Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραγούδια - Στιχάκια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραγούδια - Στιχάκια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Στιχάκι Κόντρα Στον Μάνο Χατζιδάκι

Η επαναστατική οργάνωση ΑΜΑΧΟΙ (Αντίσταση στον ΜΑνο Χατζιδάκι Όλοι) κοινοποιεί μέσω του μπλογκ το τελευταίο της μανιφέστο, ένα στιχάκι κόντρα στον Μάνο Χατζιδάκι. Λαέ πολέμα, σου πίνουνε το αίμα. Τραγουδήστε το με κέφι πάνω στη μελωδία του γνωστού χατζιδακικού τραγουδιού: 

 

Ουρανέ, εκατόν σαράντα «ναι»! 

Ουρανέ, φίλε κι αδερφέ! 

Πώς ν’ αρκεστώ σ’ άλλης αγκαλιάς τη στοργή; 

Ψευτοστοργή, μάταιη, φτηνή. 

Ν’ αναλωθώ στης ζωής το φως το ξανθό; 

Φως σκοτεινό, υποσελήνιο. 

 

Κάθε δειλινό κοιτώ τον ουρανό τον ποθητό 

Κι ακούω μια φωνή, καμπάνα μακρινή, 

Να με παρακινεί. 

Την αρνήθηκα, πολύ συχνά την απαρνήθηκα, 

Μα μένει πάντα εκεί, τέτοια υπομονή 

Δεν είχα φανταστεί. 

 

Ουρανέ, χίλια πεντακόσια «ναι»! 

Ουρανέ, φίλε μου πιστέ! 

Δεν πρόδωσες, κι ας σε πρόδωσα εγώ 

Πώς ντρέπομαι... και σ’ ευχαριστώ 

Δεν έφυγες, κι ας σου έφυγα εγώ 

Ήμουν μακριά, μα ήσουν κοντά. 

 

Κάθε δειλινό, μαζί με έναν Πρίγκηπα Μικρό 

Αναστενάζουμε, στον ουρανό κοινό 

Έχουμε μυστικό. 

Ό,τι γήινο δεν είναι αρκετό για μας τους δυο 

Αλλού χτυπά η καρδιά, σ’ αστέρια μαγικά 

Έτη φωτός μακριά. 

 

Ουρανέ, είκοσι χιλιάδες «ναι»! 

Ουρανέ, έρωτα κρυφέ! 

Κι αν μητριά μου πράγματι είναι η γη 

Το πατρικό τ’ απολησμονώ 

Να προσφερθώ σαν τη νύφη στον γαμπρό 

Αφήνομαι, άλμα στο κενό. 

 


 

Κάθε δειλινό πετώ σε τόπο αστρονομικό 

Να γίνω φαγητό, να καταβροχθιστώ 

Από τον ουρανό. 

Ν’ αφιερωθώ σε σένα μόνο θέλω, ουρανέ 

Μεγάλε μου αδερφέ, δεν είσαι συ για με, 

Εγώ είμαι για σε. 

 

Ουρανέ, ένα εκατομμύριο «ναι»! 

Ουρανέ, φίλε ηρωικέ! 

Αυτοί π’ αρέσκονται στη μάνα γη: 

Μαμόθρεφτοι κι ανουράνιοι. 

Ανήρωες, στα φουστάνια της μαμάς 

Είναι μικροί, δεν είναι για μας. 

 

 («ανήρωας» = α στερητικό + ήρωας, «ανουράνιος» = α στερητικό + ουρανός)

 

Το Όνομά Τους Λεγεών

«... τα μύρια όσα που αχαμνίζουνε τις έγνοιες των ανθρώπων» – Εμπεδοκλής 

«... στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία» – Καβάφης 

 

Μην τους ξεσυνερίζεσαι 
Κι ας είναι ό,τι να ‘ναι 
Και μην τους εμπιστεύεσαι: 
Οι άνθρωποι ξεχνάνε. 

