Ζόμια

Μια μικρή παρουσίαση για τη δουλειά του James C. Scott. Δε λέω ότι ο άνθρωπος και το έργο του είναι σε όλα τέλεια, όμως κατά την ασιατική μου εμπειρία σκόνταψα πάνω σε κάποιες ιδέες του, και πραγματικά τις βρήκα χρήσιμες για την κατανόηση του ασιατικού (κι όχι μόνο) φαινομένου. 

Ας ξεκινήσουμε μ’ ένα παράδειγμα: 

 


 

Αυτός είναι ένας τυπικός χάρτης, συγκεκριμένα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο της ακμής της (16ος – 17ος αιώνας). Έχουμε δει μπόλικους τέτοιους χάρτες κρατών, αυτοκρατοριών, πολιτισμών κ.λπ. σε βιβλία σχολικά και πανεπιστημιακά, και μάθαμε να τους πιστεύουμε (πήρα τον εν λόγω χάρτη από τη Wikipedia, τυχαίο παράδειγμα είναι, θα μπορούσε οποιοσδήποτε άλλος). 

Κι όμως, όλοι αυτοί οι χάρτες παραπλανούν. 

Δε μας δείχνουν πόσοι πολλοί άνθρωποι ζούσαν τότε, ουσιαστικά, εκτός του οργανωμένου κράτους, όποιο και να ‘ταν αυτό, παρόλο που τυπικά εντάσσονταν στην επικράτειά του, στη γραμμοσκιασμένη περιοχή του χάρτη. Έρημοι, αγριότοποι, δάση, βουνά, ζούγκλες: όλα αυτά ήταν φυσικά καταφύγια για διάφορους εξωκρατικούς – που συνήθως βαφτίζονταν «άγριοι», «βάρβαροι», «πρωτόγονοι», «ανυπότακτοι», «φυλές των βουνών», «απολίτιστοι», κι άλλα τέτοια που δε συνάδουν με προγράμματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. 

Επίσης, οι χάρτες αυτοί δε μας λένε πόσοι πολλοί άνθρωποι... έφευγαν! Απλά έφευγαν από τις πόλεις του οργανωμένου κράτους, με τις ιεραρχίες, τις φορολογίες, τις γραφειοκρατίες, τις υποχρεωτικές στρατεύσεις, τους θεσμούς και τις αστυνομίες τους, πήγαιναν στα φυσικά καταφύγια κι έχτιζαν μια διαφορετική ζωή εκεί: «Τουλάχιστον αυτοί σώθηκαν από τις ευλογίες του πολιτισμού!» 

Κανονικά, όλοι αυτοί οι χάρτες θα έπρεπε να είχαν ξεθωριασμένα μπαλώματα μέσα στις επικράτειές τους για τα φυσικά καταφύγια που προσέφεραν άσυλο σε εξωκρατικούς. Επίσης, θα έπρεπε να είχαν βελάκια από τις πόλεις προς τα μπαλώματα: ροές ανθρώπων που, σε βάθος αιώνων, αρνιόντουσαν τις ευλογίες του πολιτισμού. Μόνο έτσι οι χάρτες δε θα παραπλανούσαν. 

Ορόσημο στην αναγνώριση αυτής της παραπλάνησης ήταν το έτος 2009, τότε που βγήκε το βιβλίο του James C. Scott: The Art of Not Being Governed. Σ’ αυτό, ο συγγραφέας ασχολείται με τους ορεσίβιους της ΝΑ Ασίας, τους «Ινδιάνους» του τόπου, που ακόμα και σήμερα ζούνε στις ζούγκλες των ατέλειωτων οροσειρών που σχηματίζουν τα Ιμαλάια. Δεν είναι πρωτόγονοι που έχασαν το τρένο του πολιτισμού• αντίθετα, πρέπει να τους δούμε ως συνειδητούς φυγάδες, που δέχτηκαν τη σκληρή ζωή της ζούγκλας προκειμένου να ξεφύγουν από τις πόλεις των πεδιάδων και τις κυβερνήσεις τους. Μέσα σε πολλούς αιώνες, οι Ινδιάνοι αυτοί ανέπτυξαν γλώσσες, οικονομίες, καλλιέργειες, ανιμισμούς και τρόπους ζωής κατάλληλους ώστε να κρατήσουν μακριά το οργανωμένο κράτος από τα χωριά τους. Μ’ άλλα λόγια... 

Καλωσήρθατε στη Ζόμια! Στην αναρχική χώρα για την οποία δε μάθατε ποτέ!  

 

Η Ζόμια, το πιο όμορφο μέρος του κόσμου

 

Η Ζόμια σήμερα μοιράζεται σε 9 επίσημα κράτη (Βιρμανία, Ταϊλάνδη, Λάος, Νότια Κίνα, Βιετνάμ, περιοχές του Μπαγκλαντές, Καμπότζη, περιοχές του Νεπάλ και του Μπουτάν), έχει περίπου το μέγεθος της Ευρώπης κι ενδεχομένως πάνω από 100.000.000 πληθυσμό (ο ακριβής πληθυσμός της Ζόμιας είναι κρατικό μυστικό που δεν αποκαλύπτεται ποτέ σε μας τους ξένους), ενώ είναι έντονα ορεινή: Εδώ επάνω στα βουνά δε δίνω διάρα τσακιστή για ό,τι έχει κερδηθεί, για ό,τι έχει πια χαθεί.  

