Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rousseau. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rousseau. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πολιτισμός - Φύση, Σημειώσατε...;

Στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση. Όλα τα λογοτεχνικά είδη αποτελούν εξελίξεις κάποιων αρχικών ημισχηματισμένων εμπνεύσεων, που προσδιορίστηκαν από κατοπινές σειρές συγγραφέων. Το αστυνομικό μυθιστόρημα, η Επιστημονική Φαντασία, η κωμωδία και η τραγωδία, το ρομαντικό μυθιστόρημα, το μυθιστόρημα τρόμου κ.λπ. όλα έχουν ιστορία και προϊστορία.

Όλα εκτός από ένα: το Ουέστερν.

Είναι το μόνο λογοτεχνικό είδος που έπεσε από τον ουρανό. Δημιουργήθηκε εκ του μηδενός μία συγκεκριμένη χρονολογία, από ένα συγκεκριμένο βιβλίο ενός συγκεκριμένου συγγραφέα. Πρώτα όμως ας πάμε λίγο στον Ρουσσώ:

Στη γνωστή Δεύτερη Διατριβή του, ο «πολίτης της Γενεύης» ασχολήθηκε έντονα με δύο φιλοσοφικές κατηγορίες, ας τις ονομάσουμε Πολιτισμός και Φύση. Στην προσπάθειά του να καταλάβει πώς ακριβώς επηρεάζει η (γνωστή μας, πολιτισμένη και δυτική) κοινωνία το άτομο, κατέφυγε σε ένα νοητικό πείραμα που έκαναν ο Λοκ και ο Χομπς πριν απ’ αυτόν και που κάνει κι ο Oldboy εδώ: προσπαθεί να φανταστεί έναν άνθρωπο εντελώς παρθένο από κάθε κοινωνική επαφή και επιρροή, έναν άνθρωπο στην ‘κατάσταση της Φύσης’. Πώς λοιπόν θα γινόμασταν αν μεγαλώναμε σ’ έναν κόσμο χωρίς Κράτος, οικογένεια, δημόσιους υπαλλήλους, νόμους και κανόνες, χωρίς αστυνομία, σχολείο, εκκλησία, δικαστήρια, τρόπους καλής συμπεριφοράς και αγωγή του πολίτη, χωρίς ιστορία, ΜΜΕ, θεσμούς, μόδα και ΠΑΣΟΚ; Κατά τον Ρουσσώ, θα υπακούγαμε μόνο στα δύο βασικά μας ένστικτα: την αυτοσυντήρηση και τον αποτροπιασμό προς τον πόνο των άλλων. Αυτά και τίποτα περισσότερο.

Ένα κείμενο, για να δέσει καλά, χρειάζεται και λίγο Ρουσσώ, οπωσδήποτε!

Ο Ρουσσώ, μαζί με τον Χομπς, δεν αρνιόταν ότι ο εξωκοινωνικός άνθρωπος είναι ένα πλάσμα βίαιο – τόνιζε μάλιστα ότι ο άνθρωπος στην ‘κατάσταση της Φύσης’ μπορεί να λειτουργήσει «με την αγριάδα του ζώου». Δεν έβλεπε όμως τη βία ως κάτι κυρίαρχο ή θεμελιώδες στην ανθρώπινη ουσία, παρά μόνο ως ένα εργαλείο για την αυτοσυντήρηση. Δε θεωρούσε ότι ο εξωκοινωνικός άνθρωπος είναι μία μηχανή πόνου και θανάτου, αλλά ένα ον που προσπαθεί απλώς να κρατηθεί στη ζωή. Και όχι μόνο δεν έχει παρορμήσεις να προκαλέσει αναίτιο πόνο, αντίθετα είναι εξοπλισμένος με ένα είδος φυσικής συμπόνιας – όσο αυτή δεν αντιβαίνει στις ανάγκες της αυτοσυντήρησης.

Όποιοι έζησαν την ευλογία να συναπαντηθούν απροστάτευτοι με επικίνδυνα ζώα, θα καταλάβουν αμέσως όλα τα παραπάνω.

Ο Ρουσσώ δεν είχε την ψευδαίσθηση ότι ο εξωκοινωνικός άνθρωπος διαθέτει κάποιον ιδιαίτερο πλούτο ιδεών ή συναισθημάτων. Τίποτα τέτοιο δε διαθέτει! Σκέφτεται και λειτουργεί με την απλοϊκότητα ενός ζώου, ζει ανάμεσα στα ζώα, «τα μόνα αγαθά που αναγνωρίζει στον κόσμο γύρω του είναι η τροφή, ο ύπνος κι ένα θηλυκό … η φαντασία του δεν του περιγράφει τίποτα• η καρδιά του δεν του γυρεύει τίποτα• η ψυχή του, που τίποτα δεν την ταράζει, παραδίνεται στο μοναδικό αίσθημα της τωρινής του ύπαρξης, χωρίς καμία ιδέα για το μέλλον. Τα σχέδιά του, περιορισμένα σαν τις απόψεις του, εκτείνονται μόνο ως το τέλος της ημέρας». Κάτι σαν κουμπάρος υπουργού της ΝΔ δηλαδή, όμως στο πιο πριμιτίφ.

Μέχρι που έρχεται η στιγμή της Πτώσης και ο άνθρωπος εντάσσεται στο Κοινωνικό Συμβόλαιο… Τη μεγάλη παγίδα αλλά και τη μεγάλη ευκαιρία ταυτόχρονα. Γιατί η διαδικασία της κοινωνικοποίησης συνήθως ισοπεδώνει τη φυσική συμπόνια του ανθρώπινου όντος. Η μόνιμη σύγκριση του εαυτού μας με τους άλλους γεννά το φόβο, το φθόνο, τη ματαιοδοξία, το μίσος, όλα αυτά τα τέρατα που περιέχονται στο κοινωνικό κουτί της Πανδώρας. Από την άλλη όμως, μόνο μέσα στα πλαίσια της οργανωμένης κοινωνίας το ανθρώπινο πλάσμα έχει τη δυνατότητα να βιώσει τα ύψιστα συναισθήματα, τις ύψιστες σκέψεις και τις ύψιστες εμπειρίες:

Παρόλο που στο κοινωνικό στάδιο, ο άνθρωπος στερείται κάποια από τα πλεονεκτήματα που διατηρούσε από τη φύση, αποζημιώνεται με άλλα πολύ σπουδαία• οι λειτουργίες του τονώνονται και αναπτύσσονται, οι ιδέες του επεκτείνονται, τα αισθήματά του εξευγενίζονται, όλη η ψυχή του εξυψώνεται

Αρκεί το Κοινωνικό Συμβόλαιο να είναι σωστά κατασκευασμένο, ώστε να μην καταπνίγει τη φυσική συμπόνια του ανθρώπινου πλάσματος – όμως αυτό είναι αντικείμενο άλλης συζήτησης. Το θέμα τώρα είναι ότι στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, εμφανίστηκε μία φωνή που τόνισε ότι υπάρχουν βαθιά και θεμελιώδη προβλήματα στην πολιτισμένη κοινωνία μας. Όλοι οι άλλοι Διαφωτιστές της εποχής λέγανε: Πολιτισμός – Φύση, σημειώσατε 1. Ο Ρουσσώ ήταν ο μόνος που είπε κάτι σαν: Πολιτισμός – Φύση, σημειώσατε Χ (και μεταξύ μας, συμπλήρωνε, ο Πολιτισμός ισοφαρίζει στις καθυστερήσεις και με την ψυχή στο στόμα).

Κάτι λέγαμε όμως για το Ουέστερν…


Ο Τζέιμς Φένιμορ Κούπερ ήταν ένας ιδιαίτερος συγγραφέας και άνθρωπος, που γεννήθηκε στο Νιου Τζέρσι τη χρονιά της Γαλλικής Επανάστασης και μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στον Νέο και στον Παλαιό Κόσμο. Έζησε στην εποχή που μόλις είχε πάψει να κυριαρχεί στους Αμερικανούς η αμφιβολία για το μέλλον της χώρας τους. Όταν οι πρώτες 13 Πολιτείες επαναστάτησαν και ανεξαρτητοποιήθηκαν από το Λονδίνο, δεν ήταν καθόλου προφανές ότι το πρωτοφανές αυτό πείραμα των ΗΠΑ θα πετύχαινε. Ούτε και για τους Αμερικανούς ήταν προφανές. Θα μπορούσε άραγε να επιβιώσει μία νέα χώρα δίχως μοναρχία, δίχως αριστοκρατία, με εταιρικούς διοικητικούς θεσμούς; – διότι έτσι έγινε αντιληπτό το δημοκρατικό πείραμα των ΗΠΑ: μία χώρα σαν μία μεγάλη εταιρεία. Για αρκετά χρόνια οι ΗΠΑ έμοιαζαν να κρέμονται από μία κλωστή, η οποία όμως ενισχυόταν συνεχώς, μέχρι που ήρθε η δεκαετία του 1820 και το Δόγμα Μόνρο (ή «Μονρόε», όπως το γράφουμε συνήθως στα ελληνικά, τόσο αυτό όσο και την ομώνυμη Μέριλιν) για να καταστήσουν σαφές ότι τελικά το πείραμα πέτυχε.