Μη στηριχτείς σε άνθρωπο 
Δεν πράττει με κακία 
Δεν είν’ κακός, μην τον μισείς 
Μη λες «κακοβουλία», 
 
Μικρό παιδί, τι να του πεις; 
Σίγουρα θα ξεχάσει. 
Όρκους πολλούς θα ορκιστεί 
Και θα τους προσπεράσει. 
 
Μην τους ξεσυνερίζεσαι 
Και μην τους εμπιστεύεσαι: 
Οι άνθρωποι ξεχνάνε. 
 
Αγάπα τους παρόλ’ αυτά 
Κι ας είναι αυτό που είναι 
Έτσι κατασκευάστηκαν: 
Όλοι τους να ξεχνούνε. 
 
Να ‘χουνε προσοχή φτηνή 
Και να την εκπορνεύουν 
Χιλιάδες δυο ασήμαντα 
Συνέχεια να την κλέβουν. 
 
Έτσι κατασκευάστηκαν 
Τ’ ανθρώπινα τα πλήθη: 
Το όνομά τους Λεγεών 
Το επώνυμό τους Λήθη. 

Μην τους ξεσυνερίζεσαι 
Και μην τους εμπιστεύεσαι: 
Οι άνθρωποι ξεχνάνε. 
 
«Θα το θυμάμαι»: πα να πει 
Αύριο θα το ξεχάσει 
Κάποιο καινούργιο βάσανο 
Θα έρθει να τον πιάσει 
 
Έγνοιες, δεινά, συναρπασμοί, 
Τη θύμηση θα σβήσουν 
Θα τους τη διώξουν απ’ το νου 
Και θα την αχαμνίσουν. 
 
Μόνιμα κάτι θα βρεθεί 
Κάτι άλλο θα προέχει, 
Την προσοχή του ο άνθρωπος 
Για πέταμα την έχει. 
 
Ή θα ‘ρθει η λήθη να τον βρει 
Με δύναμη μεγάλη 
Λάθρα στων συναναστροφών 
Την αλληλοσπατάλη. 

Δε θα τα κάνει σκόπιμα, 
Δε θα ‘ναι εσκεμμένα, 
Απλά «μνήμη» και «άνθρωπος» 
Είναι διαζευγμένα. 
 
Μην τους ξεσυνερίζεσαι 
Και μην τους εμπιστεύεσαι: 
Οι άνθρωποι ξεχνάνε. 
 
Σαν τον γονιό που, έγκλημα,
Την κόρη του εκπορνεύει, 
Την προσοχή του ο άνθρωπος 
Φτηνά την παζαρεύει,
 
Πετάει το πιο πολύτιμο. 
Δες τον, κατάλαβέ τον 
Παρόλ’ αυτά, κάνε καρδιά 
Και υιοθέτησέ τον. 
 
Απλά, αυτό είν’ ο άνθρωπος 
Αυτή η κατασκευή του 
Το διάλεξε, το θέλησε, 
Είναι επιλογή του. 
 
Μην τους ξεσυνερίζεσαι 
Και μην τους εμπιστεύεσαι: 
Οι άνθρωποι ξεχνάνε. 
 
*  *  *  *  *

Άρχιζαν όλες οι ψυχές να πορεύονται στην Πεδιάδα της Λήθης μέσα σε φοβερή και πνιγερή ζέστη, γιατί δεν υπήρχε ούτε δέντρο ούτε φυτό εκεί. Όταν βράδιασε, κατασκήνωσαν στις όχθες του Ποταμού της Αμέλειας, που το νερό του κανένα δοχείο δεν μπορεί να κράτησει. Κάθε ψυχή ήταν υποχρεωμένη να πιει απ’ αυτό προκειμένου να γεννηθεί, όμως κάποιες δεν ήταν σοφές να συγκρατηθούν κι έπιναν πολύ. Τότε έχαναν οριστικά κάθε ανάμνηση των προηγουμένων (Πλάτωνας, Πολιτεία 621α).

Καλύτερα Μιας Ώρας 007...

