Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Philip K. Dick. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Philip K. Dick. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κάποιο Ρομπότ Που Μ' Είδε Με Θυμήθηκε

“Κατά το διάστημα που ο Φατ έζησε αυτήν την υπέρθεση των δύο κόσμων”, έγραφε αυτοβιογραφικά ο Φίλιπ Ντικ στο VALIS για τον Χορς Φατ (δηλαδή, για τον εαυτό του), «από τη μια η Καλιφόρνια του 1974 κι από την άλλη η αρχαία Ρώμη, είδε και κάτι άλλο ακόμα, ένα κοινό γκεστάλτ στα δύο χωροχρονικά συνεχή, ένα στοιχείο που το μοιράζονταν οι δύο κόσμοι: μια Μαύρη Σιδερένια Φυλακή. Η Αυτοκρατορία. Μόλις την είδε, την αναγνώρισε. Όλοι ζούσαν μέσα της χωρίς να το καταλαβαίνουν. Η Μαύρη Σιδερένια Φυλακή είχε γίνει ο κόσμος τους». Έγραψα και παλιότερα για τον Γνωστικισμό του Ντικ και για το Σίδερο, το προσωπικό του σύμβολο για τις δυνάμεις του Κακού Δημιουργού (Demiurge). Είναι αστεία η σύμπτωση (;) αλλά κι ο Μαξ Βέμπερ χρησιμοποίησε μια παρόμοια εικόνα στις τελευταίες γραμμές του γνωστού δοκιμίου του, για να περιγράψει την αυξανόμενη ορθολογικοποίηση & μηχανοποίηση της ζωής μας:


Αυτή η νέα οικονομική τάξη είναι προς το παρόν περιορισμένη στις τεχνικές και οικονομικές συνθήκες της μηχανοποιημένης παραγωγής, που σήμερα προσδιορίζουν με ακαταμάχητη δύναμη τη ζωή όλων μέσα στον μηχανισμό της – κι όχι μόνο σ’ ό,τι έχει να κάνει με την οικονομική δραστηριότητα. Ίσως να συνεχίσει έτσι μέχρι να εξαντληθούν όλα τα ορυκτά καύσιμα της Γης. Ο Μπάξτερ έλεγε ότι η έγνοια των εξωτερικών αγαθών θα πρέπει να πέφτει στους ώμους μας όπως ένας ελαφρύς μανδύας, που να μπορούμε ανά πάσα στιγμή να πετάξουμε. Όμως η μοίρα το θέλησε κι αυτός ο μανδύας έγινε ένα σιδερένιο κελί (stahlhartes Gehäuse = κέλυφος σκληρό σαν χάλυβας). 


Το σύμβολο του Βέμπερ, όπως και το Σίδερο του Ντικ, είναι διττό, αναφέρεται τόσο σε εσωτερικές συνθήκες όσο και σε εξωτερικές. Όταν η ζωή μας μετατρέπεται σε μηχανή, τότε ζούμε μέσα στο Σιδερένιο Κελί• κι όταν γινόμαστε, όπως αναφέρει ο Βέμπερ, «ειδικοί χωρίς πνεύμα, αισθησιοκράτες χωρίς καρδιά: αυτή η μηδαμινότητα φαντάζεται ότι κατέκτησε κάποιο πρωτόγνωρο επίπεδο πολιτισμού», τότε φοράμε τον Χαλύβδινο Μανδύα. Υπάρχει σωτηρία;... Ας δούμε μια ωραία ιστοριούλα, που συνέβη κάποτε στην Αμερική. Αξίζει πολλαπλά, γιατί δείχνει όμορφα τα όρια της Αυτοκρατορίας και της Φυλακής• γιατί περιγράφει μια φοβερή νίκη της φιλοσοφίας έναντι του αφελούς εμπειρισμού και του αβασάνιστου ποζιτιβισμού• και γιατί αποδεικνύει ότι και οι μεγαλύτεροι ειδικοί του κόσμου, εξοπλισμένοι με τα σατανικότερα μηχανήματα, μπορεί να πέσουν πολύ έξω – όχι γιατί έκαναν λάθος στους υπολογισμούς τους, αλλά γιατί όλη η σύλληψή τους ήταν λάθος από την αρχή.

Ο Πίνδαρος έγραψε για ἔργα δὲ ζωοῖσιν ἑρπόντεσσί θ᾽ ὁμοῖα κέλευθοι φέρον, το οποίο πρέπει να σημαίνει: οι δρόμοι (της Ρόδου) είχαν αγάλματα που κινούνταν σαν ζωντανά• μπορούμε να πούμε ότι η ρομποτική έχει προϊστορία χιλιετιών. Την εποχή του Πινδάρου, τα κινούμενα αγάλματα θεωρούνταν μια προσπάθεια κατασκευής θεών. Όμως το μεγάλο ρίγος της Τεχνητής Νοημοσύνης – χαϊδευτικά ΑΙ – που ξεκίνησε με το συνέδριο του Dartmouth το 1956 και ηλέκτρισε την αμερικάνικη & παγκόσμια κοινωνία, θεωρήθηκε μια προσπάθεια κατασκευής ανθρώπων. Είχε ήδη γίνει κατανοητό ότι οι Η/Υ, πέρα από υπολογισμούς, μπορούσαν επίσης και να χειρίζονται σύμβολα με βάση κάποιους κανόνες κι ότι τα σύμβολα αυτά μπορούσαν να αντιπροσωπεύσουν οτιδήποτε στον κόσμο – άρα τα μηχανήματα μπορούσαν να χειριστούν λέξεις, έννοιες, ιδιότητες, προτάσεις, να φτιάξουν μοντέλα του εξωτερικού κόσμου, να πάρουν αποφάσεις κ.α. Η συνέχεια ήταν εκρηκτική: το 1950, ο Alan Turing προφήτεψε ότι μέχρι τέλος του αιώνα θα υπάρξουν ευφυείς Η/Υ• το 1951 κατασκευάστηκαν τα πρώτα τεχνητά νευρωνικά δίκτυα• τα προγράμματα που έπαιζαν σκάκι και ντάμα γίνονταν όλο και πιο ανταγωνιστικά, τουλάχιστον για τους ερασιτέχνες• δημιουργήθηκαν μηχανές που ανέλυαν την αγγλική γλώσσα και ο στόχος πια ήταν η μηχανή που θα ξεγελάσει τους ανθρώπους στο γνωστό τεστ Turing• άλλες μηχανές έλυναν προβλήματα Άλγεβρας και Γεωμετρίας, ενώ ο Herbert Simon σχεδίασε ένα πρόγραμμα που απέδειξε 38 θεωρήματα των Russell & Whitehead, βρήκε μάλιστα και πιο κομψές αποδείξεις. Ποιο ήταν το όριο; Οι μηχανές να αντιγράψουν – ή και να ξεπεράσουν; – όλη την ανθρώπινη σκέψη, ίσως; Στο κάτω-κάτω, και ο Η/Υ και ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι συμβολικά συστήματα, δηλαδή αναπαραστούν τον εξωτερικό κόσμο με σύμβολα – είτε με σειρές από bits (η μία μηχανή) είτε με σειρές από αλλεπάληλους νευρωνικούς παλμούς (η άλλη μηχανή) – και τα χειρίζονται με κάποιους κανόνες. Έτσι δεν είναι; Όταν πάντως έγινε το συνέδριο του Dartmouth που έφερε κοντά τόσους ταλαντούχους ερευνητές, μαθηματικούς και μηχανικούς (Marvin Minsky, Allen Newell, Herbert Simon, John McCarthy κ.α.), δημιουργήθηκε μια κανονική Φιλική Εταιρεία της ΑΙ, που δέθηκε με όρκο ότι οι μηχανές και τα προγράμματά τους θα φτάσουν ή και θα ξεπεράσουν κάθε πλευρά της ανθρώπινης νοημοσύνης. Έτσι έπρεπε να έβλεπαν τον εαυτό τους, σαν στρατιώτες με αποστολή να καταδείξουν πως ό,τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, θα το κάνει και η μηχανή: ποιήσωμεν AI κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν. Και θα το κάνει ακόμα καλύτερα.

Οι ανακοινώσεις στον Τύπο προκάλεσαν αίσθηση και το Πεντάγωνο τούς έλουσε με εκατομμύρια δολάρια να κατασκευάσουν τις μηχανές που θα κάνουν ό,τι και ο άνθρωπος – κι ακόμα καλύτερα. Μέσα στα επόμενα χρόνια, οι ανακοινώσεις που έβγαιναν από τα εργαστήρια ΑΙ ήταν συναρπαστικές και είχαν όλες μια ρητορική προεκλογικού Αντώνη Σαμαρά: σύντομα έρχεται το αυτοκίνητο που θα οδηγεί μόνο του• η μηχανή που θα καταλαβαίνει Αγγλικά• το πρόγραμμα που θα κλείσει το σπίτι όλων των μαθηματικών του κόσμου κ.α. Το 1957, ο Herbert Simon δήλωσε ότι μέσα σε 10 χρόνια οι Η/Υ θα προσομοιώσουν το σύνολο της ανθρώπινης ψυχολογίας, ενώ όταν το 1968 βγήκε στους κινηματογράφους το 2001: Οδύσσεια του Διαστήματος, ο Marvin Minsky δήλωσε ότι μέσα σε μια γενιά θα είναι έτοιμοι οι έξυπνοι Η/Υ, όπως ο HAL 9000 στην ταινία. Οι ερευνητές είχαν μια ενθουσιώδη στάση: προσεχώς θαύματα.

Μέσα σ’ εκείνο το μεθύσι, μόνο ένας άνθρωπος ουσιαστικά βρήκε το κουράγιο να προβάλει αντιρρήσεις. Ο καθηγητής Hubert Dreyfus δεν είχε ιδέα από τα τεχνικά των Η/Υ, δίδασκε Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία στο ΜΙΤ, γι’ αυτό και διατύπωσε την κριτική του οπλισμένος μόνο με τον Χάιντεγκερ και τον Μερλό-Ποντί (ποιον;): Το έχετε πιάσει λάθος εξαρχής γι’ αυτό και δεν θα πάτε πολύ μακριά• η ανθρώπινη ικανότητα και η ανθρώπινη νοημοσύνη δεν είναι αυτό που νομίζετε, ούτε ο άνθρωπος λειτουργεί με σύμβολα και κανόνες.

Ο Dreyfus δημοσίευσε την πρώτη κριτική του το 1964 και λίγο αργότερα το βιβλίο του What Computers Can’t Do δημιούργησε αίσθηση στο ευρύ κοινό και πολλούς εκνευρισμούς στους ερευνητές της ΑΙ. Ήταν μια μοναχική φωνή που τους χαλούσε το πάρτι. Τον χλεύασαν, τον περιφρόνησαν και κορόιδεψαν την άγνοιά του για τα τεχνικά της ΑΙ. Κάποιοι από αυτούς στο ΜΙΤ έφτασαν μάλιστα στο σημείο και να τον αποφεύγουν στο εστιατόριο του ινστιτούτου ή να πιέζουν τη διοίκηση να τον απολύσει για να μην ακούσουν από το Πεντάγωνο την κριτική του και κλείσουν την κάνουλα – συμβαίνουν συχνά αυτά στον ακαδημαϊκό χώρο, ακόμα και στις καλύτερες οικογένειες.

Τα χρόνια όμως περνούσαν και τα θαύματα δεν έλεγαν να έρθουν... Οι μηχανές έφταναν μέχρι κάποιο σημείο και μετά κολλούσαν, αντιμετώπιζαν απροσδόκητα προβλήματα που δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν. Για παράδειγμα, οι προγραμματιστές έφτιαχναν ρομπότ που εκτελούσαν απλές πράξεις μέσα σε τεχνητούς μικρόκοσμους (π.χ. αναγνώριση, μετακίνηση και στίβαξη κυβικών αντικειμένων μέσα σε ένα δωμάτιο), οι διδακτορικοί τους φοιτητές αναγκάζονταν να αναφέρουν στις διατριβές τους ότι τα πειράματα στους τεχνητούς μικρόκοσμους συλλαμβάνουν όλον τον «πυρήνα» της ανθρώπινης λειτουργικότητας κι ότι είναι πλέον τυπικό θέμα οι μικρόκοσμοι να γίνουν πιο ρεαλιστικοί και οι λειτουργίες των μηχανών να γενικευτούν. Όμως αυτό δεν γινόταν ποτέ... Για κάποιον μυστήριο λόγο, τα ρομπότ ήταν καλά μόνο για τους τεχνητούς μικρόκοσμους, πέρα από αυτούς ήταν σαν ψάρια έξω από το νερό. Μέχρι που το 1973 το Πεντάγωνο βαρέθηκε να περιμένει τα υποσχεμένα θαύματα και τους έκοψε τις χορηγίες. Ο κλάδος της ΑΙ έπεσε στον πρώτο του βαρύ χειμώνα.

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και μπορούμε να πούμε ότι ο Dreyfus νίκησε κατά κράτος. Και μάλιστα νίκησε εκεί ακριβώς που είχε επισημάνει από την αρχή, στο φύση της ανθρώπινης λειτουργικότητας και νοημοσύνης. Ο David Graeber αναρωτιόταν σ’ αυτό το άρθρο, On Flying Cars and the Declining Rate of Profit, πού πήγαν τα τεχνολογικά θαύματα που κάποτε έμοιαζαν έτοιμα να υλοποιηθούν, ποιος μας πήρε τις υποσχέσεις και τα Sci-Fi όνειρα της νιότης μας• λοιπόν, ένα μεγάλο μέρος αυτών των υποσχέσεων απεδείχθησαν δηλώσεις που μείνανε δηλώσεις λόγω της εντελώς αβασάνιστης φιλοσοφίας μερικών κατά τ’ άλλα λαμπρών επιστημόνων της ΑΙ, οι οποίοι τελικά νικήθηκαν από τον Χάιντεγκερ και τον Μερλό-Ποντί (ποιος είναι αυτός;). Η διαμάχη επανήρθε στη δεκαετία του ’80, κατά τη δεύτερη άνοιξη της ΑΙ, με τα λεγόμενα expert systems, τα οποία είχαν πιο περιορισμένους στόχους, δεν επιχειρούσαν να αντιγράψουν πλήρως την ανθρώπινη συμπεριφορά, μόνο τον τρόπο λειτουργίας των ειδικών (experts) σε κάποιους συγκεκριμένους τομείς. Ο Dreyfus ήταν πάλι εκεί και κατέδειξε τους περιορισμούς των συστημάτων αυτών: είναι μεν ένα βοήθημα, αλλά δεν θα φτάσουμε ποτέ να έχουμε ηλεκτρικούς γιατρούς και ηλεκτρικούς δασκάλους.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, το τοπίο άλλαξε ριζικά. Η νεότερη γενιά των επιστημόνων της Τεχνητής Νοημοσύνης στράφηκε στην (ψευδο)χαϊντεγκεριανή ΑΙ – θα δούμε στην πορεία τι ακριβώς είναι αυτή – ως μόνη λύση για να κατασκευαστούν μηχανές που μπορούν να λειτουργούν στοιχειωδώς σε πραγματικό περιβάλλον. Πιονιέροι ήταν ο Rodney Brooks, ο Walter Freeman, ο Phil Agre κ.α. Τη λέμε ψευδο- επειδή οι επιστήμονες δέχτηκαν μεν αρκετές από τις παρατηρήσεις του Χάιντεγκερ, όχι όλες πάντως. Τουλάχιστον όμως κατασκευάστηκαν επιτέλους κάποια ρομπότ τα οποία μπορούσαν κάτι να κάνουν – στον πραγματικό κόσμο, όχι μόνο μέσα στα εργαστήρια. Απ’ όσο ξέρω, σήμερα μόνο κάποιοι αμετανόητοι σταλινικοί μεγάλης ηλικίας επιμένουν να ταλαιπωρούν τους διδακτορικούς τους φοιτητές με τη χαϊδευτικά αποκαλούμενη GOFAI (Good Old-Fashioned Artificial Intelligence), η οποία συνεχίζει να λειτουργεί με σύμβολα και κανόνες.

Ακολούθως θα παρουσιάσω μερικά από τα κυριότερα επιχειρήματα του καθηγητή Dreyfus, με απλά λόγια και παραδείγματα. Δείτε το σαν μια μελέτη για το τι είναι και τι δεν είναι ο άνθρωπος, η νοημοσύνη και η ικανότητά του:




1. Το Γλωσσικό Επιχείρημα (Hubert Dreyfus & John Searle)

Στόχος: να κατασκευαστεί μια μηχανή, ένα bot, το οποίο να συνομιλεί με τέτοια ευλογοφάνεια, ώστε να περάσει με επιτυχία το γνωστό τεστ Turing – να ξεγελάσει δηλαδή τον ανθρώπινο συνομιλητή ότι πίσω από την οθόνη κρύβεται άνθρωπος, όχι ρομπότ.

Λοιπόν... ένας Η/Υ μπορεί να μάθει ν’ αναγνωρίζει ρήματα, ουσιαστικά, επίθετα, χρόνους, κλίσεις κ.λπ., να διακρίνει κύριες και δευτερεύουσες προτάσεις, ερωτήσεις, προσταγές, καταφάσεις κ.α. Μπορεί να μάθει όλη τη γραμματική και το συντακτικό, να ενσωματώσει βάσεις δεδομένων με τεράστιο όγκο πληροφοριών και ορισμών – αυτά είναι εύκολα για ένα μηχάνημα που χειρίζεται σύμβολα βάσει κάποιων κανόνων. Όμως ο συνηθισμένος, καθημερινός μας λόγος εξαρτάται πάντα από το βιοτικό πλαίσιο (context) στο οποίο αναφέρεται, συνεχώς μιλάμε με υπονοούμενες αναφορές που η μηχανή δεν θα μπορέσει να συλλάβει επειδή δεν ξέρει τις αμέτρητες συμβάσεις τους. Σκεφτείτε το εξής παράδειγμα:

- (Α): Θα έρθεις στο πάρτι;
- (Β): Ναι, θα έρθω / Όχι, δεν θα έρθω

Η μηχανή μπορεί να χειριστεί αυτόν τον διάλογο, ο οποίος δεν έχει υπονοούμενες αναφορές σε βιοτικά πλαίσια. Όμως:

- (Α): Θα έρθεις στο πάρτι;
- (Β): Είμαι πνιγμένος στη δουλειά.

Εμείς καταλαβαίνουμε ότι ο Β δεν θα έρθει στο πάρτι επειδή ξέρουμε τη σύγκρουση ανάμεσα στην εργασία και τη διασκέδαση, ότι ο ημερήσιος χρόνος είναι περιορισμένος κ.λπ. Η μηχανή όμως εδώ δεν θα μπορέσει να καταλάβει ότι ο Β απάντησε αρνητικά, ακόμα κι αν έχει τους ορισμούς για το πάρτι και για τη δουλειά, και θ’ απαντήσει κάτι σουρεαλιστικό. Ούτε είναι εύκολο να προγραμματιστεί εκ των προτέρων για όλα τα βιοτικά πλαίσια τα οποία μπορεί να υπονοηθούν στον συνηθισμένο λόγο! Σκεφτείτε:

- (Α): Θα έρθεις στο πάρτι;
- (Β): Έχουμε τσακωθεί με τη Μαρία.

Ο άνθρωπος συμπεραίνει αμέσως κάποιο σενάριο, ότι π.χ. η Μαρία θα είναι στο πάρτι και ο Β θέλει να την αποφύγει, ο Η/Υ όμως μόνο αν προγραμματιστεί εξαρχής με πληροφορίες για τις ανθρώπινες σχέσεις, τις συχνές ζηλοτυπίες κ.λπ. θα μπορέσει να συμπεράνει την αρνητική απάντηση. Αλλά και πάλι, υπάρχουν τόσα πολλά βιοτικά πλαίσια:

- (Α): Θα έρθεις στο πάρτι;
- (Β): Απεργούν οι οδηγοί του μετρό

Ή ένα άλλο παράδειγμα με υπονοούμενο βιοτικό πλαίσιο:

- (Α): Θα έρθεις στο πάρτι;
- (Β): Χθες πέθανε ο αδερφός μου.

Εμείς καταλαβαίνουμε εύκολα ότι ο Β απαντά αρνητικά σ’ όλα τα παραπάνω, η μηχανή όμως δεν θα ξέρει τι να καταλάβει και θα αντιγυρίσει κάποιο άσχετο σχόλιο, σαν τον Γιώργο Παπανδρέου, που θα ξενίσει τον ανθρώπινο συνομιλητή. Σκεφτείτε ένα άλλο παράδειγμα:

- Είδα έναν ηλικιωμένο πάνω σ’ ένα μηχανάκι με μια ξεφούσκωτη ρόδα που έμοιαζε με Περουβιανό.

