Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η Στίξη Των Λίγων

Ανταπόκριση από κάποιο εναλλακτικό σύμπαν: 

Τα πλήκτρα της γραφομηχανής πολυβολούσαν μανιασμένα καθώς ο Γιώργος Σεφέρης δακτυλογραφούσε το ποίημα του. Σταμάτησε, γύρισε στην αρχή της σελίδας κι αποφάσισε να το ονομάσει: 

ΑΡΝΗΣΗ
Στο περιγιάλι το κρυφό
Κι άσπρο σαν περιστέρι
Διψάσαμε το μεσημέρι
Μα το νερό γλυφό.

Η χρονιά ήταν το 1931. Από το ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν ένα γραμμόφωνο να παίζει κάποια οπερέτα της εποχής, κι ο ποιητής έβαλε σκοπό να το νικήσει με τη γραφομηχανή του: 

Πάνω στην άμμο την ξανθή
Γράψαμε τ' όνομά της... 
 

"Τι κάνει ρίμα με τ' όνομά της;..." αναρωτήθηκε, "η ματιά της;... η καρδιά της;... Κλισέ όλα, θέλω κάτι διαφορετικό!". Η γραφομηχανή σίγησε κι η οπερέτα του παραθύρου κυριάρχησε στιγμιαία. Η κουρτίνα ρίγησε καθώς τη φύσηξε ο μπάτης - ο μπάτης!

... Ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
Και σβήστηκε η γραφή

Το σφυροκόπημα της γραφομηχανής σκέπασε εντελώς την οπερέτα καθώς η τελευταία στροφή λες και βγήκε από μόνη της:

Mε τι καρδιά, με τι πνοή
Τι πόθους και τι πάθος 
Πήραμε τη ζωή μας· λάθος! 
Κι αλλάξαμε ζωή.

Ωραία, τώρα παίξε όσο θες, οπερέτα! Ο Γιώργος Σεφέρης έγειρε πίσω στην καρέκλα κουρασμένος αλλά χαμογελαστός, καμαρώνοντας το ολοκληρωμένο ποιήμα. Πήρε ένα μολύβι να πατήσει λίγο την άνω τελεία - γερασμένη γραφομηχανή και φαγωμένα πλήκτρα, χτύπησε πολλές άνω τελείες στη ζωή της:

Πήραμε τη ζωή μας• λάθος!

Συνεχίζει ν' αχνοφαίνεται... Ο ποιητής την ξαναπάτησε με το μολύβι: 

Πήραμε τη ζωή μας• λάθος!

"Χάλια!..." μονολόγησε ο Σεφέρης, "πρέπει να το δακτυλογραφήσω ξανά. Όμως όχι μόνο αυτό... Ποιος θα προσέξει την άνω τελεία; Θα την προσπεράσουν όλοι - και θ' αλλάξουν εντελώς το νόημα του ποιήματος! Η άνω τελεία είναι η στίξη των λόγιων, των λίγων. Σκέψου να το μελοποιήσει και κανένας στο μέλλον!... Θα το τραγουδάνε όλοι: Πήραμε τη ζωή μας λάθος / Κι αλλάξαμε ζωή... Θα φτιάξουν ένα διαφορετικό ποιήμα. Σιγά κι αν θα θυμούνται ότι ο τίτλος του είναι ΑΡΝΗΣΗ, θα το λένε όλοι Στο Περιγιάλι το Κρυφό!... Λοιπόν, πρέπει ν' αποφεύγω τις άνω τελείες. Είναι η στίξη των λίγων"

Η οπερέτα ελάχιστα μπόρεσε να χαρεί τη νίκη της καθώς η γραφομηχανή ξαναπήρε φωτιά για την τελική, ολοκληρωμένη, σαφέστερη εκδοχή του ποιήματος:

Mε τι καρδιά, με τι πνοή 
Τι πόθους, τι λαχτάρα
Πήραμε τη ζωή... Κατάρα!
Κι αλλάξαμε ζωή. 
 

* * * * *

 

Η Άρνηση του Σεφέρη στην αρχική & άγνωστη ηχογράφηση με τον Γιώργο Μούτσιο (όχι στην πασίγνωστη με τον Μπιθικώτση), που αποδίδει την άνω τελεία και το νόημα του ποιήματος:


Το Κρυμμένο Τάλαντο

Τα πάντα ξεκίνησαν τυχαία, όπως όλες οι μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις. Υπάρχει μια θεωρία πάνω σ’ αυτό, που ξεκινάει από έναν Αρχιμήδη λουόμενο, παρακολουθεί τον βαριεστημένο Γαλιλαίο να χαζεύει πολυελαίους και καταλήγει πάνω από μια σκάφη στο Βόρειο Μεξικό, το βράδυ της 7ης Νοεμβρίου 2032:

Θυμάμαι εκείνη τη νύχτα σαν να ήταν χθες. Η Ρόζα κι εγώ προσπαθούσαμε να κλέψουμε λίγο ύπνο μετά από μια σκληρή μέρα στο συνεργείο αυτοκινήτων, εγώ, και στο εργοστάσιο κατσαβιδιών, αυτή. Το σπίτι που μέναμε με τα τρία παιδιά μας – «ένα για κάθε πρόσωπο της Αγίας Οικογένειας», σύμφωνα με τα λόγια της γυναίκας μου – ήταν μια παλιά αποθήκη ανταλλακτικών, δίπλα στο αργοκίνητο ρυάκι που γέμιζε λάσπες όλη την περιοχή. Το μοναδικό του δωμάτιο ίσα-ίσα έφτανε να χωρέσει μια γκαζιέρα για το μαγείρεμα, ένα παλιό σασί για διάφορες χρήσεις, την e-τηλεόρασή μας που έμενε ανοιχτή όλο το 24ωρο κι επέλεγε εκπομπές αυτόματα ανιχνεύοντας τις συναισθηματικές μας διαθέσεις. Το δωμάτιο επίσης έφτανε να χωρέσει κι ένα μεγάλο στρώμα, πάνω στο οποίο έζησα τη σταδιακή μεταμόρφωση της φιλενάδας μου σε σύζυγο, κατόπιν σε νοικοκυρά και τέλος σε μητέρα.

Έβλεπα όνειρο πως ήμουν πιόνι σε μια παρτίδα σκάκι. Κάποια στιγμή, πηγαίνω σε τετράγωνο που κόβεται από την αντίπαλη Βασίλισσα. Τρέμω κι ελπίζω να μη με προσέξει. Την κοιτάζω καλά στο πρόσωπο και διαπιστώνω ότι μοιάζει με τον Άγιο Σεβαστιανό, τον προστάτη της Ρόζας. Η Βασίλισσα-Άγιος Σεβαστιανός ανοίγει το στόμα και ουρλιάζει...

«Ραμόν, ξύπνα, ο μπέμπης!»

«Ναι... τώρα...»

«Σήκω, τεμπέλαρε! Πανεπιστήμιο δεν ήθελες; Αχ, αν είχες δουλέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες σαν τον ξάδερφο Μανουέλ, που πέρασε νύχτα τα σύνορα με δυο δολάρια στην τσέπη και γύρισε με e-Σεβρολέτ, τώρα θα ‘χαμε κανονικό σπίτι. Όμως ο κύριος Ραμόν ήθελε σπουδές, άι καράμπα! (Μάντρε ντε Ντίος, συγχώρα με). Αν μάθαινες να φτιάχνεις, δίπλα στον ξάδερφο Χουάν, αυθεντικά αρχαία μεξικάνικα αγγεία για τους πλούσιους γκρίνγκος απ’ την Καλιφόρνια, τώρα θα ‘χαμε και υπηρέτρια. Όμως ο κύριος Ραμόν...» κλπ.

Δεν άντεξα άλλο και σηκώθηκα. Το νιόφερτο μέλος της οικογένειας ήταν μέσα σε μια μεταλλική σκάφη που οι περιστάσεις κι εγώ την είχαμε τροποποιήσει σε κούνια μωρού, προσαρμοσμένη με δυο ρουλεμάν στο παλιό σασί για να λικνίζεται – η Λόλα κι ο Πέπε, τα μεγαλύτερά του αδέρφια, κοιμόντουσαν μαζί μας στο κρεβάτι. Ο μπέμπης σπάραζε στο κλάμα σαν να είχε συνειδητοποιήσει τι σημαίνει ‘Αναπτυσσόμενη Μεξικάνικη Οικονομία’ (την οποία απολάμβανε), σε σχέση με την ‘Αναπτυγμένη Αμερικάνικη Αγορά’ (η οποία τέλειωνε μόλις τριάντα πέντε μίλια βορειότερα).

Του είχα φτιάξει ένα στρώμα από τον υαλοβάμβακα των καθισμάτων μιας e-Κάντιλακ. Οι αισθητήρες που ακόμα βρίσκονταν μέσα του κάποτε διάβαζαν τη μυϊκή τάση της πλάτης και των γλουτών ενός κτηματομεσίτη στη Νεβάδα κι έδιναν εντολή για απαλό μασάζ. Τώρα δεν ήταν σε θέση να διαβάσουν ούτε την υγρασία ενός μωρού στο Βόρειο Μεξικό.

«Πες του ένα νανούρισμα», μούγκρισε η Ρόζα αλλάζοντας πλευρό. Το μόνο αργό τραγούδι που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ένα ταγκό του 20ου αιώνα:

«Μπέσα με, μπέσα με μούτσο...»

«Δεν είναι τραγούδι αυτό για το παιδί!»

«Μα είναι μωρό, δεν καταλαβαίνει...»

«Όταν μεγαλώσει, θα καταλάβει. Το υποσυνείδητό του τα σημειώνει και κάποτε θα γίνει ανώμαλος επειδή ο πατέρας του τον νανούριζε με ακατάλληλα τραγούδια».

Κούνησα απαλά τη σκάφη και το μωρό ηρέμησε. Μετά από λίγο άκουσα και το ελαφρύ ροχαλητό της Ρόζας – ηρέμησε κι αυτή. Μόλις όμως η ‘κούνια’ σταματούσε, ο μπέμπης έδειχνε σημάδια ανησυχίας. Κάπου εκεί το πήρα απόφαση: δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμόμουν, είχα νικηθεί κατά κράτος.

Όταν έρχεται ο θάνατος, λένε, βλέπεις όλη σου τη ζωή σαν κινηματογραφική ταινία. Όπως και όταν νυστάζεις του θανατά, λέω εγώ. Ειδικά αν πρέπει να κρατηθείς με το ζόρι ξύπνιος προκειμένου να κρατήσεις με το ζόρι ένα μωρό κοιμισμένο. Κομμάτια του παρελθόντος περνούσαν πίσω από τα νυσταγμένα μου μάτια, σαρκάζοντας το μίζερο παρόν. Πώς κατάντησα έτσι; Είχα ζήσει μικρός τις μεγάλες τεχνολογικές ανακαλύψεις του εικοστού πρώτου αιώνα. Σπούδασα με το όνειρο να δουλέψω κάποτε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όχι βοηθός σε λαντζέρικο αλλά επιστήμονας σε ερευνητικό εργαστήριο. Πώς την πάτησα και κατέληξα να επισκευάζω αυτοκίνητα και να κοιμίζω μωρά; Παντρεμένος με μια γυναίκα δυο φορές πιο βαριά απ’ όταν τη γνώρισα, που γεννοβολούσε σαν κουνέλα κι ήθελε άλλα δυο παιδιά ακόμα – «για τον Άγιο Σεβαστιανό και τη Μικρή Παρθένο της Γουαδελούπης».

Κάθε φορά που το μυαλό μου χανόταν σε υπαρξιακές πτήσεις, το κλαψούρισμα του μωρού με προσγείωνε στην πραγματικότητα. Κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι αν υπήρχαν δύο μαγνήτες μέσα στο σασί, σε μικρή απόσταση από τα μεταλλικά πλευρά της σκάφης, θα κατάφερναν ίσως να την κρατάνε σε διαρκή κίνηση. Έφτιαξα λοιπόν δύο πηνία από υλικά που πάντα βρίσκονταν πεταμένα στο σπίτι και τα τοποθέτησα. Έβαλα κι ένα τρίτο ακριβώς από κάτω. Μια παλιά μπαταρία αυτοκινήτου μού έδωσε το ρεύμα που χρειαζόμουν και ρύθμισα την ένταση των πηνίων να μην είναι ούτε πολύ δυνατή αλλά ούτε κι αμελητέα.

Πράγματι, η ‘κούνια’ τώρα άρχισε να λικνίζεται χωρίς να σταματάει, πηγαινοερχόμενη από το ένα πηνίο στο άλλο, αλλάζοντας ζευγάρι σύμφωνα με τα κέφια της. Πάλι έπρεπε να έχω το νου μου γιατί συχνά-πυκνά έκανε να κολλήσει κάπου και στα πλευρικά πηνία το μωρό κινδύνευε να πέσει. Πού και πού την έσπρωχνα να ξεκολλήσει, όμως είχα βρει ενδιαφέρον σ’ αυτήν την ασχολία κι η νύστα έφυγε.

Παρατήρησα ότι το πηνίο στο οποίο έτεινε να σταματήσει η ‘κούνια’ τελικά εξαρτιόταν από το σημείο που την άφηνα αρχικά. Ήξερα πως δεν υπήρχε περίπτωση με τις εξισώσεις της κλασικής μηχανικής να προβλεφτεί το τελικό πηνίο, γιατί αυτό το απλό, φαινομενικά, σύστημα ήταν χαοτικό. Σκέφτηκα να κάνω έναν χάρτη τριών χρωμάτων, ένα για κάθε πηνίο, με όλα τα αρχικά σημεία. Πήρα λοιπόν ένα κομμάτι χαρτόνι, το στερέωσα πίσω από την κεφαλή της ‘κούνιας’ και, με απανωτές δοκιμές, άρχισα να το συμπληρώνω.

Η ώρα περνούσε κι ο μπέμπης κοιμόταν του καλού καιρού χωρίς να ξέρει ότι αποτελούσε αντικείμενο πειραμάτων. Καθώς ο χάρτης γέμιζε, παρατήρησα μια μικρή περιοχή στην οποία κυριαρχούσε το χρώμα ενός και μόνο πηνίου. Αυτό ήταν περίεργο... Άφησα ξανά και ξανά την ‘κούνια’ από οποιοδήποτε σημείο εκείνης της περιοχής και πάντα έβρισκα ότι ακινητοποιούταν στο ίδιο τελικό πηνίο.

Άλλο πάλι κι ετούτο! Είχα κάνει πολλά τέτοια πειράματα στο Πανεπιστήμιο, στο μάθημα της Χαοτικής Μηχανικής, και ήξερα καλά ότι σε κάθε χρωματική περιοχή θα έπρεπε να υπήρχαν υποπεριοχές με όλα τα υπόλοιπα χρώματα. Όμως εδώ γινόταν κάτι που δεν είχα συναντήσει στις σπουδές μου. Ανακατάταξα προσεκτικά τα πηνία ώστε να σχηματίζουν τέλειο ισόπλευρο τρίγωνο, τους πρόσθεσα σπείρες, μείωσα την παρεχόμενη τάση και στο τέλος πάντα υπήρχε μια ενιαία χρωματική περιοχή στο χάρτη, σαν ειρωνικός λεκές που σπίλωνε την επιστημονική μου κατάρτιση. Τελικά μόνο ένα πράγμα μού έμενε να συμπεράνω: αλλοίωση του g. Αντιβαρυτικά φαινόμενα...

Ξαφνικά θυμήθηκα ότι μέσα στο ‘στρωματάκι’ του μπέμπη υπήρχαν καλώδια με υπεραγώγιμα υλικά σε θερμοκρασία δωματίου. Από παλιά είχαν παρατηρηθεί ενδείξεις περίεργης συμπεριφοράς των υπεραγωγών μέσα σε μαγνητικό πεδίο, όμως ποτέ δεν είχε σχηματοποιηθεί κάποια συγκεκριμένη εφαρμογή τους. Πήρα αμέσως χαρτί και μολύβι, κατέγραψα τα πειράματά μου και βάλθηκα να υπολογίσω την καινούργια επιτάχυνση της βαρύτητας. Χρειάστηκε να ξεθαφτούν κάποια παλιά βιβλία διαφορικών εξισώσεων, που τώρα βούλωναν τις χαραμάδες πίσω από το ντουλάπι να μην μπαίνουν οι σκορπιοί, ενώ ένας ηλεκτρονικός ζυγός για ζυγοσταθμίσεις με βοήθησε να μετρήσω το βάρος του συστήματος Σκάφη-Μπέμπης. Ξηλώνοντας προσεκτικά ένα τμήμα από το ‘στρωματάκι’ του μωρού, μέτρησα το μήκος των καλωδίων ανά τετραγωνική ίντσα και υπολόγισα τη συνολική μάζα των υπεραγωγών. Μετά από αρκετή ώρα πυρετώδους δουλειάς κάτω από το φως μιας λάμπας λαδιού, είχα το τελικό αποτέλεσμα: 125 γραμμάρια υπεραγώγιμων ανθρακικών νανοσωλήνων, εντός μαγνητικού πεδίου που προκαλείται από τρία πηνία εντάσεως 40 mT, τριγωνικά διατεταγμένων, μειώνουν κατά 57% το g σε ακτίνα 0,2 μέτρων. Πολύ καλύτερη περιγραφή της κατάστασης απ’ ό,τι: ένα μωρό που κοιμάται μέσα σε μια σκάφη, μέσα σ’ ένα σαραβαλιασμένο σασί, μέσα σε μια αποθήκη, μέσα στη μεξικάνικη μιζέρια.

Συνειδητοποίησα τι είχα στα χέρια μου. Με ακόμα καταλληλότερα υλικά και πολύ ισχυρότερα πηνία, η επιτάχυνση της βαρύτητας θα μπορούσε να μειωθεί ακόμα περισσότερο - ίσως και να μηδενιστεί εντελώς; Θα έπρεπε να έδειχνα την ανακάλυψή μου σε κάποιον ειδικό και να ξεκινούσαμε εργαστηριακές μελέτες. Όμως, μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσα να το κάνω κι ήξερα πολύ καλά τι θα έλεγε η γυναίκα μου όταν το άκουγε...

Ο μπέμπης δε χρειαζόταν πια τη βοήθεια των πηνίων για να ηρεμήσει, τον άφησα και βγήκα έξω. Περπάτησα λίγο στη λασπωμένη περιοχή προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις αναστατωμένες μου σκέψεις. Στο βορρά, πίσω από τους λόφους, βρίσκονταν τα μεγάλα εργοστάσια e-προϊόντων και πέρα απ’ αυτά η Αριζόνα. Με λίγη καλή τύχη και πολύ ωτοστόπ θα μπορούσα να είμαι στο Τούσον μέσα σε δυο-τρεις μέρες. Η Ρόζα θα τα κατάφερνε και χωρίς εμένα, είχε καλοστεκούμενα ξαδέρφια που θα τη συντηρούσαν. Να έφευγα όμως έτσι, σαν κλέφτης μέσ’ στη νύχτα, αφήνοντας την οικογένειά μου; Αλλά και πάλι...

Επέστρεψα αναποφάσιστος. Στο μπροστινό μέρος του σπιτιού ήταν καρφωμένη μια εικόνα του Αγίου Σεβαστιανού. Ποτέ δεν ήμουν θρήσκος, πάντα μαλώναμε με τη γυναίκα μου όταν ο ερχόταν ο πάντρε για τους εράνους, όμως εκείνη την στιγμή θέλησα καθοδήγηση. Έκανα το σταυρό μου και γονάτισα μπροστά στην εικόνα: «Άγιε του Θεού, άκου την αγωνία μου».

Οι νότες του Άβε Μαρία αντήχησαν απαλά μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά. «Άνοιξε την καρδιά σου, τέκνο» είπε μια γλυκιά φωνή.

«Κάνω μια δουλειά που με στεγνώνει, δίπλα σε μια γυναίκα που με ξεζουμίζει, μέσα σε μια χώρα που με ξεραίνει», είπα.

«Δέξου το λαχνό που σου έτυχε και σήκωσε το σταυρό σου, όπως ο Κύριος τον δικό Του». Η φωνή ήταν στοργική, παρ' όλα αυτά δεν μπορούσε να με κατευνάσει.

«Αν όμως είμαι προορισμένος για την επιστήμη, είναι κρίμα να σταυρωθώ στο Γολγοθά της οικογένειας και της φτώχειας», διαμαρτυρήθηκα. «Όταν ήμουν μικρό παιδί είχα όνειρο να σπουδάσω Μηχανική. Τώρα έχω μικρά παιδιά κι η Μηχανική που σπούδασα μου φαίνεται όνειρο... Και να σκεφτείς ότι είχα και διακρίσεις στο Πανεπιστήμιο, Άγιε!» Έσκυψα το κεφάλι και ξεφύσηξα με τέτοια δύναμη, σαν να μην ήθελα να ξαναβάλω ποτέ αέρα στα πνευμόνια μου.

«Μην παραδίδεσαι στην απελπισία. Εκεί που δεν το περιμένεις μπορεί να κρύβεται η ελπίδα», είπε ο Άγιος κι ο τόνος του μου θύμιζε τον πατέρα μου.

Κοίταξα την εικόνα. Τα καρφωμένα βέλη αναβόσβηναν στο σώμα του Αγίου και δάκρυα έτρεχαν από το βασανισμένο του πρόσωπο. Μου φάνηκε ότι έβλεπα τον εαυτό μου, γυμνό και δεμένο, στη θέση του. Τα δικά μου τα βέλη έγραφαν τα ονόματα της Ρόζας και των παιδιών, ενώ από πάνω, πλήθος αγγέλων σε οχήματα αντιβαρύτητας περίμενε να με στεφανώσει μάρτυρα – μετά θάνατον. «Ποια δύναμη έχω για να ελπίζω; Ποιες προοπτικές για να κάνω υπομονή;» φώναξα.

Τα λόγια μου πνίγηκαν μέσα σε μια ξαφνική σιωπή. «Ιώβ, 6:11», άκουσα τον Άγιο να απαντάει. «Παρόλα αυτά, υπάρχει ελπίδα για το δέντρο. Ακόμα κι αν κοπεί θα ξαναβλαστήσει και οι νέες φύτρες δε θα μαραθούν – όπως λέει ο ίδιος Προφήτης, λίγο πιο κάτω». Συνειδητοποίησα ότι ο τόνος της φωνής του ήταν διαφορετικός. «Ξέρεις, τέκνο, ο Κύριος είχε πει επίσης: Και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού – Ματθαίος, 10:36».

Τα ‘χασα. Δεν ήξερα ότι η εικόνα διέθετε κι άλλο πρόγραμμα, πέρα από το καθιερωμένο Confession Ultra Simulator... Φαίνεται ότι, μέσα στην απόγνωσή μου, πέτυχα τη φράση-κλειδί που ενεργοποιούσε κάποιο update. «Δηλαδή, Άγιε, τι με συμβουλεύεις;» ρώτησα, ενώ αναρωτιόμουν γιατί χρησιμοποιούμε ενικό στο Θεό και στους Αγίους, ενώ στον αστυνομικό της γειτονιάς λέμε: πάρτε αυτό το δωράκι και πείτε στον κ. Διοικητή ότι δε βρήκατε τίποτα παράτυπο.

