Η Κακότυχη Χώρα

Η Κακότυχη Χώρα των περίπου 60.000.000 κατοίκων δεν πρέπει να έχει πια ούτε μια οικογένεια χωρίς κάποιον που φυλακίστηκε, βασανίστηκε, δολοφονήθηκε, κρατήθηκε, ξυλοκοπήθηκε, διώχθηκε, «ευθυγραμμίστηκε» (ίσως οι Ινδιάνοι των βουνών της, αυτοί γλίτωσαν τις ευλογίες του πολιτισμού)

Επίσης, χωρίς κάποιον που εξαφανίστηκε κ κανείς δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν: το εθνικό της σπορ. Η Κακότυχη Χώρα είναι διαβόητη για τον τουρισμό κ την πορνεία της, όμως παγκόσμια πρωταθλήτρια στο εθνικό της σπορ: κάποια στιγμή εξαφανίζεσαι, κανείς δεν ξανακούει για σένα. Κάποτε ήσουν άνθρωπος, πλέον παντοτινό ερωτηματικό

Όσοι φλερτάρετε με την ιδέα να πάτε στην Κακότυχη Χώρα για τουρισμό ή πορνεία, με τη σειρά σας να την τουριστέψετε ή να την πορνέψετε, έχετε υπόψη ότι το εθνικό της σπορ μπορεί να συμπεριλάβει τους πάντες. Η σφηκοφωλιά του παλατιού δε θα λογαριάσει κανέναν

Όμως αυτά δε θα σας τα πει η πρεσβεία 

Το έκτρωμα του τουρισμού στηρίζεται στο «εγώ είμαι περισσότερο άνθρωπος από σένα». Με υπηρετείς, σε πληρώνω, σου δίνω φιλοδώρημα, δουλειά, χωρίς εμένα δεν υπάρχεις, είσαι χαμάλης, νιώθω αριστοκράτης για λίγο, να λες κ ευχαριστώ. Το έκτρωμα της πορνείας στηρίζεται στο «εγώ είμαι περισσότερο άνθρωπος από σένα», είσαι σκλαβάκι, σε πληρώνω, νιώθω αφέντης για λίγο, προστακτική, να λες κ ευχαριστώ

Κι όμως δεν είν’ έτσι! Είναι το ίδιο άνθρωποι όσο κ εμείς! Ακόμα κ αν αυτό κάνει όλος ο κόσμος, τουρισμό κ πορνεία, σημαίνει ότι όλος ο κόσμος κάνει λάθος

 

 

 

Ήμουν εκεί, τα ‘δα με τα μάτια μου. Περνούσαμε μπροστά απ’ τους στρατιώτες με τ' αυτόματα, κινδύνευες αν φορούσες κόκκινη μπλούζα, φόβος μην ανοίξουν πυρ, μη μας σταματήσουν, μην ψάξουν την τσάντα, μη χτυπήσουν την πόρτα τρεις η ώρα τη νύχτα, μην, μην, μην, μην…. Είκοσι λεπτά μετά μαθαίναμε ότι οι στρατιώτες ανοίξαν πυρ εκεί που πιο πριν περάσαμε, το αίμα ποτάμι, CNN, Al Jazeera, τρέμαμε σαν ψάρια, κοιμόμασταν με κατσαρίδες, πείνα, 40 πυρετός

 

 

Στην πλειοψηφία τους ήταν απλοί άνθρωποι, σαν κ εσάς, σαν κ εμένα. Αδερφοί κ αδερφές μου. Στην πλειοψηφία τους ασήμαντοι, μικροκάτι, μεροκαματιάρηδες, αγρότες, χωρικοί, γράφω κ κλαίω. Εξαιρετικά μη-βίαιοι, ξεκινήσαμε να τα βάλουμε μαζί σας κ τα όπλα μας ήταν τραγούδι, χορός, πλάκα, χιούμορ. Ούτε αυτό δε σεβαστήκατε, μας στείλατε τους στρατιώτες με τ' αυτόματα. Δε θέλαμε ν’ ανατρέψουμε το σύστημα ή τον καπιταλισμό ή την παγκόσμια επανάσταση ή την αταξική κοινωνία. Μόνο ζητήσαμε μια απλή κ τίμια ζωή. Ούτε αυτό δε μας άφησε η σφηκοφωλιά του παλατιού

Αυτά δε θα σας τα πει η πρεσβεία της Κακότυχης Χώρας. Μήπως η πρεσβεία της Κακότυχης Χώρας δεν είν’ η καλύτερη πρεσβεία για την Κακότυχη Χώρα;  

Λέγομαι Ηλίας Μπένης 
Τη διεύθυνσή μου πανεύκολα θα εντοπίσετε 
Το ταϊλανδικό μου όνομα πανεύκολα θα βρείτε 
Τα στοιχεία μου πανεύκολα θα μάθετε, κάντε μου ό,τι κρίνετε πως πρέπει να μου κάνετε 
Περήφανα ταγμένος με τους Κόκκινους της Ταϊλάνδης, αδέρφια που χύσαν αίμα, δεν αλλάζω πια, ως το θάνατο ορκισμένος เสื้อแดง
 
Και μ’ αγάπη τεράστια για συγκεκριμένους πολιτικούς εχθρούς – εκλεκτοί, λίγοι, εχθροί μεν αλλά αγαπημένοι


Ακούς την Κραυγή του Κόσμου;   

 
 
 
Την Αλήθεια κ Σήμερα!
 

Θανάτω Θάνατον Πατήσας

 

(Ετοίμασα το παρακάτω κείμενο πριν τρία χρόνια. Δυο φορές αποπειράθηκα να το αναρτήσω στο μπλογκ όμως κατευθείαν μετάνιωνα και το κατέβαζα. Απ' τα πιο δύσκολα κείμενα που έχω γράψει, ίσως το πιο δύσκολο)  


Μια παρουσίαση για τη Simone Weil, μικρός φόρος τιμής σε μια ηρωίδα. Όταν διαβάσετε τα παρακάτω να θυμάστε, η ίδια τα έγραφε για τον εαυτό της. Μπορεί να σας αρέσουν ή να μη σας αρέσουν, πάντως η ίδια κρατούσε προσωπικές σημειώσεις. Όλα δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό της και παρά τη θέλησή της. Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ ν’ αποδώσω ξεκάθαρα τη ματιά της. Αν κάποιος βρει αξία, τα εύσημα ανήκουν στη Simone Weil: 

 

1. Παράδειγμα από Επιστήμη Υλικών 

 

Κάπως έτσι έχει ένα τυπικό διάγραμμα πίεσης–παραμόρφωσης στην Επιστήμη Υλικών. Τα υλικά που χρησιμοποιούμε σε κατασκευές έχουν περάσει από τεστ καταπόνησης να εξακριβωθούν οι αντοχές τους, π.χ. τεμάχιο υλικού τοποθετείται σε πρέσα, ασκούνται πιέσεις επάνω του και σημειώνονται οι αντίστοιχες παραμορφώσεις. Στον οριζόντιο άξονα σκεφτείτε μονάδες πίεσης (π.χ. kg ανά cm2 υλικού), στον κατακόρυφο άξονα μονάδες παραμόρφωσης, εκατοστά ή χιλιοστά:

 


 

Τι είναι η μπλε περιοχή της καμπύλης; Η ελαστική παραμόρφωση του υλικού. Η πίεση είναι τόσο μικρή ώστε όταν παύει να ασκείται, το υλικό ξαναγυρνά στην αρχική του κατάσταση. Σα να μη συνέβη τίποτα. Όταν τεντώνετε (ήπια) ένα λαστιχάκι ή χτυπάτε (χωρίς να τη σπάσετε) τη χορδή μιας κιθάρας, ασκείτε ελαστική παραμόρφωση επάνω τους. Το υλικό με τις δομές του έχει ικανότητα να αντιμετωπίσει τις, σχετικά μικρές, πιέσεις που δέχεται. 

 


 

Τι είναι η πράσινη περιοχή της καμπύλης; Η πλαστική παραμόρφωση. Η πίεση είναι αρκετά μεγάλη ώστε όταν παύει να ασκείται, το υλικό δεν ξαναγυρνά στην αρχική του κατάσταση, αποθηκεύει την ενέργεια της πίεσης κι αλλάζουν οι δομές του. Όταν τεντώνετε ένα λάστιχο ώστε να ξεχειλώσει, τότε ασκείτε πλαστική παραμόρφωση επάνω του. 

 


 
Δεν είναι απαραίτητα κακή η πλαστική παραμόρφωση. Αντίθετα, πολλές φορές είναι επιθυμητή, βελτιώνει το υλικό. Πολλά υλικά που χρησιμοποιούμε σε κατασκευές έχουν προηγουμένως παραμορφωθεί πλαστικά ώστε ν’ αποθηκεύσουν ενέργεια και να βελτιωθούν οι ιδιότητές τους. 
 
 
 

 

Tι είναι το κόκκινο σημείο της καμπύλης; Το σημείο θραύσης του υλικού. Εκεί το υλικό καταστρέφεται. Όταν τεντώνετε ένα λάστιχο τόσο ώστε να σπάσει, το φτάνετε στο σημείο θραύσης του. Κανένα υλικό στον κόσμο δεν είναι άθραυστο. Όλα έχουν σημείο θραύσης. Μπορούν ν’ αντέξουν μόνο μέχρι κάποια μέγιστη πίεση, μετά καταστρέφονται 

Τα παραπάνω ήταν ένα παράδειγμα. Για να καταλάβετε τις ενοράσεις της Simone Weil, μεταφέρετέ το όχι σε αντοχές υλικών, αλλά σε αντοχές ψυχών: 
 
 
 
 
2. Επιστήμη Ψυχικών Υλικών 
Κατά τη Simone Weil, οι άνθρωποι είμαστε σαν τα υλικά. Ασκούνται επάνω μας βιοτικές πιέσεις, μικρότερες ή μεγαλύτερες, τις οποίες αντιλαμβανόμαστε ως πόνο ή δυστυχία. Αυτές επιφέρουν μέσα μας ψυχικές αλλαγές, αντίστοιχες με τις παραμορφώσεις των υλικών. Οπότε, σκεφτείτε το προηγούμενο διάγραμμα να έχει στον οριζόντιο άξονα Πόνο ή Δυστυχία, στον κατακόρυφο άξονα Ψυχικές Αλλαγές, βάλτε και τις μονάδες πόνου στον οριζόντιο άξονα. Σε τι μετράμε τον πόνο; Ας φτιάξουμε δική μας μονάδα, π.χ. «στεναγμοί ανά ώρα»: 
 
 

 
 
Οπότε, στην ελαστική παραμόρφωση της ψυχής θα πρέπει να σκεφτούμε σχετικά μικρούς πόνους που περνάν και δεν αγγίζουν. Αυτός που τους πέρασε θα παραμείνει ο ίδιος άνθρωπος, σα να μη συνέβη τίποτα. 
 
