Πολιτικό Αδιέξοδο

Η κυρία έδειχνε κάπου στην ηλικία του Αλέξη Τσίπρα και είχε παρκάρει πολύ κοντά στη γωνία. Ήταν προχθές το πρωί που έβρεχε καταρρακτωδώς, κάπου σε μια κεντρική διασταύρωση του Βόλου. Από τον άλλο δρόμο έρχεται ένας κύριος, ηλικία μεγαλύτερη κι από το παλιό Σιτροέν του, και κάνει να στρίψει. Αποτυχία. Το περιθώριο που άφηνε το αυτοκίνητο της κυρίας και το απέναντι παρκαρισμένο ήτανε μικρότερο κι από αυτό που αφήνουν οι δανειστές στην ελληνική κυβέρνηση. Ο παλαιός κύριος μένει ο μισός στον έναν δρόμο, ο μισός στον άλλον, πάνω ακριβώς στη γωνία, διστάζοντας να εφαρμόσει το σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ, Μόνο Μπροστά! Της κουνάει τα χέρια πίσω από τα κλειστά τζάμια με τον τρόπο που κάνουν οι κωφάλαλοι όταν λένε στη νοηματική: «Προχώρα λίγο...» (Πόσο να προχωρήσει κι αυτή, δηλαδή; Ελάχιστους πόντους άφηνε όλο κι όλο το μπροστινό της παρκαρισμένο αυτοκίνητο). Η κυρία κατεβάζει το τζάμι της και δηλώνει στον εκπρόσωπο του παλαιού:

«Νταλίκα έχετε και δεν μπορείτε να στρίψετε;»

Και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρου, η κυκλοφορία πίσω από τον κύριο κολλούσε, οι πεζοί δίσταζαν να διασχίσουν τη διασταύρωση... Πολιτικό αδιέξοδο. Ο παλαιός κύριος ένιωσε ότι η κατάσταση τον ξεπερνούσε και δεν ήξερε τι να κάνει. Μπρος γκρεμός – να παίζει με τα εκατοστά και τον συμπλέκτη για να περάσει ανάμεσα από την κυρία και το αντιπαρακαρισμένο της αυτοκίνητο – και πίσω ρέμα. Δεν το ‘χε. Εντωμεταξύ, η ψυχολογική πίεση από την αυτοκινητοουρά και τους διστακτικούς πεζούς στη διασταύρωση ήταν τόσο πυκνή που μπορούσε να κοπεί με μαχαίρι. Πολλά χέρια έμεναν μετέωρα πάνω από τις κόρνες με θαυμαστή αυτοσυγκράτηση. Όχι όμως και το χέρι του παλαιού κυρίου που, μέσ’ στον πανικό του, άρχισε να κορνάρει περισσότερο ικετευτικά παρά επιθετικά. Η κυρία, βαριεστημένη, αποφάσισε, όπως κι ο ΣΥΡΙΖΑ, να ξεμπερδεύει με το παλιό και φώναξε:

«Το πρόβλημα είναι ότι δεν πρέπει να οδηγείτε στην ηλικία σας».

Τη λύση έδωσε το κόκκινο Άουντι πίσω από τον παλαιό κύριο. Πέρασε μ’ έναν σβέλτο ελιγμό το μουσειακό Σιτροέν κι έφυγε για να του αφήσει χώρο, καταδεικνύοντας προφανώς τη σύγχρονη γερμανική ηγεμονία επί της νοσταλγικής γαλλικής παρελθοντολογίας. Ο παλαιός κύριος βρήκε ευκαιρία να κάνει λίγο όπισθεν, κατόπιν πήρε πιο ανοιχτά τη στροφή και πέρασε με την ψυχή στο στόμα, βγάζοντας την κυρία από τη ζωή του. Ακολούθησε ένα ταξί μεγάλου κυβισμού που πέρασε προσεκτικά αλλά άνετα τη διασταύρωση. Η ακυβερνησία αποφεύχθηκε, η ομαλότητα απεκαταστάθηκε. Ποιος έφταιξε;

Αφήνω κατά μέρος τον Κ.Ο.Κ. Έχει καταργηθεί εκ των πραγμάτων στα κέντρα όλων των μεγάλων πόλεων και έχει αντικατασταθεί από έναν άλλον, άτυπο Κ.Ο.Κ. που περιέχει ένα και μόνο άρθρο: βόηθα την κατάσταση. Κάτι που έκανε το κόκκινο Άουντι. Κάτι που δεν έκανε η κυρία...

Αν τη ρωτούσαμε θα μας έλεγε: «Και τι νόημα είχε να έκανα μπροστά; Να κολλούσα στον μπροστινό για να δώσω πόσο; Πέντε εκατοστά, το πολύ δέκα; Τίποτα δεν θα άλλαζε. Αυτός φταίει που δεν παραδέχεται ότι έχασε πια τη σπιρτάδα του στο τιμόνι». Και, χωροταξικά μιλώντας, θα είχε πιθανότατα δίκιο. Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι θα είχε και όντως δίκιο. Δεν έδειξε καλή θέληση, αρνήθηκε να του παραχωρήσει αυτά τα πέντε–δέκα ψυχολογικά εκατοστά, να τον διευκολύνει ελάχιστα ή να τον κάνει να δει μια ώρα αρχύτερα ότι πρέπει να κάνει όπισθεν και να πάρει πιο ανοιχτά τη στροφή. Παρέβη τον άτυπο Κ.Ο.Κ. Δεν κρίνεσαι μόνο από εμπράγματα κριτήρια και υλικά αποτελέσματα, κρίνεσαι επιπλέον κι από την πρόθεση που επιδεικνύεις, την καλή σου θέληση ή την απουσία της.

Διότι το γενικότερο θέμα είναι: ποια θέση έχουν στον οδηγικό μας κόσμο οι πληβείοι του τιμονιού; Οι ηλικιωμένοι, οι αρχάριοι, όλοι αυτοί που οδηγούν υποβέλτιστα, χωρίς σπιρτάδα και νεύρο, σαν να ζητάνε συγνώμη από τον δρόμο για την παρουσία τους; Είναι κυκλοφοριακά προσκόμματα («το πρόβλημα είναι ότι δεν πρέπει να οδηγείτε στην ηλικία σας») ή δικαιωματικοί κυκλοφοριακοί πολίτες; Ο δρόμος ανήκει μόνο σ’ αυτούς που μπορούν να οδηγούν διεκπεραιωτικά, ή ανήκει σε όλους;

Επιλέγω το δεύτερο. Δεν μπορώ να εγκρίνω το ακραίο οδηγικό απαρτχάιντ της αξιοκρατίας του τιμονιού. Αντίθετα, ο τρόπος που το βλέπω είναι ότι οι οδηγικώς άριστοι έχουν πρόσθετες ευθύνες, υποχρεούνται να αντισταθμίσουν την υποβέλτιστη οδήγηση των πληβείων του τιμονιού με έξτρα δόσεις επαγρύπνησης, σβελτάδας και υπομονής. Είμαστε όλοι στο ίδιο τσουβάλι, ως κοινωνία, βέλτιστοι και υποβέλτιστοι, άριστοι και πληβείοι, επιτυχημένοι κι αποτυχημένοι, και συχνά καλούμαστε να αντισταθμίσουμε για άλλους, όπως κι άλλοι συχνά θα κληθούν να αντισταθμίσουν για μας. No man is an island.