Κατά τον James C. Scott, οι Ζόμιοι απέφυγαν το οργανωμένο κράτος επί 2.000 χρόνια – μήπως και περισσότερα; Η Ζόμια είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που δεν είναι χώρα: δεν έχει πρωτεύουσα, σημαία, εθνικό ύμνο, επίσημο νόμισμα (αντί γι’ αυτό έχει δώρα: Gift Economy), δεν έχει σαφώς οριοθετημένα σύνορα, δεν εκπροσωπείται στον ΟΗΕ, δεν αναγνωρίζεται καν απ’ αυτόν. Το διαβατήριο στη Ζόμια είναι η εμπιστοσύνη: ο τρόπος για να πάρεις βίζα, άδεια μετακίνησης κι άδεια παραμονής είναι να κερδίσεις την εμπιστοσύνη των τοπικών Ζόμιων. Οι οποίοι έχουν «όση ιστορία χρειάζονται» για ν’ αποφεύγουν το οργανωμένο κράτος, και την υπόλοιπη τη συμπληρώνουν με έναν ΑΣΤΕΙΡΕΥΤΟ πλούτο προφορικών παραδόσεων.  

Κάτι ξέρω απ’ αυτόν τον πλούτο. Ήμουν την Άνοιξη του 2014 σε μια μάζωξη ηλικιωμένων αρχηγών Καρέν από πολλά μέρη της Ταϊλάνδης, με σκοπό να συγκεντρώσουν τη διασπαρμένη τους προφορική παράδοση – στη γλώσσα Καρέν ονομάζεται Μπο Τα. Είχα αναφέρει σχετικά εδώ. Ήταν γοητευτικό να βλέπεις να σχηματίζεται σιγά–σιγά μια μεγάλη εικόνα μέσα από μύθους, θρύλους, παραμύθια κι ιστορίες διαφόρων περιοχών. Κάτι συναρπαστικό γεννιόταν. Όμως πριν προλάβει να μεταφραστεί αυτή η εικόνα στα επίσημα Ταϊλανδικά και στα Αγγλικά, την έπνιξε το πραξικόπημα του 2014. Μπορεί και να χάθηκε για πάντα. Τα γνωμικά κι οι παροιμίες που αναφέρω στο παραπάνω λινκ είναι ό,τι πρόλαβα να σώσω.    

Περίπτωση Ζόμιας ήταν κι η εμπειρία του Κροπότκιν κατά τις γεωγραφικές του αποστολές στη Σιβηρία το 1864: «Οι χωρικοί στα χωριά που πήγε βοηθούσαν συνεχώς ο ένας τον άλλον κατά την πάλη τους με το αδυσώπητο περιβάλλον της Σιβηρίας. Πολύ περισσότερο, ο Κροπότκιν παρατήρησε μια συσχέτιση αυτής της αλληλοβοήθειας με την απόσταση του χωριού από εκεί που έφταναν τα χέρια της κυβέρνησης. Στη Σιβηρία έχασα όποια πίστη είχα προηγουμένως στην κρατική πειθαρχία» (από εδώ).    

*   *   *

Στα καθ’ ημάς, θα πρέπει να δούμε την ελληνική Ζόμια στους παλιούς Βλάχους και στους Σαρακατσαναίους: 

Στου γύρ’ζμα ιμένα μ’ έπιασαν αυτοίνοι (οι αντάρτες). Ήταν μπλούκι μιγάλου. 

- Πού πας; Μου ‘παν. 

- Α! Ιδώ. Έχου κι κάτι πράματα. 

- Σι θέλουμε. Θα σι πάρουμι κουντά μας. Θα μας πας ικεί. Απ’ τ’ Κούστια πίσου, σια κει στου Μακρίνου. 

Μιτά ιγώ τ’ς είπα να φύγου, να πάου στα πρόβατα. 

- Όχι. Θα κάτσεις ιδώ. 

Έκατσα πόση ώρα. Τι να κάμου τώρα, σκέφτουμαν. Δε μπόρ’γα να φύγου. Μι φύλαγαν τέσσερις. 

- Τώρα, λέου ιγώ. Διψάου. Θέλου νιρό. Να πάου να πιού λίγου νιρό ικεί πέρα. 

- Σύρι, μ’ λέει. 

Πήγα μοναχός μ’, ικεί είχι λόγγου. Ουξιές. Πήγα κει να πιού νιρό. Έσκυψα κι έκανα ότι έπ’να νιρό. Σ’κώθ’κα κουντά. Έκαμα λίγου λουξά κι έφ’κα. 

- Τι να κάμου τώρα; Πού να πάου; Κι πού θα πέσου; Κάνου σια παν’. Ξέφ’κα απ’ του δρόμου κι πάου σ’ ένα γκριμό. Διάφ’κι νύχτα πουλλή. Έκατσα να πλαϊάσου. Του προυί έφιξι. Ικεί ήβρα ένα πεύκου πισμένου. 

- Τώρα τι να κάμου; Θα κάτσου. Έκατσα. Μες του κάτσ’μου πο ‘κανα, έφτασι κι μια αρκούδα ικεί σι μένα. Μόλις μ’ είδι, λάκ’σι, έφ’κι. Σ’κώθ’κι κι έφ’κι. Πάει κατά διαόλ’. Φοβήθ’κα. Τι να ‘κανα; Δε μπόρ’γα να κάμου κι τίπουτα. Έφ’κα κι ‘γω, κουντά απού κει. Παραπέρα βρίσκου έναν βλάχου μι τα πρόβατα, τουν Ξένου. Ήμασταν κι συγγινείς. 