«Εγώ δε συμβουλεύω τίποτα, εσύ παίρνεις αποφάσεις, τέκνο. Η εταιρεία έχει δηλώσει ότι δεν είμαι παρά μια τράπεζα ηχομηνυμάτων θρησκευτικού περιεχομένου. Πάντως», συνέχισε ο Άγιος ενώ έκανε σκοποβολή με τα βέλη του, «όταν ο Κύριος σού δίνει κάποιο χάρισμα, απαιτεί να το αναπτύξεις. Ο πονηρός δούλος τιμωρήθηκε σκληρά επειδή έκρυψε το τάλαντό του στη γη – Ματθαίος, 25:14-30. Πράξε όπως σε προστάζει η συνείδησή σου και θυμήσου την αποποίηση ευθυνών της εταιρείας, αν θελήσεις να τη σύρεις στα δικαστήρια».

Ο ανατολικός ουρανός είχε ήδη αρχίσει ν’ αλλάζει χρώμα. Από κάπου μακριά ένας κόκορας δήλωνε την παρουσία του στη μεξικάνικη πραγματικότητα – σύντομα θα ξυπνούσε η Ρόζα και θα έκανε τις πρωινές της προσευχές. Αν ήταν να γίνει, έπρεπε να γίνει αμέσως, προτού αλέκτωρ λαλήσει τρις...

Μπήκα στο σπίτι αλαφροπατώντας, έγραψα ένα μικρό σημείωμα και το άφησα πάνω στην e-τηλεόραση. Ντύθηκα βιαστικά, έριξα στο σάκο μου δυο κονσέρβες φασόλια, ένα σουγιά, ένα δεύτερο πουκάμισο και φυσικά τα διαγράμματα του νυχτερινού μου πειράματος. Στην τσέπη είχα λίγα πέσος. Μια τελευταία ματιά στην κοιμισμένη μου οικογένεια... η Ρόζα είχε αλλάξει πλευρό κι ο Πέπε κουνήθηκε στον ύπνο του. Τώρα. Έπρεπε να γίνει τώρα.

Βγήκα έξω και πήρα το μονοπάτι για τη Γη της Επαγγελίας. Περνώντας δίπλα από την εικόνα, ευχαρίστησα τον e-Άγιο Σεβαστιανό και του ζήτησα να προσέχει τους ανθρώπους μου. Τους αγαπούσα κατά βάθος, αλλά έπρεπε να αξιοποιήσω το τάλαντο που μου έδωσε ο Κύριος.

Έτσι λοιπόν ξεκίνησαν όλα. Τα υπόλοιπα τα διαβάζετε στις e-εφημερίδες και τα μαθαίνετε στο σχολείο, Ιστορία της Επιστήμης & Τεχνολογίας.

H Ακροδεξιά Αντεπιτίθεται ΙΙ

(συνέχεια από εδώ)


Το κρεβάτι ήταν γεμάτο χαρτιά που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται στο τραπέζι. Το τραπέζι ήταν γεμάτο ρούχα που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται στην ντουλάπα. Κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται και μια ντουλάπα μέσα στο υπόγειο με τις ξεφτισμένες ταπετσαρίες και το τσιμεντένιο πάτωμα, όμως δεν υπήρχε χώρος για ένα τόσο μεγάλο έπιπλο• θα έκλεινε την πόρτα της τουαλέτας ή την εξώπορτα. Η γυμνή λάμπα που κρεμόταν από το βρώμικο καλώδιο έκανε ό,τι μπορούσε για να βγάζει ένα αρρωστημένο φως και τα κατάφερνε καλά. Χάρη σ’ αυτήν, τα πεταμένα καλώδια, τα αναποδογυρισμένα μπουκάλια και το χυμένο περιεχόμενο μιας εργαλειοθήκης έμοιαζαν με απομεινάρια ενός μαθήματος ανατομίας. Άδεια κουτιά πίτσας παντού. Το φτηνό στερεοφωνικό συγκρότημα ήταν απομίμηση κάποιας γνωστής μάρκας, γνήσια απομίμηση όμως. Τα σκορπισμένα CD ήταν όλα αντιγραφές. Το μόνο που δε θα ταίριαζε με τίποτα στο χώρο θα ήταν μία όμορφη γυναίκα με ένα προκλητικό κόκκινο φόρεμα• η Ρούλα τράβηξε τη φούστα της για να κρύβει περισσότερο τα πόδια της και κάθισε προσεκτικά στην άκρη του κρεβατιού.

«Χε, θέλει ένα καλό συμμάζεμα εδώ μέσα», σχολίασε ο Χάλογουϊν Τζακ όρθιος δίπλα της.

Ο μαύρος κλείδωσε την πόρτα κι έβαλε το κλειδί στην τσέπη του. «Εκ του χάους γεννάται η μέγιστη αρμονία».

«Μα ποιος είσαι, τέλος πάντων;» ρώτησε η Ρούλα.

«Πράκτορας για ειδικές αποστολές, με λένε Πίτερ. Δουλεύω για τον Μέλανα Ζωμό».

«Τον Μέλανα Ζωμό!» φώναξαν έκπληκτοι οι δύο φίλοι. Ένα ξαφνικό ψύχος έπεσε στο υπόγειο κι η αρρωστημένη λάμπα φάνηκε να καίει με τριάντα βατ λιγότερα.

«Ακριβώς», είπε αδιάφορα ο μαύρος. «Θα ‘ρθει ο σύνδεσμός μου από τον κεντρικό πυρήνα να σας παραλάβει σε λίγο».

«Μα γιατί;» τον ρώτησε η Ρούλα γυρνώντας προς το μέρος του με τα μάτια της ν’ ανοιγοκλείνουν, μεγάλα κι ανήσυχα. «Τι θέλει ο Μέλας Ζωμός από δυο απλούς ανθρώπους σαν κι εμάς, Πίτερ;» είπε σκύβοντας ελαφρά ώστε το φόρεμά της ν’ ανοίξει σε βαθμό ακατάλληλο για ανηλίκους κάτω των 13.

Ο μαύρος καβάλησε τεμπέλικα την άκρη του τραπεζιού κι έδειξε με τον αντίχειρά του τον Χάλογουϊν Τζακ. «Εναλλακτική μορφή ζωής με βάση τον σοσιαλισμό. Δεν ξέρω αν στο ‘πε».

«Ω!»

«Ακριβώς», συμφώνησε ο μαύρος. «Η οργάνωση θέλει να τον μελετήσει, να τον αναλύσει, να τον διυλίσει – μη φοβάσαι, δεν πονάει. Στο τέλος ό,τι μείνει θα προσφερθεί για την πατρίδα».

Ο Χάλογουϊν Τζακ έμεινε να τον κοιτάζει. «Κι η Ρούλα;» είπε.

«Μπλέχτηκε άθελά της. Κανονικά, πρέπει να τη σκοτώσω–», ακούστηκε μια γυναικεία κραυγή, «–όμως θα την παραδώσω κι αυτήν στην οργάνωση. Μάλλον ανταλλακτικά για την πατρίδα κι αυτή».

«Δεν το πιστεύω!» φώναξε η Ρούλα.

«Πίστεψε ό,τι θες απ’ τη στιγμή που έχω εγώ το πιστόλι», απάντησε ορθολογιστικά ο Πίτερ.

«Μα τι γυρεύεις σ’ αυτήν την οργάνωση εσύ, ένας...;» ρώτησε ο Χάλογουϊν Τζακ. «Κοίτα και χωρίς να θέλω να σε προσβάλω, δε μου φαίνεσαι όμως για απευθείας απόγονος του Περικλή και του Αριστοτέλη. Μάλλον για προϊόν προσμίξεων με αλλόφυλους».

«Μετέχω όμως της ελληνικής παιδείας», απάντησε ο πράκτορας για ειδικές αποστολές. «Και μη νομίζεις ότι εμένα μ’ αρέσει αυτό που κάνω. Ε, αυτό νομίζεις; Δεν έχω τίποτα μαζί σας, σας συμπάθησα κιόλας, όμως σ’ αυτή τη δουλειά δεν πρέπει να δένεσαι με τους πελάτες σου – α στο διάολο, πάντα ήθελα να το πω αυτό! Το ‘χω δει στο σινεμά: Μην το παίρνεις προσωπικά, φίλε, απλώς τη δουλειά μου κάνω». Χαμογέλασε ικανοποιημένος. «Εντωμεταξύ, απολαύστε αυτά τα...», κοίταξε το ρολόι του, «...εβδομήντα λεπτά μέχρι να ‘ρθει ο Ράτρεϊς».

Ο Χάλογουϊν Τζακ είχε μείνει από επίθετα κι η Ρούλα είχε μείνει αποσβολωμένη. Κανείς δε μιλούσε όσο ο μαύρος γέμιζε τρία ποτήρια με το περιεχόμενο του μπουκαλιού, έσπρωχνε το τραπέζι κοντά τους και τα έβαζε δίπλα στο βουνό των ρούχων. «Πιείτε, αν θέλετε. Κερνάω. Μη φοβάστε, απλό ουίσκι είναι», τους είπε και μπήκε στην τουαλέτα. Το ζευγάρι ούτε που κατάλαβε για ποιο πράγμα μιλούσε.

Πρώτος ξύπνησε ο Χάλογουϊν Τζακ. Έτρεξε στα πεταμένα εργαλεία, τα εξέτασε και διάλεξε ένα μακρύ γαλλικό κλειδί. «Όλα για όλα. Μη φοβάσαι τίποτα». Πήγε αθόρυβα πίσω από την πόρτα της τουαλέτας κι έγνεψε στο όλο ελπίδα βλέμμα της Ρούλας.

Η κοπέλα συνήρθε αμέσως. «Κανονικά θα ενθουσιαζόμουν με τα όργανα που εξασφάλισα για την πατρίδα», είπε μεγαλόφωνα. «Θα έπιανα τον στόχο».

«Ναι, αλλά αυτό δεν είναι δωρεά, είναι απαλλοτρίωση», απάντησε ο Χάλογουϊν Τζακ στον ίδιο τόνο. Ο ήχος από το καζανάκι τον έκανε να τεντωθεί και να σηκώσει το κλειδί.

«Και μάλιστα χωρίς αποζημίωση...» ήταν το τελευταίο σχόλιο της Ρούλας καθώς είδε την πόρτα ν’ ανοίγει.

Η ψηλή μαύρη φιγούρα βγήκε φυσιολογικά από την τουαλέτα. Το γαλλικό κλειδί κατέβηκε σαν αστραπή στο κεφάλι του Πίτερ – που έσκυψε, απέφυγε το χτύπημα κι άρπαξε εύκολα τον Χάλογουϊν Τζακ. Μια κραυγή ακούστηκε από τη μεριά της Ρούλας.

«Βρε, ο Σούπερμαν!» έκανε ο μαύρος γελώντας. «Άστο κάτω αυτό, άστο», του πέταξε το κλειδί με μία απλή κίνηση, «μην παίζεις με τα σίδερα».

«Ρε, θα σε σκοτώσω!» φώναξε λυσσασμένα ο Χάλογουϊν Τζακ σπαρταρώντας στα χέρια του.

«Εσύ; Δύσκολο». Με ένα άνετο σπρώξιμο, ο Πίτερ τον άδειασε στο κρεβάτι δίπλα στη Ρούλα. «Με ποιον νομίζεις ότι έχεις να κάνεις; Είμαι επαγγελματίας. Ήξερα ότι μου την είχες στημένη, αδερφέ, σε πρόδωσε η φωνή σου. Έχω εκπαιδευτεί να βρίσκω τον ομιλητή πίσω από μια κλειστή πόρτα. Πάντως, για αρχάριος καλά τα πήγες», εξήγησε ο μαύρος σαν να μην έγινε τίποτα.

Σ’ εκείνο το σημείο ήταν που βόγγηξε η Ρούλα: «Μα γιατί μας το κάνεις αυτό, Πίτερ; Τι έχεις να κερδίσεις καταστρέφοντας δυο ανθρώπους;» ρώτησε γέρνοντας ώστε το φόρεμά της ν’ ανοίξει σε βαθμό ακατάλληλο για ανηλίκους κάτω των 17.

Η απάντηση δεν ήρθε γρήγορα• αντίθετα, πέρασε αρκετή ώρα μέχρι ν’ ακούσουν τον ειδικό πράκτορα του Μέλανα Ζωμού να λέει σκεφτικά κι αργά: «Την αποστράτευσή μου. Αυτήν», έκανε και κοίταξε κάπου πάνω απ’ τα κεφάλια τους. «Δεν ξέρεις τι θα πει να είσαι εφτά χρόνια στην οργάνωση. Στην αρχή, όλα συναρπαστικά. Μετά όμως κουράστηκα».

«Ωραία, παραιτήσου λοιπόν και τράβα στο σπιτάκι σου. Κι εμείς στο δικό μας».

«Τόσο εύκολο;» είπε ο Πίτερ σηκώνοντας τους ώμους. «Όποιος αδελφοποιείται με μέλανα ζωμό, δεν απολύεται ποτέ. Μου υποσχέθηκαν όμως πως όταν τους παραδώσω τον πελάτη (έδειξε τον Χάλογουϊν Τζακ), θα πάω διακοπές!» Έβαλε το χέρι στην τσέπη και τράβηξε μια φωτογραφία κομμένη με ψαλίδι από κάποιο περιοδικό. Οι δύο φίλοι είδαν ένα σύμπλεγμα από φωταγωγημένους ουρανοξύστες κάτω από τον νυχτερινό ουρανό. Στο πάνω μέρος της φωτογραφίας ήταν γραμμένη μια λέξη σε παράξενη γραφή. «Δε σας λέω ποια αραβική χώρα είναι. Έχει όμως ακριβά ξενοδοχεία, φτηνές γυναίκες και πλούσιους τουρίστες – ένας απ’ αυτούς θα ‘μαι κι εγώ. Δυο μήνες χωρίς αποστολές, μόνο να καπνίζω στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου, με το ποτό στο ένα χέρι και το μωρό στο άλλο. Άμα χτυπάει το τηλέφωνο, θα λέω μόνο: αγοράστε! – πουλήστε! – λαδώστε! – σκοτώστε!». Έψαξε για λίγο τις τσέπες του. «Αλήθεια, μήπως σας βρίσκεται κανένα τσιγάρο;»

«Δεν καπνίζω!» φώναξαν μαζί ο Χάλογουϊν Τζακ κι η Ρούλα με πάθος, σαν μανιφέστο επανάστασης.

«Ε, θα πάω στο περίπτερο», έκανε ο Πίτερ. «Ας πετάξω κι αυτό, μη σας βάζω ιδέες». Πήρε το γαλλικό κλειδί και το έχωσε στην κωλότσεπη. Κατόπιν ήρθε μπροστά τους κι άπλωσε το χέρι. «Δώστε!»

«Τι πράμα;»

«Τα κινητά σας, αδέρφια!» Ο Χάλογουϊν Τζακ κι η Ρούλα του τα έδωσαν απρόθυμα κι αυτός τα έβαλε στην άλλη τσέπη. Κατόπιν πήγε στην εξώπορτα. «Μην κάνετε καμιά βλακεία όσο θα λείπω – και να θέλατε, δηλαδή...». Η πόρτα έκλεισε πίσω του. Οι δύο φίλοι άκουσαν το διπλό ήχο του κλειδιού στην κλειδαρότρυπα και μετά τα βήματά του να χάνονται στα σκαλιά.

Πετάχτηκαν σαν ελατήρια. «Γρήγορα!» Η Ρούλα πήγε στην εξώπορτα κι ο Χάλογουϊν Τζακ έτρεξε στην τουαλέτα. Το μικρό μπάνιο δεν είχε κανένα παράθυρο. Μπήκε πάλι στο δωμάτιο και είδε τη Ρούλα να τραβάει μανιασμένα το χερούλι της εξώπορτας. «Δεν ανοίγει, πανάθεμά τη!...» Της έκανε νόημα να παραμερίσει κι έπεσε με φόρα πάνω στην πόρτα – που δε μετακινήθηκε ούτε χιλιοστό. Έπεσε ξανά και ξανά μέχρι που αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως ήταν σαν να χτυπάει σε τσιμεντένιο τοίχο. «Κάτι ήξερε αυτός και μας άφησε μόνους. Είναι επαγγελματίας» είπε ξεφυσώντας.

Η Ρούλα τον κοιτούσε μ’ ένα βλέμμα που ήταν σαν να έλεγε: Τι κάνουμε τώρα; κι ο Χάλογουϊν Τζακ ανακάλυψε ότι τον πονούσε φριχτά ο ώμος του. Έγειρε κουρασμένος πάνω στην πόρτα και δήλωσε: «Εχ, θα κάνω μια τελευταία προσπάθεια να του ριχτώ όταν έρθει».

«Όχι, ρε συ, όχι, είναι μάταιο...», κούνησε το κεφάλι της η Ρούλα.

«Μα δε γίνεται να καταλήξουμε ανταλλακτικά για την πατρίδα, δε γίνεται. Το ΠΑΣΟΚ δεν τεμαχίζεται, δεν τιμαριοποιείται!» Ο Χάλογουϊν Τζακ ξεκόλλησε από την πόρτα κι άρχισε να βηματίζει μέσα στο δωμάτιο νευρικά. «Κάτι πρέπει να κάνουμε».

«Ίσως αυτό το Μύρο της Αμφίπλευρης Διεύρυνσης; Τι λες κι εσύ;» Έμειναν να κοιτάζονται.

Την αμέσως επόμενη στιγμή, η Ρούλα έβγαζε το μισογεμάτο μπουκαλάκι από την τσάντα της κι ο Χάλογουϊν Τζακ έριχνε λίγο μέσα στο ποτήρι του Πίτερ. Στο τέλος το ανακάτεψε με ένα κοπίδι από την εργαλειοθήκη.

«Πιστεύεις πάντως...» τον ρώτησε η Ρούλα.

«Δεν ξέρω, δεν έχω ιδέα», απάντησε αυτός. «Κι ούτε προλαβαίνω να μάθω». Σήκωσε το ποτήρι, ήπιε μια γερή γουλιά και το άφησε πάλι στην ίδια θέση.

Οι δύο φίλοι γύρισαν πίσω στο κρεβάτι και κάθισαν κοιτώντας την εξώπορτα. Δε χρειάστηκε να περιμένουν πολύ. Πρώτα άκουσαν βήματα στις σκάλες έξω, μετά τον ήχο κλειδιού, και τέλος τη φωνή του Πίτερ. «Τι κάνετε, αδέρφια; Μιλήστε να σας ακούσω!».

«Άι στο διάολο!» του φώναξαν μαζί.

Ο Πίτερ μπήκε μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι. «Ωραία, το κάθε τι στη θέση του. Σε μια ώρα έρχεται κι ο Ράτρεϊς». Πήρε το ποτήρι του και πρόσεξε την πόρτα της τουαλέτας που είχε απομείνει μισάνοιχτη. «Είδατε τι δύσκολο που είναι να δραπετεύσεις από δω; Βέβαια, εγώ θα είχα ρίξει την εξώπορτα ή θα την είχα ανοίξει με κάνα εργαλείο».

«Εμείς είμαστε αρχάριοι...» είπε η Ρούλα ειρωνικά.

«Μη μου κρατάς κακία», απολογήθηκε ο Πίτερ. «Είμαι εκπαιδευμένος. Μπορώ να λύνω οποιονδήποτε κόμπο σε δευτερόλεπτα. Ενενήντα οκτώ τοις εκατό είχα στην αξιολόγηση. Και ξέρετε ποιο είναι το μόνο αδύνατό μου σημείο; Γαργαλιέμαι! Αν έχεις το Θεό σου, δηλαδή! Δε σας βλέπω όμως να πίνετε τα ποτά σας». Οι δύο φίλοι σήκωσαν τα ποτήρια τους. «Έτσι μπράβο, χαλαρώστε, η ζωή είναι ωραία».

«Ειδικά όταν αποστρατεύεσαι».

«Δεν ξέρω τι λέτε εσείς, εγώ πάντως θα πιω στην υγειά σας». Ο Πίτερ σήκωσε το ποτήρι του προς τον Χάλογουϊν Τζακ: «Στις διακοπές μου!». Κατόπιν το έστρεψε στη Ρούλα: «Στην πιο δυσάρεστη απαγωγή μου• μη χαίρεσαι, πλάκα κάνω», ήπιε μια γουλιά, «είχα κι άλλες, πολύ πιο δυσάρεστες –σαν να είναι λίγο ξινισμένο αυτό το πράμα, καλά κάνετε και δεν πίν–» είπε ο Χάλογουϊν Τζακ και κοίταξε το σώμα του. «Μα τι;...»

Ο Πίτερ έβγαλε γρήγορα-γρήγορα το πιστόλι: «Τώρα έχω εγώ το εργαλείο!».

Ο Χάλογουϊν Τζακ σήκωσε το κεφάλι του και τον είδε. «Εσύ... εγώ...» ψέλλισε, τα μάτια του γύρισαν προς τα πάνω και, με μια φοβερή κραυγή, σωριάστηκε πάνω στα χαρτιά του κρεβατιού λιπόθυμος. Η Ρούλα είχε μείνει να κοιτάζει μια αυτόν και μια τον Πίτερ.

«Τα καταφέραμε!» φώναξε θριαμβευτικά ο μαύρος μπροστά της. «Απίστευτο!» Πήγε προς το μέρος της κι αυτή πετάχτηκε μακριά του διατηρώντας την απόσταση. «Συντρόφισσα, εγώ είμαι, απλώς άλλαξα εξώφυλλο!»

«Μην πλησιάζεις!» τον προειδοποίησε η Ρούλα που είχε φτάσει στην άλλη άκρη του κρεβατιού. Τον κοίταξε επιφυλακτικά: «Πώς ξέρω ότι δε μου παίζεις παιχνίδι;»

«Εμμμ... ο γάμος είναι μια ρουτίνα και το σεξ των παντρεμένων μια τυπικότητα, διαδικαστική πράξη» είπε ο Πίτερ. «Μετά τον πρώτο χρόνο, όλα είναι μια φωτοτυπία του σαββατοκύριακου. Η ίδια ακριβώς σκηνή, ξανά και ξανά. Τα ξέρεις όλα αυτά!».

«Α!» έκανε η Ρούλα μαλακώνοντας. Για λίγο τα μάτια της στράφηκαν στη γωνία των τοίχων, κοιτάζοντας κάτι πέρα απ’ αυτούς. Κατόπιν, ξαναγύρισαν διερευνητικά στον άντρα απέναντί της: «Ώστε είσαι πραγματικά ο… Χάλογουϊν Τζακ;»

«Όπως σε βλέπω και με βλέπεις!»

Η Ρούλα τινάχτηκε από το κρεβάτι και πήδηξε στην αγκαλιά του. «Αγιορίτικη τεχνολογία!» είπε κι ο Χάλογουϊν Τζακ και την αγκάλιασε διαμέσου του Πίτερ. Μόνο μετά από πολλή ώρα χαλάρε και την άφησε να γλιστρήσει κάτω, ούτε που το κατάλαβε ότι την είχε σηκώσει στον αέρα.

«Τι θα κάνουμε με τον Πίτερ;» αναρωτήθηκε, δείχνοντας το σώμα του Χάλογουϊν Τζακ στο κρεβάτι.

«Τον παρατάμε εδώ και φεύγουμε», απάντησε ο Χάλογουϊν Τζακ μέσα από τον Πίτερ. «Θα με δέσεις καλά-καλά να μην μπορώ να λυθώ, ανταλλάσσουμε εξώφυλλα, αυτός θα συνέρθει δεμένος – όχι, λάθος, πρέπει να έχει συνέρθει από πριν, οπότε μη με δέσεις, και...», έκανε μια παύση για να σκεφτεί τη διαδικασία. «Κάτσε να το ξαναδούμε απ’ την αρχή».

«Δεν είναι τόσο απλό», είπε η Ρούλα ανήσυχη. «Και στο κάτω-κάτω, θα μας ξαναβρεί, είναι επαγγελματίας. Είπε ότι λύνει οποιονδήποτε κόμπο σε δευτερόλεπτα, ο άτιμος...».