Είναι κι άλλη μια δυσάρεστη σκέψη που δεν μπορώ να αποφύγω: η τεχνολογία δεν είναι ηθικά ουδέτερη. Είμαι σίγουρος πως αν η συγκεκριμένη κυρία παρακολουθούσε μια παρόμοια σκηνή ως θεατής, όπως εγώ εκείνο το πρωί, θα κατέληγε σε μια πιο επιεική στάση για τον ηλικιωμένο οδηγό του παλιού Σιτροέν. Είμαι επίσης σίγουρος ότι αν εγώ ήμουν στη θέση της κυρίας, θα έβλεπα διαφορετικά πράγματα στο περιστατικό από αυτά που γράφω τώρα. Είναι το ίδιο το αυτοκίνητο – ακριβέστερα, η οδήγηση σε πυκνές αστικές συνθήκες – που μας κάνει να εκλαμβάνουμε την οδήγηση του άλλου ως επιθετική και την πρόθεση πίσω από την οδήγησή του ως εγωιστική. Σε κατάσταση μόνιμου στρες, με μια αίσθηση χωροταξικής ανημπόριας και δυσκινησίας, τείνουμε αυθόρμητα να εκλαμβάνουμε το κάθε τι κινούμενο που εμφανίζεται στο οπτικό μας πεδίο ως απειλή και να κρίνουμε τα οδηγικά περιστατικά βάζοντας το δικό μας όχημα στην αρχή του συστήματος συντεταγμένων. Όχι, η τεχνολογία δεν είναι ηθικά ουδέτερη. Δηλαδή, δεν είμαστε εξαρχής επιθετικοί, ιδιοτελείς, αγενείς κ.λπ., οπότε τα βγάζουμε αυτά και πίσω από το τιμόνι. Αντίθετα, είναι το ίδιο το αυτοκίνητο (= η οδήγηση σε πυκνές αστικές συνθήκες) που μας κάνει να βλέπουμε συνεχώς απειλές, κινδύνους, εγωίσταρους που δεν ξέρουν και δεν πρέπει να οδηγούν.

Και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρου, η πόλη του Βόλου συνέχιζε την υγρή καθημερινότητά της, ο Αχιλλέας Μπέος πάνω σ’ ένα σκούτερ έκανε τον τροχονόμο, η ομίχλη κάλυπτε το Πήλιο, όλα φυσιολογικά. Το ίδιο βράδυ, μια κυρία θα παραπονιόταν οργισμένη στον άντρα της για τους ανίκανους γέρους που θέλουν και να οδηγούν ενώ δεν ξέρουν πού παν τα τέσσερα, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας θα πεταγόταν ιδρωμένος στον ύπνο του από έναν ακαθόριστο εφιάλτη όπου τον κυνηγούσε ένα παλιό Σιτροέν.

Το Αριστερό Ντάρμα

Πριν αρκετά χρόνια, ένας από τους κορυφαίους βουδιστές ηγούμενους της Ταϊλάνδης ήταν καλεσμένος σε τηλεοπτική συζήτηση. Όταν τέθηκε το θέμα της εκτεταμένης διαφθοράς των πολιτικών της χώρας, της διαπλοκής τους με επιχειρηματικά και άλλα συμφέροντα, ο ηγούμενος είπε – χαριτολογώντας – ότι θα πρέπει να αναλάβουν τη διακυβέρνηση οι βουδιστές μοναχοί, διότι είναι ελεύθεροι από τις προσκολλήσεις και τις προσωπικές φιλοδοξίες, οπότε δεν θα τους διαφθείρουν τα συμφέροντα.

Καθότι όμως η ιστορία επαναλαμβάνεται ως Τσίπρας, το παραπάνω επιχείρημα διατυπώνεται εκ νέου και από ένα κομμάτι του προεδρικού ΣΥΡΙΖΑ. Σύμφωνα με τη λογική του, η Αριστερά στην κυβέρνηση είναι ό,τι πιο φιλολαϊκότερο και, σε κάθε περίπτωση, καλύτερο από το να αφεθεί η διακυβέρνηση της χώρας στο προσωπικό του χρεωκοπημένου πολιτικού συστήματος. Διότι η κυβέρνηση του αριστερού πρωθυπουργού θα απαλύνει τον κοινωνικό πόνο της επερχόμενης συμφωνίας με αντισταθμιστικά μέτρα – στο μέτρο πάντα του εφικτού – εκεί που οι δυνάμεις του πολιτικού κατεστημένου θα κρατούσαν ανάλγητη στάση και θα έπαιζαν το παιχνίδι των δανειστών. Ως απόδειξη της αριστεροσύνης του Τσίπρα προβάλλεται συνήθως το αγωνιστικό του παρελθόν και η πάλαι ποτέ κινηματική του συμμετοχή.

Ο Τσίπρας είναι η συνέχιση του Βουδισμού με άλλα μέσα. Τόσο ο ηγούμενος όσο και αυτός (ή το κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ που εξακολουθεί να του δίνει ψήφο εμπιστοσύνης) ανάγουν την προσωπική τους νομιμοποίηση στην πρόσβαση σε μια μεταφυσική αρχή – ο ένας στο Ντάρμα, ο άλλος στην Αριστεροσύνη – με την οποία αξιώνουν προνομιακή επικοινωνία, και η οποία νικάει τη φθορά της εξουσίας. Η πορεία μου στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι εξασφαλίζουν πως όταν μου χτυπήσουν την πόρτα οι επιχειρηματίες με μίζες, εγώ θα γυρίσω την πλάτη στα χρήματά τους• οι παλιές αγωνιστικές μου περγαμηνές εξασφαλίζουν ότι, ως μέλος της κυβέρνησης, θα είμαι δικαιότερος και φιλολαϊκότερος από το κατεστημένο πολιτικό προσωπικό. Η διαφορά τους είναι ότι ο μεν ηγούμενος αστειευόταν, ο Τσίπρας όμως τα πιστεύει στα σοβαρά.

Η προφητική αυτή αξίωση υπονοεί ότι υπάρχει μια εξω-ιστορική ουσία, το Αριστερό Ντάρμα, παραγόμενο από την τριβή με κινηματικές και αγωνιστικές διαδικασίες, το οποίο έχει τη δύναμη να κερδίσει την αυτοπαγίδευση της εξουσίας. Αυτό το Αριστερό Ντάρμα είναι προφανώς αποθηκεύσιμο: μια φορά στη ζωή σου να έρθεις σε επαφή μαζί του, θα διατηρηθεί και στο μέλλον η προνομιακή σου πρόσβαση σ’ αυτό, ανεξαρτήτως της μεταβολής των συνθηκών και του προσωπικού σου στάτους. Συνθηματικά, θα μπορούσαμε να πούμε: καθότι ο Λαλιώτης υπήρξε στα νιάτα του αγωνιστής και ήρωας, δεν μπορεί παρά να γίνει ένας τίμιος και αδιάφθορος υπουργός. Μία είναι η Αριστερά και προφήτης Της ο Τσίπρας.

Ίσως ο πρωθυπουργός αναπτύξει κάποτε αυτές του τις στάσεις, ίσως τις θεωρητικοποιήσει και φτιάξει έναν δικό του Βουδισμό με Ευγενές Οκταπλό Αριστερό Μονοπάτι. Προς το παρόν, μετά από έξι μήνες διακυβέρνησής του, τώρα που η Die Welt τον λέει κυρίαρχο του πολιτικού παιχνιδιού στη χώρα, «ισχυρό σαν βασιλιά», και οι Νew York Times τον λένε «ρεαλιστή με φρόνηση» από εκεί που κάποτε ήταν ένας ιδεαλιστής ριζοσπάστης, το Αριστερό Ντάρμα αποδεικνύεται μυστηριώδες για όλους εμάς, τους προσκολλημένους στον κόσμο των ψευδαισθήσεων, άγνωστες οι βουλές του.

«Αυτή η Βουλή δεν θα υπογράψει νέο μνημόνιο!» έλεγε θριαμβευτικά ο νικητής των τελευταίων εκλογών, ενώ στις 30 Ιανουαρίου μάς ενημέρωνε για ποιο λόγο θα είναι ένας ΡΙΖΙΚΑ διαφορετικός πρωθυπουργός από όλους τους προηγούμενους: «Οι προκάτοχοί μου επέλεξαν άλλα να λένε προεκλογικά και άλλα να κάνουν μετεκλογικά. Σκέφτομαι να πρωτοτυπήσω και να μείνω συνεπής στις δεσμεύσεις μου». Όλα αυτά, βλέπω, σήμερα τα αντιμετωπίζει με την τακτική: «Εντάξει, είπα και μια κουβέντα παραπάνω, μην το κάνουμε θέμα» («μην παραπέμπετε σε μια ομιλία μου του 2012, ας αφήσουμε το πλαίσιο αυτό της λαϊκίστικης προσέγγισης» είπε στη συνέντευξή του στο Κόκκινο, αυτο καταλαβαίνω ότι εννοεί). Δεν είμαστε αρκετά ώριμοι ακόμα για να διακρίνουμε τη διαφορά του ουσιώδους από το μη-ουσιώδες, των σοβαρών τοποθετήσεων από τους αυθόρμητους ενθουσιασμούς, στον λόγο του δαχτυλιδοκουβαλητή της Αριστεράς.