(από εδώ, σελ. 4, διηγείται ο Παντελής Θανασούλας, Σαρακατσαναίος. Ο τόπος είναι τα βουνά των Ιωαννίνων κι ο χρόνος είναι 1946 ή 1947)  

Απ’ όσο ξέρω, οι Σαρακατσαναίοι ενσωματώθηκαν τελειωτικά στο ελληνικό κράτος τη δεκαετία του ’60, ενώ ακόμα και σήμερα στην Αλβανία οι Βλάχοι θεωρούνται ξεχωριστή φυλή («στη χώρα μου έχουμε τόσο τοις εκατό Αλβανούς, τόσο τοις εκατό Έλληνες και τόσο τοις εκατό Βλάχους») 

Θα πρέπει να δούμε την ελληνική Ζόμια στους Κλέφτες και Λήσταρχους. Ο πατέρας μου, μικρό παιδί, θυμόταν τον παππού μου να ετοιμάζεται για ταξίδι με το φορτηγό στο Πήλιο ν’ αγοράσει ξυλεία σε κάποιο χωριό (τέλη δεκαετίας του ’40), κι έκανε τους λογαριασμούς του: «θα δώσω τόσα στον παραγωγό, τόσα για μεροκάματα στους εργάτες, τόσα για διανυκτέρευση στα Χάνια, τόσα για βενζίνη και τόσα στα παιδιά». Τα ταξίδια τότε στο Πήλιο ήταν περιπέτεια, ενώ τα εν λόγω «παιδιά» ήταν οι λήσταρχοι της εποχής. Οι οποίοι, με τον καιρό, είχαν γίνει φίλοι με τον παππού, πίναν κρασί μαζί, ο παππούς τους έδινε κάποιο «δώρο», αυτοί τον ξεπροβοδούσαν και του εύχονταν «καλή συνέχεια!». Οι δρόμοι του Πηλίου πρέπει να είχαν λήσταρχους κάπου μέχρι και τη δεκαετία του ’50 (πάντως στα 1923, ο επικηρυγμένος Θωμάς Γκαντάρας, ο ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί).  

Θα πρέπει επίσης να δούμε την ελληνική Ζόμια στους Ορεινούς της Κρήτης, στους Ορεινούς της Ζακύνθου – που ζούσαν σκληρή αλλά ανυπότακτη ζωή και περιφρονούσαν τους σέμπρους, τους κολίγους του νησιού, οι οποίοι ήταν υποτακτικοί σε κάποιον αφέντη (η Ζάκυνθος είχε κατάλοιπα αριστοκρατίας μέχρι κι αρχές δεκαετίας ’80, οι παλιοί σέμπροι υποκλίνονταν στον γιο του αφέντη μέχρι και τα πρώτα χρόνια της Αλλαγής. Κατόπιν ήρθε το ΠΑΣΟΚ κι ο τουρισμός) 

*   *   *

Κατά τον James C. Scott, η Ζόμια δεν υπάρχει πια, την πάτησε το τρένο. Σήμερα υπάρχουν μόνο μισοσβησμένα κάρβουνα από κάτι που κάποτε ήταν φωτιά. Θα πρέπει ν' αντισταθούμε στον πειρασμό να θεωρήσουμε ότι η Ζόμια υπάρχει ακόμα, και να χρησιμοποιήσουμε την ιδέα μόνο για ανάλυση και κατανόηση άλλων εποχών και καταστάσεων. Πάντα κατά τον James C. Scott. 

Θα ήθελα να μην είναι έτσι. Mε θλίβει, όμως έχω μάθει να περιμένω πάντα το χειρότερο, ποτέ το καλύτερο. Στοιχημάτιζε πάντα στο χειρότερο και δε θα χάσεις. Με τα λόγια του Carl Jung: «Είναι απατηλό το αίσθημα της έξαρσης, ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι είμαστε το αποκορύφωμα της ιστορίας, η εκπλήρωση και το τελικό προϊόν αμέτρητων γενεών. Είμαστε η απογοήτευση πανάρχαιων ελπίδων και προσδοκιών» (από εδώ)

 


 

Οι κυβερνήσεις με τα ελικόπτερα, τους δορυφόρους και την τεχνολογία τους μπορούν πλέον να φτάσουν παντού και να ξεχυθούν στον εσωτερικό αποικισμό τους. Να εκπολιτίσουν τους πρωτόγονους, να γράψουν την ιστορία όπως θέλουν, να μετατρέψουν τους αγριότοπους σε κήπους (αν όχι σε γήπεδα γκολφ): «Κοίτα αυτό το μέρος! Κάποτε ήταν αγριότοπος, τώρα έγινε κήπος. Δεν αισθάνεσαι περήφανος;»  

*   *   *

Όποιος ενδιαφέρεται για το The Art of Not Being Governed του James C. Scott, μπορώ να του το στείλω ηλεκτρονικά.

Ο εθνικός ύμνος της αντιγνωμίας (στίχοι: Splitting the Sky, απαγγελία: aConcernedHuman, μουσική: Ron Bankley)   

 

 

Βαρώνοι & Πατούσες

Από το De Amore του Andreas Capellanus (12ος αιώνας), μια διατριβή για τον έρωτα, τα συμπτώματά του, τους κανόνες του κ.α. Αλλά και τις προϋποθέσεις του: ποιος μπορεί ν' αγαπήσει ποιον και πώς. Για παράδειγμα, ένας φανταστικός διάλογος ενός πληβείου με μια κόμισσα:  

ΠΛΗΒΕΙΟΣ: Αν ένας άντρας ταπεινής γέννησης γυρεύει να δεθεί στα δεσμά του έρωτα με μια κυρία της υψηλής αριστοκρατίας, τότε ο άντρας αυτός θα έχει πολλές καλές ποιότητες κι αρετές. Θα παινεύεται για πολλές καλές πράξεις. 

Κι αν μετά από μακρά περίοδο δοκιμασίας αποδειχθεί άξιος της αγάπης, μια γυναίκα της υψηλής αριστοκρατίας μπορεί να τον διαλέξει για εραστή της. Η διαφορά τάξης μας δεν είναι εμπόδιο, θα έπρεπε να συμπεριλαμβανόμουν ανάμεσα στους ευγενείς

ΚΟΜΙΣΣΑ: Παρόλο που η αρετή εξευγενίζει τον άνθρωπο, όμως δεν μπορείς ν' αλλάξεις τόσο πολύ τη σειρά σου, από πληβείος να γίνεις λόρδος ή βαρονέτος. Μόνο ο πρίγκηπας μπορεί να ανταμείψει το ήθος με τίτλο ευγενείας. Οπότε, δεν έχεις δικαίωμα στην αγάπη μιας κόμισσας.   