... παρά σαράντα χρόνια σε γκρουπ τουριστικά

CIA: Ένα τραγούδι ράπισμα στη βιομηχανία του τουρισμού
CIA: Ένας κόλαφος σε όλα τα κατεστημένα της μεσαίας τάξης που θα συζητηθεί
CIA: Το μανιφέστο του αντι-τουρισμού
CIA: Ένας Αρμαγεδδώνας, αυτό που όλοι περιμέναμε
CIA: Από ανθρώπους με μεράκι για ανθρώπους με γούστο
 
Κάλλιο κατάσκοπος με κυάλια υπερύθρων
Παρά ξενέρωτος τουρίστας με γυαλιά
 
Το τραγούδι γράφτηκε το 2003, ηχογραφήθηκε το 2006 στο στούντιο Marios
Λίγη κατανόηση για τον ερμηνευτή: δεν είμαι τραγουδιστής, απλά ένας άνθρωπος που τραγουδάει
Λίγη κατανόηση και για την ηχογράφηση. Εντελώς σπιτική. Φαγητό κατσαρόλας όχι McDonald's. Στιλ: ηχογραφούμε - ΒΡΟΥΜ!! περνά το μηχανάκι έξω - "φτου να πάρει!... πάλι απ' την αρχή" (ήμασταν και κομμάτι μεθυσμένοι)

Με λίγο χιούμορ το τραγούδι, ε;

 

 

 

 

Υπεύθυνοι Πολιτικοί

Μαζεύθηκαν οι υπεύθυνοι πολιτικοί
Να δουν τις προγνώσεις του ΔΝΤ,
Για τη λιτότητα στην ελληνική οικονομία:

Την ανεργία, την είπαν 14,3% το 2013
Με προοπτική 13,4% το 2016.
Την έξοδο στις αγορές, την είπαν το 2011
Ή το 2012 ή το 2013 ή το 2014 ή το 2015 ή...
Την ύφεση, την είπαν μέχρι το 2011
Με ανάπτυξη από την επόμενη χρονιά.
Τον πολλαπλασιαστή, τον είπαν
Στο 0,5 όπως πριν την κρίση.
Τα ταμειακά διαθέσιμα, τα είπαν ότι τελειώνουν
Δεν διασφαλίζεται η πληρωμή μισθών και συντάξεων.
Τον Χρυσοχοΐδη, τον είπαν
Να μη διαβάσει το μνημόνιο.

Οι υπεύθυνοι πολιτικοί ένιωθαν βέβαια
Που ήσαν νούμερα αυτά και θεατρικά.

Αλλά η οικονομική θεωρία ήταν κομψή και ορθολογική,
Ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
Το μνημόνιο ένα
Θριαμβικό κατόρθωμα διαπραγμάτευσης,
Η Σοσιαλιστική Διεθνής έκτακτη,
Όλο χάρις κ' εμορφιά
Κι οι υπεύθυνοι πολιτικοί έτρεχαν στα κανάλια,
Κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ εξηγούσαν
(Ελληνικά, κ' αγγλικά, και ποιοί γερμανικά),
Ότι έχουν συνειδησιακό πρόβλημα κι ας ψηφίζουν --
Μ' όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
Τι κούφια λόγια ήσανε αυτές οι προγνώσεις.

Εφτά Ακτί- Στον Νέο Ή-

Εφτά ακτί- στον νέο ή- 
Η ομιλί- μια απ’ τα ί-
Παίζει η κασέ- κράτος δικαί-
Με οικολογική ευαί-
Ποιους κοροϊδεύεις, ρε Βαγγέ-
Την έχεις δει νέος Ανδρέ-;

Βγήκε ο Λαλιώ- απ’ την κρυψώ-
Στη φυλακή ο Τσοχατζό-
Δημιουργί- και εργασί-
Και λαϊκή κυριαρχί-
Τα ίδια πάντα αναμασή-
Έσκασε μύτη κι ο Σημί-