Πάντως, ακόμα πιο διαφωτιστικό είναι ότι το Αριστερό Ντάρμα περιλαμβάνει έναν ασαφή Χιλιασμό: όταν αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί στην Ευρώπη, όταν γίνουν διεθνώς περισσότερο ορατά τα αδιέξοδα της λιτότητας, όταν έρθουν στα πράγματα οι Ποδέμος, όταν αλλάξει η Ευρωζώνη... τότε θα ανατρέψουμε τα μνημόνια και θα μαλακώσει η σκληρή καρδιά των δανειστών. Κάποτε θα βρεθούν τα άστρα στη σωστή τους θέση. Βλέπω ότι ένα κομμάτι του προεδρικού ΣΥΡΙΖΑ όσο κι ο ίδιος ο Τσίπρας (συνέντευξη στο Κόκκινο: «Αυτό που μένει είναι η απόλυτη επιβεβαίωση σε διεθνές επίπεδο του αδιέξοδου δρόμου της λιτότητας») προβάλει συνεχώς αυτόν τον ασαφή Χιλιασμό, περιμένει τα άστρα να βρεθούν στη σωστή τους θέση.

Ακόμα πιο διαφωτιστικό όμως είναι όμως ότι το Αριστερό Ντάρμα δεν είναι εκδικητικό, περιλαμβάνει βουδιστική συμπόνοια για όλα τα πλάσματα της γης, ακόμα και για την ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ («δεν μπορεί η δικαίωση του αγώνα στις Σκουριές να ταυτίζεται με μια εκδικητική άποψη ότι οι εργαζόμενοι της εταιρείας πρέπει να μείνουν χωρίς δουλειά», συνέντευξη στο Κόκκινο).

Περιλαμβάνει επίσης μη-βία και Γκάντι: «Ο ρόλος του αστυνομικού δεν είναι να ξυλοκοπεί ή να δημιουργεί συνθήκες κατάλυσης της δημοκρατικής νομιμότητας μιας διαδήλωσης», σχολίασε ο πρωθυπουργός για τη διαδήλωση της 16ης Ιουλίου («ένιωσα ένα χτύπημα στην πλάτη και έπεσα κάτω. Ένας αστυνoμικός των MAT με κλώτσησε στo κεφάλι. Χτύπησαν τo κεφάλι μoυ στην πόρτα της κλούβας» κ.α.)

Τέλος, το Αριστερό Ντάρμα μιλάει κινέζικα: τώρα ο Τσίπρας σιν νιε χάου με τους ανθρώπους της κινέζικης κυβέρνησης, εκεί που πριν έξι χρόνια κατακεραύνωνε το πόδι που έβαλε η Cosco στον Πειραιά. Αυτά τα λόγια με σφίξανε σαν πένσα:

Ο ΡΕΑΛΙΣΤΗΣ
Θυμάσαι που υποσχόσουνα μια αλλιώτικη πορεία
Με πάθος και δεσμεύσεις, σαν αρχαία τραγωδία;
Τώρα κοκορεύεσαι απάνω στον εξώστη
Και μιλάς στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη.

Στη φίλη μου τη Ράνια που σ’ έχει ερωτευτεί
Θα σε καταγγείλω, πρόεδρε ρεαλιστή
Άσκοπα ελπίζει, θα πάω να της πω,
Απ’ αυτήν τη κότα κάποτε να δει αυγό.

Τίποτα πια δεν σ’ απειλεί, μόνος σου παίζεις τώρα
Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, την έσωσες τη χώρα
Κι ό,τι σε γλιτώνει και σου δίνει την αιτία,
Είναι που χρειάζεται κι αυτή η συμφωνία.

Ο πρώτος προβοκάτορας, το πρώτο τρολ μοιραία
Είναι η αφεντιά σου που αντιγράφει τον Ανδρέα.
Άλλαξες τροπάριο, η φρόνηση επενέβη
Σαν το δόγμα του ρεαλισμού που σε βολεύει.

Χαρά να σε γιαούρτωνα εκεί που ρητορεύεις
Που αυτοακυρώνεσαι και που εκλογικεύεις
Παίρνεις τις ελπίδες μου και μου τις κάνεις λιώμα
Έφτιαξες δικό σου μαγαζί μέσα στο κόμμα.