 

 
 
 
Στην πλαστική παραμόρφωση της ψυχής, η δυστυχία θα είναι μεγάλη – εδώ πλέον μιλάμε για βογγητά, όχι στεναγμούς ανά ώρα. Αυτός που πέρασε τέτοια δυστυχία μετά δε θα ‘ναι ο ίδιος άνθρωπος, θα συμβούν μέσα του μόνιμες ψυχικές αλλαγές – π.χ. θα γίνει σοφότερος, ωριμότερος, πιο ευαισθητοποιημένος στον πόνο των άλλων κ.λπ. 
 
Με τα μπλε και πράσινα τμήματα της καμπύλης είμαστε στην επικράτεια του «ό,τι δε σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό» – αποδίδεται, νομίζω, στον Νίτσε.
 
 

 
 
Και τι είναι το σημείο θραύσης της ψυχής; Εδώ είναι αυτό που με σκοτώνει. Αυτό που δεν μπορώ ν' αντέξω. Εδώ τελειώνουν τα παιχνίδια
 
Δεν υπάρχει άθραυστο υλικό στον κόσμο. Το ίδιο κι οι ψυχισμοί των ανθρώπων. Όλοι έχουμε κάποιον μέγιστο πόνο που μπορούμε ν’ αντέξουμε, σωματικό ή συναισθηματικό ή συνδυασμό τους. Μετά τσακίζεται μια ψυχική σπονδυλική στήλη και μένουμε παραπληγικοί. Έτσι είναι κατασκευασμένες οι σπονδυλικές στήλες, σωματικές ή ψυχικές: να έχουν σημείο θραύσης. Να μπορούν ν’ αντέξουν μόνο μέχρι κάποια μέγιστη πίεση ή πόνο. 
 
Λιγότερος πόνος απ’ αυτόν ίσως το λες «ψυχικό μασάζ», ίσως «ψυχική φυσικοθεραπεία», ίσως «ψυχική χειροπρακτική», πάντως είναι κάτι που παραμένει στην επικράτεια του «ό,τι δε με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό». Όμως αν ο πόνος ξεπεράσει τη μέγιστη τιμή που μπορώ ν’ αντέξω, τότε φεύγουμε από το «ό,τι δε με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό». Και στον οριζόντιο άξονα, δε θα έχουμε ούτε στεναγμούς ούτε βογγητά ανά ώρα: εδώ πια έχουμε το Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;  
 
 


 
Στη Simone Weil δεν ήταν ενδιαφέρον αυτό που παρέμενε στην επικράτεια του «ό,τι δε σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό». Την ένοιαζε αυτό που ξεκινούσε όταν όταν ο πόνος φτάσει στο ψυχικό σημείο θραύσης. Στις σημειώσεις της χρησιμοποιούσε μια ιδιαίτερη γαλλική λέξη (Γαλλίδα ήταν) γι’ αυτήν τη μέγιστη τιμή πόνου που μπορώ ν’ αντέξω, έλεγε malheur. Δεν είναι η συνηθισμένη γαλλική λέξη για τον πόνο ή τη δυστυχία, είναι ιδιαίτερη λέξη που δηλώνει κατακρεούργημα πόνου. 
 
Στ’ Αγγλικά, το malheur της Weil καθιερώθηκε να μεταφράζεται affliction, κάτι πιο πέρα από το απλό pain ή suffering. Πιστεύω, η καλύτερη μετάφραση του malheur/affliction στα Ελληνικά είναι συντριβή. Είδα ότι ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στη μετάφρασή του για Το Πρόσωπο και το Ιερό της Simone Weil το αποδίδει «δυστυχία», όμως πιστεύω ότι είναι νωθρό. Η Weil ήταν πολύ προσεκτική στις σημειώσεις της, ήθελε να υποδηλώσει το ιδιαίτερο, αβάσταχτο σημείο ψυχικής θραύσης ακόμα και με τις λέξεις που διάλεγε. 
 
Παρακάτω θα αποδίδω συντριβή ή σκλαβιά το malheur/affliction. Ας δούμε τι έχει να πει η Simone Weil γι’ αυτήν. Συνοψίζω το σκεπτικό της, τα κείμενα εντός εισαγωγικών («») δικά της: 
 
 
 
3. Συντριβή
 
1) Πότε περνάει η συντριβή; 
Ποτέ. Είναι σα να λες, πότε περνάει η παραπληγία σε μια τσακισμένη ραχοκοκαλιά; Η συντριβή είναι μόνιμη. Τα αποτελέσματά της στην ψυχή δεν εξαλείφονται ούτε ακυρώνονται, όπως έγραφε σ' ένα γράμμα της στον πατέρα Περρίν: «Η συντριβή είναι κάτι διαφορετικό απ' τον απλό πόνο ή δυστυχία, αρπάζει την ψυχή και τη στιγματίζει για πάντα με το σημάδι του σκλάβου» (η εικόνα της Weil εδώ είναι η αρχαία Ρώμη, που οι σκλάβοι στιγματίζονταν με σημάδι εφ’ όρου ζωής). 
 
Αν τ’ αποτελέσματα εξαλείφονται τότε δεν είναι συντριβή. Δεν έφτασε ακόμα ο πόνος στο μέγιστο αντέξιμο σημείο του. 
 
 
2) Τι διδάσκει η συντριβή; 
Τίποτα απολύτως. Η Weil ήταν κατηγορηματική και ξεκάθαρη εδώ. Είναι πρόβλημα χωρίς λύση. Η συντριβή δεν έχει κανένα νόημα, απώτερο σκοπό, μάθημα. 
 
 
3) Ποιες είναι οι ωφέλειες της συντριβής
Δεν έχει ωφέλειες η συντριβή. Δε με κάνει πιο δυνατό ή καλύτερο ή σοφότερο ή ωριμότερο ή πιο ευαισθητοποιημένο κ.λπ. Η συντριβή είναι μόνο καταστροφική, τίποτα άλλο.
 
Ο πόνος δημιουργεί μέσα μας ένα κενό, μια ψυχική έλλειψη. Δεν το αντέχουμε πολύ αυτό το κενό και προσπαθούμε να το γεμίσουμε. Η καθολική τάση που έχουμε οι άνθρωποι να γεμίζουμε αυτό το κενό είναι να εξαπλώνουμε τον πόνο μας• μια τάση τόσο ολοκληρωτική όσο κι η βαρύτητα («ανθρώπινη μηχανική: όποιος υποφέρει προσπαθεί να επικοινωνήσει τη δυστυχία του, είτε κακομεταχειρίζοντας άλλους είτε εκμαιεύοντας τη λύπησή τους»). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αναπληρώνουμε το κενό μέσα μας γεμίζοντάς το με φαντασιακή αξία («όταν βλάπτουμε κάποιον, νομίζουμε ότι λαμβάνουμε κάτι από αυτόν. Τι ακριβώς; Ότι κερδίζουμε σε σπουδαιότητα. Μεγεθυνόμαστε στη φαντασία μας. Γεμίζουμε ένα κενό μέσα μας δημιουργώντας ένα άλλο σε κάποιον άλλον»). 
 
Όμως σε περίπτωση δυστυχίας τόσο βαθιάς ώστε πια μιλάμε για συντριβή, αυτή η τάση απομένει βουβή και τρώει τα σπλάχνα του συντετριμμένου: «Σε περίπτωση ενός ανθρώπου που έφτασε στα υπέρτατα βάθη της δυστυχίας, που δεν μπορεί να κακομεταχειριστεί κανέναν και δεν τον λυπάται κανείς, τότε η δυστυχία παραμένει μέσα του και τον δηλητηριάζει». Ο συντετριμμένος φτάνει κι επιτίθεται στον ίδιο τον κόσμο, γίνεται τοξικός: «τότε κάθε τι το όμορφο και καλό στον κόσμο γίνεται μια προσβολή». 
 
Οπότε, ο συντετριμμένος απομένει να ζει για πάντα σε έναν άσχημο κόσμο, σε ένα άδειο σύμπαν στο οποίο δεν υπάρχει τίποτα όμορφο, άξιο, καλό (η Weil το έλεγε «απουσία Θεού»). Εδώ είναι σωστό σημείο να θυμηθούμε τα λόγια του Jean Amery, που έζησε στο πετσί του τι σημαίνει πόνος (έμφαση δική μου): 
 
Όποιος έχει περάσει από βασανιστήρια, δε θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος άνθρωπος. Η ντροπή της ζημιάς που έπαθε δε διαγράφεται. Χάνει οριστικά την εμπιστοσύνη του στον κόσμο που ζούμε. Σταματά να βλέπει έναν κόσμο στον οποίο υπάρχει ελπίδα. 
 
 
4) Τι γιατρεύει τη συντριβή; 
Τίποτα απολύτως στον κόσμο. Όπως στην ιατρική υπάρχουν ανίατες περιπτώσεις, έτσι κι η συντριβή είναι αγιάτρευτη. Οι οικογένειές μας, οι σύντροφοί μας, οι καλύτεροί μας φίλοι, οι πανεπιστημιακοί, η ψυχολογία, η θρησκεία, η αριστερά, η επιστήμη, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ο ΣΥΡΙΖΑ κ.λπ. δεν έχουν απάντηση για τη συντριβή
 
Αν μπορεί να γιατρευτεί, τότε δεν είναι συντριβή. Αν παρηγοριέται από κάτι στον κόσμο τότε δεν είναι συντριβή. Αν διδάσκει κάτι, τότε δεν είναι συντριβή. Αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εποικοδομητικά, τότε δεν είναι συντριβή. Δεν έφτασε ακόμα η ψυχή στο σημείο θραύσης της. 
 
Η συντριβή είναι αγιάτρευτη επειδή τσακίζει την ψυχική λειτουργία που είναι απαραίτητη για τη θεραπεία: την ικανότητα να προσφέρεις τον εαυτό σου, ν’ αφεθείς ευάλωτος. Kαταστρέφει το ψυχικό ανοσιοποιητικό σύστημα. O συντετριμμένος απομένει ένα πατημένο, μισολιωμένο σκουλίκι στο έδαφος, με την υπόλοιπη ζωή του για πέταμα, «τρώει για να ζει και ζει για να τρώει». Μια μπουκάλα κρασί γίνεται ο κορυφαίος στόχος της ημέρας του. Θα μείνει ανάλγητος ή αδιάφορος προς όλους. Ψάχνει ακόμα και να φορτώσει τον πόνο που πέρασε σ’ άλλους. Ο συντετριμμένος δεν εκδηλώνει αλληλεγγύη ή συντροφικότητα ή συμπόνοια, η στιγμή του φαγητού (αν έχει) φτάνει να γίνει το παν.  
 
