Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στάλες Σοφίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στάλες Σοφίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Κεραυνός

Ένα πολύ δύσκολο θέμα, δεν ξέρω αν έχω το ανάστημα να το πιάσω. Οπότε, θ’ αφήσω άλλους να μιλήσουν. Θ’ αναφερθώ σε ακραίες περιπτώσεις - δε μ' ενδιαφέρουν οι στοχαστές αλλά οι άνθρωποι που ένιωσαν στο πετσί τους τι πα να πει βρωμιά και τρόμος, κατήφορος και προσβολές

 

1. Η Ανηθικότητα της Συγχώρεσης

Ο Jean Amery (1912 – 1978) ήταν αυστριακός εβραϊκής καταγωγής. Στη ναζιστική κατοχή έφτιαξε μια αντιστασιακή οργάνωση στο Βέλγιο μαζί μ’ άλλους πιτσιρικάδες, η Γκεστάπο τους εντόπισε γρήγορα, πέρασε από στρατόπεδα βασανισμών, τελικά κατέληξε στο Άουσβιτς (και Μπούχενβαλντ, Μπέργκεν–Μπέλσεν). Κατάφερε να επιζήσει και περιγράφει τα βιώματά του στο βιβλίο At the Mind’s Limits, που θεωρείται από τα σημαντικότερα ντοκουμέντα του Ολοκαυτώματος, μπορείτε να το κατεβάσετε σε pdf εδώ (προσοχή: θέλει γερό στομάχι, εγώ δεν κατάφερα να το φτάσω ως το τέλος). Δυο δεκαετίες μετά την απελευθέρωσή του, ο Amery δημοσίευσε ακόμα ένα κείμενο να εξηγήσει τη άσβεστη πίκρα του για τους Γερμανούς:  

Στα χρόνια μετά το 1945, οι επιζώντες σαν κι αυτόν ένιωσαν μια πρωτόγνωρη έξαρση. Όχι μόνο η ανακούφιση της απελευθέρωσης αλλά κι η αίσθηση ότι είναι ενωμένοι, μαζί με τον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο, στην καταδίκη του Ναζισμού. Ο ίδιος ο Amery (Εβραίος, αντιστασιακός, πρώην φυλακισμένος του Άουσβιτς) πρώτη φορά στη ζωή του έπαψε να νιώθει μειονότητα. Θυμηθείτε ότι τότε ήταν που ξεκίνησε κι η περίφημη συλλογική ενοχή των Γερμανών, ο Amery το παραδέχεται: «ομολογώ ότι δεν έχω κανένα πρόβλημα αν σύσσωμο το γερμανικό έθνος αισθάνεται ενοχές». 

Όμως πολύ γρήγορα άρχισε να καταλαγιάζει η συζήτηση περί συλλογικής ενοχής. Οι επιζώντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης άρχισαν ν’ ακούν όλο και περισσότερο ότι κολλάνε στο παρελθόν, είναι εκδικητικοί, πεισμωμένοι κ.λπ. O Amery ανακάλυψε ότι ξανάρχισε να νιώθει μειονότητα. Με δικά του λόγια: 

Συνεχίζουν να παραμένουν τα σκληρά συναισθήματά μου για τη Γερμανία. Αυτά τα 12 χρόνια του Χίτλερ συνεχίζω να τα καταλογίζω στον βιομηχανικό παράδεισο της νέας Ευρώπης, αλλά και στο μεγαλείο της Δύσης όλης

Ο Amery τελικά αυτοκτόνησε το 1978 κρατώντας την πίκρα του ως το τέλος, αρνούμενος να συγχωρέσει τη Γερμανία. Μ’ ενδιαφέρουν οι σκέψεις του. Δεν ήταν τυφλωμένος απ’ το μίσος, αντίθετα, βρίσκω το σκεπτικό του καθαρό και διεισδυτικό. 

Ο κρατούμενος στα χέρια του βασανιστή μετατρέπεται σε απλό αντικείμενο (έμφαση δική μου): 

Τότε ξαφνικά ένιωσα το πρώτο χτύπημα. Το οποίο περιείχε στον πυρήνα του όλα όσα ακολούθησαν. Λένε για ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι αυτό. Λένε ότι στα βασανιστήρια κάποιος χάνει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Δεν ξέρω αν χάνει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του, αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι χάνει οριστικά την εμπιστοσύνη του στο κόσμο που ζούμε

Τα βασανιστήρια, η λέξη από το Λατινικό torquere, "συστρέφω". Μια μικρή πίεση με το εργαλείο που κρατά ο βασανιστής είναι αρκετή για να κάνει τον άλλον –ο οποίος μπορεί να ξέρει όλον τον Χέγκελ και τον Καντ, τις εννιά συμφωνίες του Μπετόβεν– να γίνει ένα ζώο που ουρλιάζει καθώς το σφάζουν

Όποιος έχει κατακλυστεί από τον πόνο των βασανιστηρίων βιώνει το σώμα του όπως ποτέ άλλοτε. Μόνο στα βασανιστήρια γίνεται ολοκληρωτική η μεταμόρφωση ενός προσώπου σε σάρκα: εύθραυστος μπροστά στη βία, ουρλιάζοντας από τον πόνο, μην ελπίζοντας σε καμία βοήθεια, ανίκανος για οποιαδήποτε αντίσταση, ο βασανιζόμενος γίνεται απλώς ένα σώμα και τίποτα άλλο. Στο τέλος απομένει με την εξίσωση: Σώμα = Πόνος = Θάνατος

Ας το σκεφτούμε αυτό όσοι απολαύσαμε ανέσεις, χορτάσεις, ερωτοπραξίες, διακοπές, πολυτέλειες, εκτεταμένη υγεία & ευεξία, εκτεταμένη ασφάλεια κ.λπ., καταστάσεις στις οποίες ισχύει Σώμα = Απόλαυση. Την ίδια στιγμή, για κάποιον άλλον ισχύει: Σώμα = Πόνος = Θάνατος. 

Το τσάκισμα των βασανιστηρίων δεν επανορθώνεται ποτέ, το θύμα μένει για πάντα ψυχικά παραπληγικό (έμφαση δική μου): 

Όποιος έχει υποστεί βασανιστήρια δεν θα είναι ποτέ πια ο ίδιος άνθρωπος. Η ντροπή της ζημιάς που έπαθε δε διαγράφεται. Η εμπιστοσύνη του στον κόσμο που ζούμε κατάρρευσε ήδη με το πρώτο χτύπημα που δέχθηκε, μέχρι που στο τέλος χάθηκε οριστικά, μετά από όλη τη σειρά των βασανιστηρίων του. Σταματάει να βλέπει έναν κόσμο στον οποίο υπάρχει ελπίδα

Ποιο το νόημα της ποινής (συνοψίζω τις σκέψεις του): 

Η ποινή, με κάποιον τρόπο, ενοποιεί τον εγκληματία με το θύμα, κλείνει το χάσμα ανάμεσά τους, την ανισότητα των εμπειριών τους, επιτρέποντας στον εγκληματία να δει την αλήθεια των πράξεών του. Αφυπνίζει τον εγκληματία σε μια πραγματικότητα χωρίς δικαιοσύνη, την πραγματικότητα που βίωσε το θύμα, εκεί που προηγουμένως ο εγκληματίας υπήρξε βολεμένος σ’ έναν εύτακτο κόσμο. 

 


 

Ότι η συγχώρεση μπορεί να είναι ανήθικη: 

Πέρασα δυο δεκαετίες να σκέφτομαι αυτά που τράβηξα. Πιστεύω ότι η συγχώρεση που προκύπτει από την κοινωνική πίεση είναι ανήθικη, να συγχωρείς φτηνά και νωθρά. Έχω δικαίωμα να διαφωνώ με τη φυσική ροή των πραγμάτων, ακόμα και με τη γιατρειά που φέρνει ο χρόνος. «Περασμένα ξεχασμένα»: αυτή η φράση είναι εχθρός προς την ηθική και τη διάνοια. 

Η δύναμη να αντισταθείς στο «περασμένα ξεχασμένα» περιλαμβάνει τη διαμαρτυρία, την επανάσταση απέναντι στην πραγματικότητα. Θες ν’ ακυρωθεί ο χρόνος, να μείνει καρφωμένος ο εγκληματίας σ’ αυτό που έκανε: μόνο έτσι υπάρχει περίπτωση εγκληματίας και θύμα να συναντηθούν μαζί, άνθρωπος προς άνθρωπο. 

Ο Amery δείχνει να τα έχει περισσότερο με τον κόσμο (φιλικά διακείμενο κατά τ’ άλλα) παρά με τους πρώην Ναζί βασανιστές του. Με τον πραγματιστικό κόσμο που σχολίαζε: «ας τα ξεχάσουμε αυτά, τώρα κοιτάμε μπροστά, εξάλλου η μεταπολεμική Γερμανία δεν είναι το ίδιο με τη Ναζιστική Γερμανία». Με τον ανίδεο, έως ξενέρωτο κόσμο που του έλεγε: «είσαι κολλημένος, εκδικητικός, η πίκρα σου είναι λαχτάρα για εκδίκηση». 

Η διατήρηση της πίκρας δεν είναι λαχτάρα για εκδίκηση. Είναι λαχτάρα για έναν σύντροφο μέσ' στη μοναξιά: 

Έψαξα καλά τον εαυτό μου, δεν είναι ακριβώς ότι θέλω εκδίκηση ή εξιλέωση ή αποζημίωση. Η εμπειρία που πέρασα ήταν μια τεράστια μοναξιά που δε μ’ έχει αφήσει μέχρι σήμερα. Όταν ο Wajs, ο άνθρωπος των SS, στάθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, εκείνη τη στιγμή ένιωσε την αλήθεια των εγκλημάτων του. Εκείνη τη στιγμή ήταν μαζί μου, δίπλα μου –κι εγώ δεν ήμουν ολομόναχος με το φτυάρι της καταναγκαστικής εργασίας. Θέλω να πιστεύω ότι τη στιγμή της εκτέλεσής του βρήκα έναν σύντροφο μέσ’ στη μοναξιά μου: κάποιον που ήθελε όσο κι εγώ να γυρίσει πίσω ο χρόνος, να ξεγίνουν αυτά που γίναν τότε. 

Το μόνο σχόλιό μου, πολύ αμφιβάλω ότι ο άνθρωπος των SS ένιωσε την αλήθεια των εγκλημάτων του τη στιγμή της εκτέλεσής του. Μακάρι αλλά αμφιβάλω. Ποιο πιθανό ότι θα ένιωθε απόλυτα δικαιολογημένος, κατάφωρα αδικημένος, ή θα ‘χε παραλύσει απ’ το φόβο, ή θα έβγαλε μια τελευταία κραυγή αφοσίωσης στον Φύρερ.  

 

2. Ο Παραλογισμός της Συγχώρεσης 

Ο Vladimir Jankelevitch (1903 – 1985) ήταν Γάλλος, εβραϊκής καταγωγής, που έδρασε στην αντίσταση. Μπορεί να μην πέρασε την κόλαση του Amery, όμως κάτι έμαθε από τη διαρκή αγωνία, το κυνήγημα, τον καθημερινό φόβο Εβραίων κι αντιστασιακών στην κατεχόμενη Γαλλία. Τουλάχιστον είναι κάποιος που μπορεί να σταθεί κοντά στον Amery. Συνοψίζω μερικά λόγια του από το βιβλίο του Forgiveness που, όπως λέει κι ο τίτλος, μιλά για συγχώρεση:   

Ο Jankelevitch συμφωνεί, η διατήρηση της πίκρας είναι 100% ορθολογική και δικαιολογημένη. Νόμος της φύσης. Οπότε, κάτι που πάει κόντρα σ’ αυτό, δεν μπορεί παρά να είναι αφύσικο. Παράλογο έως εκτρωματικό, ήλιος που ανατέλλει απ' τη Δύση, πέτρα που πέφτει στον ουρανό αντί να πέσει στη γη. Ας ονομάσουμε «συγχώρεση» το παράλογο που πάει κόντρα στους νόμους της φύσης. 

Αυτό το παράλογο έχει κάτι να κάνει με το θαυμαστό ή το μυστηριώδες. Δεν έχει τίποτα να κάνει με κατανόηση κι ορθολογική σκέψη. Ας πούμε, είναι σαν η κα. Μέρκελ να ξυπνά ένα πρωί και να λέει στην Ελλάδα της κρίσης: «Όλο το χρέος σας διαγραμμένο, δε χρωστάτε τίποτα, ούτε ευρώ». Γιατί; Έτσι, χωρίς γιατί. Γιατί έχει η γάτα ένα αυτί. Τόσο ανορθόλογη είναι η συγχώρεση. 

Η συγχώρεση πάει κόντρα σε Δαρβίνους, Άνταμ Σμιθ, Μαρξ, Χομπς, κόντρα σε «μεγιστοποιητές χρησιμότητας» (Δαρβίνος και διάφοροι εξελικτικοί), σε «φυσικές πλεονεξίες του ανθρώπου» (Άνταμ Σμιθ), σε «φυσικές τάσεις του ανθρώπου για ισχύ» (Χομπς), σε «ανθρώπους = σύνολα των κοινωνικών τους σχέσεων» (Μαρξ). Ο ευρωπαϊκός στοχασμός του 18ου–21ου αιώνα δεν έχει καμία πειστική ανάγνωση για τη συγχώρεση. Ο τέλειος παραλογισμός. 

Η συγχώρεση δεν ψάχνει για αιτιολογήσεις. Δεν αιτολογείται από τίποτα στον κόσμο. 

Δεν είναι «σε συγχωρώ για το κακό που μου ‘κανες, γιατί... (οτιδήποτε)». Αυτό δεν είναι συγχώρεση. 

Δεν είναι «σε συγχωρώ για το κακό που μου ‘κανες, παρόλο που... (οτιδήποτε)». Αν περιλαμβάνει «παρόλο που» τότε δεν είναι συγχώρεση. 

Δεν είναι «σε συγχωρώ για το κακό που ‘μου κανες, πέρασε καιρός, περασμένα–ξεχασμένα». Αν στηρίζεται στο πέρασμα του χρόνου τότε δεν είναι συγχώρεση.

Δεν είναι καν «σε συγχωρώ για το κακό που μου ‘κανες». Ούτε αυτό είναι συγχώρεση. Εφόσον συνεχίζει να υπάρχει το «εγώ, με την ελεύθερη βούλησή μου, σε συγχωρώ». Δεν είναι στο χέρι μας να συγχωρέσουμε. Δεν εξαρτάται από μας. Είναι Κεραυνός παραλογισμού που χτυπάει κάποια στιγμή και μετά τρελαίνεσαι. Αν, μάλιστα, ρίξεις μια ματιά σ’ ένα ρολόι, μπορείς ακόμα και να σημειώσεις τη στιγμή του Κεραυνού. 

Η συγχώρεση είναι: «Μου 'κανες μεγάλο κακό... (ΜΠΑΜ! χτυπά κεραυνός)... ποιο κακό; Για ποιο πράμα μιλάς; Δεν καταλαβαίνω». Κάτι τέτοιο είναι η συγχώρεση. Γιατί να συγχωρέσω; Χωρίς γιατί. Γιατί έτσι. Γιατί έχει η γάτα ένα αυτί. Ξυπνά η κα. Μέρκελ ένα πρωί και λέει: «δε χρωστάτε τίποτα». 

Δεν είναι «ο ένοχος έχει ελαφρυντικά, γι’ αυτό τον συγχωρώ». Αυτό δεν είναι συγχώρεση. Είναι: «με χτυπά ένας Κεραυνός, οπότε ο ένοχος παύει να ‘ναι ένοχος». 

Είναι αισχρό να βαφτίζεται «συγχώρεση» κάτι που στηρίζεται στο περασμένα–ξεχασμένα, ασέβεια προς τον πόνο του αθώου, ο οποίος ΠΟΤΕ δε διαγράφεται. Το αίμα του Άβελ φωνάζει στα ουράνια και ζητά δικαίωση. Η συγχώρεση είναι πιο συγγενική με το «δεν ξεχνώ» παρά με το «περασμένα–ξεχασμένα». Διότι πάντα το αίμα του αθώου θα κραυγάζει, πάντα το έγκλημα θα παραμένει, και (ΜΠΑΜ! κεραυνός)... ποιο έγκλημα; Για ποιο πράμα μιλάς; Τα λες περίεργα και δε σε καταλαβαίνω. 

Αν δε σου είναι σκάνδαλο, αν δε σε ξεπερνά, τότε δεν είναι συγχώρεση. 

Η κατανόηση κι η συγχώρεση είναι αμοιβαίως αποκλειόμενες. Είναι σα να λέμε π.χ. «μονοκύτταρος ελέφαντας»: αν είναι ελέφαντας δεν μπορεί να είναι μονοκύτταρος, αν είναι μονοκύτταρος δεν μπορεί να είναι ελέφαντας. Αν περιλαμβάνει κατανόηση τότε δεν είναι συγχώρεση• αν είναι συγχώρεση τότε έχει στον πυρήνα της μια στάλα τέλειου παραλογισμού. 

Σταματώ εδώ, ο Jankelevitch δεν πέρασε τα βάσανα του Amery. Παρατηρήστε ότι οι δύο άντρες δε διαφωνούν καθόλου. Συμφωνούν 100%. Κι όμως αν συναντιόντουσαν, δε θα μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους. 

 

3. Η Πραγματικότητα της Συγχώρεσης 

Ο Viktor Frankl (1905 – 1997) ήταν αυστριακός Εβραίος που πέρασε κι αυτός απ’ το Άουσβιτς. Δυστυχώς (ή ευτυχώς) δεν ήταν στοχαστής, οπότε στο βιβλίο του Man’s Search for Meaning (1946) περιγράφει τις εμπειρίες του χωρίς φιλοσοφίες ή συμπεράσματα. Η μαρτυρία του έχει βάρος επειδή υπήρξε συγκρατούμενος του Jean Amery που είδαμε πιο πάνω, οι δυο άντρες γνωρίστηκαν στο Άουσβιτς. Ο ένας έμεινε με την πίκρα σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του (Amery), ο άλλος φανερώνει κάτι διαφορετικό (Frankl). Όμως ας τα πει με τα δικά του λόγια. Ο Viktor Frankl περιγράφει την κορυφαία του στιγμή στο Άουσβιτς:   

Νωρίς το πρωί έπρεπε να βαδίσουμε ως το χώρο εργασίας. Φωνάζαν: «Απόσπασμα, εμπρός μαρς! Αριστερό–2–3–4! Αριστερό–2–3–4! Αριστερό–2–3–4! Βγάλτε τα πηλίκια!» Ακόμα αντηχούν στ’ αυτιά μου αυτές οι λέξεις. Με τη διαταγή «βγάλτε τα πηλίκια!» περνούσαμε απ’ την πύλη του στρατοπέδου και μας εξετάζαν με φακούς. Όποιος δεν περπατούσε ζωηρά, έτρωγε κλωτσιά. Ακόμα χειρότερα πάθαινε όποιος δεν άντεχε το κρύο και κατέβαζε το πηλίκιο στ’ αυτιά πριν δοθεί η άδεια. 

Βαδίζαμε στο σκοτάδι, πάνω από βράχους και λακούβες. Οι φρουροί φωνάζαν όλη ώρα και μας οδηγούσαν με τους υποκόπανους. Κάποιοι, πολύ κουρασμένοι, στηρίζονταν στο μπράτσο του διπλανού τους. Δε μιλούσαμε σχεδόν καθόλου, μας τρυπούσε ο παγωμένος αέρας. Ξαφνικά ο διπλανός μου, με το στόμα χωμένο στο γιακά, ψιθύρισε: «Ε ρε και να μας βλέπαν τώρα οι γυναίκες μας! Ελπίζω αυτές να ‘ναι καλύτερα στο δικό τους στρατόπεδο και να μην ξέρουν τι τραβάμε». Μου ήρθε στο μυαλό η γυναίκα μου. Σερνόμασταν για μίλια, στηρίζοντας ο ένας τον άλλον, τραβώντας ο ένας τον άλλον, παραπατώντας πάνω σε παγωμένα σημεία, δε λέγαμε κουβέντα όμως ξέραμε κι οι δυο: ο καθένας σκεφτόταν τη γυναίκα του. Πού και πού κοιτούσα τον ουρανό καθώς έσβηναν τ’ αστέρια, το πρώτο φως της αυγής έβγαινε πίσω απ’ τα σύννεφα. 

Όμως η εικόνα της γυναίκας μου είχε καρφωθεί ξεκάθαρη στο μυαλό μου. Την άκουσα να μου μιλά, είδα το χαμόγελό της, το τίμιο κι ενθαρρυντικό βλέμμα της. Είτε πραγματική είτε όχι, αυτή η εικόνα ήταν πιο φωτεινή κι απ’ τον ήλιο που ανέτειλε. 

Τότε ξαφνικά μια σκέψη με καθήλωσε: πρώτη φορά στη ζωή μου είδα την αλήθεια σ’ αυτό που τραγούδησαν τόσοι ποιητές, κήρυξαν τόσοι στοχαστές. Ότι η αγάπη είναι ο τελικός κι υψηλότερος στόχος του ανθρώπου. Τότε κατάλαβα το νόημα του μεγαλύτερου μυστικού της ανθρώπινης ποίησης, σκέψης, πίστης. Ότι η σωτηρία του ανθρώπου γίνεται μέσα στην αγάπη και δια της αγάπης. Το κατάλαβα πώς γίνεται, ένας άνθρωπος που τα ‘χει χάσει όλα, παρόλα αυτά μπορεί να είναι ευτυχισμένος έστω και για μια μικρή στιγμή, με τη σκέψη της αγαπημένης του. Ακόμα και στην απόλυτη ένδεια και στην απόλυτη ανημπόρια, όταν το μόνο που μπορεί να κάνει είναι ν’ αντέξει τα βάσανά του με σωστό τρόπο –με τιμητικό τρόπο– ακόμα και τότε ένας άνθρωπος μπορεί να βρει πλήρωση στη λατρεμένη ανάμνηση της αγαπημένης του. 

Πρώτη φορά στη ζωή μου μπόρεσα να καταλάβω το νόημα των λέξεων: «οι άγγελοι είναι χαμένοι μέσ' στη διαρκή ενατένιση μιας άπειρης δόξας». Μπροστά μου ένας άντρας σκόνταψε κι όσοι ακολουθούσαμε πέσαμε πάνω του. Ο φρουρός έτρεξε και μας ξανάβαλε σε σειρά με το μαστίγιο. Για λίγα λεπτά οι σκέψεις μου διακόπηκαν. Όμως γρήγορα η ψυχή μου ξαναβρήκε τον δρόμο σ’ έναν άλλο κόσμο, άφησε πίσω την πραγματικότητα του φυλακισμένου, συνέχισα τη συνομιλία με την αγαπημένη μου. Τη ρώτησα διάφορα και μου απάντησε• μετά με ρώτησε αυτή και της απάντησα εγώ. 

«Στοπ!». Φτάσαμε στο χώρο εργασίας. Όλοι τρέξαμε στο μισοσκόταδο να βρούμε κάποιο σκεπάρνι ή φτυάρι της προκοπής. «Δε μπορείτε να βιαστείτε, ρε γουρούνια;». Γρήγορα πήραμε τις θέσεις της προηγούμενης μέρας στο χαντάκι που σκάβαμε. Το παγωμένο χώμα ράγιζε κάτω απ’ τα χτυπήματα των σκεπαρνιών κι έβγαζε σπίθες. Όλοι δουλεύαμε σιωπηλοί, το μυαλό μας παγωμένο. 

Το δικό μου μυαλό είχε κολλήσει στην εικόνα της γυναίκας μου. Σκέφτηκα ότι δεν ήξερα καν αν ήταν ζωντανή. Το μόνο που ήξερα καλά, ότι η αγάπη φτάνει πιο πέρα από τη φυσική ύπαρξη της αγαπημένης. Βρίσκει το νόημά της στο πνεύμα, στον εσωτερικό άνθρωπο. Είτε υπάρχει είτε όχι, είτε είναι ζωντανή είτε όχι, με κάποιον τρόπο αυτά χάνουν τη σημασία τους. Δεν ήξερα αν η γυναίκα μου ζούσε και δεν είχα τρόπο να το μάθω, κατά τη διάρκεια της φυλάκισής μας δεν είχαμε αλληλογραφία ή ειδήσεις, αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν αδιάφορο. Δε μ’ ένοιαζε καν να μάθω, τίποτα δεν μπορούσε ν’ αγγίξει τη δύναμη της αγάπης μου, τις σκέψεις μου, την εικόνα της αγαπημένης μου. Ακόμα και να ‘ξερα τότε τον θάνατό της [μετά την απελευθέρωσή του, ο Viktor Frankl έμαθε ότι η γυναίκα του είχε ήδη πεθάνει], πιστεύω ότι θα συνέχιζα να θαυμάζω την εικόνα της στο μυαλό μου, αδιάφορος γι’ αυτήν την πληροφορία, πιστεύω ότι η μεταξύ μας κουβέντα θα συνέχιζε να είναι το ίδιο καθαρή και να με γεμίζει με την ίδια ικανοποίηση. 

«Βάλε με σφραγίδα πάνω στην καρδιά σου, αγάπη δυνατή σαν τον θάνατο». 

