Βρύση με νερό στον Βόλο

10/9/23: Η βρύση στο παρκάκι Γιάννη Δήμου με Κουντουριώτου, καθώς κι η βρύση στην παιδική χαρά της Μεταμόρφωσης δείχνουν πλέον να βγάζουν συνεχώς νερό 

Αν είστε Βόλο, η βρύση κάτω απ' τον Άγ. Γεώργιο, προς τις Αηδονοφωλιές, δείχνει να βγάζει νερό 24 ώρες το 24ωρο (νερό με χρώμα).

Στιχάκι Κόντρα Στον Μάνο Χατζιδάκι

Η επαναστατική οργάνωση ΑΜΑΧΟΙ (Αντίσταση στον ΜΑνο Χατζιδάκι Όλοι) κοινοποιεί μέσω του μπλογκ το τελευταίο της μανιφέστο, ένα στιχάκι κόντρα στον Μάνο Χατζιδάκι. Λαέ πολέμα, σου πίνουνε το αίμα. Τραγουδήστε το με κέφι πάνω στη μελωδία του γνωστού χατζιδακικού τραγουδιού: 

 

Ουρανέ, εκατόν σαράντα «ναι»! 

Ουρανέ, φίλε κι αδερφέ! 

Πώς ν’ αρκεστώ σ’ άλλης αγκαλιάς τη στοργή; 

Ψευτοστοργή, μάταιη, φτηνή. 

Ν’ αναλωθώ στης ζωής το φως το ξανθό; 

Φως σκοτεινό, υποσελήνιο. 

 

Κάθε δειλινό κοιτώ τον ουρανό τον ποθητό 

Κι ακούω μια φωνή, καμπάνα μακρινή, 

Να με παρακινεί. 

Την αρνήθηκα, πολύ συχνά την απαρνήθηκα, 

Μα μένει πάντα εκεί, τέτοια υπομονή 

Δεν είχα φανταστεί. 

 

Ουρανέ, χίλια πεντακόσια «ναι»! 

Ουρανέ, φίλε μου πιστέ! 

Δεν πρόδωσες, κι ας σε πρόδωσα εγώ 

Πώς ντρέπομαι... και σ’ ευχαριστώ 

Δεν έφυγες, κι ας σου έφυγα εγώ 

Ήμουν μακριά, μα ήσουν κοντά. 

 

Κάθε δειλινό, μαζί με έναν Πρίγκηπα Μικρό 

Αναστενάζουμε, στον ουρανό κοινό 

Έχουμε μυστικό. 

Ό,τι γήινο δεν είναι αρκετό για μας τους δυο 

Αλλού χτυπά η καρδιά, σ’ αστέρια μαγικά 

Έτη φωτός μακριά. 

 

Ουρανέ, είκοσι χιλιάδες «ναι»! 

Ουρανέ, έρωτα κρυφέ! 

Κι αν μητριά μου πράγματι είναι η γη 

Το πατρικό τ’ απολησμονώ 

Να προσφερθώ σαν τη νύφη στον γαμπρό 

Αφήνομαι, άλμα στο κενό. 

 


 

Κάθε δειλινό πετώ σε τόπο αστρονομικό 

Να γίνω φαγητό, να καταβροχθιστώ 

Από τον ουρανό. 

Ν’ αφιερωθώ σε σένα μόνο θέλω, ουρανέ 

Μεγάλε μου αδερφέ, δεν είσαι συ για με, 

Εγώ είμαι για σε. 

 

Ουρανέ, ένα εκατομμύριο «ναι»! 

Ουρανέ, φίλε ηρωικέ! 

Αυτοί π’ αρέσκονται στη μάνα γη: 

Μαμόθρεφτοι κι ανουράνιοι. 

Ανήρωες, στα φουστάνια της μαμάς 

Είναι μικροί, δεν είναι για μας. 

