλά τους, να δείξουν χαρούμενοι, να σημαιοστολίσουν την πλατεία και να παρακαλέσουν κι αυτοί για το γεφύρι που γκρέμισαν οι πλημμύρες. Νομίζω πως θα πρέπει να σκεφτόμαστε την τότε επαρχία ως απολίτικη, εννοώντας ότι οι ιδεολογικές διαφορές Δεξιάς κι Αριστεράς ήταν ψιλά γράμματα για τον μεγάλο αριθμό των χωρικών, κάτι που αφορούσε κάποιους άλλους, κάπου αλλού. Το να είσαι φτωχός είναι ιδεολογική τοποθέτηση από μόνο του – και προθυμοποιείσαι να κάνεις ακόμα και τούμπες προκειμένου οι αρχές να επισκευάσουν το γεφύρι που γκρέμισαν οι πλημμύρες.




The Winds of Change 

Τα πράγματα όμως άρχισαν να αλλάζουν μέσα στη δεκαετία του ’60. Με την αποδοχή της Ελλάδας από την τότε ΕΟΚ το 1962 ως συνδεδεμένο μέλος, οι κυβερνήσεις πρόσεξαν για πρώτη φορά την ύπαιθρο – κάπου τότε πρέπει να ήταν που ξεκίνησε και μια στοιχειώδης εκμηχάνιση της γεωργίας, ίσως όχι με τρακτέρ ακόμα αλλά με ρυμούλκες και απλά ποτιστικά. Παράλληλα άνοιξε ένας καινούργιος βιοτικός δρόμος μέσω της ανώτατης εκπαίδευσης. Το 1964 η φοίτηση στα πανεπιστήμια έγινε δωρεάν κι αυτό το εκμεταλλεύτηκε πολύς κόσμος – ήδη το 1976 η Ελλάδα έγινε μια από τις πιο μορφωμένες χώρες του πλανήτη (εδώ). Μια έρευνα της Λαμπίρη-Δημάκη από εκείνα τα χρόνια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών παρουσιάζει το 39% των φοιτητών να είναι Αθηναίοι-Θεσσαλονικιοί (περίπου ένας στους τρεις, όπως και η πληθυσμιακή αναλογία), με σημαντικό ποσοστό παιδιών από εργατικές ή αγροτικές οικογένειες (εδώ, σελ 15). Άρχισε να δημιουργείται μια εκτεταμένη μεσαία τάξη στα αστικά κέντρα κι αυτό επέφερε σταδιακά δύο μεγάλες αλλαγές στην οικογένεια και στο φιλότιμο.  

Η Ελλάδα προηγουμένως δεν είχε πληθυσμό, είχε σόγια: ήδη από τον μεσοπόλεμο, η πιο σημαντική κοινωνική μονάδα ήταν η ευρύτερη οικογένεια, το σόι. Μπορούμε να πούμε ότι η χώρα ήταν ημιφυλετική• ίσως όχι εντελώς φυλετική, όπως κάποιες αραβικές χώρες, ούτε αυστηρά οργανωμένη σε πατριές, όπως ήταν για αιώνες η Αλβανία, παρόλα αυτά όμως κάποιος έβγαινε στη ζωή ως μέλος ενός σογιού τότε, εκεί οφειλόταν πρώτα και καλύτερα η πίστη του. Τα σόγια ήταν μηχανές εντατικής παραγωγής παιδιών, λειτουργούσαν επίσης ως μικροτράπεζες για επιχειρηματικές δραστηριότητες, ως κοινωνικό κράτος για τα ηλικιωμένα μέλη τους, ενώ τα κορίτσια πολλές φορές γίνονταν διαβατήρια εισόδου και στρατηγικής συνένωσης με άλλα σόγια δια του γάμου.

(Παρεμπιπτόντως, κάτι παρόμοιο γίνεται σήμερα με τις κινέζικες οικογένειες τις διεσπαρμένες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα: κάθε οικογένεια και τράπεζα, ιεραρχία και σεβασμός στους ηλικιωμένους, ενώ οι γάμοι από προξενιό είναι ο κανόνας ακόμα και σε οικογένειες που αναρριχήθηκαν στις κατά τόπους ανώτερες τάξεις. Κι όλο αυτό δένεται με τη λατρεία των προγόνων)

Η σογιότητα όμως της ελληνικής κοινωνίας άρχισε να αλλάζει, έχω την εντύπωση, μέσα στη χούντα. Κάπου εκεί ήταν που οι οικογένειες έπαψαν να κάνουν πολλά παιδιά, πλέον το καινούργιο πρότυπο ήταν λίγα παιδιά και το αγόρι να σπουδάσει. Παράλληλα εμφανίστηκε ένας πρωτόγνωρος ατομικισμός, εντελώς καινούργιο φαινόμενο στον ελληνικό χώρο• μετατοπίστηκε η ζυγαριά κι από εκεί που ο παλιός κανόνας ήταν ότι οι νέοι σέβονται και φροντίζουν τους ηλικιωμένους, πλέον οι νέοι σ’ αυτήν την κοινωνία πίνουν αμίλητοι κρασί, πώς καταντήσαμε, λοχία, ποιος είμαι εγώ ποιος είσαι εσύ.

Διότι μαζί με τη σογιότητα, άρχισε να εξαφανίζεται κι ένας ακόμη ελληνικός θεσμός: το φιλότιμο. Το κεφάλαιο των κατώτερων τάξεων. Επί πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα ήταν απαραίτητο να είχες την τιμή σου αμόλυντη και το όνομά σου σεβαστό προκειμένου να γίνεις αποδεκτός κοινωνικά (εκτός αν άνηκες στα υψηλά κλιμάκια της ιεραρχίας ή στις ανώτερες τάξεις). Έπρεπε να μεριμνάς για την τιμή της οικογένειάς σου και να μην την πληγώνεις με τις πράξεις ή τις συμπεριφορές σου. Το φιλότιμο λοιπόν, ένας θεσμός που επί δεκαετίες έκανε την κοινωνία πιο προβλέψιμη, που εξασφάλιζε ότι τα δανεισμένα χρήματα θα επιστραφούν κι ότι η χειραψία είχε ισχύ συμβολαίου, άρχισε να ατονεί ήδη από τον καιρό της χούντας, με τους ολοένα και περισσότερους αφιλότιμους ανθρώπους που εμφανίζονταν. Κι εδώ προσοχή: ο αφιλότιμος δεν ήταν αναγκαστικά ο ψεύτης ή ο απατεώνας• ήταν αυτός που λειτουργούσε κοινωνικά χωρίς να νοιάζεται για το καλό του όνομα, χωρίς να νιώθει τον εαυτό του φρουρό μιας οικογενειακής τιμής. Επομένως, καλύτερα μη δανείσεις χρήματα σ’ έναν τέτοιον άνθρωπο που στη δική του την καρδιά, ο αφιλότιμος, πόσο λάθος μάς μετράει – και παίζει το κοινωνικό παιχνίδι με άλλους όρους.

Ο ατομικισμός αυτής της μεσαίας τάξης ήταν αρχικά περιορισμένος στην Αθήνα, η οποία ξεχώριζε από την υπόλοιπη Ελλάδα σαν το γάλα μέσ’ στις μύγες. Στο λεκανοπέδιο ήταν που, λίγο αργότερα, αναπτύχθηκαν κάποιες πρωτόγνωρες για την Ελλάδα ιδέες, όπως ο φεμινισμός, η αθεΐα, τα δικαιώματα των ομοφυλόφυλων κ.α., και πέρασαν με διαφορά φάσης στην υπόλοιπη αστική Ελλάδα. Είδαμε, για παράδειγμα, στο ΦΠΑ Του Θανάτου πώς άλλαξαν τα παραδοσιακά κηδευτικά έθιμα μέσα στη δεκαετία του ’70, όταν οι σπουδαγμένες Αθηναίες δεν ήθελαν πια να μαυροφορούν, να κηδεύουν οι ίδιες ή να φροντίζουν για χρόνια τον οικογενειακό τάφο• τα άφηναν όλα στην ευκολία του εργολάβου κηδειών και η προσωπική τους προσφορά στην κηδεία περιοριζόταν μόνο στην επιλογή φερέτρου (θέσης στο κοιμητήριο, αξεσουάρ τάφου κ.λπ.). Η χειραφέτηση της μεσαίας τάξης την έκανε να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τη «βρώμικη», «οπισθοδρομική», «δεισιδαιμονική» κουλτούρα του χωριού και των καταβολών της, οπότε οι Αθηναίοι έπαψαν να φιλάνε τις εικόνες στην εκκλησία, απλώς έκαναν τον σταυρό τους κι άναβαν ένα κερί (από εδώ). Εμφανίστηκαν νέες μορφές κοινωνικού κύρους: η δουλειά γραφείου, η καταναλωτική δυνατότητα, το να μιλάς με «πρωτευουσιάνικη» προφορά όπως οι εκφωνητές στα δελτία ειδήσεων (το παλιό κύρος ήταν να μιλάς καθαρεύουσα).  