Ό,τι κι αν σημαίνουν τα παραπάνω. Μεταφέρω τα λόγια του Frankl. Να είστε 100% σίγουροι ότι υπάρχουν πολλά περισσότερα που δε μας τα λέει, τα κρατά για τον εαυτό του (και τη γυναίκα του). Δημοσιευμένο βιβλίο, γράφει μόνο αυτά που μπορούν να ειπωθούν στους τουρίστες (εμείς είμαστε οι τουρίστες), όχι τα σημαντικότερα.

Είναι δυο πολύ διαφορετικά βιβλία αυτό του Amery κι αυτό του Frankl. Όμως ως προς το ύφος, όχι ως προς τα βιώματα και τα ιστορικά ντοκουμέντα. Η κόλαση του Άουσβιτς ήταν κοινή και για τους δυο. Στο βιβλίο του Frankl απουσιάζει η πίκρα. Διαφαίνεται κάτι αντίθετο (όμως πριν βιαστούμε να μέμψουμε τον Amery, μην ξεχνάμε ότι πάντα μπορεί να μας πει: «έλα πρώτα να τραβήξεις αυτά που τράβηξα εγώ και τα λέμε μετά»). 

Ας πούμε, φαίνεται στη συμπάθεια με την οποία ο Frankl μιλά για τους λίγους δεσμοφύλακες που προσπαθούσαν να διευκολύνουν τους κρατούμενους. Ήταν λίγοι. Όμως είναι φανερό στο γράψιμό του ότι τους θυμάται με ωραίο τρόπο. 

Μπορώ να το βεβαιώσω και προσωπικά. Όλοι εσείς που διαβάζετε χρόνια το μπλογκ, πιστεύω πια γνωριζόμαστε μεταξύ μας, ξέρετε ποιος είμαι, ποιος ήταν ο θείος μου. Τον έχετε δει ένα σωρό φορές στην TV, σε αφιερώματα κατά την επέτειο της χούντας. Μου έχει περιγράψει την εμπειρία της φυλακής. Ανάμεσα στ’ άλλα, και τους λίγους δεσμοφύλακες που κοιτούσαν να διευκολύνουν τους κρατούμενους. Να κάνουν τα στραβά μάτια, πως δε βλέπουν, πως δεν καταλαβαίνουν – όσο τους έπαιρνε φυσικά, είχαν ν’ αναφερθούν σε ανωτέρους. Τεσπά, τους λίγους που προσπαθούσαν να μην τυραννήσουν τους κρατούμενους παραπάνω απ’ όσο ήδη τυραννιούνται. Λοιπόν, αυτούς τους λίγους δεσμοφύλακες ο θείος μου τους θυμόταν με συμπάθεια. Μιλούσε γι’ αυτούς σχεδόν σα να ‘ταν φίλοι του. 

Αυτό ακριβώς και στο βιβλίο του Frankl. Με πόση συμπάθεια θυμάται τους λίγους δεσμοφύλακες, μάγειρες, εργοδηγούς κ.α. που προσπαθούσαν να διευκολύνουν τους κρατούμενους. Φαίνεται στο γράψιμό του. Όπως επίσης κι η απουσία πίκρας. Περιγράφει τους τυράννους και τους βασανιστές του ουδέτερα, σα να ήταν υπνοβάτες, μεθυσμένοι, μικρά παιδιά, άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν. 

Παρατηρήστε ότι κι ο Amery με τον Frankl δε μοιάζει να διαφωνούν σε κάτι. Όμως σίγουρα δε θα μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Καταλαβαίνω ότι ο Frankl χτυπήθηκε από Κεραυνό εκείνο το χάραμα, στο χαντάκι της καταναγκαστικής εργασίας. Και μετά τίποτα δεν ήταν ίδιο. Καλύτερα να τον αφήσω να το πει με τις δικές του λέξεις: 

Δεν κρατώ κακία σε κανέναν που μου ‘κανε κακό. Και δεν ξεχνώ κανέναν που μου έκανε έστω και το παραμικρότερο καλό. 

Θα το ‘θελα αυτό επιγραφή στην κορφή του βουνού της Σαμοθράκης, εκεί που ο Ποσειδώνας παρακολουθούσε τον Τρωικό πόλεμο (ίσως μου τη βιδώσει και το κάνω μια μέρα, δεν είναι κακή ιδέα) 

*   *   * ΄

Κλείνω μ’ ένα ποίημα του Τίτου Πατρίκιου: 

Είμαστε φάτσα με φάτσα 
Με τον εχθρό μου. 
Ένα γραφείο μονάχα μας χωρίζει 
Σα χαράκωμα ή σαν τάφος. 
Πίσω απ' τις αξιοπρεπείς μας μάσκες 
Από πολύ βαθιά ανεβαίνει και μας καίει το μίσος. 
 
Και να που τούτη τη στιγμή, 
Τώρα που παίζεται η ζωή μου, 
Ανακαλύπτω στη μορφή του πως 
Θα μπορούσα να τον είχα αγαπήσει. 
Να που τούτη τη στιγμή ανακαλύπτει στη μορφή μου 
Πως θα μπορούσε να με είχε αγαπήσει.

Και Όλοι Να Λένε

Είναι το διαχρονικότερο ελληνικό χιτ, κι εσύ κι εγώ το έχουμε πει αμέτρητες φορές:

Να ζήσεις, [όνομα εορτάζοντα], και χρόνια πολλά 
Μεγάλος να γίνεις με άσπρα μαλλιά κ.λπ. 

Το τραγούδι κάνει μπαμ ότι είναι μεταπολεμικό, από Αθηναίο και ωδειοσπουδαγμένο συνθέτη, που έμαθε μουσική σε πιάνο και με παρτιτούρα (όχι σε μπουζούκι ή κιθάρα και με το αυτί). Η παράξενη ευχή, «μεγάλος να γίνεις με άσπρα μαλλιά», μαρτυρά ότι γράφτηκε σε μια εποχή που δεν ήταν δεδομένο ότι θα προλάβει κάποιος να γκριζάρει, σε μια εποχή που παράλληλα γράφονταν τραγούδια: «ένας αλήτης πέθανε στου πάρκου την πλατεία». Σήμερα το τραγούδι προκαλεί διχογνωμίες, τι πρέπει να σκορπίζεις, της γνώσης ή της νιότης το φως; Υποθέτω όμως ότι η νιότη άρχισε να έχει φως στην Ελλάδα από την εμφάνιση του φαινομένου Αλίκη Βουγιουκλάκη και μετά, πιο πριν φως είχε μόνο ο μεσήλικας. Πιστεύω λοιπόν ότι ο άγνωστος ποιητής έγραψε για της «γνώσης το φως και όλοι να λένε: να ένας/μία σοφός», κάτι που στην μετεμφυλιακή Ελλάδα σήμαινε πιθανότατα: να πάρεις ένα πτυχίο, παιδί μου, να γίνεις γιατρός ή δικηγόρος ή επιστήμονας. Ή έστω μηχανικός. Δεν μπορώ να μη θυμηθώ τον Νόρμαν Μέιλερ, κάπου είχε γράψει: η δεκαετία του ’50, η πιο βαρετή δεκαετία στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ της Μηχανής του Χρόνου, το τραγούδι έγραψε ή καθιέρωσε η Αντιγόνη Μεταξά, γνωστή ως Θεία Λένα, μέσα από τη ραδιοφωνική εκπομπή της, «Η Ώρα του Παιδιού». Το πιστεύω, πρέπει να είναι έτσι. Ήταν η εποχή του εσωτερικού αποικισμού της χώρας, όπου το ασπόνδυλο αθηναϊκό και αμερικανόφιλο κατεστημένο κατέστρεφε ζωές και ευρείες επαρχιακές περιοχές προκειμένου να δημιουργήσει ένα καινούργιο κοινωνικό στρώμα Ζήκων, μικροκάτι της πρωτεύουσας (μικροπωλητών, υπηρετών, χαμάληδων, παιδιών για όλες τις δουλειές, μικρεμπόρων, μικροκαταστηματαρχών, μικροεπαγγελματιών, εργατών κ.λπ.). Και όλοι αυτοί οι μικροκάτι έπρεπε να διδαχθούν δυτικότροπες συμπεριφορές και κουλτούρες – ακόμα και γενεθλιακά άσματα – προκειμένου να μάθουν τη θέση τους στην καινούργια αθηναϊκή Ελλάδα. Η Θεία Λένα έπαιξε το ρόλο της κι αυτή, κάθε σημαίας να πλαισιώσει τους ιστούς με ιδεώδεις υποτακτικούς.

Όμως αυτό που μου προξενεί το πιο βαθύ ρίγος στο τραγουδάκι της κυρίας Μεταξά είναι κάτι άλλο. Είναι αυτό το «και όλοι να λένε»...

«Και όλοι να λένε», λοιπόν. Η γνώμη των άλλων ως οδηγός. Ο κομφορμισμός του κοπαδιού. Ένας στίχος που παραπέμπει στο «τι θα πει ο κόσμος;», σε αμέτρητους μη–ευτυχισμένους ανθρώπους που έζησαν τη ζωή κάποιου άλλου, όχι τη δική τους, επειδή δεν βρήκαν το κουράγιο να κάνουν μια Γαλλική Επανάσταση μέσα τους. «Και όλοι να λένε»: ο οδηγός για μια κικηδημουλική ζωή. Φοβάμαι ότι η ανάποδη πλευρά του νομίσματος στο γενεθλιακό τραγουδάκι είναι το άλλο τραγούδι, εκείνο που λέει: Ο παροιμοιώδης μέσος ανθρωπάκος, κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος, επαναστάσεις στα όνειρά του αναζητεί... Δεν σας πιάνει ένα άρωμα καθαρής πτωμαΐνης, βγαλμένης μέσα από τις σελίδες του παλιού Αναγνωστικού της Α’ Δημοτικού; Εκείνο κι αν ήταν γεμάτο με «και όλοι να λένε»!



Θα μας φάνε όλους οι δεινόσαυροι του Σπήλμπεργκ 


Όσο περισσότερο γυρνάω στο μυαλό μου το καθιερωμένο γενεθλιακό τραγουδάκι, τόσο περισσότερο με απωθεί... Η Θεία Λένα δεν είναι δική μου θεία. Τι ευχόμαστε, στην πραγματικότητα, στον φίλο μας τον Δημήτρη όταν του το τραγουδάμε στα γενέθλιά του; Νομίζω, κάτι τέτοιο:

Να ζήσεις,Δημήτρη, και χρόνια πολλά 
Σαν ποίημα η ζωή σου Κικής Δημουλά 
Να πας να σπουδάσεις, να γίνεις γιατρός 
Πορεύσου σαν άψογος μικροαστός! 

Πραγματικά θέλετε να ευχηθείτε αυτό στους ανθρώπους που αγαπάτε; Πρέπει οπωσδήποτε να βάλετε τη Θεία Λένα στις σχέσεις σας με τα παιδιά σας και με τους ιδιαίτερους ανθρώπους σας; Κάτω οι διαλεκτικές των τεχνικών της εξουσίας – αλλά και της κυρίαρχης κουλτούρας! Φτιάξτε δικά σας τραγούδια, πείτε αυτό που πραγματικά θέλετε να πείτε στους αγαπημένους σας κι αφήστε την αθλιότητα της κυρίας Μεταξά. Κάντε το σαν μια προσωπική πινελιά γνήσιου ενδιαφέροντος. Πώς σας φαίνεται, ας πούμε η παρακάτω παραλλαγή για τα γενέθλια του φίλου μας, του Δημήτρη;

Να ζήσεις, Δημήτρη, και χρόνια πολλά 
Να είναι η ζωή σου γεμάτη μαγκιά 
Στο κατεστημένο να είσαι εχθρός 
Κι η γνώμη του πλήθους μας νοιάζει ποσώς! 

ΥΓ: Μπορείτε να πάρετε μια ιδέα για τις εκπομπές της Θείας Λένας εδώ. Μιλάμε για εφιάλτη στον δρόμο με τις λεύκες 

Πόσο Λάθος Με Μετράς

Στις πανελλήνιες των εσπερινών ΕΠΑΛ 2014 δόθηκε ως Θέμα Δ ένα γνωστό πρόβλημα διαφορικού λογισμού: από όλα τα ορθογώνια με δεδομένο εμβαδό, να βρεθεί αυτό με την ελάχιστη περίμετρο (τελικά το τετράγωνο). Είναι μια άσκηση που συχνά δίνεται σε μαθητές Γ’ Λυκείου, ΕΠΑΛ ή Γενικού, όταν κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον διαφορικό λογισμό. Όμως η εξεταστική επιτροπή που έβαλε αυτήν την άσκηση έκρινε σκόπιμο να υπενθυμίσει στην εκφώνηση τον τύπο για το εμβαδό ορθογωνίου (= μαθηματικά Γ’ Δημοτικού), καθότι ήξερε φυσικά ότι τυπικά οι μαθητές ΕΠΑΛ έχουν κενά ακόμα και στα πιο στοιχειώδη γεωμετρικά σχήματα – θυμίζω ότι στην εξεταστική ύλη περιλαμβάνονταν τότε και στοιχεία ολοκληρωτικού λογισμού, δηλαδή ήταν ζητούμενο από τον μαθητή ΕΠΑΛ να υπολογίζει εμβαδά χωρίων σε γραφικές παραστάσεις, τη στιγμή που ομολογείτο ότι αυτός μπορεί να μην κατέχει ούτε τα πιο στοιχειώδη εμβαδά επιπέδου Δημοτικού:


Πανελλήνιες Εσπερινών ΕΠΑΛ 2014: Η σχιζοφρένεια του εκπαιδευτικού συστήματος


Λοιπόν, δεν μπορώ να μη θαυμάσω τη σχιζοφρένεια αυτού του εκπαιδευτικού συστήματος που κρίνει σωστό να διδάσκει στοιχεία διαφορικού λογισμού, δηλ. πανεπιστημιακών μαθηματικών, σε μαθητές που τυπικά δυσκολεύονται ακόμα και σε μαθηματικά Δημοτικού. Είναι κοινό μυστικό ότι ο φόβος για τα μαθηματικά είναι βασικότατος λόγος που αμέτρητοι μαθητές επιλέγουν το ΕΠΑΛ. Είναι γενική διαπίστωση ότι οι μαθητές ΕΠΑΛ επιμένουν να παρουσιάζονται αδύναμοι στα μαθηματικά. Οι καθηγητές απελπίζονται μ’ αυτούς ή νιώθουν ότι κάνουν μπαλώματα και πασαλείμματα, οι φροντιστές ομοίως, όλοι σαρκάζουν και διηγούνται στους συναδέλφους τους ανέκδοτα για τη μαθηματική ανεπάρκεια των μαθητών τους. Και δεν είναι μόνο τα κενά από προηγούμενες τάξεις αλλά κάτι πολύ περισσότερο: ο τυπικός μαθητής ΕΠΑΛ φτάνει στην Γ’ Λυκείου νιώθοντας ενδόμυχα ότι τα μαθηματικά τελικά είναι θέμα αυθεντίας.

Φανταστείτε ότι κοιτάτε με θολά γυαλιά μια θολή φωτογραφία μέσα σ’ ένα ομιχλώδες τοπίο. Έτσι είναι και το σύμπαν των μαθηματικών για τον τυπικό μαθητή ΕΠΑΛ, ο οποίος σε κάποια στιγμή της μαθητικής του καριέρας εγκατέλειψε την ελπίδα να το κατακτήσει. Δεν νιώθει να πατάει σίγουρα πουθενά, στο σχολείο έχει παρακολουθήσει αμέτρητες ώρες τον καθηγητή του να δείχνει ακατάληπτα πράγματα στον πίνακα, ενώ έχει βιώσει πολλές φορές την εμπειρία να παρουσιάζει μια μαθηματική δουλειά θεωρώντας ότι είναι σωστή, όμως ο καθηγητής να επισημαίνει λάθη (για απροσδιόριστους λόγους). Αποτέλεσμα, ο μαθητής ΕΠΑΛ φτάνει να νιώθει ότι τα μαθηματικά είναι θέμα αυθεντίας, όχι θέμα κανόνων. Όπως εμείς νιώθουμε απέναντι σε έναν ειδικό τέχνης, ο οποίος σε ένα έργο βλέπει πράγματα που εμείς δεν μπορούμε να δούμε, έτσι κι ο τυπικός μαθητής ΕΠΑΛ νιώθει ότι το σωστό στα μαθηματικά είναι αυτό στο οποίο ο καθηγητής λέει «σωστό!» (για απροσδιόριστους λόγους), όχι αυτό που επιτρέπουν οι κανόνες του παιχνιδιού.

Αυτή η ενδόμυχη στάση έχει συνέπειες σε όλο το μήκος και το πλάτος της πονεμένης τριβής των ΕΠΑΛιτών με τα μαθηματικά. Π.χ. πολλοί από αυτούς γράφουν λες και κάνουν αγώνα δρόμου, λες και είναι σημαντικό να ξεμπερδέψουν στα γρήγορα με τις ασκήσεις, όχι να τις κάνουν σωστά. Συχνά λειτουργούν σαν να έχουν υπογράψει συμβόλαιο ότι η άσκηση θα βγει σε δυο–τρεις γραμμές, οπότε μπορεί να χάσουν μέρος της όχι επειδή δεν ξέρουν να τη συνεχίσουν αλλά επειδή νιώθουν ότι αν έχουν ήδη εργαστεί «αρκετά», δεν μπορεί παρά να τέλειωσαν την άσκηση. Τυπικά επίσης δεν επαληθεύουν, δεν βλέπουν λόγο να διαβάζουν καλά τις εκφωνήσεις, δεν κρατάνε το γραπτό τους οργανωμένο και ευανάγνωστο (ακόμα και για τους ίδιους), ενώ η ίδια η λύση ενός μαθηματικού προβλήματος για τον τυπικό μαθητή ΕΠΑΛ σημαίνει «ρίχνω γενικώς ντουφεκιές στον αέρα μήπως και πετύχω κάτι». Ή μήπως και με λυπηθεί ο καθηγητής και μου βάλει έναν βαθμό για τον κόπο μου. Τα μαθηματικά για τον τυπικό μαθητή ΕΠΑΛ φτάνουν να είναι μια χαμένη υπόθεση, μια ακατανόητη αγγαρεία που απευθύνεται σε κάποιους άλλους, πιο έξυπνους από εμένα, εγώ μάλλον υστερώ κάπου...

Όμως η απάντηση του εκπαιδευτικού συστήματος σ’ αυτήν την πραγματικότητα είναι να φέρνει στην ίδια αίθουσα, σχολική ή φροντιστηριακή, ειδικούς των μαθηματικών (καθηγητές, φροντιστές) και θύματα των μαθηματικών (μαθητές ΕΠΑΛ) απαιτώντας από τα τελευταία να αφομοιώσουν μέσα σε μια σχολική χρονιά στοιχεία διαφορικού λογισμού: είναι αναπόφευκτος ο σαρκασμός των πρώτων προς τους δεύτερους και η απελπισία όλων. Είναι αναπόφευκτη η θλιβερή επίδοση των μαθητών ΕΠΑΛ στα μαθηματικά των πανελληνίων (78,45% κάτω από τη βάση το 2014, 76,09% το 2015). Η απάντηση του εκπαιδευτικού συστήματος είναι να εθελοτυφλεί ως προς τον εκτεταμένο φόβο των μαθητών ΕΠΑΛ για τα μαθηματικά και ως προς τις πάνδημες μαθητικές τους αδιεξιότητες, μη δείχνοντας κανένα σημάδι ότι δέχεται αυτήν την κατάσταση ως δικό του δημιούργημα, καμία ένδειξη ότι προτίθεται να κοιτάξει στα μάτια αυτά τα προβλήματα και να τα αντιμετωπίσει ως δική του ευθύνη.

Ήμουνα μοναχοπαίδι, ήμουν μαθητής καλός
Κι έγω γίνει ΕΠΑΛίτης, κι έχω γίνει παραγιός
Στα δικά σου τα σταθμά, αφιλότιμη
Πόσο λάθος με μετράς, αφιλότιμη

Στο Δημοτικό είχα κέφι, ήμουνα επιμελής
Άλγεβρα του Γυμνασίου, τρόμος ο καθηγητής
Στα δικά σου τα σταθμά, αφιλότιμη
Πόσο λάθος με μετράς, αφιλότιμη

Ήμουν κάποτε ωραίος, ήμουν κάποτε νορμάλ
Όμως με τρομοκρατήσαν και συνέχισα ΕΠΑΛ
Στα δικά σου τα σταθμά, αφιλότιμη
Πόσο λάθος με μετράς, αφιλότιμη

Φταίω που δεν καταλαβαίνω, ίσως είμαι ανεπαρκής
Θα ‘μαι πάντοτε παρίας, δε γεννήθηκα ευφυής
Δύο μέτρα δυο σταθμά, αφιλότιμη
Πόσο λάθος με μετράς, αφιλότιμη

Ως προς τους 88.713 μαθητές στα ΕΠΑΛ της επικράτειας (σχολικό έτος 2015 – 2016), θα έλεγα ότι το μαθηματικό τους πρόγραμμα είναι πολύ επιτυχημένο στο να τους εφοδιάζει με μαθητικές και βιοτικές αδιεξιότητες: ο απόφοιτος Επαγγελματικού Λυκείου θα μάθει στη ζωή του να μη διαβάζει προσεκτικά τις οδηγίες σε κάποιο κουτί, σε μια έγγραφη φόρμα, σε έναν πίνακα ανακοινώσεων• να θεωρεί ότι στον κόσμο υπάρχουν αυθεντίες με γνώση και κατανόηση απρόσιτη για τους κοινούς θνητούς• να ασχολείται απρόσεκτα και βιαστικά με εργασίες γραφειοκρατικού τύπου• να αισθάνεται ελλειμματικός και θα αποδίδει ενοχικά το φταίξιμο σε δική του μειονεξία. Συγνώμη, όμως αν τόσοι πολλοί μαθητές φτάνουν στην Γ’ Λυκείου και νιώθουν ότι τα μαθηματικά είναι θέμα αυθεντίας, τότε κάτι δεν πάει καθόλου καλά με το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Μάλλον πρόκειται για αποεκπαιδευτικό σύστημα. Οι γραμμές της τόσο περιφρονημένης τεχνικής εκπαίδευσης – που από παλιά στην Ελλάδα θεωρείτο φτωχή συγγενής της θεωρητικής και επιστημονικής – φαίνεται ότι στελεχώνονται χάρη σε μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, μια παγίδα του (απο)εκπαιδευτικού μας συστήματος. Ούτε από κλίση ούτε από επιλογή ούτε από ταλέντο ούτε από μεράκι: ένας σημαντικός αριθμός μαθητών, προερχόμενοι κυρίως από οικογένειες χαμηλού εισοδήματος και συχνά με χειρώνακτες ή άνεργους γονείς, πρέπει να πειστούν για τη γνωστική τους ανεπάρκεια, να αισθανθούν αρκετά μειονεκτικοί και κατώτεροι ώστε να καταφύγουν στην τεχνική εκπαίδευση ως λύση ανάγκης.

Γράμμα Προς Νέο Μαθηματικό

Αγαπητέ μου φίλε,

Χαίρομαι που αρχίζεις να συνηθίζεις το περιβάλλον του πανεπιστημίου. Μη σε τρομάζει, ένα παιχνίδι είναι που θα μάθεις σιγά-σιγά να το παίζεις. Στη συζήτησή μας προχθές μου ζήτησες να σου συστήσω ένα καλό βιβλίο Ανάλυσης διότι ονειρεύεσαι να γίνεις σπουδαίος μαθηματικός και σπουδαίος επιστήμονας. Το e-mail αυτό είναι προς απάντησή σου.

Ας αρχίσουμε από την αρχή: γιατί θέλεις να γίνεις σπουδαίος μαθηματικός και σπουδαίος επιστήμονας; Κι ας προχωρήσουμε στη συνέχεια: είναι ευκταίο να γίνεις σπουδαίος μαθηματικός και σπουδαίος επιστήμονας;

Σκέψου το λίγο. Πάνω εδώ μπορείς να παρατηρήσεις ότι δεν γράφονται τραγούδια για διανοούμενους. Το έχεις προσέξει; Θέλω να πω, μπορώ να σκεφτώ τραγούδια π.χ. για ψαράδες, για μοδίστρες, για εργάτες, για πόρνες, για μικροαπατεώνες, για αμαξάδες, για λαθρεμπόρους, για παλιατζήδες, για αγρότες, για μικροκλέφτες κι άλλους επαγγελματίες. Όλοι οι παραπάνω είναι άνθρωποι της πράξης, όχι της θεωρίας. Και συμφωνώ, όλοι οι παραπάνω έχουν κάτι το αξιοτραγούδιστο. Όμως ένα τραγούδι για τη διανόηση, το διανοείσαι; Δηλαδή, ένα τραγούδι για στοχαστές;.. επιστήμονες;... λόγιους;... φιλόσοφους;... ακαδημαϊκούς... αναλυτές;... θεολόγους;... θεωρητικούς του κινήματος;... Ας πούμε, πώς σου φαίνεται το ακόλουθο, πάνω στον Ψαρά του Γ. Μητσάκη;
Γιατί δε με θες, κυρά μου
Που ‘μαι αστροφυσικός; 
Εμβριθής κι ακριβολόγος
Ήμουν κι απουσιολόγος
Άι κιου διακόσια δέκα
Ένας και μοναδικός. 
Ό,τι πιο ξενέρωτο έχω ακούσει! Νομίζω, πιο πιθανό να βγει κάποτε τραγούδι για εργολάβους κηδειών παρά για διανοούμενους!