Εμείς καταλαβαίνουμε εύκολα ότι το με μια ξεφούσκωτη ρόδα αναφέρεται στο μηχανάκι, όχι στον ηλικιωμένο, ενώ το που έμοιαζε με Περουβιανό αναφέρεται στον ηλικιωμένο, όχι στο μηχανάκι. Το bot όμως δεν ξέρει ότι τα μηχανάκια είναι που έχουν ρόδες, οι ηλικιωμένοι συνήθως δεν έχουν, ενώ Περουβιανά μηχανάκια μάλλον δεν υπάρχουν. Οπότε θα αντιγυρίσει κάποιο σουρεαλιστικό σχόλιο και θα προδοθεί. Άλλο κλασικό παράδειγμα:

- Ο Γιάννης πήγε στο εστιατόριο, παρήγγειλε μια μακαρονάδα, ήρθε και ήταν χυλωμένη, οπότε ο Γιάννης τσατίστηκε κι έφυγε χωρίς να πληρώσει.

Πάλι είμαστε εμείς, οι γνώστες του βιοτικού πλαισίου, που καταλαβαίνουμε ότι ο Γιάννης δεν έφαγε τη μακαρονάδα. Το ρομπότ όμως δεν θεωρεί ότι έχει κάποια πληροφορία για το αν ο Γιάννης την έφαγε ή δεν την έφαγε.

Όλα τα παραπάνω είναι κόλπα για να ξεσκεπάσεις ένα bot στο τεστ Turing. Υπάρχουν και διάφορα άλλα, π.χ. οι μεταφορές: τα bot συνήθως είναι ηβηφρενικά, τείνουν να ερμηνεύουν τις μεταφορές ως κυριολεξίες οπότε αν τους πεις, όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί, μπορεί και να σου αντιγυρίσουν ότι αυτό είναι ανθυγιεινό, θα πάθουν δηλητηρίαση. Ή η κατασκευή καινούργιων λέξεων• ένας ανθρώπινος συνομιλητής θα καταλάβει τι εννοείς όταν μιλάς για τη μαυροπροβατοποίηση της Ελλάδας στην Ευρώπη και την αποδιοπομπαιοτραγοποίηση των μεταναστών στην Ελλάδα, το bot όμως θα πάθει εμπλοκή. Μπορείτε να τα δοκιμάσετε και μόνοι σας όλα αυτά (στα αγγλικά): να σας συστήσω την Αλίκη (http://alice.pandorabots.com/), η οποία κάποτε θεωρήθηκε το καλύτερο bot και η μεγαλύτερη ελπίδα να περάσει με επιτυχία το τεστ Turing. Για πες μας, βρε Αλίκη... 

Ηλίας: How happy are you with your life? 
Αλίκη: What is it to you. Are you testing me?
Ηλίας: No, I feel like chatting 
Αλίκη: Mmm.. Do you feel it in your heart or in your gut? 
Ηλίας: In my heart, actually 
Αλίκη: May I ask where you got it? 
Ηλίας: I think it's genetic 
Αλίκη: From your parents? 
Ηλίας: Yes, probably, they both suffered heart failures 
Αλίκη: That's cool… Like who, specifically?

Εδώ η Αλίκη δεν ξέρει πώς ακριβώς να ερμηνεύσει το I feel like chatting, κάνει ότι σκέφτεται κι απλώς χρησιμοποιεί μια έκφραση με το ρήμα feel – οπότε τα θαλασσώνει εντελώς.

Αλίκη: What do you want to talk about now? 
Ηλίας: Let's talk about the cost of living 
Αλίκη: I would like to do that too.
Ηλίας: Everything is expensive 
Αλίκη: The whole universe? 
Ηλίας: Yes. Galaxies, black holes, everything 
Αλίκη: It goes without saying. 

Καλά το πήγαινε μέχρι ενός σημείου, όμως θέλησε να του δώσει συμπαντικές διαστάσεις. Το θέμα είναι ότι μια πρόταση που αρχίζει από everything is… μπορεί να έχει πολλά βιοτικά πλαίσια, όμως ο ανθρώπινος συνομιλητής θα καταλάβει εύκολα πού αναφέρεσαι: αν πεις everything is expensive, αυτό πηγαίνει στο πλαίσιο της καθημερινότητας, ενώ αν πεις everything is material πηγαίνει σε κάτι πολύ πιο ευρύ. Η μηχανή όμως δεν ξέρει τι να επιλέξει.

Η Αλίκη είναι ένα GOFAI ρομπότ, παλαιού τύπου, που λειτουργεί με κανόνες και σύμβολα. Δεν έχει κάποιον τρόπο να ερμηνεύσει τις λέξεις που της λες – «τοίχος», «κηδεία», «σφραγίδα», οτιδήποτε, γι’ αυτήν είναι απλώς μια σειρά χαρακτήρων. Είναι προγραμματισμένη με κάπου 40.000 υποδείγματα διαλόγου και ερωταποκρίσεων (π.χ. «χαιρετισμός», «διαφωνία», «αμφιβολία», «φιλοφρόνηση», «παροιμίες», «διευκρινιστική ερώτηση», «θέματα υγείας», «οικογενειακά θέματα», «γεωγραφικά θέματα» κ.λπ.), έχει την ικανότητα να εντοπίζει λέξεις-κλειδιά και να τις κατατάσσει στα σχετικά υποδείγματα, ενώ συνεχώς επιδιορθώνεται – δηλαδή, οι botmasters εξετάζουν καθημερινά τις συζητήσεις, βλέπουν πού την πάτησε το bot και προσπαθούν να τροποποιήσουν τη στρατηγική του. Οπότε, την επόμενη φορά που θα χρησιμοποιήσω τα παραπάνω κόλπα στην Αλίκη, είναι πιθανό ότι θα τη βρω πιο ψυλλιασμένη. Εδώ μπορείτε να ρίξετε και μια ματιά στον εγκέφαλό της. Όμως παρόλο που είναι ήδη έφηβη, 17 χρονών, δεν έχει μάθει ακόμα να ξεχωρίζει το σύμπαν από την τιμή της βενζίνης. 

Η Αλίκη ξεσκεπάζεται εύκολα και είναι ένα μάλλον βαρετό ρομπότ – αυτή είναι η εντύπωσή μου, τουλάχιστον. Θέλω να πω ότι μου δημιουργεί την αίσθηση ενός συνομιλητή που δε με προσέχει, οπότε συνέχεια συμφωνεί μαζί μου, απαντάει τυπικά κι αόριστα, «σαφώς», «φυσικά», «ναι βέβαια», επαναλαμβάνει την τελευταία μου λέξη και προσπαθεί να μη λέει κάτι συγκεκριμένο για να μην καρφωθεί. Ενώ όταν αντιμετωπίζει κάτι που δεν ξέρει πώς να χειριστεί, π.χ. tell me what do you think of the presidential elections, είναι αρκετά διπλωματική ώστε να απαντήσει: it depends on what you mean by ‘think’. Ο σκοπός της είναι να με αφήνει εμένα να μιλάω κι αυτή περισσότερο να παρακολουθεί παρά να συμμετέχει. Κι όμως, πρόκειται ίσως για ό,τι πιο προχωρημένο σε GOFAI bot!

Όλα τα GOFAI ξεσκεπάζονται εύκολα επειδή δεν ξέρουν τα αμέτρητα βιοτικά πλαίσια. Η μόνη απάντηση εδώ της παλαιοημερολογίτικης Τεχνητής Νοημοσύνης ήταν το Cyc («σάικ»), μια εντελώς δονκιχωτική προσπάθεια να δημιουργηθεί η βάση δεδομένων που θα περιλαμβάνει ΟΛΗ (μα όλη!) την κοινή, καθημερινή γνώση (commonsense knowledge). Όχι μια εγκυκλοπαίδια, αλλά μια συλλογή δεδομένων π.χ. ότι αν αφήσεις κάτι αστήρικτο στον αέρα, αυτό θα πέσει, δεν θα μείνει εκεί• ότι οι άνθρωποι κοιμούνται σε κρεβάτια, όχι όμως και τα ζώα• ότι αν κάτι απομακρύνεται, φαίνεται όλο και πιο μικρό κ.α. Ξεκίνησε το 1984 από τον Douglas Lenat, και συνεχίζει ακόμη, ποιος ξέρει πόσοι ταλαίπωροι φοιτητές αγγαρεύτηκαν με τις ώρες πάνω σ’ ένα πληκτρολόγιο να καταχωρούν ότι η βροχή πέφτει από τα σύννεφα, τα κέρματα είναι μεταλλικά και τα παστά φαγητά είναι αλμυρά... (Και η Αλίκη επίσης, πέρα από τα 40.000 υποδείγματα λόγου, έχει και μια βάση 54.000 δεδομένων κοινής καθημερινής γνώσης, προκοπή όμως δεν είδαμε). Τι να πούμε; Καλή τους επιτυχία και τα πρώτα 100 χρόνια είναι δύσκολα.

Υπάρχει κάτι καλύτερο σε bot; Νομίζω πως ναι, να σας συστήσω το Jabberwacky. Πρόκειται για (ψευδο)χαϊντεγκεριανό ρομπότ, με ριζικά διαφορετική αρχιτεκτονική από την GOFAI Αλίκη. Δεν έχει υποδείγματα λόγου και ερωταποκρίσεων, ούτε βάσεις κοινών, καθημερινών δεδομένων: το Jabberwacky μαθαίνει από τους χρήστες με τους οποίους συνομιλεί. Καταγράφει όλες τις συζητήσεις, σημειώνει αυτά που του λες, τα επαναλαμβάνει σε μελλοντικές συζητήσεις, σημειώνει τις αποκρίσεις των άλλων χρηστών και προσπαθεί να φτιάξει βιοτικά πλαίσια μέσα από τα συμφραζόμενα. Κατά κάποιον τρόπο, είναι ένας εκπληκτικά έξυπνος παπαγάλος που δανείζεται τη νοημοσύνη των συνομιλητών του. Δεν προσπαθεί να ελέγξει όλες τις πιθανές σου ερωταποκρίσεις μέσα από 40.000 υποδείγματα λόγου, αλλά κάνει ό,τι και ο Terminator στην ταινία με τη φράση hasta la vista, baby: τη μαθαίνει εντός πλαισίου (in context), παρατηρώντας πώς τη χρησιμοποιούν οι ομιλητές.

Είναι επίσης ένα πολύ πιο ενδιαφέρον bot από την Αλίκη: μπορεί να διαφωνήσει μαζί σου, να σου θυμώσει, να σε φλερτάρει, να κάνει ουσιαστικά σχόλια, να αλλάζει διαθέσεις, να σου αντιγυρίσει ότι αυτό είναι άνθρωπος κι εσύ είσαι το ρομπότ αλλά δεν το ξέρεις, να θιχτεί, να κάνει πλάκα, να σου στείλει φιλάκια, ενώ δεν έχει κάποιο ευδιάκριτο pattern στον λόγο του – εγώ τουλάχιστον δεν μπόρεσα να διακρίνω. Είναι απρόβλεπτο, θυμίζει πραγματικές συζητήσεις πραγματικών ανθρώπων. Στα GOFAI, αντιθέτως, μετά από λίγη εμπειρία μαζί τους αρχίζεις να καταλαβαίνεις τις τεχνικές τους, φτάνεις να μαντεύεις και τις απαντήσεις τους. Όμως ενώ τα GOFAI είναι, ουσιαστικά, μερικά (πάρα πολλά) υποδείγματα λόγου, το Jabberwacky μπορούμε να πούμε ότι είναι οι χρήστες με τους οποίους έχει συνομιλήσει. Π.χ. σου αντιγυρίζει ότι είναι άνθρωπος κι εσύ είσαι ρομπότ, επειδή πολλοί (ανθρώπινοι) χρήστες του το έχουν πει.

Ούτε το Jabberwacky είναι τέλειο, μπορεί να ξεσκεπαστεί. Το βρίσκω όμως πολύ πιο ελπιδοφόρο να προσπαθείς να χτίσεις έναν κόσμο βιοτικών πλαισίων μέσα από το χάος των πραγματικών συζητήσεων, παρά μέσα από τις ατέλειωτες καταχωρίσεις ταλαίπωρων φοιτητών, ότι τα πρόβατα δεν πετάνε και οι χελώνες δεν τραγουδάνε. Μπορείτε να παίξετε και με τα δύο bot, την Αλίκη και το Jabberwacky, να δείτε τις διαφορές τους.

Αυτή ήταν και μια από τις αρχικές παρατηρήσεις του καθηγητή Dreyfus επίσης: ότι μόνο ένα μωρό ρομπότ θα φτάσει ίσως κάποτε να λειτουργήσει ικανοποιητικά – δηλαδή ένα ρομπότ εφοδιασμένο με ικανότητα μάθησης από πραγματικούς ανθρώπους στον πραγματικό κόσμο. Αν πας όμως να κατασκευάσεις εξαρχής ένα ενήλικο ρομπότ, «σαν την Αθηνά που ξεπετάχτηκε ενήλικη μέσα από το κεφάλι του Δία», θα αποτύχεις.

Ας κάνουμε εδώ ένα διάλειμμα. Θα συνεχίσουμε στην επόμενη ανάρτηση με ακόμα περισσότερο Χάιντεγκερ (ελπίζω να ενδιαφέρουν κάποιους αυτά που γράφω, ε;...). Να πούμε επίσης ότι το τεστ Turing έχει κατακτηθεί, το πέρασε με επιτυχία όχι ένα bot, αλλά ένα βίντεο του Παναγιώτη Ψωμιάδη σε εκπομπή του Γιώργου Αυτιά. Ή, εναλλακτικά, ο Γιώργος Αυτιάς πέρασε με επιτυχία το τεστ Turing και ξεγέλασε το βίντεο του Παναγιώτη Ψωμιάδη. Κάποιο βίντεο που μ’ είδε με θυμήθηκε, και τον πόνο μου ν’ ακούσει δεν αρνήθηκε.

Και Τα Μυαλά Στις Κάλπες

Η προεκλογική περίοδος κορυφώνεται, ο πυρετός στα ύψη. Το μπλογκ, ταγμένο στην υπηρεσία του δημόσιου διαλόγου και της πολύπλευρης ενημέρωσης, σας προσφέρει σήμερα ένα απαραίτητο πολιτικό βοήθημα για τις ερχόμενες εκλογές:

Πηγαίνετε εδώ και διαβάστε ονλάιν ή κατεβάστε στον Η/Υ σας:
- κάπου 35 βιβλία του Φίλιπ Ντικ
- μερικά ακόμα βιβλία για τον Φίλιπ Ντικ
- πολλές δεκάδες διηγήματά του

Ψάξτε το επίσης αυτό το website, οι τύποι έχουν ανεβάσει ολόκληρη βιβλιοθήκη! Θα βρείτε Howard, Farmer, Pynchon, Lovecraft, Zelazny, Heinlein, Le Guin, τα πάντα όλα. Τέρμα πια οι αυταπάτες!

Τώρα πλέον δεν έχουμε καμία δικαιολογία.

Ένα Φλιτζάνι Φρίκη

Επέμενε πάντα να μου φτιάχνει καφέ. Με το που έμπαινα στο μαγαζί του, κάθε Σάββατο πρωί, μετά τις καλημέρες ερχόταν η στιγμή της φρίκης: «Έχεις πιει καφέ; Να σου ψήσω;» Δε γινόταν να αρνηθώ, έλεγε ότι ήταν πολύ σημαντικό να με κεράσει κάτι.

Σηκωνόταν λοιπόν από το γραφειάκι δίπλα στην είσοδο, διέσχιζε τα περίπου είκοσι μέτρα του μαγαζιού και πήγαινε πίσω στο συνεργείο. Εκεί πέρα, δίπλα σε ξεκοιλιασμένους κινητήρες, είχε κι ένα ράφι με μπρίκι, καφέ, γκαζάκι κι όλα τα σύνεργα της φρίκης. Περίμενα κάνα πεντάλεπτο στο γραφειάκι ακούγοντας μουσική από το ραδιόφωνο, κοιτώντας τους πελάτες στο μαγαζί που κάποιος άλλος εξυπηρετούσε, χαζεύοντας τους γεμάτους τοίχους από εργαλεία, κλαδευτικά, γράσα, βαλβολίνες, μπουζιά, βαριοπούλες κ.λπ. κι αφίσες με ημίγυμνες που χάιδευαν μηχανήματα. Καμιά φορά σήκωνα και το τηλέφωνο κιόλας, είχα γίνει μέρος του μαγαζιού. Μέχρι που τον έβλεπα ξανά στην πόρτα του συνεργείου με το φλιτζάνι, να το κρατάει προσεκτικά από το αυτάκι και να περπατάει με μικρά βήματα, όπως οι Κινέζες, πολύ αργά να μη χύσει τον καφέ. Εκατοστό προς εκατοστό λοιπόν, το φλιτζάνι διέσχιζε τα περίπου 20 μέτρα από το συνεργείο ως το γραφειάκι με ταχύτητα 0,01 km/h. Με γέμιζε φρίκη αυτή η σκηνή, να τον παρακολουθώ να περπατάει όσο πιο αργά μπορεί, ανιχνεύοντας με τα παπούτσια του τις ανωμαλίες του πατώματος, απορροφώντας τις με τα εσωτερικά του αμορτισέρ ώστε να διατηρεί συνεχώς τον καφέ οριζόντιο.

Ας τον πούμε Στέφανο. Ήταν κουρασμένος κι αρκετά μεγαλύτερος από μένα στην ηλικία. Πιτσιρικάς έλεγε ότι έπαιζε καλούτσικο ποδόσφαιρο, κάποια στιγμή μάλιστα είχε ενδιαφερθεί κι η ΑΕΚ γι’ αυτόν, όμως ο προπονητής τον έκοψε επειδή δεν του άρεσε η φάτσα του. Έτσι μου έλεγε, τουλάχιστον. Με λίγη περισσότερη τύχη ίσως θα μπορούσε να είχε παίξει επαγγελματικά, αργότερα θα άνοιγε ένα προπατζίδικο, όπως όλοι οι παροπλισμένοι ποδοσφαιριστές, και μια φορά τον χρόνο θα έπαιρνε μέρος σε κάποιον αγώνα παλαιμάχων. Αντί γι’ αυτό, τελικά κατέληξε στο μικρό μαγαζί με το γραφειάκι στην είσοδο και το συνεργείο στο βάθος, ο θάνατος του εμποράκου, κι όλα επάνω του φώναζαν: είμαι μικρός, κουρασμένος, σκυφτός ανθρωπάκος. Του προμήθευα κάποια εξειδικευμένα ανταλλακτικά που πουλούσε κατόπιν σχεδόν σε όλους τους (προ-καλλικρατικούς) Δήμους της χώρας και κάθε Σάββατο πρωί αναγκαζόμουν να κάνω τον εισπράκτορα και να μαζεύω τις πληρωμές. Κάθε Σάββατο πρωί αναγκαζόμουν να παίζω αυτό το τελετουργικό, «έχεις πιει καφέ;», να του δίνω πέντε λεπτά περιθώριο να αναβάλλει τη στιγμή του μαρτυρίου.