Είπαμε για τη χειραφέτηση της μεσαίας τάξης, που ήταν κυρίως η εκπαίδευση, όμως Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα! Λοιπόν, ένας από τους παράγοντες της επαρχιακής χειραφέτησης ήταν, εχμ, η χούντα.




Ο Δρόμος προς τον Παράδεισο Μπορεί να Είναι Στρωμένος με Κακές Προθέσεις

Ξέρω πώς ακούγεται αυτό. Όμως η χούντα δεν έγινε αντιληπτή στην επαρχία με τον ίδιο τρόπο που έγινε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Μην ξεχνάτε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των χωρικών ζούσε σε τριτοκοσμική φτώχεια, ήταν αμέτοχη στο ελληνικό κράτος κι απολιτική – δηλαδή, δεν έβλεπε πώς η ιδεολογία μπορούσε να επηρεάσει την κατάστασή της. Οπότε δεν βίωσε τη χούντα ως κάτι ριζικά διαφορετικό από το πριν και το μετά. Ούτε είχε πρόβλημα να λέει το ποίημα που ήθελαν ν’ ακούσουν οι συνταγματάρχες – ούτως ή άλλως οι αγρότες έλεγαν το ποίημα από παλιά, κάθε φορά που ο αξιότιμος κ. Βουλευτής ή ο αξιότιμος κ. Νομάρχης επισκεπτόταν το χωριό.

Δεν αναφέρομαι στον εξηλεκτρισμό και στην κατασκευή δρόμων, αλλά σε κάτι διαφορετικό: η χούντα βοήθησε στην απεξάρτηση των χωρικών από τους πάτρονές τους, τους προέδρους των κοινοτήτων. Λόγω του λαϊκισμού των συνταγματαρχών και της καχυποψίας τους για κάθε είδους τοπική αριστοκρατία, προώθησαν ένα σύστημα στο οποίο ο χωρικός μπορούσε να διαπραγματεύεται μόνος του με την Αγροτική Τράπεζα και το κράτος, χωρίς να έχει πλέον ανάγκη τον κ. πρόεδρο. Από μια έρευνα της Ζωγραφιάς Μπήκα σε δύο θεσσαλικές κοινότητες, εδώ σελ 358:


The Colonels were not ideologically in favour of an emergence of powerful individuals constituting a peasant bourgeoisie because they subscribed to the schematic notions of populist corporatism and an undifferentiated ‘people’. The Colonels’ breakdown of old hierarchies with the introduction of infrastructure, ample credit, electrification (1968) and other home improvements, launched the process of freeing the individual from patriarchal rule  


Είμαι σίγουρος ότι και πολλοί άλλοι χωρικοί έζησαν αυτήν την εμπειρία. Οι συνταγματάρχες, βέβαια, δεν είχαν σκοπό να χειραφετήσουν αλλά να λαϊκίσουν• καίγονταν να δείξουν ότι το καθεστώς τους έχει ευρεία αποδοχή (και φοβόντουσαν την ισχυροποίηση τοπικών παραγόντων). Ίσως κάποιες φορές μπορεί ο δρόμος προς τον παράδεισο να είναι στρωμένος με κακές προθέσεις. Αν συνυπολογίσουμε και την ολοένα αυξανόμενη εκμηχάνιση της γεωργίας, μπορούμε να πούμε ότι πολλοί αγρότες τότε μόνο ένιωσαν μέρος αυτού που λέμε «Ελλάδα», ότι η χώρα κι οι κρατικές της υπηρεσίες είναι κάτι που τους αφορά, πιο πριν ουσιαστικά ήταν δουλοπάροικοι. Ανήμποροι. Πολύς κόσμος, ακόμα και σήμερα, επιμένει να εξιδανιδεύει τη χούντα και να κλείνει τα μάτια σε μαρτυρίες και ντοκουμέντα περί του αντιθέτου. Δεν αμφιβάλλω ότι αρκετοί από αυτούς είναι χωρικοί του ’70, περιορισμένοι στον μικρόκοσμο κάποιου χωριού, όπου το μόνο που ήξεραν ήταν ότι τότε οι υπάλληλοι της ΑΤΕ τους φέρονταν με σεβασμό. Πριν τους λιθοβολήσετε, σκεφτείτε σε τι συνθήκες ζούσαν, πόση περιφρόνηση και εκμετάλλευση είχαν εισπράξει τις προηγούμενες δεκαετίες. Η φτώχια είναι τρομακτικό πράγμα.




Μην Πυροβολείτε τον Πιανίστα

Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, με δύο πανίσχυρες δυνάμεις να μεταμορφώνουν την ύπαιθρο: τον τουρισμό και το ΠΑΣΟΚ.

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ένα σημαντικό στοιχείο κοινωνικού στάτους ήταν η γη. Όλοι εμείς οι νεότεροι θα έχουμε κατά καιρούς γελάσει με παππούδες, γονείς, θείους κ.λπ. και την προσκόλλησή τους στα χωραφάκια τους. Δεν μπορούμε όμως να συλλάβουμε τι σήμαιναν αυτά τα λίγα στρέμματα για τις παλιότερες γενιές: το χωράφι δεν ήταν μόνο η αγροτική του παραγωγή αλλά και ανεξαρτησία από τυραννικά αφεντικά, το επίκεντρο της οικονομικής δραστηριότητας όλης της οικογένειας, μέρος της ταυτότητάς τους, αυτό που δημιουργούσε ένα δεμένο σπιτικό, ένα απαραίτητο εφόδιο για τον γάμο, καθώς κι απόδειξη της συνέχειας με τους προγόνους. Οι παλιοί ήταν καράβια αγκυροβολημένα στον κλήρο τους, η συμβολική αξία της γης ήταν τεράστια. Αν δεν είχες έστω και λίγα στρέμματα στο όνομά σου, δεν υπήρχες.

Με την έκρηξη του τουρισμού όμως, η γη άρχισε να παίρνει και εμπορική αξία, ενώ σημειώθηκαν και διάφορα χαριτωμένα με το αγροτεμάχιο κοντά στον αιγιαλό που ο παππούς το περιφρονούσε επειδή ήταν ακατάλληλο για καλλιέργεια, τώρα όμως έγινε φιλέτο. Ένας μεγάλος αριθμός επαρχιωτών βγήκε από την αφάνεια και μπόρεσε να ορθοποδήσει, συνδυάζοντας αγροτική και τουριστική εργασία. Στις αρχές του ’80 ήταν που εμφανίστηκε και η οικολογία, δηλαδή παιδιά μεσαίας τάξης από αστικές περιοχές, που εξορμούσαν στην επαρχία δίχως να κατανοούν τη σχέση των ντόπιων με τη γη τους και τη λειτουργικότητα της ζωής τους εκεί.

Το πρόβλημα όμως ήταν ότι τα ΜΜΕ και οι κυβερνήσεις αγάπησαν (στα λόγια) την καινούργια οικολογική μόδα και προώθησαν τα αιτήματά της, εις βάρος των ντόπιων που είδαν ουσιαστικά τη γη τους να σφετερίζεται και χωρίς να τους καταβάλλονται ικανοποιητικές αποζημιώσεις. Καινούργιος πόλεμος ξέσπασε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας μεταξύ οικολόγων (βρισιά για τους ντόπιους) και ντόπιων (βρισιά για τους οικολόγους). Ο κόσμος των πόλεων, που συγκινήθηκε με τη χελώνα καρέτα-καρέτα, πήρε σαφή θέση σ’ αυτόν τον πόλεμο. Άλλη μια περίπτωση απαξίωσης της επαρχίας από τη μορφωμένη πόλη.