Λοιπόν, είναι γεγονός: ο κόσμος εμπνέεται και τραγουδάει για ανθρώπους της πράξης, όχι για ανθρώπους των βιβλίων. Οπότε, προβληματίσου λίγο για την ατραγούδιστη ζωή στην οποία θέλεις να κρυφτείς. Το ερώτημα παραμένει: είναι ευκταίο να γίνεις σπουδαίος μαθηματικός και σπουδαίος επιστήμονας;

Μετά από αυτά, προβληματίσου και για τη διαφορά που έχουν τα προβλήματα των Μαθηματικών από τα πραγματικά προβλήματα της πραγματικής ζωής. Σε απασχολεί κι εσένα το θέμα, το κατάλαβα από τη συζήτησή μας προχθές. Λοιπόν, στο επιβεβαιώνω: τα προβλήματα των Μαθηματικών και τα πραγματικά προβλήματα της πραγματικής ζωής είναι δύο πολύ διαφορετικά ζώα. Να σου πω συνθηματικά πώς το έχω βρει εγώ:

Προβλήματα Μαθηματικών. Έχεις ένα καλά προσδιορισμένο ζήτημα και ψάχνεις τη λύση του ξεκινώντας από πρώτες αρχές και εφαρμόζοντας αυστηρούς λογικούς κανόνες.
Πραγματικά προβλήματα. Αν καταφέρεις να προσδιορίσεις καλά το ζήτημα, τότε το έλυσες! Αυτό ήταν, δεν έχει άλλο. Εκεί είναι όλα τα λεφτά.

Προβλήματα Μαθηματικών. Πρώτα ορίζεις τα στοιχεία του προβλήματός σου και κατόπιν οδηγείσαι στη λύση του με κάποιες τεχνικές.
Πραγματικά προβλήματα. Ο ορισμός του προβλήματος και η λύση του συν-εξελλίσσονται, το ένα τροφοδοτεί το άλλο διαρκώς. Όσο συχνά εφαρμόζεις τεχνικές για να οδηγηθείς σε μία λύση, άλλο τόσο συχνά αναγνωρίζεις πρώτα ότι κάτι είναι μέρος της λύσης και κατόπιν αναπροσδιορίζεις την αρχική σου σύλληψη του προβλήματος ώστε να την συμπεριλάβει.

Προβλήματα Μαθηματικών. Η γνώση εγκυροποιείται από τη συμμόρφωσή της με πρότερα θεωρητικά σχήματα. Η κρίσιμη ερώτηση είναι: Συμφωνεί με τη θεωρία;
Πραγματικά προβλήματα. Η γνώση εγκυροποιείται από τους καρπούς της στον πραγματικό κόσμο. Η κρίσιμη ερώτηση είναι: Δουλεύει; Δίνει αποτελέσματα;

Προβλήματα Μαθηματικών. Η αποστασιοποιημένη στοχαστική θεώρηση είναι η ασφαλέστερη στάση για αξιόπιστη γνώση.
Πραγματικά προβλήματα. Η προσωπική ανάμιξη και δράση είναι η ασφαλέστερη στάση για αξιόπιστη γνώση.

Προβλήματα Μαθηματικών. Όλη η παραγωγή γνώσης συμβαίνει κατά τη θεωρητική επεξεργασία. Κατόπιν, οι καρποί της εφαρμόζονται σχεδόν αυτόματα στην πραγματικότητα – μετά μένει μόνο να βιδώσεις τις βίδες.
Πραγματικά προβλήματα. Μόλις τελειώσει η θεωρητική επεξεργασία, τότε είναι που αρχίζει το σημαντικό μέρος. Η πράξη περιλαμβάνει κι αυτή παραγωγή γνώσης.

Προβλήματα Μαθηματικών. Πώς τεκμηριώνεις τις ιδέες σου;
Πραγματικά προβλήματα. Πώς ρισκάρεις για τις ιδέες σου;

Προβλήματα Μαθηματικών. Νους εναντίον σάρκας (ψυχή εναντίον παθών, διάνοια εναντίον συναισθημάτων, ανώτερος εαυτός εναντίον κατώτερου εαυτού κ.λπ.)
Πραγματικά προβλήματα. Τα λόγια που έγραφε ο Montaigne πριν πέντε αιώνες: «Δεν απορρίπτω κανένα τους, είναι όλα δικά μου. Και το κεφάλι μου και το πουλί μου και το χέρι μου και το πόδι μου. Και στις καλές τους στιγμές, και στους κακές τους στιγμές. Όλα με καθιστούν αυτό που είμαι».

Προβλήματα Μαθηματικών. Με εκτεταμένες στατιστικές αναλύσεις και προσομοιώσεις Monte Carlo βρήκα ότι η βέλτιστη λύση για το πρόβλημα του γάτου είναι να του κρεμάσουμε κουδούνα στην ουρά.
Πραγματικά προβλήματα. Θα το κάνεις κιόλας; (εσύ ο ίδιος, όχι να βάλεις κάποιον άλλον)

Προβλήματα Μαθηματικών. Σκέψου καλά πριν πράξεις. Ανέλυσε το θέμα από όλες τις πλευρές, και μην προχωρήσεις στην πράξη μέχρι να το συλλάβεις ολοκληρωτικά.
Πραγματικά προβλήματα. Αν δεν λερώσεις τα χέρια σου, δεν πρόκεται καν να συλλάβεις το πρόβλημα.

Προβλήματα Μαθηματικών. Η Ιθάκη είναι που μετράει, το ταξίδι για την Ιθάκη είναι μέσον για κάποιο σκοπό.
Πραγματικά προβλήματα. Το ταξίδι για την Ιθάκη είναι κι αυτό μέρος της Ιθάκης. Να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος.

Προβλήματα Μαθηματικών. Η Ιθάκη με πρόδωσε, τη βρήκα μίζερη και φτωχική...
Πραγματικά προβλήματα. Μα είσαι σοβαρός; Η Ιθάκη δεν σε πρόδωσε, η Ιθάκη σ’ έδωσε το ωραίο ταξίδι! Χωρίς αυτήν δεν θα ‘χες βγει στον δρόμο. Και μεταξύ μας τώρα... δεν έχεις καταλάβει ακόμα Ιθάκες τι σημαίνουν;

Φίλε μου, πιστεύω ότι σε κάποια στιγμή πρέπει να ξεπεράσεις την αγάπη σου για τα μαθηματικά και να ενηλικιωθείς. Να κοιτάξεις κατάματα το γεγονός ότι 1) δεν είσαι ευτυχισμένος 2) και, κατά πάσα πιθανότητα, δεν πρόκειται να γίνεις όπως προδιαγράφεται το μέλλον που επιλέγεις να χτίσεις διότι 3) αυτή η καταφυγή σου στα μαθηματικά είναι κάτι που σχετίζεται με τη μη-ευτυχία της γενικότερης ζωής σου. Ξέρεις για ποιο πράγμα μιλάω. Καλός μαθητής στο σχολείο, τώρα και καλός φοιτητής, θέλεις να γίνεις και καλός πανεπιστημιακός: καταφεύγεις σε τεχνητούς, καρτουνίστικους, διαχειρίσιμους κόσμους προκειμένου να κρυφτείς από την πραγματικότητα, η οποία είναι χαοτική, άναρχη και ασύγκριτα πιο ενδιαφέρουσα. Η επιδεξιότητα στα προβλήματα των Μαθηματικών δεν θα σε βοηθήσει στα πραγματικά προβλήματα της πραγματικής ζωής (μη σου πω, ακόμα και θα σε δυσκολέψει). Δεν είναι κάτι κακό όλα αυτά, είναι απλά μια εφηβεία. Και το ζητούμενο, όπως με όλες τις εφηβείες της ζωής, είναι σε κάποια στιγμή να την ξεπεράσεις.

Όσο για το βιβλίο Ανάλυσης που με ρώτησες, μπορείς να ξεκινήσεις από αυτό του Νεγρεπόντη.

Πολύ φιλικά,
Ένας παλιός μαθηματικός

Ό,τι Λάμπει Είναι Χρυσός

«Όπως μαθαίνουμε τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου όταν τον σταυρώσουμε, έτσι ακριβώς και η φύση μάς αποκαλύπτει τον εαυτό της πιο καθαρά κατά τις στιγμές που η τέχνη του πειραματιστή την δοκιμάζει και την ταράζει», έγραφε ο Sir Francis Bacon (1561 – 1621) στο De Dignitate Et Augmentis Scientiarum για να υπερασπιστεί την πειραματική μέθοδο στην επιστήμη. Δεν ήταν σχήμα λόγου, ο Sir Francis ήξερε καλά από ανακριτικά βασανιστήρια, τα οποία ήταν μέρος του Ρωμαϊκού Δικαίου στη Βρετανία της εποχής του (βλέπε και τον περίφημο χαρακτηρισμό του για το επιστημονικό πείραμα ως «η υποβολή της φύσης σε Ιερά Εξέταση» – the Inquisition of nature). Ευτυχώς που σήμερα τα έχουμε ξεπεράσει αυτά και τα βασανιστήρια ως μέθοδος ανάκρισης, σωφρονισμού, πειθαρχίας, εκφοβισμού ή σαδιστικής ευχαρίστησης έχουν απορριφθεί στον πολιτισμένο κόσμο. Σήμερα τα εξορίζει από το ποινικό δίκαιο η Σύμβαση του ΟΗΕ Ενάντια στα Βασανιστήρια (1984, έχει υπογραφεί από 82 χώρες) και το Άρθρο 5 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (1948). Μπορεί μεν να σημειώνονται σποραδικές οπισθοδρομήσεις ακόμα και στις πιο σύγχρονες χώρες, όμως τουλάχιστον έχει συντελεστεί μια σημαντική πρόοδος στη Δύση: έχει γίνει συνείδηση στον πολύ κόσμο ότι τα βασανιστήρια ανήκουν σε άλλες εποχές, είναι απαράδεκτη πρακτική, τελεία και παύλα!

Έχει γίνει πράγματι συνείδηση;...

Πολύ αμφιβάλλω. Μια πιο δυσάρεστη άποψη είναι ότι αυτό με το οποίο ενοχλούμαστε εμείς οι δυτικοί είναι όχι ακριβώς τα ίδια τα βασανιστήρια αλλά η δημόσια ομολογία τους. Οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι, Αμερικάνοι, Αυστραλοί, Καναδοί δεν έχουν αλλάξει από τους Βρετανούς στον καιρό του Sir Francis, συνεχίζουν να αποδέχονται και να δικαιολογούν τα βασανιστήρια – ακόμα και να τα ζητάνε – αρκεί αυτά να κρύβονται κάτω από το χαλί και να μη φαίνονται. «Προόδευσαν» μόνο μέχρι το σημείο να απαιτούν μια όμορφη βιτρίνα ώστε να έχουν πάτημα για να εθελοτυφλούν, να μη σκαλίζουν ιδιαίτερα τις δυσάρεστες ενδείξεις ότι κάτι άσχημο κρύβεται από πίσω. Οπότε λοιπόν και πάντα ως προς τα βασανιστήρια, ο «προοδευμένος» δυτικός πολιτισμός είναι, στην πραγματικότητα, η τέχνη του Photoshop, του ωραίου περιτυλίγματος: ό,τι λάμπει δεν μπορεί παρά να είναι χρυσός.

Δεν θα ήταν πολύ κολακευτικό κάτι τέτοιο για το ηθικό αισθητήριο των σύγχρονων Δυτικών ούτε για την ευφυΐα τους...

Τελικά όμως έχει ή δεν έχει συντελεστεί πρόοδος στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες ως προς την πρακτική των βασανιστηρίων; Τα άφησαν για τα καλά πίσω τους ή έμαθαν απλώς να χρυσώνουν το χάπι; Έχω λόγους να πιστεύω το δεύτερο κι εδώ θα συζητήσω δύο από αυτούς:


Οι Ρινόκεροι του Ιονέσκο
Τον Μάιο του 2007 βγήκαν στο φως δύο απόρρητα υπομνήματα της κυβέρνησης Μπους («τα υπομνήματα των βασανιστηρίων») προς την CIA τα οποία νομιμοποιούσαν ανακριτικά βασανιστήρια (ξύλο, εικονικός πνιγμός, κράτηση σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες κ.α.) στους υπόπτους για τρομοκρατία. Τα βασανιστήρια αυτά ονομάστηκαν «επαυξημένες ανακριτικές τεχνικές», enhanced interrogation techniques (είναι κομμάτι κι αυτό της όμορφης βιτρίνας να κρύβεται η κακιά λέξη «βασανιστήρια» πίσω από τεχνικοφανείς όρους). Γνωστά όλα αυτά κι εδώ δεν μ’ ενδιαφέρει τόσο ο Μπους όσο η δικαιολογία που έδωσε γι’ αυτά τα υπομνήματα (σε συνέντευξη Τύπου στο Οβάλ Γραφείο, 9/5/2007).

– «Οι Αμερικάνοι περιμένουν από την κυβέρνηση να τους προστατέψει από επόμενα τρομοκρατικά χτυπήματα. Κι αυτό ακριβώς κάνουμε. Αυτή είναι η δουλειά μας».

Ο Μπους έριξε το μπαλάκι στον κόσμο. Πιστεύω λοιπόν ότι εδώ είχε το δίκιο του. Δηλαδή, το αμερικάνικο κοινό, ένα μεγάλο μέρος του, πράγματι αυτό ακριβώς ήθελε από την κυβέρνησή του: ενοχλήθηκε περισσότερο που βγήκαν στο φως τα υπομνήματα των βασανιστηρίων παρά που η κυβέρνησή τους επιδόθηκε σε βασανιστήρια.

Ενδείξεις γι’ αυτό δίνει η έρευνα του Ινστιτούτου Gallup το 2009. Το Ινστιτούτο ξεκίνησε να ρωτάει τους Αμερικάνους για τη στάση τους απέναντι στα βασανιστήρια αμέσως μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους. Μέχρι το 2005, πάνω από το 50% των απαντήσεων δεν άφηναν περιθώριο για δικαιολόγηση βασανιστηρίων. Ακόμα και το 2006, μια οριακή πλειοψηφία Αμερικάνων ήθελε τις ανακριτικές δραστηριότητες της CIA να είναι πάντα στα πλαίσια της Συνθήκης της Γενεύης (θυμίζω, ήταν η εποχή που βγήκε στο φως η είδηση για τις μυστικές φυλακές της CIA σε Αφγανιστάν, Ταϊλάνδη και χώρες της Ευρώπης). Όλα αυτά τα χρόνια και μέχρι το 2006, σημειωνόταν πάντα σε κάτι λιγότερο από 40% το ποσοστό των προσχηματικών που δικαιολογούσαν τα βασανιστήρια με κάποιον τρόπο. Από εκεί και μετά όμως κάτι άρχισε να αλλάζει στην αμερικάνικη κοινή γνώμη, ακόμα και με τον Ομπάμα πρόεδρο.

To 2009, τα ποσοστά είχαν πλέον αντιστραφεί και η πλειοψηφία των Αμερικάνων έφτασε να δικαιολογεί ανακριτικά βασανιστήρια στα πλαίσια του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία»• έφτασε επίσης να εξοργίζεται που το Κονγκρέσο ερευνούσε τα βασανιστήρια στα οποία επιδόθηκε η CIA και η κυβέρνηση Μπους. Δηλαδή, σημειώθηκε μια μεταστροφή της αμερικάνικης κοινής γνώμης (με διαφορά φάσης 6 – 7 χρόνων από το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους), από το: «όχι βασανιστήρια, τελεία και παύλα!» στο: «είναι αναγκαίο κακό για την απόκτηση πολύτιμων πληροφοριών, εξαιρετικό μέτρο σε μια εξαιρετική περίσταση και, στο φινάλε, ας μην τα πολυσκαλίζουμε».

Αυτή τη μεταστροφή της αμερικάνικης κοινής γνώμης τη βρήκαν επίσης ανεξάρτητα και οι έρευνες του Pew Research Center. Αυτές την τοποθετούν κάπου στις αρχές του 2007: τότε ήταν που άρχισε να μειώνεται στις ΗΠΑ το ποσοστό των όχι-βασανιστήρια-τελεία-και-παύλα! και να αυξάνεται το ποσοστό των τα-βασανιστήρια-ενίοτε-δικαιολογούνται-και-στο-φινάλε-ας-μην-τα-πολυσκαλίζουμε...

Αυτή την απόφαση για συλλογική μυωπία τη βρήκε επίσης ανεξάρτητα και η δημοσκόπηση του CNN το 2009: κάπου 60% των Αμερικάνων θεωρούσε ότι ορισμένες από τις ανακριτικές πρακτικές της CIA στον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία» ήταν κανονικά βασανιστήρια, παρόλα αυτά περίπου το 50% τις ενέκρινε ενώ κοντά 66% των Αμερικάνων δεν ήθελε να διερευνηθούν οι υποθέσεις του στρατιωτικού & υπηρεσιακού προσωπικού που κατηγορείτο για «επαυξημένες ανακριτικές τεχνικές». Είναι μεν βασανιστήρια, όμως είναι αναγκαίο κακό και, στο φινάλε, ας μην τα πολυσκαλίζουμε.

Επιπλέον και πιο πρόσφατες ενδείξεις ότι το αμερικάνικο κοινό έφτασε να αποδέχεται τα βασανιστήρια δίνει και η δημοσκόπηση οργανωμένη από την Amy Zegart, καθηγήτρια του Stanford, το 2012.

Δημοσκόπηση 2007: Το 27% των Αμερικάνων δήλωσε ότι πρέπει να υποβληθούν σε βασανιστήρια οι κρατούμενοι του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία», ενώ το 53% ήταν αντίθετο. Το 2012, τα παραπάνω ποσοστά βρέθηκαν 41% και 34% αντίστοιχα.

Δημοσκόπηση 2005: Το 18% των Αμερικάνων δεν ενοχλείτο αν οι κρατούμενοι του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία» αλυσοδένονταν γυμνοί σε παγωμένα δωμάτια, ενώ το 79% διαφωνούσε. Το 2012, τα παραπάνω ποσοστά βρέθηκαν 30% και 51%.

Δημοσκόπηση 2005: Το 16% των Αμερικάνων ενέκρινε την πρακτική του εικονικού πνιγμού (waterboarding) και το 82% την απέρριπτε. Το 2012, τα ποσοστά αυτά έγιναν 25% και 55%.

Εκτός όμως από δημοσκοπήσεις, υπάρχουν και επιπλέον ενδείξεις ότι το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους έκανε συλλογικά τους Αμερικάνους πιο σαδιστές:

– «Πριν την 11η Σεπτεμβρίου, πάντα τα βασανιστήρια παρουσιάζονταν στην TV και στον κινηματογράφο ως κάτι που έκαναν οι κακοί. Αυτό δεν συμβαίνει πλέον», παρατηρούσε η Amy Zegart το 2012 στο παραπάνω άρθρο της. Φαίνεται ότι πολλοί Αμερικάνοι άρχισαν να δικαιολογούν σαδιστικές αντιδράσεις με διάφορα προσχήματα (π.χ. πρέπει να σαπίσεις στο ξύλο τον κακό για να τα ξεράσει όλα), οπότε άρχισε να γίνεται ευπρόσδεκτη και η σινεματική απεικόνιση του σαδισμού από την πλευρά των καλών και των ηρώων.

– Μια επιπλέον ένδειξη ήταν ότι πολλά μεγάλα αμερικάνικα ΜΜΕ προσπαθούσαν συστηματικά και επί χρόνια να αποφύγουν τη βαριά λέξη «βασανιστήρια» (torture), όπως διαβάζω στις πηγές της Wikipedia εδώ. Αυτή ήταν τακτική της διακυβέρνησης Μπους ώστε να δικαιολογήσει τις πρακτικές του στρατού και των υπηρεσιών πληροφοριών κατά τον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία»: να μιλάει π.χ. για «κακοποιήσεις» (abuses) και να ισχυρίζεται ότι αυτές δεν ήταν «βασανιστήρια», ήταν κάτι άλλο. Η υιοθέτησή της όμως και από μεγάλα ΜΜΕ υποδεικνύει μια μπουσοποίηση, ραμσφελντοποίηση της αμερικάνικης κοινής γνώμης.

– Πάνω σ’ αυτό, ο John Gray παρατηρούσε το 2008: «Τώρα υπάρχει πολύς κόσμος [στις ΗΠΑ], τόσο συντηρητικοί όσο και φιλελεύθεροι (liberals), που λέει για τα βασανιστήρια: είναι ένα περίπλοκο ηθικό θέμα. Όμως μέχρι πρόσφατα δεν ήταν περίπλοκο. Δεν έλεγαν το ίδιο πέντε ή δέκα χρόνια πριν».

– Ακόμα μια ένδειξη: όταν βγήκανε στο φως τα βασανιστήρια στη φυλακή Abu Ghraib (μαζί με ενδείξεις ότι τέτοιες πρακτικές ήταν συστηματικές από τον αμερικάνικο στρατό στο Ιράκ) ο Rush Limbaugh στη δημοφιλέστατη ραδιοφωνική εκπομπή του παρατήρησε ότι γίνεται πολύ κακό για το τίποτα. Στο κάτω-κάτω, είπε, παρόμοιες πρακτικές βίας και σεξουαλικού εξευτελισμού συμβαίνουν συνεχώς στις ΗΠΑ σε πολλές κολεγιακές αδελφότητες, σε αθλητικές ομάδες και στους νεοφερμένους μαθητές σε κάποιο Γυμνάσιο (από άρθρο της Susan Sontag στους New York Times). Δεν μπορώ να ξέρω πόσους εκφράζουν οι στάσεις του Rush Limbaugh, σίγουρα πάντως ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό Αμερικανών. Δηλαδή, ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό Αμερικανών επέλεξε να μη φτάσει στο συμπέρασμα ότι η αμερικάνικη κοινωνία είναι ήδη αρκετά συμβιβασμένη με την ιδέα της άσκησης βίας σε κάποιον ανυπεράπιστο, δεν εξοργίζεται και πολύ με τη σκέψη της, οπότε θέλησε να μη δει και κάτι αξιοσημείωτο στους βασανισμούς του Abu Ghraib.

Μια λεπτομέρεια: η S. Sontag παρατηρεί στο παραπάνω άρθρο της ότι οι δεσμοφύλακες στο Abu Ghraib πόζαραν καμαρωτοί ανάμεσα στους εξευτελιζόμενους κρατούμενους• για σύγκριση, είναι εξαιρετικά σπάνιες οι φωτογραφίες από θηριωδίες των Ναζί στον Β’ ΠΠ όπου οι βασανιστές πόζαραν ανάμεσα στα θύματά τους.

Από όλα τα παραπάνω λοιπόν φτάνω στο συμπέρασμα ότι στο ευρύ κοινό των ΗΠΑ... δεν είναι και πολύ χωνεμένο ότι τα βασανιστήρια αποτελούν απαράδεκτο μέσο ανάκρισης και σωφρονισμού. Αντιθέτως, κάπου 6 – 7 χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, πολύς κόσμος άρχισε να μεταμορφώνεται σε ρινόκερους του Ιονέσκο και να δικαιολογεί τα βασανιστήρια με διάφορες προφάσεις – άμα το κάνει κι αυτό. Διότι αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι τις περισσότερες φορές απλά εξορίζει από τη σκέψη του τους πραγματικούς βασανισμούς και απολαμβάνει τους σινεματικούς στην TV και στις ταινίες, όπου ο καλός αμερικάνος ήρωας πρέπει να σαπίσει στο ξύλο τον κακό προκειμένου αυτός να τα ξεράσει όλα. Φοβάμαι λοιπόν ότι είχε το δίκιο του ο Μπους όταν έλεγε ότι οι Αμερικάνοι «αυτό περιμένουν από μας».


Η Αυτοραβδιζόμενη Χώρα
Μέσα στη γενική φτώχεια της Ασίας υπάρχει ένα μικρό κράτος που ξεχωρίζει για την ανάπτυξή του: και ο Θεός έπλασε τη Σιγκαπούρη. Ή μάλλον ο Λι Κουαν Γιου, ο ιδρυτικός της δικτάτορας. Αμέτρητοι οι ύμνοι στον εγχώριο και διεθνή Τύπο για τη χώρα που αυτός δημιούργησε, «πρότυπο» και «υπόδειγμα» και «η πρώην αποικία που ξεπέρασε τη μητρόπολη» και άλλα σχετικά. Με μια πρόχειρη ματιά στο ελληνικό ίντερνετ βρίσκω εδώ έναν ύμνο–διαφήμιση της Καθημερινής προς τη Singapore Airlines όπου χαρακτηρίζει τη χώρα «θαύμα», «σύγχρονη», «συναρπαστική», ενώ μεθά με την «πρόοδο» και την «εντυπωσιακή της ανάπτυξη». Εδώ βρίσκω έναν άλλο ύμνο για τη «σύγχρονη» πόλη-κράτος από μια ταξιδιωτική ιστοσελίδα. Βρίσκω κι εδώ την Καθημερινή να αναπαράγει τη χουντική προπαγάνδα ενός κορυφαίου διπλωμάτη της χώρας για το πόσο αξιοκρατική και ανταγωνιστική είναι η Σιγκαπούρη, ενώ επιπλήττει τους στενόμυαλους που ασκούν κριτική για ασήμαντες λεπτομέρειες όπως το έλλειμμα δημοκρατίας της, οι περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης και του συνέρχεσθαι.