Επιπλέον, λες ότι θα έπρεπε να αριθμείσαι ανάμεσα στους ιππότες. Όμως βλέπω σε σένα χαρακτηριστικά αντίθετα κι επιβλαβή. Οι ιππότες έχουν λεπτές και χαριτωμένες γάμπες, μέτριες πατούσες, πιο μακριές παρά πλατιές, σα να βγήκαν από χέρι καλλιτέχνη. Όμως βλέπω τους μηρούς σου χοντρούς και στρογγυλούς, τις πατούσες σου μεγάλες, το ίδιο πλατιές όσο και μακριές. 

ΠΛΗΒΕΙΟΣ: Αν ένας άνθρωπος υψηλού ήθους αξίζει να τιμηθεί από τον πρίγκηπα με τίτλο ευγενείας, γιατί όχι κι από μια κυρία της υψηλής αριστοκρατίας με την αγάπη της; Αφού η ηθική ακεραιότητα είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο ευγενή, κι ο τίτλος ευγενείας είναι το μόνο που μετρά στον έρωτα της αριστοκρατίας, τότε κι ένας κοινός άνθρωπος υψηλού ήθους μπορεί να στεφθεί βασιλιάς στον έρωτα μιας αριστοκράτισσας

Όμως η ένστασή σου για τα πόδια και τις πατούσες μου δεν είναι πολύ λογική. 

Λένε ότι στις μεθόριες επαρχίες της Ιταλίας ζει ένας κόμης με εξαιρετικά πόδια, επιφανείς προγόνους, μεγάλη ομορφιά, αμύθητα πλούτη κι υψηλά αξιώματα στα παλάτια της Αγίας Έδρας. Όμως αυτός ο κόμης στερείται αρετής. Είναι εχθρός των καλών τρόπων και κουβαλάει μέσα του όλες τις διαφθορές.   

Αντίθετα, υπάρχει ένας βασιλίας στην Ουγγαρία με μεγάλες πατούσες και πολύ χοντρά πόδια. Του λείπει εντελώς η ομορφιά. Όμως η αρετή του είναι τόσο λαμπρή που του αξίζει το βασιλικό στέμμα και τον παινεύει σχεδόν όλη η γη. Οπότε, μη ρωτάς για τα πόδια μου αλλά για τις αρετές μου. Μη διαμαρτύρεσαι για τα πόδια κάποιου αλλά για το ήθος του.   

                                   *   *   *   *   *

 Αποσπάσματα του De Amore έχει εδώ, απ' όπου πήρα τον διάλογο

Πώς αποδίδεται το Vavasour στα ελληνικά; Το μετέφρασα Βαρονέτος αλλά δεν ξέρω αν είναι σωστό. Και μια που μιλάμε για τίτλους ευγενείας... 

Κι όμως, το παρακάτω τραγούδι είναι του Απόστολου Καλδάρα! Ακυκλοφόρητο, ουδέποτε ηχογραφημένο σε στούντιο (όταν το ακούσετε, θα καταλάβετε), λίγοι το ξέρουν  


"Τελική Λύση"

Ανακάλυψα πρόσφατα ότι ο διαβόητος ευφημισμός τελική λύση που χρησιμοποιούσε ο Χίτλερ για τo "εβραϊκό πρόβλημα", τελικά δεν ήταν δικός του. Τα πρωτεία φαίνεται ότι ανήκουν στο θρύλο του Αμερικάνικου Εμφυλίου, στρατηγό Sherman, κάπου 70 χρόνια πριν τους Ναζί, κατά την πολιτική του για την προστασία των νεόδμητων τότε σιδηροδρόμων των ΗΠΑ. Ποια ήταν η πολιτική του; Με δικά του λόγια: "καλός Ινδιάνος είναι ο νεκρός Ινδιάνος". Κάπου εκεί οραματίστηκε και την οριστική εξάλειψη των απειλών του σιδηροδρομικού δικτύου. Από εδώ

"During an assault," he instructed his troops, "the soldiers cannot pause to distinguish between male and female, or even discriminate as to age." He chillingly referred to this policy in an 1867 letter to Grant as "the final solution to the Indian problem"

O ναζισμός δεν έπεσε απ' τον ουρανό. Οι Ναζί πήραν άφθονα παραδείγματα από Βρετανούς κι Αμερικάνους. Π.χ. με τα λόγια του ίδιου του Φύρερ, 1941 (από εδώ): "Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν εφευρέθηκαν στη Γερμανία, οι Βρετανοί τα εφάρμοσαν πρώτοι". Κυρίως στη Νότια Αφρική.  

Όχι μόνο αυτό όμως. Πολύ περισσότερο, οι Ναζί πήραν ηθική δικαιολόγηση για πολλές ακρότητές τους: δεν είμαστε οι πρώτοι στο κάτω-κάτω, κάνουμε ό,τι έκαναν κι άλλοι.

Όσο κι αν απεχθανόμαστε τους Ναζί, οφείλουμε να τους δώσουμε ένα δίκιο εδώ.

*  *  *

Geronimo's Cadillac του Michael Martin Murphey, άτυπος ύμνος των Ινδιάνων στις ΗΠΑ


Rota Fortunae

Ο αφηγητής του ποιήματος ξυπνά ένα Κυριακάτικο πρωινό και πηγαίνει για κυνήγι. Καθώς διασχίζει όμως ένα ποτάμι, ξεκόβει απ' τους συντρόφους του και χάνεται. Προχωρώντας πέφτει τελικά πάνω στην ίδια την Τύχη, με τα μάτια δεμένα να γυρίζει τον ονομαστό Τροχό της... 