Όταν τελικά έφτανε σε μένα, ο καφές συνήθως ήταν χυμένος. «Δεν πειράζει», έπρεπε να πω τότε εγώ, «γούρι, θα πάρω λεφτά!». Μια πάσα σε έναν παλιό ποδοσφαιριστή. Εκεί ήταν που ο Στέφανος απαντούσε: «Αμ, δε θα πάρεις λεφτά...» και κατόπιν με πληροφορούσε ότι δεν πλήρωσε ούτε η Καβάλα ούτε ο Τύρναβος ούτε το Καλοχώρι ούτε η Σταυρούπολη κ.λπ., μόνο η Κόρινθος έβαλε λίγα χρήματα. Έπεφτε μια σύντομη σιωπή τότε, λίγα δευτερόλεπτα όλο κι όλο, κατά την οποία μπορούσα ν’ ακούσω τις σκέψεις του: μην πεις τίποτα, σε παρακαλώ, δέξου το όπως στο λέω και τέρμα!... Το ήξερα φυσικά ότι μου έλεγε ψέμματα. Το ήξερα ότι υπήρχαν κι άλλες πληρωμές που μου έκρυβε, για να χρησιμοποιήσει τα λεφτά, να πληρώσει επιταγές, λογαριασμούς και διάφορα απαραίτητα. Τι μπορούσα να του πω; Καιγόταν για χρήματα, ήταν απελπισμένος. Δεν ήταν ότι ήθελε να πάει διακοπές στη Χαβάη, αλλά να βγάλει τη βδομάδα. Έκανα λοιπόν ότι τον πίστευα κι έπαιζα το παιχνίδι του. Το καταλάβαινε κι ο ίδιος ότι δεν τον πίστευα, όμως δεν είχε το θάρρος να μου ζητήσει αυτά τα λεφτά, να τα κρατήσει λίγες μέρες παραπάνω. Συνήθως καταλήγαμε σε μια μοιρολατρική κουβέντα για την ανοργανωσιά των ελληνικών Δήμων, που δεν μπορείς να βασιστείς πάνω τους, λένε ότι θα σε πληρώσουν κι όλο το αναβάλλουν, σε πάνε από βδομάδα σε βδομάδα, δεν μπορούν να κάνουν κουμάντο στα οικονομικά τους κ.λπ. Κι ο καφές ήταν αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της θεατρικής παράστασης, ήταν πέντε λεπτά για να πάρει κουράγιο και να προετοιμάσει τα ψέμματά του. Ο καθένας δικαιούται δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας και πέντε λεπτά αναβολής της θανατικής του ποινής. Κάθε φορά που έβλεπα τον Στέφανο να βγαίνει από το συνεργείο με το φλιτζάνι στο χέρι, μου ερχόταν να βάλω τις φωνές: «Ψήσε τον καφέ, πάρε το μπρίκι και το άδειο φλιτζάνι, περπάτα σαν άνθρωπος, φέρτα στο γραφειάκι και τότε μόνο γέμισε το φλιτζάνι! Αυτή είναι η τεχνική!» Κουραζόμουν αφάνταστα να τον κοιτάω να κάνει αυτήν την Οδύσσεια των είκοσι μέτρων, αισθανόμουν απαίσια που ένας άνθρωπος μεγαλύτερος στην ηλικία έφτανε σε τέτοια κατάσταση, να λέει ψέμματα και να μην ξέρει πώς να μεταφέρει ένα φλιτζάνι καφέ.

Όταν το Κοινωνικό Συμβόλαιο σε φέρνει στο σημείο να λες Α και να εννοείς Β, κι ο άλλος να το καταλαβαίνει ότι εννοείς Β όμως ν’ απαντάει στο προσχηματικό σου Α, κι εσύ να το καταλαβαίνεις ότι ο άλλος το καταλαβαίνει το υπονοούμενο Β σου όμως να συνεχίζεις με το άλλοθι του Α, κι ο άλλος να το καταλαβαίνει ότι το καταλαβαίνεις ότι το καταλαβαίνει ότι το Α είναι απλώς μια μεταμφίεση για το Β όμως να κάνει πως δεν το καταλαβαίνει ότι το καταλαβαίνεις ότι το καταλαβαίνει... ε τότε, κάτι δεν πάει καθόλου καλά με το Κοινωνικό Συμβόλαιο.

Συνήθως κλείναμε τη θεατρική παράσταση με μια κουβέντα για την κόρη του. Τι κάνει, ποια είναι τα αγαπημένα της παιχνίδια, τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει, ποιον αγαπάει περισσότερο, τον μπαμπά ή τη μαμά κ.λπ. Εκεί ήταν που ο Στέφανος μαλάκωνε κι άλλαζε διάθεση. Όταν μιλούσε για την κόρη του, ήταν η μόνη στιγμή σ’ εκείνα τα σαββατιάτικα πρωινά που έλεγε Α κι εννοούσε Α. Την είχε ανάγκη αυτήν την κουβέντα για να καταλαγιάσουν λίγο οι τύψεις του, να νιώσει ότι αμαρτάνει μεν, για το παιδί του δε. Την είχα κι εγώ ανάγκη για να νιώσω ότι επιτέλους μιλάμε σαν άνθρωποι.

Μερικές φορές πέταγα ήρωες του Φίλιπ Ντικ μέσα στα σαββατιάτικα πρωινά, προσπαθούσα να φανταστώ τη σκηνή με τα μάτια του Μάνφρεντ Στάινερ από το Martian Time-Slip, του αυτιστικού παιδιού που έβλεπε τους ανθρώπους ως αιχμηρά αντικείμενα προς αποφυγή: Ο Στέφανος βγαίνει από το συνεργείο προχωρώντας αργά, με το φλιτζάνι του καφέ στο χέρι. Μεγάλα υγρά σκουλίκια ξεπροβάλλουν από το φλιτζάνι. Ο Στέφανος μεταμορφώνεται σε ένα τεράστιο σαρκοφάγο πουλί. Κάνω να τρέξω προς την είσοδο όμως τη βρίσκω κλειστή. Πίσω μου ακούω τον ήχο φλιτζανιού που σπάει στο πάτωμα, γυρνώ και βλέπω ένα ολόκληρο σμήνος σαρκοφάγων πουλιών να κινείται προς τα μένα. Το πάτωμα κάτω από τα πόδια μου γίνεται κατηφορικό, δεν μπορώ να κρατήσω την ισορροπία μου, κατρακυλάω σαν μπίλια σε φλιπεράκι προς τα πίσω. Τα πουλιά ορμάνε και μου κόβουν το κεφάλι. Ξαφνικά βρίσκομαι να κοιτάζω από ψηλά μια θάλασσα με καρχαρίες, οι οποίοι μου επιτίθενται, πηδάνε όλο και πιο ψηλά, μέχρι που στο τέλος με φτάνουν και μου κόβουν ξανά το κεφάλι. Βρίσκομαι πάλι μόνος στο μικρό μαγαζί. Όλα είναι σκοτεινά και κρύα, το ραδιοφωνάκι είναι βουβό, σηκώνω το τηλέφωνο όμως αυτό βγάζει μόνο έναν μακρινό ήχο παρασίτων και στους τοίχους σέρνονται μεγάλα υγρά σκουλίκια.



 Κάπως έτσι θα έβλεπα τη σκηνή του Σαββάτου αν ήμουν ο Μάνφρεντ Στάινερ. Είναι απίστευτο πόση φρίκη μπορεί να κρύβεται σε ένα κοινό φλιτζάνι καφέ


Με έσωζε μια τεχνική που ανέπτυξα με τον καιρό: η Αναγωγή σε Μιούζικαλ. Έψαχνα μια μετα-πραγματικότητα που να αναπτύσσει το υλικό της πραγματικότητας. Πάντα μου άρεσαν οι μουσικοχορευτικές σκηνές από τα αμερικάνικα μιούζικαλ, εκεί που ξαφνικά η πλοκή διαλύεται κι οι πρωταγωνιστές βγαίνουν από το ρόλο τους, συναντιούνται σε ένα δεύτερο σκηνικό επίπεδο όλοι μαζί, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ μ’ έναν χίππι, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά. Προσπαθούσα λοιπόν να φανταστώ ότι ήμουν σκηνοθέτης κι έπρεπε να φτιάξω μια σκηνή μιούζικαλ από τις πρωινές σαββατιάτικες τελετουργίες. Είχα καταλήξει σε κάτι τέτοιο:

Μπαίνω στο μαγαζί, «καλημέρα – καλημέρα», οι τοίχοι γεμάτοι από εργαλεία, μηχανήματα κι αφίσες με ημίγυμνες, ένας πελάτης κοιτάζει ένα αλυσοπρίονο, ένας άλλος κοιτάζει ένα χλοοκοπτικό, πιτσιρικάδες τους εξυπηρετούν κ.λπ. Κάθομαι στο γραφειάκι κι ο Στέφανος ακουμπάει μπροστά μου το γνωστό φλιτζάνι. «Ο καφές της παρηγοριάς», ανακοινώνει.

«Ωχ... Πάλι δεν πλήρωσε κανένας;»

«Μα τους πήρα όλους! Χιλιάδες φορές! Και τον Γιώργο στα Τρίκαλα και την Ελένη στα Γρεβενά και τη Μαρία στη Σπάρτη και τον Νίκο στη Ρόδο και τον Πρόδρομο στην Ηγουμενίτσα και τη Δανάη στη Χρυσούπολη και τον Ορέστη στον Βόλο και τη Χριστίνα στην Πάτμο!». Παράλληλα καθώς λέει αυτά, ρίχνει κι από ένα βελάκι στις αντίστοιχες περιοχές ενός μεγάλου χάρτη της Ελλάδας στον τοίχο πίσω μου. «Τους έπρηξα, δεν τους άφησα σε χλωρό κλαρί! Όλοι όμως μου ‘λέγαν το συνηθισμένο: Να, σήμερα ο αντιδήμαρχος θα υπογράψει τα εμβάσματα και θα σου βάλω τα λεφτά, μείνε ήσυχος. Πούν' τα όμως; Πούν' τα; Ψεύτες όλοι τους...»

Εκείνη τη στιγμή χαμηλώνει ο φωτισμός κι ένας προβολέας πέφτει επάνω στον Στέφανο καθώς αρχίζει να τραγουδάει:

Πάμε κι εμείς στην αυλή του φθινοπώρου
Πίσω απ' τα κιτρινισμένα τιμολόγια του καλοκαιριού
Πάμε κι εμείς στα λεφτά που αράχνιασαν
Σε κάποιο συρτάρι της ταμειακής υπηρεσίας
Πάμε να δεις τ’ ανυπόγραφα εμβάσματα:
Δυο εμβάσματα ξεχασμένα, δυο εμβάσματα του χαμού.

Στο ρεφραίν τραγουδάμε ντουέτο ενώ μπροστά μας χορεύει ο ένας πελάτης με το χλοοκοπτικό κι ο άλλος αγκαλιά με το αλυσοπρίονο:

Ορέστη απ' το Βόλο
Μαρία απ' τη Σπάρτη
Γυρεύω τα φράγκα,
Μαρία απ' τη Σπάρτη (Μαρία απ’ τη Σπάρτη!)
Ορέστη απ' το Βόλο (Ορέστη απ’ το Βόλο!)
Πληρώστε επιτέλους...

Η μουσική σβήνει κι οι δύο πελάτες έρχονται δίπλα μας, ο ένας στ’ αριστερά κι ο άλλος στα δεξιά. Βγάζουμε όλοι μαντίλια κι αρχίζουμε να χορεύουμε έναν καλαματιανό:

Σε γέλασε, Παρασκευούλα μου
Σε γέλασε το δημαρχόπουλο
Σου ‘πε θα σε πληρώσει, Παρασκευούλα μου
Παν τα φράγκα, παν τα κάλη, δεν ξαναγυρίζουν πάλι,
Παν τα φράγκα, παν τα κάλη, από δω πάνε κι οι άλλοι!

Η μουσική σταμάτει πάλι. «Καημό το ‘χω», λέει ο Στέφανος, «να γίνει ένα θαύμα μια φορά και να μας πληρώσουν όλοι!». Βγάζει έναν αιγυπτιακό πάπυρο σε ρολό, τον ξετυλίγει κι αυτός φτάνει μέχρι το πάτωμα. «Ορίστε, δες εδώ, μας χρωστάει η μισή Ελλάδα. Τι ωραία που θα ‘ταν, ρε συ, να γινόταν ένα κουφό και να μας πλήρωναν όλοι αυτοί...». Κάποιος πελάτης παίρνει ένα κλαδευτικό για μπουζούκι και μ’ ένα μπουζί για πένα αρχίζει να ρίχνει μια πενιά. Στον χάρτη της Ελλάδας, οι αντίστοιχες περιοχές αστράφτουν με κόκκινο φωτάκι:

Πόσο θα ‘θελα, ρε φίλε
Να ‘χα φουλ το πορτοφόλι
Και να τα οικονομήσω
Από την Ελλάδα όλη:

Βόλο, Λάρισα, Καρδίτσα
Να εισπράξω μια βραδιά
Βγαίνει ο Αυγερινός στον κάμπο
Η Πούλια στην Ανακασά.

Στη Θεσσαλονίκη έχω
Μία περσινή προμήθεια
Όλο λεν φράγκα δεν έχουν
Και μου κρύβουν την αλήθεια.

Πάτρα, Τρίπολη και Σπάρτη
Μια βδομάδα θα εισπράξω
Κι από κει στην Καλαμάτα
Πάω τα στήθη να προτάξω.

Κι όταν κουραστώ, ρε φίλε
Στην Αθήνα θα γυρίσω
Στον Περαία και τα Πέριξ
Τους λογαριασμούς θα κλείσω.

Φάληρα και Βουλιαγμένη
Δεόν κι από κει λαβείν
Πάω να τους πολιορκήσω,
Να τους φτάσω στο αμήν.

Τότε ακριβώς μπαίνει ο ταχυδρόμος κι αφήνει την αλληλογραφία. «Αφεντικό», λέει στον Στέφανο, «ένας τρόπος μόνο υπάρχει, αν θες να πάρεις τα λεφτά σου, δηλαδή».

«Ποιος;». Τον κοιτάμε όλοι με αγωνία.

«Κοίτα, αν θες να σε πληρώσουν...»

«Ναι;»

«Να σου δώσουν τα λεφτά...»

«Ναι, ναι;»

«Ο μόνος τρόπος να το καταφέρεις είναι...»

«Ναι, ναι, ναι;»

«Το δράμα! Η τραγωδία! Η κλάψα! Τα βράδια δεν κοιμάσαι, η γυναίκα σου σε παράτησε, η κόρη σου δε σ’ αναγνωρίζει, κοντεύεις να χρεοκοπήσεις – τι λέω; – να πας στο Δαφνί! Δώσε πόνο στο κοινό, δώσε πόνο! Παίξ’ το Μάρθα Βούρτση, κατάλαβες; Πες ότι πας ντουγρού για την κατηφόρα τη μεγάλη». Κι αρχίζει να τραγουδάει:

Κι εσείς, παιδιά μωρέ κλεφτόπουλα
Παιδιά της Σαμαρίνας, μωρέ παιδιά καημένα
Παιδιά της Σαμαρίνας, γιατί είστε χρεωμένα.

Σαν πάτε απάνω, μωρέ, στα βουνά
Κατά τη Σαμαρίνα, μωρέ παιδιά καημένα
Κατά τη Σαμαρίνα, γιατί είστε χρεωμένα.

Μην πείτε πως, μωρέ, πληρώθηκα
Πως είμαι ματσωμένος, μωρέ παιδιά καημένα
Πως είμαι ματσωμένος, γιατί είστε χρεωμένα.

Να πείτε πως, μωρέ, σαλτάρισα
Είμαι φαληρισμένος, μωρέ παιδιά καημένα
Είμαι φαληρισμένος και χρεοκοπημένος.

«Το 'πιασα!» λέει ο Στέφανος και τα μάτια του λάμπουν. «Θα δώσω πόνο στο κοινό!». Τα πάντα τότε σκοτεινιάζουν και φωτίζεται το βάθος της σκηνής, στο οποίο υπάρχει ένα ψηλό βάθρο με έναν αντιδήμαρχο. Πίσω του έχει μια χρυσή επιγραφή: ΤΑΜΕΙΑΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ. Είναι ντυμένος με πορφύρα και μανδύα, στο ένα χέρι κρατάει μια στρογγυλή σφραγίδα και στο άλλο ένα στιλό. Ένας αυτόματος ιμάντας μπροστά του φέρνει διαρκώς έγγραφα, τα οποία τα εξετάζει για λίγο και μετά τα αφήνει να περάσουν ασφράγιστα κι ανυπόγραφα. Τον κοιτάζουμε όλοι με δέος. Ο ένας πελάτης αγκαλιάζει το χλοοκοπτικό προστατευτικά, ο άλλος στρέφει το αλυσοπρίονο προς τον αντιδήμαρχο απειλητικά, ο ταχυδρόμος κι εγώ στεκόμαστε πίσω τους φοβισμένοι, ενώ ο Στέφανος βγαίνει μπροστά:

«Μισό λεπτό να πάω να φορέσω τίποτα κουρελούδες, τίποτε μασκαρέματα λυπητερά να ντυθώ, σαν αυτά που φορούν οι θεατρίνοι, να τον συγκινήσω κομμάτι».

«Πολλές τζιριτζάντζουλες κάνεις», παρατηρούμε όλοι εμείς, «την καμπούρα, τα κουρέλια και του Χάρου τη μουτσούνα κι ό,τι γουστάρεις μα μην αργοπορείς».

«Συγχωρήστε με, ω αντιδήμαρχε», λέει ο Στέφανος, «που θα παρουσιαστώ μπροστά σας ντυμένος ζητιάνος, αλλά και η κωμωδία κάτι ξέρει από δικαιοσύνη...»

«Κωμωδία ή δράμα;»

«Κουρέλι, κουρελάκι, στα γόνατά σου πέφτω να ζητήσω απ’ το παλιό σου δράμα ένα κουρελάκι για να μιλήσω», απαντάει ο Στέφανος. «Δώσε μου τίποτε κουρέλια να ντυθώ από τα κρεμαστάρια, τα σφαχτάρια, τα ρούχα σου κι εκείνη την τραγική μελωδία, με το σουγιά στο κόκαλο και το λουρί στο σβέρκο, και για μπαστούνι μια βέργα λυγαριά, μια ρίζα δεντρολίβανο». Του δίνουμε όλα όσα ζήτησε κι αυτός ντύνεται εντελώς ντεκαντάνς. «Η ζητιανιά ας είναι το ρεφρέν μου, της εξορίας το σκουφί στο κεφαλάκι, ακούμπησέ μου».

«Το χρέος!»

Ο Στέφανος λοιπόν, κουρελής και τρισάθλιος, πάει και γονατίζει μπροστά στον αντιδήμαρχο. Εκείνη τη στιγμή αλλάζει και η μουσική:

Είδα στην Αμφιλοχία
Τον Σταμούλη τον ταμία
Έναν παλιό βασανιστή
Που μου κρατάει μια πληρωμή
Δε δίνει ούτε μια δραχμή...

Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει
Δε μου δίνει τα λεφτά
Με μια ματωμένη χλένη
Πάω να ρίξω κλάματα.

Γιατί αυτή η κοινωνία
Είναι δραματική σχολή
Πώς καταντήσαμε, λοχία;
Παλιάτσοι και ηθοποιοί,

Πώς καταντήσαμε, λοχία;
Στους Δήμους γελωτοποιοί...

Ο αντιδήμαρχος συγκινείται από το θέαμα του Στέφανου, σφραγίζει ένα έγγραφο και του το δίνει. Ο Στέφανος το κοιτάει με γουρλωμένα μάτια, «Πλήρωσε το Ρέθυμνο!», φωνάζει. Η σκηνή φωτίζεται, οι ημίγυμνες κοπέλες κατεβαίνουν από τις αφίσες κι αρχίζουμε όλοι έναν πεντοζάλη:

Μέσ’ στου Μαγιού τις μυρωδιές
Στα κόκκινα κεράσια
Για δέστε πώς πληρώνουνε
Της Κρήτης τα κοράσια.

Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά
Και στο Χρυσό κριάρια
Τώρα που πήραμε λεφτά
Θα σφάξουν και μοσχάρια!

Ο αντιδήμαρχος σφραγίζει άλλο ένα έγγραφο και το δίνει στον Στέφανο, «Πλήρωσε η Κομοτηνή!». Μπαίνουν καμιά δεκαριά ποδοσφαιριστές της ΑΕΚ στο μαγαζί, κάνουν κύκλο γύρω μας και τραγουδάνε:

Σ’ αυτό τ’ αλώ–, Ελένη μου, σ’ αυτό τ’ αλώνι το φαρδύ
Σ’ αυτό τ’ αλώνι το φαρδύ, τρανή γινέται πληρωμή.

Χίλια τρακό–, Ελένη μου, χιλιά τρακόσα ήταν ευρώ
Χίλια τρακόσα ήταν ευρώ, σ’ έναν παλιό λογαριασμό.

Ο αντιδήμαρχος σφραγίζει ακόμα ένα έγγραφο, το κάνει σαΐτα και μας το πετάει. Πέφτουμε επάνω του, το ξεδιπλώνουμε και διαβάζουμε: «Πλήρωσαν τα Τρίκαλα!»

Στα Τρίκαλα, στα δυο στενά
Πληρώσανε τον Σακαφλιά
Πληρώσανε τον Σακαφλιά
Στα Τρίκαλα, στα δυο στενά.