Το Άνισο Ζύγισμα

Μια φορά κι έναν καιρό, ένας βασιλιάς περιόδευε στη χώρα με τη συνοδεία του. Σε κάποια στιγμή, βλέπει έναν ψαρά να τραβάει τα δίχτυα του όμως να βγάζει ελάχιστα μόνο ψάρια. Ο βασιλιάς τον ρώτησε αν είναι ευχαριστημένος από τη δουλειά του κι αν τα βγάζει πέρα. 
-- «Δύσκολα...» απάντησε ο ψαράς. «Έχω οικογένεια με τέσσερα παιδιά. Δεν μπορούμε να χορτάσουμε ψωμί». Ο βασιλιάς τον συμπόνεσε και του είπε:
-- «Ρίξε πάλι τα δίχτυα σου στη θάλασσα. Κι όσα ψάρια βγάλεις, το βάρος τους θα σου το δώσω σε χρυσό». 
Συνοψίζω ένα παραμυθάκι από τη συλλογή Παλιές Πηλιορείτικες Ιστορίες του Παπαντώνη, έκδοση της Κοινότητας Πορταριάς, 2008. Ο Παπαντώνης ήταν ο Αντώνιος Μούχτης, 1855 – 1943, παπάς στην προπολεμική Πορταριά και ονομαστός παραμυθάς. Πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του, τα εγγόνια του Παπαντώνη κάθισαν μαζί και προσπάθησαν να θυμηθούν όσα περισσότερα παραμύθια του παππού μπορούσαν. Έτσι προέκυψε η συλλογή.
Χάρηκε ο ψαράς κι έριξε πάλι τα δίχτυα του στη θάλασσα. Όταν όμως μετά άρχισε να τα τραβάει, η χαρά του έσβησε καθώς τα έβλεπε να βγαίνουν άδεια. Τελικά δεν υπήρχε τίποτα μέσα στα δίχτυα, παρά μόνο ένα μάτι ψαριού, μεγάλο και στρογγυλό σαν χάντρα. 
Ο βασιλιάς διέταξε να βάλουν το μάτι στον ένα ζυγό της ζυγαριάς, κι αυτή αμέσως έγειρε προς τη μεριά του. Στον άλλο ζυγό ο βασιλιάς έριξε μια χρυσή λίρα, όμως το μάτι συνέχισε να βαραίνει περισσότερο. Έριξε κι άλλη λίρα, κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη, όμως η ζυγαριά έγερνε μόνιμα προς τη μεριά του ματιού. Όλοι απόρησαν και φοβήθηκαν. Οι σοφοί του παλατιού δεν μπορούσαν να δώσουν καμία εξήγηση. Κάποιος τότε πρότεινε να φέρουν έναν γέρο καλόγερο, ονομαστό για τις γνώσεις και τη σοφία του, που έμενε σ’ ένα κελί εκεί κοντά. Ο βασιλιάς διέταξε τους ανθρώπους του, αυτοί πήγαν στο κελί και μετά από λίγο έφεραν τον ηλικιωμένο καλόγερο. 
Τα περισσότερα παραμύθια του ο Παπαντώνης τα άκουσε από έναν περιπλανώμενο μοναχό ονόματι Γεδεών, που πέρασε από την Πορταριά κι εγκαταστάθηκε σ’ ένα κελί της εκκλησίας. Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ο μοναχός αυτός, από πού κατάγετο και πού άκουσε τα παραμύθια (ή μήπως τα έφτιαξε ο ίδιος;)
Ο καλόγερος είδε την κατάσταση, χαμογέλασε και πήρε μια φούχτα χώμα από κάτω. Την έριξε στο μάτι του ψαριού, το σκέπασε με χώμα, κι αμέσως η ζυγαριά έγειρε προς τον ζυγό με τις λίρες. Όλοι έμειναν κατάπληκτοι. Ο καλόγερος εξήγησε: 
-- Αυτό το μάτι του ψαριού είναι σαν το μάτι του ανθρώπου. Όσο είναι ανοιχτό, είναι αχόρταγο. Θέλει κι άλλα, κι άλλα, θέλει να συσσωρεύσει πλούτη, που όταν όμως έρθει η στιγμή και κλείσει τα μάτια του, δεν θα τα πάρει μαζί του. Τότε δεν θα ‘χουν καμία αξία γι’ αυτόν.
Ο βασιλιάς τ’ άκουσε κι έμεινε σκεπτικός. Ο ίδιος ήταν πολύ πλούσιος... Στο τέλος φώναξε τον ψαρά και του έδωσε όλες τις λίρες που ήταν πάνω στη ζυγαριά. 
Ωραίο παραμυθάκι, χριστιανικό, όμως όταν το διάβασα ένιωσα ότι κάτι μου θύμιζε. Κάπου είχα ξανακούσει κάτι παρόμοιο. Το βρήκα μετά από λίγο: ήταν μια ιστορία από τη Μαχαμπαράτα (την αποδίδω όπως ο Peter Brook στο ομώνυμο φιλμ, η καθαυτό ιστορία από το ινδικό έπος είναι μάλλον κουραστική, εγκεφαλική και μεγάλη):
Ο βασιλιάς Σίβι είχε τη φήμη του καλού και του δίκαιου. Μια μέρα, εκεί που καθόταν στην αυλή του, πέφτει ένα εξαντλημένο και κατατρομαγμένο περιστέρι στην αγκαλιά του. Ο βασιλιάς το συμπόνεσε και ορκίστηκε να το φροντίσει. Όμως ξαφνικά ακούει ένα άγριο κρώξιμο. Κοιτάζει και βλέπει πιο πέρα ένα γεράκι αποστεωμένο από την πείνα. 
-- «Δώσε μου αυτό το περιστέρι», είπε το γεράκι. «Είναι η λεία μου». 
Ο βασιλιάς Σίβι αρνήθηκε. Είπε ότι το περιστέρι πλέον βρισκόταν υπό την προστασία του κι ότι δεν θα το άφηνε να θανατωθεί. 
-- «Όμως», είπε το γεράκι, «αυτό σημαίνει ότι θα θανατωθώ εγώ από την πείνα. Καλώς ή κακώς η φύση μου είναι να κυνηγώ περιστέρια. Κι η ζωή του περιστεριού δεν είναι καλύτερη ή χειρότερη από τη δική μου». 
Ο βασιλιάς αναγνώρισε ότι το γεράκι είχε τα δίκια του, όμως αυτό ειδικά το περιστέρι δεν μπορούσε να του το δώσει.
-- «Ζήτα μου ό,τι άλλο θέλεις», είπε στο γεράκι. Το αρπαχτικό σκέφτηκε λίγο και στο τέλος απάντησε: 
-- «Μόνο ένα πράγμα μπορώ να δεχτώ αντί για το περιστέρι, μια που το πήρες υπό την προστασία σου. Θέλω ένα κομμάτι κρέας από το σώμα σου ίσο σε βάρος με το περιστέρι». 
Ο βασιλιάς Σίβι διέταξε να του φέρουν μια ζυγαριά κι ένα μαχαίρι. Έβαλε το περιστέρι (που έτρεμε ακόμα από τον φόβο) στον ένα ζυγό κι η ζυγαριά έγειρε προς το μέρος του πουλιού. Ο βασιλιάς υπολόγισε λίγο, και με μια αποφασιστική κίνηση έκοψε ένα κομμάτι κρέας από τον μηρό του. Το έβαλε στον άλλον ζυγό, όμως η ζυγαριά έγερνε ακόμα προς τη μεριά του περιστεριού. Ο βασιλιάς έκοψε κι άλλο κομμάτι κρέας, κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο, τα έβαλε στη ζυγαριά όμως το περιστέρι συνέχισε να είναι βαρύτερο. Στο τέλος ο καταματωμένος και ακρωτηριασμένος βασιλιάς ανέβηκε ο ίδιος στη ζυγαριά, όμως αυτή έγερνε πάντα προς τη μεριά του περιστεριού. 
Ο βασιλιάς σήκωσε τα μάτια του και είδε τα δυο πουλιά να στέκονται μπροστά του τυλιγμένα σε μια εξώκοσμη αύρα: ήταν θεϊκά όντα. 
-- «Το περιστέρι κι εγώ ήρθαμε να σε δοκιμάσουμε», είπε το γεράκι. «Ήρθαμε να δούμε τον πιο δίκαιο βασιλιά του κόσμου». 
Οι δύο ιστορίες έχουν αυτό το κοινό στοιχείο, το άνισο ζύγισμα. Κάτι που φαίνεται μικρό και ελαφρύ, παραδόξως αποδεικνύεται βαρύτατο στο φινάλε. Κάποια πράγματα στη ζωή έχουν τεράστιο ειδικό βάρος, πολύ περισσότερο από αυτό που νομίζουμε αρχικά.

Φυσικά, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι οι άγνωστοι συγγραφείς της Μαχαμπαράτα κι ο αγνώστων λοιπών στοιχείων καλόγερος Γεδεών (ή ο Παπαντώνης ή αυτός που είπε την ιστορία στον Γεδεών ή στον Παπαντώνη) έτυχε να έχουν παρόμοια έμπνευση. Εμένα πάντως η ομοιότητα των δύο ιστοριών μού φαίνεται μεγάλη για να είναι τυχαία. Από την άλλη, απίθανο να ήταν γνωστή η Μαχαμπαράτα στην προπολεμική Ελλάδα, αν και δεν έχω ιδέα πότε αποδόθηκε στα ελληνικά πρώτη φορά. Τι συμπέρασμα να βγάλω;

Σίγουρα ότι πολλά πράγματα στη ζωή δεν μπαίνουν εύκολα στο ζύγι και στο μέτρημα.

ΥΓ: Όποιος θέλει να διαβάσει την ιστορία του βασιλιά Σίβι όπως ακριβώς περιέχεται στη Μαχαμπαράτα, μπορεί να δοκιμάσει τις αντοχές του εδώ

Οι Χαμένοι Αγώνες

Από τη βραβευμένη έρευνα της K. Monroe, The Heart of Altruism (1996), Κεφ. 10:

Μπέτε (Γερμανίδα που διέσωσε Εβραίους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο): Ξέραμε τι θα συνέβαινε αν μας ανακάλυπταν. Θα μας έπαιρναν για εκτέλεση, κι εμάς και τα παιδιά μας. Το ξέραμε καλά αυτό. Αλλά όταν στέκονται στην πόρτα σου, με τη ζωή τους να κρέμεται από μια κλωστή, τι άλλο να κάνεις; Δεν γίνεται να τους εγκαταλείψεις.

Μπερτ (Ολλανδός που διέσωσε Εβραίους): Βοηθάς τους ανθρώπους γιατί είσαι κι εσύ άνθρωπος και βλέπεις ότι υπάρχει ανάγκη. Υπάρχουν πράγματα σ’ αυτή τη ζωή που πρέπει να τα κάνεις και τα κάνεις.

Λεόνι (Ολλανδή που διέσωσε Εβραίους): Όταν ένας άνθρωπος είναι αιμόφυρτος στο χώμα, πας και βοηθάς.

Μαργκώ (Ολλανδή που διέσωσε Εβραίους): Είναι σχεδόν αδύνατο να μη βοηθήσεις. Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, να εγκαταλείψεις κάποιον που κινδυνεύει. Δεν γίνεται.