Ο ψηλός άντρας έξυσε το κεφάλι του. «Σε λίγο θα ‘ρθει κι ο σύνδεσμός του... Ωχ, δε νομίζω ότι θα μπορέσω να τα βγάλω πέρα, θα καταλάβει πως κάτι συμβαίνει», είπε και κοίταξε αμήχανα τη Ρούλα. «Πώς να το χειριστούμε;»

«Ιδέα δεν έχω...» έκανε κι αυτή, κοιτάζοντάς τον με τον ίδιο τρόπο. «Στο μεταξύ, δεν τον δένουμε μην ξυπνήσει;»

Ο Χάλογουϊν Τζακ μέσα στον Πίτερ πήρε μια μπλούζα από το τραπέζι, την έσκισε σε λωρίδες σαν να ήταν χαρτί, πήγε στο κρεβάτι και φίμωσε τον Πίτερ μέσα στον Χάλογουϊν Τζακ. Κατόπιν, άρχισε να του δένει τα χέρια και τα πόδια. «Θα ‘θελα πίσω το σώμα μου!» γκρίνιαξε καθώς έδενε δύο πολύ γνωστούς καρπούς. Έκανε μερικούς άτσαλους κόμπους, κοίταξε το αποτέλεσμα και για καλό και για κακό έκανε έναν κόμπο ακόμα. «Δηλαδή, δεν έχω τίποτα με τους μαύρους, τους σέβομαι, είναι άνθρωποι κι αυτοί, όμως δεν μπορώ να με βλέπω σε ξένα χέρια».

Έμειναν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον. «Και τώρα, τι κάνουμε;...»

Η Ρούλα πήγε προς το τραπέζι και άρχισε να συμμαζεύει τη στοίβα με τα ρούχα επάνω του. Η συνταγή ήταν παλιά και λειτουργούσε: όταν τα ‘χεις χαμένα, βρες κάτι να τακτοποιήσεις. Πήρε ένα παντελόνι, το δίπλωσε προσεκτικά και το έβαλε στο κρεβάτι. Κατόπιν άλλο ένα, και μετά ένα άλλο. Το κόλπο λειτουργούσε και ήδη ένιωθε καλύτερα. Όσο καλύτερα μπορεί να νιώθει κάποια ντυμένη σαν την κόλαση σ’ ένα άθλιο υπόγειο, με έναν πράκτορα του Μέλανα Ζωμού δίπλα κι έναν άλλο να φτάνει σε μία ώρα. Και τον μοναδικό της φίλο να είναι εκτός εαυτού.

«Πες ότι είσαι στο Σύνταγμα, στην κυβερνητική καμπάνια», πρότεινε ο μοναδικός της φίλος. «Θα ‘ρθει ένας ξενέρωτος και πρέπει να τον διαολοστείλεις χωρίς να τον προσβάλεις. Τι κάνεις;»

Όσο καθάριζε το τραπέζι από τα ρούχα, τόσο καθάριζε και το μυαλό της Ρούλας. «Μου φαίνεται πως έχω μια ιδέα...» είπε σκεφτικά, αποφεύγοντας κάποια κρυμμένα εσώρουχα στον πάτο της στοίβας. «Θα κάνουμε πάρτι! Υπάρχουν ακόμα τα κινητά στην τσέπη σου να καλέσουμε κόσμο;»


*  *  *  *  *  *  *


Το λιπόθυμο σώμα ήταν δεμένο και φιμωμένο στο κρεβάτι, όπως πριν. Ένας μαύρος και μία κοπέλα με κόκκινο φόρεμα στριφογυρνούσαν ανήσυχα, περίπου όπως πριν. Τα ποτήρια στο τραπέζι είχαν αλλάξει θέση, αλλιώτικα από πριν. Στην άλλη άκρη του κρεβατιού ήταν δεμένος ο Αραφάτ, καμία σχέση με πριν. Κάπου εκεί ακούστηκε το χτύπημα στην πόρτα. «Ήρθε!...»

«Ήρεμος, όπως είπαμε. Ήρεμος και άνετος».

«Ήρεμος σαν τον Ανδρέα πριν την απόφαση του ειδικού δικαστηρίου και άνετος σαν τον Ανδρέα στο Κιλελέρ το ‘82». Δεύτερο χτύπημα στην πόρτα.

«Έρχομαι!» Χωρίστηκαν βιαστικά και πήγαν στις θέσεις τους – η μία στο κρεβάτι ανάμεσα στους δεμένους άντρες κι ο άλλος ν’ ανοίξει την εξώπορτα.

Ήταν πανύψηλος, τεράστιος, ο Πίτερ μπροστά του έμοιαζε νάνος. Το πρόσωπό του ήταν τόσο ζεστό όσο ένα κομμάτι πάγου στην κατάψυξη κι έξω να πέφτει χιόνι. Τα μάτια του άστραφταν σαν δυο παγάκια που φωσφορίζουν από τον εσωτερικό φωτισμό του ψυγείου. Όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του ήταν ακαθόριστα, η ηλικία του απροσδιόριστη, η καμπαρτίνα του αδιάβροχη, και η συνολική του παρουσία ήταν η ενσάρκωση του άλφα στερητικού. Μπήκε αργά στο υπόγειο και πέταξε ένα «γεια σου, Πίτερ», σαν την ψύξη που βγαίνει όταν ανοίγει η πόρτα του ψυγείου.

«Γεια σου, Ράτρεϊς».

«Όλα ΟΚ;»

«Μια χαρά. Θα πιεις ένα ουίσκι;» έκανε ο Πίτερ και του προσέφερε αδιάφορα ένα γεμάτο ποτήρι.

«Εν ώρα εργασίας;» Ο Ράτρεϊς έδειξε τη Ρούλα. «Ποια είναι αυτή;»

«Φιλενάδα του», είπε ο άλλος που είχε μείνει να κρατάει το ποτήρι στον αέρα.

«Μάλιστα. Βλέπω ότι τσάκωσες και τον δεύτερο πελάτη. Μεγάλο πακέτο, μπράβο σου». Ο Ράτρεϊς έσκυψε πάνω από το λιπόθυμο σώμα του Χάλογουϊν Τζάκ. «Να κι ο πρώτος πελάτης. Δε μου γεμίζει πολύ το μάτι».

Ο Πίτερ ήρθε δίπλα του. «Δε φαντάζεσαι τι δύναμη έχει, παραλίγο να με σακατέψει», είπε κι έπιασε τη Ρούλα από το σαγόνι.

«Κάτω τα βρωμόχερά σου!»

«Θα πρέπει να κάνεις κάτι για τούτη δω», ο Ράτρεϊς έδειξε τη Ρούλα που κοιτούσε τρομαγμένη, «δε χωράν τρία άτομα στο πορτ μπαγκάζ».

«Άσ’ τη σε μένα».

«Φρόντισέ την με τη μέθοδο Μανχάταν».

«Βασίσου πάνω μου».

«Ή, καλύτερα, με τη μέθοδο της Γιαπωνέζικης Γάτας. Μπορείς;»

«Λες να μη μπορώ;»

Ο Ράτρεϊς εξέτασε γύρω το χώρο. «Δεν ξέρω αν υπάρχουν τα απαραίτητα υλικά εδώ. Όχι όλα, τουλάχιστον».

«Θα το βολέψω, 98% είχα στην αξιολόγηση», είπε ο μαύρος.

«Μην αφήσεις ίχνη, όμως».

«Θα το κάνω να φανεί σαν ατύχημα».

«Ωραία». Ο Ράτρεϊς πήρε ένα κομμάτι καλώδιο δείχνοντας τη Ρούλα. «Λοιπόν, τη δένουμε–».

«Μην τολμήσετε!»

«–και μεταφέρουμε τους πελάτες στο αυτοκίνητο».

«Περίμενα πολύ αυτή τη μέρα!» φώναξε ο Πίτερ, «θα ξεκουραστώ επιτέλους».

«Σου αξίζει. Έκανες καλή δουλειά».

«Θα πάω να την αράξω στο καλύτερο ξενοδοχείο της πλουσιότερης αραβικής χώρας – δε σου λέω ποιας». Πήρε το μπουκάλι με το ουίσκι κι έδωσε στον Ράτρεϊς το προηγούμενο ποτήρι, «θες κι εσύ ένα;»

«Όχι, ευχαριστώ», ο Ράτρεϊς κινήθηκε προς τη Ρούλα που τραβήχτηκε πιο πέρα, «πρώτα να στείλω το πακέτο».

«Κάτσε», έτρεξε ο Πίτερ, «θέλω να πιω στην υγειά τους». Σήκωσε το μπουκάλι κι έδειξε τον Αραφάτ, «στο γιαπωνέζικο ποντίκι», στράφηκε προς τη Ρούλα, «στην πιο δυσάρεστη απαγωγή μου», γύρισε προς τον λιπόθυμο Χάλογουϊν Τζακ, «στον καλύτερό μου πελάτη», και κατέβασε με απόλαυση δυο μεγάλες γουλιές. «Θα σας σκέφτομαι!»

«Μη συνδέεσαι τόσο πολύ με τους πελάτες σου», παρατήρησε ο Ράτρεϊς, «παραείναι ρομαντικό». Έκανε να ξαναπάει προς τη Ρούλα που ξεφώνησε.

«Και κάτι ακόμα», ο Πίτερ ήρθε δίπλα του, «θέλω να πιω και στην υγειά σου. Αύριο μπορεί να μη σε ξαναδώ».

«Μη συνδέεσαι τόσο πολύ με τους ανωτέρους σου, παραείναι ερασιτεχνικό».

Ο Πίτερ σήκωσε το μπουκάλι και του έγνεψε μ’ αυτό: «Χωρίς εσένα δε θα πήγαινα διακοπές», ήπιε άλλη μια γουλιά, «μα πάρε κάτι κι εσύ!»

«Πολύ πίνεις».

«Κάνω προθέρμανση για τις διακοπές», του έβαλε το προηγούμενο ποτήρι στο χέρι, «εκεί να δεις πόσο θα πίνω! Κι άμα χτυπάει το τηλέφωνο, θα λέω μόνο: αγοράστε! – πουλήστε! – λαδώστε! – σκοτώστε!»

Ο Ράτρεϊς πήρε το ποτήρι και τον κοίταξε επιτιμητικά. «Έχεις ξεφύγει για τα καλά».

Ο Πίτερ, με μια άνετη κίνηση, τσούγκρισε ποτήρι με μπουκάλι: «Να ζήσουν οι Άραβες!» Οι δύο άντρες ήπιαν.

«Άντε, θ’ αργήσουμε», είπε ο Αραφάτ στο κρεβάτι. Πήγε να κινηθεί και συνειδητοποίησε ότι τα πόδια του ήταν δεμένα. «Τι;...». Συνειδητοποίησε ότι και τα χέρια του ήταν δεμένα.

«Μην το ψάχνεις!» έκανε η Ρούλα δίπλα του.

Ο Αραφάτ κοίταξε έκπληκτος το σώμα του, σαν να του έλειπαν πολλά κιλά γυμνασμένων μυών, πολλοί πόντοι ύψους, και μία καμπαρτίνα. Κατόπιν, σήκωσε το κεφάλι και είδε τον Ράτρεϊς απέναντί του. «Εσύ... εγώ...» είπε και, βγάζοντας μια κραυγή, λιποθύμησε.

«Όλοι ίδιοι είναι», σχολίασε ο Πίτερ.

Ο Ράτρεϊς κοίταξε έκπληκτος το σώμα του, σαν να ήταν περίεργο που έβρισκε σ’ αυτό πολλά κιλά γυμνασμένων μυών, πολλούς πόντους ύψους, και μία καμπαρτίνα. «Απίστευτο...», θαύμασε. «Ρε παιδιά, δεν το χωράει το μυαλό μου!... Αυτό το απαίσιο πράμα που ήπια πριν τα ‘κανε όλα;» Κοίταξε το ποτήρι που κρατούσε, κατόπιν έδειξε τον Αραφάτ στο κρεβάτι: «Δηλαδή, αυτός εκεί είναι...;»

«Χε, πάντως όχι ο σύντροφος Αραφάτ!» είπε ο Πίτερ.

«Αλήθεια, ποιος είναι;» είπε η Ρούλα. «Ποιος είσαι;» ρώτησε τον Ράτρεϊς.

«Για να δω» έκανε αυτός κι έψαξε στις τσέπες του, «ταυτότητα δε βρίσκω πουθενά. Ούτε διαβατήριο, δίπλωμα, τίποτα».

Ένα γυναικείο χέρι έπιασε στιγμιαία το μπράτσο του Πίτερ. «Μπράβο, ήσουν πολύ καλός».

«Όπου να ‘ναι θα ‘ρθει ο επόμενος», απάντησε αυτός. «Εκεί θα δώσεις εσύ παράσταση».

Ο Ράτρεϊς έβγαλε ένα περίστροφο. «Ρε, έχω και πιστόλι!»

«Λοιπόν», είπε ο Πίτερ και τραβήχτηκε από το χέρι της Ρούλας, «ας σοβαρευτούμε. Τα δεδομένα έχουν ως εξής: ο πράκτορας του Μέλανα Ζωμού κοιμάται», έδειξε τον Χάλογουϊν Τζακ στο κρεβάτι. Το αφεντικό του παρομοίως», συμπλήρωσε δείχνοντας τον Αραφάτ.

Ο Ράτρεϊς έβγαλε ένα ζευγάρι χειροπέδες. «Βίτσια κι αυτά...»

«Πάντως, τον συμπάθησα κατά βάθος» έκανε η Ρούλα δείχνοντας τον Χάλογουϊν Τζακ. «Ήταν επαγγελματίας».

«Τι ‘ν’ τούτο;». Ο Ράτρεϊς έβγαλε ένα μακρόστενο ξύλινο αντικείμενο και το περιεργάστηκε. Το πίεσε κάπου και μία λεπίδα πετάχτηκε με δύναμη. «Ουπς!»

«Ναι, αλλά με τον Αραφάτ τι θα γίνει τώρα;» αναρωτήθηκαν μαζί η Ρούλα κι ο Πίτερ.

«Ε, παιδιά!» Ο Ράτρεϊς τους έδειξε το καινούργιο αντικείμενο που κρατούσε: «Βρήκα ένα μπρελόκ με διεύθυνση. Το σπίτι μου, μάλλον. Θα πάω να δω ποιος είμαι!»

«Κι αυτόν θα τον αφήσεις έτσι;» του είπε η Ρούλα δείχνοντας τον Αραφάτ.

«Τι να τον κάνω; Τον βαρέθηκα! Μια ζωή μίζερος, τα κορίτσια στο σχολείο ούτε που τον κοιτούσαν! Ενώ τώρα!...» ο Ράτρεϊς χαμογέλασε ικανοποιημένα.

Ένα καινούργιο χτύπημα ακούστηκε στην εξώπορτα.

«Ο δικός σου», είπε ο Πίτερ στη Ρούλα.

«Θα τον κανονίσω καλά».

Η κοπέλα έτρεξε και άνοιξε την πόρτα. Ο Μενέλαος μπήκε μέσα λαχανιασμένος: «Κυρία Ρούλα, ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα! Ανησύχησα πολύ από το τηλεφώνημά σας και–». Το βλέμμα του έπεσε στον Πίτερ: «Ω! ένας έγχρωμος». Το βλέμμα του έπεσε και στους υπόλοιπους: «Μα τι συμβαίνει;»

«Αχ, Μενέλαε, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!» του είπε η Ρούλα αρπάζοντάς τον από το μπράτσο.

«Κι εγώ χαίρομαι, κυρία Ρούλα, αλλά τι–».

«Πού να στα λέω, μεγάλη περιπέτεια! Τώρα όμως ήρθες εσύ κι όλα θα πάνε καλά. Θες κάτι να πιεις;» Η Ρούλα πήρε ένα γεμάτο ποτήρι και του το προσέφερε.

«Όχι, ευχαριστώ, κυρία Ρούλα. Μόνο ένα ποτήρι κρασί την ημέρα επειδή έχω–».

«Ας κόψουμε πια αυτά τα κύριε και κυρία!» τον μάλωσε η Ρούλα. «Γνωριζόμαστε πλέον».

«Ρούλα, από τότε που σας συνάντησα, ήθελα να–».

«Μίλα μου στον ενικό. Μεγάλοι άνθρωποι ήμαστε πια, καταλαβαίνουμε». Του έδωσε πάλι το ποτήρι συνεχίζοντας να τον κρατάει απ’ το μπράτσο. «Θα πιεις κάτι μαζί μου;» έκανε ναζιάρικα.

«Ευχαριστώ, μια άλλη φορά» είπε ο Μενέλαος και κάθισε σε μία καρέκλα. «Όμως, πες μου, τι έγινε εδώ;»

«Να σου πω, αν και η πραγματικότητα ξεπερνάει κάθε φαντασία» απάντησε η Ρούλα. «Αυτοί οι δύο», έδειξε τους άντρες στο κρεβάτι, «είναι Γιαπωνέζοι πράκτορες. Νόμιζαν ότι η κυβερνητική καμπάνια Ένα Νεφρό Για Την Πατρίδα περιείχε κωδικοποιημένες πληροφορίες για την ανατροπή του καθεστώτος».

«Ανήκουστο!»

«Προσπάθησαν να μ’ απαγάγουν, όμως ο αδερφός μου, ο Λάκης», έδειξε τον Ράτρεϊς, «κι ο δάσκαλός μου του χορού», έδειξε τον Πίτερ, «τους περιποιήθηκαν και μ’ ελευθέρωσαν».

«Τους δώσαμε να καταλάβουν, τους καριόληδες!» είπε ο άντρας με την καμπαρτίνα.

«Με τη μέθοδο της Αμφίπλευρης Διεύρυνσης!» συμπλήρωσε κι ο μαύρος.

«Είναι τρομερά όλα αυτά... Όμως εγώ πώς μπορώ να βοηθήσω;» ρώτησε ο Μενέλαος.

«Πρέπει κάποιος να τους εξηγήσει ότι η καμπάνια δεν είχε ανατρεπτικό περιεχόμενο», του είπε η Ρούλα. «Ένα πρόσωπο με κύρος».

«Θα χαρώ να λύσω αυτήν την παρεξήγηση».

«Και μετά χρειάζομαι έναν υπεύθυνο άντρα να με συνοδέψει σπίτι» έκανε η Ρούλα παθητικά. «Είμαι πολύ ταραγμένη».

«Μην ανησυχείς, τώρα που είμαι εγώ εδώ–».

«Στην υγειά σου, λοιπόν!» η Ρούλα του έδωσε πάλι το ποτήρι. Έβαλε λίγο και γι’ αυτήν και ετοιμάστηκε να τα τσουγκρίσουν.

«Εμένα θα μου επιτρέψετε να πιω μόνο νερό», είπε ο Μενέλαος. «Ο γιατρός–».

«Μα πιες λίγο μαζί μου!»

Ο Πίτερ στάθηκε πάνω απ’ το κεφάλι του: «Πιες λίγο μαζί της, ρε, σου λέει η γυναίκα!»

«Καλά, τέλος πάντων», υποχώρησε ο Μενέλαος και πήρε το ποτήρι. «Στην υγειά σας». Τσούγκρισε με τη Ρούλα και ήπιε. «Ωχ! Είτε αυτό είναι χαλασμένο είτε εγώ ξεσυνήθισα να–».

«Ωραία, δώσ’ το γρήγορα» είπε ο Πίτερ και του πήρε το ποτήρι. Έτρεξε στο κρεβάτι αφήνοντας πίσω του έναν έκπληκτο Μενέλαο με το χέρι στον αέρα κι έσκυψε πάνω από τον λιπόθυμο Αραφάτ. «Ξύπνα, ξύπνα!» είπε και τον χτύπησε στα μάγουλα.

«Ε... τι έγινε;...».

«Έχασες τις αισθήσεις σου ξαφνικά. Δε θυμάσαι;»

«Αλήθεια;... Όχι, δε θυμάμαι...»

«Πιες αυτό». Του έβαλε το ποτήρι στο στόμα και ο άλλος ήπιε μηχανικά.

«Πάντως, εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω τι–» είπε ο Αραφάτ και ξαφνικά στύλωσε τα μάτια του στον Μενέλαο. «Μα πού σας ξέρω εσάς;»

«Για προσπάθησε», του είπε η Ρούλα.

«Εσύ... εγώ...» φώναξε ο Αραφάτ και, ως γνωστόν, λιποθύμησε.

«Τι τρέχει εδώ πέρα; Κάτι δεν πάει καλά» είπε ο Μενέλαος και προσπάθησε να σηκωθεί όρθιος. Ανακάλυψε ότι πονούσαν τα γόνατά του.

«Άστα, η οργάνωση σ’ έβγαλε στη σύνταξη!» είπε ο Ράτρεϊς και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.

«Στη σύνταξη;» Ο Μενέλαος έψαξε στις τσέπες του, έβγαλε ένα μαντήλι κι ένα κουτί χάπια.

«Πήραν εμένα στη θέση σου!»

«Μα εσύ είσαι... εγώ, κι εγώ είμαι – ποιος είμαι;» είπε ο Μενέλαος που κοιτούσε μια αυτόν και μια τα χάπια.

Ο Ράτρεϊς τον αγκάλιασε προστατευτικά: «Είναι μεγάλη ιστορία, ρε συ, θα σου την εξηγήσω σιγά-σιγά. Πάμε τώρα να σε βάλω στο κρεβάτι σου!»

«Πίτερ, σκότωσέ τους όλους!»

«Δεν μπορώ, πάω διακοπές!»

«Έλα, παππού, ο γιατρός λέει να μην ξενυχτάς!» είπε ο Ράτρεϊς. «Γεια σας, σύντροφοι, εμείς φεύγουμε. Φοβερό πάρτι, ευχαριστώ για το ποτό!» Πήρε τον Μενέλαο και τον οδήγησε προς την έξοδο.

«Στο καλό!» φώναξαν από πίσω η Ρούλα κι ο Πίτερ μαζί.

«Το κεφάλι μου πάει να σπάσει…» γκρίνιαξε ο Μενέλαος καθώς έβγαιναν.

«Ήπιες πολύ. Μα καλά, δε θυμάσαι τίποτα;» Η πόρτα έκλεισε και τα βήματα από το αταίριαστο ζευγάρι ακούστηκαν να χάνονται στις σκάλες.

Ο Πίτερ έγειρε με την πλάτη στην εξώπορτα: «Ωραία, κάθε κατεργάρης στον πάγκο του».

«Μένει να βολέψουμε τον επαγγελματία» έκανε η Ρούλα δείχνοντας τον Χάλογουϊν Τζακ.

Πήγαν στην τουαλέτα και έβγαλαν ένα ποτήρι με ποτό που είχαν κρυμμένο εκεί μέσα. Κατόπιν, η Ρούλα έτρεξε στον Αραφάτ. «Ξυπνήστε, κύριε Μενέλαε!»

«Ωχ, με πήρε ο ύπνος...» έκανε αυτός θολά, κρατώντας το κεφάλι του.

«Το ουίσκι φταίει. Πιείτε αυτό». Του έδωσε το ποτήρι.

«Τι είναι;»

«Το φάρμακό σας».

Ήπιε μια γουλιά και στραβομουτσούνιασε. «Αυτός ο γιατρός πάντα μου δίνει τα πιο απαίσια–».

Η Ρούλα πήρε το ποτήρι και έτρεξε στον Χάλογουϊν Τζακ. Του έβγαλε το πανί από το στόμα και τον χτύπησε κι αυτόν στα μάγουλα. «Έλα, καλό παιδί, ξύπνα κι άνοιξε το στοματάκι σου!»