Συντριβή = ψυχική καταστροφή, απόλυτη ψυχική ζημιά. Καμία σχέση με το παιδιάστικο «ό,τι δε με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό». Υπάρχουν κι αυτά που μας σκοτώνουν.
 
 
5) Η συντριβή έχει κάτι συγγενικό με τον θάνατο
Συχνά ο συντετριμμένος πεθαίνει γρήγορα. Συχνά αυτοκτονεί ή αφήνεται να πεθάνει σε μια παθητική αυτοκτονία, αδιάφορος ακόμα και να συντηρήσει τον εαυτό του. Αλλά κι αν δεν το κάνει, η συντριβή είναι βραδυφλεγής θάνατος: «η συντριβή είναι καταστροφή της προσωπικότητας, πέρασμα στην ανωνυμία. Στη συντριβή, η δυστυχία γίνεται όλη η ύπαρξη του ανθρώπου. Ξερίζωμα της ζωής, ένα φίλτρο θανάτου που επιβάλλει ακαταμάχητα την παρουσία του στην ψυχή με την άμεση επίθεση του σωματικού πόνου. Είναι πραγματική συντριβή μόνο όταν το ξερίζωμα επηρεάσει όλες τις πλευρές της ζωής – σωματικές, ψυχολογικές, κοινωνικές». 
 
 
6) Η συντριβή βρωμάει
Δεν υπάρχει τίποτα λαμπρό, αξιοθαύμαστο, ένδοξο στη συντριβή. Αν υπάρχει, τότε δεν είναι ακόμα συντριβή. Όχι μόνο αυτό, αλλά η συντριβή επιφέρει κοινωνική καταρράκωση: «Δεν είναι πραγματικά συντριβή αν δεν περιέχει το στοιχείο της κοινωνικής υποβάθμισης ή το φόβο του». 
 
O συντετριμμένος δε μετράει για τίποτα, χάνει τη σημασία, την αξία, την αξιοπρέπειά του στα μάτια των άλλων, ακόμα και στα δικά του. Η συντριβή «καταρρακώνει όποιον αγγίζει και προκαλεί μόνο απέχθεια σ’ αυτούς που την αντικρίζουν. Ο συντετριμμένος γίνεται μια κατάρα. Κουβαλάει το φορτίο της περιφρόνησης και της αηδίας που απευθύνει ο πολύς κόσμος σ’ έναν κοινωνικά απόβλητο»
 
O λόγος που ο συντετριμμένος βρωμάει είναι επειδή η παρουσία του υπενθυμίζει τον αναπόφευκτο θάνατο κι εκμηδένιση όλων μας. Η Weil το παρομοίαζε με δύο καταδίκους που ο ένας αναγκάζεται να κοιτάζει την γκιλοτίνα που κάποια στιγμή θα του πάρει το κεφάλι (συντετριμμένος), ενώ ο άλλος την αποφεύγει, ξεχνιέται με διάφορα, απορροφάται απ' τους ατέλειωτους συναρπασμούς της ζωής (ασύντριφτος). Ο συντετριμμένος βρωμάει επειδή η ενοχλητική παρουσία του υπενθυμίζει την αναπόφευκτη γκιλοτίνα που βγάζουμε απ’ το μυαλό για να ζήσουμε τις ζωές μας. 
 
Θεσ/νίκη, χειμώνας, πριν 4,5 χρόνια, γύρω στις 03:00 τη νύχτα. 
Ο τύπος καθόταν σε μια στάση λεωφορείου με μπαγκάζια, μπουφάν και πουλόβερ, προφανώς περίμενε ένα μεταμεσονύχτιο δρομολόγιο για τ’ αεροδρόμιο, κάποια πρωινή πτήση. Μετά από λίγο περνάει το πρεζόνι – έκανε μπαμ ότι ήταν πρεζόνι. 
Το πρεζόνι πάει δίπλα στον τύπο κι αρχίζει ν’ αδειάζει τα σκουπίδια στο καλάθι της στάσης. «Πέρασε άλλος, ε;». Δεν έβρισκε αυτό που έψαχνε. Τα σκουπίδια πέφταν ένα–ένα στα πόδια του τύπου, ο οποίος έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες να κοιτάζει απλανώς μπροστά του και να παριστάνει ότι δεν προσέχει τίποτα. 
«Αχ, πέρασε άλλος!». Το καλάθι άδειαζε. «Τι κοιτάς ρε φίλε» λέει το πρεζόνι ενώ ο τύπος προσπαθούσε να κοιτάζει το υπερπέραν μπροστά του, «ξέρεις πώς είναι; Ξέρεις τι τραβάμε; Αχ Παναγίτσα μου...» το πρεζόνι πάει πιο πέρα, «...γιατί με κρατάς, Παναγίτσα μου; Για δε με παίρνεις; Πάρε με να ‘ρθω μαζί σου, πάρε με να ησυχάσω. Παναγίτσα μου, πάρε με, πάρε με, πάρε με, πάρε με». 
Η καφετέρια είχε κλείσει, τα τραπέζια μείναν έξω. Το πρεζόνι βγάζει κραυγή χαράς: ανακάλυψε ποτήρι καφέ σε τραπέζι. Ο τύπος όλη αυτήν την ώρα δεν είδε τίποτα. 
 
 
 
 
7) Η συντριβή βγάζει στην επιφάνεια την κρυμμένη τελεολογία μας 
Kατά βάθος όλοι παραμένουμε τελεολογικοί όσο κι αν το αρνούμαστε, ακόμα κ στον εαυτό μας. Με τα λόγια της Weil: «Ο συντετριμμένος ζητάει μια απάντηση, με φωνή τόσο δυνατή και θρηνητική όσο η κραυγή που αντήχησε στο σύμπαν από τον Σταυρό: Γιατί; Γιατί να είναι η κατάσταση έτσι; Κι ο συντετριμμένος περιμένει αφελώς την απάντηση από ανθρώπους, από την κατάσταση, από τον Θεό, απ’ οτιδήποτε κι οποιονδήποτε. Γιατί να μην έχει τίποτα να φάει; Γιατί να είναι κομματιασμένος από την κούραση και τη βάναυση μεταχείριση; Γιατί να τον ετοιμάζουν για εκτέλεση; Γιατί να είναι βαριά άρρωστος; Γιατί να είναι φυλακισμένος; Κι αν κάποιος του εξηγούσε τις αιτίες που επέφεραν αυτήν την κατάσταση, ο συντετριμμένος δεν θα το θεωρούσε απάντηση. Διότι η ερώτηση γιατί; δεν σημαίνει από ποιες αιτίες; αλλά για ποιο σκοπό;» 
 
Η συνηθισμένη, φαινομενικά ατελεολόγητη στάση που έχουμε, είναι ψευδαίσθηση. Στην πραγματικότητα, όλοι έχουμε κρυμμένη μια τελεολογία. Αυτή η κρυφή τελεολογία μάς ψιθυρίζει συνέχεια στο αυτί: εμπιστεύσου τη ζωή, έχει τις απαντήσεις. Όμως έρχεται η συντριβή και μας αφήνει ξεβράκωτους. 
 
 
 
8) Η συντριβή είναι άφατη. 
Ο συντετριμμένος σπάνια βρίσκει λόγια να περιγράψει αυτό που του συνέβη. Και σχεδόν ποτέ δεν καταφέρνει να το μεταδώσει σε άλλους. Οπότε ζει ολομόναχος ακόμα κι αν τυπικά έχει φίλους, σύντροφο, οικογένεια. Ο συντετριμμένος είναι η πιο καταπιεσμένη μειονότητα στον κόσμο, μια μειονότητα με πληθυσμό = 1. 
Θυμηθείτε τα λόγια του Jean Amery: «Η εμπειρία που πέρασα ήταν μια τεράστια μοναξιά που δε μ’ έχει εγκαταλείψει μέχρι σήμερα»
 

9) Τι διδάσκει ο ευρωπαϊκός στοχασμός για τη συντριβή;
Τίποτα. Η αριστερά σ' όλες τις εκδοχές της απασχολήθηκε πολύ με την κατανόηση των θεωρητικο-οικονομικο-κοινωνικο-πολιτικών όρων που γεννάν τη σύγχρονη σκλαβιά. Όμως δεν ασχολήθηκε καθόλου με το μόνο αν το περάσω στο πετσί μου θα το μάθω. Δηλαδή, δεν είδε το να το περάσω στο πετσί μου ως επιστημολογία, τρόπο απόκτησης γνώσης. Σχεδόν σύσσωμος ο ευρωπαϊκός στοχασμός του 19ου - 21ου αιώνα προήρθε από ασύντριφτους διανοούμενους που δεν ένιωσαν στο πετσί τους τι εστί συντριβή. Με τα λόγια της Simone Weil προς τη Σιμόν ντε Μποβουάρ όταν βρεθήκαν συμφοιτήτριες: «πώς φαίνεται ότι δεν έχεις πεινάσει ποτέ στη ζωή σου». Ιστορία του Χότζα:

Κάποτε μια μάνα πήγε στο Χότζα: «Πες κάτι στο γιο μου! Τρώει κάθε μέρα γλυκά, δεν μπορεί ν' αντισταθεί! Του μιλάω κ δε μ' ακούει, θα γίνει βαρέλι στο τέλος! Όμως εσένα σ' έχει δέος, αν του πεις κάτι θα τ' ακούσει»
 
Ο Χότζας συλλογίστηκε: «Φέρ'τον μου σε δυο βδομάδες»
 
Η μάνα τα 'χασε αλλά έκανε ό,τι της είπε, σε δυο βδομάδες έφερε το παιδί. Ο Χότζας είπε στο αγόρι: «Άκου να δεις μικρέ! Δε θα ξαναφάς γλυκά, μ' ακούς; Μαχαίρι, κομμένα, τέρμα!»
 