Σε προσωπικό επίπεδο, θα έλεγα επίσης ότι παρόμοια έχω ακούσει και από πολλούς που επισκέφτηκαν τη Σιγκαπούρη για τουρισμό, σπουδές, συνέδρια ή δουλειές: ύμνους και επαίνους.

Πολλά μπορεί να παρατηρήσει κανείς για την πόλη-κράτος του Λι Κουαν Γιου όμως εδώ το θέμα μου είναι το εξής: η Σιγκαπούρη είναι μια χώρα στην οποία τα βασανιστήρια, συγκεκριμένα ο ραβδισμός, χρησιμοποιούνται θεσμικά. Δικαιικά (μια άλλη τέτοια χώρα είναι η Μαλαισία). Τιμωρούνται με ραβδισμό οι άντρες κάτω των 50 που θα καταδικαστούν για μια ευρεία σειρά αδικημάτων, ακόμα και για κατοχή ναρκωτικών ή για ένα σύνθημα που έγραψαν στον τοίχο, οι ξένοι εργάτες που θα παραμείνουν στη χώρα με ληγμένη βίζα (ακόμα και οι ντόπιοι που σχετίζονται με ξένους εργάτες με ληγμένη βίζα). Μπορείτε να δείτε ένα βίντεο πραγματικού σιγκαπούρειου ραβδισμού εδώ – προσοχή όμως πριν το παρακολουθήσετε, ρωτήστε πρώτα το στομάχι σας αν το σηκώνει. Ο ραβδισμός επίσης χρησιμοποιείται ευρέως στις φυλακές για σωφρονισμό των κρατουμένων, στα αναμορφωτήρια, στις ένοπλες δυνάμεις και στα σχολεία της χώρας – συνήθως μάλιστα ενώπιον της τάξης. Και καθότι το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο, είναι νόμιμο και επιτρεπτό στους γονείς να ραβδίζουν τα παιδιά τους. Μπορούν ακόμα και να αγοράσουν ειδικά σετ πλαστικοποιημένων καλαμιών, οι πωλήσεις των οποίων τυπικά εκτινάσσονται όταν πλησιάζουν οι περίοδοι εξετάσεων. Η Διεθνής Αμνηστεία και το Human Rights Watch καταγγέλουν κάθε χρόνο τη σιγκαπούρεια αυτή πρακτική του έννομου ραβδισμού (μαζί με άλλα της Σιγκαπούρης).

Για να μην τα ρίχνουμε όλα στους Ασιάτες, να προσθέσουμε ότι η Σιγκαπούρη και η Μαλαισία μάθανε τον ραβδισμό από τους Βρετανούς επικυρίαρχούς τους όταν ακόμα ήταν αποικίες.

Ούτε αυτό όμως είναι το θέμα μου. Εδώ με απασχολεί πόσο μυωπικοί είναι οι δυτικοί υμνητές της χώρας. Μοιάζει ότι όλοι ξεχνάνε, κατά το παίνεμα της Σιγκαπούρης, ότι μιλάμε για μια χώρα με θεσμικά βασανιστήρια. Μιλάμε για μια άρρωστη χώρα με άρρωστους ανθρώπους που έχουν υιοθετήσει μαζικά τη λογική του ξύλου που βγήκε απ’ τον Παράδεισο, την εφαρμόζουν συστηματικά σ’ αυτούς που αντιλαμβάνονται ως «κακούς» ή «ανυπότακτους», αλλά και στα ίδια τα παιδιά τους. Η αυτοραβδιζόμενη χώρα. Καμιά απορία μετά που οι κάτοικοί της δεν φημίζονται για την ευφυΐα τους, μάλλον το αντίθετο... Δεν ξέρω πώς το έχετε βρει εσείς με Σιγκαπούρειους που τυχόν συναντήσατε, όμως εγώ συμφωνώ με τον Wozniak της Apple ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν δείχνουν να διακρίνονται για τη δημιουργικότητα και την πρωτοτυπία της σκέψης τους... (κι αυτό επίσης: «Ρώτα έναν Σιγκαπούρειο ποιο είναι το πάθος του στη ζωή. Θα σε κοιτάξει με βλέμμα απλανές. Αν δεν τους έχει υπαγορευθεί κάτι, δεν ξέρουν τι να απαντήσουν»).



Όμως ο μέσος τουρίστας, επιχειρηματίας, επενδυτής, επισκέπτης, υμνητής της «πόλης-θαύματος» δεν ενοχλείται και πολύ που η «προοδευμένη» και «σύγχρονη» Σιγκαπούρη λειτουργεί θεσμικά με το σύστημα του ξύλου που βγήκε απ’ τον Παράδεισο. Δηλαδή, αμφιβάλλω ακόμα κι αν το θυμάται! Σίγουρα κάτι θα έχει ακούσει, κάπου, κάποτε, όμως επέλεξε να το βγάλει από το μυαλό του και να επικεντρωθεί σε άλλα πράγματα. Αφήστε κατά μέρος τους αλληλοραβδιζόμενους Σιγκαπούρειους: το θέμα μου είναι ότι εμείς οι Δυτικοί δεν δείχνει να έχουμε και πολύ οξυμένα αντανακλαστικά απέναντι στα βασανιστήρια, δεν μας εξοργίζουν βαθιά και τα απορρίπτουμε κάθετα. Όχι. Αντιθέτως, αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι απωθούμε τα δυσάρεστα θέματα στο βάθος του μυαλού μας, δεν τα σκαλίζουμε πολύ, αρκεί να μας παρουσιάζεται μια γυαλιστερή βιτρίνα σαν τους ουρανοξύστες της Σιγκαπούρης: ό,τι λάμπει δεν μπορεί παρά να είναι χρυσός.

Ο Αρτέμης Μάτσας είχε πει σε μια παλιά συνέντευξη ότι το ‘60 έφαγε ξύλο στον δρόμο από κάποιους τύπους που τον είδαν και τον αναγνώρισαν: «Νάτο, αυτό είναι το κάθαρμα που πρόδωσε το παλικάρι μας στους Γερμανούς!». Όμως κι εμείς δεν είμαστε λιγότερο αφελείς από εκείνους τους τύπους. Αυτούς τους ξεγέλασαν μερικές κινηματογραφικές εικόνες κι ένας καλός ηθοποιός, εμάς μας ξεγελάνε οι ωραίες βιτρίνες της «ανάπτυξης» και της «προόδου» και του «πολιτισμού». Είναι μεγάλη η παραπλανητική δύναμη της εικόνας. Ο σινεματικός Αρτέμης Μάτσας δεν είναι ο πραγματικός Αρτέμης Μάτσας, ούτε ό,τι λάμπει είναι χρυσός.


Στο Δια Ταύτα:
Στην παλιά ευρωπαϊκή αριστοκρατία, π.χ. στη γαλλική του 17ου αιώνα που επηρεάστηκε από την Ιταλική Αναγέννηση, υπήρχε το πρότυπο του l'honnête home, του τίμιου ανθρώπου ο οποίος, ανάμεσα στα άλλα, δεν ασκεί ασύμμετρη βία: δεν τα βάζει με ηλικιωμένους, παιδιά, γυναίκες και εμφανώς πιο αδύναμους αντιπάλους, σταματά τις εχθροπραξίες αν ο αντίπαλος εξουδετερωθεί ή παραδοθεί, δεν ξεσπάει πάνω στον αιχμαλωτισμένο αντίπαλο κ.λπ. Υπήρχε η ιδέα ότι είναι άρρωστο να ασκείς βία εκ του ασφαλούς• ότι η άσκηση βίας μπορεί να είναι τιμητική μόνο όταν ρισκάρεις (π.χ. βάζοντάς τα με αντιπάλους στα μέτρα σου). Ο βασανισμός όμως είναι το ακριβώς αντίθετο του l'honnête home: μια βαθιά ηθική ατιμία που τραυματίζει εκατέρωθεν. Από την πλευρά του θύματος, ο κανόνας είναι ότι τα βασανιστήρια αφήνουν πληγές που δεν γιατρεύονται ποτέ. Ακόμα κι από την αντίθετη πλευρά όμως τα βασανιστήρια συνηθίζουν να παίρνουν την εκδίκησή τους μακροπρόθεσμα. Στο βιβλίο του Pay Any Price (2014) o δημοσιογράφος James Risen περιγράφει τους αμερικάνους βασανιστές στο Ιράκ ως «σοκαρισμένους ανθρώπους που έχασαν την ανθρωπιά τους. Είναι γεμάτοι ντροπή και ενοχές ... κουβαλάνε ένα ηθικό τραύμα». Μιλάει επίσης γι’ αυτούς κι ο δημοσιογράφος Joshua Phillips στο None of Us Were Like This Before (2010), και λέει πως όταν οι βασανιστές απομακρύνονταν από τις πολεμικές συνθήκες και την εξιλέωση που καλλιεργούσε η συντροφικότητα του τάγματός τους, βίωναν σφοδρές τύψεις και πολλοί από αυτούς το έριχναν στο ποτό, στα ναρκωτικά ή ακόμα και αυτοκτονούσαν. Υπάρχει, πράγματι, κάτι πολύ άρρωστο στο να ασκείς βία εκ του ασφαλούς σε ανθρώπους που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ή να διαφύγουν. Και ως προς αυτό, δεν πείθομαι καθόλου ότι η σύγχρονη Δύση έχει προοδεύσει ηθικά...

Τουλάχιστον σε άλλες εποχές η πρακτική των βασανιστηρίων ήταν ομολογούμενη και ορατή. Οι σημερινοί δυτικοί όμως κατακτήσαμε πρωτόγνωρα επίπεδα συλλογικής εθελοτυφλίας. Εφόσον εντυπωσιαστήκαμε από το ταξίδι μας στη Σιγκαπούρη, δεν μπορεί παρά να πρόκειται για μια επαινετή χώρα• εφόσον οι πηγές της κυβέρνησης καθησυχάζουν, δεν ανησυχούμε ότι θα μας κοπεί η όρεξη έτσι και βλέπαμε τι κρύβεται πίσω από τους ευφημισμούς στις διατυπώσεις (δεν χρειάζεται καν να το σκαλίζουμε πολύ)• εφόσον υπογράψαμε την Οικουμενική Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε συλλογικό επίπεδο αποβάλλαμε οριστικά τις σαδιστικές τάσεις. Αυτό πια είναι κάτι περισσότερο από εθελοτυφλία, το λες και ειδωλολατρεία: εφόσον λάμπει, δεν μπορεί παρά να είναι χρυσός.

(Παρένθεση: αλήθεια, πώς έχουμε αυτήν την εικόνα της πολιτισμένης Δύσης που, στον 20ο αιώνα, έφτασε να περιορίσει τα βασανιστήρια; Συστηματικά στοιχεία είναι αδύνατο να βρεθούνε σε ένα τόσο λεπτό θέμα, όμως στο The Fall and Rise of Torture (2007) του C. Einolf διαβάζω ότι δύο ιστορικοί εκτιμάνε πως ο χρυσός αιώνας ήταν ο 19ος και όχι ο 20ος, στην Ευρώπη τουλάχιστον. Ότι η πρακτική των συστηματικών βασανιστηρίων ξαναγύρισε στον 20ο αιώνα, εκεί που 100 χρόνια πριν είχε πράγματι περιοριστεί).

Το καλύτερο που μπορώ να πω για τη Δύση ως προς τη στάση της στα βασανιστήρια είναι ότι προστατεύει αρκετά καλά τους πολίτες Α’ κατηγορίας της – δηλαδή, ένας Ευρωπαίος ή Αμερικάνος που γίνεται αντιληπτός ως μέλος του μέινστριμ έχει μικρή πιθανότητα να βασανιστεί σε κυβερνητικές ή κατασταλτικές υπηρεσίες. Αυτό ναι, μπορώ να το πω. Κάτι όμως που δεν καθιστά διαφορετική τη σύγχρονη Δύση από, λίγο πολύ... όλα τα κράτη της ιστορίας. Από την άλλη, η Δύση σε καμία περίπτωση δεν είναι τόσο αβρή στους πολίτες Β’ κατηγορίας ή στους μη-πολίτες της (τσιγγάνους, μειονότητες, μετανάστες, άστεγους, φτωχούς, ναρκομανείς κ.α.), και καθόλου μα καθόλου αβρή απέναντι στους πληθυσμούς του Τρίτου Κόσμου στους οποίους επιδιώκει να επιβάλει (με το ζόρι) το «ανάπτυξη», το «πολιτισμός», το «πρόοδος» και το «ελευθερία». Διάβασα στου Σαραντάκου ένα ποίημα του Λαπαθιώτη από το 1916 που ξεκινάει με τον στίχο: Γαλλία, Γαλλία, χαρά της οικουμένης. Όμως τα αμέτρητα εκατομμύρια ντόπιων στη γαλλική Ινδοκίνα, την Αλγερία, τη Μαδαγασκάρη, τη Σενεγάλη, τη Λιβερία, τον Νίγηρα και αλλού που ακρωτηριάστηκαν, ευνουχίστηκαν, μαστιγώθηκαν, δάρθηκαν, βιάστηκαν, παλουκώθηκαν, ξεδοντιάστηκαν από τους Γάλλους, που υπέστησαν από τους Γάλλους ηλεκτροσόκ, εικονικές εκτελέσεις, παρατεταμένη στέρηση ύπνου, φαγητού και νερού, καταναγκαστικές πλύσεις στομάχου, βιασμούς με φίδια, χέλια και τρωκτικά, κράτηση μέσα σε ψυγεία, καταναγκαστική κοπροφαγία, φάλαγγα, βγάλσιμο νυχιών, παρατεταμένη απομόνωση... σίγουρα δεν έβρισκαν τη Γαλλία και τόσο χαρά της οικουμένης. Την ίδια χρονιά που ο Λαπαθιώτης έγραφε το ποιήμα του, η Γαλλία-χαρά-της-οικουμένης στην Άνω Σενεγάλη μαστίγωνε δημοσίως όποιον τολμούσε να της σηκώσει κεφάλι, ενώ στην Ινδοκίνα βασάνιζε συστηματικά όποιον διέδιδε αντιαποικιοκρατικές ιδέες. Θα έλεγα ότι καμία χώρα δεν έχει προκαλέσει τόσο πόνο στην οικουμένη όσο η Γαλλία-χαρά-της-οικουμένης (καθώς και η Βρετανία-χαρά-της-οικουμένης). Κατά τη γνώμη μου, το μόνο που αποδεικνύουν όλες αυτές οι καλόπιστες πεποιθήσεις περί σύγχρονης δυτικής προόδου είναι πόσο πολύ ταυτίζονται αυτοί που τις διατυπώνουν με το δυτικό μέινστριμ, τους πολίτες Α’ κατηγορίας σε Ευρώπη, ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία• και πόσο πολύ αποτυγχάνουν να δουν αυτό που συχνά βλέπουν οι πολίτες Β’ κατηγορίας και οι μη-πολίτες εκεί, το κρυμμένο δωμάτιο πίσω από την όμορφη βιτρίνα.

Ας μη μιλήσω για τους πληθυσμούς του Τρίτου Κόσμου που βιώνουν την ευλογία να έρχεται η Δύση ακάλεστη στις περιοχές τους... Τα μέρη του πλανήτη εκτός Ευρώπης που έχουν δεύτερη ή πρώτη γλώσσα τα γαλλικά, τα αγγλικά, τα ισπανικά, τα πορτογαλικά και τα ολλανδικά, πλήρωσαν με ποτάμια αίματος αυτά τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών.

Bρισκόμαστε πλέον στον 21ο αιώνα και η Δύση αρνείται ακόμα να δεχτεί ότι δεν έχει όλες τις απαντήσεις. Όλο και περισσότερο βρίσκεται αντιμέτωπη με διάφορα αδιέξοδα, καθώς και με πρωτόγνωρες προκλήσεις. Θα δούμε όλοι στο μέλλον πώς θα ανταποκριθεί συλλογικά η Δύση σ' αυτές. Σε ό,τι έχει να κάνει με ανακριτικά, σαδιστικά κ.λπ. βασανιστήρια και πάνω στο σκεπτικό που ανέπτυξα παραπάνω, η δική μου επισήμανση είναι πόσο εύκολα πολιτισμένοι και καλλιεργημένοι άνθρωποι μεταμορφώνονται σε ρινόκερους του Ιονέσκο. Γρήγορα ξεχνάνε τα ανθρώπινα δικαιώματα, το «όχι βασανιστήρια, τελεία και παύλα!» χάνει την απολυτότητά του και γίνεται «ένα πολύπλοκο ηθικό θέμα», αρκεί να διαταραχθεί το αίσθημα ασφάλειας του κόσμου, όπως στην αμερικάνικη κοινωνία μετά την 11η Σεπτεμβρίου ή τώρα στην Ευρώπη, μετά το πρόσφατο χτύπημα στο Παρίσι. Ή αρκεί η χώρα να προσπορίζεται σημαντικά οικονομικά οφέλη από την καταδυνάστευση ενός πληθυσμού, όπως συνέβαινε στην ευρωπαϊκή ήπειρο από την εκμετάλλευση των αποικιών, όπου είχε καθιερωθεί η νομιμοποιητική αφήγηση των οπισθοδρομικών ντόπιων που εκσυγχρονίζονται (με το ζόρι) από τους πολιτισμένους Ευρωπαίους. Ή αρκεί να θιχτεί η πεποίθηση ευμάρειας της δυτικής μεσαίας τάξης και να νιώσει ότι αυτή απειλείται από κάποιους «οπισθοδρομικούς».

Οι ωραίες βιτρίνες δεν είναι πρόβλημα, κάτι θα βρεθεί ώστε να δώσει την απαραίτητη πρόφαση στον πολύ κόσμο για συλλογική εθελοτυφλία. Ποτέ η Δύση δεν είχε πρόβλημα σε κάτι τέτοιες λεπτομέρειες. Εξάλλου...

... ό,τι λάμπει δεν μπορεί παρά να είναι χρυσός.

Τα Κόμματα Και Τα Μαχαίρια

Αφορμή αυτού του κειμένου ήταν μια ιντερνετική συζήτηση για τα αριστερά / επαναστατικά κόμματα, τη χρησιμότητα και τους περιορισμούς τους. Μια άποψη που διατυπώθηκε ήταν ότι τα κόμματα αυτά είναι εργαλεία, όπως το μαχαίρι που μπορείς να το χρησιμοποιήσεις για να κόψεις ψωμί ή λαιμούς. Τα κορμιά και τα μαχαίρια, έλεγε το τραγούδι της Αρβανιτάκη, αν βρεθούν σε λάθος χέρια, κάποιος χαλασμός θα γίνει και ποιος φέρει την ευθύνη. Το ίδιο και τα κόμματα: είναι οργανώσεις για την προώθηση κάποιων ιδεωδών, που απλά μπορεί να βρεθούν σε λάθος χέρια και να εκτροχιαστούν από τους σκοπούς τους. Μια άλλη άποψη που διατυπώθηκε ήταν ότι τα πράγματα είναι πιο σύνθετα.

Εδώ θα υποστηρίξω το δεύτερο: ένα κόμμα δεν είναι εργαλείο «όπως το μαχαίρι». Στην πραγματική ζωή τα πράγματα είναι αρκετά πιο πολύπλοκα, τόσο στα κόμματα όσο και στα μαχαίρια. Για να ξεκινήσουμε, ούτε καν το ίδιο το μαχαίρι δεν είναι εργαλείο «όπως το μαχαίρι»:


Τα Μαχαίρια
Μπορεί να έχετε ακούσει τη γνωστή φράση της Σου Τσι: «Δεν είναι το ίδιο ένας άνθρωπος με όπλο στο χέρι κι ένας χωρίς όπλο. Αυτός ο δεύτερος προσπαθεί περισσότερο να χρησιμοποιήσει το μυαλό του, τη συμπόνοια του και την ευφυΐα του για να βρει λύση σε μια διένεξη». Δηλαδή όταν είσαι οπλισμένος, τείνεις να κολλάς ανυποχώρητα στη δική σου θέση. Δεν είναι καν ανάγκη να χρησιμοποιήσεις το όπλο: και μόνο που το φέρεις, αλλάζει όλη η στάση σου. Όταν όμως δεν είσαι οπλισμένος, τείνεις να καταβάλεις προσπάθεια να κατανοήσεις τον άλλον, την οπτική του γωνία, να τον πείσεις, να τον συγκινήσεις, να τον γοητεύσεις, να τον κάνεις να δει τη δική σου πλευρά... τέτοια πράγματα. Το όπλο είναι σαν την πρέζα: δεν είσαι ο ίδιος άνθρωπος πριν και μετά την κατοχή της.

Κάτι παρόμοιο επισημαίνει κι ο Evan Selinger: «Όταν κάποιος έχει όπλο, ο κόσμος όλος αλλάζει γι’ αυτόν ... είναι ευκολότερο να γίνει παράτολμος και θερμοκέφαλος». Δηλαδή, το αντίθετο από αυτό που λέει η Αρβανιτάκη (τα κορμιά και τα μαχαίρια, αν βρεθούν σε λάθος χέρια κ.λπ.): είναι το ίδιο το μαχαίρι που κάνει το χέρι πίσω του να γίνει λάθος.

Το ίδιο επισημαίνει και ο Jay Livingston. Κάτι πολύ σάπιο μοιάζει να υπάρχει στην αμερικάνικη κοινωνία... Αστυνόμοι σκοτώνουν πολίτες σε ποσοστά αδιανόητα για την Ευρώπη (αλλά και πολίτες σκοτώνουν αστυνόμους σε εξίσου αδιανόητα ποσοστά), μαθητές ανοίγουν πυρ στο σχολείο κι όποιον πάρει ο χάρος, τι στο καλό συμβαίνει; Είναι οι αμερικάνοι μαθητές, αστυνόμοι, πολίτες πιο ανισόρροποι από αυτούς της Ευρώπης; Είναι περισσότερες οι διαλυμένες οικογένειες, οι ακατάλληλοι γονείς, οι ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις; Μήπως είναι η βία που απεικονίζεται στην TV, σε ταινίες και σε βιντεοπαιχνίδια; Τίποτα από αυτά, λέει ο Jay Livingston: απλά στις ΗΠΑ κυκλοφορούν πολλά όπλα.
«Πιστεύω ότι αυτό που εξηγεί ένα μεγάλο μέρος της διαφοράς ΗΠΑ/Βρετανίας [στους θανάτους πολιτών από αστυνόμους και αστυνόμων από πολίτες] είναι τα όπλα. Οι περισσότεροι Βρετανοί αστυνόμοι δεν οπλοφορούν ... Όσο πιο πολλοί αστυνόμοι με όπλα, τόσο περισσότεροι θάνατοι. Αλλά και όσο περισσότεροι πολίτες με όπλα, τόσο περισσότεροι σκοτωμένοι αστυνομικοί. Χάρη στη βιομηχανία των όπλων και στα φερέφωνά της, οι Αμερικάνοι αστυνομικοί δουλεύουν σε ένα περιβάλλον πλούσιο σε όπλα» (από εδώ). 
Το ίδιο και για τα μακελειά στα σχολεία. Συνήθως την επομένη του μακελειού, ο αμερικάνικος Τύπος προσπαθεί να καταλάβει τι ήταν αυτό που έκανε έναν νορμάλ, κατά τεκμήριο, μαθητή να διαπράξει τέτοιο έγκλημα. Τελικά, αυτά που συνήθως ανακαλύπτει είναι τετριμμένα: κάποιος καυγάς με τους συμμαθητές ή τους γονείς του, μια συναισθηματική απογοήτευση, άντε κάποιο ρατσιστικό σχόλιο. Τα ίδια ακριβώς βάσανα που ταλανίζουν εκατομμύρια μαθητές σε όλον τον κόσμο όμως δεν καταλήγουν σε μακελειά. Δηλαδή, δε σημαίνει αναγκαστικά ότι οι ΗΠΑ έχουν περισσότερα ανισόρροπα παιδιά. Σημαίνει απλά ότι στις ΗΠΑ είναι πολύ πιο εύκολο για έναν μαθητή να βρει όπλο και να κάνει πρώτο θέμα στις ειδήσεις τα προβλήματά του – τα ίδια ακριβώς προβλήματα που μοιράζεται με αμέτρητους μαθητές σε όλον τον κόσμο. Δεν είναι ένα όπλο που βρέθηκε σε λάθος χέρια, είναι ότι το ίδιο το όπλο κάνει το χέρι πίσω του να γίνει λάθος:
«Η σημαντική διαφορά [των ΗΠΑ από την Ευρώπη] μοιάζει ότι είναι τα όπλα. Αυτός είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο ... Κι όταν η παρουσία του ελέφαντα δεν μπορεί πλέον να περάσει απαρατήρητη, τότε οι εκπρόσωποι του ελέφαντα βιάζονται να μας πουν ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να συζητήσουμε για την οπλοκατοχή. Οπότε μιλάμε για βίαια βιντεοπαιχνίδια, για ψυχολογικές εκτιμήσεις, για ακατάλληλους γονείς και οτιδήποτε άλλο, μέχρι να γίνει το επόμενο μακελειό» (από εδώ)  
Λοιπόν, τα μαχαίρια και τα όπλα δεν είναι ουδέτερα αντικείμενα τα οποία μπορεί κάποιος, ανάλογα με το ηθικό του φορτίο, να χρησιμοποιήσει για οφέλιμους ή καταστρεπτικούς σκοπούς. Η ίδια η κατοχή (ή η εύκολη πρόσβαση) σ’ ένα όπλο κάνει τον κάτοχο να σκέφτεται διαφορετικά, να αντιλαμβάνεται κάποιες μόνο δυνατότητες σε μια διένεξη, αυτές κι όχι άλλες. Η παρομοίωση με την πρέζα είναι καταλληλότερη εδώ.