 

 («ανήρωας» = α στερητικό + ήρωας, «ανουράνιος» = α στερητικό + ουρανός)

 

Ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι

Mικρός φόρος τιμής:

Ο Φώτης εμφανίστηκε στους δρόμους του Βόλου τη δεκαετία του ’70. Μόνιμα άπλυτος, ξερακιανός, αξύριστος, ακούρευτος, στη μικρή κοινωνία του Βόλου όλα γίνονται γνωστά: παλιός τσαγκάρης και πωλητής παπουτσιών, κάπου στα 40 του έκλεισε το μαγαζί, έφτιαξε ένα καλύβι σ’ έναν λόφο έξω απ’ την πόλη, ζούσε με τα νυχτοπούλια και τ’ αλανιάρικα σκυλιά, περιδιάβαινε την πόλη του Βόλου και μιλούσε με τον κόσμο: ’Γεια σου Φώτη’, ’Γεια σου φίλε μου’. Ένας απ’ τους διάφορους λοξούς που περπατούσαν ατέλειωτα την πόλη.

Πρώτη φορά το άκουσα απ’ τον πατέρα μου τη δεκαετία του ’80, κάποτε είπα: ’...ο Φώτης, ο τρελός που περπατά στην πόλη κ.λπ.’. Ο πατέρας μου νευρίασε: ’Γιατί τον λες τρελό! Πες ιδιόρρυθμος. Τι σ’ ενοχλεί ο Φώτης; Δεν ενοχλεί κανέναν’

Eίχε δίκιο. Χρειάστηκε χρόνος να το καταλάβω, ξεγελούσε η εμφάνισή του Φώτη (άπλυτος, ακούρευτος κ.λπ.). Όμως ποτέ δεν πίεζε, δε ζητούσε τίποτα, μόνο αν εσύ του προσέφερες. Πάντα ευγενικός και φιλικός: ’γεια σου φίλε μου’. Ικανός να πεθάνει απ’ την πείνα παρά να σε πιέσει ζητώντας κάτι.    

Κατόπιν άρχισα να τ’ ακούω από όλο και περισσότερους Βολιώτες: ’Μην τον λες τρελό! Ποιον ενοχλεί ο Φώτης; Δεν ενοχλεί κανέναν!’ Πολλοί χαιρόμασταν να τον συναντάμε στο δρόμο, να τον κερνάμε κάνα φρούτο, κάνα γλυκό, κάνα κουλούρι (χωρίς ο ίδιος να ζητήσει) και να μιλάμε λίγο μαζί του. Αυτός δίδασκε για την αγάπη του Θεού, για την ομορφιά του κόσμου. Κάποιες ταβέρνες του κλείναν το μάτι, ’έλα τ’ απόγευμα που θα φύγει ο κόσμος, κάτσε στη γωνιά, θα σου δώσω φαγητό’. Έγινε ένοχο μυστικό πολλών μας: χαιρόμασταν να τον συναντάμε, να μιλάμε μαζί του, να τον κερνάμε ό,τι έχουμε (χωρίς αυτός να ζητήσει), ’γεια σου Φώτη!’, ’γεια σου φίλε μου!’      

Μικρή αποκάλυψη: έχω ενδείξεις ότι τη δεκαετία του ’80, η τοπική Νέα Δημοκρατία έκανε απόπειρα να προσεταιριστεί τον Φώτη και την αυξανόμενη συμπάθειά του στους Βολιώτες. Νομίζω, τα παράτησε όχι επειδή ο Φώτης ήταν αριστερός αλλά επειδή ήταν εντελώς ηλίθιος. Δεν καταλάβαινε για πιο λόγο να ωφεληθεί. Αν τον αναδείκνυες θα αδιαφορούσε. Αν του ’δινες λεφτά θα τα μοίραζε. Του 'φτανε να θαυμάζει το όμορφο ηλιοβασίλεμα (αυτά δεν τα καταλαβαίνουν οι Νέες Δημοκρατίες του κόσμου τούτου). Μιλάμε για τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι! Ο ίδιος δεν συνειδητοποίησε τίποτα (όμως μη χαίρεστε εσείς οι αριστεροί: έχετε ανάγνωση για Ηλίθιους του Ντοστογιέφσκι;... α μάλιστα, δεν έχετε)

Στα παραπάνω το ’ηλίθιος’ να εκληφθεί ως παράσημο, τιμητικό.

Μια νύχτα καθόμαν σ’ ένα πάρκο με την παιδική φίλη μου τη Λ. Μέσ’ στο σκοτάδι πλησιάζει μια μορφή. Η Λ. τεντώθηκε: ’κάποιος έρχεται...’. Κοιτάζω: ’είν’ ο Φώτης’. Η Λ. χαλάρωσε: ’α εντάξει, αν είν’ ο Φώτης δεν ανησυχώ!’. Αυτός έκανε τη βόλτα του, πέρασε, χαιρετηθήκαμε (’γεια σου Φώτη!’, ’γεια σας φίλοι μου!’) και συνέχισε.