Το παιδί συγκλονίστηκε κι έκοψε τα γλυκά. Η μάνα χάρηκε αλλά απόρησε: «Όλα καλά όμως, ρε συ Χότζα, χρειαζόσουν δυο βδομάδες να του το πεις αυτό;»
 
Απάντησε ο Χότζας: «Όχι, χρειαζόμουν δυο βδομάδες να κόψω κι εγώ τα γλυκά. Γιατί κι εγώ είχα πάθος με τα γλυκά, δεν άντεχα χωρίς αυτά. Πώς να του δώσω εντολή αν δεν το 'χω περάσει πρώτα στο πετσί μου;»
 
Παρόλο που παρέμεινε ως το τέλος της ζωής της κριτική μαρξίστρια, η Simone Weil αγανακτούσε με τους μπολσεβίκους ηγέτες που νόμιζαν «ότι θα φτιάξουν μια ελεύθερη εργατική τάξη όμως κανείς απ' αυτούς, σίγουρα όχι ο Τρότσκι και, νομίζω, ούτε ο Λένιν πάτησαν πόδι σ' εργοστάσιο, δεν έχουν την παραμικρότερη ιδέα για τις καταστάσεις που ορίζουν τη σκλαβιά ή την ελευθερία των εργατών»
 
Η μεγάλη της ένσταση με το πρόγραμμα του Μαρξ ήταν: «Πώς είναι δυνατόν να πίστεψε ότι από σκλάβους θα βγουν ελεύθεροι άνθρωποι;» Ο Richard Burton που κάτι ήξερε από σκλάβους κι ήταν διορατικός ως προς τους ανθρώπους, κάνει την παρατήρηση: «Το αγαπημένο όνειρο του σκλάβου δεν είν' η ελευθερία του, είναι ότι κάποια μέρα θ' αποκτήσει κι αυτός έναν δικό του σκλάβο». Η αριστερά, σ' όλες τις εκδοχές της, ονειρεύτηκε έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση & καταπίεση. Οι καθαυτό σκλάβοι, αυτοί που περάσαν συντριβή, στην πλειοψηφία τους ονειρεύονται να φορτώσουν σ' άλλους αυτά που πέρασαν («ανθρώπινη μηχανική»), επίσης μια μπουκάλα κρασί ή αυτό που έψαχνε το πρεζόνι στα σκουπίδια της στάσης
 
 
10) Η συντριβή ενώνει όλους μας
Όλοι είμαστε το ίδιο εύθραυστοι απέναντί της. Πετύχαμε στη ζωή μας, αποτύχαμε στη ζωή μας, υψηλό ΙQ, χαμηλό IQ, διαπρεπείς, ασήμαντοι κ.λπ. όλοι έχουμε να περάσουμε από συντριβή την ώρα του θανάτου, να χάσουμε τα πάντα (μπορεί και σήμερα το βράδυ). Η μεγαλύτερη δημοκρατία. Κοινός παρονομαστής που ενώνει τον σπουδαίο κ τον ασήμαντο, τον φτωχό κ τον πλούσιο. Όλοι θα φτάσουμε στο σημείο που ο ύψιστός μας στόχος θα γίνει αυτό που έψαχνε το πρεζόνι στα σκουπίδια της στάσης, ενώ όλοι θα μας κοιτάζουν με την «περιφρόνηση κ την αηδία που απευθύνουν οι πολλοί σ' έναν κοινωνικά απόβλητο». Είναι θέμα χρόνου. Απλά κάποιοι σπρώχτηκαν, πέρασαν μια ώρα αρχύτερα αυτό που αναπόφευκτα θα περάσουμε όλοι 
 
 
 
4. Η Συντριβή από τη Σκοπιά της Αιωνιότητας 
Όλα τα προηγούμενα ήταν από τη σκοπιά του κόσμου, δηλ. αυτά που βλέπει ο φίλος, ο ψυχολόγος, ο σύντροφος, ο πνευματικός, η οικογένειά μας. Ομως η Simone Weil έβλεπε το κάθε τι κι απ’ τη σκοπιά της αιωνιότητας. Οπότε έχει πολλά άλλα να πει για τη συντριβή: 
 
 
11) Η συντριβή έχει κάτι αληθινό 
Σε αντίθεση με τη φυσιολογική, καθημερινή ζωή μας που δεν έχει τίποτα αληθινό. 
 
«Μόνο στη συντριβή το ξερίζωμα, η γύμνια και η απόγνωση του ανθρώπου αποκαλύπτονται στην ύστατη ουσία τους». Είναι πολύτιμη ευκαιρία για πέρασμα στην αλήθεια, μόνο που η μεγάλη πλειοψηφία των συντετριμμένων τη χάνει. 
 
«Οι διάφορες ευχαριστήσεις μας είναι η ψευδαίσθηση ότι υπάρχει κάτι καλό στη δική μου ύπαρξη. Όμως στις στιγμές που έρχονται από την πληθώρα του σωματικού πόνου, αυτή η ψευδαίσθηση εξαφανίζεται. Τότε μόνο κάποιος βλέπει την ύπαρξή του γυμνή, σαν ένα απλό γεγονός το οποίο δεν περιέχει κανένα καλό. Είναι τρομαχτικό. Κι είναι η αλήθεια».
 
 
12) Η συντριβή μάς αποκαλύπτει τι πραγματικά είμαστε  
Από τη σκοπιά της αιωνιότητας, η συντριβή δεν είναι κακοτυχία. Είναι αφύπνιση στην πραγματική φύση της ύπαρξής μας, το παιδάκι στο παραμύθι του Άντερσεν που φωνάζει: ο βασιλιάς είναι γυμνός! 
 
H Simone Weil θα εξοργιζόταν με τη διδασκαλία της Εκκλησίας ότι «ο Θεός σου δίνει μόνο τον πόνο που μπορείς ν’ αντέξεις προκειμένου να μάθεις κάτι» (το έχω βρει σε βιβλία και κείμενα της Εκκλησίας). Θα το θεωρούσε ασέβεια προς τον πόνο των συντετριμμένων. 
 
Πρώτον, η Weil θ’ αντιδρούσε ότι τον πόνο τον στέλνει ο Θεός. Δεύτερον, θα διαφωνούσε ότι, για κάποιο λόγο, περνάμε μόνο πόνους που μπορούμε ν’ αντέξουμε: αμέτρητοι άνθρωποι περνάνε κάθε μέρα πόνους που δεν μπορούν ν’ αντέξουν. Τρίτον και σημαντικότερο όμως, με δικά της λόγια: «Αν σκεφτόμουν ότι ο Θεός από το θέλημά Του μού έστειλε τον πόνο για το καλό μου τότε θεωρώ ότι αξίζω κάτι, και χάνω τη βασική χρήση του πόνου, να με διδάξει ότι δεν αξίζω τίποτα». 
 
Η συντριβή καταδεικνύει πόσο εύθραυστα είναι τα οικοδομήματα που χτίζουμε στη ζωή μας, κάτι που συνεχώς αποφεύγουμε να κοιτάξουμε στα μάτια: «Οποιαδήποτε στιγμή, κάτω από καπρίτσιο περιστάσεων στις οποίες δεν έχω τον παραμικρότερο έλεγχο, μπορεί να χάσω το κάθε τι που έχω, ακόμα κι αυτά που θεωρώ τόσο δικά μου ώστε να τα νιώθω κομμάτι του εαυτού μου. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορώ να χάσω, μπορεί να συμβεί κάθε στιγμή, αυτό που είμαι να χαθεί και ν’ αντικατασταθεί από κάτι άλλο, όσο πιο βρωμερό κι απεχθές γίνεται»
 
 
 
13) Οπότε, η συντριβή έχει τελικά ένα παράξενο μάθημα να μας διδάξει 
Το παράξενο μάθημα της συντριβής, ότι η ανθρώπινη ζωή είναι πρόβλημα χωρίς λύση: «Η ανθρώπινη ζωή είναι κάτι το αδύνατο. Όμως μόνο η συντριβή μας κάνει να το νιώσουμε αυτό» 
 
Όλοι ποθούμε κάτι στα βάθη της καρδιάς μας. Συνήθως το λέμε ευτυχία, ευδαιμονία, χαρά, πλήρωση, ο καθένας ας βάλει τις δικές του λέξεις (η Weil χρησιμοποιούσε κυρίως τη λέξη Θεός καθώς και την έκφραση του Πλάτωνα, το Αγαθό). Όμως ποτέ και πουθενά δεν το βρήκαμε. 
 
Έχετε συναντήσει έστω κι έναν ευτυχισμένο άνθρωπο στη ζωή σας; 
 
Σταθήκατε ποτέ ευτυχισμένοι;
 
Τίποτα στον κόσμο δεν το δίνει. Δεν ξέρουμε τι είν’ αυτό, ούτε πού βρίσκεται. Το μόνο που ξέρουμε σίγουρα, δεν είμαστε ευτυχισμένοι κ ποτέ δε θα γίνουμε, το μέλλον είναι φτιαγμένο απ' το υλικό του παρόντος. Έτσι κατασκευάστηκε η ζωή, να είναι πρόβλημα χωρίς λύση (κατάλληλη στιγμή να θυμηθούμε την Πρώτη Ευγενική Αλήθεια του Βουδισμού που τόσο εκτιμούσε η Simone Weil: Όλα Πόνος). 
 
Δεν αντέχουμε να παραδεχτούμε πως η ζωή είναι φυλακή αδραπέτευτη. Οπότε, προκειμένου να βγουν κάπως οι μέρες του βίου μας, ξεγελιόμαστε για να ιδρυματιστούμε στη φυλακή – αλλιώς ο βίος θα γινόταν αφόρητος σε επίπεδο παραφροσύνης. 
 
Όμως έρχεται η συντριβή και μας ενηλικιώνει απ' τα παιδιάστικα: «Είναι η ανθρώπινη δυστυχία κι όχι η ευχαρίστηση που κρύβει το μυστικό της θείας σοφίας. Όλη η αναζήτηση ευχαρίστησης είναι λαχτάρα για έναν τεχνητό παράδεισο, μέθη. Και δεν μας προσφέρει τίποτα εκτός από την εμπειρία της ματαιότητάς της». 
 
Πάντα βρίσκουμε τρόπους να γιατρεύουμε τους πόνους μας, να τους παρηγορούμε – όμως όλα μέχρι ενός σημείου. Αν ξεπεραστεί αυτό το σημείο, την ώρα της συντριβής, τότε ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με την άλυτη αντίφαση της ανθρώπινης κατάστασης. 
 
 
 
5. Η Άλλη Πλευρά του Σκοταδιού 
Παρόλα αυτά, η συντριβή έχει κάτι ακόμα, όμως η μεγάλη πλειοψηφία των συντετριμμένων χάνει την άλλη πλευρά του νομίσματος. Γίνεται σημαντικό επειδή κι εδώ η Simone Weil μιλά από την εμπειρία της, όχι από διαβάσματα ή δόγματα. 
 
Εδώ είναι το πολύ δύσκολο σημείο... 
 
Τρέμω μην αλλοιώσω το σκεπτικό της ώστε θα παραθέσω τις δικές της λέξεις (σε έγκριτη αγγλική μετάφραση) από το Waiting for God, έμφαση δική μου: 
 
The outward results of true affliction are nearly always bad. We lie when we try to disguise this. It is in affliction itself that the splendor of God's mercy shines, from its very depths, in the heart of its inconsolable bitterness. If still persevering in our love, we fall to the point where the soul cannot keep back the cry, My God, why hast thou forsaken me? 
If we remain at this point without ceasing to love, we end by touching something that is not affliction, not joy, something that is the central essence, necessary and pure, something not of the senses, common to joy and sorrow: the very love of God 
We know then that joy is the sweetness of contact with the love of God, that affliction is the wound of this same contact when it is painful, and that only the contact matters, not the manner of it
It is the same as when we see someone very dear to us after a long absence; the words we exchange with him do not matter, only the sound of his voice, which assures us of his presence. 
 