Η παρομοίωση με την πρέζα είναι επίσης καταλληλότερη και για τα (αριστερά / επαναστατικά) κόμματα.


Τα Κόμματα
Στον Πολίτη Κέιν, ο Όρσον Ουελς παρουσίαζε την περίπτωση ενός ανθρώπου που από αντισυστημικός και ριζοσπάστης, μετατράπηκε σταδιακά σε μέρος του συστήματος το οποίο κάποτε πολεμούσε. Δεν ήταν κάτι που έκανε συνειδητά, δεν αποφάσισε κάποια στιγμή να αλλοτροιωθεί και να ξεπουληθεί. Αντίθετα, συνέχισε να παραμένει ειλικρινής και γνήσιος ως το τέλος. Ούτε ο ίδιος όμως δεν κατάλαβε πώς άλλαζε σταδιακά η νοοτροπία του, πόσο εκλογίκευε τις ηθικές υποχωρήσεις του και τις δικαιολογούσε στον εαυτό του. Ας το βαφτίσουμε αυτό «κεϊνοποίηση»: η ειλικρινής, ασυνείδητη και σε βάθος χρόνου μετατροπή κάποιου σε Πολίτη Κέιν. Τα περιστατικά στην ταινία είναι βέβαια φανταστικά...

Ας πάμε σε πραγματικά περιστατικά. Ο Josep Llobera στο The God of Modernity κάνει μια ωραία παρατήρηση για το πώς άλλαζε η έννοια της λέξης «επαναστατικός» κατά την πορεία της Γαλλικής Επανάστασης. Στα πρώτα χρόνια, μέχρι περίπου το 1792, «επαναστατικός» σήμαινε ό,τι ευθυγραμμιζόταν με τις νέες αξίες, νοοτροπίες, θεσμούς, ιδέες που βγήκαν εκρηκτικά στην επιφάνεια (π.χ. «επαναστικό κείμενο» = κάποιο που αρνείτο τα εκ γενετής προνόμια των αριστοκρατών). Από το 1792 και μετά, «επαναστατικός» άρχισε να σημαίνει οτιδήποτε βοηθούσε στην επιβίωση της ίδιας της Επανάστασης, στην άμυνά της από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς (π.χ. «επαναστατικό μέτρο» = μέτρο ενάντιο στους Γιρονδίνους). Η Γαλλική Επανάσταση ήταν ένα ζώο που γεννήθηκε να υπηρετήσει κάποιους διακηρυγμένους στόχους, πολιτικούς και κοινωνικούς, κατά την πορεία όμως απέκτησε τους δικούς του σκοπούς και προτεραιότητες, τη δική του ζωή. Δεν το λέω ως αναγκαστικά κακό, απλά ως κάτι που συμβαίνει. Δηλαδή, δεν είναι ότι η Επανάσταση βρέθηκε σε λάθος χέρια, όπως στο τραγούδι της Αρβανιτάκη, είναι ότι η ίδια η Επανάσταση αλλάζει τα χέρια πίσω της.

Ας πάμε όμως και στον κόσμο των ΜΚΟ. Διάβασα εδώ τον Κάρλο Πετρίνι να λέει για «τις μεγάλες ΜΚΟ που ξεκίνησαν με ευγενή κίνητρα και κατέληξαν να αποτελούν οργανώσεις που ενδιαφέρονται μόνο να πληρώνουν τους μισθούς στους υπαλλήλους τους». Αυτή είναι και η εικόνα που έχω σχηματίσει εγώ για τις ΜΚΟ στον Τρίτο Κόσμο. Οι περισσότερες από αυτές ξεκινάνε να βοηθήσουν εκεί όπου υπάρχει ανάγκη (στους πρόσφυγες, στα ορφανά, στα απειλούμενα είδη, στους αλκοολικούς κ.α.) και πράγματι, κατά τα αρχικά τους βήματα, κάνουν σημαντική δουλειά. Στην πορεία όμως τα πράγματα αλλάζουν. Οι ΜΚΟ παύουν να είναι κάτι αφοσιωμένο στην υπηρεσία ενός σκοπού και μετατρέπονται οι ίδιες σε αυτοσκοπό. Δηλαδή, λειτουργούν με τέτοιον τρόπο ώστε όχι ακριβώς να κάνουν δουλειά αλλά να συνεχίζει να υπάρχει το μαγαζί. Τα έγραφα εδώ αναλυτικότερα, εν συντομία το θέμα έχει ως εξής:

Πίσω από πολλές ΜΚΟ είναι άνθρωποι που ξεκινάνε με ιδεαλισμό και αυταπάρνηση. Βάζουν χρήματα από την τσέπη τους, δουλεύουν αμέτρητες ώρες και τους χάνουν από τα σπίτια τους. Σε κάποια στιγμή όμως κουράζονται. Έχουν και μια προσωπική ζωή, μια οικογένεια, μια δουλειά, δεν είναι δυνατόν να τα θυσιάζουν συνεχώς ούτε να λείπουν όλα τα βράδια από το σπίτι ούτε μόνιμα να βάζουν χρήματα από την τσέπη τους. Άνθρωποι είναι κι αυτοί στο κάτω-κάτω. Οπότε κεϊνοποιούνται. Δηλαδή, μεταμορφώνονται και μαθαίνουν την υψηλή τέχνη του να υποβάλουν πειστικές αιτήσεις χρηματοδότησης σε οργανισμούς ή ιδιώτες (συνοδευόμενες από τα κατάλληλα βιογραφικά, συστατικές επιστολές, εχέγγυα). Αιτήσεις που ζητάνε χρήματα και υπόσχονται κάποιο αποτέλεσμα, διατυπωμένες με τον σωστό τρόπο ώστε οι ΜΚΟ να μπορούν να λένε τελικά ότι κατάφεραν τον στόχο τους – όχι να καταφέρουν τον στόχο τους, αλλά να μπορούν να το λένε. Στη ζωή υπάρχει αβυσσαλέα διαφορά ανάμεσα στο «έκανα το Χ» και στο «μπορώ να λέω ότι έκανα το Χ». Οπότε η ΜΚΟ συνεχίζει να υπάρχει, συνεχίζουν να πληρώνονται οι υπάλληλοι και οι λογαριασμοί, να έχει μελάνια ο εκτυπωτής, τα πρότζεκτ συνεχίζουν να καταλήγουν μια τρύπα στο νερό, κι ο ΟΗΕ συνεχίζει να προβληματίζεται ότι κάθε χρόνο πετιούνται δισεκατομμύρια δολάρια για την καταπολέμηση της φτώχειας στον Τρίτο Κόσμο με πενιχρά αποτελέσματα. Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.

Λοιπόν, κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τα κόμματα. Ο Περισσός είναι ένα οικείο σε όλους μας παράδειγμα. Στο κομματικό website διαβάζω για το ΚΚΕ: «έχει στρατηγικό στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού – κομμουνισμού», «συμμαχία και πάλη για την ανατροπή». Πράγματι, αυτοί είναι οι διακηρυγμένοι στόχοι του Περισσού. Δεν αμφιβάλλω ότι όλα ή τα περισσότερα στελέχη του κόμματος το πιστεύουν με την καρδιά τους. Ο πραγματικός όμως στόχος του Περισσού είναι άλλος και είναι πολύ πιο απλός: να συνεχίσει να υπάρχει το μαγαζί. Ακόμα και στο εντελώς πρακτικό επίπεδο: μισθοδοσία, να πληρώνονται οι λογαριασμοί, να κυκλοφορεί ο Ριζοσπάστης, να έχει μελάνια ο εκτυπωτής κ.λπ. Σε στρατηγικό επίπεδο, το να συνεχίσει να υπάρχει το μαγαζί μεταφράζεται: να φαίνεται ότι έχει λόγο ύπαρξης η κομματική γραφειοκρατία, οπότε γνώμονας στις τοποθετήσεις και τις αποφάσεις του Περισσού είναι ότι αυτές πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να διακρίνουν το κόμμα από οτιδήποτε το απειλεί στα δεξιά του (εύκολο) ή στα αριστερά του (πιο δύσκολο). Ακόμα κι αν αύριο πράγματι συνέβαινε η ανατροπή του καπιταλισμού και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού – κομμουνισμού, ο Περισσός θα την αρνείτο και θα έβρισκε προβλήματα, διότι αλλιώς θα έπαυε να έχει λόγο ύπαρξης η κομματική γραφειοκρατία.

Για να μην κολλήσουμε στον Περισσό, κάτι αντίστοιχο διαφαίνεται επίσης και στον ΣΥΡΙΖΑ, στην ηγετική ομάδα γύρω από τον Τσίπρα. Και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ επίσης: μοιάζει ότι ο λόγος ύπαρξής της είναι να λέει 2 εκεί που ο ΣΥΡΙΖΑ λέει 1. Αν, στο ίδιο θέμα, ο ΣΥΡΙΖΑ αύριο βγει και πει 2, τότε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πει 3 μόνο και μόνο για να υπερθεματίσει έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Είπαμε όμως: πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει το μαγαζί. Τα κόμματα, όπως και τα μαχαίρια, αλλάζουν τους ανθρώπους από πίσω τους.

Να μην παρεξηγηθώ: δεν λέω αναγκαστικά ότι όλα τα (αριστερά / επαναστατικά) κόμματα είναι μοιραίο να αποτύχουν να υπηρετήσουν τους διακηρυγμένους στόχους τους. Δεν λέω κάτι τέτοιο. Μπορούν πράγματι να τους υπηρετήσουν, όμως με τον τρόπο της γλάστρας που ποτίζεται μαζί με τον βασιλικό. Οι διακηρυγμένοι στόχοι είναι η γλάστρα, ο βασιλικός είναι να μην κλείσει το μαγαζί. Πρακτικά μιλώντας, αυτό σημαίνει ότι όλο και περισσότερα μέλη και στελέχη θα αρχίσουν, σταδιακά και ασυνείδητα, να ταυτίζουν την επιβίωση του κόμματος με τις διακηρυγμένες ιδέες του, να εκλαμβάνουν αυτό που θίγει τα κακώς κείμενα μέσα στο κόμμα ως κάτι που επιτίθεται στις διακηρυγμένες ιδέες, να βλέπουν ως «επαναστατικό» όχι ακριβώς αυτό που είναι όντως επαναστατικό αλλά αυτό που βοηθάει το μαγαζί να συνεχίσει να υπάρχει. Όπως ακριβώς έγινε με τους Γάλλους επαναστάτες. Δεν είμαι καν σίγουρος ότι είναι αντι-λενινιστικό αυτό που λέω. Δεν αρνούμαι αναγκαστικά την ιδέα της επαναστατικής πρωτοπορίας και του κόμματος-ως-προμαχώνα-της-επανάστασης, λέω μόνο ότι στην πραγματική ζωή... δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα.

(Παρένθεση: Στη ζωή δεν χάνεις ποτέ άμα στοιχηματίσεις ότι, σε οποιοδήποτε θέμα, τα πράγματα στην πράξη θα αποδειχθούν σημαντικά πιο πολύπλοκα από ό,τι στις πρότερες θεωρητικές & στοχαστικές συλλήψεις. Είναι στοίχημα με 100% σίγουρη απόδοση)

Μακάρι η ζωή να ήταν τόσο ευθύγραμμη, οι φωτισμένες συνειδήσεις, ενισχυμένες μέσα από την οργάνωση ενός κόμματος, να μεταφράζονταν απευθείας σε εναρμονισμένα αποτελέσματα. Μακάρι. Στην πραγματική ζωή, τα κόμματα τείνουν να αποκτούν τη δική τους συνείδηση, μόνο και μόνο επειδή παγιώθηκαν ως κόμματα. Τα μέλη κεϊνοποιούνται, τόσο τα στελέχη όσο και η βάση, χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά ότι ξεπουλιούνται και προδίδουν την επαναστατική ιδέα• μπορεί να συνεχίζουν να υπηρετούν την επαναστατική ιδέα, όμως ως παραπροϊόν, με τον τρόπο της γλάστρας που ποτίζεται κοντά στον βασιλικό. Κι αυτό μπορεί να είναι από ελάχιστα κακή έως εξαιρετικά κακή είδηση, ανάλογα με την περίπτωση. Απλά ας μην ξεχνάμε ότι ο πρωταρχικός σκοπός ενός κόμματος είναι πάντα να συνεχίσει να υπάρχει το μαγαζί. Όλα τα υπόλοιπα έπονται.

Τελικά, οι παραπάνω επισημάνσεις δεν είναι άσχετες με παρόμοιες κριτικές που έχουν διατυπωθεί για τον θεσμό της γραφειοκρατίας. Όλες οι μεγάλες γραφειοκρατίες – ΜΚΟ, κόμματα, Εκκλησία, ΟΗΕ, οτιδήποτε – υπόκεινται σε παρόμοια φαινόμενα, παρουσιάζουν παρόμοιες εγγενείς τάσεις, άσχετα ποιοι είναι οι τυπικοί στόχοι τους. Δηλαδή τείνουν να αποκτούν τη δική τους ζωή, να αναδεικνύουν τις μετριότητες (Peter Principle: τα μέλη μιας ιεραρχίας προωθούνται μέχρι τη βαθμίδα που ταιριάζει στην ανικανότητά τους), και να γίνονται αυτοσκοπός οι ίδιες από εκεί που κάποτε ήταν μέσο στην υπηρεσία ενός σκοπού.


Υστερόγραφο 
ΥΓ 1. Οι παραπάνω επισημάνσεις για τα μαχαίρια είναι ουσιαστικά η ψυχολογική σχολή των Barker & Gibson για την οπτική αντίληψη: η χρήση εργαλείων αλλάζει τον χρήστη, τον κάνει να συνειδητοποιεί άλλες δυνατότητες δράσης, να βλέπει έναν διαφορετικό κόσμο. Προτίμησα να τα πω με απλά λόγια και παραδείγματα. 

ΥΓ 2. Οι παραπάνω επισημάνσεις για τα κόμματα είναι αυτό που στη Θεωρία της Πράξης των Argyris & Schön ονομάζεται espoused theory σε αντιδιαστολή με το theory in-use: το πρώτο είναι αυτό που θεωρούμε ότι κάνουμε, ο τρόπος που θεωρούμε ότι λειτουργούμε, αυτό που διακηρύσσουμε στους άλλους• το δεύτερο είναι αυτό που όντως κάνουμε. Πάντα υπάρχει διάσταση ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο, τόνιζαν οι Argyris & Schön. Προτίμησα να τα πω με απλά λόγια και παραδείγματα.

Το Ταξίδι Για Την Ιθάκη


Στις 9-10 Μαΐου έγινε η 1η Πανελλαδική Συνάντηση Δομών Αλληλεγγύης στην Αθήνα, μια αξιόλογη απόπειρα που τοποθετείται στην περιφέρεια του ΣΥΡΙΖΑ (προς τιμήν τους όμως οι συριζαίοι προσπαθούν να κρατήσουν την κατάσταση ακαπέλωτη και ακομμάτιστη, και σε γενικές γραμμές δεν αποτυγχάνουν εντελώς αφού συμμετέχουμε σ’ αυτήν και πολλοί που δεν είμαστε ΣΥΡΙΖΑ• αυτό οφείλω να το παραδεχτώ). Παρακολούθησα τη Συνάντηση, όσο άντεξα, και κατάφερα να βγω ζωντανός στο τέλος. Πείστηκα ότι η ελληνική Αριστερά δεν σώζεται. Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή, για ν’ αλλάξει η ελληνική Αριστερά ένας Θεός ξέρει τι θέλει. Παρακάτω θα αναφερθώ μόνο στα δρώμενα τα σχετικά με το κίνημα Χωρίς Μεσάζοντες (στο εξής ΧΜ), αυτά που παρακολούθησα και μπορώ να μιλήσω σχετικά:

Κατ’ αρχήν, πιστεύω ότι ήδη ξέρετε ή μπορείτε εύκολα να βρείτε πληροφορίες για το κίνημα ΧΜ, το «κίνημα της πατάτας» που έλεγαν τα ΜΜΕ το 2012 κ.λπ. Να αναφέρω μόνο ότι το κίνημα ΧΜ είναι επιτυχημένο – ή μάλλον μη-αποτυχημένο. Αν και παραμένει σχετικά περιθωριακό στην οικονομική ζωή της Ελλάδας, η ύπαρξή του και μόνο πίεσε τα μεγάλα σούπερ μάρκετ να κάνουν συνεχώς φτηνές προσφορές σε τρόφιμα. Αυτό είναι κάτι ουσιαστικό. Μεγάλο ποσοστό πληθυσμού στην Ελλάδα είδε όφελος στην τσέπη του από το κίνημα ΧΜ, έστω και έμμεσα, έστω και χωρίς να το ξέρουν, πέρα από αυτούς που είδαν όφελος άμεσα (τους μικρούς παραγωγούς, τις λίγες ΚΟΙΝΣΕΠ που προώθησαν τα προϊόντα τους με τη βοήθεια του κινήματος, τον κόσμο που ήρθε σε επαφή με παραγωγούς κι αγόρασε φτηνά τρόφιμα από τις διανομές ΧΜ). Εγώ αυτά δεν τα λέω ακριβώς επιτυχία, τα λέω μη-αποτυχία. Τουλάχιστον το κίνημα ΧΜ έχει λόγο ύπαρξης.

Η πραγματική επιτυχία όμως θα ήταν μια ευρύτερη μεταμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας. Αυτό που εμένα μ' αρέσει πολύ είναι ότι το κίνημα ΧΜ έχει γεννήσει την αμαρτωλή σκέψη για μια οικονομία ηθική και αλληλέγγυα. Στους κόλπους του εκφράζονται κακές και πονηρές απόψεις, όπως αμφισβήτηση του ρόλου του (μεγαλο)μεσάζοντα στην παραγωγή & διάθεση της τροφής, αμφισβήτηση της αποικιοκρατικής αντίληψης για την ανάπτυξη (= τι έχει να προσφέρει η περιοχή σε τεράστια κεφάλαια εκτός αυτής) και επίγνωση για έναν τρόπο ενδογενούς ανάπτυξης (= πώς μπορεί να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής του πληθυσμού χρησιμοποιώντας τα εγχώρια εργαλεία, πόρους και γνώση), αμφισβήτηση του ατομισμού και επίγνωση ότι η εμπιστοσύνη και η αλληλοβοήθεια αποτελούν οικονομικά μεγέθη, μπορούν να έχουν απτά οικονομικά αποτελέσματα. Προσωπικά, υποστηρίζω 100% τις παραπάνω αμαρτίες, είμαι θανάσιμα αμαρτωλός κι εγώ, πολύ θα γούσταρα να εξαπλώνονταν σαν πυρκαγιά στην Ελλάδα: να αυξάνονταν ο αριθμός των ΚΟΙΝΣΕΠ, να δημιουργείτο ευρεία νοοτροπία στήριξης των τοπικών μικροπαραγωγών, ευρεία νοοτροπία καχυποψίας και απαξίωσης για τις μεγάλες εταιρείες, ευρεία αντίληψη ότι η ηθική είναι στοιχείο της οικονομίας. Εν ολίγοις, να αναδεικνύετο ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας – «Κ.ΑΛ.Ο.», όπως το έλεγαν στη Συνάντηση, τώρα τελευταία είναι της μόδας αυτά τα επιτηδευμένα αρκτικόλεξα που βγάζουν μια λέξη με συναφές νόημα. Όμως, όπως μας εξήγησαν, χρειάζεται να πειραματιστούμε διότι «δεν υπάρχει συνταγή και προηγούμενο» (η έκφραση μιας ομιλήτριας) γι’ αυτήν την κοινωνική & αλληλέγγυα οικονομία.

Εδώ θα διαφωνήσω. Υπάρχει προηγούμενο. Το οποίο ακόμα και σήμερα αφορά εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο, ενώ μόλις στις πιο πρόσφατες δεκαετίες αφορούσε εκατοντάδες εκατομμύρια. Υπάρχει ήδη αυτή η οικονομία (το «Κ.ΑΛ.Ο») που δουλεύει με εμπιστοσύνη και συνεργασία, με προστασία των αδυνάτων και κοινοκτημοσύνη σχεδόν κομμουνιστική, με κοοπερατίβες και συλλογικό πνεύμα, με ηγέτες που αισθάνονται ότι οφείλουν να πείσουν τους ανθρώπους τους κι όχι να παίρνουν αποφάσεις από καθέδρας: μιλάω για τον ασιατικό κοινοτισμό. Ο οποίος μεν μπορεί να μην προσφέρει ακριβώς συνταγές για ένα αντίστοιχο όραμα στην Ελλάδα, προσφέρει όμως κάτι σε επίπεδο κατευθύνσεων, συμβουλών και γνωμικών. Έχω ζήσει στο «Κ.ΑΛ.Ο.», ξέρω δυο-τρία πραγματάκια γι’ αυτό...

Ξέρω λοιπόν ότι αυτή η κοινωνική οικονομία δεν είναι μόνο κάποιοι εναλλακτικοί οικονομικοί θεσμοί, αλλά και μια παράλληλη κουλτούρα προσωπικών σχέσεων και φιλίας. Μιλάω για κοοπερατίβες οι οποίες λειτουργούν σαν μια μεγάλη οικογένεια, σαν μια μεγάλη φιλική παρέα, στις οποίες ο ένας γνωρίζει τον άλλον όχι απλώς με το μικρό αλλά με το παρατσούκλι• για κουλτούρα μοιράσματος, όπως ακριβώς σε μια μεγάλη φιλική παρέα, όπου οι φίλοι είναι διατεθειμένοι να γελάσουν μαζί και να κλάψουν μαζί, να τα καταφέρουν μαζί και να τσακιστούν μαζί, κι αν ακόμα πεθάνουν, θα πεθάνουν μαζί• για νοοτροπία γενναιδωρίας και προσφοράς, ακόμα και σε επίπεδο αυτοθυσίας• για αντίληψη φιλότιμου (το φιλότιμο δεν είναι μόνο ελληνική λέξη, υπάρχει και σε ασιατικές γλώσσες)• για αντίληψη της οικογένειας με τέτοιον τρόπο ώστε σ’ αυτήν να ανήκουν πολλοί χωρίς αναγκαστικά να συνδέονται με συγγένεια αίματος, να έχεις πολλούς «αδερφούς» και «αδερφές» και «θείους» και «θείες» και «κόρες» και «γιους». Στα ασιατικά συμφραζόμενα, η κοινωνική οικονομία είναι κάτι που πρέπει να έχει καρδιά.

Η καρδιά λοιπόν απουσίαζε εντελώς από τη Συνάντηση στην Αθήνα. Αυτό που έζησα ήταν κάτι έντονα ακαδημαϊκό, εγκεφαλικό, περιχαρακωμένο και απρόσωπο. Όλο συζήτηση, θεωρία, διαλέξεις, ανάλυση, κόντρα συζήτηση, ξανά συζήτηση... Παρουσιάσεις με PowerPoint (τίποτα δεν σκοτώνει την καρδιά καλύτερα από το PowerPoint και τους Η/Υ), τραπέζια θεματικών συζητήσεων όπου ο συντονιστής μαζεύει τις ιδέες σε μια κόλλα χαρτί και κατόπιν οι συμμετέχοντες εναλλάσσονται στα διάφορα τραπέζια (πού τα μαθαίνουν αυτά; σε κάποια σχολή πρέπει να τα μαθαίνουν), ομιλητές απρόσωποι και τυπικοί, απλώς συστήνονταν «με λένε Τάδε, είμαι δικηγόρος και θα μιλήσω για το Α ή Β θέμα», χωρίς να ξέρουμε την ιστορία του/της, τι άνθρωπος είναι, ποια η ζωή του, τι έχει περάσει, ποιο το παρατσούκλι του. Η όλη Συνάντηση έγινε σε πανεπιστημιακές αίθουσες, με καθορισμένο πρόγραμμα και χρόνους ομιλίας, χωρίς κάποιο χώρο με παιχνίδια να παίζουν τα παιδάκια. Χωρίς καν παιδάκια...