Εκεί ήταν που άρχισα να παρατηρώ πόσο καλή παρουσία ήταν ο Φώτης στις κυρίες παρόλη την αγριάδα της εμφάνισής του. Οι κυρίες αισθάνονταν άνετα με τον Φώτη, κι αυτός πάντα αβρός, τις έδινε και λουλούδια

Να καταθέσω κάτι. Το 2011 ήμαν στην Ασία και διάβαζα για την κρίση στην Ελλάδα. Ένα βράδυ αναρωτήθηκα: ’τι να κάνει άραγε ο Φώτης; Άραγε ζει;’ Έψαξα στο ίντερνετ, δε βρήκα τίποτα. Ζωντανός ή νεκρός δεν ξέρω, καταλαβαίνω πως η Ελλάδα περνά δύσκολες στιγμές.  

Μετά έναν χρόνο, το 2012, αναρωτήθηκα πάλι, ’τι να κάνει ο Φώτης;’. Ψάχνω στο ίντερνετ, βρίσκω ένα σωρό άρθρα σε Βολιώτικες εφημερίδες, βιντεάκια στο YouTube, συνεντεύξεις δημοσιογράφων, τεκμήρια διάφορα:

1) "Καλημέρα ομορφούλα. Το πρόσωπό σου είναι πιο λαμπερό από τον ήλιο. Χρόνια πολλά και να ξέρεις ότι στους δρόμους της πατρίδας μας κυκλοφορούν εκατομμύρια άγγελοι... Εκατομμύρια! Να το θυμάσαι". 

2) "Κυρία, στο δρόμο προχθές περπατούσα με τη μητέρα μου και ένας φτωχός μας έδωσε λεφτά!"

3) Ο Φώτης στο λεωφορείο μοιράζει λουλούδια στις κυρίες

4) Μιλά για τη ζωή του

Κοίτα να δεις, οι Βολιώτες ανακάλυψαν τον Φώτη, τον αναδεικνύουν! Φυσικά, τον ξέραν χρόνια όμως πάντα ως συμπαθητικό σκυλάκι που το χαϊδεύεις, παίζεις λίγο και μετά τ’ αφήνεις, έχεις σημαντικότερα πράγματα.

Ξαφνικά, μέσ’ στην κρίση, οι Βολιώτες ανακάλυψαν μεγαλείο στον Φώτη! Εγώ τα ’χω όλα, σπίτι, δουλειά, χρήματα, γυναίκα, παιδί, μαγαζί, αυτοκίνητο, όμως χαρούμενος δεν είμαι. Αυτός δεν έχει τίποτα όμως είναι χαρούμενος. Τι δεν πάει καλά;

Η τελευταία πράξη του δράματος παίχτηκε το Πάσχα του 2017 στο νοσοκομείο του Βόλου. Μια μέρα τον Φώτη τον βρήκαν αναίσθητο από εγκεφαλικό. Είχαμε τη μαμά στον ένα θάλαμο που πέθαινε, στο διπλανό θάλαμο ο Φώτης πέθαινε κι αυτός (‘τι πιθανότητες έχει;’ ρωτούσα τις νοσοκόμες, ’ακόμα κι αν τη βγάλει καθαρή απ’ το εγκεφαλικό, τόσο γέρος άνθρωπος πρακτικά δε ζει πολύ’ λέγαν). Εκείνο το Πάσχα του ’17 έμεινε αξέχαστο. ’Πώς πάει, βρε Φώτη;’ τον έλεγα, ’δες κάγκελα! Κάγκελα! Παντού κάγκελα!’ χτυπούσε το δάχτυλο στα σίδερα του νοσοκομειακού κρεβατιού. ’Θέλω να γυρίσω στο τσαρδάκι μου!’

Το νοσοκομείο υπήρξε εμπειρία φυλακής για τον Φώτη. Ξυπνώ και βλέπω κάγκελα γύρω στερεομένα και με ορούς ιατρικούς τα χέρια τρυπημένα. Δεν πρέπει να πεθαίνει έτσι ο κόσμος, σε νοσοκομεία, με φάρμακα κι ιατρικά μηχανήματα, αυτά είναι έκτρωμα... 