Ο Κούπερ λοιπόν, όπως και πολλοί μορφωμένοι Αμερικανοί της εποχής του, μεγάλωσε και έγινε ένας διχασμένος άνθρωπος. Καμάρωνε τη χώρα του, θαύμαζε όμως και την Ευρώπη με την ιστορία και την κουλτούρα της• αγαπούσε την Πολιτεία της Νέας Υόρκης στην οποία μεγάλωσε, λάτρευε όμως τις πρωτεύουσες και τον πολιτισμό του Παλαιού Κόσμου. Τον απασχολούσε κυρίως το θέμα της αριστοκρατίας• οι ΗΠΑ διακήρυξαν πως όλοι οι πολίτες τους είναι ίσοι (πλην νέγρων, ινδιάνων) και πως δεν υπάρχει κάποιου είδους ανώτερη καταγωγή που διαχωρίζει τους ευγενείς από τους δυσγενείς. Πώς όμως τότε το αμερικάνικο Κοινωνικό Συμβόλαιο θα καλλιεργούσε και θα υποστήριζε τις θεωρούμενες ως παραδοσιακές αρετές της αριστοκρατίας – τιμή, ειλικρίνεια, ευγένεια στη συμπεριφορά, προστασία των αδυνάτων; Και ποιοι θα ήταν οι κατάλληλοι άνθρωποι, αν όχι οι παραδοσιακοί αριστοκράτες, για να αναλάβουν τους ηγετικούς ρόλους ώστε να διαφυλάξουν την κοινωνική σταθερότητα;

Ο Κούπερ επεξεργάστηκε και πρότεινε μία λύση με τους Πιονιέρους, ένα βιβλίο που δημοσίευσε το 1823 και ΔΕΝ ήταν το πρώτο Ουέστερν. Συγκεκριμένα, οραματίστηκε μία ‘φυσική αριστοκρατία’ που δεν κληρονομείται στους απογόνους και που δημιουργείται από την πάλη του πολιτισμένου ανθρώπου με τη Φύση. Κατά τον συγγραφέα, όσοι αναλαμβάνουν τον αγώνα να εποικίσουν τις άγνωστες εκτάσεις της χώρας, όσοι ανοίγουν δρόμους προς τα δυτικά και εξάγουν το Κοινωνικό Συμβόλαιο, το νόμο, τη γεωργία, την τεχνολογία και τη δημοκρατία, αυτοί είναι που αναπτύσσουν τις κατάλληλες ποιότητες του χαρακτήρα για να διοικήσουν και να γίνουν κοινωνικά πρότυπα. Διότι παλεύοντας με την ατόφια Φύση, αφυπνίζουν μέσα τους τη δεύτερη αρχή του Ρουσσώ, τη φυσική συμπόνια. Όχι οι βολεμένοι αστοί που αποτελούνται από 100% αγνό παρθένο Πολιτισμό 1.0, αλλά αυτοί που τον αναβαθμίζουν σε Πολιτισμό 2.0 επανεισάγοντας στο Κοινωνικό Συμβόλαιο την ξεχασμένη συμπόνια. Ας δούμε όμως λίγο περισσότερο αυτό το αξιοσημείωτο βιβλίο:


Οι Πιονιέροι
Βρισκόμαστε στα 1790 μ.Χ. Όλη η βόρεια Αμερική είναι άγρια και ανεξερεύνητη εξαιτίας της οροσειράς των Απαλαχίων, που εκτεινόμενη από το Μέιν ως την Τζόρτζια εμποδίζει τη μετανάστευση και περιορίζει τα 4 εκατομμύρια Αμερικανών της εποχής σε μία στενή λωρίδα γης περίπου 5 μοίρες γεωγραφικό πλάτος και 7 μοίρες γεωγραφικό μήκος.

Όλη; Όχι!

Διότι κάποιοι θαρραλέοι πιονιέροι αφήνουν τη Νέα Υόρκη και τις σίγουρες πόλεις τους κοντά στον Ατλαντικό, και χαράζουν καινούργιους δρόμους. Μαζί τους μετακινείται και η Μεθόριος, αυτή η γραμμή του χάρτη που οριοθετεί το τέρμα του Πολιτισμού και την αρχή του αγνώστου• ανοίγει συνεχώς προς τα δυτικά και τα νότια, μέσα από σκληρές μάχες και κόπους, σφυρηλατώντας σώμα και χαρακτήρα. Και στα 1790, κομμάτι της Μεθορίου ήταν ακόμα και η δυτική Πολιτεία της Νέας Υόρκης, το μέρος στο οποίο εκτυλίσσεται η πλοκή των Πιονιέρων. Ο Κούπερ ξεκινά την προπαγάνδα του από την πρώτη κιόλας παράγραφο του έργου:

Κοντά στο κέντρο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης βρίσκεται μία εκτεταμένη επαρχία όλο βουνά και κοιλάδες. Από τους λόφους της ξεχύνεται ο Ντέλαγουερ• από τις κρυστάλλινες λίμνες και τις χιλιάδες πηγές της περιοχής ξεκινούν οι αμέτρητοι παραπόταμοι του Σασκουεχάνα και φιδογυρίζουν μέσα στις κοιλάδες, μέχρι που ενώνουν τις δυνάμεις τους και δημιουργούν έναν από τους πιο περήφανους ποταμούς των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα υψηλότερα μέρη των βουνών είναι γενικώς καλλιεργήσιμα, παρόλο που καμιά φορά οι πλαγιές τους σημαδεύονται από μεγάλους βράχους, που τόσο πολύ συνεισφέρουν σ’ αυτόν τον έντονα ρομαντικό και γραφικό χαρακτήρα της περιοχής. Οι κοιλάδες είναι στενές, πλούσιες και καλλιεργημένες, ενώ πάντα ένας χείμαρρος περνάει μέσα τους. Όμορφα χωριά είναι διάσπαρτα και ευημερούν κοντά στις μικρές λίμνες ή σ’ εκείνα τα σημεία των χειμάρρων που προσφέρονται για τη βιοτεχνία• χαριτωμένες και άνετες φάρμες με άφθονες ενδείξεις πλούτου βρίσκονται εδώ κι εκεί, από τις πεδιάδες μέχρι τις κορφές των βουνών. Δρόμοι απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση, από τις ευλογημένες κοιλάδες μέχρι τα πιο άγρια και δαιδαλώδη περάσματα των λόφων. Ο ξένος που ταξιδεύει σ’ αυτήν την περιοχή με τις συνεχείς εναλλαγές τοπίου, βλέπει κάθε λίγα μίλια και μία ακαδημία ή κάποιο άλλο μικρότερο οικοδόμημα μάθησης. Οι τόποι λατρείας του Θεού αφθονούν εδώ, με τη συχνότητα που χαρακτηρίζει έναν λαό ηθικής και περίσκεψης, και με την ποικιλία δογμάτων που πηγάζει από αδάμαστη ελευθερία συνείδησης. Εν ολίγοις, όλη η επαρχία δείχνει συνεχώς πόσα μπορούν να γίνουν, ακόμα και σε μία άγρια χώρα με ακραίο κλίμα, κάτω από την κυριαρχία ήπιων νόμων, όπου κάθε άνθρωπος αισθάνεται μέλος της κοινότητάς του και νοιάζεται για την ευημερία της.


Η Φύση λοιπόν μπορεί να είναι άγρια, τη δαμάζουν όμως τα χωριά, οι φάρμες, οι δρόμοι, οι καλλιέργειες και οι βιοτεχνίες των ελεύθερων πολιτών, που συγκροτούν σφιχτοδεμένες κοινότητες, μορφώνονται, θυμούνται το Λόγο του Θεού και επιλέγουν σοφά την (ήπια) κυβέρνησή τους. Στην πορεία του βιβλίου, ο Κούπερ θα μας δώσει και το πλήρες περιεχόμενο της έννοιας της Φύσης: είναι ένα πακέτο πρώτων υλών, ακατάλληλα κατασκευασμένο για το δυτικό άνθρωπο, στο οποίο κυριαρχούν οι δύο νόμοι του Ρουσσώ. Ο Πολιτισμός αποτελεί Φύση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του δυτικού ανθρώπου: είναι η εξαγωγή αυτών των χρήσιμων πρώτων υλών μέσω της τεχνολογίας, το σιδέρωμα της Φύσης ώστε να γίνει human friendly, και η αντικατάσταση της αυτοσυντήρησης και της φυσικής συμπόνιας με όλο το πλέγμα των νόμων και των ηθών του (δυτικού) Κοινωνικού Συμβολαίου.




Ο Κούπερ δεν ήταν ούτε ο μόνος ούτε ο πρώτος που έγραψε ένα τέτοιο μυθιστόρημα. Στον καιρό του, το 1812, κυκλοφόρησε ένα άλλο παρόμοιο μπεστ σέλερ, η Οικογένεια Ελβετών Ροβινσώνων του Γιόχαν Βίσε. Στο βιβλίο αυτό, μία οικογένεια έξι Ελβετών ναυαγεί σε ένα νησί κοντά στη Νέα Γουινέα και μέσα σε δέκα χρόνια το αστικοποιεί εντελώς. Χάρη στις γνώσεις του πατέρα, ο οποίος είναι μία κινητή εγκυκλοπαίδεια βοτανολογίας, ζωολογίας, γεωλογίας κλ.π. και στη σκληρή δουλειά όλων, χάρη στη χριστιανική ηθική και στους αδιάρρηκτους δεσμούς τους, καταφέρνουν και κάνουν το νησί μία δεύτερη Ελβετία. Κατασκευάζουν εργαλεία, ρούχα, κεριά, σαπούνια, βάρκες, πορσελάνες, καουτσούκ, βρίσκουν οικοδομικά υλικά, χτίζουν οικήματα, εξημερώνουν ζώα, δημιουργούν φάρμες και καλλιέργειες, ακόμα και κήπους, ακόμα και αρδευτικά συστήματα για τους κήπους. Και όλα αυτά καταφέρνοντας να παραμείνουν μέχρι τέλους καθαροί, τόσο ψυχικά όσο και σωματικά. Πολιτισμός – Φύση, σημειώσατε 1 και μάλιστα μιλάμε για θρίαμβο.

Στην Οικογένεια λοιπόν ο δυτικός άνθρωπος μετατρέπει και την πιο αντίξοη Φύση σε ελβετικό ρολόι. Στους Πιονιέρους όμως, παρόλο που είναι κι αυτό ένα ακόμα μυθιστόρημα της Μεθορίου, υπάρχει μία σημαντική διαφορά: ο δυτικός άνθρωπος εδώ δεν παραμένει ατσαλάκωτος όταν έρχεται σε επαφή με τη Φύση. Η Μεθόριος, για τον Κούπερ, δεν ήταν απλώς ο κυματοθραύστης της Φύσης αλλά το μέρος στο οποίο ο Αμερικάνος αναπροσδιορίζει τον εαυτό του και αναβαθμίζει τον Πολιτισμό 1.0 σε Πολιτισμό 2.0. Ο ‘φυσικός αριστοκράτης’ του Κούπερ γεννιέται στο ταξίδι για την Ιθάκη, όχι στην ίδια την Ιθάκη. Με ειδοποιούν όμως από το κοντρόλ ότι ο κ. Georg Hegel επιθυμεί να παρέμβει. Είστε σ’ ανοιχτή ακρόαση, κ. Hegel, σας ακούμε:

Το Πνεύμα εξωτερικεύεται και αναπτύσσεται μέσα στον ιστορικό χρόνο. Κατά την ανάπτυξή του αυτή αλλοτριώνεται, ξεπέφτει στο βασίλειο της αναγκαιότητας, τη Φύση, που είναι η εξωτερίκευση του Πνεύματος μέσα στο χώρο. Άρει όμως την αλλοτρίωσή του κατά την πορεία της ανάπτυξης, εμπλουτίζεται και επιστρέφει σ’ ένα ανώτερο επίπεδο.