Τα λέω αυτά κάνοντας σύγκριση με τις συγκεντρώσεις των Κόκκινων, των δημοκρατικών της Ταϊλάνδης. Οι συγκεντρώσεις τους ήταν σαν χωριάτικα πανηγύρια! Μουσική, ρούμι, ψητά να ψήνονται, παιδάκια να παίζουν, σκυλιά να σουλατσάρουν, καλαμπούρια, πλάκες, γνωριμίες, προξενειά, γιαγιάδες & παππούδες, οικογένειες να τρώνε μαζί, αγόρια και κορίτσια να φλερτάρουν, γέλιο αλλά και κλάμα κ.α. Οι ομιλίες υπάρχουν κι αυτές, παίζουν τον ρόλο τους, όμως δεν είναι πρωταγωνιστικός. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι η καρδιά. Κάνε τον κόσμο να νιώσει μια γροθιά, ότι δεν είναι μόνος, έχει φίλους και οικογένεια (με την ευρεία έννοια της λέξης). Θα αγωνιστούμε μαζί, θα τσακιστούμε μαζί και θα νικήσουμε μαζί, πάντως ό,τι κάνουμε θα το κάνουμε μαζί. Και δεν χρειάζεται να πεις πολλά, να κάνεις τις φοβερές αναλύσεις και να μεταδόσεις τις φοβερές πληροφορίες. Ας ακούσουμε δυο πράγματα, ας φωνάξουμε και μερικά συνθήματα, ας θυμηθούμε τους νεκρούς μας κι ας γελάσουμε με κάποια αστεία, δεν χρειάζονται πολλά περισσότερα. Ο λόγος να είναι λαϊκός, όλο γνωμικά, στίχους από τραγούδια και ποιήματα, μεταφορές, παρά τεχνικός & ακαδημαϊκός. Δεν είναι θέμα πληροφορίας ούτε διανοητικής σύλληψης ούτε θεωρητικής ανάλυσης. Είναι θέμα καρδιάς.

Πρόσφατα μου ανέφεραν και για συγκεντρώσεις των Ζαπατίστας στο Μεξικό, όπου κι αυτές είναι γιορτές, χωριάτικα πανηγύρια, όχι κάτι που μοιάζει με συνέδριο κόμματος σε πανεπιστημιακές αίθουσες, όπως η 1η Πανελλαδική Συνάντηση Δομών Αλληλεγγύης.

Κάτι δεν έχει καταλάβει καθόλου καλά η ελληνική Αριστερά, κάτι της ξεφεύγει. Και φοβάμαι ότι αυτό το κάτι είναι θεμελιώδες. Η Συνάντηση θα έπρεπε να είχε γίνει οπωσδήποτε σε υπαίθριο χώρο. Επίσης, ήταν απαραίτητο να γίνει στην Αθήνα; (ορισμός της Αθήνας = τρία με τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι είναι άρρωστοι και δεν το ξέρουν, νομίζουν πως είναι υγιείς). Θα έπρεπε να είχε μουσική, χορό, κρασί, φαγητό, γάτες και σκυλιά, να είναι φιλικός προς τα παιδάκια, τους ηλικιωμένους και τα κορίτσια, ο κόσμος να ερχόταν με την οικογένεια και τους φίλους του, όσοι ήθελαν να παρέμεναν το βράδυ και να κοιμόμασταν στρωματσάδα, να μαθαίναμε ο ένας την ιστορία του άλλου, το παρατσούκλι του άλλου, να βγάζαμε τα παπούτσια και να μέναμε ξυπόλητοι, να γινόμασταν μια μεγάλη παρέα... τέτοια πράματα. Να έχει καρδιά. Η επιτυχία μιας αριστερής δράσης θα πρέπει να μετράται από τις γιαγιάδες και τα παιδάκια που παρευρέθηκαν, τις φιλίες που έγιναν, τον αριθμό των τηλεφώνων που ανταλλάχθηκαν, των γνωμικών που αυτοσχεδιάστηκαν, των παινεμάτων στα κορίτσια, των φιλιών και των χορών. Όπως ακριβώς σε ένα γλέντι, σε ένα χωριάτικο πανηγύρι. Όχι όπως σε ένα κομματικό συνέδριο!

Εν ολίγοις και για να το πω ασιατικά ή ζαπατιστικά: θα πρέπει να έχει καρδιά.

Ξαναγυρνάμε στην κοινωνική & αλληλέγγυα οικονομία (το «Κ.ΑΛ.Ο»), την οποία οραματίζεται το κίνημα ΧΜ. Μακάρι να υλοποιηθεί στην Ελλάδα, το θέλω με όλη μου την ψυχή. Φοβάμαι όμως ότι με δράσεις που έχουν τον χαρακτήρα της 1ης Πανελλαδικής Συνάντησης Δομών Αλληλεγγύης, το όραμα αυτό θα παραμείνει όραμα. Διότι πώς περιμένεις με την περιχαράκωση να ξεπεράσεις την περιχαράκωση; Πώς περιμένεις με απρόσωπες και εγκεφαλικές εκδηλώσεις σε πανεπιστημιακές αίθουσες να χτίσεις κάτι που βασίζεται στο προσωπικό στοιχείο και στην καρδιά; Το ταξίδι για την Ιθάκη δεν είναι μέσον για έναν σκοπό, φοβάμαι πως η ελληνική Αριστερά κομπλάρει άσχημα εδώ πέρα. Το ταξίδι για την Ιθάκη είναι κι αυτό μέρος της Ιθάκης (κάτι που οι Ασιάτες καταλαβαίνουν πολύ καλύτερα από τους Ευρωπαίους). Ο κόσμος δεν αλλάζει με αναλύσεις και διαλέξεις, πληροφορίες, τοποθετήσεις και συζητήσεις. Αλλάζει με μια χούφτα τρελών που λένε: «θα το κάνουμε κι ας πεθάνουμε!», και μεταδίδουν την τρέλα τους σε άλλους, όπως ακριβώς μεταδίδεται ένα γέλιο σε μια ομήγυρη. Οπότε, η μετάδοση αυτής της τρέλας κολλάει πολύ καλύτερα με γλέντια, χωριάτικα πανηγύρια και γιορτές, με καταστάσεις προσωπικές και διονυσιακές, παρά με συζητήσεις, κόντρα συζητήσεις, ξανά μανά συζητήσεις, αναλύσεις, τοποθετήσεις και το κακό συναπάντημα... (να προσθέσω επίσης ότι η μετάδοση αυτής της τρέλας δεν είναι καθόλου συμβατή με παρουσιάσεις PowerPoint - τις μεγαλύτερες αλήθειες του κόσμου να παρουσιάσεις σε PowerPoint, γίνονται αυτομάτως ψέματα). Το ταξίδι για την Ιθάκη είναι κι αυτό μέρος της Ιθάκης. Για την ακρίβεια, τις περισσότερες φορές στη ζωή η Ιθάκη δεν είναι παρά η αφορμή, το πρόσχημα για το ταξίδι της.

Και, μεταξύ μας τώρα, μην το πεις πουθενά όμως... δεν έχεις καταλάβει ακόμα οι Ιθάκες τι σημαίνουν;

Η Ευτυχία Είναι Αυτό Που Περιμένουμε Να 'Ρθει

Ο ΟΗΕ έχει ορίσει την 20η Μαρτίου ως παγκόσμια ημέρα της ευτυχίας, όμως υπάρχει μια πραγματικότητα: σχεδόν όλος ο κόσμος φτάνει κάποια στιγμή της ζωής του και ομολογεί, «δεν είμαι ευτυχισμένος...»

Δε σημαίνει αναγκαστικά ότι είναι και δυστυχισμένος. Μπορεί να είναι τουλάχιστον καλυμμένος σε όλα τα βασικά βιοτικά, συναισθηματικά, κοινωνικά θέματα. Όμως αισθάνεται τη ζωή του σαν ποιήμα Κικής Δημουλά: κάτι λείπει, κάτι θεμελιώδες. Τα ποιήματα της Δημουλά δεν εκφράζουν δυστυχία και πόνο αλλά έλλειψη ευτυχίας.

Ψήγματα από το θεμελιώδες κάτι της ευτυχίας έχουν νιώσει όλοι κατά καιρούς στη ζωή τους και το βρήκαν πιο γλυκό κι από το μέλι, κι από το σεξ, κι από την πτώση της κυβέρνησης Σαμαρά. Μόνιμα το προσδοκούν στο μέλλον, λένε στον εαυτό τους: «θα είμαι ευτυχισμένος όταν περάσω στις εξετάσεις / διοριστώ / με αγαπήσει η Μαρία / κάνω παιδιά / βγάλω χρήματα / έχω δικό μου σπίτι, αυτοκίνητο κ.λπ.». Όμως το πάνγλυκο κάτι της ευτυχίας συνεχίζει να παραμένει φευγαλέο, σαν ατίθασο αγρίμι. «Η ευτυχία είναι αυτό που περιμένουμε να ‘ρθει» τραγουδούσε παλιά ο Μανόλης Φάμελος. Συνεχώς το περιμένουμε και ποτέ δεν έρχεται... Όχι, ψέματα! Κάποιες φορές, το φευγαλέο αγρίμι της ευτυχίας εμφανίζεται απρόσκλητο, απρόσμενο και απρογραμμάτιστο, εκεί που δεν το περιμένεις. «Η ευτυχία συνηθίζει να τρυπώνει από την πόρτα που ξέχασες ανοιχτή», έλεγε ο John Barrymore, ένας παλιός αμερικάνος ηθοποιός. Κάνει μια σύντομη επίσκεψη και φεύγει γρήγορα, αφήνει μόνο μια ανάμνηση. Κι ο κόσμος συνεχίζει να ζει τη ζωή του σαν ποιήμα Κικής Δημουλά προσδοκώντας την ευτυχία κάπου στο μέλλον, όμως το μέλλον γίνεται παρόν κι η ευτυχία συνεχίζει να είναι αυτό που περιμένουμε να ‘ρθει...

Δεν έχω το μυστικό της, δεν μπορώ να σου πω τον τρόπο να γίνεις ευτυχισμένος. Μπορώ όμως να κάνω το αμέσως καλύτερο, να συγκεντρώσω μερικά κριτήρια για την ευτυχία που έθεσαν κατά καιρούς διάφοροι που προβληματίστηκαν σχετικά. Θα έχουμε εκλεκτή παρέα: Αριστοτέλης, Κίρκεγκορ, Βίκτωρ Φρανκλ. Θέλω να μαζέψω αυτά τα κριτήρια και να δω την εικόνα που βγαίνει.


Ικανοποίηση και Ευτυχία
Κάπου στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης κάνει τη διάκριση μεταξύ ικανοποίησης και ευτυχίας. Είναι διαφορετικά ζώα, λέει, καλό είναι να μην τα μπερδεύουμε. Ο Αριστοτέλης έβλεπε την ικανοποίηση ως την ευχαρίστηση που λαμβάνει κάποιος λόγω ευνοϊκής σύγκλισης εξωτερικών περιστάσεων: βγάζω καλά χρήματα, με αγαπάει η Μαρία, διορίζομαι, περνάω στις εξετάσεις, κλείνω μια καλή συμφωνία, γίνομαι διάσημος κ.λπ. άρα είμαι... όχι ευτυχισμένος αλλά ικανοποιημένος. Μέχρι εκεί. Όμως στη ζωή υπάρχει και κάτι άλλο. Δεν το κλείσαμε το θέμα, υπάρχει επιπλέον μια βαθιά εσωτερική πλήρωση, μια οργιαστική υπαρξιακή ζεστασιά: είμαι αυτός που πρέπει να είμαι, κάνω αυτό που πρέπει να κάνω, βρίσκομαι εδώ που πρέπει να βρίσκομαι, όλα γύρω μου είναι ακριβώς όπως πρέπει να είναι. Όταν είμαστε ευτυχισμένοι, δεν θέλουμε ν' αλλάξει τίποτα, όλα είναι άψογα. Αυτήν την οργιαστική υπαρξιακή ζεστασιά είναι που ονόμαζε ευτυχία («ευδαιμονία») ο Αριστοτέλης, ο οποίος μάλιστα έλεγε ότι είναι ανεξάρτητη των εξωτερικών περιστάσεων, με την έννοια ότι μπορεί να παραμένει ακόμα κι αν όλα έρχονται στραβά, ακόμα κι αν η ικανοποίηση πέσει στο μίνιμουμ. Εδώ έχουμε το πρώτο κριτήριο:
(1) Η μεγάλη συγκέντρωση ικανοποίησης δεν μετατρέπεται σε ευτυχία, είναι διαφορετικά ζώα. Και ορισμένες φορές μάλιστα είναι φυσικοί εχθροί μεταξύ τους. Η ευτυχία δεν είναι θέμα ευνοϊκής σύγκλισης των εξωτερικών περιστάσεων, οπότε αν καταπιάνεσαι αποκλειστικά με την προσπάθεια ευνοϊκού επηρεασμού τους, συνεχίζεις να παραμένεις σε τροχιά όπου θα πεις μια μέρα: «δεν είμαι ευτυχισμένος...» 
Αν πρέπει να διαλέξω ένα σύμβολο για τη διάσταση μεταξύ ευτυχίας και ικανοποίησης, θα ήταν αυτή η σκηνή από το The Straight Story του David Lynch: o Άλβιν κάνει μια διαδρομή 240 μιλίων να δει τον αδερφό του, με τον οποίο ήταν τσακωμένοι, πάνω σ’ ένα χλοοκοπτικό τρακτεράκι κήπου. Στη διαδρομή σπάει το σασμάν. Ένας τύπος προθυμοποιείται να τον πετάξει γρήγορα και άνετα με το αυτοκίνητό του (ικανοποίηση), όμως ο Άλβιν επιμένει να επισκευάσει το μικρό μηχάνημά του, που πιάνει ταχύτητες μέχρι 5 μίλια/ώρα, και να συνεχίσει μ' αυτό. Διότι καταλαβαίνει ότι είναι απαραίτητο να ταλαιπωρηθεί και να ζήσει τη διαδρομή μέτρο προς μέτρο προκειμένου να μαλακώσει το πείσμα του και να κάνει ειρήνη με τον αδερφό του (ευτυχία).

Η αριστοτελική ευτυχία είναι αόρατη για όλες σχεδόν τις σύγχρονες επιστήμες που ασχολούνται με τον άνθρωπο. Όλες μπορούν να δουν μόνο μέχρι την ικανοποίηση, όχι περισσότερο. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των Οικονομικών, της Ψυχολογίας, της Κοινωνιολογίας, της Εξελικτικής Βιολογίας, της Θεωρίας Ορθολογικής Επιλογής κ.α. ασχολείται μόνο με την ευχαρίστηση που λαμβάνει ο άνθρωπος από εξωτερικές περιστάσεις, αγαθά, καταστάσεις. Για παράδειγμα, η θεμελιώδης έννοια της χρησιμότητας (utility), πάνω στην οποία χτίζονται τα Οικονομικά των δογματικών, ορίζεται συνήθως ως η ευχαρίστηση που οφείλεται σε πλήρωση επιθυμιών από την χρήση αγαθών και υπηρεσιών – δηλαδή, η αριστοτελική ικανοποίηση. Επίσης, ένα τεράστιο μέρος της Ψυχολογίας βλέπει τον άνθρωπο ως ένα δεδομένο σύνολο αναγκών και επιθυμιών που, σαν πεινασμένα μωρά, ζητάνε συνεχώς εκπλήρωση από εξωτερικές καταστάσεις. Μέχρι εκεί, όχι περισσότερο. Ως προς την τρέντι επιστήμη της Εξελικτικής Ψυχολογίας, διαβάζω τους Leda Cosmides & John Tooby στο Handbook of Emotions (2000) να αναφέρουν: «Τα κύματα χαράς ή ευτυχίας είναι ένα συναισθηματικό πρόγραμμα που εξελίχθηκε για να ανταποκρίνεται σε καταστάσεις κατά τις οποίες κάποιος συναντά απροσδόκητα θετικά γεγονότα» (εδώ, σελ. 123). Με άλλα λόγια, η αριστοτελική ικανοποίηση. Είπαμε όμως: ως προς την ευτυχία, όλες σχεδόν οι σύγχρονες επιστήμες που ασχολούνται με τον άνθρωπο παραμένουν τυφλές.

Τι μέγεθος είναι η ευτυχία; Κατά τα περιθώρια που αφήνει ο Αριστοτέλης:

Α) Δεν είναι μετρήσιμο μέγεθος – εννοώντας ότι είναι δύσκολο να διαπιστώσεις την ευτυχία κάποιου παρατηρώντας τα ορατά, αντικειμενικά μεγέθη της ζωής του: τι εισόδημα έχει, πόσο δημοφιλής είναι, σε πόσο καλή συνοικία ζει κ.λπ. Όλα αυτά ίσως σου δώσουν μια ιδέα για την ικανοποίησή του, δύσκολα όμως για την ευτυχία του. Ο Αριστοτέλης τουλάχιστον, πιστεύω, θα έκανε τέτοιες ερωτήσεις για να διαπιστώσει την ευτυχία κάποιου: Νιώθει ότι έχει σκοπούς στη ζωή του; Ότι αυτοί οι σκοποί είναι ξεκάθαροι; Ότι ζει για κάποιο λόγο; Αντιμετωπίζει τακτικά προκλήσεις;... τέτοια πράγματα. Από αυτήν τη σκοπιά, η ευτυχία είναι ηρωικό μέγεθος: πρέπει να ξεπερνάς τακτικά τον εαυτό σου ώστε να έχεις μια πιθανότητα να πεις κάποτε, «είμαι ευτυχισμένος!»

Χρησιμοποιώ τη λέξη ηρωικός όπως στη φιλολογία των Κινηματογραφικών Σπουδών: πρωταγωνιστής είναι το βασικό πρόσωπο μιας ιστορίας, ενώ ήρωας είναι ο πρωταγωνιστής που επιπλέον πρέπει να ξεπεράσει τον εαυτό του για να προχωρήσει η πλοκή.

Β) Επίσης, η ευτυχία δεν είναι οικονομικό μέγεθος. Σε αντίθεση μ’ αυτήν, η ικανοποίηση συνήθως παρουσιάζεται από όλες τις σύγχρονες επιστήμες ως οικονομικό μέγεθος: εξαρτάται από εξωτερικές περιστάσεις και αγαθά, τα οποία συχνά υπόκεινται σε νόμους σπάνης («όσο περισσότερο έχεις εσύ, τόσο λιγότερο απομένει για μένα»). Η ευτυχία όμως δεν υπόκειται αναγκαστικά σε νόμο σπάνης.

Γ) Επίσης, η ικανοποίηση συχνά παρουσιάζεται από τις σύγχρονες επιστήμες ως μαλθουσιανό μέγεθος: η δική σου ικανοποίηση είναι κακό νέο για μένα. Οπότε συχνά οδηγεί και σε ανταγωνισμούς. Όμως ο Αριστοτέλης τουλάχιστον αφήνει το περιθώριο η ευτυχία να είναι αντι-οικονομικό, ακόμα και αντι-μαλθουσιανό μέγεθος: η δική σου ευτυχία ίσως είναι καλό νέο για μένα. Ίσως είναι κάτι που συντελεί και στη δική μου ευτυχία.

(Στα Οικονομικά των δογματικών, αυτό που λέω μαλθουσιανό μέγεθος περιγράφεται με τον όρο της αντιπαλότητας, rivalry. Από αυτή τη σκοπιά, η ευτυχία ίσως να είναι anti-rival μέγεθος. Ο Βίκτωρ Φρανκλ, που θα δούμε παρακάτω, έτσι ακριβώς έβλεπε την ευτυχία, ως μη-μετρήσιμο, μη-οικονομικό και anti-rival μέγεθος).

Όμως ας ξαναγυρίσουμε στον Αριστοτέλη. Στα Ηθικά Νικομάχεια, αυτός έλεγε κάτι κρυπτικό για την ευτυχία, ότι μπορεί να σου τη δώσει μόνο ένα πράγμα στον κόσμο: να ταχθείς σ’ αυτό για το οποίο γεννήθηκες. Είσαι γεννημένος για κάποιο σκοπό, όπως ένα μαχαίρι κατασκευάστηκε για να κόβει. Και όσο απέχεις από τον σκοπό σου, είσαι σαν στομωμένο μαχαίρι. Στη δική του ορολογία, ο Αριστοτέλης ονόμαζε τέλος αυτό για το οποίο ο καθένας γεννήθηκε (με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης, «τέλος» δηλαδή «σκοπός») και δεν μας είπε πολλά γι’ αυτό. Θεωρούσε πάντως ότι το τέλος σου είναι αυτό που πραγματικά είσαι, το αληθινό σου βιογραφικό. Ο Αριστοτέλης θα έλεγε ότι τα βιογραφικά που συνήθως συντάσσουμε σήμερα, οι περιγραφές που κάνουμε για τον εαυτό μας, είναι ελλιπή. Μπορεί μεν να είναι πραγματολογικώς σωστά, να αναφέρουν την ηλικία, τα πτυχία, τα επιτεύγματά μας, δεν αναφέρουν όμως το σημαντικότερο: το τέλος μας (= τον σκοπό μας), αυτό για το οποίο γεννηθήκαμε. Αυτό που πραγματικά είμαστε. Δεν είσαι η γέννησή σου, θα έλεγε ο Αριστοτέλης, δεν είσαι η κοινωνική ομάδα που έτυχε να ανήκεις, είσαι το τέλος σου.

Πώς θα πρέπει να διαβάσουμε τις κρυπτικές επισημάνσεις του Αριστοτέλη; Θα το δείξω με μια παρομοίωση από τον κόσμο των ΜΚΟ:

Από αυτά που έχω δει και καταλάβει, οι περισσότερες ΜΚΟ ξεκινάνε με κάποιον ευγενή στόχο (προστασία προσφύγων, φορέων HIV, απειλούμενων ειδών κ.α. – το τέλος της ΜΚΟ) και τον υπηρετούν αφοσιωμένα. Αρχικά. Στην πορεία όμως μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο. Σε κάτι που έχει πρωταρχικό σκοπό τη διατήρηση της ΜΚΟ – να συνεχίζει να υπάρχει το μαγαζί, να πληρώνονται οι λογαριασμοί, να τυπώνονται τα φυλλάδια, να γράφονται καινούργια μέλη κ.λπ. – και μόνο σε δεύτερο λόγο τον ευγενή στόχο. Για την ακρίβεια, κατά τη μεταμόρφωσή τους οι ΜΚΟ χρησιμοποιούν τον ευγενή στόχο ως μάρκετινγκ για την επιβίωσή τους. Από εκεί που στην αρχή η ΜΚΟ δούλευε π.χ. για τη χειραφέτηση των εθνοτικών μειονοτήτων, στην πορεία αρχίζει να δουλεύει έτσι ώστε να στέλνει αναφορές στον ΟΗΕ για κάτι που μπορεί να παρουσιαστεί ως χειραφέτηση των εθνοτικών μειονοτήτων προκειμένου να ενταχθεί στο Πρόγραμμα Τάδε και να πάρει την επιδότηση. Από εκεί που ο ευγενής στόχος ήταν αυτοσκοπός, στην πορεία γίνεται το μέσο για την επίτευξη ενός άλλου σκοπού (= τη διατήρηση του μαγαζιού). Διάβασα και τον Κάρλο Πετρίνι εδώ, λέει για «μεγάλες ΜΚΟ που ξεκίνησαν με ευγενή κίνητρα και κατέληξαν να αποτελούν οργανώσεις που ενδιαφέρονται μόνο να πληρώνουν τους μισθούς στους υπαλλήλους τους» – αυτό το φαινόμενο πρέπει να είναι οικουμενικό. Δεν γίνεται με κακοβουλία (τις περισσότερες φορές) ούτε συνειδητά. Όμως σιγά-σιγά εξαντλείται το αρχικό κεφάλαιο κι ο ενθουσιασμός, τα μέλη κουράζονται να βάζουν συνεχώς λεφτά από την τσέπη τους, να ξενυχτάνε, να τους χάνουν από τα σπίτια τους, οπότε προσαρμόζονται σε έναν επαγγελματισμό και δουλεύουν κατά τέτοιον τρόπο ώστε όχι ακριβώς να παράγουν έργο, αλλά να μπορούν να δηλώνουν ότι παράγουν έργο (έχει διαφορά). Οπότε λοιπόν η ΜΚΟ συνεχίζει να υπάρχει κι ο ΟΗΕ συνεχίζει να παραπονιέται ότι κάθε χρόνο πετιούνται δισεκατομμύρια δολάρια για την καταπολέμηση της φτώχειας στον Τρίτο Κόσμο με πενιχρά αποτελέσματα...

Κάπως έτσι λοιπόν κρίνω ότι πρέπει να διαβάσουμε τον Αριστοτέλη: είμαστε ΜΚΟ που συνεχώς αποκλίνουμε αδιόρατα και ασυνείδητα από το τέλος μας, το μόνο που μπορεί να μας δώσει την ευτυχία. Μεταμορφωνόμαστε σε κάτι άλλο, βάζουμε διαφορετικές προτεραιότητες, αποκτούμε διαφορετικό τρόπο σκέψης και ναι μεν επιτυγχάνουμε πολλά, όχι όμως την ευτυχία. Κάτι που μας δίνει ένα δεύτερο κριτήριο:
(2) Η αποτυχία της ευτυχίας είναι μια πράξη αυτοπαγίδευσης, αυτοεξαπάτησης, όχι μια βουλητική απόφαση αλλοτρίωσης. Ίσως να βάζουμε στόχο την ευτυχία, όμως συνεχώς κάνουμε μικρούς συμβιβασμούς και κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας με διάφορα προσχήματα, οπότε αποκλίνουμε από αυτήν όλο και περισσότερο. Κάπως έτσι η ζωή μετατρέπεται σε ποιήμα Κικής Δημουλά... 
Από μνήμης ένα στιχάκι του Τζελαλεντίν Ρουμί (νομίζω): «Η μοίρα χάραξε αδιάλλαχτες πορείες / Κι η αδυναμία τη θέληση πάει να γραπώσει / Σχωρνάμε τον εαυτό μας με δικαιολογίες / Και τη μοίρα βοηθάμε να μας εξοντώσει».