Έντεκα κόμμα πέντε δισ.
Ό,τι δεν είδες, θα το δεις
Προϋποθέ- για την κυβέ-
Παράταξη κοινοβουλέ-
Τρεις του Σεπτέ- λείπει ο Λοβέ-
Θα σε ξανάβρω στους μπαξέ-

Εκεί Που Τελειώνει Η Λογική Αρχίζει Ο ΓΑΠ

Ήταν ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι. Κουρασμένος και νυσταγμένος τέλειωνα ένα κείμενο, λίγες γραμμές μου μέναν ακόμα, ενώ την επόμενη μέρα έπρεπε να είμαι στο πόδι από πολύ πρωί. Πάνω εκεί, έκανα το λάθος να ρίξω μια τελευταία ματιά στις ειδήσεις του in.gr... «Τι πράμα; Δημοψήφισμα!;» Πάει κι η κούραση, πάει κι η νύστα. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα μία ώρα.

Λίγα 24ωρα μόνο πέρασαν, όμως από τότε κάτι έχει αλλάξει στη σχέση μου με τον πρωθυπουργό. Θέλω να πω, άμα ένα ολόκληρο βράδυ έστελνες e-mail, έκανες συνέχεια refresh να δεις τα τελευταία νέα, τα ξένα πρακτορεία ειδήσεων, παρακολουθούσες το twitter που είχε πάρει φωτιά, περπατούσες πάνω-κάτω στο δωμάτιο να ηρεμήσεις... τότε δεν μπορεί, αρχίζεις να τοποθετείσαι διαφορετικά απέναντι στον άνθρωπο που σου προκάλεσε αυτόν τον υπαρξισμό. Έχεις πλέον προσωπική σχέση μαζί του. Οπότε λοιπόν και για τη συνέχεια του κειμένου, ούτε «Παπανδρέου» ούτε «ΓΑΠ», αλλά «Γιώργος».

Χθες βράδυ θυμήθηκα ξαφνικά ότι ΤΟ ΙΔΙΟ ΑΚΡΙΒΩΣ έκανε ο Γιώργος και τον Σεπτέμβρη του 2007, τα έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση. Προκειμένου να στριμώξει τους εσωκομματικούς του αντιπάλους, πέταξε έναν παρόμοιο κεραυνό απροειδοποίητα και κόντεψε να διαλύσει το ΠΑΣΟΚ. Ο τρόπος με τον οποίο εκτονώθηκε η κατάσταση τότε – η διπλωματικότητα του Κακλαμάνη, η ζεστή κουβέντα του Ανδρουλάκη κ.λπ. – φανερώνει ότι αυτό που γύρευε κατά βάθος ο Γιώργος τότε ήταν δυο ζεστά λόγια, μια κουβέντα στήριξης, λίγη αγάπη. Σίγουρα το ίδιο ισχύει και για την τωρινή κίνηση-φωτοτυπία του Γιώργου - στον ίδιο μάλιστα χώρο όπως και τον Σεπτέμβρη του 2007, στη συνεδρίαση της Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ στη Βουλή. Ούτε σατανικά σχέδια ούτε μελετημένοι ελιγμοί ούτε τίποτα, απλώς ο άνθρωπος κουράστηκε δυο χρόνια τώρα να τον αμφισβητούνε οι πάντες. Απλώς τώρα δε βρέθηκε κανένας Κακλαμάνης να τον τουμπάρει και κανένας Ανδρουλάκης να του πει, "έλα, σ' αγαπάμε, ηρέμησε".