«Τα εξωτερικά αποτελέσματα της αληθινής συντριβής είναι σχεδόν πάντα άσχημα. Ξεγελιόμαστε όταν το καμουφλάρουμε αυτό. Είναι στη συντριβή που λάμπει το μεγαλείο του θεϊκού ελέους, από τα βάθη της, στην καρδιά της απαρηγόρητης πίκρας της. Αν συνεχίσουμε να αγαπάμε, πέφτουμε πια στο σημείο που η ψυχή δεν μπορεί να συγκρατήσει την κραυγή: Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;»
«Αν παραμείνουμε σ’ αυτό το σημείο χωρίς να πάψουμε να αγαπάμε, τότε φτάνουμε κι αγγίζουμε κάτι. Κάτι που δεν είναι ούτε δυστυχία ούτε χαρά, η κεντρική ουσία, αναγκαίο κι αγνό, δεν προέρχεται απ’ τις αισθήσεις, κοινό στη χαρά και στη λύπη: η αγάπη του Θεού» 
«Και τότε ξέρουμε ότι η χαρά είναι η γλύκα της επαφής με την αγάπη του Θεού, ότι η συντριβή είναι η πληγή αυτής της επαφής, όταν έρχεται με οδυνηρό τρόπο, κι ότι μόνο η επαφή μετράει, όχι ο τρόπος της». 
 
[δεν ξέρω πώς να χιλιο-υπογραμμίσω αυτά τα λόγια]
 
«Είναι όπως όταν ξαναβλέπουμε έναν αγαπημένο μας χαμένο από καιρό: οι λέξεις που θ’ ανταλλάξουμε μαζί του δεν έχουν σημασία, μόνο ο ήχος της φωνής του που μας βεβαιώνει για την παρουσία του». 
 
*  *  *  *  *
 
 
Υποθέτω ότι στον Πλάτωνα (που λάτρευε η Weil) χρωστάμε τη λέξη «υπερουράνιος», ίσως δική του, από το μύθο της ψυχής στον Φαίδρο 147c. Θυμηθείτε ότι στον καιρό του Πλάτωνα δεν είχε καθιερωθεί ακόμα η λέξη «κόσμος», οι άνθρωποι της εποχής του όταν θέλαν να πουν αυτό που σήμερα λέμε «κόσμος» συνήθως λέγαν «το παν» ή «ουρανός» (ουρανός = όλα όσα υπάρχουν κάτω απ’ τον ουρανό). Οπότε, «υπερουράνιος» έχει και την έννοια του «υπερκόσμιος». Κάτι έξω απ’ αυτόν τον κόσμο. Κάτι που δεν ανήκει στον κόσμο τούτο. 
«Τον υπερουράνιο τόπο δεν τον ύμνησε όπως του αξίζει κανείς ποιητής του κόσμου τούτου, ούτε θα τον υμνήσει ποτέ», έλεγε ο Πλάτωνας στον Φαίδρο
 
Η Weil τόνιζε ξανά και ξανά ότι η συντριβή δε γιατρεύεται από τίποτα στον κόσμο, δεν παρηγοριέται από τίποτα στον κόσμο. Η συντριβή δεν κατασκευάστηκε γι’ αυτόν το λόγο, όχι με σκοπό να γιατρευτεί αλλά για να δώσει τη δυνατότητα σε κάποιον ν’ αγγίξει κάτι «κοινό στη χαρά και στη λύπη», που προηγουμένως αυτός ούτε καν φανταζόταν ότι υπήρχε. Η ίδια ονόμαζε «αγάπη του Θεού» αυτό το υπερουράνιο κάτι. Άλλοι που το άγγιξαν έβαλαν άλλες λέξεις. Νομίζω, δεν έχουν σημασία οι λέξεις, μόνο ότι η συντριβή δίνει την ευκαιρία σε κάποιον ν’ αγγίξει κάτι που «κανείς ποιητής ούτε το ύμνησε ούτε θα το υμνήσει ποτέ όπως του αξίζει» (Πλάτωνας)
 
Είναι η άλλη πλευρά του σκοταδιού. Πολλοί άγιοι, μάγοι, αλχημιστές, μυστικιστές, προφήτες το είπαν «ήλιος του μεσονυχτίου» (δεν έχω βρει από πού προέρχεται η έκφραση, υποθέτω από τους Αιγύπτιους αλλά δεν είμαι σίγουρος): μέσα στα σκοτάδια λάμπει μυστικός ήλιος. Ακόμα κ μέσ' στον απόλυτο ζόφο συνεχίζει να δουλεύει υπομονετικά ο σκαραβαίος, ο Όσιρις τελικά θ' αναστηθεί. 
 
Αν ο συντετριμμένος φτάσει κι αγγίξει αυτό το υπερκόσμιο κάτι, δε είναι ότι θα σταματήσει ο πόνος. ΠΟΤΕ δε σταματά ο πόνος (εδώ η Weil έλεγε αλληγορικά: «ακόμα και το δοξασμένο σώμα του Κυρίου μετά την ανάσταση, συνέχιζε να φέρει τα σημάδια των καρφιών»). 
 
Είναι ότι ο συντετριμμένος μετά δε θέλει να σταματήσει ο πόνος. Μετά ο συντετριμμένος έχει... πιο σημαντικά πράγματα. 
 
Ανακάλυψε κάτι που νικά θάνατο, περνά απ' τις πύλες του θανάτου. Με τα λόγια του αναστάσιμου ύμνου: θανάτω θάνατον πατήσας, «με τον θάνατο νίκησε τον θάνατο». Με τα λόγια του Αττάρ της Νισαπούρ απ' το Συνέδριο των Πουλιών: «Ο θάνατος είναι το μόνο γιατρικό για τον θάνατο».
 
Είναι μια ευκαιρία. Όμως η πλειοψηφία των συντετριμμένων τη χάνουμε. Οι περισσότεροι δεν αντέχουμε την ατέλειωτη ερημιά, ολομόναχοι στον κόσμο, την πρωτόγνωρη ψυχική παγωνιά και το απόλυτο σκοτάδι, οπότε κάποια στιγμή καταρρέουμε, φορτώνουμε τη δυστυχία μας σ' άλλους, τα βάζουμε με τον ίδιο τον κόσμο και «κάθε τι το όμορφο και καλό στον κόσμο γίνεται μια προσβολή».
 
 
*  *  *  *  * 
 
Έγραψα πολλά. Η Simone Weil είπε πολλά περισσότερα για το «θαύμα της συντριβής» (δική της έκφραση) όμως δεν είναι δυνατό να γράψω κι άλλα. Καλύτερα να τη διαβάσετε να σας τα πει η ίδια. 
 
Προειδοποιώ: πολλά που θα διαβάσετε θα σας σοκάρουν και δε θα σας αρέσουν. Της έχουν γίνει σφοδρές κριτικές από πανεπιστημιακούς (ξεχνώντας ότι η ίδια κρατούσε προσωπικές σημειώσεις κι όλα δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό της, παρά τη θέλησή της). Η Susan Sontag κάπου κάνει ένα σχόλιο για το έργο και τη ζωή της: «Τα διαβάζεις και σε πιάνει ένα περίεργο μείγμα λύπησης, απέχθειας και θαυμασμού... Απ’ τη μια λες, η γυναίκα ήταν τρελή. Απ’ την άλλη σκέφτεσαι, όμως είναι κακό να είσαι τρελός; Κι είναι καλό να είσαι φυσιολογικός;» 
 
Προτείνω, μη διαβάσετε αναλύσεις από ασύντριφτους πανεπιστημιακούς αλλά την ίδια τη Weil. Αν κάποιος θέλει μαζεμένες τις δημοσιευμένες σημειώσεις της (σε έγκριτες αγγλικές μεταφράσεις), μπορώ να του τις στείλω. Πρέπει απαραίτητα να διαβάσετε και για τη ζωή της. Χωρίς να το φανταστεί, η Weil μιλούσε όχι μόνο με τις προσωπικές της σημειώσεις αλλά και με την περίεργη, ασυνήθιστη ζωή που έκανε
 
 
*  *  *  *  * 
 
Κλείνω από το αλληγορικό ποιήμα του Αττάρ της Νισαπούρ, το Συνέδριο των Πουλιών (12ος αιώνας), στην εξαιρετική μετάφραση των Davis & Darbandi: 
 
 
The King Paused Only at the Prison Gates
 
A king returned once to his capital. 
His subjects had prepared a festival, 
And each to show his homage to the crown 
Had helped to decorate the glittering town. 
 
The prisoners had no wealth but iron gives, 
Chains, severed heads, racked limbs and ruined lives
With such horrific ornaments they made 
A sight to greet their monarch’s cavalcade. 
 
The king rode through the town and saw the way 
His subjects solemnized the happy day, 
But nothing stopped the progress of his train 
Till he approached the prison and drew rein. 
There he dismounted and had each man told 
That he was free and would be paid in gold. 
 
A courtier asked the king: ‘What does this mean? 
To think of all the pageantry you’ve seen
Brocade and satin shining everywhere, 
Musk and sweet ambergris to scent the air, 
Jewels scattered by the handful on the ground 
And not so much as once you looked around; 
Yet here you stop, before the prison gate! 
Are severed heads a way to celebrate? 
What is there here to give you such delight? 
Torn limbs and carcasses? A grisly sight! 
Why did you dismount? Should you sit down 
With all the thieves and murderers in town?’ 
 
The king replied: ‘The others make a noise 
Like rowdy children playing with new toys; 
Each takes his part in some festivity, 
Careful to please himself as much as me 
They celebrate in pompous pride, 
Conceited, giddy and self-satisfied.
 
But these poor captives sacrifice their will 
And bow to my commands through good and ill  
I see obedience here, need I explain
Why it is here I am happy to draw rein?
They have no business but to spend each breath 
In expectation of the noose and death, 
Yet they submit -- and to my grateful eyes 
Their prison is a flower-strewn paradise.’ 
 
Κι ο Αττάρ κλείνει το αληγορικό του ποίημα με μια προειδοποίηση σε μας, τους αναγνώστες:
 
Wisdom accepts authority and waits:
The king paused only at the prison gates.