Βίκτωρ Φρανκλ 
Είναι αλήθεια ότι ο Αριστοτέλης άφησε ανοιχτά πολλά ερωτήματα για το τέλος μας. Εκτός αυτού, έθετε και μια προϋπόθεση για την ευτυχία: να έχει κανείς τουλάχιστον ένα μίνιμουμ ικανοποίησης. Δηλαδή, δεν πίστευε ότι μπορεί να ευτυχήσει κάποιος που έτυχε να γεννηθεί φτωχός ή άσχημος σαν τέρας ή να χάσει πρόσφατα ένα αγαπημένο πρόσωπο κ.α. Ο Βίκτωρ Φρανκλ βίωσε την κατάπτωση στην πιο ζοφερή της μορφή, πιο μίνιμουμ κι από το μίνιμουμ: Εβραίος από την Αυστρία που πέρασε τρία χρόνια σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, καθημερινά με την απειλή του θανάτου. Ήταν τυχερός και επιβίωσε, όμως προβληματίστηκε πολύ για τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους αντιδρούσαν οι κρατούμενοι στην κόλαση του στρατοπέδου. Άλλοι παραιτήθηκαν κι έπεσαν σε μια κατάσταση βραδυφλεγούς αυτοκτονίας, άλλοι συνέχισαν να αγωνίζονται• άλλοι έγιναν εγωιστές και σκληροί, άλλοι έγιναν αλληλέγγυοι και κράτησαν ηθικές στάσεις• μετά την απελευθέρωσή τους, άλλοι έπεσαν σε αυτοκαταστροφική κατάθλιψη την οποία δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν, άλλοι στάθηκαν γρήγορα στα πόδια τους και ξανάχτισαν τη ζωή τους. Ένα από τα βασικότερα συμπεράσματα του Β. Φρανκλ ήταν ότι μπορεί κάποιος να εργαστεί για την ευτυχία του (όχι να ευτυχήσει αλλά να εργαστεί για την ευτυχία του) ακόμα και στον πάτο του πηγαδιού, στον ζόφο των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Σταχυολογώ από το βιβλίο του, Man’s Search for Meaning (1946), τα σημεία που με ενδιαφέρουν, τις παρατηρήσεις του για το θέμα της ευτυχίας:

Ο Β. Φρανκλ είπε ότι δεν μπορείς ν’ αποφασίσεις να είσαι ευτυχισμένος, όπως αποφασίζεις π.χ. να σκεφτείς θετικά ή να συγκρατήσεις τα νεύρα σου. Αυτό πηγαίνει κόντρα στη λογική του don’t worry be happy. Αν δεν θέλουμε να παίζουμε με τις λέξεις, τότε μπορείς να είσαι ευτυχισμένος μόνο αν έχεις τον λόγο για να είσαι. Αν τον έχεις, τότε η ευτυχία θα προκύψει αυτόματα. Αν δεν τον έχεις, τότε απλά γίνεσαι ηθοποιός που παίζει έναν ρόλο. Δεν είναι στο χέρι σου να είσαι ευτυχισμένος, στο χέρι σου είναι μόνο να χτίσεις τον λόγο από τον οποίο θα προκύψει η ευτυχία. Κάτι που μας δίνει ένα ακόμη κριτήριο:
(3) Η ευτυχία είναι σαν σπίτι που χρειάζεται θεμέλια. Αν δεν υπάρχουν αυτά, τότε δεν μπορεί να υπάρξει και η ευτυχία. Δεν είναι μια υποκειμενική ψυχολογική κατάσταση που είναι στο χέρι σου να δημιουργήσεις
Όμως το πιο σημαντικό που επεσήμανε ο Βίκτωρ Φρανκλ είναι ότι η ευτυχία δεν μπορεί να επιδιωχθεί ευθέως. Μπορούμε να επιδιώξουμε ευθέως μόνο το τέλος μας, αυτό για το οποίο γεννηθήκαμε. Αν το κάνουμε, τότε η ευτυχία θα προκύψει ως παραπροϊόν. Όπως ακριβώς ο Ορφέας δεν μπορούσε να επιδιώξει ευθέως την Ευρυδίκη, μπορούσε μόνο να συγκεντρωθεί στη μουσική του και να έχει εμπιστοσύνη ότι η Ευρυδίκη θα τον ακολουθεί – κατά κάποιον τρόπο, ότι η Ευρυδίκη θα προκύψει ως παραπροϊόν της μουσικής του.

Αυτό δίνει μια παραπάνω ιδέα για τον τρόπο που εξαπατούμε τον εαυτό μας και μετατρέπουμε τη ζωή μας σε ποιήμα Κικής Δημουλά. Κάνουμε το λάθος του Ορφέα και επιδιώκουμε κάτι το οποίο μπορεί μόνο να προκύψει. Είναι λίγο σαν να επιδιώκουμε να μας πάρει ο ύπνος το βράδυ, κάτι που δεν μπορεί να γίνει ευθέως – συνήθως μάλιστα άμα το επιδιώξουμε ευθέως, θα έχουμε το αντίθετο αποτέλεσμα. Πρέπει απλώς να ηρεμήσουμε, να αφεθούμε και να έχουμε εμπιστοσύνη ότι ο ύπνος θα έρθει ως παραπροϊόν της ηρεμίας. Ο Β. Φρανκλ το παρομοίαζε με την ερωτική ηδονή: συνήθως όσο περισσότερο το ζευγάρι την επιδιώκει, τόσο δυσκολότερο γίνεται να την επιτύχει. Η ερωτική ηδονή είναι κάτι που πρέπει να προκύψει ως παραπροϊόν, όχι να επιδιωχθεί ευθέως. Το ίδιο ακριβώς και η ευτυχία.
(4) Ο τρόπος του Ορφέα: η ευτυχία δεν μπορεί να επιδιωχθεί ευθέως, μπορεί μόνο να προκύψει ως παραπροϊόν. Η νοοτροπία στην οποία καλλιεργηθήκαμε είναι να επιδιώκουμε πράγματα, να στοχεύουμε, να σχεδιάζουμε, να προγραμματίζουμε, να εργαζόμαστε για στόχους, να αποσκοπούμε σε προϊόντα, όχι παραπροϊόντα. Όμως αν θέλουμε κάποια μέρα να πούμε, «είμαι ευτυχισμένος!», πρέπει να το σκεφτούμε διαφορετικά. 
H επίτευξη της ευτυχίας στη ζωή μοιάζει με ένα καράβι που συνεχώς το χτυπάει πλάγιος άνεμος και αποκλίνει από τον προορισμό του:





Το Ε είναι η ευτυχία. Το παχύ πράσινο βελάκι είναι η αυτοεξαπάτηση, ότι επιδιώκουμε κάτι το οποίο μπορεί μόνο να προκύψει. Οπότε, αν κάποιος στοχεύσει στην ευτυχία και την επιδιώξει ευθέως, θα καταλήξει τελικά στο ΚΔ (= ποίημα Κικής Δημουλά), θα φτάσει μια μέρα να ομολογήσει στον εαυτό του: «δεν είμαι ευτυχισμένος...». Ό,τι επιδιώξει κανείς, θα καταλήξει στον πιο κάτω προορισμό. Προκειμένου να πετύχει την ευτυχία, αυτό που θα πρέπει να επιδιώξει ευθέως είναι το Τ, το τέλος του, το κόκκινο βελάκι στην παραπάνω εικόνα. Και τότε η ευτυχία θα προκύψει ως παραπροϊόν.

Η επόμενη επισήμανση του Β. Φρανκλ αποσαφηνίζει περισσότερο την παρατήρηση του Αριστοτέλη, ότι ευτυχία και ικανοποίηση είναι διαφορετικά ζώα. Ο Β. Φρανκλ έφτασε κι αυτός σε παρόμοιο συμπέρασμα, συγκεκριμένα ότι η ευτυχία δεν προκύπτει από την προσπάθεια για αύξηση των ευχάριστων, ικανοποιητικών ή άνετων στιγμών στη ζωή μας, δεν προκύπτει από την προσπάθεια για μείωση των οδυνηρών στιγμών. Έτσι ακριβώς το έβλεπε ο Επίκουρος και ο Bentham, όμως μακάρι να ήταν τόσο απλή η ζωή... Ο πόνος μπορεί κι αυτός να έχει θέση στην επίτευξη της ευτυχίας. Ακόμα και περιστατικά κακοπάθειας ή οδύνης μπορούν, παρόλα αυτά, να συντελέσουν στην ευτυχία κάποιου. «Κατά κάποιον τρόπο, ο πόνος σταματάει να είναι πόνος αν αποκτήσει ένα νόημα, για παράδειγμα το νόημα της θυσίας», έλεγε ο Β. Φρανκλ• θυμηθείτε τη σκηνή από το The Straight Story του David Lynch όπου ο Άλβιν θυσίασε σκόπιμα την άνεση και την ταχύτητα ενός αυτοκινήτου για την ταλαιπώρια και τη βραδύτητα του μηχανήματός του• ο Ζαν Πολ Σαρτρ έλεγε για τα νιάτα του στη γαλλική Αντίσταση ότι ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής του, κι ότι ποτέ δεν κατάφερε να ξανανιώσει τέτοια ευτυχία, παρόλο που τότε κινδύνευε κάθε μέρα να προδωθεί και να σκοτωθεί• «υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλιτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα», έλεγε το τραγούδι του Θεοδωράκη, δηλαδή ακόμα και τα βάσανα παύουν να είναι βάσανα αν χρησιμεύσουν ως θυσία για κάτι (για το παιδί, στη συγκεκριμένη περίπτωση): ο τρόπος που το έβλεπε ο Β. Φρανκλ, και συμφωνώ μαζί του, είναι ότι αυτό που κάνει τη ζωή κόλαση δεν είναι ακριβώς η κακοπάθεια καθαυτή, αλλά η κακοπάθεια που δεν συνοδεύεται από κάποιο νόημα (για παράδειγμα, το νόημα της θυσίας).

Η ζωή λοιπόν δεν είναι μια αφελής λογιστική μεταξύ ηδονής και οδύνης, δεν είναι μια συνάρτηση προσδοκώμενης χρησιμότητας, όπως στα Οικονομικά των δογματικών, όπου καλούμαστε να μεγιστοποιήσουμε την ευχαρίστηση και να ελαχιστοποιήσουμε την κακοπάθεια. Ο Bentham το έβλεπε ακριβώς έτσι, είχε προσπαθήσει μάλιστα να φτιάξει κι έναν μαθηματικό λογισμό ευτυχίας (“felicific calculus”). Όμως αυτή η αφελής αντίληψη της ζωής ως λογιστική μεταξύ ηδονής και οδύνης είναι συνταγή αποτυχίας για την επίτευξη της ευτυχίας, δρόμος που οδηγεί σε ένα μελλοντικό: «δεν είμαι ευτυχισμένος...». Η ευτυχία δεν είναι μαθηματικό μέγεθος, είναι ηρωικό μέγεθος.
(5) Ο πόνος, η κακοπάθεια μπορούν να έχουν θέση στην επίτευξη της ευτυχίας. Η ευτυχία δεν προκύπτει από την προσπάθεια για αύξηση των ευχάριστων, ικανοποιητικών ή άνετων στιγμών στη ζωή μας, δεν προκύπτει από την προσπάθεια για μείωση των οδυνηρών στιγμών. Θα πρέπει να το σκεφτείς διαφορετικά εδώ. 
Ο Β. Φρανκλ έδωσε κι ένα σημάδι ότι είσαι στο σωστό δρόμο ώστε να πεις κάποτε «είμαι ευτυχισμένος!» Το σημάδι αυτό είναι η εσωτερική ένταση. Αν αυτό που διαπιστώνεις στον εαυτό σου είναι γαλήνη, άνεση και εσωτερική ισορροπία, τότε πρόσεχε μην έχεις πάρει το μονοπάτι το πονηρό που πάει ντουγρού στην κατηφόρα τη μεγάλη, τον δρόμο που οδηγεί σε ένα μελλοντικό «δεν είμαι ευτυχισμένος...». Αντίθετα, τα σωστά σημάδια είναι αυτά της εσωτερικής έντασης: ταραχή, έγνοια, αίσθηση ότι καταβάλεις προσπάθεια, ότι αντιμετωπίζεις προκλήσεις... τέτοια πράγματα.
(6) Trouble is a friend, έλεγε το τραγούδι της Lenka. «Η εσωτερική ένταση είναι αναπόσπαστη προϋπόθεση της ψυχικής υγείας», έλεγε ο Β. Φρανκλ. Είναι το σωστό σημάδι ότι βρίσκεσαι στον δρόμο για να πεις κάποτε: «είμαι ευτυχισμένος!»  
Για την ακρίβεια, ο Β. Φρανκλ έδωσε κι ένα δεύτερο σημάδι ότι βρίσκεσαι στον σωστό δρόμο: το χιούμορ.


Κίρκεγκορ: Ζώντας Κριτικά
Αυτό που ο Αριστοτέλης έλεγε τέλος, ο Κίρκεγκορ το έλεγε σχέδιο του Θεού για τον εαυτό (God’s plan for the self). Φοβάμαι ότι θα αντιδράσετε στη χριστιανική ορολογία του Κίρκεγκορ γι’ αυτό και παίρνω το θάρρος να τον αποδώσω λίγο πιο ελεύθερα.

Και ο Κίρκεγκορ συμφωνούσε με τον Αριστοτέλη ότι το πραγματικό σου βιογραφικό είναι το τέλος σου, αυτό για το οποίο έχεις γεννηθεί. Όμως με ποιον τρόπο το έβλεπε;

- Το τέλος σου είναι αυτό για το οποίο είσαι διατεθειμένος να ζήσεις και να πεθάνεις («αυτό που πραγματικά θέλω είναι να ξεκαθαρίσω τι πρέπει να κάνω, όχι τι πρέπει να μάθω ... το μόνο που έχει σημασία είναι να βρω μια αλήθεια που να είναι αλήθεια για μένα, να βρω αυτό για το οποίο προτίθεμαι να ζήσω και να πεθάνω», έλεγε)

- Το να ταχθείς στο τέλος σου σημαίνει ότι η ζωή σου θα πρέπει να χρησιμεύει ως παράδειγμα γι’ αυτό. Θα πρέπει να μπορείς να παρουσιάσεις τη ζωή σου ως παράδειγμα για κάτι. Να το βεβαιώνεις με τις πράξεις, τη στάση και τη συμπεριφορά σου (όχι με τα λόγια ή τη θεωρητική σου γνώση ή τις αναρτήσεις στο facebook).

- Κάπου μάλιστα έλεγε κι ένα γοητευτικό, ότι μόνο άμα ταχθείς στο τέλος σου μπορείς πραγματικά να έχεις όνομα (“your name divinely understood” ήταν η έκφρασή του). Όλα αυτά τα Μαρία, Δημήτρης, Γιάννης, Βάσω κ.λπ. είναι απλώς ετικέτες, δεν είναι τα πραγματικά μας ονόματα• μόνο το τέλος σου είναι αυτό που σου δίνει το όνομά σου. Όποιος δεν μπορεί να παρουσιάσει τη ζωή του ως παράδειγμα για κάτι, δεν έχει και όνομα, μόνο ετικέτα.

- Το τέλος σου, έλεγε ο Κίρκεγκορ, δεν είναι κάτι που μπορείς να ορίσεις εσύ ο ίδιος, δεν είναι στο χέρι σου. Μπορείς μόνο να το ανακαλύψεις, με τον ίδιο τρόπο που κάποιος ανακαλύπτει ότι έχει μουσικό αυτί, ταλέντο στη ζωγραφική κ.λπ. Έτσι ακριβώς έβλεπε τη ζωή ο Κίρκεγκορ και συμφωνώ μαζί του: μια διαρκής πράξη αυτοανακάλυψης μέσα από τις εμπειρίες και τις καταστάσεις στις οποίες εμπλεκόμαστε. Κάτι που μας δίνει ακόμα ένα κριτήριο:
(7) Το τέλος μας δεν το ορίζουμε εμείς οι ίδιοι, δεν είναι στο χέρι μας, μόνο το ανακαλύπτουμε μέσα από το υλικό της ζωής και των εμπειριών μας. 
Εδώ όμως ο Κίρκεγκορ είχε πολλά περισσότερα να παρατηρήσει για το θέμα που άφησε ανοιχτό ο Αριστοτέλης: πώς ανακαλύπτουμε αυτό για το οποίο έχουμε γεννηθεί, το μόνο που μπορεί να μας δώσει κάποτε την ευτυχία; Δίνω πρώτα μερικές πιθανές απαντήσεις:

- Ακολουθούμε κάποια θρησκευτική διδασκαλία, αυτή που μας ταιριάζει περισσότερο.

- Ακολουθούμε κάποια βιοτική φιλοσοφία, αυτή που μας ταιριάζει περισσότερο.

- Ακολουθούμε τα διδάγματα της επιστήμης για τον άνθρωπο, είτε ως κοινωνικό είτε ως βιολογικό ον.

- Ακολουθούμε το παράδειγμα των πολλών. Όπως οι περισσότεροι, δίνουμε πανελλήνιες, παίρνουμε κάποιο πτυχίο, παντρευόμαστε, κάνουμε οικογένεια, διακοπές μια φορά τον χρόνο, χτίζουμε καριέρα, αγοράζουμε αυτοκίνητο κ.λπ.

- Κάνουμε ψυχανάλυση ώστε να βρούμε τον εαυτό μας.

- Μονάζουμε ώστε να γνωρίσουμε το βάθος της ψυχής μας μέσα από την προσευχή, τον διαλογισμό, τις πνευματικές ασκήσεις κ.λπ.

- Ούτε καν απασχολούμαστε με τέτοια θέματα, τα βγάζουμε από το μυαλό μας και αφοσιωνόμαστε στα άμεσα προβλήματα της ζωής μας.

Κανένα από τα παραπάνω, έλεγε ο Κίρκεγκορ! Όλα αυτά είναι εγγυήσεις αποτυχίας, δρόμοι που οδηγούν στο «δεν είμαι ευτυχισμένος...». Ο Κίρκεγκορ μάλιστα έλεγε κάτι ακόμα ισχυρότερο: ότι δεν υπάρχει απολύτως τίποτα, καμία θεωρία, συνταγή, πεπατημένη, συμβουλή, φιλοσοφία, σοφία ηλικιωμένων, βιοτικός κανόνας που θα μας υποδείξει το τέλος μας, τίποτα, τίποτα, ΤΙΠΟΤΑ. Γιατί όμως;

Ο Κίρκεγκορ απέρριπτε όλες τις συνταγές για την ευτυχία διότι η αφετηρία του ήταν η μόνιμη αυτοεξαπάτηση όλων μας (το παχύ πράσινο βελάκι στην παραπάνω εικόνα). Όποια συνταγή κι αν ακολουθήσουμε, είναι σίγουρο ότι θα κάνουμε ασύνειδους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις – και θα τις εκλογικεύσουμε κιόλας για να τις δικαιολογήσουμε στον εαυτό μας, θα νομίζουμε ότι είμαστε χαρούμενοι όμως μετά από καιρό θα ομολογήσουμε ότι τελικά δεν ήμασταν. Ουσιαστικά, με τον εαυτό μας είναι που παλεύουμε, όχι τόσο με τις εξωτερικές καταστάσεις.

- Το «παλεύω με τις εξωτερικές καταστάσεις» είναι το χαρακτηριστικό όλων των σύγχρονων επιστημών που ασχολούνται με τον άνθρωπο• το χαρακτηριστικό όμως του τρόπου που το έβλεπε ο Κίρκεγκορ (κι ο Β. Φρανκλ) είναι: «ουσιαστικά, παλεύεις με τον εαυτό σου».

- Όλα τα λεφτά στη συμβατική επιστημονική στάση είναι η μεγιστοποίηση της ικανοποίησης που λαμβάνεις από εξωτερικές καταστάσεις έχοντας δεδομένες ανάγκες και επιθυμίες• όλα τα λεφτά στην οπτική του Κίρκεγκορ είναι ότι δεν ξέρεις καν τις ανάγκες και τις επιθυμίες σου. Η αυτοεξαπάτηση.

Στη σημερινή εποχή, μετά και το Νόμπελ στον Danny Kahneman, δεν ακούγονται πλέον εξωφρενικές οι παρατηρήσεις του Κίρκεγκορ για τον θεμελιώδη ρόλο της αυτοεξαπάτησης. Στον καιρό του όμως, μέσα 19ου αιώνα, ήταν πολύ μόνος όταν τα έλεγε. Πάντως μας δίνει ακόμα ένα κριτήριο:
(8) Ένα ανησυχητικό σημάδι ότι βρίσκεσαι σε τροχιά ποιήματος Κικής Δημουλά είναι όταν νιώθεις μόνιμα ότι παλεύεις με εξωτερικές καταστάσεις και γεγονότα. Ένα σημάδι ότι βρίσκεσαι στον σωστό δρόμο είναι όταν φτάνεις συχνά στη διαπίστωση: «τελικά, με τον εαυτό μου είναι που παλεύω»
Να δώσω ένα παράδειγμα γι’ αυτήν την αυτοεξαπάτηση. Τα διάφορα happiness index, οι δείκτες των Οικονομικών που υποτίθεται ότι μετράνε τη συλλογική ευτυχία κάθε χώρας, ξεκίνησαν βασισμένα σε ερωτηματολόγια και υποκειμενικές κρίσεις: «πόσο χαρούμενος αισθάνεστε;», «πόσο ικανοποιημένος είστε από τη ζωή σας;» κ.λπ. Η κριτική που έκανε εδώ ο Αμάρτυα Σεν (ο οποίος συχνά τοποθετείται πιο κοντά στον Κίρκεγκορ παρά στη συμβατική επιστημονική στάση) είναι ότι δεν είμαστε οι καλύτεροι κριτές για την προσωπική μας χαρά. Αντιγράφω το επίμαχο σημείο (από το Utilitarianism and Welfarism, σελ. 475):
Σκεφτείτε έναν που αναγκάζεται να δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ, είναι πολύ στερημένος, φτωχός, άρρωστος και θύμα εκμετάλλευσης, όμως πείθεται να είναι ικανοποιημένος με τον λαχνό που του έτυχε στη ζωή (ας πούμε, λόγω θρησκευτικής ή πολιτικής προπαγάνδας, ή κοινωνικής πίεσης). Είναι δυνατόν να πιστέψουμε ότι αυτός ο άνθρωπος είναι πραγματικά ευτυχισμένος και ικανοποιημένος; Είναι δυνατόν να ζει μια καλή ζωή;  
Έτσι ακριβώς την πατάμε κι εμείς. Θα πρέπει να δούμε τον εαυτό μας σαν τον άνθρωπο στο παράδειγμα του Σεν, όμως ο προπαγανδιστής που μας αποκοιμίζει είμαστε εμείς οι ίδιοι. Κάποιος που απαντάει, «είμαι καλά», δεν σημαίνει ότι είναι καλά, ακόμα κι αν το πιστεύει ειλικρινά. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα, ότι το πιστεύει ειλικρινά. Αυτό είναι το πρόβλημα όλων μας. Οπότε, έλεγε ο Κίρκεγκορ, χρειάζεται ένα είδος κριτικότητας απέναντι στον εαυτό και στη ζωή μας, αν θέλουμε κάποτε να πετύχουμε την ευτυχία. Χρειάζεται η συνειδητοποίηση ότι δεν είμαστε οι καλύτεροι κριτές ακόμα και για την προσωπική μας χαρά.