Η K.Monroe επισημαίνει πως όλοι οι διασώστες όταν ρωτήθηκαν γιατί ριψοκινδύνευσαν τη ζωή τους να σώσουν αγνώστους, απάντησαν: «Μα τι άλλο να ‘κανα; Άνθρωποι ήταν, σαν κι εσένα, σαν κι εμένα».

Σε αντιδιαστολή, άλλοι που έβλεπαν τη δίωξη των Εβραίων και δεν έκαναν τίποτα, όταν ρωτήθηκαν σχετικά απάντησαν: «Μα τι να ‘κανα; Ήμουν μόνος απέναντι στους Ναζί».

Λοιπόν δεν είναι η νίκη, δεν αγωνιζόμαστε για τη νίκη. Είναι ότι ορισμένα πράγματα στη ζωή πρέπει να τα κάνεις. Άσχετα αν κερδίσεις, χάσεις ή τσακιστείς εντελώς. Αν αρχίσεις και σκέφτεσαι με όρους πιθανοτήτων και επιτυχίας, πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να κερδίσεις... άστα να παν. Δεν υπάρχει περίπτωση, θα καταλήξεις στο: «Μα τι να ‘κανα; Ήμουν μόνος απέναντι στους Ναζί». Θα βρεις τρόπο να το εκλογικεύσεις.

Οι χαμένοι αγώνες είναι αυτοί που έχουν αξία. Όταν ξέρεις ότι το παιχνίδι είναι σικέ, το έστησε ο Αχιλλέας Μπέος, ο διαιτητής είναι πληρωμένος, κι όμως συνεχίζεις να αγωνίζεσαι, τότε μόνο έχει αξία. Ποτέ από το χρέος μη κινούντες.

Μετά από χρόνια, θα κοιτάμε πίσω τη ζωή μας και θα ανακαλύπτουμε ελάχιστα από αυτά που τώρα θεωρούμε σημαντικά και πολύτιμα. Θα χαθούν τα πάντα αφήνοντας μόνο μια φτωχή ανάμνηση. Όλα φεύγουν... Όμως οι χαμένοι αγώνες θα μείνουν! Οι στιγμές που συνέχισες να αγωνίζεσαι ενώ ήξερες ότι το παιχνίδι είναι χαμένο, θα ζούνε ολοζώντανες στη μνήμη, σαν να ‘ταν χθες. Θα γίνουν η δική σου προσωπική αιωνιότητα (αυτό που ο Κίρκεγκορ έλεγε κάπου: «να ζήσεις την αιωνιότητα εδώ, σ’ αυτή τη ζωή»).

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
Ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες
...........................................
Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
Όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
Πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
Κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Οι Ανόητοι Που "Δεν Βλέπουν Τα Προφανή"

Μαζεύτηκαν με τις σφυρίχτρες τους για να διαδηλώσουν, πολλοί από αυτούς δεν είχαν ξαναδιαδηλώσει στη ζωή τους. Στην αρχή, εισέπραξαν έντονη ειρωνία για την κυριλέ εικόνα τους: διαδήλωση με γόβες και κουστούμια, γραβάτες, διάλειμμα για λάττε στα γύρω μαγαζιά... είναι σίγουρα ασυνήθιστο. Είχαν σαφή μεσοταξικό χαρακτήρα: σίγουρα η πλειοψηφία από τις σφυρίχτρες δεν ήταν άνθρωποι που δούλευαν χειρωνακτικά, αλλά άνθρωποι που είχαν συνηθίσει σε γραφείο, βιβλία και Η/Υ. Υψηλοί πολιτικοί θεσμοί, που υποτίθεται ότι είναι ουδέτεροι, δεν άντεξαν στον πειρασμό και πήραν θέση υπέρ αυτών. Δεν γνώρισαν αστυνομική καταστολή, η κυβέρνηση αποφάσισε να τους αντιμετωπίσει χωρίς γκλομπ, ΜΑΤ και δακρυγόνα - οι ίδιοι όμως το προσπέρασαν στο ντούκου αυτό και το ερμήνευσαν ως δικό τους κατόρθωμα, ότι πρώτη φορά γίνεται μια πολιτισμένη διαδήλωση, μια διαδήλωση διαφορετική από τις άλλες. Μαζί τους συν-σφύριξαν και μερικά γνωστά πολιτικά καθάρματα, όμως αυτούς δεν τους πείραξε πολύ, δεν αγανάκτησαν ιδιαίτερα που βρέθηκαν να συμπορεύονται με αχρείους της πολιτικής. Διότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα: έβλεπαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους ως ανόητους που «δεν καταλαβαίνουν τα προφανή» και κατέστρεφαν τη χώρα, οπότε έπρεπε να απομακρυνθούν το συντομότερο δυνατό.

Όχι, δεν μιλάω για τους Μένουμε Ευρώπη στην Ελλάδα. Μιλάω για τους μοναρχικούς («Κίτρινους») της Ταϊλάνδης. Και τις σφυριχτρικές συγκεντρώσεις τους το φθινόπωρο του 2014 που κατάφεραν να οδηγήσουν τη χώρα σε εκτροπή και να ρίξουν την εκλεγμένη κυβέρνηση:
«Είμαστε εδώ για να πάρουμε πίσω τη χώρα μας από την πλειοψηφία. Ως το πιο σημαντικό, μορφωμένο και ευκατάστατο 29% της χώρας, δεν θα ηρεμήσουμε μέχρι να επιβάλουμε το δικαίωμά μας να κυβερνήσουμε ως η δικαιωματική μειονότητα. Η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί από καλούς ανθρώπους που νοιάζονται για όλους, όχι μόνο για τον εαυτό τους. Κι εμείς, το 29%, είμαστε εδώ για να αντιπροσωπεύσουμε τα συμφέροντα όλων, είτε τους αρέσει είτε όχι» (η ιστοσελίδα είναι σατιρική, σαν το The Onion).  
Για την ιστορία, η πόλωση και το μίσος ανέβαινε κατακόρυφα στις συγκεντρώσεις των μοναρχικών. Όπως και ο σεξισμός: ξεκίνησε από αστειάκια και υπονοούμενα, όμως σύντομα τα σχόλια για τις γυναίκες των πολιτικών τους αντιπάλων, ειδικά γι’ αυτές, άρχισαν να φτάνουν σε επίπεδο γηπεδικής καφροσύνης. Όπως και η νοοτροπία ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Οι πολιτικοί τους αντίπαλοι, στο κάτω-κάτω, ήταν ένα μάτσο ανόητοι που δεν μπορούσαν να καταλάβουν ούτε τα προφανή, κατέστρεφαν τη χώρα. Ήταν καλό και σωστό να απομακρυνθούν πριν φέρουν τον τελειωτικό όλεθρο. Και καθότι οι μοναρχικοί δεν μπορούσαν να το καταφέρουν αυτό με τις εκλογές και τις κάλπες, άρχισε να μην τους κακοφαίνεται πολύ το να κλέψουν το αποτέλεσμα των εκλογών. Με τη στήριξη υψηλών πολιτικών θεσμών που, υποτίθεται, είναι ουδέτεροι, οι μοναρχικοί άρχισαν να αισθάνονται όλο και περισσότερο ότι πρόκειται για ειδική περίσταση που απαιτεί ειδικά μέσα, ότι δεν υπάρχει αντίφαση στο να ζητάς να σώσεις τη δημοκρατία βάζοντάς την στον γύψο, ούτε στο να γίνεσαι κάφρος για να υπερασπιστείς την ανώτερή σου καλλιέργεια, γνώση και μορφωτικό επίπεδο.

Στο κάτω-κάτω, οι πολιτικοί τους αντίπαλοι δεν ήταν άνθρωποι που μπορείς να συζητήσεις μαζί τους, ήταν επικίνδυνοι ανόητοι που «δεν βλέπουν τα προφανή».

Βολιώτες Δήμαρχοι

Ο ανταποκριτής του μπλογκ στον 20ο αιώνα κ. Κωνσταντίνος Καβάφης μάς έστειλε το ακόλουθο σχόλιο, σε ποιητική μορφή, για την τοπική αυτοδιοίκηση της χώρας:

ΒΟΛΙΩΤΕΣ ΔΗΜΑΡΧΟΙ 

Μαζεύθηκαν οι Βολιώτες
Να εκλέξουν δήμαρχο της πόλης,
Τον συριζαίο, τον ΝΔκράτη και τους άλλους κομματικούς.