Πρόκειται για λατινικό ποίημα του 14ου αιώνα που λέγεται Somer Soneday, κι υπάρχει σ' ένα μοναδικό χειρόγραφο στην Οξφόρδη, Bodleian Library MS Laud Misc. 108 (δεν ξέρω τι σημαίνουν, τ' αντιγράφω όπως τα βρίσκω)

Λοιπόν, ο αφηγητής, γοητευμένος αλλά και φοβισμένος, μας ψιθυρίζει τι βλέπει. Πάνω στον Τροχό της Τύχης υπάρχουν τέσσερις άντρες:

 


- Στις 21:00 η ώρα, ένας νέος, με επιγραφή στο χειρόγραφο regnabo ("θα βασιλέψω")

- Στις 12:00 η ώρα, ένας ώριμος εστεμμένος βασιλιάς, regno ("βασιλεύω")  

- Στις 15:00 η ώρα, ένας μεσήλικας, regnavi ("έχω βασιλέψει")

- Στις 18:00 η ώρα, ένας ηλικιωμένος, sum sine regno ("είμαι χωρίς βασίλειο")

Regnabo, regno, regnavi, sum sine regno: τα παιχνιδάκια της Τύχης

 

*  *  *  *  * 

 
Κλείνουμε μ' ένα ρωμαϊκό τραγουδάκι του 70 μ.Χ. στα λατινικά: Olet Adulescens Spiritus. Στίχοι Βιργίλιος, μουσική Οράτιος, τραγουδούν: Κικέρωνας, Ιούλιος Καίσαρας, Σπάρτακος, Αγριππίνα

Όλα Τριγύρω Αλλάζουνε & Όλα Τα Ίδια Μένουν

Κάτι που ανακάλυψα πρόσφατα, προς αποκατάσταση της αλήθειας: 

Ένα βράδυ πριν πολλά χρόνια, καθόμασταν με μια φίλη σ' ένα μπαρ στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας (Αθήνα). Η κουβέντα κάπως πήγε στον Ηράκλειτο, "δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι". Μπροστά μας η βραδινή Λεωφόρος με την κυκλοφορία της. Μετά είπαμε ότι μ' αυτό το σκεπτικό, δεν μπορείς να περάσεις δυο φορές την ίδια Λ. Αλεξάνδρας και γελάσαμε. Πρέπει να ήταν 1997.

Αλήθεια, τι ξέρετε για τον Ηράκλειτο; Υποθέτω, το ίδιο που ήξερα κι εγώ, "δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι", όπως και το περίφημο "τα πάντα ρει". 

Λοιπόν, ανακάλυψα πρόσφατα ότι ο Ηράκλειτος ποτέ δεν είπε "δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι"! Αυτή είναι η ερμηνεία (διαστρεβλωτική) του Πλάτωνα, όπως και το "τα πάντα ρει" (που ούτε αυτό μοιάζει να είπε ο Ηράκλειτος!) κι έχουμε λόγους να μην εμπιστευόμαστε πολύ τον Πλάτωνα ως πηγή για τους Προσωκρατικούς. 

Αυτό που στα σίγουρα είπε ο Ηράκλειτος είναι το Απόσπασμα 12: Σ' αυτούς που μπαίνουν στο ίδιο ποτάμι, διαφορετικά και διαφορετικά νερά κυλάνε. Όλα τα ίδια μένουν, παρόλο που όλα τριγύρω αλλάζουνε. Πάντως δε βλέπει πρόβλημα να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι!  

Υπάρχει επίσης και το Απόσπασμα 49α: Μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε στα ίδια ποτάμια, είμαστε και δεν είμαστε: όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν. Με μια επιφύλαξη όμως, αυτές μπορεί να μην είναι 100% λέξεις του Ηράκλειτου αλλά κάποια παράφραση. 

Πόσα διαδεδομένα μυθεύματα καταπίνουμε... Ο Ηράκλειτος φαίνεται να έλεγε ότι παρόλο που δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι, όμως ναι, μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι! Ακόμα και τρεις φορές στο ίδιο ποτάμι! Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.

Πώς το λέγαν εκείνο το μπαρ στη Λ. Αλεξάνδρας; Υπάρχει περίπτωση να το λέγαν Alligator; Ή μήπως Crocodile;...

 

 


Η Στίξη Των Λίγων

Ανταπόκριση από κάποιο εναλλακτικό σύμπαν: 

Τα πλήκτρα της γραφομηχανής πολυβολούσαν μανιασμένα καθώς ο Γιώργος Σεφέρης δακτυλογραφούσε το ποίημα του. Σταμάτησε, γύρισε στην αρχή της σελίδας κι αποφάσισε να το ονομάσει: 

ΑΡΝΗΣΗ
Στο περιγιάλι το κρυφό
Κι άσπρο σαν περιστέρι
Διψάσαμε το μεσημέρι
Μα το νερό γλυφό.

Η χρονιά ήταν το 1931. Από το ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν ένα γραμμόφωνο να παίζει κάποια οπερέτα της εποχής, κι ο ποιητής έβαλε σκοπό να το νικήσει με τη γραφομηχανή του: 

Πάνω στην άμμο την ξανθή
Γράψαμε τ' όνομά της... 
 

"Τι κάνει ρίμα με τ' όνομά της;..." αναρωτήθηκε, "η ματιά της;... η καρδιά της;... Κλισέ όλα, θέλω κάτι διαφορετικό!". Η γραφομηχανή σίγησε κι η οπερέτα του παραθύρου κυριάρχησε στιγμιαία. Η κουρτίνα ρίγησε καθώς τη φύσηξε ο μπάτης - ο μπάτης!

... Ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
Και σβήστηκε η γραφή

Το σφυροκόπημα της γραφομηχανής σκέπασε εντελώς την οπερέτα καθώς η τελευταία στροφή λες και βγήκε από μόνη της:

Mε τι καρδιά, με τι πνοή
Τι πόθους και τι πάθος 
Πήραμε τη ζωή μας· λάθος! 
Κι αλλάξαμε ζωή.

Ωραία, τώρα παίξε όσο θες, οπερέτα! Ο Γιώργος Σεφέρης έγειρε πίσω στην καρέκλα κουρασμένος αλλά χαμογελαστός, καμαρώνοντας το ολοκληρωμένο ποιήμα. Πήρε ένα μολύβι να πατήσει λίγο την άνω τελεία - γερασμένη γραφομηχανή και φαγωμένα πλήκτρα, χτύπησε πολλές άνω τελείες στη ζωή της:

Πήραμε τη ζωή μας• λάθος!

Συνεχίζει ν' αχνοφαίνεται... Ο ποιητής την ξαναπάτησε με το μολύβι: 

Πήραμε τη ζωή μας λάθος!

"Χάλια!..." μονολόγησε ο Σεφέρης, "πρέπει να το δακτυλογραφήσω ξανά. Όμως όχι μόνο αυτό... Ποιος θα προσέξει την άνω τελεία; Θα την προσπεράσουν όλοι - και θ' αλλάξουν εντελώς το νόημα του ποιήματος! Η άνω τελεία είναι η στίξη των λόγιων, των λίγων. Σκέψου να το μελοποιήσει και κανένας στο μέλλον!... Θα το τραγουδάνε όλοι: Πήραμε τη ζωή μας λάθος / Κι αλλάξαμε ζωή... Θα φτιάξουν ένα διαφορετικό ποιήμα. Σιγά κι αν θα θυμούνται ότι ο τίτλος του είναι ΑΡΝΗΣΗ, θα το λένε όλοι Στο Περιγιάλι το Κρυφό!... Λοιπόν, πρέπει ν' αποφεύγω τις άνω τελείες. Είναι η στίξη των λίγων"

Η οπερέτα ελάχιστα μπόρεσε να χαρεί τη νίκη της καθώς η γραφομηχανή ξαναπήρε φωτιά για την τελική, ολοκληρωμένη, σαφέστερη εκδοχή του ποιήματος:

Mε τι καρδιά, με τι πνοή 
Τι πόθους, τι λαχτάρα
Πήραμε τη ζωή... Κατάρα!
Κι αλλάξαμε ζωή. 
 

* * * * *

 

Η Άρνηση του Σεφέρη στην αρχική & άγνωστη ηχογράφηση με τον Γιώργο Μούτσιο (όχι στην πασίγνωστη με τον Μπιθικώτση), που αποδίδει την άνω τελεία και το νόημα του ποιήματος:


Εννιά Τραγούδια Θα Σου Πω

Υπάρχει ένα σκάνδαλο στον Χριστιανικό κι Εβραϊκό ιερό κανόνα: το Άσμα Ασμάτων. Που είναι ολοφάνερα ερωτικό, έως τολμηρό, χώρια ότι απουσιάζουν απ’ αυτό αναφορές στον Θεό, στη Διαθήκη, σε εσχατολογικά ή σοφιολογικά θέματα. Απλώς δύο αγαπημένοι που υμνεί ο ένας την ομορφιά του άλλου, χαίρεται ο ένας τον άλλον, τον ψάχνει ή τον περιμένει με αγωνία. 

Οι μελετητές της Βίβλου εικάζουν ότι το Άσμα είναι σύνθεση έξι λαϊκών τραγουδιών και πρέπει να γράφτηκε, ή μάλλον να καταγράφτηκε, κάπου 5ο – 3ο αιώνα π.Χ. Συμπεριλήφθηκε στον ιερό κανόνα δύο Παραδόσεων επειδή θεωρήθηκε «αλληγορικό»: μιλά συμβολικά για την αγάπη του Χριστού προς την Εκκλησία, ή του Θεού προς τον Ισραήλ (διαβάστε το Άσμα, εδώ στη μετάφραση των Εβδομήκοντα και στα Αγγλικά, εδώ σε άλλη αγγλική απόδοση, εδώ και σε νεοελληνική απόδοση)    

Φοβάμαι όμως ότι το σκάνδαλο είναι ακόμα μεγαλύτερο! Υποψιάζομαι ότι τα έξι τραγούδια που συνέθεσαν το Άσμα δεν ήταν απλά «λαϊκά ερωτικά τραγούδια»!... 

*  *  *

Την ίδια εποχή με το Άσμα Ασμάτων εμφανίστηκε κάτι πολύ αντίστοιχο στην άλλη άκρη του κόσμου. Κάτι επίσης κατάφωρα ερωτικό, που επίσης έγινε αποδεκτό από την εκεί ορθοδοξία μόνο και μόνο επειδή θεωρήθηκε αλληγορικό: 

Τα Εννιά Τραγούδια (Jiu Ge) περιλαμβάνονται σε μια αρχαία Κινέζικη ποιητική συλλογή, το Chu Ci, η οποία αποδίδεται στον Qu Yuan (4ος – 3ος αιώνας π.Χ.), έναν υπουργό που συκοφαντήθηκε, έπεσε στη δυσμένεια του βασιλιά κι εξορίστηκε στους «βαρβάρους» του Νότου. Ο Qu Yuan τελικά αυτοκτόνησε για να αποδείξει την αφοσίωσή του στο βασιλιά και στη χώρα του, όμως προηγουμένως άφησε πίσω του το Chu Ci. Και τα Εννιά Τραγούδια μέσα σ’ αυτό   