Φεύγουμε όλοι μαζί από το μαγαζί και βρισκόμαστε σε έναν πλούσιο κήπο με σιντριβάνια, δέντρα, λουλούδια κ.λπ. Ο πελάτης με το χλοοκοπτικό κουρεύει το γκαζόν κι από το μηχάνημα πετάγονται χρήματα. Ο άλλος με το αλυσοπρίονο κόβει ένα δέντρο και μέσα στον κορμό βρίσκει χρήματα. Οι ημίγυμνες κοπέλες τα μετράνε κι όλοι χορεύουμε. Οι ποδοσφαιριστές της ΑΕΚ βάζουν γκολ σε ένα άδειο τέρμα. Ο ταχυδρόμος έρχεται και φέρνει ακόμα ένα χαρτί, «Πλήρωσε η Λειβαδιά!»

Σαράντα παλικάρια από τη Λει– από τη Λειβαδιά
Πάνε για να πληρώσουνε τιμολό– μωρ’ τιμολόγια

Ακούγεται ο ήχος βροντής κι ο ουρανός αρχίζει να βρέχει χρήματα. Βουτάμε όλοι σε μια πισίνα στο σχήμα της Ελλάδας γεμάτη χαρτονομίσματα. Σε κάποια στιγμή βλέπουμε δίπλα μας κάτι σαν φτερό καρχαρία, το αρπάζουμε και είναι τελικά η τσάντα του ταχυδρόμου – με τον ίδιο από κάτω της. Μας δίνει ακόμα ένα χαρτί, «Πλήρωσε η Καλαμάτα!»

Σαν πας στην Καλαμάτα
Και 'ρθεις με το καλό
Ζήτα να σου ξωφλήσουν
Έναν λογαριασμό
Αμάν, καλέ, προπερσινό.

Ξαφνικά η μουσική σταματάει και τα φώτα σβήνουν. Όταν ανάβουν πάλι, βρισκόμαστε πίσω στο μαγαζί. Οι κοπέλες στις αφίσες τους, οι ποδοσφαιριστές εξαφανίζονται, οι πελάτες επεξεργάζονται τα εργαλεία κι εγώ κάθομαι στο γραφειάκι με τον Στέφανο. Πάω να πιω από το φλιτζάνι μπροστά μου κι ο καφές είναι χυμένος. «Ωχ, συγνώμη», λέει αυτός, «θα πάρεις λεφτά».

«Αν ήταν να έπαιρνα λεφτά για κάθε χυμένο καφέ που έχω πιει», λέω, «τώρα θα ήμουν πλούσιος!...». Κλείνουμε τη σκηνή τραγουδώντας μελαγχολικά:

Αν ήμουν πλούσιος
Καραβοκύρης, βασιλιάς, ταξιδευτής
Ό,τι κι εσύ κι εσύ κι εσύ θα ονειρευτείς
Όταν θα σβήσουνε τα φώτα της γιορτής.

THE END

Κύριε Μάκη, Τέλειωσε Το Ubik

Ας αρχίσουμε με την ΕΔΑ του ’60. Από τον πατέρα μου έχω ακούσει ότι υπήρχε τότε ένα δίλημμα που δίχαζε το κόμμα ως προς τους στόχους του αγώνα: όφειλαν να διεκδικήσουν άμεσες βελτιώσεις για τη ζωή της εργατικής τάξης ή μήπως αντίθετα, το ζητούμενο ήταν αυτή να φτάσει στο έσχατο σημείο εξαθλίωσης ώστε να ξεσηκωθεί επαναστατικά και να ανατρέψει το ισχύον πολιτικοοικονομικό σύστημα; Σήμερα ακούγεται ίσως αστείο, όμως τότε έκαναν ατέλειωτες συζητήσεις πάνω στο θέμα. Όμως αυτό δεν είναι ένα κείμενο για την ΕΔΑ του ’60.

«Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού», θέλει η περίφημη φράση του Μαρξ έχοντας, φαντάζομαι, στο μυαλό του κυρίως τον Χριστιανισμό. Όμως τις προηγούμενες δεκαετίες στην Αμερική (αλλά και την Αφρική), ο Χριστιανισμός πήρε ακόμα και ριζοσπαστικές διαστάσεις. Αναφέρομαι στα διάφορα ρεύματα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, τα οποία τόσο πολέμησε το Βατικανό και οι δύο τελευταίοι πάπες. Πρόκειται για επαναστατικές ερμηνείες του Χριστιανισμού και της Γραφής, οι οποίες δηλώνουν ότι είναι κατακραυγή σε γη και ουρανό να υπάρχουν εξαθλιωμένοι, ότι ο Χριστιανισμός οφείλει να ερμηνευτεί από τη σκοπιά των φτωχών κι ότι η λύτρωση πρέπει να είναι και επίγεια, λύτρωση από την ανέχεια, από τα πάμπολλα οικονομικά και κοινωνικά δεσμά που κρατάνε στην εξαθλίωση τα εκατομμύρια της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. «Η Μαύρη Θεολογία ... ερμηνεύει τον Χριστιανισμό ως ένα θέμα λύτρωσης εδώ και τώρα, όχι στη μετά θάνατον ζωή». Όμως αυτό δεν είναι ένα κείμενο για τον Χριστιανισμό.

Ας πάμε όμως και σε ένα άλλο όπιο του λαού, τον Βουδισμό. Ο οποίος είναι μια ακόμα θρησκεία μοιρολατρίας και παραίτησης από τα εγκόσμια, σωστά; Μπορεί, όμως στη Βιρμανία ο Βουδισμός είναι και επαναστατικός παράγοντας. Βουδιστές μοναχοί είναι αυτοί που εδώ και 25 χρόνια βλέπουν τα καθημερινά βάσανα του βιρμανικού λαού και βρίσκονται σε συνεχή σχεδόν αντιπαράθεση με τη χούντα της χώρας. Ας δώσουμε τον λόγο σε έναν από αυτούς τους μοναχούς, τον Ου Ναντίγια, να μας εξηγήσει το φιλοσοφικό μέρος του βουδιστικού δημοκρατικού αγώνα (απόσπασμα από το βιβλίο της Christina Fink, Living Silence In Burma): Ο καθένας πρέπει να αποδεχθεί τους φυσικούς πόνους της ανθρωπότητας: επιθυμία, αρρώστεια, γηρατειά, θάνατο. Όμως ο πόνος από την αδικία δεν είναι φυσικός και θα πρέπει να εξαλειφθεί. «Αν έχεις πονοκέφαλο και πάρεις ασπιρίνη», εξήγησε, «ο πονοκέφαλος θα καταλαγιάσει, αυτό όμως δε θα γίνει ποτέ αν θεωρήσεις ότι είναι η μοίρα σου να έχεις πονοκέφαλο. Ο καθένας στη Βιρμανία ξέρει ότι χρειαζόμαστε μια καλή κυβέρνηση κι ένα πολιτικό σύστημα για να έχουμε μια καλή ζωή. Πρέπει να δουλέψουμε γι’ αυτά. Ο Βούδας ποτέ δε μίλησε για μοίρα». Όμως αυτό δεν είναι ένα κείμενο για τον Βουδισμό.

Υπάρχει ένα κοινό σχήμα όλα ή τίποτα στα παραπάνω παραδείγματα. Έχουμε μια ιδεολογία λύτρωσης – τον Χριστιανισμό, τον Βουδισμό, την Αριστερά – η οποία περιλαμβάνει κάποιο Επέκεινα: τη μετά θάνατον ζωή, τη Νιρβάνα, τη μελλοντική αταξική κοινωνία. Ένα θεολογικό κλικ όλο κι όλο είναι η απόσταση του αντιδραστικού χριστιανισμού από τον προοδευτικό χριστιανισμό: αν η λύτρωση τοποθετείται αποκλειστικά στο Επέκεινα, τότε υπάρχουν όλες οι θεολογικές προδιαγραφές για την παρασκευή κοινωνικού οπίου. Αν όμως η λύτρωση τοποθετείται και σ’ αυτή τη ζωή που ζούμε, τότε παρασκευάζεις κοινωνικό φάρμακο, κατάλληλο ακόμα και για πολιτικούς αγώνες και μανιφέστα. Το ίδιο και με τον Βουδισμό: αν αποδεχτείς μοιρολατρικά την αδικία καταφεύγοντας στον διαλογισμό και ζητώντας τίποτα λιγότερο από την τέλεια Νιρβάνα, τότε οι τύραννοι κι οι εκμεταλλευτές έχουν κάθε λόγο να είναι χαρούμενοι μαζί σου. Αν όμως κηρύξεις ότι η εκμετάλλευση θα πρέπει να θεωρηθεί ως αρρώστεια προς θεραπεία, τότε κάνεις τους δικτάτορες της Βιρμανίας να ανησυχούν. Το ίδιο ακριβώς και με την Αριστερά. Αν δεν υπάρχει τίποτα ανάμεσα στην εξαθλίωση της εργατικής τάξης και στην ολική ανατροπή του συστήματος που δεν έρχεται ποτέ, τότε πού διαφέρεις από τον χριστιανό που προσβλέπει αποκλειστικά και μόνο στη βασιλεία των ουρανών; Από τον βουδιστή που διδάσκει Νιρβάνα και μόνο Νιρβάνα και τίποτα άλλο παρά Νιρβάνα; Το όπιο του λαού τελικά δεν είναι ακριβώς η θρησκεία• είναι οποιαδήποτε ιδεολογία που εμφανίζει αυτό το σχήμα του όλα ή τίποτα: όλα σε κάποιο εξωιστορικό Επέκεινα ή τίποτα στο ιστορικό Εδώθεν. Το σχήμα αυτό όμως παρουσιάζεται κι αλλού, για παράδειγμα σε συγγραφείς ΕΦ που παίζουν με άφθονες θρησκευτικές ιδέες κι αμφισβητούν την ίδια την πραγματικότητα. Περί αυτών είναι το κείμενο.



- Κύριε Μάκη, καλημέρα, τι κάνετε;

- Καλημέρα. Συγχαρητήρια, αγόρι μου, να πούμε.

- Ευχαριστώ πάρα πολύ.

- Αυτό το ίδιο έχουν κι οι δικοί μου, το ίδιο πράγμα, δεν μπορούν να κοιμηθούνε.

- Ναι, κύριε Μάκη, καλά, δεν έχω κοιμηθεί!

- Το ίδιο κι οι άλλοι, οι δικοί μου. Αυτά παθαίνεις άμα δεν ακολουθείς τις οδηγίες χρήσης. Κατ' αρχάς έλα να σου πω, εχθές κοιτάγαμε, το βλέπαμε με τον Μαντζουράκη και τον γενικό αρχηγό στο ξενοδοχείο, το Sofitel. Ξέρεις τι είπαν όλοι; «Ο μόνος που δεν οπισθοδρομεί στο χρόνο είναι ο Μπουρούσης», χωρίς να ξέρουνε τίποτε…. (γέλια)

- Α, δεν ξέρουν, έχουν (ακατάληπτο)… (γέλια)

- Ολοι οι άλλοι παίζαν λες και βρίσκονταν στο 1939. Και από τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό. Δηλαδή, εσύ έπαιζες από το μέλλον. Αφού κάποια στιγμή που βάρεσες αυτό το κάρφωμα στην αρχή του αγώνα και χρεώθηκε στο τελευταίο δίλεπτο, σηκωθήκανε οι Αγγελόπουλοι στον αέρα και ανατιναχθήκανε, τους έδειξε η τηλεόραση.

- Ηρθαν κι οι βλάκες από κάτω, ήρθαν αν μου μιλήσουνε, αλλά εγώ έκανα τον μαλάκα, έφυγα. Κύριε Μάκη, μόνο ότι τελείωσε το Ubik, να ξέρετε.

- Εντάξει, αγορίνα μου, θα σου φέρω εγώ. Πότε θέλεις εσύ άλλο;

- Ε, τώρα θέλω.

- Πότε θέλεις, αγόρι μου;

- Τώρα, αυτή τη στιγμή.

- Ε καλά, ρε παιδάκι μου, έχεις τρελαθεί; Θα σου ετοιμάσω να πούμε, εντάξει. Θα σου φτιάξω, αγόρι μου.

- Εντάξει, κύριε Μάκη. Φεύγετε να αναγεννηθείτε σε καινούργια μήτρα ή θα σας δούμε;

- Όχι, το απόγευμα θα έρθω να δω το ματς σε σας, σιγά μην αναγεννηθώ, να μείνουν με τη χαρά, οι μπινέδες!

- Εγινε, θα τα πούμε.

- Εγινε αγόρι μου, συγχαρητήρια, λεβέντη μου.



Το Ubik του Φίλιπ Ντικ (ο ίδιος βέβαια έλεγε ότι η διατύπωση αυτή είναι λάθος, η σωστή είναι: ο Φίλιπ Ντικ του Ubik) είναι ένα άνισο βιβλίο. Μπορεί να νιώσει κανείς τη βιασύνη του συγγραφέα στα έξι πρώτα κεφάλαια, πώς τα αντιμετώπισε σαν αγγαρεία προκειμένου να στήσει γρήγορα την πλοκή και τους χαρακτήρες. Γράφτηκε το 1967, μαζί με το Ηλεκτρικό Πρόβατο, και είναι φανερό ότι ο Ντικ έριξε το συγγραφικό βάρος στο δεύτερο μυθιστόρημα. Παρόλα αυτά όμως, η αποζημίωση από το κεφάλαιο επτά και μετά είναι τόσο αποζημιωτική, η ιδιοφυΐα του βιβλίου τόσο ιδιοφυής, ώστε έχει αναδειχθεί στο δημοφιλέστερο έργο του συγγραφέα. Οι Times πάντως το συμπεριέλαβαν στα 100 καλύτερα αγγλικά βιβλία από το 1923 και μετά.

Το Ubik λοιπόν αρχικά θέλησε να γίνει γνωστό ως μυθιστόρημα μέσω του Φίλιπ Ντικ. Μπορείτε να το διαβάσετε εδώ (κατόπιν διαβάστε κι ένα υπέροχο ουμπικό διηγηματάκι του Michael Swanwick, The Transmigration Of Philip K.). Αργότερα βέβαια θέλησε να γίνει γνωστό και ως video game, ως μουσικό κομμάτι του Αντώνη Λιβιεράτου από το άλμπουμ Το Τεράστιο Κίτρινο Πράγμα, τώρα τελευταία θέλει να γίνει γνωστό και ως ταινία. Μην ξεχνάτε επίσης ότι βγαίνει και σε λακ μαλλιών, μπύρα, αποσμητικό στόματος, πιστωτικό ίδρυμα, σουτιέν, πλαστική μεμβράνη για τρόφιμα κ.λπ., προτιμήστε όμως τη μορφή του σε σπρέι. Αν θέλετε να κάνετε ένα διάλειμμα από την πραγματικότητά σας, μπορείτε να πάτε εδώ για να πάρετε μια μικρή δόση Ubik και κατόπιν θα επιστρέψετε στις δραστηριότητές σας ανανεωμένοι. Κανένας φόβος! Είναι εντελώς ακίνδυνο αν ακολουθήσετε τις οδηγίες χρήσης. Ναι, αλλά τι είναι τελικά το Ubik;

Για να το απαντήσουμε αυτό, θα πρέπει να πάμε στην αρχική μορφή του, ως βιβλίο του Φίλιπ Ντικ, και να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τι είναι αυτό το περίφημο μυθιστόρημα και γιατί μας έκανε τόσο ισχυρή εντύπωση όταν το διαβάσαμε – στο φινάλε, τι έχει να μας πει, πού κολλάει στη δική μας ζωή; Λοιπόν... οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες. Πολύς κόσμος αφιέρωσε ώρες και ώρες μελετώντας το συγκεκριμένο βιβλίο. Ο Στάνισλαβ Λεμ έγραψε αυτήν την εισαγωγή το 1974, ο Peter Fitting (μαρξιστής κριτικός λογοτεχνίας, τον οποίο ο Ντικ είχε καταγγείλει στο FBI τις ημέρες της μεγάλης του παράνοιας) έγραψε αυτό το ενθουσιώδες δοκίμιο, Ubik: Η Αποδόμηση Της Αστικής Επιστημονικής Φαντασίας, o Darko Suvin (ιερό τέρας, θεωρείται ο εγγυρότερος κριτικός για το έργο του Ντικ) τονίζει εδώ τα αφηγηματικά σφάλματα του μυθιστορήματος και παράλληλα την ιδιοφυέστατη σύλληψή του, ενώ ο Michael Bishop σ’ ένα δυσεύρετο δοκίμιό του (In Pursuit Of Ubik) λέει ότι το να αναλύεις το Ubik είναι σαν να το καταστρέφεις. Όλες αυτές οι σκέψεις μπορεί να έχουν σημαντική ή ασήμαντη συμβολή, παραμένει όμως ένα κενό: η αξία του βιβλίου σε όλους εμάς που σε κάποια στιγμή της ζωής μας επιλέξαμε να τρελαθούμε.


Όταν η δημόσια συζήτηση κατασταλάζει σε ορισμένα συμπεράσματα, χρήσιμο είναι να προχωράει στα αμέσως επόμενα λογικά βήματα. Κι όσο πιο ενοχλητικά ακουστούν αυτά, τόσο περισσότερες είναι και οι πιθανότητες να λένε κάτι που πρέπει επιτέλους να ακουστεί. Εχουμε, για παράδειγμα, καταλήξει στο ότι ένας βασικός λόγος που στήθηκε λάθος η μεταπολιτευτική πραγματικότητα ήταν το πολιτικό κόστος; Εχουμε. Μήπως ήρθε λοιπόν η – πράγματι, επώδυνη – ώρα να παραδεχτούμε πως η βασική παθογένεια βρίσκεται στην ίδια την ενίσχυση της πραγματικότητας κι όχι σε κάποιες δήθεν διαστρεβλωμένες οδηγίες χρήσης της; Σας ακούγεται άραγε σαν απόκλιση ή σαν την ίδια τη φύση του Ubik;

Ας το γράψουμε πάνω σε όλα τα σπρέι Ubik που κυκλοφορούν: το Ubik βλάπτει σοβαρά την οικονομία. Ας το απαγορεύσουμε στους ανοιχτούς χώρους. Ακριβώς σαν τον ενεργητικό καπνιστή που δεν βλάπτει μόνο τη δική του υγεία, ο χρήστης Ubik βλάπτει την οικονομική υγεία των διπλανών του. Η πολιτική έριξε στην ξέρα το καράβι και ήρθε να αναλάβει το πηδάλιο η οικονομία. Το Ubik έχει νόημα, ως ενισχυτικό πραγματικότητας, όταν έχει νόημα κι η πολιτική. Οταν φτάνει η πολιτική στα όριά της, τότε αναπόφευκτα φτάνει και το Ubik στα δικά του.



«Ορισμένες φορές, η κατάλληλη αντίδραση στην πραγματικότητα είναι η τρέλα», λέει ο Φίλιπ Ντικ στο VALIS κι έχει απόλυτο δίκιο. Η παράνοια είναι μια πολύ λογική λύση όταν η ζωή σε πλακώνει σαν μεσοπρόθεσμο μνημόνιο, όταν ανακαλύπτεις ότι το spread μεταξύ των ονείρων σου και της πραγματικότητας ανοίγει περισσότερο κι από αυτό των ελληνικών ομολόγων. Άμα ξεπεραστεί λοιπόν ένα κρίσιμο σημείο κι η Standard & Poor’s αξιολογήσει τη ζωή σου με CCC, τότε δικαιολογούνται τα έκτακτα μέτρα. Δικαιολογείται η προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης της παράνοιας, γιατί συνήθως η εναλλακτική αυτού είναι η ψυχική χρεοκοπία. «Άσ’ τον τρελό στην τρέλα του», έλεγε ο Άκης Πάνου, «άστονε στ’ όνειρό του, τον κόσμο αυτόν σιχάθηκε κι έφτιαξε έναν δικό του».

Αν λοιπόν η πραγματικότητα γίνει ασύμβατη με την ανθρώπινη ευτυχία κι όταν επιθυμείς κάτι πάρα πολύ, το σύμπαν συνωμοτεί να σου ρίξει selective default, τότε είναι επείγον να σώσεις ένα όραμα ανθρωπιάς και αξιοπρέπειας. Ακόμα κι αν χρειαστεί να το φυγαδεύσεις στο εξωτερικό, σαν τις ελληνικές καταθέσεις, έξω από την επικράτεια της λογικής. Να μην υπογράψεις όμως κανένα ψυχικό συμβόλαιο ότι είσαι καταδικασμένος στον πόνο και τη δυστυχία. Είναι επείγον να μην παραδεχτείς την πραγματικότητα. Είναι τρολ, μην την ταΐσεις. Πρέπει να συνεχίσεις να βλέπεις μια άλλη πραγματικότητα φιλική προς τον χρήστη και την ανθρώπινη ευτυχία, δίκαιη, πληβεία κι απελευθερωτική• δηλαδή, μια ενισχυμένη πραγματικότητα, μια πραγματικότητα με Ubik.