«Τι... τι γίνεται;» ψέλλισε αυτός και προσπάθησε ν’ ανοίξει τα μάτια του.

«Περίεργο», μονολογούσε ο Αραφάτ. «Δεν αισθάνομαι τα χέρια και τα πόδια μου. Έχουν μουδιάσει».

Ο Χάλογουϊν Τζακ κοίταξε τη Ρούλα με θολό βλέμμα. «Είδα ένα όνειρο...»

«Πιες!» Η Ρούλα του έδωσε το ποτήρι κι ο άλλος υπάκουσε μηχανικά.

Ο Αραφάτ σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τον Πίτερ: «Ώστε δεν ήταν όνειρο!»

«Μα... είμαι δεμένος χειροπόδαρα!» απόρησε ο Χάλογουϊν Τζακ βλέποντας το σώμα του.

«Πώς έγινε αυτό; Τι μου συμβαίνει;» ρώτησε ο Αραφάτ.

Ο Πίτερ τον πλησίασε κι άρχισε να τον λύνει. «Δεν έχει σημασία, το σημαντικό είναι ένα: θα πας διακοπές!»

«Α, ναι; Επιτέλους, αδερφέ, επιτέλους!» Σηκώθηκε τρικλίζοντας και κούνησε το κεφάλι του να διώξει τη ζαλάδα. «Πότε, με το καλό;»

«Ρούλα, βοήθησέ με σε παρακαλώ να–» είπε ο Χάλογουϊν Τζακ.

«Α, κύριε Μενέλαε!» τον μάλωσε αυτή λύνοντας τους δικούς του κόμπους. «Πότε πήραμε θάρρος και μιλάμε στον ενικό;»

Τα σχοινιά λύθηκαν κι ο Χάλογουϊν Τζακ σηκώθηκε αδέξια. Το βλέμμα του έπεσε στα χέρια του: «Μου έφυγε η δερματίτιδα!»

«Έχω ένα κενό μνήμης, αδέρφια...» μουρμούρισε ο Αραφάτ. «Ποιος είμαι;»

«Βρες το μόνος σου», είπε ο Πίτερ, «το μόνο που έχει σημασία είναι ότι δεν έχεις ανωτέρους ούτε αποστολές. Μπορείς να ξεκουραστείς όσο θέλεις». Του άνοιξε την πόρτα.

«Νιώθω ότι κάποια ανταλλακτικά έπρεπε να παραδώσω, κάπου, σε κάποιον...» είπε αμήχανα ο Αραφάτ καθώς έβγαινε.

«Αντίο!»

Η Ρούλα κι ο Πίτερ τρέξαν στον Χάλογουϊν Τζακ, ο οποίος κοιτούσε απορημένος τα δάχτυλά του. «Πού είναι η βέρα μου;»

«Κύριε Μενέλαε, σας ευχαριστούμε!» του είπε η Ρούλα.

«Παρακαλώ, αλλά–».

«Χωρίς εσάς δε θα τα ‘χαμε καταφέρει!» Ο Πίτερ πήρε το χέρι του και το ‘σφιξε.

«Βρίσκετε; Όμως–».

«Έχουμε να σας ζητήσουμε μια τελευταία χάρη». Η Ρούλα έτρεξε στην τουαλέτα, έβγαλε ένα ακόμα κρυμμένο ποτήρι και του το έδωσε. «Πείτε!»

«Τι θα κάνουμε;» Ο Χάλογουϊν Τζακ το πήρε κοιτάζοντάς την.

«Ανταλλαγή δώρων! Πιείτε τώρα!» του είπε ο Πίτερ.

«Τι είναι, ηδύποτο;... Ουφ! Κάθε άλλο!»

«Αγιορίτικη συνταγή» του είπε ο Πίτερ, πίνοντας κι αυτός.

«Λοιπόν, δε νιώθετε καλύτερα τώρα;» τον ρώτησε ο Χάλογουϊν Τζακ.

«Ναι», απάντησε αυτός, «έχω όμως έχω την αίσθηση ότι ήπια πολύ κι ο γιατρός–».

«Α, μην ανησυχείτε, ο γιατρός θα σας βρει μια χαρά» του απάντησε η Ρούλα. «Έφτιαξε και το χρώμα σας».

«Άλλος άνθρωπος γίνατε» σχολίασε κι ο Χάλογουϊν Τζακ, παίρνοντάς τον από το χέρι και βαδίζοντας μαζί του στην εξώπορτα.

«Πράγματι, τα αρθριτικά μου είναι καλύτερα» είπε ο Πίτερ βγαίνοντας. «Να φανταστείτε ότι–».

«Αντίο, κύριε Μενέλαε!» φώναξαν μαζί η Ρούλα κι ο Χάλογουϊν Τζακ.

«Αντίο, ευχαριστώ για την παρέα».

Η πόρτα έκλεισε πίσω του και ακύρωσε όλη την έξω πραγματικότητα. Ένας ικανοποιημένος και ελαφρώς λαχανιασμένος Χάλογουϊν Τζακ κοίταξε την κόκκινη παρουσία μπροστά του. Είδε μια πλουμιστή, ξανθιά χαίτη (Φαινόμενη Ρούλα) με τις ρίζες βαμμένες μαύρες (Ρούλα an Sich), μάτια μελιά (Ρούλα an Sich) με eyeliner, σκιές και μάσκαρα (Φαινόμενη Ρούλα), μεγάλο και καλογραμμένο στόμα (Ρούλα an Sich) με το σταφύλι του ήλιου στα χείλη της από κραγιόν, μολύβι και lipgloss (Φαινόμενη Ρούλα). Όλα επάνω της ήταν μεγάλα, δημιουργικά και λογιστικά.

«Χε, τι κοιτάς έτσι; Λες και δε μ’ έχεις ξαναδεί!» του είπε αυτή χαμογελώντας.

Ο Χάλογουϊν Τζακ κατσούφιασε. «Είναι που έχεις κρυμμένα ελλείμματα».

«Πάψε να λες βλακείες». Η Ρούλα πήγε προς τα πεταμένα CD κι άρχισε να τα ψάχνει: «Τελευταίες επιτυχίες, κι άλλες τελευταίες επιτυχίες, τι είν’ αυτό;», κοίταξε παραξενεμένη ένα CD με κάτασπρο εξώφυλλο, «Η Ψυχή Του Πλανήτη – Μουσική για Διαλογισμό». Έβαλε το CD στο στερεοφωνικό και το υπόγειο γέμισε από κάτι περίεργους ήχους, σαν κι αυτούς που θα έβγαζε μία φωτισμένη φάλαινα. «Πώς ήμουν; Τα κατάφερα καλά;» ρώτησε.

«Μμμ... ήσουν κάπως φτιαχτός».

«Φτιαχτός;!»

«Ναι. Θέλω να πω, ήταν λίγο υπερβολικά αυτά που έλεγες. Κι ο τρόπος που τα έλεγες, επίσης. Πολύ άμεσος. Μια γυναίκα δε θα μιλούσε έτσι. Για αρχάρια, πάντως, καλά τα πήγες».

«Καλά, μιλάμε, εσύ ήσουν καταπληκτική», είπε με θαυμασμό η Ρούλα.

«Ε... εντάξει». Ο Χάλογουϊν Τζακ χαμογέλασε παθητικά. «Είμαι ειδική στο να ξεμπλέκω από δύσκολες καταστάσεις. Από μικρή στο κόμμα – κοίτα, αν το ξανακάνεις αυτό, θα φας σφαλιάρα».

«Άντε, καλά». Η Ρούλα κατέβασε τα χέρια από το στήθος της.

Τα διαλογιστικά σφυρίγματα της φάλαινας έσβηναν σιγά-σιγά και τη σκυτάλη αναλάμβανε μια υπερβατική φώκια. «Πάμε να φύγουμε, άστο αυτό να γαβγίζει μόνο του».


*  *  *  *  *  *  *


«Τραβάς εδώ τα κορδόνια, οι ενσωματωμένες πλαστικές ίνες σφίγγουν τον κορμό και μετατοπίζουν κάπου 60% λίπος από την κοιλιά προς το στήθος», είπε ο Άδωνις. «Μου το εξήγησε ο Οικωλόγος. Μικραίνει το στομάχι, μεγαλώνει το στήθος. Δύο σε ένα, έτσι είπε».

Ο Πρόεδρος τον κοιτούσε αποσβωλομένος, μην τολμώντας να πιστέψει στα αυτιά και στα μάτια του. Αν προσγειώνονταν εξωγήινοι εκείνη τη στιγμή στην Καλλιρόης, η έκπληξή του θα ήταν μικρότερη. Το ραδιόφωνο έπαιζε τροπάρια από τον σταθμό της Εκκλησίας, η τηλεόραση είχε κλειστό ήχο κι έδειχνε κάτι αδιάφορες πρωινές εκπομπές, ο ήλιος έλουζε στο φως το γραφείο. Με άλλα λόγια: όλα ήταν φυσιολογικά και κανονικά, με τον αγαθό πρωθυπουργό της Ελλάδας στη θέση του, τον κόσμο ευτυχισμένο, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη, και το Μύρο της Αμφίπλευρης Διεύρυνσης να απουσιάζει τόσο τραγικά από το γραφείο της οδού Καλλιρόης.

«Έξυπνο πάντως», σχολίασε ο Κωνσταντίνος.

«Ναι, κινέζικη τεχνολογία. Προχωρημένη» είπε ο Άδωνις.

«Ίσως θα μπορούσε να πιάσει και στην Ελλάδα, δεν ξέρω».

«Με την κατάλληλη διαφήμιση, σίγουρα».

«Ψήνεσαι να πάρεις την αντιπροσωπεία και να το προσφέρεις στην εκπομπή σου;»

«Στους δύο Πλάτωνες, δώρο ένα κινέζικο φορμάκι αύξησης στήθους;»

«Ναι, γιατί όχι. Νους υγιής εν σώματι σέξι, κάτι τέτοιο».

Ο Πρόεδρος κοιτούσε μια τον έναν και μια τον άλλον αμίλητος, πασχίζοντας να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα γύρω του. Στο τέλος δεν άντεξε άλλο: «ΣΚΑΣΤΕ ΚΙ ΟΙ ΔΥΟ ΣΑΣ!»

Έσκασαν κι οι δυο τους.

«Δηλαδή, θέλετε να πείτε», συνέχισε ο Πρόεδρος, «ότι αντί για το Μύρο της Αμφίπλευρης Διεύρυνσης, πήραμε τελικά αυτό;!» είπε και κράτησε το κινέζικο φορμάκι σαν να ήταν το κομμένο κεφάλι του Άρη Βελουχιώτη.

«Εμμ... ναι».

«Κι ο Μέλας Ζωμός;»

«Α, δεν ξέρω» είπε ο Κωνσταντίνος, «δε μου απαντάνε. Τους πήρα τόσα τηλέφωνα αλλά μου το κλείνουν».

«Πάντα υπάρχει κι η καμπάνια που ετοιμάσαμε», πρότεινε ο Άδωνις. «Ψηφίστε Γιατί Χανόμαστε. Εγώ πάντως πιστεύω σ’ αυτήν» διαβεβαίωσε, κι ο Πρόεδρος τον κοίταξε σαν να ήταν ο ίδιος ο Άρης Βελουχιώτης.

Έπεσε μια θλιμμένη σιωπή στο γραφείο, μόνο ο σταθμός της Εκκλησίας ακουγόταν από το ραδιόφωνο. «Συνεχίζουμε το πρόγραμμά μας με ξένη μουσική», είπε εκείνη τη στιγμή η εκφωνήτρια και οι τρεις άντρες άκουσαν κάτι πολύ σπάνιο: τον σταθμό της Εκκλησίας να παίζει ροκ. Αυτό δεν είναι ροκ εν ρολ! Αυτό είναι γενοκτονία!


Η Ακροδεξιά Αντεπιτίθεται Ι

Μια φορά κι έναν καιρό, η Ελλάδα ζούσε ευτυχισμένη και ευημερούσα κάτω από την ήπια καθοδήγηση του αγαθού πρωθυπουργού της. Όλος ο κόσμος ήταν χαρούμενος και πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Δηλαδή, όχι όλος ο κόσμος... Στην πόλη της Αθήνας υπήρχε ένα ποταπό, βδελυρό, μοχθηρό υποκείμενο που ξημεροβραδιαζόταν με μία μόνο σκέψη:

«Θέλω να γίνω πρωθυπουργός στη θέση του πρωθυπουργού!» είπε για χιλιοστή φορά ο Πρόεδρος βηματίζοντας νευρικά μέσα στο γραφείο της οδού Καλλιρόης.

«Υπομονή, έρχεται η ώρα του», απάντησε για χιλιοστή φορά ο Άδωνις, που καθόταν στον Η/Υ κι έγραφε κάτι. «Σώπα, Πρόεδρε, και θα γίνει το μεγάλο πήδημα».

«Όλο αυτό λες, ρε Σπύρο...» Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό του Μαρτίου, κάπου 2011 χρόνια μετά τη γέννηση του Χριστού. Ο ήλιος έξω είχε καθαρά διακοσμητικό ρόλο, δεν μπορούσε με τίποτα να νικήσει το έντονο κρύο. Από το παράθυρο του γραφείου, η κίνηση κάτω φαινόταν σαν ένα μεγάλο βιοσύστημα, με τους πεζούς στο ρόλο των εντόμων, τα μηχανάκια στο ρόλο των φυσικών τους εχθρών και τα αυτοκίνητα στο ρόλο των θηλαστικών. Μέσα σ’ όλη αυτήν την πανίδα, διερχόταν κι ο μεγάλος πύθωνας της Καλλιρόης, το τραμ.

Ο Άδωνις συμπλήρωσε κάποιες τελευταίες γραμμές στο κείμενο και το πρόσωπό του έλαμψε. «Αυτό ήταν! Έτοιμο!» είπε και πάτησε το κουμπί για εκτύπωση.

Η πόρτα του γραφείου χτύπησε εκείνη τη στιγμή. Ο Πρόεδρος την άνοιξε και κοίταξε τον επισκέπτη, έναν μαλλιά με μεγάλη μύτη, μουστάκι και γυαλιά ηλίου: «Γεια σου, Κωνσταντίνε μου».

«Καλημέρα», χαιρέτισε τους δύο άντρες ο Κωνσταντίνος και μπήκε στο γραφείο. Έβγαλε την περούκα, το ψεύτικο μουστάκι, την ψεύτικη μύτη, τα γυαλιά ηλίου και κάθισε στον καναπέ. «Τι κάνετε;»

«Συνεχίζουμε να μην είμαστε πρωθυπουργοί», αναστέναξε ο Πρόεδρος. «Κατά τ’ άλλα καλά. Πώς ήρθες μέχρι εδώ; Όλα εντάξει;»

«Ναι, μην ανησυχείς», είπε ο Κωνσταντίνος. «Κανείς δε με κατάλαβε. Τίποτα δεν αποδεικνύει ότι συνεχίζουμε να συνεργαζόμαστε».

«Ωραία. Κάτσε ν’ ακούσουμε, ο Σπύρος θα παρουσιάσει το προσχέδιο της καινούργιας μου προεκλογικής εκστρατείας – πρέπει να είμαστε έτοιμοι ανά πάσα στιγμή, καταλαβαίνεις».

«Καταλαβαίνω. Με ποια θεματική;»

«Αυτό που ζήτησα ήταν ένα τρίπτυχο: πρωτότυπη εκστρατεία, επικέντρωση στα πραγματικά προβλήματα του τόπου, άνοιγμα στην Αριστερά και στην Οικολογία. Θέλω κάτι ιδιαίτερο που να απευθύνεται στις μάζες αλλά και στην εκλεπτυσμένη ελίτ, ώστε το κόμμα να εκτιναχθεί εκλογικά, να γίνει το μεγάλο πήδημα».

«Εδώ το ‘χω», είπε ο Άδωνις κι έδειξε τις τυπωμένες κόλλες χαρτί που κρατούσε. «Χρειάζεται βέβαια ανάπτυξη, όμως η ιδέα κι οι βασικές γραμμές είναι έτοιμες».

«Μάλιστα».

«Λοιπόν», ξεκίνησε ο Άδωνις, «επιλέξαμε να επικεντρωθούμε στο μείζον πρόβλημα της υπογεννητικότητας, που μαστίζει την Ελλάδα».

«Μάλιστα».

«Το κεντρικό σύνθημα θα είναι: Ψηφίστε Γιατί Χανόμαστε. Πρόεδρε, θα περιοδεύσεις σε όλες τις μεγάλες ελληνικές πόλεις παρουσιάζοντας τα μέτρα του κόμματος για την υπογεννητικότητα, μαζί με 90 χορεύτριες της κοιλιάς που θα επιδίδονται σε άκρατο προεκλογικό στριπ-τιζ».

«Οι χορεύτριες πού κολλάνε;»

«Αυτές είναι τα μέτρα του κόμματος για την υπογεννητικότητα. Ο λαός απαιτεί την αλήθεια. Κι εσύ, Πρόεδρε, θα του την αποκαλύψεις - άμεση, απέριττη, γυμνή. Όλα στο φως. Θα 'ναι μια πνευματική συνουσία, ένας οργασμός επικοινωνίας με τον απλό πολίτη, πάνω σε γόνιμο έδαφος και σε στενή επαφή».

Ο Άδωνις άλλαξε φύλλο χαρτί και συνέχισε: «Όχι ακόμα μια εκστρατεία μέσα στις τόσες, εδώ μιλάμε για προεκλογική μέθεξη! Ψηφίστε Γιατί Χανόμαστε. Εξασφαλίσαμε τη συνεργασία των πιο προοδευτικών οργανώσεων. Θα περιοδεύσουν μαζί σου στελέχη από τους Εραστές Χωρίς Σύνορα, την Ριζοσπαστική Οικωλογική Σύμπραξη και την Επαναστατική Ομάδα: Διαφορά Στήθους – οι οποίοι, μάλιστα, συμμετείχαν στην ομάδα εργασίας».

Ο Άδωνις πήρε βαθιά ανάσα χωρίς να διακόψει καθόλου το ρυθμό του. «Πριν από τις ομιλίες σου, θα προλογίζει η Οικωλόγος αντιπρόσωπος: Ο έλληνας ψηφοφόρος δεν έχει ερεθισμούς και κίνητρα για τεκνοποίηση, έτσι θα λέει, τώρα όμως του προσφέρουμε 90 ερεθισμούς για να ανεβάσει την προεκλογική αδρεναλίνη του, να δει ό,τι δεν είδε σε κανένα reality show. Τρία λεπτά πρόλογος και κατόπιν βγαίνεις εσύ, Πρόεδρε. Σχεδιάσαμε ήδη τις ομιλίες σου, θα σου δείξω. Να, άκου αυτό το ωραίο: Την υπογραφή σου κι ορισμένα άλλα πράγματα πρέπει να προσέχεις πού τα βάζεις. Ένα απ’ αυτά είναι και η ψήφος σου. Κάνε καλή χρήση της, πάρε προφυλάξεις, ενημερώσου. Η άγνοια σκοτώνει, ενώ η ψήφος θέλει έμπνευση. Έλληνες, Ψηφίστε Γιατί Χανόμαστε!... Λοιπόν, πώς σας φαίνεται;» ρώτησε όλο αγωνία ο Άδωνις. «Την αλήθεια, πείτε ό,τι σκέφτεστε».

Ο Πρόεδρος κι ο Κωνσταντίνος παρέμεναν σιωπηλοί και τον κοιτούσαν.

«Πρωτότυπη προεκλογική εκστρατεία, με άνοιγμα στην Αριστερά, στην Οικωλογία και καταπολέμηση της υπογεννητικότητας. Σίγουρα θα γίνει το μεγάλο πήδημα».

Οι δύο άντρες συνέχιζαν να τον κοιτάνε ανέκφραστοι.

«Χρειάστηκαν τρεις βδομάδες εντατικής δουλειάς από ομάδα εργασίας εννιά ατόμων για να καταλήξουμε στη συγκεκριμένη εκστρατεία».

Κανένας ήχος και καμία κίνηση δεν ήρθε από τους δύο άντρες, που απλώς συνέχιζαν να τον κοιτάνε. Αν ήταν σαββατογεννημένοι, σίγουρα θα τον είχαν ματιάσει. Μετά από πολλή ώρα τελικά ήρθε ένας ήχος: «Αυτό ήταν το καλύτερο που μπορέσατε να σκεφτείτε;» έκανε ο Πρόεδρος.

«Ναι, και μάλιστα απορρίψαμε έντεκα–»

«Καήκαμε».

Η λέξη αντήχησε καφκικά μέσα στο γραφείο. Το μόνο που της έλειπε ήταν μια προσθήκη Βάρναλη: Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα / Προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα.

«Δηλαδή, αν κάνω τέτοια προεκλογική εκστρατεία, τότε καλύτερα να το κλείσουμε το μαγαζί!» φώναξε ο Πρόεδρος, που σηκώθηκε και ξανάρχισε να βηματίζει νευρικά: «Όχι το μεγάλο πήδημα, εξωκοινοβουλετική οργάνωση θα καταντήσουμε! – τι λέω; Μη κυβερνητική οργάνωση, πολιτιστικός σύλλογος! Το καλύτερο που μπορέσατε να σκεφτείτε, ε; Μόνο όταν ο σταθμός της Εκκλησίας βάλει ροκ με βλέπω να γίνομαι πρωθυπουργός στη θέση του πρωθυπουργού...»

«Ξέρεις», παρατήρησε ο Κωνσταντίνος, ενώ ο Άδωνις έσκιζε τα χαρτιά του, «ίσως δε χρειάζεται να κερδίσεις τις εκλογές για να γίνεις πρωθυπουργός στη θέση του πρωθυπουργού».

«Εννοείς να...»

«Όχι, δεν εννοώ αυτό. Κάτι άλλο. Είδα κι έμαθα πολλά από την ΚΥΠ, πράγματα που δε γνωρίζει ο κόσμος».

Οι δύο άντρες στράφηκαν με ανανεωμένο ενδιαφέρον.

«Θέλω να πω, όλοι ξέρουν τη μονή του Αγίου Γαβριήλ στο Όρος. Σχεδόν κανείς όμως δεν ξέρει το μυστικό. Οι μοναχοί το κρατάνε επτασφράγιστο», είπε χαμογελώντας ο Κωνσταντίνος. Κατόπιν έκανε μια παύση και συμπλήρωσε: «Μιλάω για το Μύρο της Αμφίπλευρης Διεύρυνσης».

Ο Πρόεδρος κι ο Άδωνις τον κοιτούσαν με ένα ερωτηματικό ζωγραφισμένο στο πρόσωπό τους.

«Η παράδοση λέει για τον Άγιο Γαβριήλ ότι αρχικά ήταν μεγάλος αμαρτωλός», συνέχισε ο Κωνσταντίνος, «ένας έμπορος που νοιαζόταν μόνο για το κέρδος. Ο αδερφός του αντιθέτως ήταν ηγούμενος, πολύ ευσεβής κι ενάρετος. Όλη μέρα προσευχόταν γι’ αυτόν, παρακαλούσε τον Κύριο να σώσει τον άπληστο αδερφό του. Ο Κύριος άκουσε τις προσευχές και πραγματοποίησε το θαύμα της Αμφίπλευρης Διεύρυνσης στα δύο αδέρφια: ο ένας μπήκε στη θέση του άλλου – κυριολεκτικά – οπότε ο Γαβριήλ σώθηκε, και μάλιστα εξελίχθηκε σε άγιο. Έτσι λέει η παράδοση».