Τώρα, όσο για το αγαπημένο μας ΠΑΣΟΚ... Ήταν κι αυτό ένας ακόμη παράγοντας που ανέβασε την αξία της επαρχιακής γης. Τα θέματα είναι χιλιοειπωμένα: οι επιδοτήσεις, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, οι εικονικές παραγωγές, η ζήτηση που οδήγησε σε αύξηση των εισαγωγών κι όχι των επενδύσεων κ.λπ. Δεν θέλω εδώ να παραβιάσω ανοιχτές θύρες, κι είμαι σίγουρος ότι ο Ανδρέας ήδη τιμωρείται στην κόλαση για τα αμαρτήματά του, απλώς να στείλω ένα μήνυμα: μην πυροβολείτε τον πιανίστα. Δηλαδή, τους χωρικούς που εντάχθηκαν στο ΠΑΣΟΚ. Ζούσαν πολλά χρόνια στην ανέχεια και απαίτησαν το δικαίωμά τους στην κατανάλωση και την ξεκούραση με εντελώς ανώριμο τρόπο. Ναι, αλλά η ανέχειά τους ήταν αποτέλεσμα ληστείας, οι άνθρωποι αυτοί είχαν υποστεί εκμετάλλευση. Δεν δικαιολογώ την κομματοκρατία του ΠΑΣΟΚ, απλώς επισημαίνω ότι ειδικά οι επαρχιώτες είχαν ελαφρυντικά. Και κάτι ακόμα: κατά την Επανάσταση των Ποπολάρων το 1647 στη Ζάκυνθο, οι κολίγες του νησιού («σέμπροι») πολέμησαν στο πλευρό των αφεντάδων τους, όχι των αστών και των λαϊκών. Η φτώχεια είναι φοβερή τρομοκρατία που εξαθλιώνει τον άνθρωπο. Κι ο φτωχός δεν εξεγείρεται για αόριστα ιδανικά, αλλά για απτά ανταλλάγματα. Οι αφεντάδες τούς δίναν ψωμί, αυτούς υπερασπίστηκαν οι σέμπροι. Ανώριμοι; Λούμπεν; Εύκολα προσάπτουμε μια τέτοια κατηγορία εμείς, οι διανοούμενοι της μεσαίας τάξης, που άμα κάνουμε πραγματική αγροτική δουλειά μιας μέρας, θα ξεχάσουμε και τ’ όνομά μας. Ο φτωχός θέλει απλώς να φάει ψωμί.

Η συνέχεια σε επόμενη ανάρτηση.



ΥΓ: Ο Ολολύζων Έλλην

Τα ξαναδιαβάζω όλα αυτά κι απορώ με την Ελλάδα: Πώς κατάφερε αυτή η χώρα να σταθεί μ’ έναν διαρκή ψυχρό πόλεμο επαρχίας – πόλης στα σπλάχνα της; Δεν είναι εύκολη η απάντηση• για παράδειγμα, όταν οι χωρικοί της Ταϊλάνδης χειραφετήθηκαν με τον Τάκσιν (2001-2006), κόντεψε κατόπιν να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος κι η χώρα να κοπεί στα δύο. Η Ελλάδα όμως τη γλίτωσε... Πώς; Θέλω εδώ να προσφέρω μια πιθανή ερμηνεία, μην την πάρετε πολύ στα σοβαρά. Ή, εναλλακτικά, πάρτε την εντελώς στα σοβαρά:

Η λαϊκή μουσική έσωσε την Ελλάδα. Τα βαριά λαϊκά, τα ρεμπέτικα, τα δημοτικά, τα τόσο συκοφαντημένα σκυλάδικα (η πραγματική λαϊκή μουσική της χώρας), τα έντεχνα, τα πολιτικοποιημένα λαϊκά, τα λούμπεν λαϊκά, όλα! Με την ικανότητά της να μεταλλάσσεται από το «ποιοτικό» ως το ανεπιτήδευτο, η λαϊκή μουσική δημιούργησε μια πλατφόρμα πάνω στην οποία μπορούσαν ν’ αναφερθούν όλα τα κοινωνικά στρώματα της χώρας, έχτισε γέφυρες. «Τι είνε αυτός ο ολολύζων Έλλην; Ποίος του έβαλε τους φοβερούς τούτους βρασμούς εις τον λάρυγγα, από ποίαν μητέρα εθήλασε τέτοιον θρήνον;», έγραφε ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου στο ΕΜΠΡΟΣ της 4ης Ιουνίου 1917 για τους αμανέδες – ας το πούμε όμως ξηρότατα: «δια να το πούμε ξηρότατα, η ύπαρξις ακόμη του αμανέ εις την Ελλάδα είναι ζήτημα όχι φυλετισμού ή καλαισθησίας, αλλά δημοσίας ασφαλείας». Ναι, αλλά από το ’60 και μετά, δεν υπήρχε άνθρωπος στην Ελλάδα που να μην αγαπούσε κάποιο λαϊκό τραγούδι, είτε έντεχνο είτε ανεπιτήδευτο• η χώρα μπλέχτηκε στις χορδές του μπουζουκιού. Ποιος ξέρει πόσο αίμα γλιτώσαμε από το γεγονός ότι τόσος πολύς ετερόκλητος κόσμος αγάπησε τη Δραπετσώνα, την Αρχόντισσα, το Υπάρχω (τον Ταξιτζή, την Τρελή κι Αδέσποτη, το Μια Ζωή Πληρώνω). Δεν θα υπήρχε Ελλάδα σήμερα αν δεν υπήρχαν αυτά τα τραγούδια.

Σκάκι Με Άβαταρ

Ας αρχίσουμε με ένα γενικό παράδειγμα: Διακρίνω μια σειρά γεγονότων στο περιβάλλον μου που υποδεικνύουν ότι ο περίγυρός μου συνωμοτεί εναντίον μου. Διαβάζω σωστά τα σημάδια ή είμαι παρανοϊκός; Ο γιαλός είναι στραβός ή εγώ αρμενίζω στραβά;

Είναι καλό να φτάνουμε σε παρόμοια διλήμματα, τουλάχιστον δεν είμαστε παρανοϊκοί. Διότι ο παρανοϊκός ή ο εμμονικός δεν αναρωτιέται, είναι απόλυτα πεπεισμένος ότι παρατηρεί εξωτερικά σημάδια. Το θέμα όμως είναι ότι στη ζωή δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην υγεία και στην ασθένεια, όλοι είμαστε φορτωμένοι με τοξικά ομόλογα παράνοιας και κατά καιρούς βλέπουμε πράγματα που δεν υπάρχουν, απλώς ευελπιστούμε ότι η ψυχική οικονομία μας είναι συνολικά θωρακισμένη και τα ελέγχουμε. Μέχρι να μας διαψεύσει η ζωή και να διαπιστώσουμε τραγικά ότι τελικά δεν ήταν στραβός ο γιαλός, εμείς τον ερμηνεύαμε έτσι κι αρμενίζαμε στραβά... Κρατήστε αυτές τις παρατηρήσεις, θα τις βρούμε και στη συνέχεια.