Ο Αχιλλέας Μπέος στέκονταν πιο εμπροστά,
Πρώτος στις δημοσκοπήσεις,
Με τη δόξα του Ολυμπιακού Βόλου
Και την ανοιχτή στήριξη της ΧΑ.
Υποσχέθηκε να κάνει την πόλη Μονακό,
Να ξεκόψει από το σάπιο πολιτικό κατεστημένο,
Να είναι πιότερο από τους μικρούς,
Να είναι ο Δήμαρχος των Δημάρχων.

Οι Βολιώτες ένοιωθαν βέβαια
Που ο άνθρωπος αυτός ήταν υπόκοσμος.

Aλλά οι παλιοί κομματικοί δήμαρχοι ήταν απαξιωμένοι,
Η προεκλογική καμπάνια του Μπέου εντυπωσιακή,
Η πορεία του Ολυμπιακού Βόλου ένα
Θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης:
Σούπερ Λιγκ, νίκησε και την ΑΕΚ,
(Κι αν κατηγορούν τον Μπέο για στημένα
Μήπως είναι ο μόνος; Μήπως οι άλλοι δεν στήνουν;)
Κ’ οι Βολιώτες έτρεχαν πια στην εορτή,
Κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν, και ψήφιζαν
Γοητευμένοι με την ωραία εικόνα—
Μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
Τι υπόκοσμος που ήταν αυτός ο δήμαρχος.

Τα Κόμματα Και Τα Μαχαίρια

Αφορμή αυτού του κειμένου ήταν μια ιντερνετική συζήτηση για τα αριστερά / επαναστατικά κόμματα, τη χρησιμότητα και τους περιορισμούς τους. Μια άποψη που διατυπώθηκε ήταν ότι τα κόμματα αυτά είναι εργαλεία, όπως το μαχαίρι που μπορείς να το χρησιμοποιήσεις για να κόψεις ψωμί ή λαιμούς. Τα κορμιά και τα μαχαίρια, έλεγε το τραγούδι της Αρβανιτάκη, αν βρεθούν σε λάθος χέρια, κάποιος χαλασμός θα γίνει και ποιος φέρει την ευθύνη. Το ίδιο και τα κόμματα: είναι οργανώσεις για την προώθηση κάποιων ιδεωδών, που απλά μπορεί να βρεθούν σε λάθος χέρια και να εκτροχιαστούν από τους σκοπούς τους. Μια άλλη άποψη που διατυπώθηκε ήταν ότι τα πράγματα είναι πιο σύνθετα.

Εδώ θα υποστηρίξω το δεύτερο: ένα κόμμα δεν είναι εργαλείο «όπως το μαχαίρι». Στην πραγματική ζωή τα πράγματα είναι αρκετά πιο πολύπλοκα, τόσο στα κόμματα όσο και στα μαχαίρια. Για να ξεκινήσουμε, ούτε καν το ίδιο το μαχαίρι δεν είναι εργαλείο «όπως το μαχαίρι»:


Τα Μαχαίρια
Μπορεί να έχετε ακούσει τη γνωστή φράση της Σου Τσι: «Δεν είναι το ίδιο ένας άνθρωπος με όπλο στο χέρι κι ένας χωρίς όπλο. Αυτός ο δεύτερος προσπαθεί περισσότερο να χρησιμοποιήσει το μυαλό του, τη συμπόνοια του και την ευφυΐα του για να βρει λύση σε μια διένεξη». Δηλαδή όταν είσαι οπλισμένος, τείνεις να κολλάς ανυποχώρητα στη δική σου θέση. Δεν είναι καν ανάγκη να χρησιμοποιήσεις το όπλο: και μόνο που το φέρεις, αλλάζει όλη η στάση σου. Όταν όμως δεν είσαι οπλισμένος, τείνεις να καταβάλεις προσπάθεια να κατανοήσεις τον άλλον, την οπτική του γωνία, να τον πείσεις, να τον συγκινήσεις, να τον γοητεύσεις, να τον κάνεις να δει τη δική σου πλευρά... τέτοια πράγματα. Το όπλο είναι σαν την πρέζα: δεν είσαι ο ίδιος άνθρωπος πριν και μετά την κατοχή της.

Κάτι παρόμοιο επισημαίνει κι ο Evan Selinger: «Όταν κάποιος έχει όπλο, ο κόσμος όλος αλλάζει γι’ αυτόν ... είναι ευκολότερο να γίνει παράτολμος και θερμοκέφαλος». Δηλαδή, το αντίθετο από αυτό που λέει η Αρβανιτάκη (τα κορμιά και τα μαχαίρια, αν βρεθούν σε λάθος χέρια κ.λπ.): είναι το ίδιο το μαχαίρι που κάνει το χέρι πίσω του να γίνει λάθος.

Το ίδιο επισημαίνει και ο Jay Livingston. Κάτι πολύ σάπιο μοιάζει να υπάρχει στην αμερικάνικη κοινωνία... Αστυνόμοι σκοτώνουν πολίτες σε ποσοστά αδιανόητα για την Ευρώπη (αλλά και πολίτες σκοτώνουν αστυνόμους σε εξίσου αδιανόητα ποσοστά), μαθητές ανοίγουν πυρ στο σχολείο κι όποιον πάρει ο χάρος, τι στο καλό συμβαίνει; Είναι οι αμερικάνοι μαθητές, αστυνόμοι, πολίτες πιο ανισόρροποι από αυτούς της Ευρώπης; Είναι περισσότερες οι διαλυμένες οικογένειες, οι ακατάλληλοι γονείς, οι ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις; Μήπως είναι η βία που απεικονίζεται στην TV, σε ταινίες και σε βιντεοπαιχνίδια; Τίποτα από αυτά, λέει ο Jay Livingston: απλά στις ΗΠΑ κυκλοφορούν πολλά όπλα.
«Πιστεύω ότι αυτό που εξηγεί ένα μεγάλο μέρος της διαφοράς ΗΠΑ/Βρετανίας [στους θανάτους πολιτών από αστυνόμους και αστυνόμων από πολίτες] είναι τα όπλα. Οι περισσότεροι Βρετανοί αστυνόμοι δεν οπλοφορούν ... Όσο πιο πολλοί αστυνόμοι με όπλα, τόσο περισσότεροι θάνατοι. Αλλά και όσο περισσότεροι πολίτες με όπλα, τόσο περισσότεροι σκοτωμένοι αστυνομικοί. Χάρη στη βιομηχανία των όπλων και στα φερέφωνά της, οι Αμερικάνοι αστυνομικοί δουλεύουν σε ένα περιβάλλον πλούσιο σε όπλα» (από εδώ). 
Το ίδιο και για τα μακελειά στα σχολεία. Συνήθως την επομένη του μακελειού, ο αμερικάνικος Τύπος προσπαθεί να καταλάβει τι ήταν αυτό που έκανε έναν νορμάλ, κατά τεκμήριο, μαθητή να διαπράξει τέτοιο έγκλημα. Τελικά, αυτά που συνήθως ανακαλύπτει είναι τετριμμένα: κάποιος καυγάς με τους συμμαθητές ή τους γονείς του, μια συναισθηματική απογοήτευση, άντε κάποιο ρατσιστικό σχόλιο. Τα ίδια ακριβώς βάσανα που ταλανίζουν εκατομμύρια μαθητές σε όλον τον κόσμο όμως δεν καταλήγουν σε μακελειά. Δηλαδή, δε σημαίνει αναγκαστικά ότι οι ΗΠΑ έχουν περισσότερα ανισόρροπα παιδιά. Σημαίνει απλά ότι στις ΗΠΑ είναι πολύ πιο εύκολο για έναν μαθητή να βρει όπλο και να κάνει πρώτο θέμα στις ειδήσεις τα προβλήματά του – τα ίδια ακριβώς προβλήματα που μοιράζεται με αμέτρητους μαθητές σε όλον τον κόσμο. Δεν είναι ένα όπλο που βρέθηκε σε λάθος χέρια, είναι ότι το ίδιο το όπλο κάνει το χέρι πίσω του να γίνει λάθος:
«Η σημαντική διαφορά [των ΗΠΑ από την Ευρώπη] μοιάζει ότι είναι τα όπλα. Αυτός είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο ... Κι όταν η παρουσία του ελέφαντα δεν μπορεί πλέον να περάσει απαρατήρητη, τότε οι εκπρόσωποι του ελέφαντα βιάζονται να μας πουν ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να συζητήσουμε για την οπλοκατοχή. Οπότε μιλάμε για βίαια βιντεοπαιχνίδια, για ψυχολογικές εκτιμήσεις, για ακατάλληλους γονείς και οτιδήποτε άλλο, μέχρι να γίνει το επόμενο μακελειό» (από εδώ)  
Λοιπόν, τα μαχαίρια και τα όπλα δεν είναι ουδέτερα αντικείμενα τα οποία μπορεί κάποιος, ανάλογα με το ηθικό του φορτίο, να χρησιμοποιήσει για οφέλιμους ή καταστρεπτικούς σκοπούς. Η ίδια η κατοχή (ή η εύκολη πρόσβαση) σ’ ένα όπλο κάνει τον κάτοχο να σκέφτεται διαφορετικά, να αντιλαμβάνεται κάποιες μόνο δυνατότητες σε μια διένεξη, αυτές κι όχι άλλες. Η παρομοίωση με την πρέζα είναι καταλληλότερη εδώ.