«Κι εσύ τα πιστεύεις;»

«Α, δεν ξέρω. Πάντως η μονή του Αγίου Γαβριήλ παρουσιάζει σταθερή κερδοφορία, δίνει κάθε χρόνο μέρισμα κι ετοιμάζεται να εισαχθεί στο χρηματιστήριο. Όμως μια φορά στα χίλια χρόνια, λέει ο θρύλος, στην κρύπτη του Αγίου αναβλύζει Μύρο. Αν το πιουν δύο άνθρωποι, τότε διευρύνονται αμφίπλευρα. Ο ένας μπαίνει στη θέση του άλλου».

«Ωραίο παραμυθάκι».

«Ναι, αρχικά έτσι πιστεύαμε κι εμείς στην ΚΥΠ, μέχρι που κάναμε ορισμένες έρευνες. Για παράδειγμα, έχω στην κατοχή μου μια άκρως απόρρητη έκθεση για τον Μένιο Κουτσόγιωργα. Πώς ήταν δυνατόν ένας τέτοιος σοσιαλιστής να κάνει στροφή 180 μοιρών; Με κουτσονόμους και πλάτες στον Κοσκωτά;»

«Θες να πεις...»

«Ακριβώς! Αυτός που πέθανε μέσα στο ειδικό δικαστήριο δεν ήταν ο Μένιος Κουτσόγιωργας! Τυχαίνει όμως να γνωρίζω ότι το Μύρο κυκλοφορούσε κι αργότερα. Δεν έχεις αναρωτηθεί ποτέ για τον Σημίτη;»

«Τι πράγμα;»

«Πώς ένας αντιστασιακός, ένας βομβιστής, έφτασε να γίνει εκσυγχρονιστής κι αρχιερέας της διαπλοκής;»

Ο Πρόεδρος κι ο Άδωνις τον κοιτούσαν με ένα θαυμαστικό ζωγραφισμένο στο πρόσωπό τους.

«Γι’ αυτό σου λέω, δε χρειάζεται να κερδίσεις τις εκλογές για να γίνεις πρωθυπουργός στη θέση του πρωθυπουργού! Είναι απλό, ας πούμε μια εκδήλωση με καλεσμένο τον Παπανδρέου. Κάποιος του προσφέρει ένα ποτήρι, ορίστε κ. πρωθυπουργέ, αυτός πίνει ανύποπτος και μετά γίνεται ένας εντελώς μα εντελώς διαφορετικός πρωθυπουργός! Εσύ, φυσικά, θα χρειαστεί να εξαφανιστείς, καταλαβαίνεις. Ή τουλάχιστον έτσι θα το δουν όλοι».

Ένα διπλό θαυμαστικό είχε αρχίσει να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του Προέδρου. «Κι αυτό το Μύρο, που λες, πώς...;»

«Υπάρχει ακόμα στη Μονή. Έχω στην κατοχή μου μια άλλη απόρρητη έκθεση, που παρακολουθεί τη συνολική ποσότητα του ενεργού Μύρου στο πολιτικό σύστημα. Η τελική εκτίμηση είναι ότι απομένουν ακόμα κάπου 140 γραμμάρια, υπεραρκετά για το μεγάλο πήδημα», πληροφόρησε ο Κωνσταντίνος.

Ο Πρόεδρος έτριψε τα χέρια του. «Τέλεια, καταπληκτικά!» Το πρόσωπό του έλαμψε. «Λοιπόν, ας οργανωθούμε», είπε μετά από λίγο, «κάποιος να πάει αμέσως με άκρα μυστικότητα στο Όρος και να διαπραγματευτεί με τους μοναχούς–»

«Σε λίμνες», είπε ο Κωνσταντίνος, «αυτή τη νομισματική μονάδα δέχεται η Μονή του Αγίου Γαβριήλ».

«Α, τότε να στείλουμε κάποιον της Ριζοσπαστικής Οικωλογικής Σύμπραξης», πρότεινε ο Άδωνις. «Αυτοί είναι ειδικοί επί των λιμνών. Ψοφάνε κιόλας να συμπορευτούνε μαζί μας».

«ΟΚ», συμφώνησε ο Πρόεδρος. «Σπύρο, αναλαμβάνεις να το κανονίσεις;» Ο Άδωνις έγνεψε καταφατικά. «Πες τους να στείλουν κάποιον σήμερα. Αύριο να βρίσκεται στο Όρος, μεθαύριο να έχω το Μύρο!»

«Αρκεί να μη σας βάλουν καμιά τρικλοποδιά, ξέρεις, όπως την άλλη φορά, τα Διαμαντόσκυλα...» συμπλήρωσε ο Κωνσταντίνος.

Η λέξη αντήχησε σαν κανονιά στο γραφείο της οδού Καλλιρόης. Έπεσε ένα ξαφνικό ψύχος που έμοιαζε να κατεβάζει τη θερμοκρασία δέκα βαθμούς. «Τι θα κάνουμε μ’ αυτούς;...» βόγγηξε ο Πρόεδρος χωρίς να πάρει απάντηση. «Δεν τους θέλω άλλο στα πόδια μου!»

«Ίσως», πρότεινε διστακτικά ο Κωνσταντίνος, «ίσως υπάρχουν κάποιοι που μπορούν να νικήσουν τα Διαμαντόσκυλα. Ν’ απευθυνθούμε...»

«Πού;»

«Στην πατριωτική οργάνωση Μέλας Ζωμός».

Η λέξη αντήχησε σαν ομοβροντία πυροβολικού στο γραφείο της οδού Καλλιρόης. Έπεσε ένα ξαφνικό πολικό ψύχος που έμοιαζε να κατεβάζει τη θερμοκρασία τριάντα βαθμούς. «Ω!...» έκανε ο Πρόεδρος, «δεν ξέρω, ζόρικα πράματα».

«Αυτοί είναι ανίκητοι!» είπε ενθουσιασμένος ο Άδωνις. «Έχω ακούσει ότι τρέφονται αποκλειστικά με μέλανα ζωμό, οπότε έχουν αναπτύξει τους πατριωτικούς τρικέφαλους και τους εθνικιστικούς τετρακέφαλους σε υπερανθρώπινο βαθμό!»

«Ναι, αλλά εμείς δε θέλουμε σχέση με τη συγκεκριμένη οργάνωση», έκανε σκεφτικά ο Πρόεδρος.

«Θα πάω να τους βρω εγώ», είπε ο Κωνσταντίνος, «έχω επαφές. Εσείς δε θ’ αναμιχθείτε καθόλου».

«Εντάξει, λοιπόν, αφού προθυμοποιείσαι. Ας το κάνουμε έτσι κι ο Θεός μαζί σου».

Το ανοιξιάτικο πρωινό συνέχιζε την πορεία του προς το μεσημέρι. Το κυκλοφοριακό βιοσύστημα της Καλλιρόης μετατοπιζόταν προς μια διαφορετική ισορροπία καθότι αραίωναν τα θηλαστικά, ενώ τα έντομα έτειναν όλο και περισσότερο να συγκεντρώνονται στην κυψέλη της στάσης του μετρό. Ο μεγάλος πύθωνας συνέχιζε να διέρχεται τακτικά, προσπαθώντας μάταια να αρπάξει κάποιο αργοπορημένο θηλαστικό. Ο εντελώς διακοσμητικός ήλιος συνέχιζε να επιτελεί το τυπικό του καθήκον, σαν στρογγυλή σφραγίδα με εθνόσημο στο διοικητικό έγγραφο του ουρανού. Με άλλα λόγια: κανείς και τίποτα δεν υποψιαζόταν τις σκοτεινές συνωμοσίες που εξυφαίνονταν.


*  *  *  *  *  *  *


«Ποιος είναι;»

«Κανένας».

«Πέρνα».

Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε κι ο Κωνσταντίνος βρέθηκε σ’ ένα ημιφωτισμένο χολ, γεμάτο αρχαιοελληνικές προτομές, ξίφη και ασπίδες. Ο τύπος δίπλα του ήταν φουσκωμένος σαν αρκούδα και φορούσε πειρατικό πανί στο ένα μάτι. Με το άλλο, τον κοιτούσε αγριωπά. «Λέγε».

«Θέλω να σας προτείνω μια αποστολή, έρχομαι απ’ το κόμμα και–».

«Εμείς δε θέλουμε σχέσεις με το κόμμα».

«Μα πρόκειται για κοινό εχθρό!» βιάστηκε να συμπληρώσει ο Κωνσταντίνος. «Αν τον εξουδετερώσετε, η χώρα θα γίνει λίγο λιγότερο σοσιαλιστική, σκεφτείτε το!»

Ο κύκλωπας τον περιεργάστηκε σκεφτικά. «Συνέχισε», γάβγισε τελικά.

«Τα Διαμαντόσκυλα», είπε ο Κωνσταντίνος, «εναλλακτικές μορφές ζωής με βάση τον σοσιαλισμό, αυτοί είναι οι πελάτες που σας προτείνω. Όσο κυκλοφορούν στην πιάτσα, κανένα σχέδιο δεν πρόκειται να πετύχει – είτε δικό μας είτε δικό σας».

Ο κύκλωπας έκλεισε το μάτι του και σκέφτηκε λίγο. Αμέσως μετά, το ξανάνοιξε και γρύλισε: «Είσαι σίγουρος ότι είσαι Κανένας;»

«Μα φυσικά».

«Γιατί εμένα μου φαίνεσαι Ένας».

«Είναι το χαϊδευτικό μου», είπε ο Κωνσταντίνος ξεροκαταπίνοντας, «όμως βγαίνει απ’ το Κανένας».

«Δεκτόν». Ο κύκλωπας συνέχιζε να τον κοιτάζει με μάτι–λέιζερ. «Μπορούμε να αναθέσουμε τη δουλειά στον πράκτορά μας για ειδικές αποστολές», δήλωσε τελικά.

«Τέλεια!» είπε ο Κωνσταντίνος. «Λοιπόν, αν βρείτε τους πελάτες–».

«Εμείς τους βρίσκουμε όλους».

«Ναι, σωστά. Όταν λοιπόν τους βρείτε, θα πρέπει να τους... εξουδετερώσετε πλήρως. Διότι έτσι θέλουν τα Διαμαντόσκυλα, μόνο έτσι καταλαβαίνουν: εντός 24 ωρών και εκτελεστικό απόσπασμα».

«Θα εισηγηθώ στον κεντρικό πυρήνα της οργάνωσης», μούγκρισε ο κύκλωπας, «αύριο κιόλας ο πράκτορας θα βρίσκεται στα ίχνη τους».

«Ωραία, πολύ ωραία», είπε ο Κωνσταντίνος. «Οπότε λοιπόν εγώ να πηγαίνω τώρα».

«Πρώτα θα αδερφοποιηθούμε» είπε ο κύκλωπας και πήγε σε μια πλαϊνή πόρτα. «Κάτσε εδώ, μην το κουνήσεις». Ο Κωνταντίνος δεν τόλμησε να κάνει ούτε μισό βήμα. Μετά από ένα λεπτό, ο άνθρωπος–αρκούδα ξαναεμφανίστηκε με ένα βαθύ μπολ στα χέρια του: «Μέλας ζωμός».

Ο Κωνσταντίνος κοίταξε το περιεχόμενο που ήταν παχύρευστο και μαύρο, εντελώς μαύρο, με κωδικό RGB (0,0,0). Ο κύκλωπας κατέβασε ένα ξίφος από τον τοίχο και το έσυρε απαλά στον καρπό του, αφήνοντας λίγες σταγόνες αίμα να στάξουν μέσα στο μαύρο κατασκεύασμα. Κατόπιν έδωσε το ξίφος στον Κωνσταντίνο που αναγκάστηκε να κάνει το ίδιο.

«Πίνουμε τώρα».

Τρεις γερές γουλιές ήταν αρκετές στον κύκλωπα για να κατεβάσει το μισό μπολ. Κατόπιν, το προσέφερε στον άλλον, που το έβαλε στο στόμα του κι άρχισε να καταπίνει. Ένα ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική του στήλη κι οι τρίχες του ορθώθηκαν καθώς το απόλυτο μαύρο κυλούσε κάτω στο λαρύγγι του. Συνέχισε να πίνει με δυσκολία μέχρι που το άδειασε. «Υπέροχο...» έκανε τελικά προσπαθώντας να το κρατήσει στο στομάχι του.


*  *  *  *  *  *  *


«Θα ξεκινήσεις με τρεις λίμνες», είπε ο Άδωνις. «Αν σου κάνουν παζάρια, θ’ ανεβείς στις τέσσερις».

«Έννοια σου, έννοια σου», είπε το στέλεχος των Οικωλόγων, «έχε μου εμπιστοσύνη!»

Ήταν ένας κοντός φαλακρός τύπος, που φορούσε χακί παντελόνι και κάπνιζε τα τσιγάρα δύο μαζί. Είχε ανοίξει την μπαλκονόπορτα για να φεύγει ο καπνός κι ο κρύος μεσημεριάτικος αέρας θύμιζε στους δύο άντρες ότι ο Μάρτης ήταν γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης. Το γραφείο της Οικωλογικής Σύμπραξης ήταν στον όροφο ενός νεοκλασικού, με τους τοίχους γεμάτους αφίσες και τα μπαλκόνια γεμάτα γλάστρες με πιπεριές και ντοματιές.

«Το πολύ–πολύ να κατεβάσεις και μια λιμνοθάλασσα ακόμα. Μέχρι εκεί όμως».

«Ξέρω τη δουλειά μου, μην ανησυχείς! Το βράδυ κιόλας θα ‘μαι Ουρανούπολη. Αύριο τα χαράματα πάω Άγιο Γαβριήλ, παραλιακά με σκάφος, να κερδίσουμε χρόνο». Ο κοντός έβγαλε ένα καφέ Samsonite σακ–βουαγιάζ κι άρχισε να πετάει μέσα ρούχα και βιβλία, χωρίς να διακόψει το διπλό κάπνισμα.

«Μπράβο. Κάνε τις διαπραγματεύσεις, δώστε τα χέρια, πάρ’ το Μύρο κι έλα γρήγορα. Κοίτα, δε θα στο δώσουν όλο. Μισό μπουκάλι, δε φαντάζομαι παραπάνω. Θα κρατήσουν το υπόλοιπο, θα σου πουν δεν έχει άλλο».

Ένας πιτσιρικάς μπήκε στο γραφείο και σερβίρισε από ένα ποτήρι ντοματοχυμό στους δύο άντρες. Ο Άδωνις κοίταξε το δικό με αποστροφή, ενώ ο κοντός άρχισε να πίνει λαχταριστά, χωρίς πάλι να διακόψει το διπλό κάπνισμα. «Θα τους ζητήσω και πιστοποιητικό γνησιότητας», είπε στο τέλος.

«Μπράβο. Δε μου λες, όλες αυτές οι αφίσες με τις γυναίκες», ο Άδωνις έδειξε γύρω τους τοίχους, «τι...;»

«Είναι Οικωλογικές».

«Μάλιστα. Κι αυτές δε φοράνε καθόλου, θέλω να πω...»

«Ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος αλλά πεθαίνει σκλαβωμένος, είπε ο Ρουσσώ. Εμείς, στη Ριζοσπαστική Οικωλογική Σύμπραξη, λέμε επίσης ότι ο άνθρωπος γεννιέται γυμνός αλλά πεθαίνει ντυμένος. Αυτό όμως διορθώνεται».

«Μάλιστα. Κατάλαβα».

Το στέλεχος των Οικωλόγων κούμπωσε το σακ–βουαγιάζ και σηκώθηκε: «Έτοιμος, έφυγα! Αύριο βράδυ παίρνω το ΚΤΕΛ από Θεσσαλονίκη και την επόμενη μέρα τα χαράματα θα σου ‘χω το Μύρο στο γραφείο σου! Είναι θέμα χρόνου, πες πως έγινε!»

Εκείνο το ανοιξιάτικο μεσημέρι, το κινητό του Προέδρου χτύπησε δύο φορές με το ίδιο ακριβώς μήνυμα από δύο διαφορετικούς αριθμούς: ΟΛΑ ΟΚ, ΚΑΝΟΝΙΣΤΗΚΕ. Και ήταν τόσο γλυκό αυτό το μπιπ των μηνυμάτων, πιο μελωδικό κι από κοντσέρτο του Μπετόβεν.


*  *  *  *  *  *  *


Η Ρούλα δεν είχε ιδέα από κλασική μουσική, ήξερε όμως τον Μπετόβεν. Για την ακρίβεια, την Ενάτη του Μπετόβεν. Για την ακρίβεια, τον Ύμνο στη Χαρά από την Ενάτη του Μπετόβεν. Λογικά, για να υπήρχε η Ενάτη, θα υπήρχε και η Ογδόη και η Εβδόμη κ.λπ. μέχρι και η Πρώτη του Μπετόβεν, όμως όλες αυτές ακόμα κι αν τις ήξερε, δεν ήξερε ότι τις ήξερε. Από μικρή στο κόμμα, οικογενειακή παράδοση, γεννήθηκε μάλιστα τη μέρα που ανέλαβε υπουργός οικονομικών ο Γεράσιμος Αρσένης, γι’ αυτό και οι γονείς της την τάξαν στον Άγιο Γεράσιμο και της έδωσαν το όνομα της Ρούλας Κακλαμανάκη. Η ίδια δεν ήταν αυτής της κατεύθυνσης, στην εφηβεία της σημαδεύτηκε από το σκεπτόμενο ΠΑΣΟΚ, τους εκσυγχρονιστές του Σημίτη, κι άφησε πίσω της το οικογενειακό ΠΑΣΟΚ και τις συγκεντρώσεις με τα Κάρμινα Μπουράνα – το μόνο άλλο κομμάτι κλασικής μουσικής που ήξερε.

Θα την έλεγες πολύ όμορφη κοπέλα, αρκεί να έκανες τον διαχωρισμό του Καντ ανάμεσα στο Φαινόμενο Πράγμα και στο Πράγμα Καθ’ Αυτό (an Sich): μακριά ξανθιά χαίτη (Φαινόμενη Ρούλα) με τις ρίζες βαμμένες μαύρες (Ρούλα an Sich), μάτια μελιά (Ρούλα an Sich) που γίνονταν τεράστια με eyeliner, σκιές και μάσκαρα (Φαινόμενη Ρούλα), μεγάλο και καλογραμμένο στόμα (Ρούλα an Sich) με το σταφύλι του ήλιου στα χείλη της από κραγιόν, μολύβι και lipgloss (Φαινόμενη Ρούλα). Το είχε καταλάβει από μικρή ότι δεν στέκεις αν δεν είσαι ξανθιά και δεν είναι όλα πάνω σου μεγάλα. Δεν ήταν όλα επάνω της μεγάλα κι αυτό το αντιμετώπιζε με δημιουργική λογιστική: ενισχυμένα σουτιέν και κινέζικα φορμάκια που μετατοπίζουν το λίπος της κοιλιάς στο στήθος. Πάντως οι αγουροξυπνημένοι πρωινοί επιβάτες του ΚΤΕΛ Νομού Αττικής στην Πλατεία Αιγύπτου, έβλεπαν σ’ αυτήν μια χορταστική εικόνα ανάπτυξης και ευμάρειας χωρίς να υποψιάζονται τα κρυμμένα ελλείμματα και τα greek statistics.

H Ρούλα κατέβηκε από το λεωφορείο, έπνιξε ένα χασμουρητό και τίναξε μερικές φορές τα χέρια της να ξεπιαστεί. Αυτό το ολονύχτιο ταξίδι από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα ήταν σκότωμα... Λίγος και κακός ύπνος, κούραση και πονεμένος αυχένας. Γιατί στο λεωφορείο πάντα υπάρχει και κάποιος που ροχαλίζει σ’ όλη τη διαδρομή; Η κοπέλα κοίταξε το ρολόι της, είδε ότι ήταν επτά και τέταρτο και συλλογίστηκε πως ίσα–ίσα προλάβαινε να πιει έναν καφέ, να κάνει έναν σαρωτικό ανασχηματισμό στο μακιγιάζ της και να είναι οκτώ η ώρα στο Σύνταγμα, στο περίπτερο της κυβερνητικής καμπάνιας: Ένα Νεφρό Για Την Πατρίδα. Περπάτησε με βαριά βήματα στο χώρο των αποσκευών να πάρει το σακ-βουαγιάζ της, προσπερνώντας έναν κοντό φαλακρό με δύο τσιγάρα στο χέρι που σκουντουφλούσε από τη νύστα. Πού ήταν το σακ-βουαγιάζ; Α, νάτο. Η Ρούλα πήρε το καφέ Samsonite της από τις αποσκευές και το έσυρε ως το διπλανό καφενείο.

Μετά από δέκα λεπτά κι έναν μισοτελειωμένο καφέ, αποφάσισε πως είναι ώρα να φτιάξει τη Φαινόμενη Ρούλα και να ξεκινήσει για το Σύνταγμα. Άνοιξε το Samsonite να πάρει το τσαντάκι με το μακιγιάζ κι έμεινε. Μέσα εκεί αντίκρυσε αντρικά ρούχα (και εσώρουχα), κούτες τσιγάρα, μια σειρά βιβλίων οικωλογικού περιεχομένου, κι ένα μικρό μαύρο κουτί με κλειδαριά. Πήρε λάθος σακ–βουαγιάζ... Γαμώτο! Κάποιος άγνωστος θ’ ανοίξει ανύποπτος το δικό του και θα βρει, αντί για τα ρούχα και τα βιβλία του, το μακιγιάζ και τα κινέζικα φορμάκια της. Πολύ γαμώτο! Και τώρα τι κάνουμε; Η Ρούλα πήρε μερικές χαρτοπετσέτες κι έτρεξε στην τουαλέτα του καφενείου να σώσει οτιδήποτε αν σώζεται από το μακιγιάζ της. Μετά από λίγα λεπτά αγωνίας, αποφάσισε πως ούτε αλλάζει ούτε βουλιάζει, οπότε βγήκε έξω και πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Τώρα ό,τι έγινε έγινε, πάμε στο Σύνταγμα με βάρκα την ελπίδα. Αλήθεια, τι να είχε αυτό το μαύρο κουτί στο Samsonite του οικωλόγου;

Η Ρούλα ξαναγύρισε στην καφέ αποσκευή. Όπως κι η δικιά της, είχε μια θήκη με φερμουάρ στα πλάγια, την άνοιξε και βρήκε μέσα ένα κλειδάκι που φώναζε ότι είναι φτιαγμένο για μικρά κουτιά. Ξεκλείδωσε το μαύρο αίνιγμα και κοίταξε μέσα: ένα χαρτί κι ένα μισογεμάτο μπουκαλάκι πάνω σε στρώσεις από βαμβάκι. Τα περιεργάστηκε με ενδιαφέρον. Πιστοποιητικό γνησιότητας για το Μύρο της Αμφίπλευρης Διεύρυνσης; Η Ρούλα διάβασε το χαρτί και γούρλωσαν τα όχι τόσο μεγάλα με το ημιμακιγιάζ μάτια της. Είναι δυνατόν; Μα τι γράφει εδώ πέρα!

Ξαφνικά το βλέμμα της έπεσε στο ρολόι του καφενείου. Οκτώ παρά είκοσι, φύγαμε! Έκλεισε το Samsonite και πήγε στα ΚΤΕΛ δίπλα να το αφήσει ζητώντας, αν εμφανιστεί ο ιδιοκτήτης του, να το κάνει τράμπα με το δικό της. Το μαύρο κουτί το κράτησε. Αποφάσισε να ρισκάρει με ένα περαστικό ταξί αντί να περπατήσει προς τη στάση του μετρό, και φυσικά έφτασε στο Σύνταγμα ένα τέταρτο καθυστερημένη. Ο Γρηγόρης την περίμενε στο περίπτερο της καμπάνιας φανερά εκνευρισμένος.