Αυτή λοιπόν είναι μία ανάρτηση για το επεισόδιο των Ιμίων και όχι μόνο, πίσω στα 1996. Είχα από παλιά την απορία τι έγινε και γιατί έγινε, για ποιο λόγο σκοτώθηκαν τρεις άνθρωποι, ενώ Ελλάδα και Τουρκία έφτασαν στο παρά πέντε (δευτερόλεπτα, όχι λεπτά) της γενικευμένης σύρραξης. Δύο από τους τότε πρωταγωνιστές, ο Σημίτης κι ο ναύαρχος Λυμπέρης, έχουν πλέον αποσυρθεί και δημοσίευσαν τα απομνημονεύματά τους, οπότε διαθέτουμε πληροφορίες και λεπτομέρειες που δεν μαθεύτηκαν τότε. Ως προς το τι έγινε, λοιπόν, μπορούμε να σχηματίσουμε μια καλή εικόνα. Όμως ως προς το γιατί έγινε αυτό που έγινε, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα... Πρακτικά μιλώντας: χάθηκαν τρεις ζωές• τι έφταιξε, πού πρέπει να επιρρίψουμε την ευθύνη;

Ακολούθως θα προτείνω μια ερμηνεία του επεισοδίου πάνω σε μια έννοια που δουλεύω αυτόν τον καιρό, την γνωστική ωριμότητα. Οι παρατηρήσεις και τα επιχειρήματα είναι πολύ ευπρόσδεκτα. Αν κρίνετε ότι κάνω λάθος ή πέφτω έξω, θα το λάβω υπόψη. Θυμίζω συνοπτικά τα γεγονότα γιατί έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε (τα links στο τέλος):




1. Το Επεισόδιο

Όπως όλοι ξέρουμε, οι Τούρκοι είναι βάρβαροι και επεκτατικοί, δεν έχουν αποβάλει ακόμα τους Οθωμανικούς τους αταβισμούς και προωθούν ύπουλα τα σχέδιά τους αδιαφορώντας για το διεθνές δίκαιο ή για σχέσεις καλής γειτονίας. Αυτή ήταν και είναι η κυρίαρχη εικόνα για τους Τούρκους δυτικά του Αιγαίου.

Επίσης, όπως όλοι ξέρουμε, οι Έλληνες είναι ένας κακόβουλος, άπληστος και πονηρός λαός, το χαϊδεμένο παιδί Ευρωπαίων και Αμερικανών, που επιδιώκει την καταστροφή της Τουρκίας γιατί εμφορείται ακόμα από τους παλιούς ιμπεριαλισμούς και τις Μεγάλες Ιδέες του. Αυτή ήταν και είναι η κυρίαρχη εικόνα για τους Έλληνες ανατολικά του Αιγαίου.

Είναι γνωστά τα θέματα με την υφαλοκρηπίδα, τα χωρικά ύδατα, τη συνθήκη της Λωζάνης κ.λπ., ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να βρει τις λεπτομέρειες. Το ρεζουμέ είναι πως ένα μεγάλο μέρος του ανατολικού Αιγαίου, μέσα σ' αυτό και τα Ίμια, η Αθήνα το βλέπει ελληνικό και η Άγκυρα το βλέπει τούρκικο ή αμφισβητούμενης κυριότητας. Επίσης, οι δύο χώρες έχουν αναβάλει την επίλυση των διαφορών στο Αιγαίο για το ασαφές μέλλον. Οι τέσσερις πρωταγωνιστές από ελληνικής πλευράς στο επεισόδιο των Ιμίων ήταν ο Κώστας Σημίτης (πρωθυπουργός), ο Γεράσιμος Αρσένης (υπουργός εθνικής άμυνας), ο Θεόδωρος Πάγκαλος (υπουργός εξωτερικών) και ο ναύαρχος Χρήστος Λυμπέρης (Α/ΓΕΕΘΑ). Από την άλλη μεριά, η Τουρκία ήταν σε πολιτική κρίση τότε, με πρωθυπουργό την Τανσού Τσιλέρ.

25 Δεκεμβρίου 1995: Το τουρκικό πλοίο Figen Akat εξοκείλει στις βραχονησίδες. Ο καπετάνιος αρνείται τη βοήθεια ελληνικού ρυμουλκού που έφτασε λίγο μετά, γιατί οι χάρτες του πλοίου δείχνουν ότι βρίσκεται σε τουρκικά χωρικά ύδατα. Αυτό τελικά οδηγεί σε ερώτηση ρουτίνας προς το τουρκικό ΥπΕξ: σε ποιον ανήκουν οι βραχονησίδες;

29 Δεκεμβρίου 1995: Το τουρκικό ΥπΕξ ειδοποιεί την ελληνική πρεσβεία ότι οι βραχονησίδες είναι τουρκική επικράτεια με το όνομα Καρντάκ.

9 Ιανουαρίου 1996: Το ελληνικό ΥπΕξ απαντά ότι οι βραχονησίδες είναι ελληνικές με το όνομα Ίμια. Η διαφορά παρέμεινε μυστική, ένα θέμα μεταξύ ειδικών. Παρόμοια περιστατικά συνέβαιναν (και συμβαίνουν;) συνεχώς στο Αιγαίο.

19 Ιανουαρίου 1996: Ο Σημίτης ορκίζεται πρωθυπουργός.

24 Ιανουαρίου 1996: Το επεισόδιο με το Figen Akat και την αλληλογραφία Ελληνικών και Τουρκικών αρχών διαρρέει, φτάνει τελικά ως τον ΑΝΤ1 και προβάλλεται με τον τρόπο που μόνο ο ΑΝΤ1 ξέρει.

25 Ιανουαρίου 1996: Ο δήμαρχος Καλύμνου αποβιβάζεται με δική του πρωτοβουλία στην ανατολική Ίμια (τη μεγαλύτερη βραχονησίδα) κι αναρτά την ελληνική σημαία. Ο ΑΝΤ1 καλύπτει την επιχείρηση, που φυσικά προβάλλεται κι από την τούρκικη TV. Μπορούμε να θαυμάσουμε εδώ τον Αργύρη Ντινόπουλο, ρεπόρτερ τότε του ΑΝΤ1, να μας ξανάρθουν ένα-ένα χρόνια δοξασμένα. 

27 Ιανουαρίου 1996: Ομάδα Τούρκων δημοσιογράφων πετάει στα Ίμια με ελικόπτερο, κατεβάζει την ελληνική σημαία και αναρτά την τούρκικη. Η είδηση κυριαρχεί στα βραδινά δελτία ειδήσεων των δύο χωρών.

28 Ιανουαρίου 1996: Ελληνικά περιπολικά απομακρύνουν την τούρκικη σημαία κι αναρτούν την ελληνική. Το βράδυ αποβιβάζεται ομάδα βατραχανθρώπων για τη φύλαξή της. Συγκαλείται το τουρκικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, το ανώτατο πολιτικοστρατιωτικό όργανο για τον χειρισμό κρίσεων.

29 Ιανουαρίου 1996: Ελληνικές και τουρκικές ναυτικές δυνάμεις αρχίζουν να συγκεντρώνονται στην περιοχή των Ιμίων. Ειδικές δυνάμεις μεταφέρονται στα Δωδεκάνησα με ελικόπτερα του στρατού ξηράς και C-130.

30 Ιανουαρίου 1996: Πυκνές τουρκικές και ελληνικές ναυτικές δυνάμεις βρίσκονται γύρω από τα Ίμια. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, αποπλέει ο ελληνικός στόλος στο Αιγαίο, διατάσσεται γενική κινητοποίηση των ενόπλων δυνάμεων και μερική επιστράτευση στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Η Τσιλέρ δηλώνει: «Αυτή η σημαία θα κατεβεί, αυτοί οι στρατιώτες θα φύγουν!». Ο Σημίτης απαντά ότι οι βραχονησίδες των Ιμίων ήταν και θα παραμείνουν ελληνικές. Κάποιος επικοινωνεί πρώτος με τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, και ζητά τη βοήθεια των Αμερικανών για την εκτόνωση της κρίσης (ο Σημίτης, κατά τον Μανουσογιαννάκη• μάλλον η Τσιλέρ, έτσι όπως το αναφέρει ο ίδιος ο Κλίντον στην αυτοβιογραφία του). Πάντως η άλλη πλευρά δέχεται τη διαμεσολάβηση κι οι Αμερικανοί αξιωματούχοι αρχίζουν να δουλεύουν τηλεφωνικά με τις αρχές των δύο κρατών.