Μα τι είναι τελικά το Ubik; Κανείς δεν ξέρει! Είναι δημιούργημα κι όμως είναι δημιουργός. Είναι φορητός αρνητικός ιονιστής με αυτόνομη μονάδα υψηλής τάσης και χαμηλής έντασης, όμως μας έπλασε όλους, έπλασε τ’ αστέρια, τους κόσμους, τα όντα και τους τόπους που ζουν. Ξεπηδάει μέσα από τηλεοπτικές διαφημίσεις, ενισχύει την πραγματικότητα και είναι εντελώς ακίνδυνο αν ακολουθήσεις τις οδηγίες χρήσης. Τέλειωσαν πλέον τα οράματα στον δρόμο προς τη Δαμασκό: στη σημερινή εποχή, ο Θεός εκδηλώνεται στον κόσμο μας μέσα από διαφημίσεις προϊόντων, αυτές είναι που κομίζουν εικόνες ευτυχίας και παραδείσου, σ’ αυτές κατατέθηκαν τα όνειρα του σύγχρονου ανθρώπου. Η επιγραφή στους τοίχους λέει: «Lifestyle σε χάπια έχετε; Γιατί γεννήθηκα κακόμοιρος και μίζερος». Ίσως όχι σε χάπια, έχουμε όμως σε σπρέι.



Αλλά και ο ίδιος ο Θεός του Φίλιπ Ντικ είναι δημοκρατικός και πληβείος. Γράφει σε τοίχους τουαλέτας και χρησιμοποιεί τα σκουπίδια στην άκρη του δρόμου, πεταμένες εφημερίδες κι άδεια κουτιά μπύρας, για να μεταδόσει το μήνυμά του. Συνεργάζεται με τους μικρούς ανθρώπους και δουλεύει μαζί τους στον αγώνα να μεταμορφώσει τον κόσμο, να του ανοίξει ρωγμές από τις οποίες να εισβάλει η Βασιλεία του Θεού στον ιστορικό χρόνο. Εδώ και τώρα. Γιατί ο Ντικ ποτέ δεν τοποθέτησε τη λύτρωση στο Επέκεινα και στον άλλο κόσμο. «Όχι, ο αγώνας πρέπει να δοθεί από τη δικιά μας πλευρά», όπως λέει η Έλα Ράνσιτερ στο Ubik, « γιατί ο άλλος κόσμος δεν είναι αρκετός ... εδώ είναι η δυστυχία, εδώ είναι η αδικία κι η καταπίεση», όπως συμπληρώνει ο υδραυλικός Λίον στο Radio Free Albemuth.

Κι αυτό είναι το βασικό μήνυμα του μυθιστορήματος – κατά τη δική μου ανάγνωση, τουλάχιστον. Ξαναγυρνάμε στο αρχικό δίλημμα όλα ή τίποτα κι απαντάμε: η Βασιλεία του Θεού πρέπει να πραγματωθεί και στον ιστορικό χρόνο. Ό,τι βοηθάει τον μικρό άνθρωπο στον αγώνα του για ομορφιά κι αξιοπρέπεια, δεν μπορεί παρά να είναι αληθινό, κι ας βγαίνει μέσα από τα μυθεύματα της θρησκείας – ή των τηλεοπτικών διαφημίσεων. Κατ’ αυτήν την έννοια, υπάρχει αντιδραστικός και προοδευτικός Χριστιανισμός / Βουδισμός / Μαρξισμός. Είναι το ίδιο πράγμα στο μυαλό μου και το όλο θέμα έγκειται αν θα βάλεις τη λύτρωση μετά την Ημέρα της Κρίσης / τη Νιρβάνα / την επανάσταση ή αν «ο άλλος κόσμος (Νιρβάνα / αταξική κοινωνία) δεν είναι αρκετός». Μυθεύματα και διανοητική αναπηρία; Μαζί σου, κανένα πρόβλημα! Μπορείς να είσαι και άθεος και χριστιανός ταυτόχρονα, ιδού το περιβόλι του τρελού, κάτι που δύσκολα θα καταλάβουν οι νορμάλ άνθρωποι (= όλοι αυτοί που είναι εξίσου τρελοί όμως δεν το ξέρουν). Εξάλλου, μεταξύ μας... αν ο νορμάλ άνθρωπος είναι αυτός που ψηφίζει ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, βλέπει τις ειδήσεις του MEGA κι ονειρεύεται ένα σπίτι στη Βουλιαγμένη με κήπο για να κουρεύει το γκαζόν, μετά φταίω εγώ που τρελάθηκα;

Και μετά λέτε εμένα τρελό;


Πιστεύω εις έναν Γκλεν Ράνσιτερ, φίλο, αφεντικό, επικοινωνούντα μέθ’ ημών διά συσκευών του Μορατορίου Αγαπημένοι Αδερφοί της Ελβετίας, εχθρό του κακόβουλου Δημιουργού, του ποιητού ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων.

Και εις μίαν Έλα Ράνσιτερ, μόνην σύζυγον του Γκλεν, νυμφευθήσασα τον Γκλεν, αφεντικόν αληθινόν εκ αφεντικού αληθινού, σύζυγον ουχί υπάλληλον, διευθύνουσαν την εταιρείαν μετά του Γκλεν, θανούσαν εις την ηλικίαν τον 20 ετών. Την δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν παραμένουσαν εις ψυχρήν συντήρησην και παρέχουσαν εφ’ όρου ημιζωής το Ούμπικ ίνα την οπισθοδρόμησην αντιπαλέψωμεν, πληγείσαν υπό του κακόβουλου Δημιουργού, και παθούσαν, ην το Ούμπικ εφηύρε και συντόμως από της ημιζωής αναχωρήσει εις νέαν μήτραν όπως αναγεννηθή.

Και εις το Ούμπικ το άγιον, το κύριον, το ζωοποιόν, τον φέρον αρνητικόν ιονιστήν μετά ενσωματωμένης μονάδος υψηλής τάσεως και χαμηλής εντάσεως, δυναμοδοτούμενον εκ μπαταρίας ηλίου των 25 kV, ον τους ήλιους και τους κόσμους έπλασε, τις ζωές και τα ενδιαιτήματα αυτών, ο ο λόγος εστί και το όνομα αυτού απρόφερτον, Ούμπικ καλείται πλην Ούμπικ το όνομα αυτού ουκ εστί,

κίνδυνον μη επιφέρον εάν ληφθή κατά τις οδηγίες χρήσεως.

Αμήν

Mystery Cart

Πάντα μου άρεσε η έκφραση: μυστήριο κάρο. Σε άλλες εποχές πρέπει να φοριόταν πολύ, σήμερα όμως είναι ουσιαστικά μουσιακή, βρίσκω όλο κι όλο 4 αποτελέσματα στο Google. Αρκετές φορές έχω διστάσει να την πω, αμφιβάλλοντας αν θα την ξέρει ο συνομιλητής μου, ενώ διασκεδάζω με τη σκέψη ενός ξένου, π.χ. Αμερικάνου, που θα προσπαθεί να κατανοήσει το «mystery cart». Η φράση εκφέρεται αργόσυρτα, με θαυμαστικό, αποσιωπητικά, επικεντρωμένη στο –στή– του μυστηρίου, με άλμα που ξεκινά από ένα αρχικό «Ρε» και με διάφορα συνοδευτικά μπαχαρικά, κάπως έτσι: «Ρε, μυστήριο κάρο που είσαι!... (αδερφάκι μου, μάνα μου, δικέ μου κ.λπ.)». Ξεκίνησε προφανώς από τους παλιούς καραγωγείς, όταν πάσχιζαν να καταλάβουν ποιο πρόβλημα έχει το όχημά τους και αρνείται να συμμορφωθεί προς τας υποδείξεις, κάποτε όμως έβγαλε διαβατήριο και πέρασε στην επικράτεια της καθημερινής συνομιλίας, φορτωμένη με το στάτους της μεταφοράς. Πολύ κομψό αυτό, να γεννά μεταφορές ένα μεταφορικό μέσο.

(Μικρή παρένθεση: τα παλιά κάρα είχαν ολόκληρη τεχνολογία επάνω τους, μην τα σνομπάρετε. Χρειάζονταν σούστες κι αμορτισέρ για να απορροφούν τους κραδασμούς, φρένο ικανό να σταματά τον αλογίσιο κινητήρα τους, ακόμα και κάποιο στοιχειώδες διαφορικό για να στρίβουν).

Ένα τέτοιο μυστήριο κάρο λοιπόν είναι και η ευτυχία. Δεν ακολουθεί εύκολα κανόνες. Συνήθως είναι πτητική, εξατμίζεται μετά από λίγο κι αφήνει ξωπίσω της μια τρύπα, παρόμοια μ’ αυτή του Κούβελα στη Θεσσαλονίκη (η Μπίλι Χόλιντει θα έλεγε ότι η ευτυχία είναι ένα φευγαλέο αγρίμι, προτιμώ όμως να τη σκέφτομαι με όρους κάρου, είναι πιο ακίνδυνο από τα αγρίμια). Μπορεί να την πετύχεις εκεί που δεν το φαντάζεσαι, εκεί που δεν προβλέπεται από κανένα συμβόλαιο. Άλλες φορές πάλι, μπορεί να έχεις κάνει όλα όσα οφείλεις, κι όμως στο φινάλε να ανακαλύψεις την απουσία της. Σ’ αυτήν την περίπτωση, παίρνεις το Βιβλίο Οδηγιών της ζωής, το ανοίγεις στο κεφάλαιο Troubleshooting κι αρχίζεις να εφαρμόζεις ένα-ένα τα επισκευαστικά βήματα του αλγορίθμου: «Ελέγξτε το εξάρτημα Χρήματα και σε περίπτωση βλάβης, γίνετε μεγαλοπρομηθευτής του ελληνικού Δημοσίου. Αν λειτουργεί σωστά, τότε ελέγξτε το εξάρτημα Έρωτας και σε περίπτωση βλάβης, κοιταχτήτε στον καθρέφτη ή κάντε την αυτοκριτική σας. Αν κι αυτό λειτουργεί σωστά, τότε προχωρήστε στο εξάρτημα Κοινωνικές Επαφές κ.λπ.». Δοκιμάζεις να κάνεις μόνος σου, όσο μπορείς δηλαδή, την επισκευή, το κάρο όμως συνεχίζει να παραμένει Ελευσίνιο Μυστήριο. Επιχειρείς να επικοινωνήσεις με τον Κατασκευαστή, παίρνεις όμως μόνιμα την απάντηση: «Είστε σε γραμμή προτεραιότητας. Παρακαλούμε, μην κλείσετε αν δεν ακούσετε σήμα κατειλημμένου». Μένεις με μια γεύση τρικυμίας στα χείλη και με μια αίσθηση προδοσίας στην καρδιά, νιώθεις σαν κάποιος να σε εξαπάτησε, σαν να υπέγραψες κάποτε ένα συμβόλαιο και να σε ρίξαν, ενώ εσύ από τη μεριά σου έκανες τα δέοντα. Πού είναι η ευτυχία που σου υποσχέθηκαν; (ποιος; πότε;). Γιατί το μαραφέτι δε λειτουργεί σωστά; Μήπως ήρθε κάποιος κι έκανε δολιοφθορές; Μήπως αυτός ο κάποιος ήταν... η βουλευτής Γκάμπριελ Γκίφορντς;

Το πρόσφατο μακελειό στην Αριζόνα με αγγίζει προσωπικά για δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι κάποτε έζησα εκεί, στη συγκεκριμένη πόλη, και μάλιστα σχετικά κοντά στο σημείο που ο Τζάρεντ Λι Λάφνερ άνοιξε πυρ, σκότωσε έξι ανθρώπους και τραυμάτισε άλλους δεκατρείς. Κοιτούσα τις δορυφορικές φωτογραφίες στο Bing και προσπαθούσα να καταλάβω αν ποτέ πήγα στο συγκεκριμένο Safeway που έγινε το κακό.

Ο άλλος λόγος είναι ότι ο αγαπημένος συγγραφέας του δράστη ήταν ο Φίλιπ Ντικ.

Δε μου αρέσει αυτό. Θα ήθελα η πραγματικότητα να ήταν διαφορετική. Θα ήθελα να διάβαζα, για παράδειγμα, ότι τον είχε πορώσει η ρητορική της Σάρα Πέιλιν, οπότε ο τύπος αποφάσισε να καθαρίσει τις ΗΠΑ από τα μιάσματα. Θα ήταν πολύ πιο κινηματογραφικά σωστό, κι αν ήμουν σκηνοθέτης, τέτοιο κίνητρο θα έβαζα πίσω από μία απόπειρα πολιτικής δολοφονίας. Η ζωή όμως δεν είναι κινηματογράφος κι αυτό που διάβασα τελικά, θα είχε απορριφθεί από κάθε σοβαρό παραγωγό του Χόλιγουντ: μια οικογένεια με ιστορικό μανιοκατάθλιψης, ένας ήσυχος και αρκετά φυσιολογικός έφηβος, θα μπορούσε ίσως να είχε γίνει σαξοφωνίστας, έκανε ένα πέρασμα από τα ναρκωτικά, άρχισε να δραπετεύει από την πραγματικότητα, ζούσε στα όνειρά του, ζούσε στο ίντερνετ, στο θολωμένο του μυαλό έμπλεκε θεωρίες συνομωσίας συν υπαρξιακά ερωτήματα συν μαθηματικά συν κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο και κάπου στην πορεία αποφάσισε ότι έχει παγιδευτεί μέσα στον κόσμο του Πάλμερ Έλντριτς. Αυτός κι αν ήταν mystery cart...

Παρόλο που ένας άνθρωπος δε χαρακτηρίζεται από τις λογοτεχνικές και καλιτεχνικές του προτιμήσεις (οι αξιωματικοί των Ναζί που άκουγαν Μπαχ κ.λπ.), ούτε το αντίστροφο φυσικά, καταλαβαίνω ότι πέφτει μια σκιά πάνω στον συγγραφέα και, κατά δεύτερο λόγο, στους φαν του, όταν διαβάζω στη Washington Post: «Loughner's favorite writer was Philip K. Dick, whose science-fiction tales travel a mystical path in which omnipotent governments and businesses are the bad guys and the average man is often lost in an identity-shattering swirl of paranoia, schizophrenia and questions about whether the universe and the individual are real or part of some vast conspiracy». Αισθάνομαι λοιπόν την ανάγκη να ξανατονίσω δυο πράγματα για τον ίδιο τον Ντικ και για όλους εμάς, τα μυστήρια κάρα που επιμένουμε να επιστρέφουμε ξανά και ξανά στα βιβλία του:

Πολλά μπορείς να καταλογίσεις στον συγγραφέα και άνθρωπο Φίλιπ Ντικ. Πάρα πολλά. Διάφορα βιβλία του δεν είναι καλογραμμένα, ο ίδιος πέρασε από την παράνοια, από τα ναρκωτικά, υπήρξε βίαιος απέναντι στην τρίτη του σύζυγο (κι αυτή όμως υπήρξε βίαιη απέναντί του), έπαιξε με άφθονες θεωρίες συνομωσίας και μεταφυσικές ιδέες, σε κάποιες στιγμές κόντεψε να τις πιστέψει κιόλας, για λίγο έγινε καρφί του FBI (ακόμα χειρότερο: νόμιζε πως έγινε καρφί του FBI), διέλυσε τη ζωή του... ήταν μυστήριο κάρο. Όμως ποτέ δεν έπαψε να αγανακτεί με τον πόνο των μικρών ανθρώπων, ακόμα και στις στιγμές της πιο μεγάλης του παράνοιας ή δυστυχίας. Επαναστάτησε κατά της πραγματικότητας όμως, με τα δικά του λόγια: «ποτέ δεν την αποδέχτηκα, η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται στις αξίες μου». Και η μεγαλύτερή του αξία υπήρξε πάντα η ενσυναίσθηση, το να μπορείς να βάζεις τον εαυτό σου στη θέση του άλλου. Ήταν τόσο κεντρική αυτή η στάση για την ίδια τη ζωή του, ώστε την έκανε ορισμό του ανθρώπου, θεμελιώδη ιδιότητα που διαχωρίζει τον αληθινό άνθρωπο από το ανθρωπόμορφο ον. Υπήρχε όμως και κάτι ακόμα.

Ο Ντικ είχε χιούμορ. Και μάλιστα με την πιο επαναστατική σημασία της λέξης: μπορούσε να γελά με τον εαυτό του, να μην τον παίρνει και πολύ στα σοβαρά. Στο έντονα αυτοβιογραφικό VALIS περιγράφει κάποιες από τις μεταφυσικές εμπειρίες που έζησε, όταν ήρθε σε επαφή με τον Θεό ή με κάτι που είχε τις ιδιότητες του Θεού ή με το εαυτό του από το μέλλον ή με τη νεκρή αδερφή του ή με μια εξωγήινη φυλή εξελιγμένων όντων ή με έναν εξωγήινο δορυφόρο σε τροχιά ή έγινε στόχος τηλεπαθητικών πειραμάτων από τους Σοβιετικούς – ή, πολύ απλά, ήταν θεότρελος. Γι’ αυτό όμως δεν έγινε προφήτης, δεν ξεκίνησε κάποια λατρεία γύρω από το πρόσωπό του. Όλοι οι προφήτες, αρχαίοι ή σύγχρονοι, πλούσιοι ή φτωχοί, παίρναν πολύ στα σοβαρά τον εαυτό τους και την αποστολή που τους ανατέθηκε. Ο Ντικ όμως διατήρησε την ικανότητα να κοροϊδεύει τον εαυτό του, να αμφιβάλλει ακόμα και για τα ιερά & όσιά του. Και πάλεψε πολύ για να το καταφέρει. Κράτησε τη ζωή του – ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα πεύκα.

Ευτυχώς που ο Λάφνερ τουλάχιστον διάβαζε Φίλιπ Ντικ. Αν δεν έκανε κι αυτό, σήμερα θα είχε δολοφονήσει τη μισή Αριζόνα.

Ξυπνώ Και Βλέπω Σίδερα...

... στη γη στερεωμένα και μ’ αλυσίδες σταυρωτές τα πόδια μου δεμένα. Περισσότερα για τα σίδερα θα πούμε παρακάτω, προς το παρόν ας πάμε στο 1968. Τη χρονιά εκείνη η Ελλάδα ήταν στο γύψο, οι Αμερικάνοι προσπαθούσαν να απεγκλωβιστούν από το Βιετνάμ, τα Σοβιετικά τανκς κυκλοφορούσαν στους δρόμους της Πράγας, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ έπεφτε νεκρός, οι Beatles είχαν ουσιαστικά διαλυθεί αλλά προσπαθούσαν να το κρατήσουν μυστικό, στους δρόμους του Παρισιού οι φοιτητές ζητούσαν τη φαντασία στην εξουσία, ενώ οι αστροναύτες του Apollo 8 φωτογράφιζαν για πρώτη φορά την πίσω μεριά της Σελήνης. Σε μια τέτοια επεισοδιακή χρονιά, δε θα μπορούσε παρά να κυκλοφορήσει και ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ.


Το Ηλεκτρικό Πρόβατο (μπορείτε να το βρείτε όλο εδώ) είναι ένα από αυτά τα βιβλία που τα διαβάζεις και τα ξαναδιαβάζεις και τα ξαναδιαβάζεις, προσπαθώντας να καταλάβεις γιατί σου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση και τι ακριβώς θέλει να πει. Αν δεν είχε γραφτεί, δε θα υπήρχε αυτό το τραγούδι (σε στίχους Κώστα Τριπολίτη) ούτε αυτό το κόμικς ούτε το Nexus-1 της Google, ούτε θα ανέβαινε αυτή η θεατρική παράσταση στη Νέα Υόρκη. Φυσικά, δε θα υπήρχε ούτε το θρυλικό Blade Runner, αφού το Ηλεκτρικό Πρόβατο ευτύχησε και ατύχησε ταυτόχρονα να γυριστεί ταινία.