Ο Πολιτισμός, το έτερον της Φύσης, αποτελεί ένα από τα μεταβατικά στάδια της ανάπτυξης του Πνεύματος. Είναι κινητικός και ζωντανός επειδή εμπεριέχει την ίδια την αντίφασή του. Ως μη-Φύση, αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στη Φύση, οπότε το Είναι και το μη-Είναι, η Φύση και η μη-Φύση ταυτίζονται. Και την αλήθεια του Πνεύματος δεν προσδιορίζει ούτε η Φύση ούτε η μη-Φύση• την αλήθεια του Πνεύματος προσδιορίζει το γίγνεσθαι της μετατροπής της Φύσης σε μη-Φύση, σε Πολιτισμό.

Η Μεθόριος είναι η αμοιβαία άρνηση της Φύσης με τη μη-Φύση και η εξύψωσή τους σε ένα ανώτερο επίπεδο. Εκεί μετατρέπεται η ενεργός πραγματικότητα σε αναγκαιότητα διαμέσου της Πράξης και γίνεται το άλμα προς την Έννοια. Στη Μεθόριο το Πνεύμα δημιουργεί τον ίδιο του τον εαυτό μέσω μιας διαδικασίας αυτογέννησης.

Ευχαριστούμε τον κήρυκα του Απόλυτου Πνεύματος γι’ αυτές του τις παρατηρήσεις και συνεχίζουμε. Ένας από τους τρόπους που επιλέγει ο Κούπερ για να δείξει αυτόν τον θρίαμβο του Πολιτισμού 2.0 επί της Φύσης είναι και μέσω των χαρακτήρων του βιβλίου. Ας τους δούμε λίγο, παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Ο ήρωας λοιπόν των Πιονιέρων είναι ο:


Δικαστής Μάρμαντιουκ Τέμπλ (όνομα, όχι αστεία). Μιλάμε για ατόφιο Πολιτισμό 2.0. Ο δικαστής Τεμπλ είναι ο ‘φυσικός αριστοκράτης’ του Κούπερ, ένας άνθρωπος που κάθε παιδί θα ήθελε για πατέρα: μεγαλόψυχος, καλόκαρδος, δίκαιος, ευγενικός, μόνιμα με χιούμορ και καλή διάθεση, αλλά και προικισμένος με όλες τις ποιότητες που απαιτεί η επιβίωση στα δύσκολα μέρη της Μεθορίου. Με κάτι τέτοιους ανθρώπους πηγαίνουν μπροστά οι κοινωνίες! Είναι αυτός που αναλαμβάνει το βασικό έργο της Μεθορίου, της συγκρότησης ενός Κοινωνικού Συμβολαίου μέσα στην αγριάδα της Φύσης. Το τέλειο αντίθετό του είναι ο Ινδιάνος:

Τσίνγκατσγκουκ. Γνωστός και ως ‘Indian John’, όμως εμείς ας χρησιμοποιήσουμε το αγαπημένο του όνομα όσο δυσπρόφερτο κι αν είναι. Στο κάτω κάτω, όπως λέει κι ο Κούπερ, «όλα τα ινδιάνικα ονόματα έχουν κάποιο νόημα» και το συγκεκριμένο σημαίνει Το Μεγάλο Φίδι. Εδώ λοιπόν μιλάμε για την ατόφια Φύση. Ο Τσίνγκατσγκουκ είναι ένας ηλικιωμένος Ινδιάνος που δεν μπορεί να τον αγγίξει ο Πολιτισμός, γι’ αυτό και πεθαίνει μαζί με τις παραδόσεις της φυλής του. Ο Πολιτισμός τελικά κυριαρχεί επί της Φύσης και τίποτα δε συμβολίζει καλύτερα αυτήν την κυριαρχία, όσο το δέσιμο του γέρου Ινδιάνου με όρκους πίστης και ευγνωμοσύνης προς τους λίγους λευκούς φίλους του. Ένας από αυτούς ΔΕΝ είναι ο:

Ρίτσαρντ Τζόουνς. Η φωνή της κατάκτησης και της ισοπέδωσης, που αντιπροσωπεύει το ελαττωματικό Κοινωνικό Συμβόλαιο, με την αναλγησία και την αλαζονία του. Η ύβρις του Πολιτισμού 1.0 επάνω στη Φύση, που προτείνει ακόμα και να φτιάξουν κανάλια γιατί τα υπάρχοντα ποτάμια δεν κυλούν κατά την κατεύθυνση που θα του άρεσε. Εξοργίζει αφόρητα τον:

Νάτι Μπάμπο (“The Leather-Stocking”). Ο απλοϊκός πεισματάρης κυνηγός, αμόρφωτος αλλά με τεράστιες αντοχές στον πόνο και στην κούραση, μόνιμα κακόκεφος αλλά άψογα προσαρμοσμένος στο περιβάλλον, είναι ο άνθρωπος που πατάει ταυτόχρονα σε δύο βάρκες: και στον Πολιτισμό και στη Φύση. Είναι μεν λευκός, όμως δεν αντέχει για πολύ τη συναναστροφή των ομοίων του. Ζει σε μία καλύβα στην ερημιά και ο μόνος πραγματικός του φίλος είναι ο γέρος Ινδιάνος που πεθαίνει. Οι πιονιέροι και οι άποικοι τού κόβουν τα δάση που λατρεύει. Τους βρίσκει κωμικούς και ακατανόητους ώρες ώρες. Είναι όλοι τους ενωμένοι με δεσμά πολύ πιο ισχυρά απ’ ό,τι θα ήθελε, με τις κοινωνικές και οικονομικές τους σχέσεις, την ιεραρχία τους, τους νόμους και τους θεσμούς τους.

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι η αντιπαράθεση του Νάτι και του δικαστή Τέμπλ. Ο δεύτερος θέλει να φέρει το νόμο, ο πρώτος θεωρεί ότι αποτελεί εξαίρεση από τους νόμους λόγω της αυτοπειθαρχίας του και του πανάρχαιου άγραφου δικαιώματός του στο κυνήγι για επιβίωση. Τίποτα όμως δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στην επέλαση του Πολιτισμού• στο τέλος ο Νάτι καταλαβαίνει ότι αποτελεί ξένο στοιχείο στο Κοινωνικό Συμβόλαιο, οπότε φεύγει προς τα δυτικά, πάει να βρει καινούργια δάση και μοναξιά, μόνο σ’ αυτά μπορεί να επιβιώσει... Μετά από τη μεγάλη επιτυχία των Πιονιέρων, ο Τζ. Φ. Κούπερ κάθισε και έγραψε τη συνέχεια του έργου, στο ίδιο σκηνικό και με τους ίδιους βασικούς ήρωες. Αυτή ΗΤΑΝ και το πρώτο Ουέστερν! Τα ημερολόγια έδειχναν 1826 όταν κυκλοφόρησε:

Ο Τελευταίος Των Μοϊκανών
Αποτελεί παράδοξο, αλλά το πρώτο Ουέστερν τελικά ήταν Ίστερν! Τι το διαφορετικό όμως είχε αυτό το βιβλίο σε σχέση με τους Πιονιέρους;

Τα πάντα!

Κατ’ αρχήν, το όλο ύφος: οι Πιονιέροι ήταν ένα φωτεινό και ευχάριστο μυθιστόρημα, σαν Λούκυ Λουκ, κατάλληλο και για ανηλίκους κάτω των 13 ετών. Βία δεν υπήρχε πουθενά• όλες οι πληγές ήταν επιφανειακές και θεραπεύονταν γρήγορα, όλες οι αντιπαραθέσεις τέλειωναν όμορφα, για κάθε πρόβλημα υπήρχε και ένα happy end. Ο Τελευταίος των Μοϊκανών ήταν ένα ζοφερό μυθιστόρημα, που ο θάνατος καραδοκούσε σε κάθε του σελίδα. Σκοτείνιασαν τα ειδυλλιακά δάση των Πιονιέρων, έγιναν παγίδες θανάτου, όλο επικίνδυνα ζώα και Ινδιάνους. Αυτοί οι τελευταίοι έπαψαν να είναι ψιλογραφικοί, έγιναν σκληροί και άγριοι, όπως η ίδια η Φύση που τους γέννησε. Ο Τσίνγκατσγκουκ, η ατόφια Φύση, έπαψε να είναι ο παροπλισμένος ερυθρόδερμος• έγινε μία φοβερή φιγούρα, larger than life, που επισκίαζε το πάντα στην παρουσία της. Ο δυτικός άνθρωπος έπαψε να είναι ο κατακτητής της Φύσης• έγινε ένα αδέξιο, θορυβώδες και γελοίο πλάσμα, εντελώς ακατάλληλο για το άγριο περιβάλλον των μεγάλων δασών, που όχι μόνο δεν μπορούσε να τα δαμάσει αλλά ούτε καν να επιβιώσει μέσα τους. Και ο Νάτι Μπάμπο, αυτή η ελαφρώς περιθωριακή φιγούρα των Πιονιέρων, έγινε ο πραγματικός ήρωας του Τελευταίου των Μοϊκανών. Το έτος 1826 ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας που ειπώθηκε ξεκάθαρα: Πολιτισμός – Φύση, σημειώσατε 2.



Ναι, ξέρω! Σου άνοιξα την όρεξη! Θες ν' ακούσεις τη μουσική, θες και να δεις τη φοβερή σκηνή στον γκρεμό με τον Russell Means και τον Daniel Day-Lewis, που αξίζει όσο χίλιες λέξεις βαρετής ανάλυσης! Ας είναι καλά το YouTube, σου τη βρήκα λοιπόν εδώ.