31 Ιανουαρίου 1996: Στις 01:40, Τούρκοι πεζοναύτες αποβιβάζονται στη δυτική Ίμια (τη μικρότερη βραχονησίδα) και αναρτούν τουρκική σημαία. Οι εχθρικές ειδικές δυνάμεις είναι πλέον αντιπαραταγμένες με μόλις λίγα μέτρα απόσταση μεταξύ τους. Η ελληνική πλευρά λαμβάνει ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ότι επίκειτο τουρκική επίθεση στο Φαρμακονήσι. Γύρω στις 05:00, ένα ελληνικό ελικόπτερο παρατηρεί την τουρκική σημαία, κατόπιν όμως συντρίβεται και σκοτώνονται οι τρεις αξιωματικοί που επέβεναν. Η επίσημη εξήγηση κατόπιν ήταν πως η συντριβή του ελικοπτέρου οφειλόταν σε ζάλη του πιλότου και στις κακές καιρικές συνθήκες.

Εντωμεταξύ ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, τότε υφυπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ, πετυχαίνει συμφωνία και με τις δύο πλευρές για επιστροφή στο status quo ante – στην κατάσταση των πραγμάτων πριν το επεισόδιο (διάσταση απόψεων για την κυριότητα των βραχονησίδων, όχι πλοία, όχι στρατιώτες, όχι σημαίες). Οι Έλληνες και Τούρκοι αξιωματούχοι διαβεβαιώνουν τις ΗΠΑ ότι θα αποσύρουν τις δυνάμεις (και τις σημαίες) τους, με τις ΗΠΑ να εγγυώνται την τέλεση των συμφωνηθέντων. Και έτσι έγινε.

1 Φεβρουαρίου 1996: Όλοι νίκησαν. Η Τσιλέρ δηλώνει: «Εκφράσαμε καθαρά την αποφασιστικότητά μας. Είπαμε ότι αυτή η σημαία θα κατεβεί, αυτοί οι στρατιώτες θα φύγουν. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Και το πετύχαμε». Ο Σημίτης από την άλλη λέει ότι η Τουρκία απέτυχε στις προσπάθειές της να εξαναγκάσει την Ελλάδα σε διαπραγμάτευση του νομικού καθεστώτος των βραχονησίδων. Κι ο Τουρκικός Στρατός δηλώνει επίσημα ότι ήταν η επιχείρηση των Τούρκων πεζοναυτών που ανάγκασε τους Έλληνες να υποχωρήσουν. Οι μόνοι που δεν νίκησαν είναι οι τρεις αξιωματικοί που έχασαν τη ζωή τους. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Μπιλ Κλίντον θα γράψει στην αυτοβιογραφία του ότι οι Αμερικάνοι αξιωματούχοι γελούσαν στη σκέψη πως Ελλάδα και Τουρκία ήταν έτοιμες να πολεμήσουν για δυο βράχους.

Έτσι είχαν τα πράγματα, αυτά περίπου μάθαμε τότε. Ένα ασήμαντο επεισόδιο, που μπορούσε και έπρεπε να επιλυθεί διπλωματικά, πήρε δημοσιότητα και προβλήθηκε εκατέρωθεν έτσι ώστε να δημιουργήσει αίσθηση, γρήγορα κλιμακώθηκε σε παιχνίδι με σημαίες και κατόπιν σε παιχνίδι με φρεγάτες. Γιατί έγινε αυτό, τη στιγμή που και οι δύο πρωθυπουργοί ήθελαν να εκτονώσουν την κατάσταση;




2. Παίζοντας Σκάκι με Άβαταρ

Χωρίς να μπω σε πολλές λεπτομέρειες, η γνωστική ωριμότητα είναι μια ποιότητα που έχει να κάνει με 4 παραμέτρους: A) Επίγνωση της ιδίας ερμηνείας (ο γνωστικά ανώριμος δεν συνειδητοποιεί ότι ερμηνεύει τα γεγονότα, νομίζει ότι παρατηρεί την πραγματικότητα ως έχει), B) Ανοχή στην αβεβαιότητα (o ανώριμος δεν ανέχεται για πολύ την αβεβαιότητα, γρήγορα καταρρέει στη βεβαιότητα – δηλαδή παραβλέπει ενδείξεις και στοιχεία περί του αντιθέτου, προκειμένου να επιβεβαιώσει την ήδη υπάρχουσα ερμηνεία του), Γ) Αποδοχή άλλων απόψεων (ο ανώριμος τις απορρίπτει κατευθείαν ή νιώθει ότι απειλείται από αυτές, ο ώριμος τις καλοδέχεται), Δ) Ευχέρεια στην ενσωμάτωση νέων πληροφοριών (οι νέες πληροφορίες που αλλάζουν τις προϋπάρχουσες ερμηνείες συναντάνε μεγάλη αντίσταση από την ψυχολογική γραφειοκρατία του γνωστικά ανώριμου).

Τώρα... λέμε συνήθως ότι η εξωτερική πολιτική έχει να κάνει με κράτη που προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν τα συμφέροντα και τη δύναμή τους με (ορθο)λογικά μέσα, σαν σκακιστές που προσπαθούν να κερδίσουν τον αντίπαλο με υπολογισμούς και αναλύσεις. Χρησιμοποιούμε την εικόνα και στις εκφράσεις μας, λέμε «η διεθνής σκακιέρα», «ο Χ έκανε κίνηση ματ» κ.λπ. Στα θέματα αυτά της διεθνούς πολιτικής, η προσέγγιση της γνωστικής ωριμότητας είναι αρκετά διαφορετική, συγγενεύει με την παράδοση που ξεκίνησε από τον Robert Jervis. Αυτός λοιπόν πρότεινε ότι ο υποκειμενικός, γνωστικός παράγοντας στους λήπτες αποφάσεων είναι τόσο σημαντικός, ώστε στο φινάλε γίνεται δύσκολο να υποστηρίξουμε ότι στην πραγματικότητα οι αποφάσεις λαμβάνονται ορθολογιστικά. Το βασικό του σημείο είναι ότι οι παίκτες του διεθνούς συστήματος αντιλαμβάνονται τον κόσμο και τους άλλους παίκτες μέσα από τις προδιαμορφωμένες τους εικόνες. Αυτές όμως συχνά (= σχεδόν πάντα) αποδεικνύονται ανακριβείς έως κατάφωρα εσφαλμένες• στη διεθνή πολιτική, η παρανόηση και η παρανάγνωση είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση. Δεν βλέπεις εμένα, βλέπεις το άβατάρ μου• κι εγώ δεν βλέπω εσένα, βλέπω το άβατάρ σου, που μπορεί να έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία σχέση με σένα. Και καταλήγουμε να παίζουμε σκάκι ο καθένας με το άβαταρ του άλλου χωρίς να το καταλαβαίνουμε. 

Ο Jervis πρότεινε κάποιες υποθέσεις εργασίας, που πλέον σήμερα έχουν σημαντική εμπειρική επιβεβαίωση πίσω τους. Αναφέρω τις πιο σημαντικές από αυτές για το επεισόδιο των Ιμίων:

- Οι λήπτες αποφάσεων τείνουν να προσαρμόζουν τις πληροφορίες στις προδιαμορφωμένες εικόνες και θεωρίες τους• με άλλα λόγια, βλέπουν αυτό που περιμένουν να δουν. Δε βλέπεις εμένα, βλέπεις το άβατάρ μου κι εγώ το δικό σου.

- Οι λήπτες αποφάσεων τείνουν να κάνουν λάθη παραβλέποντας νέες πληροφορίες που συγκρούονται με τις ήδη διαμορφωμένες τους απόψεις. Οι νέες πληροφορίες που αλλάζουν τις προϋπάρχουσες ερμηνείες συναντάνε μεγάλη αντίσταση από την ψυχολογική γραφειοκρατία του γνωστικά ανώριμου.

- Οι λήπτες αποφάσεων τείνουν να αντιλαμβάνονται την άλλη πλευρά πιο εχθρική απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Όταν υπάρχει παρελθόν καχυποψίας και εχθρότητας, τείνουν να παραβλέπονται οι νέες ενδείξεις που συγκρούονται με τις προϋπάρχουσες αρνητικές εκτιμήσεις.