Το Πορτραίτο Του Μωυσή

O Ζώπυρος (εξελληνισμός κάποιου περσικού ονόματος) ήταν ονομαστός φυσιογνωμιστής από τη Συρία που μπορούσε να διαβάσει τα πάντα σ' έναν άνθρωπο από το πρόσωπο κ το σώμα του. Τον αναφέρει ο Κικέρωνας κι ο Διογένης Λαέρτιος (παραθέτοντας Αριστοτέλη). Λένε πως όταν κλήθηκε να διαβάσει τον Σωκράτη, απάντησε ότι εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ έναν άνθρωπο ανόητο, αργόστροφο, εξαρτημένο απ’ το πάθος του για τις γυναίκες. 

Οι φίλοι του Σωκράτη διαμαρτυρήθηκαν. Περιέργως (κατά Κικέρωνα κ Διογένη Λαέρτιο) τη διάγνωση του Ζώπυρου έφτασε να την υπερασπιστεί ο ίδιος ο Σωκράτης, που επιβεβαίωσε ότι πράγματι έχει αυτές τις κακίες κι ακόμα περισσότερες. Όμως έμαθε από μικρός να βάζει χαλινάρι στον εαυτό του. Nα μισεί τον εαυτό του σαν τον χειρότερο εχθρό του. 

Βέβαια, η ιστοριούλα είναι πολύ πιο διάσημη από το εβραϊκό Ταλμούδ – ουσιαστικά, η ίδια ιστορία προσαρμοσμένη διαφορετικά: 

ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ ΜΩΥΣΗ 

Όλος ο κόσμος συγκλονίστηκε από το θαύμα της εξόδου των Ισραηλιτών. Όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για τον Μωυσή. Οι φήμες φτάσαν κ στον βασιλιά του Αραβιστάν που θέλησε να δει τον Μωυσή, διέταξε τον κορυφαίο ζωγράφο του να τον βρει κ να σχεδιάσει το πορτραίτο αυτού του σπουδαίου ανθρώπου. Ο ζωγράφος βρήκε την κατασκήνωση των Ισραηλιτών στην έρημο κ έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε ν’ αποδώσει το πορτραίτο του Μωυσή. 

Ο βασιλιάς πήρε το πορτραίτο κ το έδειξε στους σοφούς φυσιογνωμιστές του. Αυτοί αποφάνθηκαν: «Εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ έναν άνθρωπο αλαζονικό, κακούργο, πλεονέκτη, σκληρό, άνθρωπος γεμάτος κακίες». 

Ο βασιλιάς τα ‘χασε. Ο ζωγράφος ισχυριζόταν ότι έκανε καλή δουλειά, οι φυσιογνωμιστές ισχυρίζονταν ότι έκαναν καλή διάγνωση, ο βασιλιάς δεν ήξερε ποιον να πιστέψει. Μέχρι που αποφάσισε να πάει ο ίδιος να δει τον Μωυσή με τα μάτια του. 

Βρήκε την κατασκήνωση των Ισραηλιτών στην έρημο, μπήκε στη σκηνή του Μωυσή, τον προσκύνησε, κατευθείαν είδε πως ο ζωγράφος έκανε καλή δουλειά. Ρώτησε τον άνθρωπο του Θεού: «Πώς είναι δυνατόν οι φυσιογνωμιστές μου να κάναν τέτοιο λάθος; Τους νόμιζα σοφούς!»

Απάντησε ο Μωυσής: «Κανένα λάθος δεν κάναν οι φυσιογνωμιστές σου. Έχω πράγματι αυτές τις κακίες, δεν ξέρω πόσες άλλες. Έμαθα όμως να μισώ τον εαυτό μου, να του βάζω χαλινάρι, μέχρι ν’ αγαπώ σαν τον καλύτερό μου φίλο ό,τι στέκεται εχθρός μου. Να η μεγάλη περηφάνια μου» 

Η ιστοριούλα καθιερώθηκε στους σύγχρονους πανεπιστημιακούς κύκλους ως αρχαιοελληνική, εβραϊκή, όμως είμαι σίγουρος πως αν ψάξω θα τη βρω κ σε ακόμα πιο αρχαίες παραδόσεις – κινέζικες, μεσοποτάμιες, ινδικές, αιγυπτιακές, ιθαγενείς, δεν ξέρω κι εγώ τι. Βάζω στοίχημα! Αν ψάξω θα τη βρω, προσαρμοσμένη σε τοπικές κουλτούρες κ θρύλους. Ο μόνος λόγος που δεν τη ψάχνω είναι ότι πια είμαι κουρασμένος, δεν έχω κουράγια. Όμως θα είναι ουσιαστικά η ίδια ιστοριούλα. 

Ήταν ο τρόπος των αρχαϊκών να μας διδάξουν τι διαφέρουμε, εμείς οι θλιβερές μετριότητες, από τους σπουδαίους ανθρώπους όπως ο Σωκράτης κι ο Μωυσής. Όχι ότι ήταν καλύτεροι από μας. Όχι αυτό. Το ίδιο άνθρωποι όπως κι εμείς, τα ίδια σφάλματα κ τις ίδιες κακίες. Όμως αυτοί μάθαν να βάζουν χαλινάρι στον εαυτό τους. Αυτό τους κάνει σπουδαίους 

Με τα λόγια του Μωυσή από το Ταλμούδ: «Να η μεγάλη περηφάνια μου»

 

Ισπανική Διαθήκη

O Άρθουρ Καίστλερ έγραψε την Ισπανική Διαθήκη αμέσως μετά το τρίτο ταξίδι του στην Ισπανία του εμφυλίου, 1937. Τυπικά ανταποκριτής βρετανικής εφημερίδας, ουσιαστικά κατάσκοπος των κομμουνιστών, αιχμαλωτίστηκε από τους εθνοφρουρούς του Φράνκο, καταδικάστηκε σε θάνατο, πέρασε 102 μέρες φυλακή κ απομόνωση περιμένοντας συνεχώς την εκτέλεσή του. Τελικά τη γλίτωσε επειδή βρέθηκε μια διπλωματική φόρμουλα, να ανταλλαχτεί με τη σύζυγο ενός πιλότου του Φράνκο που ήταν αιχμάλωτη των Κόκκινων. Το βιβλίο έχει αμέτρητα αξιόλογα σημεία και το χιλιοσυνιστώ θερμά. Τι να πρωτοδιαλέξω;… 

Ας βάλω τη σκηνή της απελευθέρωσής του. Λοιπόν, έχουμε έναν κατάσκοπο των κομμουνιστών κι έναν εθνοφρουρό που τυχαίνει να βρεθούν δίπλα σ’ ένα αεροσκάφος, ο πιλότος του Φράνκο τον πηγαίνει στο Γιβραλτάρ (βρετανικό έδαφος) για να ανταλλαχτεί με την αιχμάλωτη σύζυγό του. Ένας μελλοθάνατος επί 4 μήνες, που έμαθε απ' την καλή κι απ' την ανάποδη κάθε τετρ. εκατοστό του κελιού του, ξαφνικά, σα ζαλισμένο κοτόπουλο, βρίσκεται στους ουρανούς: 

Ανεβήκαμε σ’ ένα πολύ μικρό αεροπλανάκι, ένα ανοιχτό Baby Douglas, σαν παιδικό παιχνίδι. Υψωθήκαμε όλο και περισσότερο, ο ορίζοντας απλώθηκε κι η Σεβίλλη μίκρυνε. O καμπαλέρο με το μαύρο πουκάμισο έσφιξε τα χείλη του – δεν άκουγα τίποτα, ίσως σφύριζε κάποιον σκοπό στον εαυτό του. 

«Πού πηγαίνουμε, σενιόρ;» φώναξα 

«Σ' άλλη πόλη, σενιόρ» φώναξε αυτός. 

Ανεβήκαμε ακόμα ψηλότερα, πλησιάζαμε μια βουνοκορφή. Άσπρα ξέφτια ομίχλης κυλούσαν γύρω μας. Ο καμπαλέρο με το μαύρο πουκάμισο έδειξε την άβυσσο κάτω μας: 

«Αυτή είναι η Εθνική Ισπανία, σενιόρ» ξεφώνισε. «Εδώ όλοι είναι χαρούμενοι» 

«Τι πράμα;» ξεφώνισα

«… χαρούμενοι», φώναξε, «χαρούμενοι κι ελεύθεροι» 

«Τι;» 

«Χαρούμενοι» 

Ήμασταν μουγκωμένοι, μόνο η μηχανή του αεροσκάφους ούρλιαζε. Οι ομίχλες κάτω ήταν κάτασπρο λιβάδι, το έδαφος εξαφανίστηκε. Ο καμπαλέρο καθόταν με τα πόδια ανοιχτά κ τον μοχλό του αεροσκάφους ανάμεσα στα γόνατα, χειρονομούσε καθώς μιλούσε: 

«Στο σύστημά σας, οι φτωχοί αγωνίζονται ενάντια στους πλούσιους. Εμείς έχουμε άλλο σύστημα. Δε ρωτάμε αν είσαι πλούσιος ή φτωχός, μόνο αν είσαι καλός ή κακός. Τόσο ο καλός φτωχός όσο κι ο καλός πλούσιος ανήκουν σε μας. Ο κακός φτωχός κι ο κακός πλούσιος δεν είναι δικοί μας. Αυτή είναι η πραγματικότητα στην Ισπανία, σενιόρ» 

«Πώς τους ξεχωρίζετε;» ξεφώνισα 

«Τι πράμα;» ξεφώνισε αυτός 

«Ρώτησα, πώς τους ξεχωρίζετε;» 

Το αεροσκάφος πήρε κι άλλο ύψος, περάσαμε τις κορφές των βουνών. Η μηχανή έκανε δαιμονισμένο θόρυβο, κάποιες στιγμές δεν άκουγα τίποτα. 

«Κατά βάθος όλοι οι Ισπανοί είναι μαζί μας», φώναξε ο καμπαλέρο με το μαύρο πουκάμισο. «Όταν οι Κόκκινοι σκοτώνουν τους δικούς μας, η τελευταία τους κραυγή είναι Βίβα Εσπάνια. Έχω δει αρκετούς Κόκκινους να εκτελούνται όμως κι αυτοί στο τέλος φώναζαν Βίβα Εσπάνια. Τη στιγμή του θανάτου όλοι μιλάν αληθινά. Δείτε, σενιόρ, πόσο δίκιο έχω» 

«Κοιτάξατε;» ξεφώνισα 

«Τι πράμα;» 

«Ρώτησα, κοιτάξατε όταν τους εκτελούσαν;» 

Πήραμε ύψος και βγήκαμε πάνω από το οροπέδιο των σύννεφων. Ο καμπαλέρο καθόταν με τα πόδια ανοιχτά και κουνούσε τα χέρια του, η μηχανή του αεροσκάφους συνέχιζε μόνη της. Δε χρειαζόταν να πούμε τίποτα, καθόμασταν στη σχεδία μας πάνω απ’ τα σύννεφα και κοιτούσαμε κάτω. 