Τα χλωμά πρόσωπα είναι αφέντες της γης, ο καιρός των ερυθρόδερμων ακόμα να ξανάρθει… Η μέρα μου υπήρξε πολύ μεγάλη. Το πρωί είδα τους γιους των Ουνάμι δυνατούς και χαρούμενους• κι όμως, πριν πέσει η νύχτα, έζησα για να δω τον τελευταίο πολεμιστή της σοφής φυλής των Μοϊκανών
To be continued

Η Προτελευταία Αλήθεια (1964)

Στο φιλμ Underground του Εμίρ Κουστορίτσα, μία ομάδα ανθρώπων ζει κλεισμένη σ' ένα υπόγειο και κατασκευάζει όπλα πιστεύοντας ότι ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος συνεχίζεται ακόμη, ενώ η ελίτ ζει πλουσιοπάροχα παραμυθιάζοντας τους εγκλείστους. Πολύ ωραία έμπνευση, μόνο που είναι κλεμμένη.

Ήταν το 1964, όταν δημοσιεύτηκε Η Προτελευταία Αλήθεια του Φίλιπ Ντικ, ένα έργο που βαθμολογήθηκε χαμηλά από τους κριτικούς και σχεδόν αγνοήθηκε από το αναγνωστικό κοινό, ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας του αποφάνθηκε αργότερα: "σίγουρα δεν είναι από τα σημαντικά βιβλία μου, έχει όμως μερικές καλές ιδέες". Πράγματι.

Υποτίθεται λοιπόν ότι έχει ξεσπάσει ο Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος ανάμεσα στους συμμάχους των ΗΠΑ και σ' αυτούς της Σοβιετικής Ένωσης. Οι εχθροπραξίες γρήγορα κλιμακώνονται, γίνεται χρήση πυρηνικών και η Γη καθίσταται αβίωτη. Η πλειοψηφία της ανθρωπότητας κρύβεται σε υπόγεια καταφύγια και κατασκευάζει ρομπότ για τον πόλεμο, ενώ στην επιφάνεια απομένουν λίγοι υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί, μερικοί γραφειοκράτες, καθώς και ο "Προστάτης", ανώτατος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης που εμψυχώνει τους εγκλείστους από την τηλεόραση. Αυτή είναι και η μόνη επαφή του κόσμου με την επιφάνεια, πέρα από τους κομισάριους που κατεβαίνουν συνεχώς και επιβάλλουν νόρμες παραγωγής για τα υπόγεια εργοστάσια.
Ώσπου μια μέρα, μετά από δεκαπέντε χρόνια ζωής κάτω από το έδαφος, ένας έγκλειστος ανεβαίνει λαθραία επάνω και αντικρίζει κάτι... διαφορετικό από αυτό που περίμενε: ο πόλεμος έχει τελειώσει από καιρό, οι δύο πρώην αντιμαχόμενες ελίτ τα έχουν βρει μεταξύ τους και έχουν διαμοιράσει την υφήλιο σε γαιοκτησίες, μέσα στις οποίες ζούνε άνετα χάρη στα ρομπότ των υπόγειων σκλάβων. Όσο για τον "Προστάτη" και τα πολεμικά ανταποκριθέντα της τηλεόρασης, είναι όλα οπτικά εφέ. Κατασκευασμένα. Ψεύτικα.
Μέχρι εδώ, η ιδέα του Ντικ είναι περίφημη και πρωτότυπη. Από αυτό και μόνο θα μπορούσε να γράψει ένα πρώτης τάξεως μυθιστόρημα με ολοφάνερο πολιτικό μήνυμα. Δεν μπόρεσε όμως ν' αντισταθεί στον πειρασμό και να φορτώσει την υπόθεση με άφθονες και μάλλον περιττές υποπλοκές, καθώς και με έναν χρονοταξιδιώτη που περιπλέκει αναίτια την όλη κατάσταση. Αντί να αναπτύξει περισσότερο τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης των εγκλείστων σε αντίθεση με την ευμάρεια της ελίτ και να οδηγήσει την αφήγηση σε ένα τελικό ξεσκέπασμα και εξέγερση, προτίμησε να την αναλώσει σε περιπλοκές και να βρει έναν τρόπο να στριμώξει τον χρονοταξιδιώτη του. Τελικά ο αναγνώστης φτάνει στο τέλος του βιβλίου μπερδεμένος, έχοντας την αίσθηση ότι διάβασε ένα "παραλίγο αριστούργημα" - ο συνηθέστερος χαρακτηρισμός για την Προτελευταία Αλήθεια.

Το 1987 όμως, ο συγγραφέας Merritt Abrash δημοσίευσε ένα δοκίμιο στο Foundation που εξέταζε το βιβλίο από διαφορετικό πρίσμα: υποστήριζε ότι ο Φίλιπ Ντικ με την Προτελευταία Αλήθεια προέβαλλε την πολιτική επιχειρηματολογία του Ρουσσώ από το Κοινωνικό Συμβόλαιο σε μυθιστορηματικό πλαίσιο. Τα επιχειρήματά του ήταν αξιοσημείωτα:

Κατ' αρχήν, ο Abrash έθεσε το θέμα της εξαπάτησης του λαού από τις Αρχές. Στο βιβλίο του Ντικ, η συμπάθεια είναι ξεκάθαρα με το μέρος των εξαπατημένων εγκλείστων και η ελίτ της επιφάνειας περιγράφεται με άσχημα χρώματα. Ο συγγραφέας απεχθάνεται την εξαπάτηση και το δείχνει φανερά. Μπορεί, στα πλαίσια μιας πολιτικής θεωρίας, να δικαιολογηθεί η συνειδητή παραπλάνηση του λαού από τις Αρχές; Ναι, σε περιόδους πολέμου. Ναι, για λεπτά θέματα εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας. Ναι, αρκεί οι Αρχές να μην παραβιάζουν θεμελιώδη δικαιώματα του λαού, θα έλεγε ένας συνεπής οπαδός του Λοκ. Όχι, σε καμία περίπτωση, θα έλεγε ο Ρουσσώ. Γιατί, κατά τον Abrash, μόνο η πολιτική θεωρία του Κοινωνικού Συμβολαίου καταδικάζει απερίφραστα την παραπλάνηση του λαού υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, καμία άλλη. Πέραν, φυσικά, της Προτελευταίας Αλήθειας.
Εκτός αυτού, το βιβλίο είναι το μόνο έργο του Ντικ που έχει αναφορά στον Ρουσσώ, και μάλιστα από την εισαγωγή του Κοινωνικού Συμβολαίου: "...οι ζωές σας είναι λειψές, με τον τρόπο που εννοούσε ο Ρουσσώ όταν έλεγε για τον άνθρωπο που έρχεται στο φως ελεύθερος, τώρα όμως είναι παντού αλυσοδεμένος...". Σύμφωνα με τον Abrash, δεν είναι τυχαίο που ο Ντικ τονίζει στο βιβλίο τις τύψεις ορισμένων μελών της ελίτ. Η πασίγνωστη εισαγωγή του Κοινωνικού Συμβολαίου συνεχίζει: "Φαντάζεται κάποιος ότι είναι ο αφέντης των άλλων, ενώ στην πραγματικότητα είναι ο μεγαλύτερος σκλάβος από όλους". Οι έγκλειστοι μπορεί να έχουν χάσει τον ήλιο και την ελευθερία τους, έχουν όμως ισχυρό αίσθημα κοινότητας και συνεργασίας, κάτι που λείπει εντελώς από τις βολεμένες ελίτ. Και για τον Ρουσσώ, η αίσθηση της κοινότητας είναι απαραίτητη για να πραγματοποιηθούν οι ποιότητες ενός ανθρώπου.

Και ο χρονοταξιδιώτης (Ντέιβιντ Λαντάνο); Πού κολλάει αυτός; Σύμφωνα με τον Abrash, ο Λαντάνο παίρνει το ρόλο του σοφού Νομοθέτη που, κατά τον Ρουσσώ, είναι απαραίτητος για την πολιτική ολοκλήρωση κάποιας κοινότητας. Ο ελβετός στοχαστής είχε μάλιστα τονίσει ότι "ο Νομοθέτης πρέπει να εργάζεται σε έναν αιώνα και οι πράξεις του να καρποφορούν τον επόμενο αιώνα". Μόνο ένας χρονοταξιδιώτης, λέει ο Abrash ότι λέει ο Ντικ, μπορεί να το βιώσει πραγματικά αυτό. Στο τέλος όμως ο χρονοταξιδιώτης αποφασίζει να ασκήσει εξουσία για τους δικούς του, ιδιοτελείς σκοπούς, ενώ ο Ρουσσώ προειδοποιεί: "αυτός που έχει εξουσία επί των νόμων δε θα πρέπει να έχει και εξουσία επί των ανθρώπων". Γι' αυτό και ο πρωταγωνιστής στρέφεται τελικά εναντίον του. Όταν ο Λαντάνο εκπίπτει από το ρόλο του Νομοθέτη και αποφασίζει να εξουσιάσει, στα μάτια των εγκλείστων γίνεται ένα με τις εκμεταλλευτικές ελίτ.
Όσοι διαβάζουν αυτό το blog, ξέρουν ότι έχω αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας πως ο Φίλιπ Ντικ υπήρξε μετενσάρκωση του Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Ο Merritt Abrash μού προσφέρει ένα ακόμα πάτημα με το δοκίμιό του, δεν παίρνω θέση όμως στα επιχειρήματά του. Χρειάζονται περισσότερη έρευνα και σκέψη. Προς το παρόν, απλώς τα αναφέρω και επιφυλλάσσομαι για κάποια μελλοντική τοποθέτηση.