- Οι λήπτες αποφάσεων τείνουν να υπερεκτιμούν την άλλη πλευρά, να τη βλέπουν πιο πειθαρχημένη και συντονισμένη απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Αυτή η νοοτροπία του «τίποτα δεν είναι τυχαίο» είναι χαρακτηριστική στους γνωστικά ανώριμους που δεν ανέχονται για πολύ την αβεβαιότητα στη συμπεριφορά του αντιπάλου.

- Όταν η συμπεριφορά της άλλης πλευράς είναι ανεπιθύμητη για μας, συνήθως ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα εσωτερικών δυνάμεων. Όταν η συμπεριφορά της άλλης πλευράς είναι επιθυμητή για μας, συνήθως ερμηνεύεται ως αντίδραση σε δικές μας πράξεις. Όταν μας βλάπτουν, είναι επειδή έχουν κακή πρόθεση (όχι επειδή εμείς τους αναγκάσαμε). Όταν μας ωφελούν, είναι επειδή εμείς τους αναγκάσαμε (όχι επειδή έχουν καλή πρόθεση).

- Το ότι δείχνουμε με σαφήνεια τις προθέσεις μας δε σημαίνει αναγκαστικά ότι η άλλη πλευρά τις αντιλαμβάνεται σωστά. Ο γνωστικά ανώριμος δε συνειδητοποιεί ότι ο αντίπαλος δεν βλέπει αυτόν αλλά το άβατάρ του (και αντιστρόφως).

- Οι λήπτες αποφάσεων δυσκολεύονται να δεχτούν ότι οι άλλοι μπορεί να τους βλέπουν ως απειλή. Με τα λόγια του ναυάρχου Λυμπέρη: «Ο αντίπαλος σπάνια έχει την ίδια εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Η απόκλιση αυτή επηρεάζει τις αντιλήψεις και τη συμπεριφορά του, οι οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν τη δική μας συμπεριφορά».




3. Οι Τρεις Ημέρες που Σημάδεψαν τον Κόσμο

Ας δούμε τώρα το επεισόδιο των Ιμίων κάτω από το παραπάνω πρίσμα. Να σημειωθεί ότι από την πρώτη στιγμή ο Σημίτης θεώρησε το πρόβλημα πολιτικό κι όχι στρατιωτικό. Και προκειμένου να στείλει αυτό το μήνυμα στην τουρκική πλευρά, επέλεξε το πρωθυπουργικό του γραφείο για τον χειρισμό του επεισοδίου, όχι το Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων.

Α. Η σημαία των ενόπλων δυνάμεων. Ένα σημείο καμπής στο επεισόδιο σημειώθηκε το πρωί της 28ης Ιανουαρίου, όταν δύο ελληνικά περιπολικά άλλαξαν και πάλι τις σημαίες – «το πρώτο και βασικότερο λάθος» (Μανουσογιαννάκης Β, σελ 103). Αυτό έγινε αντιληπτό ως πρόκληση• μια σημαία αναρτημένη από τις ένοπλες δυνάμεις, όχι από έναν θερμόαιμο τοπικό δήμαρχο, ερμηνεύτηκε από τους Τούρκους ως επίσημη επιθετικότητα. Η πράξη όμως δεν ήταν μέρος κάποιου σχεδίου: ο Σημίτης δεν ήξερε τίποτα κι οι εντολές του Αρσένη προς τον Λυμπέρη ήταν μόνο να απομακρυνθεί η τούρκικη σημαία. Εξέφρασε τη δυσφορία του κατόπιν όταν ο Λυμπέρης τον ενημέρωσε ότι η τούρκικη σημαία απομακρύνθηκε και αντικαταστάθηκε με ελληνική σημαία, όμως δεν επέμεινε στις αρχικές του εντολές (Μανουσογιαννάκης Β, σελ 96). Δυσφόρησε κι ο Σημίτης• «είστε υπερβολικός και συναισθηματικός» είπε στον Λυμπέρη, όταν ο τελευταίος του επεσήμανε ότι δύσκολα θα πάρουν πίσω τη σημαία τώρα οι ένοπλες δυνάμεις γιατί σ’ αυτήν ορκίζονται οι αξιωματικοί. Όμως δεν έκανε τίποτα άλλο. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, Αρσένης και Λυμπέρης συνειδητοποίησαν ότι μια σημαία χρειάζεται και φρουρά για την προστασία της, αλλιώς ο εχθρός θα επιχειρήσει βραδινή αποβίβαση να την απομακρύνει (αυτό μοιάζει να υπονοεί ο Μανουσογιαννάκης Β, σελ 96, ότι το συνειδητοποίησαν λίγο αργότερα). Οπότε διέταξαν τη φρούρησή της από ομάδα βατραχανθρώπων: ακόμα ισχυρότερη η πρόκληση στα μάτια των Τούρκων.

Η ελληνική σημαία ήταν πιθανότητα ιδέα και πρωτοβουλία του Λυμπέρη, όμως οι πολιτικοί του προϊστάμενοι δε βρήκαν το κουράγιο να τον επιπλήξουν και να επιμείνουν στις αρχικές εντολές. Για την ακρίβεια, δεν πρέπει να υπήρχε προϊστάμενος κατά τη διάρκεια της κρίσης, αυτό καταλαβαίνω, ο καθένας αυτοσχεδίαζε και ξεχνούσε να ενημερώσει τους υπόλοιπους. Οι Τούρκοι όμως δεν μπορούσαν να τα ξέρουν όλα αυτά, «ο αντίπαλος πάντα υπερεκτιμάται και γίνεται αντιληπτός ως πιο πειθαρχημένος και συντονισμένος απ’ ό,τι πραγματικά είναι». Σίγουρα έβλεπαν ένα ελληνικό επιθετικό σχέδιο σε εξέλιξη, «τίποτα δεν είναι τυχαίο».

Από την άλλη όμως, οι Έλληνες δεν είχαν επίγνωση της εικόνας που έστελναν. Ο Σημίτης πιθανότατα πίστευε ότι με το να χειριστεί το επεισόδιο μέσω του πρωθυπουργικού γραφείου, κι όχι μέσω του Εθνικού Κέντρου Επιχειρήσεων, έστελνε ένα σαφές μήνυμα αποκλιμάκωσης στην άλλη πλευρά. Όμως «το ότι δείχνουμε με σαφήνεια τις προθέσεις μας δε σημαίνει αναγκαστικά ότι η άλλη πλευρά τις αντιλαμβάνεται σωστά». Σίγουρα δε συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα του αντιφατικού μηνύματος προς τους Τούρκους – ανάρτηση σημαίας από άντρες των ενόπλων δυνάμεων – αλλιώς θα είχε επιμείνει στην απομάκρυνσή της. Κι έτσι, αντί να αποκλιμακωθεί η κρίση, το βράδυ της 28ης Ιανουαρίου συγκαλείται το τουρκικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας: «οι λήπτες αποφάσεων δυσκολεύονται να δεχτούν ότι οι άλλοι μπορεί να τους βλέπουν ως απειλή».

Αρχίζει τώρα το επόμενο στάδιο της κρίσης όπου οι Έλληνες υπεύθυνοι, πηγαινοερχόμενοι στο πρωθυπουργικό γραφείο κι όχι στο Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων με τον ειδικό εξοπλισμό του, έχασαν την εικόνα της ραγδαίας εξέλιξης των γεγονότων.