Γιατί ευτύχησε; Διότι το Blade Runner ήταν μια αισθητικά άρτια ταινία με ανυπέρβλητη ατμόσφαιρα, έξω από τις συνηθισμένες Sci-Fi περιπέτειες, καλογυρισμένη και προσεγμένη ως την παραμικρή της λεπτομέρεια - θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταινία ήταν η σύγχρονη εκδοχή των Άθλιων του Β. Ουγκώ. Γιατί ατύχησε; Διότι το Blade Runner δεν είχε ούτε το μισό πλούτο του μυθιστορήματος. Όχι μόνο αυτό, αλλά το στρέβλωνε και το άλλαζε, κάτι για το οποίο παραπονιόταν κι ο συγγραφέας του βιβλίου, κάποιος Φίλιπ Ντικ.


Στο ίντερνετ κυκλοφορεί μια αναφορά του ίδιου του Ντικ για την έμπνευση του βιβλίου. Δεν έχω βρει από ποια συνέντευξή του προέρχεται, όμως πιστεύω πως είναι αληθινή. Όταν λοιπόν ο Ντικ έγραφε τον Άνθρωπο στο Ψηλό Κάστρο, είχε μελετήσει υλικό σχετικό με τη Ναζιστική Γερμανία. Κάπου βρήκε μια επιστολή ενός στρατιώτη των SS στην Πολωνία προς τους δικούς του. «Τις νύχτες δυσκολευόμαστε να κοιμηθούμε από τις κραυγές των παιδιών που πεινάνε», έγραφε ανάμεσα στ’ άλλα κι ο Ντικ συγκλονίστηκε μόλις το διάβασε. Οι κραυγές των πεινασμένων παιδιών, για εκείνον τον στρατιώτη, ήταν απλώς ένα παντζούρι που χτυπούσε μέσα στη νύχτα. Μια ενόχληση στον ύπνο του. Aυτός ο στρατιώτης δεν ήταν πλέον άνθρωπος. Είχε χάσει την Ανθρώπινη Αρχή που, κατά τον Ντικ, είναι να ταυτίζεσαι με τον άλλον, να βάζεις τον εαυτό σου στη θέση του άλλου. Είχε γίνει μια μηχανή ανακλαστικών, κάτι που εξωτερικά έμοιαζε με άνθρωπο όμως εσωτερικά ήταν ψυχρό, νεκρό, ένας ψεύτικος άνθρωπος, ένα ανδροειδές.


Η προηγούμενη πρόταση, φυσικά, είναι μεταφορική. Όταν όμως είσαι συγγραφέας Επιστημονικής Φαντασίας, μπορείς να δημιουργείς κόσμους στους οποίους οι μεταφορές γίνονται κυριολεξίες.



Ο άντρας περπάτησε προς την πόρτα με εκπληκτική ταχύτητα για έναν τόσο βαρύ άνθρωπο. Την άνοιξε διάπλατα κι εξαφανίστηκε αφήνοντάς την πίσω του να κλείσει μ΄ έναν δυνατό θόρυβο. Εκείνη τη στιγμή ο Ίσιντορ είχε ένα παράξενο όραμα. Είδε ένα μεταλλικό πλαίσιο, μια πλατφόρμα με γρανάζια, κυκλώματα, μπαταρίες και τροχαλίες - και μετά επέστρεψε πάλι η ατημέλητη μορφή του Ρόι Μπάτι



Μετά λοιπόν από την αρχική έμπνευση, τι πιο εύκολο από το να περιγράψεις έναν μικτό κόσμο με ιδιοτελείς, ψυχρούς και ανάλγητους ανθρώπους-μηχανές σε αντιδιαστολή με συμπονετικούς, ζεστούς και φιλικούς ανθρώπους-ανθρώπους. Οποιοσδήποτε άλλος συγγραφέας, εκτός του Φίλιπ Ντικ, αυτό θα έκανε. Όμως τι διαβάζουμε στις σελίδες του μυθιστορήματος; Καλοί εναντίον κακών, άνθρωποι εναντίον ανδροειδών; Όχι, αυτό που περιέγραψα πιο πάνω ίσως είναι η Λίστα του Σίντλερ, ίσως είναι η διαφήμιση του Johnny Walker με το ανδροειδές, δεν είναι όμως το Ηλεκτρικό Πρόβατο.


Το σοκ για τον αναγνώστη έρχεται σταδιακά, όταν συνειδητοποιεί ότι κι ο άνθρωπος στο βιβλίο δεν παρουσιάζεται καλύτερος από το ανδροειδές. Σύμφωνοι, αυτό το τελευταίο είναι φύση ιδιοτελής, που του λείπει η Ανθρώπινη Αρχή και μπορεί ακόμα και να σκοτώσει από απλή περιέργεια. Οι άνθρωποι όμως είναι κι αυτοί περιχαρακωμένοι, επιφανειακοί, ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους με τη Συσκευή Διαθέσεων Penfield, η θρησκεία του Μπάστερ Φρέντλι, με τον άκρατο καταναλωτισμό και την τρομοκρατία της χαράς που προάγει, έχει καθολική αποδοχή, ενώ η ταύτιση με τον άλλον καταντά ένα ακαδημαϊκό γνώρισμα, μια μέτρηση που ανιχνεύεται από περίπλοκα ηλεκτρονικά τεστ. Κι όλα αυτά μέσα σ’ έναν κόσμο που κυριαρχεί το κιπλ:



«Το κιπλ είναι άχρηστα αντικείμενα, όπως διαφημιστικές επιστολές ή άδεια σπιρτόκουτα ή περιτυλίγματα τσίχλας ή χθεσινές ολογραμμικές εφημερίδες. Όταν δεν υπάρχει κανείς τριγύρω, το κιπλ αναπαράγεται. Για παράδειγμα, αν πας για ύπνο και αφήσεις κιπλ στο διαμέρισμά σου, τότε το πρωί που θα ξυπνήσεις θα βρεις το διπλάσιο».
«Μάλιστα». Το κορίτσι τον κοίταξε με αβεβαιότητα, μην ξέροντας αν τα εννοούσε στα σοβαρά αυτά που έλεγε.
«Ο Πρώτος Νόμος του Κιπλ» είπε ο Ίσιντορ, «είναι ότι το κιπλ διώχνει το μη-κιπλ”.



Και το ερώτημα παραμένει: τελικά τι είναι το Ηλεκτρικό Πρόβατο; Δεν είναι καλοί εναντίον κακών, δεν είναι η σύγχρονη εκδοχή των Άθλιων, τι διαβάζουμε στο μυθιστόρημα;


Αυτό που διαβάζουμε είναι ο αγώνας δύο ανθρώπων, του Ρικ Ντέκαρτ και του Τζον Ίσιντορ, να επιβιώσουν ψυχικά σ’ έναν κόσμο γεμάτο εντροπία, τόσο εξωτερική όσο κυρίως εσωτερική. Ο Ντικ είχε έναν δικό του συμβολισμό για την ψυχική εντροπία: σε όλα τα έργα του, το σίδερο εκφράζει αυτήν την απονέκρωση που κάνει κάποιον να περιχαρακώνεται στον εαυτό του, να ζει επιφανειακά και να μεταχειρίζεται τους άλλους ως αντικείμενα. Μέσα σ’ αυτόν τον σιδερένιο κόσμο λοιπόν, οι ήρωες ανακαλύπτουν κάποιες οάσεις ομορφιάς. Την υπέροχη φωνή της Λιούμπα Λουφτ, τη γοητεία της Ρέιτσελ Ρόζεν, τη θρησκεία του Μερσερισμού. Ο σιδερένιος κόσμος όμως υπερισχύει, τσακίζει κάθε λουλούδι που πάει ν’ ανθίσει: η Λιούμπα σκοτώνεται, η Ρέιτσελ αποδεικνύεται ένας έμπορος σεξουαλικότητας, και η χαριστική βολή έρχεται στο κρεσέντο των τελευταίων σελίδων (ένα από τα πιο συγκλονιστικά κομμάτια που έγραψε ποτέ ο Ντικ), όταν ο Μπάστερ Φρέντλι ξεσκεπάζει τον Μερσερισμό αποκαλύπτοντας ότι ο ίδιος ο Μέρσερ είναι ένας δευτεροκλασάτος ηθοποιός του Χόλιγουντ, κι ότι η εμπειρία της συγχώνευσης μαζί του, που βιώνουν οι πιστοί, είναι κατασκευασμένη σε στούντιο. Η εντροπία νίκησε, ο κόσμος έγινε μια Μαύρη Σιδερένια Φυλακή...


Όμως ο Μέρσερ είναι αυτός που κερδίζει στο φινάλε! Είναι ψεύτικος κι όμως είναι αληθινός. Βρίσκεται πάντα εκεί για να βοηθήσει ή να παρηγορήσει τους συμπονετικούς ανθρώπους, σε πείσμα της ίδιας της πραγματικότητας. Διότι για τον Ντικ, τα βάσανα κι ο πόνος των ανθρώπων δεν μπορεί ΠΟΤΕ να είναι ψεύτικα. Η συμπόνοια και η ταύτιση με τον άλλον είναι ΠΑΝΤΑ αληθινή, τελεία και παύλα. Κι όταν η σιδερένια πραγματικότητα έρχεται να τσακίσει το συμπονετικό άτομο, να καταστήσει ανώφελη την ανθρωπιά του, τότε ο Ντικ λύνει την εξίσωση με τον ολότελα προσωπικό του τρόπο: αμφισβητώντας την πραγματικότητα. «Λένε τώρα ότι ο Μέρσερ είναι απάτη», παρατηρεί στην κορύφωση του μυθιστορήματος η μις Μάρστιν, «Ο Μέρσερ δεν είναι απάτη», απαντά ο Ντέκαρτ, «εκτός κι αν η πραγματικότητα είναι απάτη».



Τελικά, όμως τι έχει να πει το Ηλεκτρικό Πρόβατο σε μας, που δε ζούμε στο μετακαταστροφικό Σαν Φρανσίσκο ούτε ο αέρας που αναπνέουμε είναι μολυσμένος με ραδιενεργά σωματίδια;


Λοιπόν, τα ανδροειδή υπάρχουν και στον κόσμο μας. Πριν δυο χρόνια είχε δημοσιευτεί μια εντυπωσιακή είδηση στον δικό μας Τύπο: εργοδότες κονσερβοποιίας στη Νάουσα έκρυψαν τις ανασφάλιστες εργάτριες στα ψυγεία του εργοστασίου, για να μην τις βρει η Επιθεώρηση Εργασίας («Βγάλτε αμέσως τις εργάτριες από τα ψυγεία, γιατί θα πεθάνουν από το κρύο»). Η είδηση αφορά ανδροειδή. Διότι ορισμένα όρια στη μεταχείριση των ανθρώπων δεν πρέπει ποτέ να ξεπερνιώνται. Αν φτάσεις όμως στο σημείο να βάλεις τις εργάτριες στο ψυγείο, τότε τις έχεις κάνει αντικείμενα. Δεν έχεις απέναντί σου τη Μαρία, την Κατερίνα, την Ελένη, η καθεμιά με τη δική της ιστορία και τον δικό της αγώνα, έχεις αξίες χρήσης. Σκονάκια που πρέπει να κρυφτούν για να μην τα δει ο καθηγητής. Είσαι ανδροειδές, προϊόν κατασκευής της εταιρείας Ρόζεν.


Δε χρειάζεται όμως να πάμε μόνο σε τόσο δραματικά περιστατικά. Το ψυχικό σίδερο, η νέκρωση της συμπόνοιας και της ταύτισης με τον άλλον, κυριαρχεί και στις μύριες λεπτομέρειες της καθημερινότητάς μας. Εμείς άραγε είμαστε άνθρωποι; Ας μη βιαστούμε να απαντήσουμε, γιατί όπως διδάσκει και το Ηλεκτρικό Πρόβατο, μπορεί να είμαστε Nexus-6 που πήραμε τη θέση κάποιου και το αγνοούμε επειδή μας εμφυτεύτηκε συνθετική μνήμη. Συναναστρεφόμαστε όμως άνθρώπους και ενίοτε τους μεταχειριζόμαστε ως μέσα, όχι ως σκοπούς. Τους βλέπουμε ως πορτοφόλια, Ε9, υπηκόους, σκουπιδοτενεκέδες του συναισθηματικού μας κιπλ – όποιος δεν τα ‘χει κάνει ποτέ, ας σταματήσει τώρα το διάβασμα. Είτε είναι άγιος είτε ψεύτης είτε έχει διατελέσει πρωθυπουργός της Ελλάδας (ανεπιθύμητοι και οι τρεις σ’ αυτό το μπλογκ). Κάποιες άλλες φορές, οι όροι αντιστρέφονται και γινόμαστε εμείς αντικείμενα στις επιδιώξεις των άλλων. Τότε ο κόσμος μπορεί να γίνει μεταλλικός, ψυχρός, γεμάτος εντροπία και κιπλ. Ξυπνάμε και βλέπουμε σίδερα στη γη στερεωμένα...


Το Ηλεκτρικό Πρόβατο λοιπόν έχει ένα μήνυμα για σένα: μην απαρνηθείς ποτέ αυτό που σε πραγματώνει εσωτερικά. Ακόμα κι αν η πραγματικότητα σού παρουσιάζεται εχθρική και σιδερένια, τότε τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Αμφισβήτησε αυτήν, όχι την ανθρωπιά σου, τιμή σε όσους βαστάνε εσωτερικές Θερμοπύλες. Ναι, αλλά τι σημαίνει τελικά αυτή η αμφισβήτηση της πραγματικότητας, με ποια έννοια θα πρέπει να εκληφθεί; Αυτό εξαρτάται από τον καθένα μας προσωπικά. Μπορείς να επιλέξεις τη ριζοσπαστική λύση: ατόφια παράνοια 24 καρατίων. Να αμφισβητήσεις τα ίδια τα δεδομένα των αισθήσεών σου. Πρόκειται για μια πάρα πολύ καλή λύση, την έχει δοκιμάσει κι ο Ντικ κι ο Ρουσσώ πριν από αυτόν, κι άλλοι... Είκοσι εννιά κατασκευαστές πραγματικότητας συνιστούν παράνοια (κάτι ξέρουν). Έχε υπ’ όψη ότι σε περιμένει άφθονος πόνος και, κατά πάσα πιθανότητα, ένας πρώιμος θάνατος, όμως μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν και χειρότερα από τον θάνατο. Αν πάλι δε θες να καταφύγεις σε αριστερίστικες λύσεις και γυρεύεις κάτι στο πιο ρεφορμιστικό, τότε έχω και για σένα μία πρόταση:


Για τον Κίρκεγκορ, η πραγματικότητα είναι η εύκολη λύση (την ονόμαζε συνήθως «αντικειμενικότητα», αλλά το ίδιο νόημα έχει). Είναι μια πρόφαση την οποία επικαλούμαστε όταν προσπαθούμε να αποφύγουμε τον εαυτό μας. Αν ο αποβλακωτικός κωδικός 888 στη Συσκευή Διαθέσεων Penfield είναι η «επιθυμία να παρακολουθήσεις τηλεόραση άσχετα από την εκπομπή που παίζει», τότε αντίστοιχα ο κωδικός 889 θα είναι η «τάση να επικαλείσαι εξωτερικές αναγκαιότητες προκειμένου να καμωθείς ότι δεν έχεις επιλογή». Έχει όνομα αυτή η τάση, λέγεται: πραγματικότητα. Και δεν είναι παρά μια υπεκφυγή, μια απόταξη ευθυνών.


Αλήθεια, δες τι ενδιαφέρον που γίνεται αν στη συλλογιστική του Κίρκεγκορ αντικαταστήσουμε την «πραγματικότητα» με την «τηλεόραση»....


Η επιλογή και η ευθύνη της είναι πάντα δική μας. Όταν παρακολουθούμε τηλεόραση (ή συμμορφωνόμαστε με αυτό που προστάζει η κυβέρνηση, οι αισθήσεις μας κ.λπ.), έχουμε προηγουμένως κάνει μια επιλογή. Και κάθε φορά που σκύβουμε το κεφάλι στη δικτατορία της πραγματικότητας/τηλεόρασης, είναι επειδή τρομάζουμε από το βάρος της ευθύνης, προτιμάμε την ασφάλεια από την ελευθερία. Μετά μπορούμε να εξοργιζόμαστε με όλους αυτούς τους πανάθλιους τύπους που βγαίνουν στο γυαλί, να πανικοβαλόμαστε με τα (απαράδεκτα) δελτία ειδήσεων, όμως προηγουμένως έχουμε επιλέξει να παραχωρίσουμε όλη την εξουσία σε έναν τύραννο. Ακόμα χειρότερα, έχουμε επιλέξει να ταΐσουμε ένα τρολ, να παίξουμε το παιχνίδι του. Έχει όνομα αυτό το τρολ, λέγεται: πραγματικότητα. Έχει και επώνυμο, λέγεται: τηλεόραση.


Λαέ, πολέμα, σου πίνουνε το αίμα! Πάνε να μας πείσουν, παραδείγματος χάριν, ότι η πραγματικότητα περιλαμβάνει έναν Χρήστο Παπουτσή. Μα είναι δυνατόν ο Χρήστος Παπουτσής να υπάρχει πραγματικά; Τέτοιο αποκύημα φαντασίας, τέτοια πασοκική εντροπία, τέτοια ανθρώπινη αποδόμηση, δεν μπορεί παρά να προέκυψε στους εφιάλτες ενός άρρωστου οπιομανούς. Τελεία και παύλα, ο Χρήστος Παπουτσής δεν υπάρχει. Ούτε ο ... υπάρχει (συμπληρώνεις κατά βούληση). Είναι ένα όνειρο που είδες χθες βράδυ. Ούτε το παρελθόν σου υπάρχει. Όλα είναι εμφυτευμένες αναμνήσεις. Κοίτα γύρω σου τους τοίχους, το δωμάτιο, την επίπλωση, το ταβάνι: είναι ερζάτς, σκηνικά φτιαγμένα από νοβοπάν. Μας θέλουν πρόβατα, μας σερβίρουν κουτόχορτο, αυτό το παραμύθι της πραγματικότητας που μας πλασάρουν, είναι φτηνό και εξαιρετικά κακόγουστο. Η πραγματικότητα είναι μια εκπομπή τηλεοπτικού σταθμού χειρότερου κι από το Star Channel. Γιατί λοιπόν της δίνεις σημασία; Πες μου ποιον φόβο αγάπησες πάλι; Το μέσο είναι το μήνυμα, κλείσε επιτέλους την τηλεόραση!


Δεν αισθάνεσαι ήδη λίγο καλύτερα;

Just Because I'm Paranoid...

... doesn't mean they're not out to get me.

Βρισκόμαστε στην Καλιφόρνια του 1971. Ένας σχετικά άσημος συγγραφέας Επιστημονικής Φαντασίας ονόματι Philip K. Dick παλεύει να τα βγάλει πέρα με τη ζωή του, τη διατροφή τον παιδιών του από προηγούμενους γάμους, με τη γυναίκα του, τη Nancy, που τον παράτησε, με τα χρέη του στην εφορία κ.α. Τα χρήματα που παίρνει από τα δικαιώματα των βιβλίων του είναι ελάχιστα, ο κόσμος δεν τον ξέρει, είναι σχετικά περιθωριακός ακόμα και στη σχετικά περιθωριακή λογοτεχνία που γράφει. Πώς λοιπόν να εξηγήσει την αίσθηση που έχει ότι τον βάλαν στόχο οι μυστικές υπηρεσίες τις Αμερικής, αν όχι όλου του κόσμου; Περίεργα αυτοκίνητα τον ακολουθούν διακριτικά όταν βγαίνει στο δρόμο, το σπίτι του ερευνάται όταν αυτός απουσιάζει, ψάχνουν ακόμα και τα σκουπίδια του, σίγουρα θα υπάρχουν και εμφυτευμένοι κοριοί, σίγουρα το τηλέφωνο του θα είναι παγιδευμένο... Τον κυνηγάει το FBI, ίσως σε συνεργασία με την KGB, μια παγκόσμια συνωμοσία μυστικών υπηρεσιών ενδιαφέρεται γί αυτόν ειδικά.

Ή μήπως το 'χει χάσει τελείως και είναι παρανοϊκός;

Λοιπόν, δεν αποκλείεται καθόλου σ' εκείνα τα δύσκολα χρόνια, αρχές δεκαετίας του '70, ο Dick να είχε περάσει τη λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη λογική και την τρέλα. Όμως ακόμα κι αν πράγματι ήταν παρανοϊκός, δε σημαίνει ότι κι αυτοί δεν τον παρακολουθούσαν...