«Πού ‘σαι, ρε κορίτσι μου, κι ετοιμαζόμουν να σε πάρω τηλέφωνο...»

«Συγνώμη, συγνώμη, συγνώμη» άρχισε να λέει η Ρούλα, «καθυστέρησε το λεωφορείο, ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, ούτε καφέ δεν ήπια».

Ο Γρηγόρης μούγκρισε αλλά δε σχολίασε. «Πώς τα πήγατε στη Θεσσαλονίκη;» ρώτησε τελικά.

«Άσε, χάλια. Εικοσιέξι νεφρά, οκτώ πνεύμονες, ένα – πώς το λεν αυτό με την ινσουλίνη;»

«Πάγκρεας».

«Ναι, ένα τέτοιο, και τέσσερα συκώτια για την πατρίδα. Κι ένα τηλέφωνο επίσης. Χάλια μαύρα»

«Το τηλέφωνο είναι για την πατρίδα;»

«Το τηλέφωνο μου το ‘δωσε ένας βρωμόγερος που του γυάλισα, ο κύριος Μενέλαος. Συνταξιούχος διπλωματικός ακόλουθος στην Ιαπωνία, λέει. Μπρρρ! Τι να πω για τη Θεσσαλονίκη, ρε Γρηγόρη, 30% κάτω απ’ το στόχο πέσαμε... Ούτε μια καρδιά δε δώσαν».

«Δεν έχει καρδιά αυτή η πόλη».

«Αθήνα και πάλι Αθήνα. Απείλησε κιόλας το λείψανο ότι θα πάρει το αεροπλάνο να ‘ρθει να με βρει. Άκου να δεις! Αυτός είν’ αρχαίος, ρε. Πρέπει να τον προστατέψει η UNESCO, μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς».

Οι δύο σύντροφοι ετοίμασαν το περίπτερο, τα φυλλάδια, τις φόρμες εγγραφής, την οθόνη με το βιντεοσκοπημένο μήνυμα του πρωθυπουργού και τη μεγάλη επιγραφή στην πρόσοψη: Ο Έχων Δύο Νεφρούς Μεταδότω Εν Διά Την Πατρίδα.

«Γρηγόρη, να σε ρωτήσω κάτι;» θυμήθηκε σε κάποια στιγμή η Ρούλα. «Πιστεύεις ότι είναι δυνατόν να αλλάξουν θέση δύο άνθρωποι;»

«Ναι, φυσικά, όπως ο Παπαθεμελής που πήγε απ’ το κόμμα στη Νέα Δημοκρατία κι ο Μάνος που έκανε το ανάποδο».

«Όχι μωρέ, δεν εννοώ αυτό. Να μπει ο ένας στη θέση του άλλου, καταλαβαίνεις; Να αλλάξουν το εσωτερικό τους, πώς να το πω;»

«Ρε Ρούλα, δώσε κάνα φυλλάδιο στον κόσμο κι άσ’ τις βλακείες», έκανε κουρασμένα ο Γρηγόρης.

«Άντε, καλά». Η Ρούλα αφοσιώθηκε στην αποστολή της.

Συγκινούμαι ειλικρινά όταν άνθρωποι του μόχθου με σταματάν στο δρόμο και μου λένε ότι για την πατρίδα προσφέρω κι ένα νεφρό, έλεγε ξανά και ξανά ο βιντεοσκοπημένος Γιώργος Παπανδρέου από την οθόνη. Η ώρα περνούσε και δεκάδες άνθρωποι σταμάτησαν στο περίπτερο να ενημερωθούν και να προσφέρουν τους ιστούς τους για την πατρίδα. Η Ρούλα χρειαζόταν μόλις δύο νεφρά ακόμα για να πιάσει τον στόχο και τότε ήταν που βρήκε να σκάσει μύτη ο κύριος Μενέλαος:

«Κυρία Ρούλα, καλημέρα, πόσο χαίρομαι που σας ξαναβλέπω!»

«Εγώ δε χαίρομαι καθόλου» του απάντησε αυτή από μέσα της. Απ’ έξω είπε ότι πώς, κι αυτή χαίρεται, πολύ ευχάριστο που ξανασυναντιούνται και τι έκπληξη ήταν αυτή, μήπως θέλει να προσφέρει κάνα νεφρό για την πατρίδα; Ο Γρηγόρης παραδίπλα προσπαθούσε να πνίξει ένα χαμόγελο και μιλούσε με κάτι προσκόπους.

«Ήρθα πριν λίγο από τη Θεσσαλονίκη», συνέχισε ατάραχος ο κύριος Μενέλαος. «Ήθελα να σας μιλήσω, κυρία Ρούλα, για κάποια θέματα που πιστεύω ότι θα σας ενδιαφέρουν πολύ». Είχε πατημένα τα –ήντα και μάλιστα βρισκόταν πολύ πιο κοντά στα –όντα παρά στα –άντα. Φορούσε σκούρο κουστούμι και τα γκρίζα μαλλιά του ήταν αραιά, σαν προεκλογική συγκέντρωση των Οικολόγων Πράσινων. Η παρουσία του ανέδινε ένα άρωμα από παλιό χαρτοφύλακα, από γυαλιά πρεσβυωπίας, από αρχείο εγγράφων κλειδωμένο σε σκαλιστό ξύλινο ερμάρι.

«Α, ναι; Πολύ ωραία», σχολίασε η Ρούλα. «Γρηγόρη» σώσε με! ούρλιαξε από μέσα της, «μήπως χρειάζεσαι καθόλου βοήθεια;»

«Όχι, εντάξει, τα καταφέρνω μια χαρά, μην ασχολείσαι» της απάντησε αυτός.

Μια ψηλόλιγνη φιγούρα περπατούσε εκείνη τη στιγμή προς την πλατεία Συντάγματος κι όλα επάνω της φώναζαν ΠΑΣΟΚ. Δεν ήταν μόνο οι εφημερίδες που κρατούσε – Έθνος, Τα Νέα, Το Βήμα, Ελευθεροτυπία, Καρφί, Νίκη. Δεν ήταν μόνο το αγουροξυπνημένο ύφος και το μάτι που γυάλιζε για καφεΐνη, σταλιά σταλιά κι αχόρταγα τον πίνω τον φραπέ μου. Ήταν κυρίως το τεράστιο μουστάκι–τομή στο πρόσωπό του, που προσέδιδε μια σημειολογία αποπυρηνικοποιημένου Δήμου, επαρχιακού φεστιβάλ και οδού Ηρώων Πολυτεχνείου. Ο Χάλογουϊν Τζακ πίεσε τον εαυτό του να διανύσει τις λίγες δεκάδες μέτρων που τον χώριζαν ακόμα από το καφενείο της πλατείας και τη μελέτη των εφημερίδων.

Ξαφνικά χτύπησε η εφαρμογή ChickAlert στο κινητό του. Το έβγαλε και διάβασε την οθόνη: ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΟ ΘΗΛΥΚΟ ΣΤΑ 30 ΜΕΤΡΑ. Όλη η νύστα τού έφυγε μεμιάς. Πέταξε τις εφημερίδες στο πρώτο καλάθι κι άρχισε να βολτάρει γύρω γύρω ακολουθώντας την ένδειξη του ανιχνευτή στο κινητό: 25 μέτρα, 20, 15, 10... Σήκωσε το κεφάλι και την είδε. Καθόταν στο περίπτερο της κυβερνητικής καμπάνιας και μιλούσε μ’ έναν γέρο. Ο Χάλογουϊν Τζακ έβγαλε τα ειδικά βιομετρικά γυαλιά του, τα φόρεσε και τη σκανάρισε:

Θηλυκός φαινότυπος σε ηλικία γονιμοποίησης με άφθονες ενδείξεις υγείας και ικανότητας επιτυχούς κύησης, διαβίβασαν τα γυαλιά στον εγκέφαλό του. «Ωραία γκόμενα!» μουρμούρισε ο Χάλογουϊν Τζακ.

Αναλογία μέσης/γοφών κοντά στο βέλτιστο 0,7 και μεγάλη αμφιλαγόνιος διάμετρος, διαβίβασαν πάλι τα γυαλιά στον εγκέφαλό του. «Και ωραίος κώλος!» ξαναμουρμούρισε ο Χάλογουϊν Τζακ.

Ενδυματολογική επαύξηση φαινοτυπικών δεικτών παραγωγής οιστρογόνου για θηλασμό και επιτυχή κύηση, διαβίβασαν ακόμα μια φορά τα γυαλιά στον εγκέφαλό του. «Χμ... ψεύτικο στήθος», παρατήρησε ο Χάλογουϊν Τζακ. «Δεν πειράζει, ορμάμε!»

«... ήμουν κι εγώ στο κόμμα απ’ τη δεκαετία του ’70 κιόλας», έλεγε εκείνη τη στιγμή ο κύριος Μενέλαος. «Είδα αμέτρητους ανθρώπους. Να ξεκινούν απ’ το μηδέν και να φτάνουν στην κορυφή».

«Α, ναι; Πολύ ενδιαφέρον» απάντησε στωικά η Ρούλα.

«Στην αρχή δεν τους γνώριζε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους, στο τέλος όμως αγόρασαν όλη την πολυκατοικία με τον θυρωρό μαζί. Μπορώ να σας προωθήσω, έχω πολλές επαφές».

«Έτσι, ε;»

«Βεβαίως. Με τις συμβουλές και τις γνωριμίες μου, μια μέρα θα γίνετε γενική διευθύντρια σε υπουργείο. Να βγούμε το βράδυ οι δυο μας, κάπου ήσυχα, και να σας τα πω αναλυτικά».

«Θέλετε να με συμβουλέψετε ή να με γαμήσετε;» τον ρώτησε η Ρούλα γλυκά–γλυκά.

«Μα φυσικά να σας συμβουλέψω, κυρία Ρούλα, δεν εννούσα καθόλου ότι–»

«Ρωτάω, γιατί αν θέλετε να με γαμήσετε, θα χρειαστεί να δώσετε και τα δύο νεφρά για την πατρίδα, να πιάσω τον στόχο», τον πληροφόρησε η Ρούλα. «Ισχύουν ακόμα οι καλές σας προθέσεις;»

«Ε εντάξει τώρα, είπα να κάνω μια καλή πράξη κι εσείς–».

«Μάλιστα, δεν ισχύουν».

«Μα απλώς να βγούμε σήμερα βράδυ σας ζήτησα, να τα πούμε λίγο πιο άνετα...» γκρίνιαξε ο κύριος Μενέλαος.

«Σήμερα βράδυ όμως το κορίτσι είναι πιασμένο», είπε ο Χάλογουϊν Τζακ που εισέβαλε ξαφνικά, «είχαμε πει να πάμε για φαγητό, το ξέχασες;»

«Αχ ναι, σωστά, το ξέχασα εντελώς», έκανε η Ρούλα κοιτώντας τον σωτήρα της, «σήμερα έχω έξοδο...»

«... στην ταβέρνα Ο Μπαξές στο Τουρκολίμανο. Οκτώ η ώρα».

«... ακριβώς. Συγνώμη, κύριε Μενέλαε, μια άλλη φορά». Το άρωμα του παλιού καλού ΠΑΣΟΚ γέμισε τα ρουθούνια της, ένα άρωμα που ήξερε κι από την οικογένειά της. Μέτρησε αστραπιαία τον σωτήρα της από πάνω ως κάτω κι αποφάσισε ότι της θύμιζε τον πατέρα της, καλό σημάδι. Ταβέρνα Ο Μπαξές στο Τουρκολίμανο, οκτώ η ώρα, είπε μέσα της.

«Α, εντάξει, ίσως αύριο θα μπορούσαμε να–» δοκίμασε ο κύριος Μενέλαος.

«Τα λέμε το βράδυ, συντρόφισσα!» είπε ο Χάλογουϊν Τζακ και πριν αποχωρήσει, της πλάσαρε με τρόπο την κάρτα του. «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες».

«ΟΚ, οκτώ η ώρα!» είπε η Ρούλα.

«Θα σας τηλεφωνήσω αύριο, κυρία Ρούλα», έλεγε ο κύριος Μενέλαος αλλά κανείς δεν του έδινε σημασία, «ακούστε με και δε θα χάσετε».

«Ναι, ασφαλώς» απάντησε η Ρούλα, καθώς κοιτούσε την κάρτα που της άφησε ο καινούργιος της φίλος: Χάλογουϊν Τζακ, αντιδεξιός σύλλογος Τα Διαμαντόσκυλα, ένα τηλέφωνο και μια διεύθυνση κάπου στο Χαϊδάρι. Ο πράσινος ήλιος πάνω δεξιά στην κάρτα, δεν άφηνε καμιά αμφιβολία.


*  *  *  *  *  *  *


«Έπιασα την Μπράντφορντ και την Οσναμπρίκ» εξηγούσε ο Αραφάτ, ένας άντρας απροσδιόριστης ηλικίας με παλαιστινιακό φουλάρι, μακριά μούσια και σκούφο, «αν πιάσω και τη Σιμιζού στον αγώνα 162, βγάζω τη χασούρα». Έδειχνε ένα δελτίο Πάμε Στοίχημα στον Ρόκκο Χοϊδά, που τον άκουγε με ύφος υπέρτατης αποστροφής καθώς μαστόρευε κάτι μικροτσίπ σε μια πλακέτα. «Έρχομαι στα λεφτά μου, αρκεί να κάνει το θαύμα της η Σιμιζού».

«Παίζεις Στοίχημα, ρε Αραφάτ, ενώ την ίδια ώρα η Δεξιά μπορεί να απεργάζεται ακατονόμαστα σχέδια» γκρίνιαξε ο Ρόκκος Χοϊδάς, ένας γκριζομάλλης εξηντάρης. Οι δύο άντρες κάθονταν στο συνεργείο του μικρού μαγαζιού στο Χαϊδάρι, με τους τοίχους του γεμάτους από κατσαβίδια και ξεβράκωτες, ένα μαγαζί που γνωρίζουμε ήδη πολύ καλά.

«Η Δεξιά κοιμάται», είπε ο Αραφάτ, «το Αρχηγείο δεν ειδοποίησε για τίποτα. Άρα και τα μυαλά στη Σιμιζού».

«Η Δεξιά δεν κοιμάται ποτέ! Ο αγώνας συνεχίζεται διαρκώς».

«Χο, σύντροφοι!» έκανε ο Χάλογουϊν Τζακ, που εμφανίστηκε εκείνη τη στιγμή στο μαγαζί. «Ο αγώνας αναβάλλεται, παίζει γυναίκα!»

«Άντε, ρε. Καλή;» ρώτησε ο Αραφάτ. «Πού τη γνώρισες;»

«Στο περίπτερο της κυβερνητικής καμπάνιας, στο Σύνταγμα. Καλή, πολύ καλή. Και συντρόφισσα».

«Για κάνε περιγραφή».

«Να σου πω, νομίζω ότι μπορώ να βοηθήσω» είπε ο Ρόκκος Χοϊδάς, «μισό λεπτό να φέρω την τελευταία μου εφεύρεση». Εξαφανίστηκε στο συνεργείο του βάθους, ενώ ο Χάλογουϊν Τζακ έκανε αναλυτική περιγραφή της Ρούλας στον Αραφάτ. Ο γκριζομάλλης ξαναγύρισε μετά από λίγο μ’ ένα σπρέι κολώνιας: «Σύντροφοι, ιδού ο Φαινομενολογικός Ερμηνευτής».

Τα άλλα δύο Διαμαντόσκυλα κοίταξαν το σπρέι με απορία. «Τι πράμα;»

«Είναι ενισχυτικό πραγματικότητας – κατά βάση, ένας φορητός αρνητικός ιονιστής με ενσωματωμένη μονάδα υψηλής τάσης και χαμηλής έντασης, δυναμοδοτούμενος από μπαταρία ηλίου των 25 kV. Φοριέται σαν κοινή κολώνια και επηρεάζει τα γυναικεία αντιληπτικά κέντρα δημιουργώντας μια εναλλακτική ερμηνεία της πραγματικότητας».

«Πώς δηλαδή;»

«Κάνει και την πιο απλή κουβέντα ν’ ακούγεται βαθυστόχαστη. Και το πιο απλό αστείο να φαντάζει ξεκαρδιστικό. Και την πιο απλή πράξη να αποκτά ρομαντικές προεκτάσεις. Ο Ερμηνευτής προσδίδει βάθος στο γενετήσιο ένστικτο, εκτινάσσοντάς το στη σφαίρα ενός ποιήματος του Δροσίνη».

«Α, ναι;» είπε ο Χάλογουϊν Τζακ. «Δεν ξέρω όμως, φοβάμαι να βάλω τέτοιο πράμα πάνω μου, με τόσο ηλεκτρισμό και kV…»

«Κανένας κίνδυνος αν ακολουθήσεις τις οδηγίες χρήσης. Έχει και άρωμα λεβάντα».

«Σύντροφε», είπε ο Αραφάτ, «θα είμαστε μαζί σου απόψε με το μυαλό. Θα σε συνοδεύουν οι ευχές μας κι εσύ αύριο θα μας τα διηγηθείς όλα. Ο δικός σου αγώνας είναι και δικός μας, ελάτε να δώσουμε τον όρκο!». Βγάλανε γρήγορα το κάδρο με τη Διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη. Υπό τη σκιά της, οι τρεις άντρες ακούμπησαν τις παλάμες τους, με τον αντίχειρα και το μικρό δάχτυλο κλειστό, τα τρία μεσαία δάχτυλα τεντωμένα, σχηματίζοντας έτσι το σύμβολο των Διαμαντόσκυλων: έναν Ανατέλοντα Ήλιο με Εννιά Ακτίνες. «Μας οδηγεί!»


*  *  *  *  *  *  *


Το βράδυ στο Τουρκολίμανο κυλούσε όμορφα και για τους δύο συντρόφους. Η Ρούλα ήταν ικανοποιημένη γιατί βρήκε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον στον καινούργιο της φίλο απ’ ό,τι περίμενε. Είχε έρθει χωρίς μεγάλες προσδοκίες, όμως ανακάλυψε έναν άντρα ταυτόχρονα απλό αλλά και πολυδιάστατο. Δωρικό κι ανεπιτήδευτο, όμως ευαίσθητο και σοφιστικέ. Έναν άντρα που ήταν αθώος αλλά και περπατημένος, παιδικός αλλά και πατρικός, ήξερε να γίνεται αστείος εκεί που πρέπει, σοβαρός εκεί που πρέπει, να ακούει όταν πρέπει κι όταν μιλάει να λέει μόνο λόγια ουσίας. Πάνω από όλα όμως ήταν γνήσιος, ήταν ο εαυτός του. Καταπληκτικό ραντεβού.

Ο Χάλογουϊν Τζακ ήταν ικανοποιημένος γιατί η βραδιά έδειχνε ότι μπορεί να κλείσει με σεξ.

Σε κάποια στιγμή, η κοπέλα ζήτησε συγνώμη και πήγε στην τουαλέτα. Ο καθρέφτης, ο καλύτερος φίλος της γυναίκας. Στάθηκε μπροστά του κι εξέτασε τη δημόσια παρουσία της: είχε φορέσει το μακρύ κόκκινο φουστάνι, εκείνο που την κάνει να μοιάζει πυρκαγιά. Όλα τα κινέζικα φορμάκια της ήταν στη χαμένη βαλίτσα, οπότε αναγκάστηκε να κάνει λίγη έξτρα δημιουργική λογιστική με χαρτοπετσέτες μέσα στο σουτιέν. Όμως ψυχανεμιζόταν ότι η βραδιά μάλλον θα κατέληγε βιολογική, κι επειδή το σουτιέν είναι ο χειρότερος εχθρός του άντρα, τις έβγαλε και τις πέταξε στο καλάθι. Καλύτερα η εμπορική της αξία να συμβαδίζει με την αντικειμενική της αξία, γιατί αργότερα υπήρχε περίπτωση να γίνει πραγματογνωμοσύνη. Όλα τα υπόλοιπα ήταν στη θέση τους, μακιγιάζ, μαλλιά, κραγιόν, άψογα. Επέστρεψε πίσω στο τραπέζι για τον δεύτερο γύρο. «Ήρθα! Τι λέγαμε;»

«Γι’ αυτό το Μύρο της Αμφίπλευρης Διεύρυνσης που βρήκες», της θύμισε ο Χάλογουϊν Τζακ.

«Α, σωστά. Να, εδώ το ‘χω». Έβγαλε το μπουκαλάκι από την τσάντα της και του το έδωσε. «Μα είναι δυνατόν ν’ αλλάξουν θέση δύο άνθρωποι;! Το πιστεύεις;»

«Βλακείες». Το περιεργάστηκε λίγο και της το επέστρεψε. «Κάνα αφροδισιακό που απευθύνεται σε παντρεμένους. Θα υπάρχουν τίποτα πονηρά υπονοούμενα σ’ αυτήν την Αμφίπλευρη Διεύρυνση». .

«Α, δεν ξέρω, εγώ είμαι ακόμα ελεύθερη».

«Κι έτσι να μείνεις. Ο γάμος είναι μια ρουτίνα και το σεξ των παντρεμένων μια τυπική διαδικασία, χε!» είπε ο Χάλογουϊν Τζακ. Έδιωξε έναν μαύρο που πουλούσε CD κι η Ρούλα θαύμασε την αποφασιστικότητά του. «Μετά τον πρώτο χρόνο, όλα είναι μια φωτοτυπία του σαββατοκύριακου».

«Δηλαδή;» τον ρώτησε αυτή κρεμασμένη από τα χείλη του.

«Ε, καταλαβαίνεις. Η ίδια ακριβώς σκηνή κάθε σαββατοκύριακο, ξανά και ξανά. Πεδίο μάχης: το κρεβάτι. Ταλαιπωρημένα σκεπάσματα, δύο στρατοί να κείτονται αμοιβαία νικητές και νικημένοι. Τα ξέρεις όλα αυτά. Οράματα με φουσκωμένες κοιλιές, με διάφορους φίλους να ρωτάνε αν θα ‘ναι αγοράκι ή κοριτσάκι, και πάντα ο ένας απ’ τους δυο να σκέφτεται ότι ήπιε πάρα πολύ. Στο τέλος, κάποιο χέρι κινείται προς το πορτατίφ, καληνύχτα – καληνύχτα και το δωμάτιο σκοτεινιάζει, THE END. Εντελώς ρουτίνα. Γι’ αυτό σου λέω, υπάρχει λόγος σοβαρός που έμεινα ανύπαντρος. Αυτά μου τύχαν, δυστυχώς, μα τ’ αγαπάω, ευτυχώς, και να ένας λόγος σοβαρός που ‘μαι ωραίος».

Η Ρούλα είχε μείνει να τον ακούει γοητευμένη. Αυτός ο άντρας είχε ουσία! Εντελώς διαφορετικός απ’ όλους όσους είχε γνωρίσει προηγουμένως. Ακόμα κι η κολώνια λεβάντα που φορούσε ήταν ερωτική, ενώ το μουστάκι του είχε κάτι το απροσδιόριστα φαλλικό. «Εμ, το σεξ δεν είναι και το σημαντικότερο σε μια σχέση...» έκανε.

«Σωστά», συμφώνησε ο Χάλογουϊν Τζακ ξαναδιώχνοντας τον μαύρο με τα CD. «Υπάρχουν τόσα άλλα σημαντικότερα».