Β. Η κινητοποίηση του στόλου. Το πρωί της 30ης Ιανουαρίου, ο Αρσένης έδωσε το πράσινο φως στον Λυμπέρη για αύξηση της κινητοποίησης των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στο Αιγαίο (Μανουσογιαννάκης Β, σελ 97). Είχαν ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες από την προηγούμενη μέρα ότι λάμβανε χώρα μεγάλης κλίμακας κινητοποίηση του τουρκικού στρατού στην Ανατολική Θράκη και Νοτιοανατολική Τουρκία (Τσιαντούλας, σελ 44). Το μεσημέρι, ο Σημίτης ζήτησε από όλους να αποφύγουν ενέργειες που μπορεί να κλιμακώσουν την κρίση και να χρησιμοποιούν χαμηλούς τόνους στα ΜΜΕ. Πράγματι, λίγο αργότερα Σημίτης, Πάγκαλος και Αρσένης δήλωσαν τηλεοπτικά ότι επιθυμούν τον τερματισμό της κρίσης και τη βελτίωση του κλίματος• αν η Τουρκία αποσύρει τις μονάδες της, θα πράξει ομοίως και η Ελλάδα. Ο Αρσένης όμως δε θεώρησε σκόπιμο να ενημερώσει και τους άλλους για τις πρωινές αποφάσεις (Μανουσογιαννάκης Β, σελ 98). Οπότε η τούρκικη πλευρά από τη μία έβλεπε τους Έλληνες πολιτικούς να μιλάνε για αποκλιμάκωση, κι από την άλλη να κινητοποιείται ο ελληνικός στόλος στο Αιγαίο, να επιστρέφει η φρεγάτα ΥΔΡΑ από τις ασκήσεις του ΝΑΤΟ κ.λπ. Αυτό ήταν μια ξεκάθαρη μη-συνειδητοποίηση ότι οι άλλοι μπορεί να σε βλέπουν ως απειλή. Ο Αρσένης πιθανότητα θεωρούσε την κινητοποίηση του στόλου ως κάτι αναγκαίο και αμυντικό, όχι ως «ενέργεια που μπορεί να κλιμακώσει την κρίση». Δε θεώρησε σκόπιμο καν να το αναφέρει.

Γ. Η επιθυμητή λύση. Κάποια στιγμή το απόγευμα της 30ης Ιανουαρίου, ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, υφυπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ τότε, συμφώνησε με τους Τούρκους στη λύση «όχι πλοία, όχι στρατιώτες, όχι σημαία, επιστροφή στο status quo ante». Ο Πάγκαλος, που διαπραγματευόταν με τους Αμερικανούς χωρίς να ενημερώνει τους άλλους, προσπάθησε να παζαρέψει τη σημαία για λόγους γοήτρου. Δεν του πέρασε από το μυαλό ότι αν οι Τούρκοι άκουγαν πως η λύση δεν γίνεται δεκτή, θα επιχειρούσαν να εγκαταστήσουν τη δική τους σημαία στα Ίμια («στοιχειώδης λογική», κατά τον Μανουσογιαννάκη) και να ισοφαρίσουν το σκορ στον συμβολικό ποδοσφαιρικό αγώνα των δύο πλευρών. Το ενδιαφέρον εδώ είναι το παράπονο του Μανουσογιαννάκη, πως αν ο Πάγκαλος είχε συμβουλευτεί τους έμπειρους διπλωμάτες του Υπουργείου Εξωτερικών, θα του το είχαν επισημάνει (Μανουσογιαννάκης Β, σελ 100). Όμως κατά πώς φαίνεται, ο Πάγκαλος δεν καλοδεχόταν άλλες φωνές. Η κρίση των Ιμίων είχε ουσιαστικά λυθεί από το απόγευμα της 30ης Ιανουαρίου, καθότι οι Τούρκοι συμφωνούσαν στην απόσυρση πλοίων και στρατιωτών• εύκολα θα μπορούσε και να διευθετηθεί το θέμα της σημαίας, μια διπλωματική απάντηση χρειαζόταν εδώ, να κερδηθούν λίγες ώρες κι εντωμεταξύ ν’ αρχίσει να εκτονώνεται η κατάσταση. Το πιο πιθανό είναι ότι ο Πάγκαλος δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι το θέμα λύθηκε, διότι φυσικά αγωνιούσε για τη σημαία, ήταν πρώτη προτεραιότητα γι’ αυτόν, πώς θα φανεί στην κοινή γνώμη.

Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι επανήρθαν στις 23:30 και ενημέρωσαν τον Αρσένη ότι οι Τούρκοι επέμεναν για τη σημαία. Ούτε αυτός ούτε ο Πάγκαλος, που εντωμεταξύ είχε πάει στο MEGA να δώσει συνέντευξη, ενημέρωσαν τους άλλους και χάθηκε πολύτιμος χρόνος. Τα μεσάνυχτα ο Σημίτης κάλεσε συμβούλιο στο γραφείο του και μια ώρα μετά, που επέστρεψε κι ο Πάγκαλος από το MEGA, ενημερώθηκαν όλοι (τα παραπάνω από Μανουσογιαννάκης Β, σελ 99-100). Πρέπει να ήταν λίγα λεπτά αργότερα που πρωτοάκουσαν από τις τουρκικές ειδήσεις ότι πλέον υπάρχει και τουρκική σημαία επάνω στα Ίμια. Μέσα σε ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ότι επίκειται τουρκική επίθεση στο Φαρμακονήσι (Μανουσογιαννάκης, σελ 101), ήταν όλοι αναποφάσιστοι ως τις 03:30, όταν οι Αμερικανοί τούς επιβεβαίωσαν την ύπαρξη της τούρκικης σημαίας. Το συμβούλιο θεώρησε απαραίτητη και μια αναγνωριστική αποστολή – που κατέληξε στη συντριβή του ελικοπτέρου. Λίγα λεπτά μετά την επιβεβαίωση και από ελληνικά χείλη, οι υπεύθυνοι ενημέρωσαν τους Αμερικανούς ότι η πρόταση (όχι πλοία, όχι στρατιώτες, όχι σημαίες, επιστροφή στο status quo ante) γίνεται δεκτή.




4. Στο Δια Ταύτα:

Ας μην ξεχνάμε ότι οι Έλληνες υπεύθυνοι κλήθηκαν να χειριστούν μια κατάσταση χωρίς χρόνο για να συλλάβουν τις νομικές και πολιτικές της λεπτομέρειες. Επίσης ότι ο χειρισμός της κρίσης έγινε από το πρωθυπουργικό γραφείο, χωρίς μεγάλη επαφή με τις ραγδαίες εξελίξεις στο Αιγαίο, με τις πληροφορίες να φτάνουν καθυστερημένες ανάμεσα σε άλλες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες. Τούτων λεχθέντων όμως, οι Έλληνες υπεύθυνοι επέδειξαν εντυπωσιακή γνωστική ανωριμότητα:

1) Συνεχώς ταύτιζαν τις απόψεις τους με την πραγματικότητα, έβλεπαν τον γιαλό στραβό ενώ οι ίδιοι ήταν που αρμένιζαν στραβά. Ήταν σίγουροι πως υπήρχε εκεί έξω ένα τουρκικό σχέδιο σε εξέλιξη, όμως απέτυχαν να καταλάβουν πόσες από τις τουρκικές κινήσεις ήταν αντιδράσεις σε δικές τους πράξεις: «Όταν η συμπεριφορά της άλλης πλευράς είναι ανεπιθύμητη, συνήθως ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα εσωτερικών δυνάμεων, όχι ως αντίδραση σε δικές μας πράξεις». Ο Αρσένης ήταν τόσο πεπεισμένος ότι έβλεπε τουρκικό σχέδιο σε εξέλιξη, ώστε ούτε καν σκέφτηκε την κινητοποίηση του ελληνικού στόλου ως μια «ενέργεια που μπορεί να κλιμακώσει την κρίση», απλώς ως μια αυτονόητη αμυντική αντίδραση.

2) Δεν μπορούσαν να ανεχθούν την αβεβαιότητα. Κάθε φορά που έφτανε μια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία, έπεφτε πανικός στο πρωθυπουργικό γραφείο - η κινητοποίηση του στόλου ήταν ένα μεγάλο σφάλμα που προκλήθηκε από μια τέτοια. Όμως ο Αρσένης δεν μπορούσε να αναβάλει την απόφαση, να ζήσει με την αβεβαιότητα μέχρι να έχει κι άλλες πληροφορίες, έπρεπε να δώσει το πράσινο φως. Η αναγνωριστική αποστολή του ελικοπτέρου ήταν ένα άλλο λάθος που στοίχισε ζωές• οι υπεύθυνοι είχαν ήδη ακούσει από την τουρκική TV και τους Αμερικάνους ότι υπήρχε πλέον και τουρκική σημαία στα Ίμια, όμως ήθελαν να το ακούσουν και από τους δικούς τους αξιωματικούς, τα νέα έπρεπε να ήταν στα Ελληνικά για να γίνουν πιστευτά.