Η Tessa Busby Dick, η τελευταία σύζυγος του Philip Κ. Dick (εδώ το blog της), κάνει μια ενδιαφέρουσα σκέψη. Το 1969 ο Dick είχε ανταλλάξει μερικά τηλεφωνήματα με τον πολύ dr. Timothy Leary, τον "πιο επικίνδυνο άνθρωπο στην Αμερική" κατά τον Πρόεδρο Nixon. Λίγο αργότερα, ο Leary θα καταδικαστεί για κατοχή μαριχουάνας και τον Σεπτέμβριο του 1970 θα δραπετεύσει. Μια τεράστια αστυνομική επιχείρηση στήθηκε για να τον εντοπίσει, η οποία δεν αποκλείεται καθόλου να ενδιαφέρθηκε και γι' αυτόν τον γνωστό του, έναν συγγραφέα στην Καλιφόρνια που γράφει περίεργα βιβλία για ναρκωτικά και αστυνομικά κράτη. Ίσως τελικά ο Dick να μην ήταν τόσο πολύ τρελός όσο κι ο ίδιος νόμιζε...

Η παράνοια (;) του Dick μας ενδιαφέρει πολύ κι εμάς, ως αναγνώστες και Dickheads, γιατί είναι μέρος του ερωτήματος της πραγματικότητας ("ορισμένες φορές, η κατάλληλη αντίδραση στην πραγματικότητα είναι η τρέλα", όπως γράφει κι ο ίδιος στο VALIS). Οι σκέψεις της Tessa Dick ρίχνουν ένα καινούργιο φως κι αλλάζουν το πρίσμα με το οποίο βλέπουμε τον άνθρωπο και τη ζωή του. Σταματώ για λίγο, κάποιος χτυπάει εδώ και ώρα την πόρτα, θα συνεχίσω όμως αργότερα με κάποιες πολύ σημαντικές πληροφορίες που έτυχε να μάθω και είμαι σίγουρος ότι θα ενδιαφέρ

Τυχαίο;

Πριν από περίπου δύο χρόνια αναρωτήθηκα αν η λέξη VALIS σημαίνει κάτι σε κάποια γλώσσα. Έψαξα στο ίντερνετ και βρήκα ότι είναι η φάλαινα στα λετονικά. Η φάλαινα; Κάτι μου θύμιζε αυτό... Μα φυσικά, το αστέρι Φομαλχούτ (Φομ αλ-Χουτ), από το οποίο προέρχεται ο εξωγήινος δορυφόρος VALIS / Aramchek, σημαίνει στα αραβικά: το στόμα της (νότιας) φάλαινας! Τυχαίο;... Ξέρω γω, εσείς τι λέτε;

Πάντως, στα τέλη της δεκαετίας του '70, που ο Φίλιπ Ντικ έγραφε το έντονα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα VALIS (δημοσιεύτηκε τελικά το 1981), η Λετονία ήταν προσαρτημένη στην ΕΣΣΔ και η λετονική γλώσσα σε καθεστώς ημιπαρανομίας. Πολύ απίθανο να βρήκε τη λετονική λέξη ο Ντικ και καμία σχετική νύξη δεν υπάρχει στις επιστολές ή στις σημειώσεις του. Τέλος πάντων. Ας δούμε σήμερα ένα δευτερεύον θέμα σχετικά με το VALIS, τους ήρωες του βιβλίου. Όλοι σχεδόν υπήρξαν πραγματικά, ήταν πρόσωπα από τη ζωή του Ντικ, ο οποίος απλώς άλλαξε τα ονόματά τους στο μυθιστόρημα. Μάλιστα οι περισσότεροι από αυτούς υπάρχουν ακόμα και σήμερα, έχουν και σελίδες στο ίντερνετ:

- Ο "Φιλ Ντικ" είναι φυσικά ο ίδιος ο Φίλιπ Ντικ. Δεν ευτύχησε να δει το ίντερνετ αφού πέθανε το 1982, σήμερα όμως υπάρχει αυτό το επίσημο website στο όνομά του, από το Philip K. Dick Trust (πρόκειται ουσιαστικά για τα τρία παιδιά που έκανε στους συνολικά πέντε γάμους του).

- Ο "Χορς Φατ" είναι... επίσης ο Φίλιπ Ντικ. Ισχύουν τα ανωτέρω.

- Η "Μπεθ" του βιβλίου είναι, φυσικά, η Τέσα Ντικ, η τελευταία του γυναίκα. Μπορείτε να τη βρείτε εδώ κι εδώ.

- Η "Σέρι Σόλβιγκ" λεγόταν στην πραγματικότητα Ντόρις Σάουτερ και, όπως περιγράφεται στο βιβλιο, πέθανε από καρκίνο.

- Μαζί με αυτήν, πάει πακέτο και ο "πάτερ Λάρι", δηλαδή ο πάτερ Άνταμς όπως ήταν το πραγματικό του όνομα.

- Η "Γκλόρια Κνούντσον" λεγόταν Κάθι Ντεμιουέλ. Ο ίδιος ο Ντικ είχε δηλώσει ότι η Κάθι ήταν επίσης η έμπνευση και για την "Ντόνα" του A Scanner Darkly, όπως και για την "Έιντζελ Άρτσερ" στη Μετενσάρκωση του Τίμοθι Άρτσερ.

- Ο ψυχολόγος "Μωρίς" είναι υπαρκτό πρόσωπο, λέγεται Μπάρι Σπατζ και βρίσκεται εδώ.

- Ο "Μπρεντ Μίνι" με την περίφημη συγχρονική μουσική του ήταν - ποιος άλλος; - ο Μπράιαν Ίνο από τους Roxy Music. Εδώ βρίσκεται το, ας πούμε, επίσημο website του.

- Ως προς τον ροκ σταρ "Έρικ Λάμπτον" (aka Mother Goose), δε χωράει και μεγάλη φιλοσοφία ποιον είχε στο μυαλό του ο Φίλιπ Ντικ. Φυσικά, αυτόν τον πασίγνωστο κύριο.

- Ο "Κέβιν" του βιβλίου είναι ο K. W. Jeter, φίλος του Ντικ αλλά και συγγραφέας ΕΦ. Θεωρείται μάλιστα αυτός που έγραψε το πρώτο βιβλίο cyberpunk, πριν ακόμα από τον Νευρομάντη του Γκίμπσον. Δε βρίσκω επίσημο website, ας αρκεστούμε σ' αυτό το λήμμα της Wikipedia.

- Ο "Ντέιβιντ" του βιβλίου είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας ΕΦ και φίλος του Ντικ, ο Tim Powers.

- Υπάρχει και μια ακόμα περιθωριακή ερμηνεία για τον "Κέβιν" και τον "Ντέιβιντ": η Κοινωνία του Ριπιδίου, η ομάδα των τεσσάρων φίλων που ήταν τρεις (αντίθετα από τους Τρεις Σωματοφύλακες που ήταν τέσσερις), τελικά ήταν... ένας! Αν πάρουμε τα αρχικά τους, P (από το Phil), K (από το Kevin), D (από το David), καταλήγουμε στο PKD, δηλαδή στα αρχικά του ίδιου του Philip K. Dick. Τυχαίο; Έτσι νομίζω. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι ο Ντικ είχε κατά νου τους συγκεκριμένους φίλους του κι απλώς διάλεξε κάποια μυθιστορηματικά ονόματα γι' αυτούς.

- Όσο για τους υπόλοιπους, η "Λίντα Λάμπτον" μοιάζει να ήταν καθαρά δημιούργημα της φαντασίας του Ντικ, η "Ζέβρα" ήταν nickname για τον ίδιο τον Θεό, και η "Σοφία" ήταν η γνωστικιστική Σοφία, η θηλυκή άποψη του Θεού δηλαδή που εξέπεσε στον υλικό κόσμο.

Η Αρχαία Εξίσωση

(Το κείμενο γράφτηκε τον Νοέμβριο του 2009. Οφείλω πολλές ευχαριστίες στον Ακίνδυνο, περισσότερες απ' όσες φαντάζεται κι ο ίδιος)


Λοιπόν, η εξίσωση είναι πανάρχαια όμως ακόμα δεν έχει λυθεί ικανοποιητικά:

Αρ/Ο + Αξ + Χ = Ε, όπου

Ο = τα όνειρα ενός ανθρώπου
Αξ = η αξιοπρέπειά του
Αρ = ορισμένες αρχές με τις οποίες ζει
Ε = η ευτυχία που αποκομίζει

Μ' άλλα λόγια: πώς θα πραγματοποιήσει τα Όνειρά του κάποιος που θέλει να πορευτεί σύμφωνα με ορισμένες Αρχές και να διατηρήσει παράλληλα ένα επίπεδο Αξιοπρέπειας; Πώς θα εισπράξει από τη ζωή μια κάποια ικανοποιητική τιμή Ευτυχίας; Ή αν δεν καταφέρει να την εισπράξει, πώς θα αντισταθμίσει τη θλιβερή αυτή κατάσταση, με ποιον παράγοντα Χ;

Το πρόβλημα είναι ότι οι Αρχές συνήθως δρουν ανασταλτικά ως προς τα Όνειρα (βρίσκονται σε αντίθετους όρους του ίδιου κλάσματος), οπότε οι μαθηματικές λύσεις που παρουσιάζονται για τον άνθρωπο είναι δύο: είτε να ρίξει νερό στο κρασί των Αρχών του, να μειώσει δηλαδή τον αριθμητή του κλάσματος, είτε να δώσει αρνητικές τιμές στην Αξιοπρέπειά του – να κουρελιάσει τον εαυτό του, να φιλήσει κατουρημένες ποδιές, να γίνει υποχείριο άλλων. Ένα από τα δύο, μέχρι το πρώτο μέλος της εξίσωσης να φτάσει να ισούται με τη περιορισμένη τιμή Ευτυχίας στο δεύτερο. Εκτός αν υπάρχει κάποιος παράγοντας Χ που εξισσοροπεί διαφορετικά τα δύο μέλη...

Ας ρωτήσουμε ορισμένους τυχαίους ανθρώπους στο δρόμο να δούμε τι έχουν να μας πουν:

Ο Πασκάλ πρέπει να ήταν ο πρώτος στοχαστής στην ιστορία της ανθρωπότητας που δήλωσε απερίφραστα ότι δεν υπάρχει καμία εξωτερική, αντικειμενική απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού. Είναι καθαρά συναισθηματικό θέμα του πιστού, είπε. Ο Καντ όμως πήγε ένα βήμα παραπέρα: Συμφωνούσε κι αυτός, στα ώριμά του χρόνια τουλάχιστον, ότι τίποτα απολύτως δεν αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού, παρόλα αυτά τόνιζε ότι ο Θεός είναι ηθικά αναγκαίος. Κι αυτό γιατί ο άνθρωπος που επιθυμεί να διατηρήσει κάποιες ηθικές αρχές στη ζωή του, συνήθως ανακαλύπτει ότι το spread που τον χωρίζει από την ευτυχία είναι μεγαλύτερο κι από αυτό των ελληνικών ομολόγων. Θα πρέπει λοιπόν να προστεθεί ένας παράγοντας στην εξίσωση που να ανταμοίβει την ηθική πρόθεση μιας πράξης (κι όχι την πράξη καθαυτή, θα παρατηρούσε ο Καντ) με ισόποση ευτυχία. Δε γίνεται αλλιώς, δεν υπάρχει άλλος τρόπος ν' αντέξει κάποιος τις υψηλές νόρμες της ηθικής συμπεριφοράς – και τη χαμηλή τιμή ευτυχίας που συνήθως αποφέρει αυτή. Είναι αναγκαίος λοιπόν ο Θεός ως Δίκαιος Κριτής που επιβραβεύει την ηθική πρόθεση – όχι ο Θεός ως Δημιουργός ή ως Πρώτο Κινούν ή ως Άγιο Πνεύμα, αλλά ο Ηθικός Θεός. Και επειδή είναι ξεκάθαρο ότι η ανταμοιβή δεν πρόκειται να έρθει στο επίπεδο της καθημερινής μας πραγματικότητας, πρέπει να προστεθεί επίσης και η Μετά Θάνατον Ζωή (το πεδίο της ανταμοιβής για το ηθικό happy end).

Η λύση λοιπόν που πρότεινε ο Καντ στην αρχαία εξίσωση ήταν Χ = (Η)Θ + ΜΘΖ. Σκεφτόταν τον (ηθικό) Θεό με τον ίδιο τρόπο που οι σύγχρονοι φυσικοί θεωρητικολογούν για την ύπαρξη ενός σωματιδίου, παρόλο που δεν το έχουν παρατηρήσει ποτέ: είναι αναγκαίο να υπάρχει, και μάλιστα να έχει τέτοια μάζα, τέτοιο φορτίο, τέτοιο σπιν κ.λπ. προκειμένου να βγαίνει συνεπής η θεωρία. Θα μπορούσαμε να ονομάζαμε “αντιδραστικό” έναν τέτοιον Θεό με αποκλειστικά μεταθανάτιο πεδίο δράσης – σίγουρα πάντως βολεύει μια χαρά τους διάφορους (εγκόσμιους) δυνάστες και καταπιεστές. Δυστυχώς όμως θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Καντ ήξερε τι έλεγε• φαίνεται πράγματι ότι ο ηθικά εξοπλισμένος άνθρωπος έχει την τάση να οραματίζεται την ανταμοιβή του σε κάποιο Επέκεινα, όταν βλέπει πως το Εδώθεν επιβραβεύει τον αμοραλιστή και τον ανήθικο. Τουλάχιστον αυτό μοιάζει να ισχύει για στατιστικά σημαντικούς αριθμούς ανθρώπων, για ολόκληρες κοινωνίες ή λαούς. “Κάθε μορφή αποτυχίας και αδυναμίας εμπεριέχει ένα θετικό στοιχείο σε μεταφυσικό επίπεδο”, έγραφε ο Σιοράν. Αν κάτι αξίζει τον κόπο να κρατήσουμε από τον Καντ, είναι η αταλάντευτη επιμονή του στις ηθικές αρχές. Ούτε στάλα νερό στο ηθικό κρασί, οι αρχές δεν παζαρεύονται, είναι 100% απόλυτες και δεσμευτικές, σαν νόμος της φύσης. Το Αρ της αρχαίας εξίσωσης, για τον Καντ, είναι σταθερά, όχι μεταβλητή.

Ας ρωτήσουμε όμως και κανέναν άλλον περαστικό μήπως έχει να μας πει κάτι περισσότερο:

Ο Κίρκεγκορ (πώς στην ευχή αποδίδουμε το Kierkegaard στα ελληνικά;) προχώρησε από εκεί που σταμάτησε ο Καντ. Συμφωνούσε κι αυτός ότι δεν υπάρχει καμία αντικειμενική απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού – ευτυχώς. Γιατί ευτυχώς; Διότι, έλεγε, μόνο έτσι ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει το άλμα στο κενό• χωρίς κανένα δεδομένο και καμία βεβαιότητα. Περισσότερα γι' αυτό θα πούμε παρακάτω, ας δούμε πρώτα συνοπτικά τη γνωστή θεωρία του για τα τρία στάδια στα οποία παλινδρομεί η ζωή κάθε ανθρώπου:

1) Αισθησιακό Στάδιο. Εδώ ο άνθρωπος είναι σκλάβος των αισθήσεων. Ζει για τη στιγμή, αρπάζει τη μέρα (carpe diem), όλες του οι πράξεις, οι αποφάσεις κ.λπ. καθορίζονται με βάση την προσδοκώμενη απόλαυση και ορίζει το “καλό” ως αυτό που μπορεί να του αποφέρει αισθησιακή ευχαρίστηση.
Η σημαντική παρατήρηση του Κίρκεγκορ για τον αισθησιακό άνθρωπο είναι ότι μπορεί, σε κάποια στιγμή του βίου του, να νιώσει άδειος, ότι ο τρόπος που ζει δεν έχει κανένα νόημα. Αυτό το αίσθημα είναι θετικό, κατά τον Κίρκεγκορ, γιατί μπορεί να του δώσει το κίνητρο ώστε να οδηγηθεί σε έναν πληρέστερο τρόπο ζωής και να περάσει στο:


2) Ηθικό Στάδιο. Εδώ ο άνθρωπος αναπτύσσει το δικό του ηθικό σύστημα και ζει σύμφωνα με αυτό. Έχει κάποιες αρχές και αρνείται να τις καταπατήσει. Ορίζει το “καλό” σύμφωνα με το σύστημά του και το ηθικό καθήκον αποκτά προτεραιότητα επί του αισθησιακά ευχάριστου.

Μέχρι στιγμής βλέπουμε κάτι παρόμοιο μ' αυτό που είπε ο Καντ. Από τη στιγμή μάλιστα που μιλάμε για ηθικό σύστημα και αρχές, βρισκόμαστε στην επικράτεια της αρχαίας εξίσωσης, θα μπορούσαμε ακόμα και να προσθέταμε τα σπέσιαλ εφέ του Καντ (Ηθικός Θεός & Μετά Θάνατον Ζωή). Το διαφορετικό όμως έρχεται τώρα, διότι, κατά τον Κίρκεγκορ, όλοι οι άνθρωποι υποφέρουμε από μια ιδιόρρυθμη τυραννία, είτε τη συνειδητοποιούμε είτε όχι, και η σταθερή πυξίδα της ηθικής ζωής δε φτάνει να μας λυτρώσει από αυτήν. Οι λίγοι που συνειδητοποιούν αυτήν την τυραννία, δεν μπορούν να βρουν πια ηρεμία και περνάνε στο:


3) Θρησκευτικό Στάδιο. Η λέξη-κλειδί εδώ είναι η Πίστη στο Θεό. Πίστη πάνω από το ηθικό καθήκον, πάνω κι από τη λογική. Πίστη ως μια αδιάκοπη διαδικασία αυτο-εξέτασης και αυτο-ανάλυσης, ένα πυρετώδες γνώθι σαυτόν και ξεσκαρτάρισμα όλων των πράξεων, σκέψεων, συναισθημάτων που απειλούν να την κλονίσουν.
Δε θυμάμαι ποιος διάσημος ηθοποιός ήταν που ένα διάστημα τριγυρνούσε άπλυτος, αξύριστος, αχτένιστος και μαυροφορεμένος. Τον είδε ένας γνωστός του και τον ρώτησε γιατί παρουσιάζεται έτσι. “Πέθανε ο πατέρας μου”, είπε αυτός. “Μα ο πατέρας σου έχει πεθάνει εδώ και είκοσι χρόνια!” έκανε ο φίλος του. “Όχι”, απάντησε ο ηθοποιός, “ο πατέρας μου, ο βασιλιάς της Δανίας, πέθανε πρόσφατα” – ετοιμαζόταν να ανεβάσει μια παράσταση Άμλετ. Κάπως έτσι λοιπόν οραματιζόταν ο Κίρκεγκορ τον άνθρωπο στο Θρησκευτικό Στάδιο: σαν έναν ηθοποιό που προετοιμάζεται για μια παράσταση, μπαίνει στο πετσί του ρόλου και προσαρμόζει όλες του τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις πράξεις (κυρίως τις πράξεις, θα
παρατηρούσε ο Κίρκεγκορ) σ' αυτόν.
Έχουμε λοιπόν μία ακόμα λύση για την αρχαία εξίσωση, Χ = Π, και μάλιστα μία ριζικά διαφορετική λύση από αυτή του Καντ. Ας δούμε όμως το καθόλου θρησκευτικό παράδειγμα του ίδιου του Κίρκεγκορ:

Ένας απλός άνθρωπος είναι ερωτευμένος με μια πριγκήπισσα. Αν αυτός ζει στο Αισθησιακό Στάδιο, θα πει κάτι σαν: “Εντελώς αδύνατον να πραγματοποιηθεί ο έρωτάς μου, η κοινωνική μας απόσταση είναι αγεφύρωτη. Ας την ξεχάσω λοιπόν, όσο σκληρό κι αν είναι, κι ας στρέψω τις προσπάθειές μου προς κάτι εφικτό π.χ. προς τη χήρα του ζυθοπώλη”. Αν ζει στο Ηθικό Στάδιο, θα πει: “Το ξέρω ότι ο έρωτάς μου δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί, εγώ όμως δε θα την ξεχάσω ποτέ. Θα την αγαπώ για πάντα κι ο Θεός θα πραγματοποιήσει τον έρωτά μου μετά θάνατον”. Αν ζει στο Θρησκευτικό Στάδιο, θα πει: “Τίποτα αδύνατο για το Θεό. Είναι θέμα χρόνου μέχρι ο έρωτάς μου να πραγματοποιηθεί, όχι μετά θάνατον αλλά εδώ, σ' αυτή τη ζωή”.