Η παρομοίωση με την πρέζα είναι επίσης καταλληλότερη και για τα (αριστερά / επαναστατικά) κόμματα.


Τα Κόμματα
Στον Πολίτη Κέιν, ο Όρσον Ουελς παρουσίαζε την περίπτωση ενός ανθρώπου που από αντισυστημικός και ριζοσπάστης, μετατράπηκε σταδιακά σε μέρος του συστήματος το οποίο κάποτε πολεμούσε. Δεν ήταν κάτι που έκανε συνειδητά, δεν αποφάσισε κάποια στιγμή να αλλοτροιωθεί και να ξεπουληθεί. Αντίθετα, συνέχισε να παραμένει ειλικρινής και γνήσιος ως το τέλος. Ούτε ο ίδιος όμως δεν κατάλαβε πώς άλλαζε σταδιακά η νοοτροπία του, πόσο εκλογίκευε τις ηθικές υποχωρήσεις του και τις δικαιολογούσε στον εαυτό του. Ας το βαφτίσουμε αυτό «κεϊνοποίηση»: η ειλικρινής, ασυνείδητη και σε βάθος χρόνου μετατροπή κάποιου σε Πολίτη Κέιν. Τα περιστατικά στην ταινία είναι βέβαια φανταστικά...

Ας πάμε σε πραγματικά περιστατικά. Ο Josep Llobera στο The God of Modernity κάνει μια ωραία παρατήρηση για το πώς άλλαζε η έννοια της λέξης «επαναστατικός» κατά την πορεία της Γαλλικής Επανάστασης. Στα πρώτα χρόνια, μέχρι περίπου το 1792, «επαναστατικός» σήμαινε ό,τι ευθυγραμμιζόταν με τις νέες αξίες, νοοτροπίες, θεσμούς, ιδέες που βγήκαν εκρηκτικά στην επιφάνεια (π.χ. «επαναστικό κείμενο» = κάποιο που αρνείτο τα εκ γενετής προνόμια των αριστοκρατών). Από το 1792 και μετά, «επαναστατικός» άρχισε να σημαίνει οτιδήποτε βοηθούσε στην επιβίωση της ίδιας της Επανάστασης, στην άμυνά της από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς (π.χ. «επαναστατικό μέτρο» = μέτρο ενάντιο στους Γιρονδίνους). Η Γαλλική Επανάσταση ήταν ένα ζώο που γεννήθηκε να υπηρετήσει κάποιους διακηρυγμένους στόχους, πολιτικούς και κοινωνικούς, κατά την πορεία όμως απέκτησε τους δικούς του σκοπούς και προτεραιότητες, τη δική του ζωή. Δεν το λέω ως αναγκαστικά κακό, απλά ως κάτι που συμβαίνει. Δηλαδή, δεν είναι ότι η Επανάσταση βρέθηκε σε λάθος χέρια, όπως στο τραγούδι της Αρβανιτάκη, είναι ότι η ίδια η Επανάσταση αλλάζει τα χέρια πίσω της.

Ας πάμε όμως και στον κόσμο των ΜΚΟ. Διάβασα εδώ τον Κάρλο Πετρίνι να λέει για «τις μεγάλες ΜΚΟ που ξεκίνησαν με ευγενή κίνητρα και κατέληξαν να αποτελούν οργανώσεις που ενδιαφέρονται μόνο να πληρώνουν τους μισθούς στους υπαλλήλους τους». Αυτή είναι και η εικόνα που έχω σχηματίσει εγώ για τις ΜΚΟ στον Τρίτο Κόσμο. Οι περισσότερες από αυτές ξεκινάνε να βοηθήσουν εκεί όπου υπάρχει ανάγκη (στους πρόσφυγες, στα ορφανά, στα απειλούμενα είδη, στους αλκοολικούς κ.α.) και πράγματι, κατά τα αρχικά τους βήματα, κάνουν σημαντική δουλειά. Στην πορεία όμως τα πράγματα αλλάζουν. Οι ΜΚΟ παύουν να είναι κάτι αφοσιωμένο στην υπηρεσία ενός σκοπού και μετατρέπονται οι ίδιες σε αυτοσκοπό. Δηλαδή, λειτουργούν με τέτοιον τρόπο ώστε όχι ακριβώς να κάνουν δουλειά αλλά να συνεχίζει να υπάρχει το μαγαζί. Τα έγραφα εδώ αναλυτικότερα, εν συντομία το θέμα έχει ως εξής:

Πίσω από πολλές ΜΚΟ είναι άνθρωποι που ξεκινάνε με ιδεαλισμό και αυταπάρνηση. Βάζουν χρήματα από την τσέπη τους, δουλεύουν αμέτρητες ώρες και τους χάνουν από τα σπίτια τους. Σε κάποια στιγμή όμως κουράζονται. Έχουν και μια προσωπική ζωή, μια οικογένεια, μια δουλειά, δεν είναι δυνατόν να τα θυσιάζουν συνεχώς ούτε να λείπουν όλα τα βράδια από το σπίτι ούτε μόνιμα να βάζουν χρήματα από την τσέπη τους. Άνθρωποι είναι κι αυτοί στο κάτω-κάτω. Οπότε κεϊνοποιούνται. Δηλαδή, μεταμορφώνονται και μαθαίνουν την υψηλή τέχνη του να υποβάλουν πειστικές αιτήσεις χρηματοδότησης σε οργανισμούς ή ιδιώτες (συνοδευόμενες από τα κατάλληλα βιογραφικά, συστατικές επιστολές, εχέγγυα). Αιτήσεις που ζητάνε χρήματα και υπόσχονται κάποιο αποτέλεσμα, διατυπωμένες με τον σωστό τρόπο ώστε οι ΜΚΟ να μπορούν να λένε τελικά ότι κατάφεραν τον στόχο τους – όχι να καταφέρουν τον στόχο τους, αλλά να μπορούν να το λένε. Στη ζωή υπάρχει αβυσσαλέα διαφορά ανάμεσα στο «έκανα το Χ» και στο «μπορώ να λέω ότι έκανα το Χ». Οπότε η ΜΚΟ συνεχίζει να υπάρχει, συνεχίζουν να πληρώνονται οι υπάλληλοι και οι λογαριασμοί, να έχει μελάνια ο εκτυπωτής, τα πρότζεκτ συνεχίζουν να καταλήγουν μια τρύπα στο νερό, κι ο ΟΗΕ συνεχίζει να προβληματίζεται ότι κάθε χρόνο πετιούνται δισεκατομμύρια δολάρια για την καταπολέμηση της φτώχειας στον Τρίτο Κόσμο με πενιχρά αποτελέσματα. Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.