Βλέπω μια φιγούρα να εμφανίζεται στην πλαγιά του βουνού 
Το σώμα της ντυμένο συκόφυλλα, ζωσμένο μετάξι 
Η ματιά της πλανερή, το χαμόγελό της αφοπλιστικό 
Λέει: «Με ποθείς γιατί έχω ομορφιά κι ευγένεια» 

Τα Εννιά Τραγούδια δεν είναι έργο του Qu Yuan, αλλά καταγραφές τραγουδιών από σαμανιστικές συνάξεις του «βαρβαρικού» Νότου, και περιγράφουν την αναζήτηση του σαμάνου (άντρα ή γυναίκας) για το ταίρι του ανάμεσα στους Θεούς. Θα πρέπει να το δείτε εντός του αρχαίου Κινέζικου σαμανισμού: ο σαμάνος προσπαθεί να δελεάσει ερωτικά την Κυρία του Δάσους ή τον Κύριο της Ανατολής ώστε να σμίξει μαζί του/της για να καρπίσουν τα χωράφια, να πέσουν ευεργετικές βροχές, να δέσουν τα φρούτα στα δέντρα κ.λπ. Τόσο σημαντική ήταν η ένωση του Wu (σαμάνου) με τον Θεό ή τη Θεά. Αλλά ήταν και δημόσια ένωση: η παράσταση των Εννιά Τραγουδιών γινόταν παρουσία όλης της κοινότητας. 

Φανταστείτε αγροτικά μέρη και χωριά• ο κόσμος μαζεμένος σ’ ένα σπίτι και μια ορχήστρα από έγχορδα, πνευστά, κρουστά, λιθόφωνα και καμπάνες• χορευτές, τραγουδιστές, ηθοποιοί• κάποιος αρχικός εξαγνιστικός καθαρμός σε νερό με λουλούδια ορχιδέας, καθώς και προσφορά φαγητού και ποτού για τους Θεούς• κι ο Wu (σαμάνος), άντρας ή γυναίκα, πλούσια ντυμένος με στολίδια, χρώματα και τι άλλο, αρχίζει το τραγούδι του που κορυφώνεται κάποια στιγμή σ’ έναν εκστατικό χορό: η ερωτική ένωση του Wu με τον Θεό/τη Θεά (αν όλα πάνε καλά κι έρθει στο ραντεβού). 

Κάπως έτσι ήταν η Αρχαία Παράδοση της Κίνας (“the Old Religion of China”), πολύ πριν έρθει ο Κομφουκιανισμός κι ο Ταοϊσμός (αργότερα κι ο Βουδισμός) με τις φιλοσοφικές μεταφυσικές τους και τους ηθικούς τους κώδικες. 

Πετάμε ψηλά και γαλήνια, 
Οδηγάμε προς τους αγνούς ατμούς, χειριζόμαστε τον ουρανό και τη γη, 
Μαζί με τον Κύριό μου σε ίση ταχύτητα κι οι δυο 
Οδηγώντας τον Αυτοκράτορα προς τα Εννιά Βουνά 
Η ιερή του φορεσιά διπλώνει σε κυματιστές πτυχές, 
Ταλαντεύεται το μενταγιόν του από νεφρίτη και ζαλίζει. 
Πότε στη γη, πότε στον ουρανό, 
Κανείς μας δεν ξέρει τι κάνει. 
(«χειρισμός του ουρανού και της γης» μπορεί να σημαίνει και ερωτοπραξία, το ρήμα «οδηγώ» στα Κινέζικα σημαίνει κι ερωτική διείσδυση, οι «ίσες ταχύτητες» ή «εξαγνισμένες ταχύτητες» παραπέμπουν κι αυτές σε ερωτοπραξία) 

Στα Εννιά Τραγούδια κάποιες φορές ο Wu περιμένει μάταια τον Θεό ή τη Θεά. Κάποιες φορές γιορτάζει και πανηγυρίζει τον ερχομό τους. Κάποιες φορές υμνεί την ομορφιά τους τραγουδώντας και χορεύοντας ώστε να τους ξεμυαλίσει για να σμίξουν μαζί του/της. Κάποιες φορές υποφέρει τον πόνο της αγάπης. Και κάποιες φορές είναι οι Θεοί που αναζητούν τον Wu να σμίξουν μαζί του/της. 

Μαζί σου κάποτε γύρισα τους Εννιά Ποταμούς, 
Κι ο ανεμοστρόβιλος που αφήναμε πίσω μας, τάραζε τα νερά τους, 
Με σένα κάποτε λούστηκα στα νερά της λίμνης Xian, 
Στέγνωσα τα μαλλιά σου στις όχθες της κοιλάδας Yang. 
Ποθώ τον Όμορφο όμως αυτός δεν έρχεται 
Με πρόσωπο στον άνεμο, απελπισμένη, λέω το τραγούδι μου. 

Όμως από ένα σημείο και μετά, στο χώρο της Κίνας κυριάρχησε ο Κομφουκιανισμός, πολύ εχθρικός προς την αρχαία σαμανιστική/ανιμιστική παράδοση κι επέβαλε τη δική του ορθοδοξία. Το «εκπολιτιστικό» πρόγραμμα των Κομφουκιανιστών αξιωματούχων περιελάμβανε δίωξη των σαμάνων και συστηματική καταστροφή των ιερών τόπων τους. Τα Εννιά Τραγούδια όμως δεν ξεχάστηκαν. Διάφοροι Κομφουκιανιστές λόγιοι εξήγησαν ότι το περιεχόμενό τους πρέπει να κατανοηθεί «αλληγορικά»: η αγάπη κι ο πόνος τους εκφράζει την αγάπη και τον πόνο ενός ενάρετου, αφοσιωμένου κι αδικημένου υπουργού (του Qu Yuan) για την πατρίδα και τον βασιλιά του. 