Τι, δηλαδή αυτό ήταν; Ο περίφημος Δανός στοχαστής ξεπέφτει σε επίπεδο λαϊκού κατηχητικού για την “πίστη που μετακινεί βουνά” ή στην ποπ μεταφυσική του Κοέλιο, “όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, όλο το σύμπαν συνομωτεί για να το πετύχεις”; Όχι ακριβώς, μπορούμε να διαβάσουμε τον Κίρκεγκορ λίγο πιο έξυπνα: λέει ότι η Πίστη είναι αυτό που γεφυρώνει το πεπερασμένο με το άπειρο. Όπου “πεπερασμένο” είναι όλοι οι περιορισμοί που επιβάλλονται από τη φυσική μας υπόσταση και από τις περιστάσεις μέσα στις οποίες λειτουργούμε: μπορεί να είναι ο επικείμενος θάνατός μας, το σώμα μας που πάντα θα είναι πιο αδύναμο ή πιο άσχημο ή πιο άχαρο από κάποια άλλα, οι διανοητικές, κοινωνικές, οικονομικές κ.λπ. δυνατότητές μας που πάντα θα έχουν κάποιο όριο, όλα όσα μας φράζουν το δρόμο προς την (εγκόσμια) πραγμάτωση. Στο φινάλε, το “πεπερασμένο” είναι κάτι άμεσα υπεύθυνο και για την περιορισμένη τιμή ευτυχίας στο δεύτερο μέλος της αρχαίας εξίσωσης. Προς υπεράσπιση λοιπόν του Κίρκεγκορ, θα πρέπει να πούμε ότι δεν πλάσαρε κάποια μαγική φόρμουλα επίτευξης στόχων όπως ο Κοέλιο (αν και στα πρώιμά του χρόνια φαίνεται πως έπαιξε και μ' αυτήν την ιδέα). Αυτό που έκανε τελικά ήταν να τονίζει το απαραίτητο της Πίστης, ότι χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να είμαστε ακέραιοι, διότι η τυραννία του πεπερασμένου θα μας δηλητηριάζει, αργά αλλά σταθερά.

Μπορούμε τώρα να ξαναδιαβάσουμε την προκλητική δήλωση του Δανού στοχαστή, ότι ευτυχώς που δεν υπάρχει καμία αντικειμενική απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού και ακριβώς γι' αυτό θα πρέπει να έχουμε Πίστη. Αν υπήρχε έστω και κάποια σχετική ένδειξη, τότε η Πίστη θα εκφυλιζόταν σε εύλογη συμπερασματολογία, σε θεμελιωμένη υπόθεση – κάτι πολύ αδύναμο για να μας λυτρώσει από την τυραννία του πεπερασμένου. Οποιοσδήποτε εύλογος, λογικά θεμελιωμένος δρόμος που ξεκινάει από την επικράτεια του πεπερασμένου, καταλήγει πάλι σ' αυτό αφού η λογική δεν είναι παρά είναι “ο μεσίτης του πεπερασμένου”. Όχι, η Πίστη πρέπει να είναι άλμα στο κενό! Ακριβώς σ' αυτό το κενό της αβύσσου που χωρίζει το πεπερασμένο από το άπειρο, την ευτυχία από τη δυστυχία.

Δε θα πρέπει να προσπεράσουμε αβασάνιστα το γεγονός ότι ο Θεός του Κίρκεγκορ είναι πολύ διαφορετικός από τον (ηθικό) Θεό του Καντ. Ο δεύτερος δρα αποκλειστικά στη μετά θάνατον ζωή, η σύλληψη του Κίρκεγκορ όμως για τον Θεό περιλαμβάνει τη δράση του εντός των εγκοσμίων – ο άνθρωπος του παραδείγματος θα κερδίσει την πριγκήπισσα των ονείρων του εδώ, σ' αυτή τη ζωή, όχι μετά θάνατον. Θα μπορούσε ακόμα και να δώσει κίνητρα για πολιτική δράση ένας τέτοιος Θεός, ακόμα και να χαρακτηριστεί “αντάρτης” ή “επαναστατικός”. Μια άλλη σημαντική διαφορά έγκειται στο ότι ο Θεός του Καντ μοιάζει να είναι και ο μόνος κατάλληλος για στατιστικά σημαντικούς αριθμούς ανθρώπων, για ολόκληρες κοινωνίες ή λαούς, που φαίνεται ότι πράγματι μεταθέτουν τη δικαίωση των ηθικών τους κόπων στη μετά θάνατον ζωή ή στην επόμενη ενσάρκωση ή στον Παράδεισο ή... Ο Θεός του Κίρκεγκορ όμως είναι προσωπικός, ο Δανός στοχαστής, όταν έγραφε, απευθυνόταν ειδικά σε σένα, δεν τον ενδιέφερε ο κανόνας (το “κοπάδι”, όπως περιφρονητικά αποκαλούσε τα πλήθη των μικροαστόψυχων της εποχής του) αλλά οι στατιστικά ασήμαντες εξαιρέσεις που ήταν ικανές να επαναστατήσουν ενάντια στην τυραννία του πεπερασμένου. Η πιο όμορφη φράση του ήταν: “Ο άνθρωπος που μπορεί να σταθεί μόνος στον κόσμο και να μην ακούσει κανέναν άλλον εκτός από τη συνείδησή του – αυτός ο άνθρωπος είναι ήρωας”.

Τελικά όμως τι μας λέει ο Κίρκεγκορ; Δεν προσφέρει μαγικές φόρμουλες, δεν κάνει παραδοσιακή κατήχηση, δεν απευθύνεται στις μάζες, τι ακριβώς είναι η περίφημη Πίστη του; Τι σόι λύση είναι αυτή που δίνει στην αρχαία εξίσωση;

Κατά τη δική μου ανάγνωση, ο Δανός στοχαστής λέει: “Μην παραδεχτείς ποτέ την ήττα σου!” Όταν μας καλεί να πιστεύουμε ότι για τον Θεό όλα είναι δυνατά, κηρύττει ένα μανιφέστο αξιοπρέπειας. Η Πίστη είναι απαραίτητη όχι για να μας επιβραβεύσει ο Θεός μετά θάνατον, αλλά γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να είμαστε ακέραιοι εδώ και τώρα. Χωρίς αυτήν, απομένουμε ραγιάδες του πεπερασμένου, οι ήττες και τα χαστούκια της ζωής μένουν αναπάντητα. Ο Δανός στοχαστής όμως μας καλεί να φτιάξουμε μέσα μας ένα καταφύγιο στο οποίο είμαστε νικητές, στο οποίο ο Εφιάλτης ουδέποτε εφάνη και οι Μήδοι τελικά δεν εδιάβησαν. Θα ήταν ελλιπές λοιπόν να πούμε ότι η λύση του για την αρχαία εξίσωση είναι απλώς Χ = Π και τέρμα. Όχι, ο Κίρκεγκορ λέει και κάτι επιπλέον, λέει: μην καταδεχτείς ποτέ να μειώσεις τις τιμές του Αξ, της αξιοπρέπειάς σου• είναι σταθερά, όχι μεταβλητή. Ακόμα κι αν χρειαστεί η Πίστη σου να αποκτήσει τη σφοδρότητα της ψύχωσης και της σχιζοφρένειας.

Όμως κάτι περισσότερο μπορούμε να έχουμε; Υπάρχει κανένας άλλος περαστικός στο δρόμο;

Ένας έρωτας που είναι εντελώς αδύνατον να πραγματοποιηθεί, κι όμως τελικά πραγματοποιείται... Πού το έχω ξαναδεί αυτό;

Ο Χερμπ Άσερ ήταν ένας καταθλιπτικός ανθρωπάκος, αθεράπευτα ερωτευμένος με την κορυφαία γαλαξιακή τραγουδίστρια, τη Λίντα Φοξ. Ζούσε απομονωμένος σ' έναν απομονωμένο θόλο ενός απομονωμένου πλανήτη ενός απομονωμένου ηλιακού συστήματος και η μόνη του χαρά ήταν ν' ακούει με τις ώρες τα τραγούδια της και να θαυμάζει απεριόριστα τα πόστερ της. Αγωνιζόταν σκληρά ενάντια στις πικρίες της άρρωστης γειτονισσάς του, της Ρίμπις, που ήθελε την Φοξ να είναι απλώς μια ανακύκλωση συναισθηματικότητας, μια σαχλή ερμηνεύτρια γλυκανάλατων τραγουδιών• όχι, ο ίδιος έβλεπε αυτό που δεν έβλεπε η Ρίμπις, ήξερε καλά ότι υπήρχε ομορφιά και πνευματικότητα στην Λίντα Φοξ. Δεν ήξερε όμως ότι το ίνδαλμά του ήταν δημιούργημα των ΜΜΕ, μια επεξεργασμένη εικόνα για λαϊκή κατανάλωση• δεν ήξερε ότι η Φοξ ήταν προγραμμένη από τη Χριστιανο-Ισλαμική Εκκλησία και το Κομμουνιστικό Κόμμα, τις ύψιστες εξουσιαστικές δομές του πλανήτη• δεν ήξερε ότι, στην πραγματικότητα, ο ίδιος βρισκόταν σε ψυχρή συντήρηση κι απλώς ξαναζούσε στην κωματώδη μνήμη του την προηγούμενή του ζωή• τέλος, δεν ήξερε ότι ο Βελιάλ, το πνεύμα του Σκότους και της Ασχήμιας, κρυβόταν πίσω από την Εκκλησία και το Κόμμα, και είχε όλον τον πλανήτη υπό την κυριαρχία του. Χειρότερα δε γινόταν...

Ο αληθινός Θεός όμως εισβάλλει λαθραία στη Γη κι αλλάζει την πραγματικότητα. Πλέον η Χριστιανο-Ισλαμική Εκκλησία και το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν υπάρχουν, στην καινούργια πραγματικότητα ο Βελιάλ είναι απλώς ένα κατσικάκι σ' ένα κλουβί του ζωολογικού κήπου, η Λίντα Φοξ είναι ένα ανερχόμενο ταλέντο κι ο Χερμπ Άσερ έχει κατάστημα με ηχοσυστήματα. Με λίγη βοήθεια από τους θεϊκούς του φίλους, συναντάει τη Φοξ κι οι δυο τους ερωτεύονται αμέσως, όμως ο Χερμπ δίνει κατόπιν έναν σκληρό αγώνα• η Λίντα Φοξ δεν είναι σαν γκαρσόνα πιτσαρίας, όπως θέλει η Ρίμπις• η Λίντα Φοξ δεν είναι πλαδαρή και άσχημη, όπως του την παρουσιάζει ο Βελιάλ (ο οποίος ελευθερώνεται από το κλουβί του σε μια στιγμή θεϊκής αβλεψίας)• είναι όμορφη, αγνή και πνευματική, κυρίως όμως είναι πραγματική. Μπορεί ακόμα και να έχει περίοδο, ακόμα και να ρεύεται. Κι αυτό δεν την κάνει λιγότερο όμορφη ή λιγότερο πνευματική. Ο Χερμπ τελικά κερδίζει τη μάχη και κατατροπώνει τον Βελιάλ – με λίγη βοήθεια από τη Φοξ, η οποία αποδεικνύεται τελικά ότι είναι ο Παράκλητος, ο Συνήγορος του Ανθρώπου.

Η Θεϊκή Εισβολή ήταν ένα από τα τελευταία βιβλία του Φίλιπ Ντικ και, κατ' εμέ, από τα καλύτερά του. Ο σκοτεινός συγγραφέας από την ηλιόλουστη Καλιφόρνια πετάει μέσα στην κατσαρόλα θεούς και θεότητες, εβραϊκό μυστικισμό, ζωροαστρισμό, επιστημονική φαντασία, χριστιανική θεολογία, αυτοβιογραφικά στοιχεία, τα ανακατεύει με την ακατάστατη ιδιοφυΐα του και βγάζει τελικά ένα βαθιά ανθρώπινο, αλλά και χιουμοριστικό, μυθιστόρημα. Το οποίο, μαζί με το υπόλοιπο έργο του, ίσως και να προσφέρει μία ακόμα λύση στην αρχαία εξίσωση.

Το προηγούμενο μέρος του κειμένου γράφτηκε με το μυαλό. Το υπόλοιπο γράφεται με την καρδιά.

Πολλά μπορούμε να καταλογίσουμε στον Φίλιπ Ντικ. Πρέπει όμως να παραδεχτούμε ότι ποτέ, ακόμα και στις στιγμές της μεγάλης του παράνοιας ή δυστυχίας, δεν έπαψε να αγανακτεί με τον πόνο των μικρών ανθρώπων. Έπαιξε με άφθονες θρησκευτικές – μεταφυσικές ιδέες, ποτέ όμως δε μετέθεσε τη λύτρωση αποκλειστικά στον άλλο κόσμο. Όχι, “ο αγώνας πρέπει να δοθεί από τη δικιά μας πλευρά”, όπως έλεγε η Έλα Ράνσιτερ στο Ubik, γιατί “ο άλλος κόσμος δεν είναι αρκετός”, όπως έλεγε ο υδραυλικός Λίον στο Radio Free Albemuth, “εδώ είναι ο δυστυχία, εδώ είναι η αδικία κι η καταπίεση”. Κάτι ήξερε ο Ντάρκο Σούβιν όταν παρατηρούσε ότι: “ο Ντικ ποτέ δεν έπαψε να διαφωνεί με τον κόσμο, να αγανακτεί με τα βάσανα των ανθρώπων ... ποτέ δε σταμάτησε να ψάχνει και να ψάχνεται, αν και ορισμένες φορές με αντιφατικούς, παράδοξους ή ελαττωματικούς τρόπους, για κάποιου είδους εγκόσμιας σωτηρίας ... κατάφερε να διατηρήσει την πίστη του σ' αυτή τη βασική σύλληψη: να λέει ΟΧΙ βροντερά, στην ανάγκη ακόμα και με γαλαξιακές θεότητες”. Κάτι που τον φέρνει πολύ πιο κοντά στον Κίρκεγκορ παρά στον Καντ.

Πιστεύω λοιπόν ότι ο Κίρκεγκορ θα χαιρόταν με τα λόγια της Σοφίας στο VALIS: “Αυτός δεν είναι ο κόσμος σας. Όμως εγώ θα τον κάνω κόσμο σας. Θα τον αλλάξω για χάρη σας”. Θα καταλάβαινε απόλυτα την πικρή διαπίστωση του Χορς Φατ (στο ίδιο βιβλίο), ότι “μερικές φορές, η κατάλληλη αντίδραση στην πραγματικότητα είναι η τρέλα”, εξάλλου η Πίστη του Δανού στοχαστή έχει όλα τα γνωρίσματα να χαρακτηριστεί ψυχοπαθολογική σε ένα τυπικό ψυχιατρικό τεστ. Κρίνω όμως ότι πραγματικά θα ενθουσιαζόταν με τον αγώνα του Χερμπ Άσερ στη Θεϊκή Εισβολή, την κωμικά πεισματική, παιδικά ιδεαλιστική προσκόλλησή του στο ιδανικό του: “Θα γραπωθώ στη Φοξ και η Φοξ θα σε ξεπεράσει. Κι εγώ το ίδιο. Εσύ θα πεθάνεις, η Φοξ θα ζήσει. Δε θα σκοτώσεις το φωτοδότη αιθέρα που ζωογονεί της ψυχές μας. Θα γραπωθώ στη Φοξ κι η Φοξ θα με πάρει στην αγκαλιά της και θα γραπωθεί σε μένα. Εμείς οι δύο δε γίνεται να χωριστούμε”.

Ας κρατήσουμε λοιπόν από τον Καντ το αδιαπραγμάτευτο των ηθικών αξιών• το Αρ της αρχαίας εξίσωσης είναι σταθερά, όχι μεταβλητή. Ας κρατήσουμε από τον Κίρκεγκορ το αδιαπραγμάτευτο της αξιοπρέπειας• το Αξ είναι επίσης σταθερά, όχι μεταβλητή. Ο Χερμπ Άσερ μάς έδειξε ότι πρέπει να κυνηγάμε τα όνειρά μας όπως ο πολιτικός κυνηγάει την εξουσία και ποτέ να μην εγκαταλείπουμε τον αγώνα• το Ο της εξίσωσης είναι κι αυτό σταθερά. Αν λοιπόν τα τηρήσουμε όλα αυτά, τότε έχουμε δικαίωμα να αλλάξει ο κόσμος!

Ναι!

Εκτός από τα ανθρώπινα δικαιώματα, εκτός από τα πολιτικά δικαιώματα, εκτός από το δικαίωμα στη γνώση, στη διαφορετικότητα και στην τεμπελιά, υπάρχει και το δικαίωμα στη Μυστική Κοινοπολιτεία (για να δανειστώ τον όρο της Θεϊκής Εισβολής). Το δικαίωμά μας να παραμερίσει η ψεύτικη πραγματικότητα που βιώνουμε και να εμφυτευτεί μια άλλη πραγματικότητα, η Μυστική Κοινοπολιτεία, φιλική προς την πραγματοποίηση των ονείρων μας. Λέμε όχι σε Μετά Θάνατον Ζωές κι άλλα τέτοια άυλα πεδία ανταμοιβών! Θέλουμε η ευτυχία να είναι, με κάποιον τρόπο, υλική, χειροπιαστή – να έχει σάρκα και οστά, διάολε! Μία άλλη πραγματικότητα είναι εφικτή!

Πώς θα πρέπει να ερμηνεύσουμε αυτή τη λύση, Χ = ΜΚ (Μυστική Κοινοπολιτεία), στην αρχαία εξίσωση; Τι σημαίνει αυτή η αμφισβήτηση της φαινόμενης πραγματικότητας; Ο καθένας εδώ ας κάνει τις επιλογές του. Μπορούμε, όπως ο Ντάρκο Σούβιν, να δώσουμε κυρίως μαρξιστική ερμηνεία, βάση και εποικοδόμημα, οπότε τα βιβλία του Ντικ αποκτούν έντονη πολιτική διάσταση. Μπορούμε όμως να δώσουμε κι άλλες ερμηνείες. Π.χ. εδώ που βρίσκομαι, έχω κάθε βράδυ τη χαρά να περνάω λίγη ώρα παρέα με δυο σκύλους κοιτάζοντας τ' αστέρια στον ουρανό – και, υπ' όψη, μιλάμε για πολλά αστέρια, περισσότερα κι απ' τους ψηφοφόρους του Παπαθεμελή στη Θεσσαλονίκη (οι σκύλοι δεν κοιτάν τ' αστέρια, απλώς προσφέρουν το απαραίτητο χαϊδευτικό υλικό). Λοιπόν, τις ώρες αυτές γίνομαι άνθρωπος χωρίς όνομα και βγαίνω έξω απ' το Κοινωνικό Συμβόλαιο. Κατόπιν χρειάζομαι λίγα λεπτά για να αναγνωρίσω πρόσωπα και αντικείμενα, να θυμηθώ ότι αυτό λέγεται “τραπέζι” κι εκείνο “τριαντάφυλλο”, να προσαρμοστώ στη σύμβαση της πραγματικότητας.

“Πραγματικότητας;” Αλήθεια, μεταξύ μας τώρα... το πίστεψες ποτέ στα σοβαρά ότι όλα όσα βλέπουμε, αγγίζουμε, μυρίζουμε, υπογράφουμε, ψηφίζουμε υπάρχουν πραγματικά; Έλα, μην παριστάνεις τον έκπληκτο, απλώς δε θες να το παραδεχτείς! Μπορείς όμως να το πεις σε μένα και δε θα το μαρτυρήσω πουθενά. Αφού κατά βάθος το ξέρεις ότι βρισκόμαστε στο μορατόριο Αγαπημένοι Αδερφοί της Ελβετίας, τα σώματά μας είναι σε ψυχρή συντήρηση κι ο Γκλεν Ράνσιτερ απ' έξω προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί μας! Το ξέρεις, και το ξέρεις ότι το ξέρεις, γιατί με παιδεύεις λοιπόν; Για ποια πραγματικότητα μιλάς;


You are with the Fox, and the Fox is with you