Όλοι Γότθοι

Έφτασε η στιγμή που όλοι περιμένατε!
Διακόσια πενήντα χρόνια μετά, το sequel του "Κοινωνικού Συμβολαίου" είναι πλέον ελεύθερα διαθέσιμο!
Αφού διαδόθηκε επί πέντε χρόνια δια στόματος και κιθάρας (αρχικά) και ιδιοχείρως δια mp3 (αργότερα), αφού τραγουδήθηκε σε παρεές, παίχτηκε σε μαγαζιά και εκπέμπθηκε από ραδιοφωνικούς σταθμούς, αποφάσισα να το καταστήσω δημόσιο αγαθό και να το προσφέρω ελεύθερα στις μάζες:
ΟΛΟΙ ΓΟΤΘΟΙ - Μία τομή στο έργο του Ρουσσώ, που επεκτείνει τον προβληματισμό του και εμπλουτίζει την αναλυτική του μέθοδο.
ΟΛΟΙ ΓΟΤΘΟΙ - Από εκεί που σταμάτησε ο Ρουσσώ ως εκεί που τελειώνει ο δυτικός πολιτισμός.
ΟΛΟΙ ΓΟΤΘΟΙ - Κοινωνικό Συμβόλαιο Reloaded, κατάθεση ψυχής σε σκληρό νόμισμα.
ΟΛΟΙ ΓΟΤΘΟΙ - Μία γροθιά σε όλα τα πολιτικά κατεστημένα, ένα καρκίνωμα στο σώμα του καπιταλισμού.
ΟΛΟΙ ΓΟΤΘΟΙ - Από ανθρώπους με μεράκι, για ανθρώπους με γούστο.
ΟΛΟΙ ΓΟΤΘΟΙ - Πας μη Έλλην βάρβαρος, Κόναν ο βάρβαρος.

(κλικ στο κουμπάκι)


Στίχοι - μουσική - ερμηνεία - ενορχήστρωση - τα μισά όργανα: η αφεντιά μου.
Ηχοληψία - συμβουλές - τα άλλα μισά όργανα: ο Μάριος, τον οποίο ευχαριστώ πολύ.
Η ηχογράφηση έγινε στο στούντιο Marios.

Η αναπαραγωγή δεν επιτρέπεται απλώς - επιβάλλεται. Η αναφορά στον δημιουργό δεν είναι ακριβώς 100% υποχρεωτική, όμως αν κάποιος δεν το κάνει, θα τον θεωρήσω γάιδαρο και θα δώσω στον εαυτό μου το δικαίωμα να του συμπεριφερθεί όπως συμπεριφέρεται κανείς σ' έναν γάιδαρο.


Κανένας κίνδυνος εάν ακολουθήσετε τις οδηγίες χρήσης.

Η Μετενσάρκωση Του Ζαν Ζακ Ρουσσώ ΙΙ

Ερχόμαστε τώρα στα σκληρά ναρκωτικά. Όποιοι σοκάρονται από θεολογικές - θρησκευτικές αναφορές, παρακαλούνται να παραλείψουν το ακόλουθο κείμενο και να πάνε στο τέλος της σελίδας, όπου θ' ακούσουν ωραία τραγούδια του Houston Marchman και του David Surkamp. Αυτό που θέλω να δείξω εδώ είναι η ομοιότητα της σκέψης των Ρουσσώ & Ντικ ακόμα στο θεολογικό κομμάτι του προβληματισμού τους. Ας αρχίσουμε όμως με μία μεσαιωνική περσική ιστοριούλα:

Ένας υφαντουργός κάποτε έπεσε στη δυσμένεια του χαλίφη, συνελήφθη και φυλακίστηκε ισόβια. Η γυναίκα του που τον αγαπούσε, ήθελε με κάποιον τρόπο να τον βοηθήσει να δραπετεύσει, όμως ήξερε ότι οι φύλακες θα άνοιγαν κάθε γράμμα της και θα εξέταζαν κάθε αντικείμενο που θα του έστελνε. Τελικά βρήκε τον τρόπο: μία μέρα έστειλε στον άντρα της ένα αθώο χαλί, τάχα για να κάνει τις προσευχές του (τους γνωστούς τεμενάδες προς τη Μέκκα που κάνουν οι μουσουλμάνοι). Οι φύλακες δεν είδαν κάτι το ύποπτο, οπότε το παρέδωσαν κανονικά στον φυλακισμένο. Ο υφαντουργός λοιπόν προσευχόταν επάνω στο χαλί, ξανά και ξανά, μέχρι που μια μέρα οι φύλακες βρήκαν την πόρτα της φυλακής ανοιχτή και τον υφαντουργό να έχει κάνει φτερά.
Τι είχε συμβεί;
Η γυναίκα του βρήκε τα σχέδια της κλειδαριάς της πόρτας και τα ύφανε στο χαλί. Ο σύζυγός της ακουμπούσε κάθε μέρα το κεφάλι του επάνω στο υφασμένο σχέδιο, μέχρι που αυτό εντυπώθηκε στο μυαλό του, οπότε έφτιαξε το κατάλληλο αντικλείδι και βγήκε.

Ο Φίλιπ Ντικ, κατά πάσα πιθανότητα, δεν είχε διαβάσει ποτέ του το παραπάνω παραμυθάκι - κρίμα, γιατί σίγουρα θα ενθουσιαζόταν. Κάτι παρόμοιο είχε διηγηθεί κι αυτός στα περισσότερά του έργα, μόνο που είχε ονομάσει τον χαλίφη "Τζόρυ" ή "Πάλμερ Έλντριτς" ή "Φέρρις Φ. Φρίμαουντ" ή "Μπελιάλ"• ο υφαντουργός είχε πολύ πιο πεζά ονόματα, συνήθως "Τζο Τσιπ" ή "Νικ Μπράντυ" ή "Χερμπ Άσερ"• η φυλακή της περσικής ιστοριούλας ήταν Φυλακή με φι κεφαλαίο για τον Ντικ, και μάλιστα Μαύρη & Σιδερένια• όσο για τη γυναίκα του υφαντουργού, της είχε δώσει ένα πολύ πιο εξωτικό όνομα: VALIS.

Γιατί όλα σχεδόν τα σημαντικά του έργα κινούνται περίπου στο ίδιο μοτίβο: ένας ανθρωπάκος που ζει μάλλον δυστυχισμένος, άγεται και φέρεται από υπέρτερες δυνάμεις (αφεντικά, γυναίκες, αστυνομία, φτώχεια, χαμηλό κοινωνικό status κ.α.), μέχρι που ξαφνικά διαπιστώνει ότι ο κόσμος του είναι κατασκευασμένος και ότι στην πραγματικότητα ζει μέσα σε μία Μαύρη Σιδερένια Φυλακή. Πάντα υπάρχουν δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις σ' αυτήν τη Γνωστικιστική θεολογία, ο Δημιουργός της φυλακής που είναι εχθρικός ως προς την ανθρώπινη ευτυχία, και οι φίλιες δυνάμεις του αληθινού Θεού που αναγκάζονται να κρύβονται και να επικοινωνούν με τους φυλακισμένους μέσω κωδικοποιημένων μηνυμάτων. Όσο για τη γνωστή πραγματικότητα που βιώνουμε όλοι μας καθημερινά, ανήκει σαφώς στην επικράτεια του εχθρού και ο αληθινός Θεός πρέπει να μεταμφιέζεται για να περάσει απαρατήρητος.


"Ο αληθινός Θεός διεξάγει ανταρτοπόλεμο σε εχθρικό έδαφος" - VALIS


Όπως ο κόσμος, έτσι και ο άνθρωπος είναι διαβρωμένος από την επιρροή του κακού. Όλοι σχεδόν οι μελετητές του συμφωνούνε ότι ο Ντικ αναγνώριζε ως βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου την ικανότητα να ταυτίζεται συναισθηματικά με τον άλλον - αυτό που οι Άγγλοι ονομάζουν empathy. O άνθρωπος γίνεται πραγματικά άνθρωπος μόνο αν μπορεί να βάζει τον εαυτό του στη θέση του άλλου. Ειδάλλως, είναι ένα ανδροειδές, ένα ρομπότ. Άσχετα από την κοινωνική θέση και την ευμάρεια που μπορεί ν' απολαμβάνει, ο ιδιοτελής και απομονωμένος στον εγωισμό του άνθρωπος δεν είναι παρά ένα όργανο στα χέρια του κακού Δημιουργού, ένας παράγοντας που αυξάνει την παγκόσμια εντροπία και συντελεί στη συνολική δυστυχία της ανθρωπότητας.

Η σκέψη του Ρουσσώ ξεκίνησε από διαφορετική αφετηρία, όμως μοιραία σε κάποια στιγμή αναρωτήθηκε κι αυτός από πού προέρχεται το κακό. Παρόλο που ο φυσικός άνθρωπος είναι "καλός" (δηλαδή, δεν έχει παρορμήσεις να προκαλεί δυστυχία στους άλλους), η συνύπαρξη ανθρώπου με άνθρωπο δημιουργεί πλάσματα ικανά να κάνουν κόλαση τη ζωή των υπολοίπων. Ποιος Θεός δημιούργησε αυτήν την κατάσταση πραγμάτων; Όπως και ο Ντικ έτσι και ο Ελβετός στοχαστής έδωσε μία μεταφυσική απάντηση με δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις, τόσο στον κόσμο όσο και στην ψυχή του ανθρώπου.
Κατ’ αρχήν, ο Ρουσσώ έβλεπε τον κοινωνικοποιημένο άνθρωπο διχασμένο ανάμεσα σε δύο αρχές: η μία ήταν η έκφραση του φυσικού αποτροπιασμού του μπροστά στον πόνο των άλλων – και εντός του Κοινωνικού Συμβολαίου, αυτό μεταφράζεται ως ηθική καλοσύνη και δικαιοσύνη – η άλλη τον καθιστούσε ευάλωτο στις επιθυμίες του, συνήθως εις βάρος των άλλων. Η πρώτη αρχή υπήρξε ο απόλυτος κανόνας όσο ο άνθρωπος ζούσε στην κατάσταση της φύσης• κάποτε όμως επήρθε η Πτώση, ο άνθρωπος κοινωνικοποιήθηκε και από τότε πρέπει να ασκεί ενεργητικά την κρίση και τη λογική του προκειμένου να χαλιναγωγεί την άνευ όρων υποχώρηση μπροστά στις επιθυμίες του. Γι' αυτό και ο Ρουσσώ περιέγραψε τη 2η αρχή ως παθητικότητα: "Γίνομαι ενεργητικός όταν υπακούω στο λόγο και παθητικός όταν με παρασέρνουν τα πάθη και οι επιθυμίες". Η ομοιότητα της σκέψης του με αυτήν του Φίλιπ Ντικ είναι ολοφάνερη, απλώς ο ένας υπογράμμιζε τη συναισθηματική ταύτιση ως το ιδιαίτερο ανθρώπινο γνώρισμα, ο άλλος τη συμπόνια. Και οι δύο πάντως θεωρούσαν ότι αυτό που αλλοτριώνει τον άνθρωπο είναι η ιδιοτέλεια.