Σίγουρα ο ίδιος κάπως αλλιώς ονειρευόταν τον θάνατό του, όχι σε ιατρική φυλακή μετά από 40 χρόνια ελευθερίας. Οι νοσοκόμες αναγκάζονταν να τον ταΐζουν ηρεμιστικά για να καλμάρει. ’Πού είν’ ο Θεός;’ τις ρωτούσε, ’ο Θεός είναι παντού!’ δίναν αυτές την τυπική απάντηση, ’εκεί είν' ο Θεός!’ έλεγε κι έδειχνε το Πήλιο στο παράθυρο. 

Μια μέρα θύμωσε τόσο που θέλησε να ευχηθεί σ’ όλους τους ασθενείς του νοσοκομείου, τον πήρα με τον ορό και γυρνούσαμε τους θαλάμους έναν έναν, αυτός ευχόταν σε κάθε ασθενή. Μιλάμε για τέτοιο θυμό! Χώρια που μας δίδαξε ότι τις κυρίες πρέπει να τις φιλάμε πάντα τρις, ποτέ εις (’μια φορά για τον Πατέρα, μια για τον Υιό και μια για το Άγιο Πνεύμα’). Για να τα λέει ο Φώτης κάτι ξέρει, του έχω εμπιστοσύνη.         

Μετά δυο μέρες, γράψαν οι τοπικές εφημερίδες ότι ο Φώτης διαμετακομίστηκε. Άρχισε να πλακώνει κόσμος στο νοσοκομείο, πολλοί θέλαν να του φέρουν κάποιο δωράκι, κάποιο φρούτο, να κουβεντιάσουν λίγο μαζί του. Ο Φώτης μετακόμισε στο διάδρομο μιλώντας για ώρες με τον κόσμο που ερχόταν να τον δει. Ήταν σχεδόν θρησκευτικό το φαινόμενο, κάποια στιγμή έπιασα έναν ενοχλημένο τραυματιοφορέα να λέει σ’ έναν παππού:

- Τώρα δηλαδή γιατί ήρθες;   

- Να του πω μια καλημέρα.

- Βρες πνευματικό! Αυτός μπορεί να σε σώσει απ’ την αμαρτία, ο Φώτης δεν μπορεί να σε σώσει απ’ την αμαρτία.  

- Μα να του πω μια καλημέρα θέλω και να καθίσω λίγο μαζί του!

Ο παθολόγος του νοσοκομείου και πατέρας διακεκριμένου βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ φρόντισε φυσικά να βγάλει φωτογραφία αγκαλιά με τον Φώτη, να τη δημοσιεύσει στις εφημερίδες διαβεβαιώνοντας πως έχει την καλύτερη περίθαλψη και φροντίδα (την ίδια στιγμή που ο Φώτης ήταν παρατημένος στο φουαγιέ του νοσοκομείου κι αναίσθητος απ’ τα ηρεμιστικά). Βέβαια, φωτογραφίζω... Μισή ντροπή δική μου, μισή ντροπή δική του. Λέγομαι Ηλίας Μπένης, αν είναι να ψηφίσετε Νέα Δημοκρατία τότε χίλιες φορές να ψηφίσετε ΣΥΡΙΖΑ, όμως ορισμένα πράγματα πρέπει να μένουν έξω από κομματικές εκμεταλλεύσεις.

Ο Φώτης δεν κατάλαβε τίποτα. Τουλάχιστον χάρηκε με τον κόσμο που ήρθε να τον δει, δίδαξε για ομορφιά, για τους αγγέλους που είναι παντού, για την αγάπη του Θεού (επίσης για τις κυρίες που πρέπει να φιλιούνται τρις, ποτέ εις) κι όλο νοσταλγούσε το τσαρδάκι του.

Κατόπιν τον πάρκαραν σε γηροκομείο του Βόλου. Ήταν πια στα τελευταία του. Πληροφορήθηκα το φινάλε στις εφημερίδες: ο κόσμος συνέχισε να πηγαίνει στο γηροκομείο για να μιλήσει με τον Φώτη και να καθίσει λίγο μαζί του, οι υπάλληλοι του γηροκομείου συγκινήθηκαν με τα μαθήματα που δίδασκε δεξιά κι αριστερά μέχρι τις τελευταίες του ώρες. Σίγουρα ο ίδιος ονειρευόταν διαφορετικό θάνατο, όχι τη φυλακή που έζησε, όμως ακόμα και τη φυλάκισή του ο Φώτης την έκανε δημιουργική (μπράβο Φώτη). Μετά από λίγο πέθανε. Η τοπική Μητρόπολη φρόντισε να εκμεταλλευτεί κι αυτή τον θάνατό του – κατά τη γνώμη μου, ντροπή της.        