Διότι κατά βάθος την ξέρουμε την απάντηση! Είναι ειρωνικό: εκατομμύρια άνθρωποι σήμερα δεν είναι ευτυχισμένοι, ψάχνουν να βρουν τον εαυτό τους, αναρωτιούνται τι θέλουν από τη ζωή, γυρεύουν απαντήσεις. Όμως κατά βάθος ξέρουν τις απαντήσεις. Το θέμα δεν είναι ότι δεν ξέρουν τι ψάχνουν, το θέμα είναι ότι δεν έχουν το θάρρος και την τιμιότητα προς τον εαυτό τους να το παραδεχτούν, οπότε χαραμίζουν συνεχώς τη μεγάλη χαρά (ευτυχία) για τη μικρή (ικανοποίηση), βρίσκουν τρόπο να εξαπατήσουν τον εαυτό τους εκλογικεύοντάς το και.... καταντά το αύριο σαν αύριο να μη μοιάζει. Ο Πολίτης Κέιν, που από αντισυστημικός και ριζοσπάστης μεταμορφώθηκε σε μέρος του συστήματος το οποίο κάποτε πολεμούσε, ήξερε κατά βάθος ότι συμβιβαζόταν και εξαπατούσε τον εαυτό του, όμως δεν είχε το κουράγιο να το παραδεχτεί. Μια ΜΚΟ που ξεκίνησε με αφοσίωση και πάθος για έναν ευγενή στόχο όμως στην πορεία τα μέλη της κουράστηκαν και συμβιβάστηκαν σε έναν επαγγελματισμό, ήξεραν κατά βάθος ότι αυτοεξουδετερώνονται. Όμως δεν είχαν το θάρρος και την τιμιότητα προς τον εαυτό τους να το παραδεχτούν. Ή, μια εναλλακτική διατύπωση: απέτυχαν να κρατήσουν μια κριτική στάση απέναντι στον εαυτό τους. Από συνέντευξη του N.N.Taleb στους Financial Times:
- (ΕΡΩΤΗΣΗ) Φιλοδοξία ή ταλέντο; Ποιο είναι πιο σημαντικό για την επιτυχία; 
- (ΑΠΑΝΤΗΣΗ) Και τα δυο είναι νεωτερικές σαχλαμάρες. Η επιτυχία είναι κάτι που έχει να κάνει με το αίσθημα τιμής, με την αίσθηση ότι ζεις σύμφωνα με ηθικές αρχές, με την απουσία ντροπής για τον εαυτό σου, δεν είναι κάποιο μετρήσιμο εξωτερικό μέγεθος όπως θέλουν οι εφημερίδες.  
Όπως το θέτει ο Taleb, είναι σαν μόνιμα να ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας. Για τους συμβιβασμούς που έχουμε κάνει, τις ατολμίες και τις υποχωρήσεις μας. Οπότε, συνηθίζουμε σ’ αυτή τη μόνιμη ντροπή, στη μόνιμη απουσία τιμής, συναναστρεφόμαστε με άλλους που εξίσου ντρέπονται για τον εαυτό τους και αλληλοπαρηγοριόμαστε ταυτίζοντας την επιτυχία με το εισόδημα ή με τη δημοσιότητα ή με τις περγαμηνές μας κ.λπ. Έτσι θα πρέπει να το δούμε.

Σημειώστε στην παραπάνω φράση του Taleb κι αυτό το κιρκεγκαρντιανό, αντι-επιστημονικό στοιχείο που είπαμε πιο πριν: κατά βάθος, με τον εαυτό μου είναι που παλεύω, όχι με τις εξωτερικές καταστάσεις («η επιτυχία δεν είναι ένα μετρήσιμο εξωτερικό μέγεθος»).

Η κριτική λοιπόν στάση απέναντι στη ζωή και στον εαυτό μας συνίσταται στο να παραδεχτούμε ότι, κατά βάθος, ξέρουμε τις απαντήσεις, αυτό που ψάχνουμε. Και το ξέρουμε μέσα από το υλικό των εμπειριών και της ζωής μας, ό,τι κι αν είναι αυτή, μικρή ή μεγάλη, σπουδαία ή ασήμαντη. Διότι όλοι κατά καιρούς νιώσαμε ψήγματα από τη βαθιά εσωτερική πλήρωση, την οργιαστική ζεστασιά της ευτυχίας, νιώσαμε ότι ζούμε πραγματικά, όμως δεν βρήκαμε το κουράγιο να πάρουμε τα απαραίτητα ρίσκα και να κάνουμε τις αναγκαίες θυσίες για να παραμείνουμε στην τροχιά της μεγάλης χαράς (ευτυχία). Φοβηθήκαμε και πισωπατήσαμε στον κικηδημουλισμό.

Είναι γεγονός: η ζωή προσφέρει σε όλους μας τις ενδείξεις της ευτυχίας. «Τη ζωή τη ζούμε προς τα μπρος όμως την κατανοούμε προς τα πίσω», σχολίαζε ο Κίρκεγκορ. Πότε είπες «είμαι ζωντανός!», πότε ένιωσες ότι έζησες πραγματικά; Και αντίστροφα: πότε μοιάζει ότι η ζωή κύλησε σαν νερό, πέρασε και δεν άγγιξε; Πότε μοιάζει σαν να υπάρχει ένα κενό ζωής; Όπως έλεγε κι ο Τσάκωνας σ’ αυτή τη σκηνή από το Μάθε Παιδί Μου Γράμματα: «Έξι χρόνια στο δημοτικό... και έξι χρόνια στο γυμνάσιο, δώδεκα... και έξι χρόνια στο πολυτεχνείο, δεκαοχτώ... και έξι χρόνια στο εξωτερικό, είκοσι τέσσερα... και έξι χρόνια μέχρι που να πάω σχολείο, τριάντα... μέχρι τα τριάντα έξι που είμαι τώρα, λείπουν άλλα έξι χρόνια... Πού πήγαν; Τι γίναν έξι χρόνια;»

Ένα από τα πιο ανατριχιαστικά πράγματα που διάβασα ποτέ στο ίντερνετ ήταν εδώ, τα τελευταία λόγια ενός παππού στο νεκροκρέβατό του:
Πριν λίγες δεκαετίες, ένας φίλος μου είπε την περίπτωση του ετοιμοθάνατου παππού του, ενός ανθρώπου που ποτέ δεν κυνήγησε τα όνειρα που είχε στα νιάτα του. Ούτε καν προσπάθησε, για διάφορους λόγους. Όταν ήταν πια στο νεκροκρέβατο, μια από τις τελευταίες του κουβέντες στον εγγονό του ήταν:
«Τι; Δηλαδή, αυτό ήταν;» (“What? So that was it?”) 
Ετοιμάζεσαι να πεθάνεις, αναλογίζεσαι τη ζωή που (δεν) έζησες και το μονο που έχεις να πεις είναι: «Τι, δηλαδή, αυτό ήταν;»... Σαν πολυδιαφημισμένη ταινία που πηγαίνεις να τη δεις όλος προσδοκία, όμως τελικά βγαίνεις από το σινεμά απογοητευμένος, έχασες δυο ώρες από τη ζωή σου. Ή και την ίδια τη ζωή σου.

Σε αντίθεση μ’ αυτό, μπορούμε να δούμε τον φοβερό κύριο Τζιάκομο Καζανόβα, έναν τυχοδιώκτη του 18ου αιώνα που ταξίδεψε όλη την Ευρώπη από περιπέτεια σε περιπέτεια, από γυναίκα σε γυναίκα, από σκάνδαλο σε σκάνδαλο, κι από πάτρωνα σε πάτρωνα. Γνώρισε τον Γκαίτε, τον Ρουσσώ και τον Μότσαρτ, φυλακίστηκε, δραπέτευσε, ερωτεύτηκε (αμέτρητες φορές), υπέφερε, έμαθε να χειρίζεται τους ανθρώπους, έγινε γιατρός, μουσικός, στρατιωτικός, νομικός, ελευθεροτέκτονας, χαρτοπαίκτης, μοναχός, κυβερνητικός αξιωματούχος, θαυματοποιός, κατάσκοπος, αλχημιστής, ρισκάρισε τη ζωή του, μονομάχισε με μαρκήσιους και αξιωματικούς, έκανε απίθανες φάρσες, άνοιξε ένα εργοστάσιο, του το φάγαν τα χρέη και οι γυναίκες, έγραψε ένα θεατρικό έργο... έκανε πολλά. Δεν ήταν όλα ευχάριστα. Πέρασε από βάσανα και μεγάλες αγωνίες. Πολλές φορές έχασε τα πάντα και ξεκίνησε από το μηδέν. Πολλές φορές πίστεψε ότι έφτασε το τέλος του. Όμως, όπως το έθετε ο ίδιος, όταν σε μεγάλη ηλικία πλέον κάθισε να γράψει τα απομνημονεύματά του: «Δεν μπορώ να το αρνηθώ, vixi» – δηλαδή έζησα, στα λατινικά.

Οι περίοδοι της ζωής μας που αποπνέουν μια αίσθηση vixi, ότι ζήσαμε πραγματικά, είναι αυτές όπου βρήκαμε το κουράγιο και προσανατολιστήκαμε στο τέλος μας. Και αντίστροφα: οι περίοδοι που μοιάζουν χαμένες, κενό ζωής, είναι αυτές που φοβηθήκαμε και απομακρυνθήκαμε από το τέλος μας. Το θέμα δεν είναι κάποιο είδος διανοητικής γνώσης, το θέμα είναι να έχουμε το θάρρος και την τιμιότητα προς τον εαυτό μας να παραδεχτούμε ότι, κατά βάθος, ξέρουμε τις απαντήσεις. Αυτό είναι το ζώντας κριτικά του Κίρκεγκορ. Και μόνο έτσι μπορούμε να ανακαλύψουμε το τέλος μας, δεν υπάρχει άλλος τρόπος: επισκευάζοντας το καράβι εν πλω, σανίδα τη σανίδα, με όποια κατανόηση έχουμε, χωρίς τίποτα το απόλυτο να κρατηθούμε – χωρίς κάτι να παίζει τον ρόλο του ναυπηγείου, χωρίς καμία θεωρία, μπούσουλα, συνταγή, μεγάλο μυστικό για τον άνθρωπο και τη ζωή. Όλα τα ναυπηγεία είναι εγγυήσεις αποτυχίας.
(9) Τη ζωή τη ζούμε προς τα μπρος όμως την κατανοούμε προς τα πίσω. Το τέλος μας εκδηλώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο στη ζωή μας, αφήνει μια αίσθηση vixi! Και αντίστροφα: όταν εξαπατάμε τον εαυτό μας και πισωπατάμε στον κικηδημουλισμό, μένουμε με την αίσθηση ότι κάποιος έκλεψε τα χρόνια μας. 
Θέλω όμως να συζητήσω περισσότερο το ζώντας κριτικά του Κίρκεγκορ, την επιμονή του ότι μόνο μέσα από το υλικό της ζωής και των εμπειριών μας θα ανακαλύψουμε το τέλος μας. Θα το δείξω με μια παρομοίωση από τις εμπειρικές έρευνες που έγιναν τις τρεις τελευταίες δεκαετίες στους ντιζάινερς (η λέξη εδώ σημαίνει αρχιτέκτονες, σχεδιαστές, προγραμματιστές, γραφίστες και άλλους συναφείς επαγγελματίες).

Στον χώρο του ντιζάιν έχει καταδειχθεί ότι ο τρόπος εργασίας των ντιζάινερ είναι αμεθοδικός. Η πράξη του ντιζάιν είναι μια διαρκής και αμφίδρομη αλληλεπίδραση μεταξύ του προσδιορισμού του προβλήματος και της εντόπισης λύσεων: κάποιες φορές ο προσδιορισμός οδηγεί σε συγκεκριμένες λύσεις, άλλες φορές η συγκεκριμενοποίηση μιας λύσης οδηγεί σε αναθεώρηση του προβλήματος, κι αυτό γίνεται συνεχώς. Ένα παράδειγμα εδώ που έχει μελετηθεί καλά είναι τα σκίτσα των αρχιτεκτόνων. Σχεδόν όλοι οι αρχιτέκτονες όταν ξεκινούν να δουλεύουν ένα πρόβλημα παράγουν σκίτσα εντατικά και ιδιοσυγκρασιακά – συνήθως μ’ ένα απλό μολύβι σ’ όποιο κομμάτι χαρτί βρεθεί μπροστά τους. Οι εμπειρικές έρευνες έδειξαν οι αρχιτέκτονες ανακαλύπτουν στοιχεία στα σκίτσα τους, τα οποία δεν είχαν υπόψη όταν τα σχεδίαζαν, και επίσης χρησιμοποιούν αυτές τις απρόσμενες ανακαλύψεις για να αναθεωρήσουν το πρόβλημα. Μια περίπτωση από την έρευνα της G. Goldschmidt (On visual design thinking, 1996):

Ένας φοιτητής αρχιτεκτονικής και στα πλαίσια πανεπιστημιακού μαθήματος είχε να σχεδιάσει ένα νηπιαγωγείο εντός αστικού ιστού, σχήματος L, σε ελαφρά επικλινές έδαφος, με τρεις χώρους δραστηριοτήτων, εξωτερικές παιδικές χαρές κ.α. Ο φοιτητής είχε ήδη ολοκληρώσει ένα σχέδιο, το οποίο είχε εγκριθεί από τους καθηγητές του. Δεν τον ικανοποιούσε όμως, είπε στους ερευνητές ότι έμοιαζε πολύ με τα σχέδια άλλων συμφοιτητών του, και ήθελε να το ξανασχεδιάσει από την αρχή.


Το αρχικό σχέδιο του φοιτητή για το νηπιαγωγείο 


Πρώτα κάθισε μπροστά από ένα κομμάτι χαρτί χωρίς να έχει κάποια ιδέα. Πήρε το μολύβι κι άρχισε να παίζει μ’ αυτό, η επιθυμία να κάνει κάτι ήταν ακαταμάχητη. Σχεδίασε την υπογραφή του. «Πραγματικά μ’ αρέσει η υπογραφή μου», μονολόγησε. Τη σχεδίασε και δεύτερη φορά, καθώς και μια τρίτη με μικρές παραλλαγές. Τη σχεδίασε εφτά φορές συνολικά, μέχρι που το χαρτί γέμισε με ελαφρώς διαφοροποιημένες υπογραφές. Προσηλώθηκε στην τελευταία. «Για δες, αν το κάνω σωστά, τότε τα δύο γράμματα της υπογραφής περιγράφουν έναν χώρο». Πήρε ένα χοντρότερο μολύβι και πάτησε τις γραμμές γύρω από τα δύο γράμματα. Ο χώρος έγινε ξεκάθαρος κι αυτό του ήρθε σαν αποκάλυψη. Σχεδίασε ακόμα μια ακόμα φορά την υπογραφή του ώστε να τονίζεται ο εσώκλειστος χώρος. Κατόπιν, πήρε αυτό το τμήμα της υπογραφής και το ταίριαξε σε ένα τοπογραφικό της περιοχής. «Αυτό κάτι λέει. Νομίζω πως μπορώ να το δουλέψω».

 Το σκίτσο αριστερά είναι το τμήμα της υπογραφής που απομόνωσε ο φοιτητής


Κατόπιν άρχισε να μεταμορφώνει το σχήμα σε κανονικό αρχιτεκτονικό σχέδιο και να εξετάζει πάνω σ’ αυτό τα δεδομένα του προβλήματος. Σε κάποια στιγμή είπε: «Είναι αυτό που ήθελα. Όχι εκείνες τις ευθείες, τακτοποιημένες γραμμές, τις κανονικές γωνίες και τα κυβάκια! Οι καμπύλες είναι όμορφες!» Σύντομα έφτιαξε ένα πρώτο σχέδιο με διακριτούς χώρους και περιοχές δραστηριοτήτων, και άρχισε να δουλεύει με μεγαλύτερη ακρίβεια το πρόβλημα: πού θα είναι η κυρία είσοδος; Τι θα κάνει με την κλίση του εδάφους; Θα βάλει σκαλοπάτια; κ.λπ. Έβαλε ένα λευκό φύλλο χαρτί επάνω στο προηγούμενο σκίτσο, το αντέγραψε κι άρχισε να καταπιάνεται από την αρχή με το πρόβλημά του. Σχεδίασε ένα βέλος για τον Βορρά ώστε να έχει αντίληψη για τη φωτεινότητα των χώρων. Επίσης άρχισε να μετράει και να κάνει υπολογισμούς πάνω στο σχέδιο.


Τμήμα από το χαρτί στο οποίο ο φοιτητής άρχισε να δουλεύει ακριβέστερα το σχέδιο


Κατόπιν, κι αφού ο φοιτητής είχε πλέον δουλέψει καλά όλα τα στοιχεία του προβλήματος, άρχισε να φτιάχνει τη μακέτα. Κατά τη διαδικασία αυτή, εντόπισε διάφορα άλλα θέματα τα οποία δεν είχε λάβει υπόψη προηγουμένως (π.χ. τα παράθυρα του νηπιαγωγείου) κι έκανε μικρές τροποποιήσεις.


Η μακέτα πριν τα τελικά σχέδια 


Μετά κι από τη μακέτα, άρχισε να σχεδιάζει τα τελικά σχέδια που θα παρέδιδε προς αξιολόγηση. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης στους καθηγητές, ο φοιτητής δεν αναφέρθηκε καθόλου στην υπογραφή του, είπε ότι δεν το θεώρησε σημαντικό. «Εξήγησε» ότι ο σκοπός του ήταν από την αρχή να φτιάξει ένα σχέδιο χωρίς ευθείες γραμμές και γωνίες, ότι για τόσο μικρά παιδιά είναι καλύτερο να είναι όλα καμπύλα και ομαλά. Συζητώντας με τους ερευνητές μετά το τέλος της δουλειάς, «θυμήθηκε» ότι σχεδίασε την υπογραφή του σε κάποιο προχωρημένο σημείο, και παρατήρησε απλώς ως αξιοπερίεργο ότι το σχέδιό του μοιάζει με ένα τμήμα της υπογραφής. Όταν, στο τέλος, οι ερευνητές τού έδειξαν το καταγεγραμμένο υλικό της έρευνας και το πώς πραγματικά δούλεψε, ο ίδιος σοκαρίστηκε.

Το αξιοσημείωτο εδώ, που μας ενδιαφέρει και για το θέμα της ευτυχίας, είναι ότι ο φοιτητής ουσιαστικά πάλευε με τον εαυτό του, όχι με το πρόβλημα. Ένιωθε από την αρχή δυσαρέσκεια με το προηγούμενο σχέδιο, κάτι δεν του πήγαινε καλά. Νόμιζε ότι ήξερε τι ήταν αυτό που τον ενοχλούσε. Στην πορεία τού έκαναν κλικ οι καμπύλες γραμμές της υπογραφής του, και μόνο από κάποια στιγμή και μετά μπόρεσε να αρθρώσει την αιτία της δυσαρέσκειας. Τότε μόνο ήταν που ανακάλυψε το τέλος της σχεδιαστικής του δουλειάς (ότι ένα κτίριο χωρίς ευθείες και γωνίες θα είναι πιο φιλικό για τόσο μικρά παιδιά). Στο φινάλε, εκλογίκευσε και τον τρόπο εργασίας του, «θυμήθηκε» ότι ήθελε από την αρχή ένα κτίριο με καμπύλες κ.λπ. (αυτό το φαινόμενο έχει παρατηρηθεί σε πάμπολλους ντιζάινερς: αν θέλεις να μάθεις πώς δουλεύουν, δεν είναι η καλύτερη ιδέα να τους ρωτήσεις, συνήθως το τακτοποιούν και το εκλογικεύουν εκ των υστέρων, ακόμα και στον εαυτό τους, δίνουν μια κομψή αφήγηση. Καλύτερη ιδέα είναι να τους παρατηρήσεις την ώρα που δουλεύουν• τότε θα δείς κάτι διαφορετικό από αυτό που θα σου παρουσιάσουν οι ίδιοι κατόπιν. Η αυτοεξαπάτηση που επεσήμανε ο Κίρκεγκορ είναι πολυεπίπεδο φαινόμενο).

Ακριβώς αυτό που έκανε ο φοιτητής καλούμαστε να κάνουμε κι εμείς, αν θέλουμε κάποτε να πούμε: «είμαι ευτυχισμένος!». Κάτι δεν πάει καλά με τη ζωή μας, κάτι λείπει, έχουμε μπει σε τροχιά ποιήματος Κικής Δημουλά... Πρέπει καταρχήν να βρούμε το θάρρος και να τα ξαναδουλέψουμε όλα. Ας μη βιαστούμε να πούμε τι δεν πάει καλά, ας μη βιαστούμε να ξέρουμε τι φταίει. Το πιο πιθανό είναι ότι θα πούμε κάτι λάθος (όπως ο φοιτητής αρχικά). Θα πούμε: «φταίει που δεν έχω περισσότερα λεφτά, που δεν μ’ αγαπάει η Μαρία, που δεν έφυγα από την Ελλάδα, που...». Το σημαντικό είναι να μην επαναπαυτούμε. Να συνεχίσουμε να ψάχνουμε στο παρελθόν μας τις στιγμές που δεν έλειπε τίποτα, να καταλάβουμε τι ήταν αυτό που μας γέμισε τόσο πολύ τότε. Και να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας.

Όπως και στην πράξη του ντιζάιν, το ζώντας κριτικά περιλαμβάνει ένα φαινόμενο Ντάγκλας Άνταμς: πολλές φορές, το θέμα δεν είναι να βρούμε τη Μεγάλη Απάντηση, το 42• αντίθετα, κάτι μας κάνει κλικ ότι το 42 είναι μέρος της Απάντησης και ψάχνουμε να βρούμε την Ερώτηση, σε τι απαντά το 42. Δηλαδή, ενώ νομίζουμε ότι ξέρουμε τον εαυτό μας κι αυτό που ψάχνουμε στη ζωή, ανακαλύπτουμε ότι κάποιες από τις καταστάσεις στις οποίες εμπλεκόμαστε μάς τραβάνε και μας απορροφούν απροσδόκητα, μας αφήνουν μια αίσθηση vixi! (όπως οι αρχιτέκτονες που κάνουν απρόσμενες ανακαλύψεις στα σκίτσα τους, εντοπίζουν πράγματα που δεν τα είχαν υπόψη όταν τα σχεδίαζαν). «Η ευτυχία συνηθίζει να τρυπώνει από την πόρτα που ξέχασες ανοιχτή». Αυτή είναι η ώρα να αναθεωρήσουμε όσα νομίζαμε ότι ξέραμε για τον εαυτό μας• όχι «είμαι ο Χ και αυτό που ψάχνω στη ζωή είναι το Α», αλλά: «εφόσον το Β, κάτι διαφορετικό από το Α, είναι μέρος της απάντησης, τότε εγώ ποιος ακριβώς είμαι;»

Συμβαίνει επίσης και το συμπληρωματικό του: ενώ νομίζουμε ότι ξέρουμε τον εαυτό μας κι αυτό που ψάχνουμε στη ζωή, ανακαλύπτουμε ότι κάποιες από τις καταστάσεις στις οποίες στοχεύσαμε μάς αφήνουν τελικά με την απόγνωση του Τσάκωνα, «πού είναι τα χρόνια μου, ποιος τα έκλεψε;». Είναι εξίσου η στιγμή για να αναθεωρήσουμε όσα νομίζαμε ότι ξέραμε για τον εαυτό μας. Όλα χρειάζονται. Είναι σαν η ζωή να μας καλεί να φτιάξουμε ένα εξαιρετικό αρχιτεκτονικό σχέδιο, και πρέπει να καταλάβουμε τι ακριβώς είναι αυτό που δεν πάει καλά, τι μας ενοχλεί. Αναγκαστικά θα το εντοπίσουμε μέσα από την αίσθηση που αφήνουν οι καταστάσεις στις οποίες εμπλεκόμαστε. Αυτά είναι τα δικά μας πρόχειρα σκίτσα.

Σε κάποια στιγμή, στο μέτρο του θάρρους και της τιμιότητας προς τον εαυτό μας, θα καταλάβουμε το τέλος μας και όλα θα μπουν στη θέση τους – όπως ο φοιτητής κατάλαβε ότι τελικά αυτό που ήθελε ήταν ένα σχέδιο με καμπύλες. Και το κατάλαβε μέσα από την πράξη του, από το υλικό που είχε μπροστά του. Έτσι και σε μας: η ζωή μας είναι το υλικό μας.

Όμως το ζώντας κριτικά χρειάζεται αυτό που απουσιάζει από όλα τα ποιήματα της Κικής Δημουλά: θάρρος. Και τιμιότητα προς τον εαυτό μας. Πρέπει να βρούμε το κουράγιο και να εγκαταλείψουμε πεπατημένες, ενδεχομένως να θυσιάσουμε την άνεση και την ασφάλειά μας, την προβλεψιμότητα μιας κανονικοποιημένης ζωής και ποιος ξέρει τι άλλο, εφόσον κρίνουμε ότι αυτά οδηγούν στο «δεν είμαι ευτυχισμένος...». Όπως ο φοιτητής που είχε την τιμιότητα προς τον εαυτό του να μην καταπνίξει το ενοχλητικό συναίσθημα ότι κάτι δεν πάει καλά, και να ξαναπιάσει το σχέδιό του από την αρχή. Είπαμε, η ευτυχία είναι ηρωικό μέγεθος.

Εδώ μιλάει ένας άνθρωπος ο οποίος είναι απομακρυσμένος από το τέλος του και νιώθει τη ζωή του να γίνεται ποίημα Κικής Δημουλά:
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
Tων μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
Kαι θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
Xωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
Θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
Kι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
Θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

…………………………………………………

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
Kαι λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
Kι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
Θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.  
Εδώ είναι ο ίδιος άνθρωπος που στάθηκε τίμιος προς τον εαυτό του, βρήκε το θάρρος να ξαναδουλέψει τη ζωή του και να ταχθεί στο τέλος του:
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει
Κάτι που πάντα βρίσκεται σε αιώνια εναλλαγή
Κάτι που σκίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων
Και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη

………………………..

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε
Kι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
Εσείς τσιγάρο Κάμελ να καπνίζετε
Kι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουΐσκι

Οι πολιτείες ξένες να μας δέχονταν
Oι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
Κι εγώ σ’ αυτές απλά να σας εσύσταινα
Σαν σε παλιές γλυκές μου αγαπημένες.

Και μια βραδιά στην Μπούρμα ή στην Μπατάβια
Στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
Γυμνή στα δεκαεφτά, στιλέτα ανάμεσα
Θα δείτε την Γκρέτα να επιστρέψει  
Είπαμε όμως, θα συμφωνούσαν και ο Αριστοτέλης και ο Β. Φρανκλ και ο Κίρκεγκορ σ’ αυτό: η ευτυχία είναι ηρωικό μέγεθος.