Σε κοσμικό επίπεδο τώρα, η ενεργητική αρχή είναι ο Θεός και η παθητική είναι η Ύλη, ένας όρος που για τον Ρουσσώ ήταν ταυτόσημος με τη φθορά και την παρακμή• την απόλυτη παθητικότητα. Αν μπορούσε να διαβάσει το Martian Time-Slip, θα αναγνώριζε αμέσως τη σύλληψή του στα οράματα του Μάνφρεντ Στάινερ, αυτού του εξωκοινωνικού παιδιού που "απέφευγε τους ανθρώπους σαν να ήταν κοφτερά εμπόδια" και έβλεπε παντού την κυριαρχία της Ύλης με τη μορφή σκουλικόμορφων πλασμάτων. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο Ρουσσώ ξεκίνησε να περιγράφει τη Μαύρη Σιδερένια Φυλακή, βάζοντας την παντοδυναμία του Θεού να περιορίζεται εντός του κόσμου της "σκόρπιας και νεκρής ύλης":


"... την οποία η ενεργητική αρχή συνδυάζει και μεταβάλλει με άνεση, χωρίς όμως να την έχει δημιουργήσει και χωρίς να μπορεί να την εξουδετερώσει" - Δήλωση Πίστης Του Εφημέριου Από Τη Σαβοΐα


Μπορεί μεν ο Θεός να χειρίζεται την Ύλη (να καμουφλάρεται και να χάνεται στο περιβάλλον όπως η ζέβρα στην αφρικανική σαβάνα, θα έλεγε ο Ντικ), όχι όμως και να την ακυρώνει. Στο κάτω κάτω, δεν είναι αυτός ο δημιουργός της. Το σημαντικό όμως είναι ότι, όπως και στον Ντικ, η αρχή του καλού ΔΕΝ είναι η αιτία των πάντων - μία άποψη που απέχει ένα βήμα από τον Γνωστικισμό και για την οποία ο Ρουσσώ κατηγορήθηκε πολύ. Εκείνη την εποχή και με τέτοιου είδους συλλήψεις, υπήρξε τραγικά μόνος: "Οι φιλόσοφοι στους οποίους ανέφερα αυτή την ιδέα, με κορόιδεψαν: την έκριναν παράλογη και αντιφατική. Τούτο μπορεί βέβαια να συμβαίνει, εμένα όμως δε μου φάνηκε καθόλου τέτοια και αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να εξηγήσω άκοπα και με σαφήνεια, όπως ήθελα, τόσα ερωτήματα στα οποία μπλέκονται οι άλλοι"

Εφόσον άντεξες, αναγνώστη, να παρακολουθήσεις την παραπάνω συλλογιστική μέχρι το τέλος της, ήρθε η ώρα να ανταμειφθείς. Παρουσιάζω εδώ, σε παγκόσμια αποκλειστικότητα, την Ενδέκατη Ονειροπόληση του Ρουσσώ. Μέχρι στιγμής μόνο δέκα ήταν γνωστές, όμως η πρόσβαση που διαθέτω σε ιδιαίτερες πηγές και αρχεία, μου εξασφάλισε αυτό το άγνωστο κείμενο του Ελβετού στοχαστή. Γίνε ο πρώτος που το απολαμβάνει:

"Όταν κόντευε το βράδυ, κατέβαινα από τις κορυφές του νησιού και πήγαινα μ' ευχαρίστηση να καθίσω στην άκρη της λίμνης, στην ακρογιαλιά, σε κάποιο κρυμμένο καταφύγιο. Εκεί, ο θόρυβος των κυμάτων κι η αναταραχή του νερού ακινητοποιούσαν τις αισθήσεις μου και διώχναν από την ψυχή μου κάθε άλλη ταραχή βυθίζοντάς με σε μία υπέροχη ονειροπόληση, κι έτσι μ' έβρισκε συχνά η νύχτα χωρίς να το καταλάβω. Έβλεπα σπίθες, βροχές ολόκληρες από χρωματιστές σπίθες, όπως όταν χαλάει η εικόνα της οθόνης στην τηλεόραση. Σπίθες στο νερό, σπίθες στον αέρα. Και όλος ο κόσμος ήταν ένα ζωντανό πλάσμα, οπουδήποτε και να κοιτούσα. Τίποτα δεν ήταν συμπτωματικό: το κάθε τι ταίριαζε και γινόταν με κάποιο σκοπό, για κάποιο λόγο. Η παλίρροια και η άμπωτις του νερού, ο διαρκής αλλά κατά διαστήματα μεγάλος θόρυβος που χτυπούσε ακατάπαυστα τα μάτια και τ' αυτιά μου, συμπλήρωναν τις εσωτερικές μου κινήσεις και αρκούσαν να με κάνουν να αισθανθώ με ευχαρίστηση την ύπαρξή μου. Από καιρού εις καιρόν γεννιόταν στο μυαλό μου κάποια αδύναμη και σύντομη εικόνα: μία πόρτα, πολύ στενή, με έντονο κόκκινο και χρυσαφένιο περίγραμμα. Πίσω της φαινόταν ένα νυχτερινό τοπίο, μία νησιώτικη παραλία εντελώς γαλήνια, με μαύρα νερά σαν μελάνι στο φως του φεγγαριού. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν μία σκηνή από την αρχαία Ελλάδα. Στο νησί υπήρχε και μία γυναίκα - όχι ακριβώς, περισσότερο σαν άγαλμα έμοιαζε, μάλλον της Κυρηναϊκής Αφροδίτης. Στεκόταν εκεί στο φεγγαρόφωτο, χλωμή και κρύα, από μάρμαρο φτιαγμένη. Ίσως η πόρτα ήταν ένα αδύνατο χρονικό σημείο και έβλεπα πίσω στο παρελθόν. Σε λίγο όμως, αυτή η ελαφριά εντύπωση έσβηνε μέσα στην ομοιομορφία της διαρκούς κίνησης του νερού που με νανούριζε και που δίχως καμία ενεργητική βοήθεια απ' την ψυχή μου με κρατούσε δεμένο με μάγια, σε σημείο που όταν ερχόταν η ώρα και με καλούσε το συμφωνημένο σινιάλο, δεν μπορούσα ν' αποσπαστώ από εκεί χωρίς κόπο"

Η Μετενσάρκωση Του Ζαν Ζακ Ρουσσώ I

Ήταν ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο παιδί. Μεγάλωσε και έγινε ένας ιδιαίτερα ευαίσθητος άντρας. Ταυτιζόταν με τον απλό άνθρωπο, ένιωθε τα βάσανά του, ενώ αγανακτούσε με την καταπίεση και οργιζόταν ως τα βάθη της ψυχής του με την αδικία. Βίωσε στο πετσί του τη φτώχεια και την αστυνομική δίωξη. Ήταν πολύ άτυχος στο θέμα του γάμου• βίωσε επίσης στο πετσί του τη μιζέρια και την ψυχοφθόρο συζυγική ρουτίνα. Τιμούσε τη χειρωνακτική, δημιουργική εργασία και τους ανθρώπους της, αγαπούσε την επαρχία και αντιπαθούσε τις μεγαλουπόλεις. Λάτρευε τη μουσική, μάλιστα ασχολήθηκε μαζί της και επαγγελματικά. Είχε σπουδαίο ταλέντο στο γράψιμο, δημοσίευσε βιβλία που έκαναν εντύπωση και απέκτησαν φανατικούς θαυμαστές. Έζησε μάλλον δυστυχισμένος και πικραμένος, ενώ σε κάποιες περιόδους είχε κυλήσει επικίνδυνα κοντά στη σχιζοφρένεια: πίστευε σφοδρά ότι αποτελούσε το αντικείμενο σκοτεινών συνομωσιών και ότι είχε γίνει στόχος καταδίωξης. Ο ίδιος ούτε που θα φανταζόταν την επίδραση που έμελλε να ασκήσουν οι ιδέες του μετά θάνατον και την αναγνώριση που θα αποκτούσε.

Οι παραπάνω σημειώσεις περιγράφουν τόσο τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ όσο και τον Φίλιπ Ντικ. Έναν Ελβετό διανοούμενο κι έναν Αμερικάνο συγγραφέα ΕΦ που έζησαν με διαφορά δύο αιώνων• και που οι μελετητές καθενός επιμένουν ότι είναι αδύνατο να κατανοήσεις το έργο του αν δεν το αναγάγεις στον άνθρωπο και στη ζωή του. Μία εύλογη ερμηνεία είναι ότι ο Ντικ αποτελούσε μετενσάρκωση του Ρουσσώ. Έχει προταθεί επίσης και η ερμηνεία (που σήμερα απορρίπτεται ως ελλιπώς τεκμηριωμένη) ότι οι γαλλικές μεταφράσεις των έργων του Ντικ έπεσαν σε μία χρονοδίνη, προβλήθηκαν 230 χρόνια στο παρελθόν, τις διάβασε ο Ρουσσώ και εμπνεύστηκε. Υπάρχει, τέλος, και μία περιθωριακή ερμηνεία, ότι οι δύο άντρες έτυχε απλώς να έχουν πολλά κοινά στο χαρακτήρα και στις εμπειρίες τους, οπότε μοιραία ανέπτυξαν και κοινό τρόπο σκέψης• κανένας λογικός άνθρωπος όμως δεν πιστεύει τέτοιες εξωφρενικές τερατολογίες. Παρακάτω θα επιχειρήσω να αποδείξω ότι πράγματι ο Πολίτης της Γενεύης ξαναγεννήθηκε δυόμισι αιώνες αργότερα στις ΗΠΑ ως Φίλιπ Ντικ και συνέχισε τη συγγραφική του καριέρα από εκεί που την είχε διακόψει. Το πρώτο στοιχείο είναι η εκπληκτική φυσιογνωμική ομοιότητα των δύο αντρών: έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες βροχής.