Ο θάνατος του Φώτη

Οι Βολιώτες τον ξέρετε. Όσοι δεν τον ξέρετε, κάντε το πείραμα, ρωτήστε όποιον (παλιό) Βολιώτη θέλετε για τον Φώτη: παρατηρήστε πώς μαλακώνει το πρόσωπό του, με πόση συμπάθεια τον θυμάται.  

Να βάλω σ’ όλους σας το Τεστ του Φώτη: στη χώρα της φέτας και του ελαιόλαδου, στη χώρα της γαλανόλευκης, μπορείτε να σκεφτείτε έναν άνθρωπο που δεν γκρινιάζει και δε νευριάζει; Που όλα τα βλέπει όμορφα; Έναν εντελώς Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι; Ακριβέστερη διατύπωση: έχετε ζήσει οτιδήποτε άλλο στους Έλληνες εκτός από μόνιμη γκρίνια, θυμό, οργή, μεμψιμοιρία, σκύλιασμα, τσατίλα, άγχος, παράπονα, πείσμα; Γαλανόλευκη η θωριά σου και φαντάζεις μέσ’ στο νου, σαν τη μίρλα σαν τα νεύρα του πελάου και τ’ ουρανού    

Οι Βολιώτες μπορείτε να θυμηθείτε μια φορά τον Φώτη να γκρινιάζει ή να θυμώνει; Όχι έτσι;... Ούτε εγώ μπορώ. 

Ο Φώτης επί 40 χρόνια έζησε σ’ έναν όμορφο κόσμο. Σ’ έναν κόσμο που όλα ήταν θαυμαστά, γεμάτα αγγέλους, όλα δώρα (εσείς πώς καταδεχτήκατε να ζήσετε σ’ ασχημοκόσμο;). Στον πλανήτη του Φώτη όλοι είναι φίλοι κι όλα είναι προσφορές, τα ’χουμε για να τα μοιράζουμε. Έζησε τη ζωή που ήθελε, όπως την ήθελε (πώς χαθήκαν αυτά για το 99,99% του ελληνικού πληθυσμού; εσείς ζήσατε τη ζωή που θέλατε;...)

Πόσος κόσμος πήρε ανάσα, πόσοι χαμογέλασαν, πόσες κυρίες πήραν τα πάνω τους, πόσοι ανακάλυψαν διαμάντια στα σκουπίδια, πόσοι ήρωες του Αρκά απαρνήθηκαν την αφ’ υψηλού ειρωνεία τους, πόσοι πονηρεμένοι αφέλεψαν, πόσοι περπατημένοι αθώεψαν, πόσοι Καρυωτάκηδες γίναν Διονύσιοι Σολωμοί έστω για μια στιγμή: αν η πόλη του Βόλου είναι ό,τι είναι ΚΑΙ ΟΧΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ, οφείλεται στην καθημερινή γιατρειά που δωρεάν προσέφερε ο Φώτης επί 40 χρόνια.

Μέσ’ στην πάνδημη βρωμιά της βολιώτικης πόλης, με δήμαρχο την Αυτού Μεγαλειότης (ξέρετε ποιος ειν’ ο δήμαρχος Βόλου), κάποτε στάθηκε μια γωνίτσα καθαρή: ο Φώτης μας υιοθέτησε όλους, έκανε ό,τι μπορούσε για μας. Αν οι Βολιώτες έχουμε μια μικρούλα ελπιδα να σωθούμε (αν την έχουμε κιόλας, δεν είμαι σίγουρος...), το χρωστάμε στον Φώτη. 

Τι τράβηξε, ο ίδιος το ξέρει. Τι σαγόνια τον δάγκωσαν, βελόνες τον τρύπησαν, φτώχεια, πόνος, φόβος, πείνα, κρύο... Τα ’ζησε στο πετσί του και, προς τιμήν του, δεν τα φόρτωσε σε κανέναν, τα πέρασε ολομόναχος.

Να βρει τη χαρά και την ξεκούραση που τόσο πολύ του αξίζουν.