Λοιπόν, κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τα κόμματα. Ο Περισσός είναι ένα οικείο σε όλους μας παράδειγμα. Στο κομματικό website διαβάζω για το ΚΚΕ: «έχει στρατηγικό στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού – κομμουνισμού», «συμμαχία και πάλη για την ανατροπή». Πράγματι, αυτοί είναι οι διακηρυγμένοι στόχοι του Περισσού. Δεν αμφιβάλλω ότι όλα ή τα περισσότερα στελέχη του κόμματος το πιστεύουν με την καρδιά τους. Ο πραγματικός όμως στόχος του Περισσού είναι άλλος και είναι πολύ πιο απλός: να συνεχίσει να υπάρχει το μαγαζί. Ακόμα και στο εντελώς πρακτικό επίπεδο: μισθοδοσία, να πληρώνονται οι λογαριασμοί, να κυκλοφορεί ο Ριζοσπάστης, να έχει μελάνια ο εκτυπωτής κ.λπ. Σε στρατηγικό επίπεδο, το να συνεχίσει να υπάρχει το μαγαζί μεταφράζεται: να φαίνεται ότι έχει λόγο ύπαρξης η κομματική γραφειοκρατία, οπότε γνώμονας στις τοποθετήσεις και τις αποφάσεις του Περισσού είναι ότι αυτές πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να διακρίνουν το κόμμα από οτιδήποτε το απειλεί στα δεξιά του (εύκολο) ή στα αριστερά του (πιο δύσκολο). Ακόμα κι αν αύριο πράγματι συνέβαινε η ανατροπή του καπιταλισμού και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού – κομμουνισμού, ο Περισσός θα την αρνείτο και θα έβρισκε προβλήματα, διότι αλλιώς θα έπαυε να έχει λόγο ύπαρξης η κομματική γραφειοκρατία.

Για να μην κολλήσουμε στον Περισσό, κάτι αντίστοιχο διαφαίνεται επίσης και στον ΣΥΡΙΖΑ, στην ηγετική ομάδα γύρω από τον Τσίπρα. Και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ επίσης: μοιάζει ότι ο λόγος ύπαρξής της είναι να λέει 2 εκεί που ο ΣΥΡΙΖΑ λέει 1. Αν, στο ίδιο θέμα, ο ΣΥΡΙΖΑ αύριο βγει και πει 2, τότε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πει 3 μόνο και μόνο για να υπερθεματίσει έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Είπαμε όμως: πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει το μαγαζί. Τα κόμματα, όπως και τα μαχαίρια, αλλάζουν τους ανθρώπους από πίσω τους.

Να μην παρεξηγηθώ: δεν λέω αναγκαστικά ότι όλα τα (αριστερά / επαναστατικά) κόμματα είναι μοιραίο να αποτύχουν να υπηρετήσουν τους διακηρυγμένους στόχους τους. Δεν λέω κάτι τέτοιο. Μπορούν πράγματι να τους υπηρετήσουν, όμως με τον τρόπο της γλάστρας που ποτίζεται μαζί με τον βασιλικό. Οι διακηρυγμένοι στόχοι είναι η γλάστρα, ο βασιλικός είναι να μην κλείσει το μαγαζί. Πρακτικά μιλώντας, αυτό σημαίνει ότι όλο και περισσότερα μέλη και στελέχη θα αρχίσουν, σταδιακά και ασυνείδητα, να ταυτίζουν την επιβίωση του κόμματος με τις διακηρυγμένες ιδέες του, να εκλαμβάνουν αυτό που θίγει τα κακώς κείμενα μέσα στο κόμμα ως κάτι που επιτίθεται στις διακηρυγμένες ιδέες, να βλέπουν ως «επαναστατικό» όχι ακριβώς αυτό που είναι όντως επαναστατικό αλλά αυτό που βοηθάει το μαγαζί να συνεχίσει να υπάρχει. Όπως ακριβώς έγινε με τους Γάλλους επαναστάτες. Δεν είμαι καν σίγουρος ότι είναι αντι-λενινιστικό αυτό που λέω. Δεν αρνούμαι αναγκαστικά την ιδέα της επαναστατικής πρωτοπορίας και του κόμματος-ως-προμαχώνα-της-επανάστασης, λέω μόνο ότι στην πραγματική ζωή... δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα.

(Παρένθεση: Στη ζωή δεν χάνεις ποτέ άμα στοιχηματίσεις ότι, σε οποιοδήποτε θέμα, τα πράγματα στην πράξη θα αποδειχθούν σημαντικά πιο πολύπλοκα από ό,τι στις πρότερες θεωρητικές & στοχαστικές συλλήψεις. Είναι στοίχημα με 100% σίγουρη απόδοση)

Μακάρι η ζωή να ήταν τόσο ευθύγραμμη, οι φωτισμένες συνειδήσεις, ενισχυμένες μέσα από την οργάνωση ενός κόμματος, να μεταφράζονταν απευθείας σε εναρμονισμένα αποτελέσματα. Μακάρι. Στην πραγματική ζωή, τα κόμματα τείνουν να αποκτούν τη δική τους συνείδηση, μόνο και μόνο επειδή παγιώθηκαν ως κόμματα. Τα μέλη κεϊνοποιούνται, τόσο τα στελέχη όσο και η βάση, χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά ότι ξεπουλιούνται και προδίδουν την επαναστατική ιδέα• μπορεί να συνεχίζουν να υπηρετούν την επαναστατική ιδέα, όμως ως παραπροϊόν, με τον τρόπο της γλάστρας που ποτίζεται κοντά στον βασιλικό. Κι αυτό μπορεί να είναι από ελάχιστα κακή έως εξαιρετικά κακή είδηση, ανάλογα με την περίπτωση. Απλά ας μην ξεχνάμε ότι ο πρωταρχικός σκοπός ενός κόμματος είναι πάντα να συνεχίσει να υπάρχει το μαγαζί. Όλα τα υπόλοιπα έπονται.

Τελικά, οι παραπάνω επισημάνσεις δεν είναι άσχετες με παρόμοιες κριτικές που έχουν διατυπωθεί για τον θεσμό της γραφειοκρατίας. Όλες οι μεγάλες γραφειοκρατίες – ΜΚΟ, κόμματα, Εκκλησία, ΟΗΕ, οτιδήποτε – υπόκεινται σε παρόμοια φαινόμενα, παρουσιάζουν παρόμοιες εγγενείς τάσεις, άσχετα ποιοι είναι οι τυπικοί στόχοι τους. Δηλαδή τείνουν να αποκτούν τη δική τους ζωή, να αναδεικνύουν τις μετριότητες (Peter Principle: τα μέλη μιας ιεραρχίας προωθούνται μέχρι τη βαθμίδα που ταιριάζει στην ανικανότητά τους), και να γίνονται αυτοσκοπός οι ίδιες από εκεί που κάποτε ήταν μέσο στην υπηρεσία ενός σκοπού.


Υστερόγραφο 
ΥΓ 1. Οι παραπάνω επισημάνσεις για τα μαχαίρια είναι ουσιαστικά η ψυχολογική σχολή των Barker & Gibson για την οπτική αντίληψη: η χρήση εργαλείων αλλάζει τον χρήστη, τον κάνει να συνειδητοποιεί άλλες δυνατότητες δράσης, να βλέπει έναν διαφορετικό κόσμο. Προτίμησα να τα πω με απλά λόγια και παραδείγματα. 

ΥΓ 2. Οι παραπάνω επισημάνσεις για τα κόμματα είναι αυτό που στη Θεωρία της Πράξης των Argyris & Schön ονομάζεται espoused theory σε αντιδιαστολή με το theory in-use: το πρώτο είναι αυτό που θεωρούμε ότι κάνουμε, ο τρόπος που θεωρούμε ότι λειτουργούμε, αυτό που διακηρύσσουμε στους άλλους• το δεύτερο είναι αυτό που όντως κάνουμε. Πάντα υπάρχει διάσταση ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο, τόνιζαν οι Argyris & Schön. Προτίμησα να τα πω με απλά λόγια και παραδείγματα.