Φώναξαν το γκαρσόνι, πλήρωσαν και βγήκαν έξω στο βραδινό Τουρκολίμανο. Τα φώτα των καραβιών αντανακλούσαν πάνω στα νερά. «Έχω μια γκαρσονιέρα εδώ κοντά» παρατήρησε ο Χάλογουϊν Τζακ κι η Ρούλα θαύμασε την προνοητικότητά του. Ναι, αυτός σίγουρα ήταν ένας άντρας με προσωπικότητα, ένα αρσενικό που άξιζε να του δωθεί, ώστε η ένωσή τους να έχει διάσταση πέρα από το απλό σωματικό ένστικτο της αναπαραγωγής.

«Δεν ξέρω, νομίζω ότι δεν πρέπει...» του είπε, εννοώντας το αντίθετο.

«Πράγματι, δεν πρέπει» είπε ο Χάλογουϊν Τζακ κοιτώντας για κανένα περαστικό ταξί.

«Πράγματι, δεν πρέπει» είπε κι ο μαύρος με τα CD δίπλα τους. Το πιστόλι στα χέρια του δεν κολλούσε με τίποτα στον προηγούμενο ερωτισμό της βραδιάς. «Θα ‘ρθετε μαζί μου κι οι δυο σας, ούτε κιχ γιατί σας την άναψα» συμπλήρωσε.

Δύο ζευγάρια έκπληκτα μάτια συνάντησαν ένα βλέμμα ξιφομάχου. «Μη με κοιτάτε έτσι, έχω ξανασκοτώσει άνθρωπο». Ο τύπος βρέθηκε πίσω τους με μια σβέλτη κίνηση κι έχωσε το πιστόλι στα πλευρά του Χάλογουϊν Τζακ. «Εμπρός, πάμε!» Η Ρούλα πήγε να διαμαρτυρηθεί, όμως όταν ένιωσε κι αυτή το σκληρό ατσάλι στην πλάτη της προχώρησε σαν υπνωτισμένη.

Οι τελευταίοι πελάτες θα γύριζαν αργότερα στα σπίτια τους και θα σκέφτονταν πως ήταν μια απελπιστικά συνηθισμένη βραδιά• οι άντρες μόνο θα θυμόντουσαν την κουκλάρα με τα κόκκινα, παρέα μ’ έναν απελπιστικά συνηθισμένο τύπο – θα ‘θελαν να ‘ξεραν, τι του έβρισκε;



(συνεχίζεται εδώ)

Η Συντέλεια

Μεγάλη αναταραχή επικρατούσε στο βυθό, τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα. Κι όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, ακούστηκαν τουλάχιστον έξι διαφορετικές εκδοχές των γεγονότων. Τα περισσότερα ψάρια δεν ήξεραν τι να πιστέψουν.

Κάτι τέτοιες στιγμές ξεχώριζαν οι ηγέτες κι ο γερο-Μπλιμπ ο θεολόγος ήταν ένας από αυτούς, είχε σκληραγωγηθεί καλά από τις αμέτρητες μάχες με τους άπιστους στο παρελθόν. «Ησυχάστε, αδερφοί!» φώναξε κουνώντας την ουρά του για έμφαση.

«… μα είναι αλήθεια, τον είδα σας λέω!» έκανε ένα ψαράκι τσιρίζοντας.

«Τέκνο, μην εξάπτεσαι παρουσία επισκόπων. Οι Προφήτες διδάσκουν πως ο σεβασμός στους πρεσβύτερους ανήκει στις Εντολές», απάντησε ο γερο-Μπλιμπ.

«Σεβασμιότατε», είπε μια τσιπούρα, «θα συγχωρέσετε τον ενθουσιασμό μας. Δε φτάνει συχνά κάποιος στην αγιοσύνη!»

«Ο Ύψιστος είναι αυτός που συγχωρεί τους δούλους Του, όχι εμείς», απάντησε ο γερο-Μπλιμπ, «αρκεί να μην έχουν περιπέσει σε θανάσιμο αμάρτημα. Όσο για την αγιοσύνη, το θέμα θα εξεταστεί από το ιερό κονκλάβιο».

«Όμως έγινε άγιος, ε;» πετάχτηκε ένας ροφός. «Αφού αναλήφθηκε στους ουρανούς…»

«Αδερφοί, μη λησμονείτε πόσες φορές παραπλανηθήκατε από προσομοιώσεις αγιοσύνης κι εκλάβατε τις μεταξωτές κορδέλες για φύκια» απάντησε ο γερο-Μπλιμπ. «Θυμηθείτε τον Μπλόιμ, τη συναγρίδα, που ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να μεταμορφώνει την άμμο σε πλαγκτόν. Πόση περιουσία δημιούργησε εις βάρος των αφελών που χρηματοδότησαν την επιχείρησή του, Πλαγκτόν Μπλόιμ ΑΕ… Για να εξιλεωθεί, αναγκαστήκαμε να τον παραδώσουμε βορά στους μεγαλοκαρχαρίες του επιχειρηματικού κατεστημένου».

Τα ψάρια σώπασαν. Παρόλη την ανυπομονησία τους. Γιατί όλοι ξέραν τι σήμαινε αν ο Μπλουμ ανακηρυσσόταν άγιος – ο πρώτος από την αθλιότατη φυλή των σπάρων: σύμφωνα με τους Προφήτες, τούτο το σημάδι θα όριζε την έναρξη της Συντέλειας με την ανύψωση στα ουράνια των ενάρετων και την κατακρήμνιση στην κόλαση των πλανημένων.

«Ο σεβασμιότατος Μπλιμπ όμως, δε μας έχει εξηγήσει καλά πώς ένας τόσο μεγάλος αμαρτωλός μπορεί να φτάσει στην αγιοσύνη, αν φυσικά αυτή αποδειχθεί! Μήπως η ευσπλαχνία της θείας Χάρης ξεπερνάει την αυστηρότητα της θείας Δικαιοσύνης;» ακούστηκε ξαφνικά μια καυστική φωνή.

Ο γερο-Μπλιμπ δαγκώθηκε. Αυτή η φωνή είχε τη σωστή δόση ειρωνείας για να τον νευριάσει και γαλιφιάς για να ξέρει ότι θα χάσει το παιχνίδι αν τσιμπήσει το δόλωμα. Ήταν ο Μάρτι το καλαμάρι, ο αρχιερέας των αιρετικών.

«Ναι, ο Μάρτι έχει δίκιο!» φώναξαν παρασυρμένα μερικά ψάρια.

«Δε θα διακινδυνέψουμε γνώμες. Η υπομονή είναι αρετή, ας την εξασκήσουμε», απάντησε ο γερο-Μπλιμπ. «Το κονκλάβιο των επισκόπων στον ναό του Μητροπολιτικού Υφάλου θα ερμηνεύσει και τούτο το συμβάν», κατέληξε και κράτησε νοητικές σημειώσεις γι’ αυτούς που ήταν τόσο επιρρεπείς στην αιρετική σκέψη.


* * * * * * * * * * * * * * * * *


Ο Μητροπολιτικός Ύφαλος είχε μεγάλη κίνηση. Ψάρια, γαρίδες, καβούρια, καλαμάρια και χταπόδια είχαν μαζευτεί για να μάθουν την απάντηση στο ερώτημα: έγινε άγιος ο Μπλούμ, ο σπάρος; Και κατ’ επέκταση: φτάνει η ώρα της Συντέλειας;

Στο κονκλάβιο προήδρευε ο μακαριότατος Πλαφ, το λυθρίνι, Μέγας Καρδινάλιος πασών των θαλασσινών. Παρόντες ήταν μερικοί απ’ τους μεγαλύτερους ειδήμονες σε θεολογικά ζητήματα: ο παναγιότατος Πλουφ, ο γαλέος, ειδικευμένος αγιολόγος και φυσικά ο σεβασμιότατος γερο-Μπλιμπ, ο θεολόγος. Το δυσάρεστο ρόλο του δικηγόρου του διαβόλου ανάλαβε να παίξει ο αιδεσιμότατος Πλατς, η σουπιά.

«Ας περάσει ο μάρτυρας», ανάγγειλε ο μακαριότατος Πλαφ.

«Παρών» είπε το ψαράκι με την τσιριχτή φωνή και βγήκε μπροστά.

«Προτού εξεταστείς, τέκνο» του είπε ο γερο-Μπλιμπ με πομπώδες ύφος, «θα θέλαμε να σε ρωτήσουμε αν συναισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι ενώπιον των λειτουργών του Υψίστου».

«Ε… ναι…» είπε το ψαράκι που ψάρωσε.

«Πες μας λοιπόν τα γεγονότα».

«Κοιτάξτε, χθες βράδυ βγήκα βόλτα μετά το φαγητό. Είδα το φίλο μου τον Μπλουμ και κολυμπήσαμε μαζί…»

Σπονδυλωτά κι ασπόνδυλα βλέμματα επικεντρώθηκαν πάνω του – ήταν η ώρα που περίμενε ο γερο-Μπλιμπ. Αποτραβήχτηκε διακριτικά μέχρι που η ουρά του ακούμπησε σ’ έναν ιερέα. Οι δυο τους ξεμάκρυναν από αδιάκριτα αυτιά και μετά από λίγο ο γερο-Μπλιμπ ρώτησε: «Πώς τα βλέπεις τα πράγματα, αδερφέ;»

«Μοιάζει βέβαιο ότι ο σπάρος θα αναδειχθεί άγιος, σεβασμιότατε. Αυτό προκύπτει απ’ τις πληροφορίες που μάζεψα για το συμβάν».

«Μπράβο, αδερφέ. Θα ανακηρυχθείς επίσκοπος, ώστε την ώρα της Συντέλειας να υψωθείς στα ουράνια» είπε ο θεολόγος.

«Επίσκοπος; Σας ευχαριστώ πολύ!»

«Υπάρχει όμως ένα σημαντικό θέμα».

«Ποιο, σεβασμιότατε;»

«Οι αιρετικοί, αδερφέ. Η ψυχή μας θλίβεται στη σκέψη των αιώνιων τιμωριών που θα υποστούν. Πρέπει να τους βοηθήσουμε».

«Ανέκαθεν ήσασταν πονόψυχος, σεβασμιότατε».


* * * * * * * * * * * * * * * * *


Στο Ναό η διαδικασία της εξέτασης προχωρούσε, χωρίς κανείς να υποψιάζεται τα επιβοηθητικά προγράμματα που εξυφαίνονταν παράλληλα.

«Πες μας, τέκνο, πώς φαινόταν ο υπό κρίση άγιος;» ρώτησε ο Πλουφ, ο αγιολόγος.

«Ήταν λίγο νευρικός, θα έλεγα…» έκανε διστακτικά το ψαράκι. «Πιο ζωηρός απ’ ό,τι συνήθως. Πεινούσε κιόλας, πήγαμε στο εστιατόριο Ο Λάκκος με τα Φύκια».

«Μάλιστα…» έκανε ο αγιολόγος. «Αυτό μπορεί να είναι σημάδι. Πολλοί άγιοι πριν τη μεταρσίωσή τους είχαν νευρικότητα. Οφείλεται στη βαθμιαία ενστάλαξη μέσα τους της θείας Δικαιοσύνης που αναζητούσε τη μέθεξη της θείας Φύσης».

«Δεν μπορώ να σας καταλάβω εσάς τους γιατρούς!» πέταξε ο Μάρτι απ’ το ακροατήριο, «λες και μιλάτε στα λατινικά!» Γέλια σκέπασαν την παρατήρησή του.

Ο μακαριότατος Πλαφ θεώρησε πως αυτό ήταν καλό σημείο για να σχολιάσει τη θεία Δικαιοσύνη που αναζητά τη μέθεξη της θείας Φύσης.


* * * * * * * * * * * * * * * * *


Πιο πέρα ένας θεολόγος κι ένας ιερέας συζητούσανε για τη μοίρα των αιρετικών.

«Τα Ιερά Βιβλία αναφέρουν: Η κοιλιά τους θα ανοιχτεί και τα σπλάχνα τους θα πεταχτούν στους δαίμονες» έκανε ο γερο-Μπλιμπ. «Τέρατα με εργαλεία μεταλλικά θα τους βγάλουν τα λέπια. Στις πληγές τους θα πετάξουν αλάτι και θα τους τηγανίσουν σε καυτό λάδι. Θα καίγονται μέχρι να ροδίσουν κι απ’ τις δύο μεριές και μετά θα σερβιριστούν με λαδολέμονο κι άσπρο κρασί»

«Κι άσπρο κρασί...»

«Κι όλα αυτά επειδή διαστρέβλωσαν την αλήθεια... Πρέπει κάτι να κάνουμε για τους πλανημένους αδερφούς μας. Αν υποφέρουν σ’ αυτή τη ζωή, θα κερδίσουν μια θέση σε κάποιον κατώτερο ουρανό μετά θάνατον» είπε ο γερο-Μπλιμπ.

«Πολύ συμπονετικό από μέρους σας, σεβασμιότατε».

«Ίσως θα μπορούσαμε να απευθυνθούμε στους μεγαλοκαρχαρίες για τη νουθέτηση των αμαρτωλών μας αδερφών…» είπε ο θεολόγος.

«Ακραίο αλλά δραστικό. Οι αδερφοί μεγαλοκαρχαρίες θα χαρούν να βοηθήσουν στη μεταμέλεια των αδερφών αιρετικών» είπε ο ιερέας. «Να σας κάνω μια ερώτηση θεολογικής φύσεως, Σεβασμιότατε; Τι είναι το άσπρο κρασί; Πάντα είχα αυτήν την απορία»

«Ένα απ’ τα ονόματα του Πονηρού, σημαίνει ‘Ο Κύριος της Πλάνης’. Αναφέρεται στην ικανότητά του να λαμβάνει οποιαδήποτε μορφή για να τυραννάει τους ιχθείς. Το νόημα της περικοπής ‘…θα σερβιριστούν με λαδολέμονο κι άσπρο κρασί…’ είναι πως οι αμαρτωλοί στην κόλαση θα συναντήσουν τον Άρχοντα του Σκότους και θα υποστούν ανείπωτες τιμωρίες» εξήγησε ο θεολόγος.

«Όλοι οι αμαρτωλοί θα έχουν αυτή τη μοίρα;»

«Όχι. Τα καλαμάρια και τα χταπόδια σερβίρονται με κόκκινο κρασί»


* * * * * * * * * * * * * * * * *


«Είσαι απατεώνας!» φώναξε εκτός εαυτού ο Πλουφ, ο γαλέος, στον Μάρτι.

«Κι εσείς τα ψάρια νομίζετε πως είστε τα ανώτερα όντα της θάλασσας» απάντησε το καλαμάρι με καλύτερο έλεγχο των νεύρων του.

O Πλουφ το κατάλαβε κι έκανε μια υπερψάρια προσπάθεια να ηρεμήσει: «Κύριε, δε δεχόμαστε παρέμβαση σε θέματα της ειδικότητάς μας! Έχουμε αφιερώσει μια ζωή μελέτης γύρω από τους βίους των αγίων!»

«Δηλαδή, έχεις το αλάνθαστο στα θέματα αγιοσύνης;» ρώτησε ο Μάρτι.

«Σαφώς και–» ο γαλέος το ‘χαψε σαν χάνος κι ο αντίπαλός του χαμογέλασε. Τα πνιχτά γέλια του ακροατηρίου δεν άφησαν αμφιβολία ποιος κέρδισε τις εντυπώσεις.

Ο Μέγας Καρδινάλιος Πλαφ έσφιξε τα δόντια. Ο Μάρτι πάντα προκαλούσε μέχρι εκεί που τον έπαιρνε, όχι παραπάνω. Καλύτερα να τον άφηναν να μιλάει λίγο, παρά να κοντραριστούν με το καλαμάρι που ξεγλιστρούσε σαν χέλι. «Συνέχισε, τέκνο» είπε τελικά στον μάρτυρα.

Το τσιριχτό ψαράκι άρχισε να διηγείται πάλι: «Λοιπόν…έλεγα ότι ο Μπλουμ συνέχεια ρωτούσε πότε θα σερβιριστεί το φαγητό, πήγε να φάει ένα σκουληκάκι και τότε… έλαμψαν οι ουρανοί, φάνηκε η μορφή του Αρχαγγέλου, ο Μπλουμ άρχισε ν’ ανυψώνεται!»

«Περιέγραψέ μας τη μορφή του Αρχαγγέλου» ρώτησε ο Πλουφ.

«Μμμ... ήταν ιχθυόμορφος σαν κι εμάς αλλά πιο μεγάλος. Είχε και φωτοστέφανο».

«Φωτοστέφανο… σημαντικό στοιχείο αυτό» έκανε ο αγιολόγος. «Από την ταυτότητα του Αρχαγγέλου μπορούμε να προσδιορίσουμε σε ποιο σημείο της Θείας Κλίμακας βρέθηκε ο υπό κρίση άγιος».

«Διαφώτισέ μας», ζήτησε ο Μέγας Καρδινάλιος.

«Με την άδειά σας, μακαριότατε, θα θέλαμε ένα διάλειμμα για να συμβουλευτούμε τα βιβλία μας».

«Καλώς λοιπόν, κηρύσσουμε ημίωρη παύση» ανάγγειλε ο Μέγας Καρδινάλιος ενώ ο Πλουφ αποτραβιόταν στο Ιερό Λαγούμι. «Για να μην επικρατήσει χαλαρότητα, θα υπάρξει αναφορά στα βασικά Άρθρα της Πίστης».

Ένας Ιερέας κολύμπησε μπροστά κι άρχισε να ψάλλει.


* * * * * * * * * * * * * * * * *


«Λοιπόν, εμείς γυρίζουμε στο Ναό, η παρουσία μας είναι απαραίτητη» είπε ο Μπλιμπ στον ιερέα.

«Σας χαιρετώ, σεβασμιότατε. Η Δικαιοσύνη του Υψίστου μαζί σας».

«Εσύ όμως πρέπει να πας στους μεγαλοκαρχαρίες», είπε ο σεβασμιότατος. «Ο Οίκτος του Υψίστου μαζί σου».

«Θα μου δώσετε το επισκοπικό χρίσμα πριν φύγω; Πολλά μπορούν να συμβούν σε μια συνάντηση με τους μεγαλοκαρχαρίες…» είπε ο ιερέας.

«Καλώς» είπε ο Μπλιμπ κι ακούμπησε το κεφάλι του άλλου ψαριού με την ουρά του. Ένας επίσκοπος ξεκίνησε για τα βαθιά νερά κι ένας θεολόγος επέστρεψε στον Ναό.


* * * * * * * * * * * * * * * * *


«…πάνω από τα ύδατα υπάρχουν οι Ουρανοί που αποτελούνται από τον άγιο Αέρα. Εκεί, οι δίκαιοι θα ζήσουν ζωή πνευματική, ελεύθερη από τους περιορισμούς του νερού.

Οι Προφήτες, τα αφρόψαρα, μετείχαν της αέρινης ζωής και μας έδωσαν τη γνώση. Τηρώντας τις Εντολές μπορούμε να φτάσουμε σε κάποιον από τους επτά ουρανούς. Στον έβδομο και αγιότερο κατοικεί ο Ύψιστος.

Οι Προφήτες, τα αφρόψαρα, μας έδωσαν το Αληθινό Όνομα του Θεού. Μας περιέγραψαν τη ζωή που περιμένει τους δικαίους. Θα κολυμπάνε ευτυχισμένοι χωρίς πετρελαιοκηλίδες. Θα υπάρχουν γι’ αυτούς σπηλιές γεμάτες με πλαγκτόν
.

Ακολουθεί απαρίθμηση των Εντολών ξεκινώντας από τις Ελάσσονες:

Αβαρία στις αρχές σου αν κάνεις, τον ουρανό τον ανώτερο το χάνεις

Αβέρτα αν λογομαχείς, δε σε βλέπω σε ουρανό της προκοπής



* * * * * * * * * * * * * * * * *


Το ψάρι κολυμπούσε πολλή ώρα και το περιβάλλον σκοτείνιαζε. Ξαφνικά διαγράφτηκε μια φιγούρα – κάποιος συνηθισμένος στο σκοτεινό περιβάλλον. Ήταν γκρίζος κι απειλητικός, ενώ τα μεγάλα του δόντια δεν άφηναν αμφιβολία για τις σαρκοφαγικές του τάσεις.

Το ψάρι ξεροκατάπιε: «Χαιρετώ σε, αδερφέ μου».

«Τι σε φέρνει στα βαθιά νερά;» ρώτησε ο μεγάλος.

«Μια πρόταση από την Εκκλησία που θα σε ενδιαφέρει» είπε το ψάρι απνευστί.

«Χμμμ… μου ανοίγεις την όρεξη».

«Θυμάσαι τον Μπλόιμ, τη συναγρίδα;» ρώτησε ο επίσκοπος.

«Εκείνον τον ανόητο που πίστευε πως η εταιρειούλα του θα γίνει πολυεθνική… μέχρι που κήρυξε πτώχευση κι εξαναγκάστηκε να συγχωνευτεί. Αλλά τι τα θες; Στον κόσμο των επιχειρήσεων, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό», είπε το μεγάλο ψάρι.

«Λοιπόν, σου έχω μια παρόμοια προσφορά» είπε το μικρό ψάρι. «Τους αιρετικούς του Μητροπολιτικού Υφάλου».

Τα μάτια του αγριμιού έλαμψαν. «Πιάσαμε λαβράκι! Θες να τους σβήσουμε απ’ τον χάρτη;»

«Οι παραστρατημένοι μας αδερφοί χρειάζονται – για το καλό τους – μια αυστηρή νουθέτηση».

«Μάλιστα… η πρότασή σου είναι ενδιαφέρουσα. Θα εισηγηθώ στο ΔΣ γι’ αυτή την κίνηση στρατηγικής και μόλις δρομολογηθούν οι τυπικές διαδικασίες, το θέμα θα προχωρήσει. Έχουμε πάντα διαθέσιμη προσφορά εκεί που υπάρχει ζήτηση».

Ο φρέσκος επίσκοπος δίστασε για μια στιγμή. «Θα σε παρακαλούσα, αδερφέ μου, να δράσετε γρήγορα. Θέλουμε αύριο το βράδυ οι αιρετικοί αδερφοί να απολαμβάνουν τις χαρές του ουρανού».

«Μα την τρίαινα του Ποσειδώνα!» φώναξε ο άλλος και το μικρό ψάρι αναπήδησε. «Ελάχιστα ευρύ χρονοδιάγραμμα μας δίνεις! Τα κεφάλαιά μας είναι δεσμευμένα σε άλλες επενδύσεις».

Σκέφτηκε λίγο και πρόσθεσε: «Πιστεύω, όμως, πως θα μπορέσουμε να κινηθούμε ταχύτατα προς την υλοποίηση των στόχων μας. Η δραστηριοποίηση θα είναι πολυδάπανη, αλλά εκτιμώ ότι θα κάνουμε απόσβεση. Και πώς θα ξέρουμε ποιοι είναι οι πελάτες;»

«Αύριο το απόγευμα η Εκκλησία θα μπορούσε να οργανώσει ένα κάλεσμα στην Ψιλή Άμμο, για να αναπτυχθεί θεολογικά ένα απ’ τα σημεία διαφωνίας με τους αιρετικούς. Πίσω στον Ύφαλο θα απομείνουν μόνο παραστρατημένοι αδερφοί».

«Κατάλαβα, πρόγραμμα δύο ταχυτήτων για να ξεχωρίσουν οι υγιείς από τις χρεοκοπημένες επιχειρήσεις... Θα χρηματοδοτήσουμε το έργο με όλες μας τις δυνάμεις! Θα επισκεφτούμε αύριο το απόγευμα τον Ύφαλο για ένα γεύμα εργασίας κι η κοινή μας σύμπραξη θα αποφέρει καθολικό όφελος. Καλός αιρετικός, είναι ο συγχωνευμένος αιρετικός!» είπε ο μεγάλος και χάθηκε στη στιγμή.