H φωτογραφία απεικονίζει τον Φιλιπ Ντικ, αμερικανό συγγραφέα ΕΦ του 20ου αιώνα, και τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Ελβετό διανοούμενο του 18ου αιώνα. Ποιος είναι ποιος;

Κοινωνία/Ντικ
. Ο προβληματισμός του Ρουσσώ και του Ντικ κινήθηκε σε πολύ παρόμοια μονοπάτια, υπάρχει όμως μία συγκεκριμένη ομοιότητα που χτυπάει έντονα και ξεχωρίζει: τόσο ο Πολίτης της Γενεύης όσο και ο σκοτεινός συγγραφέας από την ηλιόλουστη Καλιφόρνια αναρωτιόνταν τι είναι αυτό που η οργανωμένη κοινωνία στερεί από τον άνθρωπο. Αν και πότε το Κοινωνικό Συμβόλαιο λεηλατεί τους συμβαλλομένους ή κάποιους απ' αυτούς, τουλάχιστον.

Ο Φίλιπ Ντικ μπορεί να μην παρουσίασε μία ολοκληρωμένη φιλοσοφία στις γραμμές των βιβλίων του, την έδωσε όμως ανάμεσά τους. Και όπως στο VALIS δήλωσε ότι ο Θεός είναι ζέβρα, στο Martian Time-Slip απεικόνισε το Κοινωνικό Συμβόλαιο σαν εκείνη τη χελώνα του μύθου που κουβαλάει την υποστηριζόμενη από τέσσερις ελέφαντες Γη στην πλάτη της. Περιέγραψα αναλυτικά εδώ το κοινωνικό μανιφέστο που εκπορεύεται μέσα από τις σελίδες του Martian Time-Slip, θέλω όμως τώρα να σταθώ στον πρώτο ελέφαντα, αυτόν που ονόμασα Ετεροκαθορισμό, και που εκφράζει μία εντονότατη κοινωνική πίεση: να αξιολογείς τον εαυτό σου σύμφωνα με το feedback που σου δίνουν οι άλλοι και να μη βασίζεσαι σε εσωτερικούς κώδικες αξιών.

Το κάθε παιδί έπρεπε να μάθει να ζει παρατηρώντας όσους βρίσκονταν γύρω του, τους γονείς και τους καθηγητές του, τους αντιπροσώπους γενικά κάθε μορφής εξουσίας ... ο αληθινός αυτισμός δεν ήταν σε τελευταία ανάλυση παρά η αδιαφορία απέναντι στη συλλογική προσπάθεια, η ατομικιστική συμπεριφορά που υπονοούσε ότι ο κάθε άνθρωπος ήταν αυτεξούσιος δημιουργός αξιών και όχι παθητικός δέκτης την κληρονομούμενων αξιών της κοινότητας (Martian Time-Slip)


Η ιδέα αυτή ήταν πολύ οικεία στον Ρουσσώ. Αξίζει όμως τον κόπο να δούμε αναλυτικότερα τη σκέψη του επάνω στο θέμα.
Κοινωνία/Ρουσσώ. Ο Ρουσσώ έζησε σε μία μεταβατική εποχή όπου ένας καινούργιος κόσμος έβγαινε στο φως, απελευθερωμένος από το σκοτάδι του παρελθόντος. Ο Βολταίρος και ο Ντιντερό υμνούσαν την επιστημονική πρόοδο, υποστήριζαν μάλιστα πως η διάδοση στις μάζες του καινούργιου τρόπου σκέψης και των εφαρμογών του θα επιφέρει μία ευρύτερη χειραφέτηση• από τη στιγμή που οι δεισιδαιμονίες θα αποτελέσουν κομμάτι του παρελθόντος και ο κόσμος, δια της επιστήμης, θα γίνει φιλικός προς τον χρήστη, οι κοινωνικοί αναχρονισμοί θα εκλείψουν, η καταπίεση ανθρώπου από άνθρωπο θα μειωθεί δραματικά, οι κοινωνίες θα κατακτήσουν πρωτόγνωρους βαθμούς ελευθερίας και δικαιοσύνης. Σωστά;
Δεν είναι τόσο απλό, έλεγε ο Ρουσσώ...

Αντιθέτως, συμπλήρωνε, υφίσταται μία μεγάλη ηθική καθυστέρηση. Ο άνθρωπος μπορεί να κατέχει νέα υλικά μέσα και να καταλαβαίνει καλύτερα τη λειτουργία του κόσμου, όμως στις κοινωνικές σχέσεις συνεχίζει να βασιλεύει η αδικία, η εκμετάλλευση, η υστεροβουλία, η ταπείνωση, ο απεχθής εγωισμός και τόσα άλλα δαιμόνια. Η επιστημονική πρόοδος δεν έχει τίποτα να κάνει με την ουσιαστική πρόοδο της κοινωνίας. Κι αυτό γιατί η ρίζα της κακοδαιμονίας δε βρίσκεται στην έλλειψη πλούτου και αγαθών ούτε στο σκοταδισμό των δεισιδαιμονιών• βρίσκεται στην ίδια την οργανωμένη κοινωνία όπως την ξέρουμε, στη συνύπαρξη ανθρώπου με άνθρωπο.


Συνύπαρξη ανθρώπου με άνθρωπο, γνωστή και ως "κοινωνία": προσοχή, τοξικό

Πού όμως έγκειται το δηλητήριο και πού η αποτοξίνωση; Για να το απαντήσουμε αυτό, πρέπει να προσπαθήσουμε να φανταστούμε τον άνθρωπο εκτός κοινωνίας. Πώς θα συμπεριφερόταν, θα σκεφτόταν και θα λειτουργούσε κάποιος που δε δέχτηκε ποτέ του καμία κοινωνική επιρροή; Ο Χομπς είχε ήδη δώσει τη δική του απάντηση σ' αυτό το ερώτημα όταν ο Ρουσσώ ξεκινούσε να γράφει• είχε πει ότι ένας άνθρωπος στη φυσική (= εξωκοινωνική) του κατάσταση είναι ο χειρότερος εφιάλτης των άλλων ανθρώπων (homo hominis lupus) και ότι ένας καθολικός πόλεμος είναι η ζωή εκτός του Κοινωνικού Συμβολαίου. Ποια ζωή, δηλαδή; Σύμφωνα με τον Άγγλο στοχαστή, ο βίος των ανθρώπων στην κατάσταση της φύσης είναι "μοναχικός, άθλιος, οδυνηρός, κτηνώδης και βραχύς".

Κάπως έτσι θα ήμασταν, κατά τον Χομπς, εκτός του Κοινωνικού Συμβολαίου - κι αυτό στις καλύτερές μας στιγμές. Τις βροχερές μέρες, θα ήμασταν πολύ χειρότερα

Η οργανωμένη κοινωνία είναι λοιπόν, σύμφωνα με τον Χομπς, το μόνο φάρμακο στην έμφυτη βία του ανθρώπου και ο μόνος θεσμός που εγγυάται στο αδύναμο πλάσμα μία κάποια υποφερτή ζωή.
Ο Ρουσσώ οραματιζόταν τον άνθρωπο στην κατάσταση της φύσης κάπως διαφορετικά...
"Περιπλανώμενος στα δάση, χωρίς επάγγελμα, ομιλία, κατοικία και δεσμούς, χωρίς καμία ανάγκη των ομοίων του και χωρίς καμία επιθυμία να τους κάνει κακό ... ο Άγριος ήταν ένα μοναχικό ζώο, που δεν υπέκυπτε σε κανένα νόμο παρά μόνο στις αναγκαιότητες της φύσης και δεν είχε καμία ηθική υποχρέωση παρά μόνο να συντηρεί τον εαυτό του" - "Η φαντασία του δεν του περιγράφει τίποτα• η καρδιά του δεν του γυρεύει τίποτα• η ψυχή του, που τίποτα δεν την ταράζει, παραδίνεται στο μοναδικό αίσθημα της τωρινής του ύπαρξης, χωρίς καμία ιδέα για το μέλλον. Τα σχέδιά του, περιορισμένα σαν τις απόψεις του, εκτείνονται μόνο ως το τέλος της ημέρας". Στα συναπαντήματα και στις όποιες αλληλεπιδράσεις του με άλλους όμοιούς του, ο Άγριος διέθετε απλώς μία έμφυτη τάση προς τη συμπόνια και το έλεος, όσο αυτό δεν αντιμαχόταν τις αναγκαιότητες της αυτοσυντήρησης - ο αποτροπιασμός προς τον πόνο των άλλων είναι, δηλαδή, εξίσου θεμελιώδες συστατικό της αμόλυντης ανθρώπινης ψυχής όσο και η πίεση της αυτοσυντήρησης. Και η ζωή εκτός του Κοινωνικού Συμβολαίου δεν ταυτίζεται με τη δυστυχία και τη μιζέρια αλλά με την ικανοποίηση της αυτάρκειας: "Θα ήθελα να μου εξηγήσουν τι είδους δυστυχία μπορεί να αισθάνεται ένας ελεύθερος άνθρωπος, που η καρδιά του είναι ειρηνική και το σώμα του όλο υγεία".