3) Δεν ήταν ανοιχτοί σε άλλες απόψεις• όλα τα περιστατικά ασυνεννοησίας ήταν χαρακτηριστικά. Η παράλειψη του Πάγκαλου να συμβουλευτεί τον μηχανισμό του ΥπΕξ για το θέμα της σημαίας ήταν χαρακτηριστική (γενικά οι πολιτικοί στην Ελλάδα δεν ακούνε την κρατική γραφειοκρατία των υπουργείων, τους θεωρούν παρακατιανούς). Κάθε ένας ήταν πεπεισμένος ότι κατείχε την πλήρη γνώση κι απλά δεν έβλεπε τον λόγο ν’ ακούσει άλλες φωνές.

4) Δεν μπορούσαν εύκολα να ενσωματώσουν την καινούργια πληροφορία στις προδιαμορφωμένες τους απόψεις• ουσιαστικά, είχαν φτάσει στην επιθυμητή λύση από το απόγευμα ή το βράδυ της 30ης Ιανουαρίου, όμως οι φόβοι τους και η πεποίθηση ότι υπήρχε τουρκικό σχέδιο είχαν δική τους ζωή κι αδράνεια. Φτάσαν στην επιθυμητή λύση αλλά δεν το συνειδητοποιούσαν.

Αυτή λοιπόν είναι η ερμηνεία μου. Εσείς τι λέτε; Σε επόμενη ανάρτηση θα προτείνω και λύση για τα ελληνοτουρκικά.



*  *  *  *  *

Διαβάστε:

- Σήφης Μανουσογιαννάκης, Ίμια: Το Χρονικό Ενός Παραλίγο Πολέμου (Μέρος Α), Αναχαίτιση / Interception, Μάρτιος-Απρίλιος 2008 

- Σήφης Μανουσογιαννάκης, Ίμια: Το Χρονικό Ενός Παραλίγο Πολέμου (Μέρος Β), Αναχαίτιση / Interception, Μάιος-Ιούνιος 2008 

- Λεωνίδας Τσιαντούλας, Το Ενδεχόμενο Μη-Εσκεμμένης Ελληνοτουρκικής Κρίσης. Ο Ρόλος της Παρανόησης στη Δημιουργία Σημείων Τριβής, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 2006

Ο Καλαφατισμένος Κόσμος

Καταρχήν, προτείνω έναν τίτλο για τον Πειραιώς Σεραφείμ: ο Πάτερ Μποζόνιος. Ε, άμα θες να ‘χεις γνώμη και για τη σωματιδιακή φυσική, σου αξίζουν τέτοιες τιμές.

Σοβαρά τώρα, αναρωτιόμουν χθες βράδυ γιατί το μποζόνιο Χιγκς κι η (πιθανή) ανακάλυψή του ενόχλησαν τόσο τον Σεβασμιότατο. Ήταν το παρατσούκλι, «σωματίδιο του Θεού»; Τότε γιατί δεν είχαν κανένα πρόβλημα τόσοι άλλοι χριστιανοί ιερωμένοι; Έριξα μια ματιά στο ίντερνετ και είδα π.χ. το Πατριαρχείο Μόσχας συνεχάρη τους επιστήμονες, διάφοροι προτεστάντες πάστορες ήταν θετικοί (εδώ κι εδώ), γενικά ο χριστιανικός κόσμος μοιάζει να 'ναι θετικός και να μην ενοχλείται από την ονομασία «σωματίδιο του Θεού». Θα πρέπει να αισθάνεται πολύ μόνος ο Πάτερ Μποζόνιος. Θυμήθηκα λοιπόν ότι τον Μάρτιο είχε κάνει μια κακεντρεχή ανακοίνωση για την Μπακογιάννη, τότε που αποκαλύφθηκε ότι ο σύζυγός της έβγαλε χρήματα στο εξωτερικό (ο Μποζόνιος τα είχε μαζί της από παλιότερα, επειδή η Ντόρα τον κατηγόρησε κάποτε για τις συνομωσιολογίες του, και με την αποκάλυψη για τον Κούβελο ένιωσε ότι τιμωρήθηκε η αναιδής πολιτικός): «Δεν πέρασε ένας χρόνος και ο Πνευματικός Νόμος λειτούργησε με εκκωφαντικό τρόπο ... η δύναμις του Πνευματικού Νόμου δια μίαν εισέτι φοράν εναργέστατα έδρασε». 

Αυτό που συμβαίνει τώρα με την (πιθανή) ανακάλυψη του μποζονίου Χιγκς είναι ότι ισχυροποιείται και με πειραματική επιβεβαίωση μια επεξηγηματική αφήγηση του κόσμου που δεν αφήνει χώρο σε θεϊκές επεμβάσεις. Δημιουργία εκ του μηδενός χωρίς Δημιουργό• ολοκληρωμένη εξήγηση του σύμπαντος και της λειτουργίας του χωρίς αναφορά σε θεϊκή αρχή – τώρα και με την επικύρωση του πειράματος. Κάτι παρόμοιο μ’ αυτό που έγινε παλιά με τον Δαρβίνο και τη θεωρία της εξέλιξης: η πολυμορφία της ζωής στον πλανήτη απέκτησε μια άλλη επεξηγηματική αφήγηση, χωρίς κανέναν ρόλο για τον Θεό. Αυτό δεν είναι αναγκαστικά πρόβλημα για τους θεολόγους. Αν δείτε τα παραπάνω link, θα διαβάσετε τους ιερωμένους να περιγράφουν π.χ. έναν υπερβατικό Θεό, που δεν βγαίνει απ’ το γραφείο του κι αφήνει όλη τη δουλειά της Δημιουργίας στο μποζόνιο Χιγκς. Έναν Θεό πριν από το Μπιγκ Μπανγκ, που δεσμεύεται κι ο ίδιος από τους νόμους της φύσης, της λογικής και της στατιστικής. «Ο Θεός μπορεί ίσως να κάνει έναν γάιδαρο με τρεις ουρές», έλεγε ο Παράκελσος, «δεν μπορεί όμως να κάνει ένα τρίγωνο με τέσσερις πλευρές». Κάπως έτσι.

Ο Θεός όμως του Πατέρα Μποζόνιου δεν είναι τέτοιος! Είναι ένας επεμβατικός Θεός που λειτουργεί και εντός του δημιουργημένου κόσμου, αλλοιώνει τους νόμους του, πειράζει τις στατιστικές του παραμέτρους, οτιδήποτε προκειμένου να επιβάλει επί της ύλης τον Πνευματικό Νόμο – δεν ξέρω τι είναι αυτό, μόνο ο Μποζόνιος ξέρει, καθότι διατηρεί για τον εαυτό του το μονοπώλιο της ερμηνείας του. Σωστά λοιπόν νιώθει ότι απειλείται από την πειραματική επικύρωση της επιστημονικής αφήγησης, που περιγράφει έναν καλαφατισμένο κόσμο, χωρίς ρωγμές για να περάσει μέσα ο επεμβατικός Θεός με τον Πνευματικό του Νόμο. Ένας αμέτοχος Θεός, που δεν επεμβαίνει στην ύλη κι αποδεικνύει την παρουσία του μόνο στην ομορφιά και την αρμονία του κόσμου, δεν είναι αρκετός για τον Πειραιώς Μποζόνιο• χρειάζεται τη θεϊκή επέμβαση, τον Πνευματικό Νόμο, για να τιμωρεί την Μπακογιάννη κι όλους τους ασεβείς. Έναν Θεό που μπορεί να κάνει ακόμα και τρίγωνα με τέσσερις πλευρές.

Τέρμα η σοβαρότητα! Τι κοινό έχουν τα μποζόνια και τα βυζιά; Απάντηση: γεμίζουν με μάζα τα κενά, είναι ακριβοθώρητα, κι η ανακάλυψή τους χαροποιεί όλον τον κόσμο εκτός από τον Πειραιώς Σεραφείμ.