«Όταν κάποιος πιλοτάρει έτσι ατέλειωτες ώρες», φώναξε ο άντρας με το μαύρο πουκάμισο, «σκέφτεται πολλά για τη ζωή και τον θάνατο. Οι Κόκκινοι είναι δειλοί, δεν ξέρουν πώς να πεθάνουν. Το χωράει το μυαλό σου να ‘σαι νεκρός;» 

«Πριν γεννηθούμε ήμασταν όλοι νεκροί» φώναξα. 

«Τι πράμα;» φώναξε 

«Είπα, πριν γεννηθούμε ήμασταν όλοι νεκροί». 

«Σωστό», φώναξε, «όμως τότε γιατί όλοι φοβούνται τον θάνατο;» 

«Δε φοβάμαι τον θάνατο, φοβάμαι μόνο την ώρα του θανάτου», φώναξα 

«Σε μένα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο», αντιφώναξε ο άντρας με το μαύρο πουκάμισο. 

Ο πιτσιρικάς ο Νίκολας [συγκρατούμενος του συγγραφέα στον οποίο αφιερώνει το βιβλίο] σίγουρα δεν πέθανε αγέρωχα. Οι σύντροφοί μου στη φυλακή φοβόντουσαν πάρα πολύ την ώρα της εκτέλεσης. Τους άρεσε να παίζουν μπάλα στην αυλή, να βρίσκουν κάνα μαρουλόφυλλο για φαγητό και να ονειρεύονται τη μέρα που θα τελειώσει ο πόλεμος, να μάθουν γραφή κι ανάγνωση. Πίστευαν ότι είναι καλό κι αναγκαίο να ζήσεις, ακόμα και να αγωνιστείς για να ζήσεις, ακόμα και να πεθάνεις ώστε να ζήσουν άλλοι. Γι’ αυτό δε φοβόντουσαν τον θάνατο. Όμως φοβόντουσαν τρομερά την ώρα του θανάτου. 

Ήμουν εκεί όταν πέθαναν. Και πέθαναν μέσ’ στο κλάμα, ικετεύοντας μάταια για βοήθεια, αδύναμοι εντελώς, τρέμοντας, έτσι όπως πρέπει να πεθαίνουν οι άνθρωποι. Ο θάνατος είναι πολύ άγριο πράγμα και δεν πρέπει να γίνεται μελόδραμα. Ο Πιλάτος δεν είπε «ιδού ο ήρωας», είπε «ιδού ο άνθρωπος» 

Διαβάστε την Ισπανική Διαθήκη απ’ τις παλιές εκδόσεις Άγκυρας, ή ως Διάλογος με τον Θάνατο απ’ τις παλιές εκδόσεις Χατζηνικολή. Αν το βρείτε, αρπάξτε το σαν θησαυρό, αξίζει. Είναι μεγάλο βιβλίο. Και δε φτάνει μια ανάγνωση, θέλει διάβασμα κ ξαναδιάβασμα. Αν κάποιος ενδιαφέρεται μπορώ να του το στείλω (στ' αγγλικά)

*  *  *  *  * 

Ας κλείσουμε με κάτι όχι άσχετο με τον ισπανικό εμφύλιο, ένα τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη που έμεινε σχετικά άγνωστο – τη Δραπετσώνα και το Βρέχει στη Φτωχογειτονιά τα ξέρουν όλοι, το Antonito el Camborio κατάφερε να περάσει απαρατήρητο! Ποίημα του Λόρκα, απόδοση οδυσσέα ελύτη, εδώ σε αγγλική μετάφραση, εδώ για την ιστορία του ανθρώπου πίσω απ’ το τραγούδι:  

 

 

 

Τα Παραμύθια Λένε Πάντα Την Αλήθεια

Παραδοσιακό ιρλανδικό παραμύθι, πολύ γοητευτικό, ίσως λέγεται ως τις μέρες μας. Το αποδίδω με κάποιες ελευθερίες, εξάλλου συνεχώς το βρίσκεις σε μικρές παραλλαγές: 

Μια φορά κι έναν καιρό, τέσσερις γενναίοι πολεμιστές του τάγματος των Fianna (περίφημο τάγμα ιπποτών της αρχαίας Ιρλανδίας) βγήκαν για κυνήγι στο μεγάλο δάσος: ο Ντέρμοτ, ο Κόναν, ο Όσκαρ κι ο Γκαλ. Η μέρα περνούσε χωρίς κανένα θήραμα, οι πολεμιστές ξεμάκραιναν όλο και βαθύτερα, το μεγάλο δάσος τους ρούφαγε, μέχρι που κάποια στιγμή χάθηκαν οριστικά, καταπεινασμένοι και κατακουρασμένοι. Η μέρα έσβηνε, ερχόταν το σούρουπο και το σκοτάδι…. 

«Ας κατασκηνώσουμε κάπου να βγάλουμε τη νύχτα κι αύριο το πρωί, με το φως του ήλιου, ψάχνουμε το δρόμο για το στρατόπεδο» είπαν. Όμως μετά από λίγο, μέσ’ στα σκοτάδια, είδαν ένα μακρινό φως. 

«Μια αγροικία! Πάμε να ζητήσουμε φιλοξενία!»  

Οι πολεμιστές κίνησαν προς το φως, φτάσαν σ’ ένα ξύλινο καλυβάκι κ χτύπησαν την είσοδο κατάκοποι. Όταν άνοιξε η πόρτα αντίκρισαν έναν ασπρομάλλη Γέρο και μια αστραφτερή Κόρη, ομορφότερή της δεν είχαν ξαναδεί. «Εεεε….» κατάφεραν να βρουν τη μιλιά τους οι πολεμιστές, «είμαστε ιππότες των Fianna, χαθήκαμε στο δάσος, ζητάμε φιλοξενία για τη νύχτα» 

«Ελάτε Ντέρμοτ, Κόναν, Γκαλ και Όσκαρ, καλοδεχούμενοι!» τους απάντησε ο Γέρος με τα ονόματά τους. «Μόλις έγινε και το φαγητό!» 

Οι πολεμιστές μπήκαν σ’ ένα δωμάτιο με τζάκι (χωρίς να παίρνουν τα μάτια τους από την Κοπέλα). Ένα τσουκάλι με σούπα στη φωτιά του τζακιού, στρωμένο τραπέζι, ενώ στη γωνιά κούρνιαζαν μισοκοιμισμένα ένα Κριάρι και μια μαύρη Γάτα. 

«Καθίστε και ξεκουραστείτε, τέλειωσαν οι κόποι σας γι’ απόψε!» τους είπε ο Γέρος κι έγνεψε στην Κοπέλα να ετοιμάσει χορταστικές μερίδες που να αρμόζουν στους Fianna της Ιρλανδίας. Τους σέρβιραν και κατόπιν οι οικοδεσπότες αποσύρθηκαν σε διπλανό δωμάτιο. 

Καθώς όμως οι πολεμιστές ετοιμάζονταν να χορτάσουν την πείνα τους, το Κριάρι σηκώθηκε ξαφνικά, μ’ ένα σάλτο βρέθηκε πάνω στο τραπέζι και τους κοίταξε αγριεμένο. «Φύγε από δω!» είπαν αυτοί αλλά το ζώο δεν έπαιρνε από λόγια. Οι πολεμιστές πήγαν να το αρπάξουν, όμως το Κριάρι σώριασε τον έναν με μια κουτουλιά, τον άλλον με μια ακόμα, τον τρίτο με μια τρίτη, τον τέταρτο με μια τέταρτη, μέχρι που στο τέλος οι Fianna βρέθηκαν σωριασμένοι στις γωνιές του δωματίου. 

Ο Γέρος άκουσε τη φασαρία κι ήρθε να δει τι συμβαίνει, «ωχ, το Κριάρι μας έκανε πάλι τα δικά του… για ανέλαβε εσύ» είπε στη μαύρη Γάτα. Αυτή σηκώθηκε ήσυχα και γαντζώθηκε απαλά στο λαιμό του Κριαριού. Το ζώο κατευνάστηκε κι η Γάτα το οδήγησε πειθήνια στη γωνιά του. 

Οι πολεμιστές σηκώθηκαν ταραγμένοι: «Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία σας όμως δεν μπορούμε να μείνουμε πια, ταπεινωθήκαμε! Είναι δυνατόν εμείς, τέτοιοι ονομαστοί πολεμιστές, να νικηθούμε από ένα κριάρι;» 

«Ηρεμήστε», απάντησε ο Γέρος, «το Κριάρι αυτό δεν είναι κοινό ζώο. Το Κριάρι είναι ο Κόσμος. Δεν μπορείτε να τον νικήσετε, κανείς δεν μπορεί, όσο δυνατός και να ‘ναι» 

«Κι η Γάτα;» 

«Η Γάτα είναι το μόνο που μπορεί να νικήσει τον Κόσμο: ο Θάνατος. Απολαύστε τώρα το φαγητό σας και μη νιώθετε ντροπή, αντίθετα, να το παινεύεστε που τουλάχιστον προσπαθήσατε να αναμετρηθείτε με τη δύναμη του Κόσμου». 

«Δηλαδή απόψε θα μείνουμε στο ίδιο σπίτι με τον Θάνατο;» 

«Μην ταράζεστε, όσο είμαι εγώ εδώ η Γάτα θα κάθεται ήσυχη στη γωνιά της» 

Οι πολεμιστές συνήλθαν, ηρέμησαν κι η πείνα τούς έκανε να ξεχάσουν γρήγορα την προηγούμενη περιπέτεια. Τέλειωσαν το φαγητό κι ήρθε η ώρα του ύπνου. 

«Το σπίτι μας είναι μικρό», είπε ο Γέρος, «κι εγώ είμαι μεγάλος. Κοιμάμαι πάντα εδώ, στο τζάκι – στην ηλικία μου έχω κάποιες ανάγκες, χρειάζομαι χώρο. Οπότε δε μένει παρά να σας στρώσουμε στο δωμάτιο της Κόρης. Βέβαια, κανονικά δεν αφήνω άντρες στο δωμάτιό της, όμως τέσσερις πολεμιστές των Fianna είναι υπεράνω πάσης υποψίας». 

Τους έστρωσαν λοιπόν στο διπλανό δωμάτιο, οι πολεμιστές ξάπλωσαν κι αμέσως η κούραση της ημέρας άρχισε να βαραίνει τα μάτια τους. Μετά από λίγο μπήκε η Κοπέλα, έβγαλε τα ρούχα της και ξάπλωσε στο δικό της κρεβάτι. Οι πολεμιστές ξύπνησαν κατευθείαν. 