Rousseau: No society, no ties, no problems
[Παρένθεση: Αυτός ο εξωκοινωνικός άνθρωπος έχει επικρατήσει σήμερα να ονομάζεται "ευγενής άγριος". Εβδομήντα περίπου χρόνια μετά την εμφάνισή του στα γραπτά του Ρουσσώ, τον επανέφερε στη λογοτεχνική ζωή ο Τζ. Φένιμορ Κούπερ με το όνομα Νάτι Μπάμπο, γνωστός και ως Hawkeye, στον "Τελευταίο Των Μοϊκανών". Η τεράστια επιτυχία του βιβλίου, καθώς και των υπολοίπων που βγήκαν από την πένα του Κούπερ, δημιούργησε ένα καινούργιο λογοτεχνικό και αργότερα κινηματογραφικό είδος, το ουέστερν. Ισχυρίζομαι, και δεν είμαι μόνος σ' αυτό, ότι η πραγματική αναμέτρηση σε ένα χορταστικό ουέστερν, είτε λογοτεχνικό είτε κινηματογραφικό, δεν είναι ο καλός εναντίον του κακού αλλά το άτομο εναντίον της κοινωνίας - και όσοι το αμφισβητούν αυτό, δεν έχουν παρά να κάνουν εντατικά φροντιστήρια ξαναβλέποντας το διασημότερο ουέστερν όλων των εποχών, στο οποίο η διάκριση αυτή καθίσταται ολοφάνερη. Ο "ευγενής άγριος", αυτός ο εξωκοινωνικός, ανεπιτήδευτος, λιγομίλητος, ανεξάρτητος, αυτάρκης, live-and-let-live άνθρωπος συνεχίζει ως σήμερα να εξάπτει τη φαντασία μας ξεφυτρώνοντας συνεχώς στη λαϊκή κουλτούρα, ακόμα και στα πιο απρόσμενα μέρη. Τι άλλο είναι ο Λώρενς της Αραβίας, όπως παρουσιάζεται στους "Επτά Πυλώνες της Σοφίας" και στο ομώνυμο φιλμ του 1962, παρά ένας ήρωας ουέστερν, ένας ακόμα "ευγενής άγριος"; Ο Ρουσσώ χτύπησε φλέβα χρυσού εδώ].
Ερχόμαστε τώρα στον πυρήνα του προβλήματος: γιατί η οργανωμένη κοινωνία παίρνει ένα ειρηνικό ζώο και το κάνει εγωιστικό; Η απάντηση έγκειται στον τρόπο που αντιμετωπίζει τον εαυτό του ένας κοινωνικοποιημένος και ένας εξωκοινωνικός άνθρωπος. Κατά τον Ρουσσώ, ο καθένας μας είναι προκισμένος από τη Φύση με ένα είδος αγάπης για τον εαυτό του (amour de soi), απαραίτητη για την αυτοσυντήρηση. Το πιο άχρηστο δώρο που μπορείτε να κάνετε σ' έναν τέτοιο άνθρωπο είναι ένα βιβλίο θετικής σκέψης, Αγάπησε Τον Εαυτό Σου ή κάτι ανάλογο. Όχι απλώς αγαπάει ήδη σφοδρά τον εαυτό του, αλλά έχει συνάψει και Σύμφωνο Συμβίωσης μαζί του! Ο εαυτός του είναι το κέντρο του κόσμου, το άλφα και το ωμέγα της ύπαρξής του.
Η κοινωνικοποίηση όμως εισάγει λαθραία τον παράγοντα της έγνοιας για τη γνώμη των άλλων και μετατρέπει τη φυσική αυτο-αγάπη σε υπερηφάνεια (amour-propre, η οποία είναι πρωτοξαδερφάκι του Ετεροκαθορισμού, του πρώτου ελέφαντα). Κάθε φορά που νοιαζόμαστε για το τι θα πουν οι άλλοι, πώς θα φανούμε στους άλλους, κάθε φορά που χαιρόμαστε επειδή είμαστε καλύτεροι από τους άλλους ή στεναχωριόμαστε επειδή είμαστε χειρότεροι, κάθε φορά που φοβόμαστε για την εικόνα μας, που συγκρίνουμε τον εαυτό μας με άλλους, που ενδιαφερόμαστε για τη φήμη μας κ.λπ., είμαστε δηλητηριασμένοι. Η πιο γνωστή φράση που έγραψε ποτέ ο Ρουσσώ είναι από τη Διατριβή Περί Ανισότητας και έχει ως εξής: "Ο πρώτος άνθρωπος που έφραξε ένα χωράφι, είπε ‘Αυτό είναι δικό μου’ και βρήκε αρκετούς εύπιστους να του το αναγνωρίσουν, αυτός ήταν και ο αληθινός ιδρυτής της πολιτισμένης κοινωνίας. Από πόσους πολέμους, εγκλήματα, φόνους και φρικτές κακοτοπιές δε θα είχε σώσει την ανθρωπότητα κάποιος που θα τραβούσε τους πασσάλους ή θα έφραζε το χαντάκι και θα φώναζε στους άλλους: Μην ακούτε αυτόν τον απατεώνα, μην ξεχάσετε ποτέ ότι οι καρποί της γης ανήκουν σε όλους και η ίδια η γη σε κανέναν". Θα μπορούσε όμως κάλλιστα να είχε γράψει: "Το πρώτο παιδί που ένιωσε τύψεις επειδή η μητέρα του είπε ‘Ντροπή σου!’ ή χαρά επειδή είπε ‘Μπράβο σου!’, αυτό ίδρυσε αυτομάτως την πολιτισμένη κοινωνία. Από πόσες δυστυχίες, καταθλίψεις, πόνους και υπαρξιακά αδιέξοδα δε θα είχε σώσει την ανθρωπότητα κάποιος που θα του έλεγε εκείνη τη στιγμή: Μη μετράς τον εαυτό σου με τις αντιδράσεις των άλλων, μη δεχτείς ποτέ το φροϋδικό υπερεγώ ν’ ανοίξει προξενείο στην ψυχή σου".






Ασθενής που υποφέρει από amour-propre, με εμφανή συμπτώματα χολερικής ματαιοδοξίας, υπερτασικού ναρκισσισμού, χρόνιας ωραιοπάθειας, κακοήθους εγωισμού, καλπάζουσας φιλοδοξίας και σχιζοειδούς φιλαυτίας. Η ασθένεια εδώ βρίσκεται στα τελευταία στάδιά της



Ιδού Εγώ/Ντικ, Ρουσσώ. Και οι δύο άντρες ένιωσαν σε κάποια προχωρημένη στιγμή της ζωής τους την ανάγκη να βάλουν κάτω το παρελθόν τους, να το απογυμνώσουν από κάθε ωραιοποίηση και να σταθούν απέναντι από τον εαυτό τους. Ο Ντικ το έκανε κυρίως με το VALIS και ο Ρουσσώ με τις περίφημες Εξομολογήσεις του.
Όποιοι από εσάς δεν έχετε διαβάσει τις Εξομολογήσεις, να ξέρετε ότι στερήσατε από τον εαυτό σας ένα μεγάλο μέρος ατόφιας αναγνωστικής ηδονής. Τρέξτε αμέσως εδώ να επανορθώσετε, οι αγγλομαθείς. Δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμα βιογραφία. Είναι μία κατάθεση ψυχής σε σκληρό νόμισμα, ένα ξεγύμνωμα ζωής και εαυτού που ελάχιστοι έχουν επιτύχει - στο φινάλε, είναι και ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα με άφθονη τροφή για σκέψη. Ο Ρουσσώ θέτει τον πήχυ πολύ ψηλά από τις πρώτες κιόλας γραμμές του έργου: Αποφάσισα να επιχειρήσω κάτι χωρίς προηγούμενο, κάτι που όταν ολοκληρωθεί δεν θα 'χει όμοιό του. Να παρουσιάσω ένα πορτραίτο πιστό σε κάθε λεπτομέρεια, και το αντικείμενο του πορτραίτου να είμαι εγώ. Το κατάφερε.
Ο Εαυτός Μου Ως Βούληση & Ως Παράσταση/Ντικ, Ρουσσώ. Είναι ενδιαφέρον ότι και οι δύο συγγραφείς χρησιμοποίησαν σε κάποια στιγμή ένα παρόμοιο αφηγηματικό τέχνασμα, το οποίο δεν έχει ξαναπαρουσιαστεί - απ' όσο ξέρω, τουλάχιστον. Έγραψαν ένα μυθιστορηματικό έργο με αντικείμενο τον εαυτό τους, τοποθετώντας παράλληλα ένα άλλο αντίγραφο του εαυτού τους ως ήρωα του μυθιστορήματος!
Στους Διαλόγους, ένα έργο που μάλλον έχει ξεφύγει της προσοχής πολλών μελετητών, ένας Γάλλος συζητά με έναν αναζητητή της αλήθειας ονόματι "Ρουσσώ" για τον ιδιαίτερα κακόφημο συγγραφέα "Ζαν Ζακ" (δηλαδή, τον... ιστορικό Ρουσσώ) και τα έργα του. Ο αναγνώστης μπορεί ακόμα και να μπερδευτεί από τον ρουσσωικό πληθωρισμό: έχουμε τον "Ρουσσώ", χαρακτήρα των Διαλόγων, τον "Ζαν Ζακ", το αντικείμενο της συζήτησης, καθώς και τον ίδιο τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ που έγραψε το έργο!
Και ο Ντικ όμως στο VALIS εισάγει έναν παρόμοιο ντίκειο πληθωρισμό, ιδιαίτερα γοητευτικό. Αφηγητής του έργου είναι ο Φιλ Ντικ, συγγραφέας ΕΦ από την Καλιφόρνια, ο οποίος μιλάει για τον φίλο του Χορσλάβερ Φατ (Horselover = Φίλιππος στα ελληνικά, Fat = Dick στα γερμανικά), που η ζωή του παίρνει σταδιακά την κάτω βόλτα. Μετά από μερικές σελίδες, ο αφηγητής κάνει μία ξαφνική αποκάλυψη: "Εγώ είμαι ο Ηορσλάβερ Φατ και τα γράφω αυτά στο τρίτο ενικό για να κερδίσω λίγη αντικειμενικότητα, που τόσο πολύ χρειάζομαι". Η πλοκή συνεχίζεται με διάφορα γεγονότα, ο Φιλ και ο Χορς μοιράζονται τις σκέψεις και τις αγωνίες τους μαζί με τους υπόλοιπους φίλους της παρέας μέχρι που, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, πηγαίνουν να επισκεφτούν τους Λάμπτον. Εκεί ανακαλύπτουν τη Θεϊκή Σοφία ενσαρκωμένη σε ένα μικρό παιδί και τότε ο Φατ εξαφανίζεται. Η τετραμελής παρέα γίνεται τριμελής: "Γύρισα να μιλήσω στον Φατ - δεν είδα κανέναν. Είδα μόνο τον Έρικ Λάμπτον και τη γυναίκα του, τον άντρα που πέθαινε στην αναπηρική πολυθρόνα, τον Κέβιν και τον Ντέιβιντ. Ο Χορσλάβερ Φατ είχε χαθεί για πάντα, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ".

Τελειώνοντας αυτό το κείμενο, δείνω το λόγο στο στοχαστή της Γενεύης για ένα ωραίο κλείσιμο, όπως μόνο αυτός ξέρει. Πες μας, Ζαν Ζακ, ποιο είναι το μεγαλύτερό σου όνειρο, η πιο τρανταχτή σου επιθυμία;
"Ακόμα κι αν όλα τα όνειρά μου γίνονταν πραγματικότητα, δε θα μου έφτανε• θα φανταζόμουν, θα ονειρευόμουν και θα επιθυμούσα κι άλλα!"

Βonus Track: Ακούστε εδώ μουσική γραμμένη από τον Ρουσσώ! Ωραία κομμάτια, ε;