* * * * * * * * * * * * * * * * *


Ο ιερέας έψελνε τα ονόματα του Θεού:

«…ο Κάτοικος του Αέρος, η Ουρά η Δαμάζουσα τα Κύματα, το Στρείδι το Περικλείον τα Πέρατα του Κόσμου».

Κατόπιν, φώναξε με όλη του τη δύναμη: «Ετοιμαστείτε να ψάλλουμε το Μέγα Όνομα, ικετέψτε να μην ξεραθούν τα στόματά μας προφέροντας το απρόφερτο!»

Όλοι πήραν τη στάση τής προσευχής, με τα στόματα ανοιχτά και τις ουρές προς τα πάνω.

«Κύριε μας, που κολυμπάς στον Αέρα και που το Αληθινό σου Όνομα είναι…»

Οι πιστοί χαμήλωσαν τα κεφάλια μέχρι να ακουμπήσουν στο βυθό.

«…Καπετάν Αντρέας Ζέπος!»

Όλα τα θαλασσινά ψάχτηκαν να δουν αν είναι ακόμα ζωντανά μετά την επαφή τους με την Αλήθεια. Βρήκαν ότι ήταν μια χαρά κι ο Ύφαλος αντήχησε:

«Καπετάν Αντρέας Ζέπος! Καπετάν Αντρέας Ζέπος!»

Κανείς δεν πρόσεξε το ψάρι που επέστρεψε. Είχε τέτοια λαχτάρα, που μπήκε στον κύκλο των πιστών χωρίς να συνειδητοποιήσει τι έψελναν. Ξεφύσηξε ανακουφισμένο και σκέφτηκε: «Ως επίσκοπος, έχω εξασφαλισμένο έναν απ’ τους τρεις πρώτους ουρανούς. Καθότι με τη δράση μου θα σωθούν τόσοι αιρετικοί, ανεβαίνω ένα σκαλοπάτι ακόμα, στους δύο πρώτους!»

Κατόπιν παρασύρθηκε σε υπολογισμούς: «Αν μείνω αύριο στον Ύφαλο την ώρα που θα έρθει η Εξιλέωση, τότε θα υποφέρω για την πίστη και θα κερδίσω τον έβδομο ουρανό!»

Θυμήθηκε, όμως, τα δόντια του αγριμιού που άστραφταν: «Αλλά ίσως να υποπέσω έτσι στο αμάρτημα της αυτοεξόντωσης, που τιμωρείται με μείον τέσσερις ουρανούς και βρεθώ στον τρίτο… Άσε που θα υποπέσω και στο αμάρτημα της Ανυπακοής προς τους επισκόπους… αλλά ξέχασα, είμαι κι εγώ επίσκοπος!… Κι αν μολυνθώ απ’ την αιρετική σκέψη; Μπα, κάλλιο πέντε και στο χέρι».

Ξαφνικά συνειδητοποίησε τι άκουγε. Πάγωσε αλλά βρήκε την αυτοκυριαρχία του κι άρχισε να ψάλλει με τους άλλους.

«Καπετάν Αντρέας Ζέπος!»

«Ωχ!» σκέφτηκε, «βρισκόμουν τόση ώρα στην παρουσία του Ονόματος… υπέπεσα στο αμάρτημα της ασέβειας… ίσως να έχασα κανέναν ουρανό…»


* * * * * * * * * * * * * * * * *


Οι ιερείς ξαναπήραν τις θέσεις τους. Ο αγιολόγος Πλουφ βγήκε μπροστά και μόλις ο Μέγας Καρδινάλιος τού έδωσε το λόγο, είπε: «Μελετήσαμε τις Γραφές και φτάσαμε στο συμπέρασμα: την ψυχή του υπό κρίση αγίου παρέλαβε ο Αρχάγγελος Καρίνα Βάρκας!» Σούσουρο σηκώθηκε στους πιστούς.

«Μίλησέ μας, αδερφέ, γι’ αυτόν» φώναξε ο Σεβασμιότατος Μπλιμπ.

«Είναι ένας Αρχάγγελος που πέμπει προς τον Ύψιστο μόνο ψυχές προκομμένες στην αρετή. Η παρουσία του υπαινίσσεται την ιδιαίτερη πνευματική κατάσταση του αδερφού Μπλουμ».

Στο ακροατήριο άρχισε να ακούγεται σποραδικά η λέξη ‘άγιος’. Ο Σεβασμιότατος Μπλιμπ ξαναπήρε το λόγο: «Ησυχάστε αδερφοί! Ακόμα δεν έχει ανακοινωθεί τίποτα!»

«Μα εδώ τα γεγονότα μιλάνε!» μουρμούρισε μια μουρμούρα.

Ο Μπλιμπ μισόκλεισε τα μάτια του. Η κατάσταση ήταν λεπτή. Το κονκλάβιο θα έπρεπε να προσέξει πώς θα ανακοινώσει αυτήν την αγιοσύνη, χωρίς να προωθήσει αιρετικές ιδέες. «Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία, πρέπει να μιλήσει κι ο αδερφός Δικηγόρος του Διαβόλου!» Ξαφνική σιωπή.

Κάτι γλοιώδες άρχισε να κινείται στο χώρο των επισκόπων. Κολυμπώντας αργά ο Πλατς, η σουπιά, βγήκε μπροστά κι αμέσως προκάλεσε τη συλλογική αντιπάθεια. Λέγανε γι’ αυτόν πως με το μελάνι του μπορούσε να δημιουργήσει ολόκληρη πετρελαιοκηλίδα…

«Δεν μπορεί να αποφασιστεί οτιδήποτε αν δε μιλήσουμε κι εμείς…» είπε με τη στριγκιά φωνή του. «Φοβόμαστε πως αυτά που ξέρουμε μας προβληματίζουν…»

Η σουπιά κοίταξε ένα γύρο και συνέχισε: «Θα ξέρετε ασφαλώς πως ο σπάρος Μπλουμ δεν έκανε και την πιο αξιέπαινη ζωή… Βέβαια μετανόησε, όμως εδώ θα θέλαμε να αναφερθούμε στις παλιές αμαρτίες του…»

Μια δυσοίωνη ατμόσφαιρα απλώθηκε στο ακροατήριο. Ο Πλατς, σαν βάρβαρος που καταστρέφει ένα έργο τέχνης, είπε. «Θα θέλαμε να καλέσουμε κάποιον να μιλήσει. Αδερφέ», είπε απευθυνόμενος κάπου στο ακροατήριο, «ελάτε».

Ο αστακός Μπέκας είχε αναδειχθεί στον κορυφαίο πράκτορα του Σώματος. Το μυαλό του έκοβε σαν ξίφος ξιφία και το σύνθημά του ήταν: Όλοι είναι ένοχοι ακόμα και μετά της αποδείξεως του αντιθέτου. Αυτός ξεσκέπασε την πλεκτάνη του αιώνα της Πλαγκτόν Μπλόιμ ΑΕ και συνέλαβε τη σατανική συναγρίδα. Οπλισμένος με δυο δαγκάνες μάγκνουμ των σαράντα πέντε χιλιοστών και προικισμένος με ακαταμάχητη αρρενωπότητα, είχε γίνει ο τρόμος των κακοποιών και των αποτυχημένων εραστών. Δεν απόκτησε τυχαία τον κωδικό 007 – που χαρακτηρίζει όσους πράκτορες έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν ελεύθερα το σεξ-απήλ τους. Ψιθυριζόταν γι’ αυτόν ότι μπορούσε να γονιμοποιήσει δύο εκατομμύρια αυγά μέσα σ’ ένα βράδυ!…

Βγήκε μπροστά με ύφος πιανίστα που ετοιμάζεται να παίξει τις πρώτες νότες από την Πέμπτη του Μπετόβεν και σταύρωσε τις δαγκάνες στο στήθος:

«Το όνομά μου είναι Μπέκας. Αστακός Μπέκας».


* * * * * * * * * * * * * * * * *


Την ίδια ώρα, ο Μάρτι, το καλαμάρι, σκουντούσε διακριτικά έναν επίσκοπο. «Αδερφέ, να σου μιλήσω;»

Το ψάρι ξαφνιάστηκε, αναρωτήθηκε αν η επαφή με αιρετικό είναι αμαρτία κι απάντησε άβολα: «Ευχαρίστως»

«Παρατήρησα μεγάλη παρασκηνιακή δραστηριότητα, αδερφέ. Ο γερο-Μπλιμπ έλλειπε σ’ ένα μεγάλο μέρος της εξέτασης. Σας είδα να μιλάτε – ναι, μην το αρνιέσαι. Αναρωτήθηκα τι να λέγατε», είπε ο Μάρτι εξεταστικά.

«Μιλούσαμε για… θεολογικά ζητήματα».

«Αφήνοντας ένα τέτοιο κονκλάβιο;. Κι εσύ μετά εξαφανίστηκες. Πριν λίγο επέστρεψες κατάχλομος. Πού είχες πάει;»

«Τι ασχολούμαι μ’ έναν αιρετικό; Έχω δικαίωμα να αρνηθώ το λόγο, ως επίσκοπος».

«Μπα;» τα πλοκάμια του Μάρτι ανασάλεψαν. «Έγινες επίσκοπος τώρα;… με την άδειά σου, αδερφέ, λέω να κουβεντιάσουμε λίγο».


* * * * * * * * * * * * * * * * *


Στο Ναό, ο αστακός έδινε παράσταση: «Στην έρευνά μου για τον αδερφό (είπε αυτή τη λέξη σαν να ξεστόμιζε κάτι χυδαίο) Μπλουμ, βρήκα πολλές ύποπτες δραστηριότητες. Θα ξέρετε ασφαλώς ότι πλούτισε με ασαφείς μεθόδους, μετά το κραχ που ακολούθησε την κατάρρευση της πολυεθνικής Ιντερπλαγκτόν Ltd…»

Ο Μακαριότατος Πλαφ βιάστηκε να επέμβει: «Είναι γνωστά αυτά, κύριε. Ο αδερφός μας μετανόησε. Ό,τι είχε κάνει στο παρελθόν προσθέτει στο μεγαλείο της μετάνοιάς του».

«Αρκεί να μην υπέπεσε σε θανάσιμο αμάρτημα…» θύμισε ο Πλατς, η σουπιά.

«Δεν έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο» είπε ο Μέγας Καρδινάλιος.

«Και η μοιχεία;» ρώτησε ο Αστακός. Μετά από μια μελετημένη παύση, συνέχισε: «Διότι ξέρω καλά πως ο αδερφός μας (είπε αυτή τη λέξη σαν να έφτυνε μια μπουκιά πετρελαιοκηλίδας), υπέπεσε στο αμάρτημα αυτό…»

Ταραχή απλώθηκε στο ακροατήριο και τα μέλη του κονγκλάβιου ανησύχησαν – εκτός από το Δικηγόρο του Διαβόλου που χαμογελούσε. Ο γερο-Μπλιμπ ανάκτησε πρώτος την ψυχραιμία του:

«Ο σπάρος Μπλουμ δεν ήταν παντρεμένος, θέλησε να διάγει βίο αγαμίας».

Ο αστακός δεν το έβαλε κάτω: «Ο αδερφός μας (έφτυσε αυτή τη λέξη από μέσα του σαν να ‘ταν δηλητήριο) δεν ήταν παντρεμένος, αλλά η ομορφούλα που συνόδευε εκείνο το βράδυ, ήταν. Και επιδίδονταν σε πράξεις αντιπνευματικές».


* * * * * * * * * * * * * * * * *


«Κάτι μου λέει ότι οι ιερείς κάνουν σχέδια…» είπε ο Μάρτι, το καλαμάρι, σ’ ένα νευρικό ψάρι. «Σχέδια που μπορεί να περιλαμβάνουν και μεγαλοκαρχαρίες – γιατί αναπήδησες; Μάντεψα σωστά; Μήπως γύρναγες απ’ τα βαθιά νερά, επίσκοπε; Πρόσεξε τι θα πεις, μην πέσεις στο αμάρτημα της ψευδομαρτυρίας».

«Δε θα πάρεις κουβέντα απ’ το στόμα μου!»

Ο Μάρτι τον κοίταξε έντονα και συνέχισε: «Πιστεύω πως μας ετοιμάζεις κάποιο συμπαθητικό ψαράκι με δοντάκια. Η Εκκλησία θα βρει μια πρόφαση να μας απομονώσει, θα την κοπανήσετε για την Ψιλή Άμμο και θα μας αφήσετε στον Ύφαλο για τους συνεργάτες σου. Λέω λοιπόν να σας γίνω σκιά και να πω στους δικούς μου να μην τσιμπήσουν κανένα δόλωμα από τη μεριά σας. Τι λες γι’ αυτό;»

Το ψάρι χλόμιασε κι άλλο. Πήρε το ίδιο χρώμα με το καλαμάρι.

«Δεν ξέρω τι είδους συμφωνία έκανες», είπε ο Μάρτι, «αλλά πιστεύω πως οι μεγαλοκαρχαρίες θα νευριάσουν αν δεν κάνουν απόσβεση στα κεφάλαιά τους»


* * * * * * * * * * * * * * * * *


Ο γερο-Μπλιμπ έκανε μια προσπάθεια να σώσει την αγιοσύνη του σπάρου, που άρχισε να αμφισβητείται: «Το αμάρτημα βαραίνει τη μοιχεύουσα αρχή, αν η συνεργός αρχή τυγχάνει απληροφόρητος… Να υποθέσουμε ότι ο αδερφός μας δε γνώριζε για τη συνοδό του, ονόματι…»

«Κατερίνα η καβουρίνα» είπε ο Αστακός Μπέκας. «Τα γεγονότα αποδεικνύουν αν γνώριζε ή όχι ο αδερφός μας (είπε αυτή τη λέξη σαν να έκανε εμετό): ο σπάρος πήρε την ομορφούλα απ’ το σπίτι της, παρουσία των τέκνων αυτής, και γυρνάγανε στα κέντρα».

«Ανήκουστο!» φώναξε ο Αγιολόγος Πλουφ. «Έχεις σίγουρες πληροφορίες γι’ αυτή τη θλιβερή υπόθεση;»

«Βέβαια, παρακολουθούσα τον αδερφό μας (έφτυσε αυτή τη λέξη με τόση περιφρόνηση που άλλαξε η σημασία της κι οι μελλοντικές γενιές νόμισαν πως είναι αρχαία κατάρα). Ορίστε», είπε κι έβγαλε το μπλοκάκι του:

Χρόνος: 17/6, 22:30 μμ. Τόπος: στου γιαλού τα βοτσαλάκια. Υποκείμενα: 1.αρθρόποδο θηλυκό του είδους Callinectes Sapidus (‘καβουρίνα’) 2. ύποπτος 3. βρέφη δύο (2) του ανωτέρω θηλυκού (‘καβουράκια’). Κατάσταση: Ανάστατη (βρέφη), έντονα συγκινησιακή (θηλυκό & ύποπτος).

Χρόνος: 17/6, 23:15 μμ. Τόπος: Ραφήνα. Υποκείμενα: 1.αρθρόποδο θηλυκό, ως ανωτέρω 2.ύποπτος. Κατάσταση: αορίστως περιφερόμενη (‘τσάρκα’).

Χρόνος: 18/6, 0:20 πμ. Τόπος: στου γιαλού τα βοτσαλάκια. Υποκείμενα: βρέφη δύο (2), ως ανωτέρω. Κατάσταση: έρμα, παραπονεμένα.

Χρόνος: 18/6, 0:45 πμ. Τόπος: Ραφήνα. Υποκείμενα: 1.μητέρα των ανωτέρω βρεφών 2.ύποπτος. Κατάσταση: διαδικασίες μίξης γαμετικών κυττάρων.


Λοιπόν, τι λέτε;»


* * * * * * * * * * * * * * * * *


«Αχ, τι ήθελα κι έμπλεξα;» είπε το άτυχο ψάρι.

«Τι συμφωνία έχεις κάνει με τους μεγαλοκαρχαρίες;» ρώτησε το καλαμάρι.

«Να τους παραδώσω τους αιρετικούς του Μητροπολιτικού Υφάλου».

Ο Μάρτι συλλογίστηκε: «Κι αν εμείς πάψουμε να θεωρούμαστε αιρετικοί;»

«Πώς αυτό;».

«Θα μετανοήσουμε ομαδικώς. Η Εκκλησία θα παραχωρήσει ιερή άφεση και θα γίνει ένας αμοιβαίος συμβιβασμός ως προς την ισοτιμία της θείας Χάρης και της θείας Δικαιοσύνης, ανακοινώνοντας π.χ. ότι η δεύτερη είναι ελάχιστα πιο ισχυρή από την πρώτη, τόσο ώστε να μην αλλάζει ουσιαστικά την ισορροπία τους… θα το διατυπώσουμε κάπως διφορούμενα. Φυσικά, θα μας δώσετε ανταλλάγματα… θέλουμε ένα 20% από τις εισπράξεις του εστιατορίου Ο Λάκκος με τα Φύκια. Μετά περιμένουμε τη Συντέλεια του κόσμου παρέα – αν έρθει. Λοιπόν;»

Το ψάρι σκέφτηκε ψύχραιμα: «Έχουν μια βάση τα λόγια σου... το συζητάμε για τα ανταλλάγματα. Πρέπει όμως να προσφέρουμε υλικό στους μεγαλοκαρχαρίες, αλλιώς αλίμονό μας!»

«Τότε να τους δώσουμε κάποιους. Την ομάδα του Μπίλι, του χταποδιού, για παράδειγμα».

«Τους έχω ακουστά. Τι πρεσβεύουν;»

«Κάποια γελοία θεωρία», είπε ο Μάρτι. «Απ’ τη μια δέχονται τον Αέρα, απ’ την άλλη λένε ότι είναι στοιχείο σαν το νερό. Λένε πως κατοικείται από πλάσματα σαν κι εμάς που κολυμπούν σ’ αυτόν, ότι το Μέγιστο Όνομα δε σημαίνει τίποτα, θα μπορούσε να είναι ακόμα κάποιο τέτοιο πλάσμα».

«Μα την πίστη μου, εντελώς γελοίο. Έχει βέβαια κάποιες βάσεις, αλλά πάνω τους έχουν χτίσει μια άθλια μεταφυσική. Σαν τις γοργόνες που απ’ τη μέση και κάτω είναι φυσιολογικά ψάρια κι απ’ τη μέση και πάνω είναι αποκρουστικά τέρατα».

«Λοιπόν, μελλοντικέ συνάδελφε» είπε ο Μάρτι, «αφού καταλήξαμε σε αμοιβαίως ωφέλιμα συμπεράσματα για τα θεολογικά και πρακτικά ζητήματα, πάμε ν’ ακούσουμε τις τελευταίες εξελίξεις;»


* * * * * * * * * * * * * * * * *


Ο Ναός έβραζε και μόνο ο Πλατς, η σουπιά, ήταν ευτυχισμένος. Μέσα στο σαματά ακούστηκε βροντερή η φωνή του γερο-Μπλιμπ: «Ησυχία! Δεν έχει ολοκληρωθεί τίποτα μέχρι να βγάλει κρίση το ιερό κονκλάβιο. Ψυχαγωγηθείτε προς το παρών με τους Τέσσερις Ψαλμούς της Εγκαρτέρησης».

Ένας ιερέας άρχισε να ψέλνει με όλη του τη δύναμη ενώ το κονκλάβιο αποσυρόταν στο Ιερό Λαγούμι για να συνεδριάσει. Ο Μάρτι γύρισε, ενημερώθηκε για τα καθέκαστα… και χώθηκε διακριτικά στο Ιερό Λαγούμι κι αυτός.

Οι στιγμές της κρίσης πέρασαν και ξεπρόβαλαν τα μέλη του κονγκλάβιου. Πήραν τις θέσεις τους κι ο Μέγας Καρδινάλιος ανακοίνωσε:

«Έχουμε υπέροχα νέα! Ο αδερφός μας Μπλουμ, μετανόησε τόσο βαθιά που στο τέλος της ζωής του κατάφερε κι αναδείχθηκε…» όλοι κράτησαν την ανάσα τους,

«… Όσιος! Ο αδερφός μας έφτασε σε επίπεδα αγιότητας – σχεδόν. Όσιος Μπλουμ, ο σπάρος, προστάτης των καβουριών! Η Εκκλησία επίσης σας ενημερώνει για την αυριανή εκδήλωση στην Ψιλή Άμμο με θέμα: Η Πνευματικότητα του Αέρα και η Ανωτερότητα των Ιχθύων – να μη λείψει κανείς».

Ο Μάρτι, το μετανοημένο καλαμάρι, είπε στο γερο-Μπλιμπ. «Δεν έχω ξεκαθαρίσει πώς επηρεάζεται η ώρα της Συντέλειας από την οσιοσύνη κι όχι αγιοσύνη του σπάρου. Οι Προφήτες δεν μπορεί να σφάλλουν και…»

Ξαφνικά φώτισαν οι ουρανοί και τέσσερις γιγάντιες φιγούρες φάνηκαν πάνω απ’ τα κεφάλια τους. «Η Συντέλεια!» όλα τα θαλασσινά φώναξαν ξετρελαμένα.

Κάθε Άγγελος είχε και το δικό του φωτοστέφανο. «Η Συντέλεια ήρθε μια μέρα νωρίτερα!» είπε ο Μπλιμπ στο καλαμάρι. «Ευτυχώς που πρόλαβες και μετανόησες!»

«Θα σε δω στους ουρανούς!» είπε ο Μάρτι κι ανυψώθηκε μαζί με άλλους κατοίκους του Υφάλου. Μόνο ο Μπίλι, το χταπόδι, κι η ομάδα του έμειναν στο βυθό, λέγοντας πως αυτά δεν ήταν Άγγελοι και καλύτερα να μην τα πλησιάσουν, ό,τι και να 'ναι αυτά τα πράγματα.

«Εμπρός, αδερφοί μου, πάμε να συναντήσουμε τον Δημιουργό μας!» φώναξε ο Μπλιμπ ανάμεσα σε πλήθη πιστών ψαριών.

Κοπάδια ολόκληρα ανέβαιναν προς το Φως…

… ο ψαράς σήκωσε τα δίχτυα του βαριά-βαριά κι έκανε νόημα στις άλλες τρεις βάρκες παραδίπλα να κλείσουν τα πυροφάνια: «Ε ρε, πράμα που σαλεύει! Άιντε, γυρνάμε;»

«Είσαι φοβερός, ρε καπετάν Αντρέα!» είπε κάποιος από τη διπλανή βάρκα. «Πώς το ‘ξερες ότι έχει τόσο ψάρι στον ύφαλο;»

«Έπιασα έναν σπάρο εδώ το απόγευμα, μ’ άρεσε το μέρος κι είπα να ξαναπεράσω» απάντησε ο καπετάν Αντρέας.

«Ρε συ, είσαι θεός! Θεός των ψαριών!» φώναξε ένας άλλος ψαράς. «Σε μυρίζονται! Όλοι καλάρουνε μα δε βγάζουν ψάρια, καλάρει ο καπετάν Αντρέας και βγάζει καλαμάρια!»

Σιγά-σιγά, πλησίαζαν το λιμάνι με το πρώτο φως της αυγής να χαράζει στον ορίζοντα. Ήδη οι πρωινοί πελάτες είχαν αρχίσει να μαζεύονται για φρέσκο ψάρι. Ο ψαράς είδε ένα φίλο του στο μόλο και κούνησε το χέρι.

«Καπετάν Αντρέα Ζέπο, χαίρομαι όταν σε βλέπω!» φώναξε ο άλλος.