Πρώτος βρήκε το κουράγιο ο Κόναν και πλησίασε: «Όμορφη κοπέλα που τα μαλλιά σου είναι σαν τη νύχτα και το πρόσωπό σου σαν το φεγγάρι, έλα να γίνεις δική μου απόψε» 

«Γύρνα πίσω στο κρεβάτι σου, Κόναν! Ήμουν κάποτε δική σου και δε θέλω καθόλου να ξαναγίνω!» Ο Κόναν επέστρεψε απογοητευμένος. 

Κατόπιν πήρε πρωτοβουλία ο Όσκαρ: «Τα χέρια σου είναι φτερά γλάρου και τα μάτια σου πολύτιμα πετράδια, δώσ’ μου το δώρο της αγκαλιάς σου». 

«Όσκαρ, να γυρίσεις πίσω! Κάποτε άνηκα και σε σένα όμως με κακομεταχειρίστηκες! Δε σου ανήκω πια!» Ο Όσκαρ γύρισε στο κρεβάτι του με την ουρά στα σκέλια. 

Ο Γκαλ ήταν ο επόμενος που δεν άντεξε: «Δεν υπάρχει πιο όμορφη από σένα, θα ‘δινα τα πάντα να ξαπλώσω στο κρεβάτι σου αυτό το βράδυ» 

«Αυτό το βράδυ θα ξαπλώσεις στο δικό σου κρεβάτι, Γκαλ!» είπε η Κόρη αυστηρά, «γιατί και σε σένα κάποτε άνηκα! Όμως τη χοντροκοπιά σου δε θέλω ούτε να τη σκέφτομαι, δες τι αναμνήσεις μου άφησες!» Ο Γκαλ επέστρεψε με το κεφάλι σκυμμένο. 

Τελευταίος σηκώθηκε ο Ντέρμοτ. «Πού νομίζεις ότι πας;» ρώτησε η Κοπέλα. 

«Να ζητήσω τον έρωτά σου, η ομορφιά σου λάμπει στο σκοτάδι σαν το φως του κεριού». 

«Αχ Ντέρμοτ, εσύ πάντα ήσουν ο αγαπημένος μου! Μου έλειψες! Όμως δεν μπορώ να γίνω δική σου. Και σε σένα άνηκα κάποτε, πόσο νοσταλγώ τις μέρες που περάσαμε μαζί! Γιατί είμαι η Νιότη κι έρχομαι στους ανθρώπους μόνο μία φορά. Έτσι είναι ο νόμος». Ο Ντέρμοτ παραδέχτηκε την ήττα του κι ετοιμάστηκε να γυρίσει στο κρεβάτι. 

«Όμως μπορώ να σου κάνω ένα δώρο» τον σταμάτησε η Νιότη. Κατόπιν έσκυψε και τον φίλησε στο μέτωπο. «Από τώρα και στο εξής θα είσαι ακαταμάχητος στις γυναίκες, καμιά δε θα μπορεί να σου αντισταθεί. Γιατί έχεις το σημάδι της Νιότης στο πρόσωπό σου. Χρησιμοποίησέ το σοφά και έντιμα» 

Την άλλη μέρα με το που έφεξε, ο Γέρος έδειξε στους πολεμιστές την κατεύθυνση για το στρατόπεδό τους. Οι Fianna ευχαρίστησαν, αποχαιρέτισαν, πήραν το δρόμο του γυρισμού. Και μετά όλοι έβλεπαν πως οι γυναίκες δεν μπορούσαν ν’ αντισταθούν στον Ντέρμοτ, τον ερωτεύονταν κεραυνοβόλα. Όλοι λέγαν γι’ αυτόν: έχει το σημάδι της αγάπης στο πρόσωπό του. 

*  *  *  *  *  * 

Είχα παλιά την ιστοριούλα σε συλλογή Παραμύθια από Όλο τον Κόσμο. Τώρα με το ίντερνετ βρίσκεις πολλά, το παραμύθι ανήκει σε αρχαίο μυθολογικό κύκλο της Ιρλανδίας. Ο Ντέρμοτ της ιστορίας είναι ο Diarmuid Ua Duibhne, «αυτός με το σημάδι της αγάπης», αρχαίος θεός της προ-χριστιανικής Ιρλανδίας μ’ αρκετούς θρύλους και μύθους – που τελικά δεν χρησιμοποίησε σοφά το δώρο της Νιότης, έφαγε το κεφάλι του… 

Πώς πρέπει να διαβάσουμε το παραμύθι; Τυπικά, έλκει την καταγωγή του από τον 2ο – 4ο αιώνα μ.Χ. Όμως υποψιάζομαι (χωρίς αποδείξεις) ότι είναι πολύ πιο αρχαίο, κάτι που έφτασε ως τις μέρες μας και μυθολογήθηκε στον κύκλο του Ντέρμοτ. 

Διότι ταυτίζει τον κόσμο με τον Κριό, κι η εαρινή ισημερία έφυγε απ’ τον Κριό τον 1ο αιώνα π.Χ. Υποψιάζομαι ότι είναι κάτι που έρχεται από εποχές Φρίξου και Έλλης, κι αυτοί ζούσαν σε κόσμο εαρινής ισημερίας στον Κριό (στο χρυσόμαλλο δέρας του) 

Μετά ήρθε άλλος Θεός από τον Ντέρμοτ, το θεό του Κριού. Ο καινούργιος Θεός είχε αρχικό σύμβολο τον Ιχθύ, θρυλικά γεννημένος από Παρθένο (= εαρινή ισημερία στους Ιχθείς, αντιδιαμετρική φθινοπωρινή ισημερία στην Παρθένο), με παραδοσιακά γενέθλια στις 25 Δεκεμβρίου και παραδοσιακή σύλληψη στις 25 Μαρτίου (25 Δεκ – 25 Μαρ = 9 μήνες, μια τυπική εγκυμοσύνη). Ήρθε ο Θεός των Ιχθύων και πρέπει να φύγουν οι θεοί του Κριού. 

Αριστοτέλης από τα Μεταφυσικά: Οι μακρινοί πρόγονοι μάς παρέδωσαν έναν αρχαίο θησαυρό με μορφή μύθου, ότι οι θεοί κάποτε ήταν ουράνια σώματα. Τα υπόλοιπα προστέθηκαν αργότερα, μύθοι και θρύλοι, προκειμένου να αντιστοιχούν στην κατανόηση των πολλών. 

Βέβαια, η ανακάλυψη της μετάπτωσης των ισημεριών καθιερώθηκε να πιστώνεται στον Ίππαρχο (150 π.Χ.). Όμως σήμερα έχει γίνει διάτρητη αυτή η πίστωση – οι αρχαϊκοί ξέραν πολύ καλά τη μετάπτωση των ισημεριών, χιλιετίες πριν τον Ίππαρχο.  

Αυτά διαβάζω στο παραμύθι, χωρίς αυστηρές αποδείξεις

Τα παραμύθια λένε πάντα την αλήθεια

*  *  *  *  *  * 

Ας κλείσουμε με κάτι ιρλανδικό: Johnny I Hardly Knew Ye

 

 

 

Ζαρτουστί

Συχνά–πυκνά παρακολουθώ ένα μπλογκ στο ίντερνετ (κι όμως, υπάρχουν ακόμα μπλογκ!), έναν Ζωροάστρη ιερέα που πέτυχα τυχαία (κι όμως, υπάρχουν ακόμα Ζωροάστρες! κάπου 200.000 στο Ιράν, στο Γκουτζαράτ της Ινδίας και διασπορά, βρήκα μια μικρή ζωροαστρική κοινότητα στην Ελλάδα) 

Διάβασα άφθονα κείμενα, άρθρα, συζητήσεις και papers σύγχρονων Ζαρτουστί («Ζωροαστρών»). Πολλά μου κάνουν εντύπωση. Ένα απ’ αυτά, πόσο εκτιμούν τον Τόλκιν κ το έπος που έγραψε, τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Ο άγνωστος φίλος μου, ο Ζωροάστρης ιερέας, δίνει την αίσθηση πως έχει τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών δίπλα στην Αβέστα.  

Όλοι ξέρουμε πως ο Τόλκιν ήταν ευσεβής Καθολικός. Όμως οι Ζαρτουστί τον νιώθουν δικό τους. Τον αγαπάν πολύ. Ως λάτρης του Τόλκιν προς συν-λάτρες του Τόλκιν, μόνο να χειροκροτήσω μπορώ. 

Μα είναι δυνατόν Ζωροάστρες να θαυμάζουν αλλόπιστους; Φυσικά και είναι! Έχει ξαναγίνει! Κατά Ματθαίον 2: Όταν γεννήθηκε ο Ιησούς … έφτασαν στα Ιεροσόλυμα σοφοί μάγοι από την Ανατολή και ρωτούσαν: «Πού είναι ο νεογέννητος βασιλιάς των Ιουδαίων; Είδαμε ν’ ανατέλλει το άστρο του και ήρθαμε να τον προσκυνήσουμε» 

(μάγος, ελληνοποίηση του περσικού magush, Ζωροάστρης ιερέας με συνδηλώσεις «ισχυρού», «δυνατού» – όπως κι η λέξη παράδεισος, ελληνοποίηση του περσικού pairidaēza, «περιφραγμένος κήπος») 

Αναγκαστικά πρέπει να βάλω λινκ (μακάρι να μην κάνω λάθος). Εδώ ο άγνωστος φίλος μου, ο Ζωροάστρης ιερέας, κατηχεί τους πιστούς σε μια κεντρική έννοια της ζωροαστρικής θρησκείας, την Daena (τυπικά, οι πανεπιστημιακοί μεταφράζουν «συνείδηση»):  

Θα ήθελα να κλείσω με το παρακάτω απόσπασμα: 

ΠΙΠΠΙΝ: Δε φανταζόμουν πως θα τελειώσει έτσι 

ΓΚΑΝΤΑΛΦ: Θα τελειώσει; Όχι, το ταξίδι δεν τελειώνει εδώ. Ο θάνατος είναι ένας ακόμα δρόμος, όλοι θα τον περπατήσουμε. Τραβιέται η σταχτιά κουρτίνα του κόσμου τούτου. Τότε το βλέπουμε 

ΠΙΠΠΙΝ: Ποιο πράγμα; Γκάνταλφ, τι βλέπουμε; 

ΓΚΑΝΤΑΛΦ: Λευκές ακτές… πιο πέρα, μια καταπράσινη χώρα κάτω από μια λαμπρή ανατολή

ΠΙΠΠΙΝ: Να σου πω, δεν ακούγεται και τόσο άσχημο 

ΓΚΑΝΤΑΛΦ: Όχι… Καθόλου άσχημο

 

 

Οι κατηχητές των νιάτων μας κι οι θεολόγοι στο σχολείο δε μας τα εξηγούσαν τόσο γοητευτικά... Τελικά υπάρχει λόγος που οι λέξεις μάγος, μαγεία, παράδεισος είναι Περσικές