Ο θεός μου κατέβηκε ακτινοβολώντας, έμεινε μαζί μου, 
Μέχρι που ξαφνικά έφυγε και πέταξε πίσω στα σύννεφα... 
Θυμάμαι τον Κύριό μου κι αφήνω βαθύ αναστεναγμό, 
Μέσ’ στη συντριβή και την εξάντληση, η καρδιά μου καθαρός πόνος. 

Για αιώνες κατόπιν τα Εννιά Τραγούδια ανέβαιναν σε θεατρικές παραστάσεις. Ακόμα και στις βασιλικές αυλές. Οι μορφωμένες ελίτ, με το πρόσχημα της αλληγορίας απολάμβαναν μια λαϊκότητα, κάτι αυθεντικό που χάθηκε στην επιτήδευση της πολιτισμένης Κίνας, εξορίστηκε στην ύπαιθρο, έγινε όπως ο παγανισμός στη χριστιανική Ευρώπη. 

Χωρίς μια λέξη ήρθες σε μένα, χωρίς μια λέξη έφυγες 
Πετώντας στον ανεμοστρόβιλό σου, με σύννεφα γύρω σου κυματιστές σημαίες. 
Καμιά δυστυχία δεν κομματιάζει την καρδιά μου όσο ο χωρισμός μας... 
Καμιά χαρά τόσο οδυνηρή όσο η πρώτη γνωριμία μας. 
 
Ας επιστρέψουμε όμως στα Έξι Τραγούδια: διαβάζω σινολόγους που επισημαίνουν ότι αντίστοιχη περίπτωση των Εννιά Τραγουδιών στη Δύση είναι το Άσμα Ασμάτων. Και τα δύο ερωτικά, που προκειμένου να γίνουν αποδεκτά θεωρήθηκαν αλληγορικά από τις εκάστοτε ορθοδοξίες. Και τα δύο έχουν χορικά μέρη, κάτι που υποδεικνύει ότι προήρθαν από μουσικές σαμανιστικές συνάξεις με θεατρικό χαρακτήρα. Επίσης, και τα δυο έχουν συγκεκριμένες δραματουργικές δομές. Στα Εννιά Τραγούδια
1) Ο Αγαπημένος αναζητά την Αγαπημένη, άλλοτε επιτυχημένα κι άλλοτε όχι 
2) Η Αγαπημένη νοσταλγεί τον Αγαπημένο, κι αυτός έρχεται ή δεν έρχεται να την πάρει 
3) Ο Αγαπημένος συνοδεύει την Αγαπημένη σ’ ένα μεθυστικό ταξίδι 
 
Παρόμοιες μ' αυτές που διαβάζω στα Έξι Τραγούδια: 
1) Η Αγαπημένη νοσταλγεί τον Αγαπημένο πονώντας από αγάπη, κι αυτός έρχεται ή δεν έρχεται να την πάρει 
2) Η Αγαπημένη αναζητά τον Αγαπημένο, άλλοτε επιτυχημένα κι άλλοτε όχι 
3) Οι δύο Αγαπημένοι γιορτάζουν την αγάπη τους κι αλληλοϋμνούνται 

Είναι επίσης παρόμοια κι η μορφή τους: και τα δύο γεμάτα από προτάσεις χωρίς υποκείμενο, χωρίς προσωπικές αντωνυμίες, δεν ξέρεις ποιος μιλάει, αν είναι άντρας ή γυναίκα ή ο χορός. Δεν είναι περίεργο αυτό αν σκεφτείς ότι κατά τη σαμανιστική σύναξη, ο σαμάνος έπρεπε να τραγουδήσει τόσο το ρόλο του Αγαπημένου όσο και το ρόλο της Αγαπημένης. Πάντως όποιος τα μεταφράσει πρέπει να κάνει πολλές επιλογές και να πάρει ελευθερίες. Απ’ όσο καταλαβαίνω, ακόμα κι οι Εβδομήκοντα πρέπει να πήραν πολλές πρωτοβουλίες στο εβραϊκό κείμενο του Άσματος. 

Προτείνω λοιπόν ότι στον ιερό κανόνα Εβραίων και Χριστιανών συμπεριελήφθηκε κάτι πολύ... ερωτικότερο, σαμανιστικότερο, παγανιστικότερο αλλά και κυριολεκτικότερο απ’ ό,τι θεωρούν οι φρούραρχοι του δόγματος! (και αρχαιότερο, ποιος ξέρει πότε κι από ποιους προήρθαν τα αρχικά Έξι Τραγούδια...). 

Μην ξεχνάτε, οι παρακάτω στίχοι είναι αλληγορικοί, εκφράζουν την αγάπη του Χριστού προς την εκκλησία: 

 

 

 

ΥΓ: Μερικοί ακόμα αλληγορικοί στίχοι που εκφράζουν την αγάπη ενός αφοσιωμένου υπουργού προς τον βασιλιά του: 

Την αυγή τα άλογά μου τρέχουν στις όχθες 
Το δειλινό περνάω τη δυτική ακτή 
Ακούω την Αγαπημένη μου να με φωνάζει 
Ανεβαίνουμε στο άρμα και τρέχουμε μαζί 
Χτίζουμε ένα σπίτι στο νερό του ποταμού 
Οι τοίχοι κι η σκεπή του από λωτούς 
Μας καλωσορίζουν τα πνεύματα του Βουνού των Εννιά Διασταγμών 
Μαζεύονται γύρω μας σαν παραβάν από σύννεφα 
Να κρύψουν την αγάπη μας 

Πήρα τους στίχους των Εννιά Τραγουδιών από το Shamanism, Eroticism, and Death (2019) του Thomas Michael