Μόνο σήμερα όμως, που οι σφυγμοί μου επανήλθαν στο κανονικό και κοιμήθηκα επιτέλους λίγες ώρες, μόνο σήμερα συνειδητοποίησα τις πραγματικές διαστάσεις αυτής της προχθεσινής ανακοίνωσης δημοψηφίσματος. Υπάρχει ένα μεγαλείο εδώ, μια δύναμη σε δράση... Πώς είχε δικαιολογηθεί τον Σεπτέμβρη του 2007; «Είναι προσωπική μου ανάγκη». Τότε κόντεψε να διαλύσει το ΠΑΣΟΚ, τώρα κοντεύει να διαλύσει την Ελλάδα και κάτι πέρα από αυτήν – την ευρωζώνη; Την Ευρώπη; Την παγκόσμια οικονομία; Μιλάμε για έναν απίστευτο άνθρωπο, που κατάφερε να διεθνοποιήσει τις προσωπικές του ανάγκες. Να πολιτικοποιήσει την ψυχολογία του. Να βάλει τον Ομπάμα και τη Μέρκελ να ανησυχούν για το αν ο Γιώργος δε θυμάται πού έβαλε τα κλειδιά του. Είναι απίστευτο αυτό που έκανε, είναι πέραν της έλλογης σκέψης. Θα τον γράψει η Ιστορία με τίτλο: «Πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία». Δεν έχουν καθόλου δίκιο αυτοί που λένε ότι είναι ανόητος, όχι, τίποτα τέτοιο, ο Γιώργος είναι αδιανόητος. Δεν υπάρχει αυτός ο άνθρωπος, δεν προβλέπεται από καμία θεωρία.

Έχω προσωπική σχέση μαζί του και ξέρω πολύ καλά τι λέω. Με τον Γιώργο, η πολιτική αποκτά καινούργιο νόημα, γίνεται η συνέχιση της ψυχολογίας με άλλα μέσα. Ο κόσμος όλος αποκτά καινούργιο νόημα, γινόμαστε σκέψεις μέσα στο όνειρο του Γιώργου. Κι όταν σταματήσει να μας ονειρεύεται, τότε θα πάψουμε να υπάρχουμε. Εδώ μιλάμε για Χρήστο Γιανναρά και μεταφυσική του προσώπου - ή μάλλον, μεταφυσική του Γιώργου. Το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου 2011, ανατράπηκε όλος ο βουδισμός, διότι ο Γιώργος εντόπισε το πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης σε εξωτερικές, όχι εγγενείς αιτίες. Κι επειδή ξέρω ότι κάποιοι από εσάς που με διαβάζετε είστε κρυπτοβουδιστές, ή και εκδηλωμένοι βουδιστές, επιτρέψτε μου να το αναλύσω. Ο Φωτισμένος κήρυξε τις Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες:

1) Όλα είναι πόνος.
2) Πηγή του πόνου είναι η άγνοια
3)Ο πόνος εξαφανίζεται όταν εξαφανίζεται η πηγή του.
4) Η εξάλειψη της πηγής του πόνου γίνεται μέσω της Ευγενούς Οκταπλούς Ατραπού (ορθή αντίληψη, ορθή απόφαση, ορθή ομιλία κ.λπ.)

Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι και το απόγευμα της 31ης Οκτωβρίου 2011. Στον μεταβουδισμό όμως που δίδαξε ο Γιώργος, ισχύει πλέον:

1) Όλα είναι πόνος (εδώ διατηρούμε την παράδοση).
2) Πηγή του πόνου είναι ο Αντώνης Σαμαράς.
3) Ο πόνος εξαφανίζεται όταν ξεβρακώνεται η πηγή του.
4) Το ξεβράκωμα της πηγής του πόνου γίνεται με ανακοίνωση δημοψηφίσματος.

Εκεί που τελειώνει ο Βούδας, αρχίζει ο Γιώργος... Ο άνθρωπος αποτελεί απόδειξη της ύπαρξης του Θεού (ή μήπως ο Θεός αποτελεί απόδειξη της ύπαρξης του Γιώργου;). Συνέθεσα μια ραψωδία και του την αφιερώνω με όλη την αγάπη μου. Ας εκφράσει η τέχνη αυτό που έχει μέσα της η καρδιά:

Τα χείλη μου ξερά και διψασμένα
Τα νεύρα μου σμπαράλια από το σοκ
Περνάν απ’ έξω τα ασθενοφόρα
Και συ μου λες, «μας περιμένει μπόρα»
Παράνοια, φρίκη, τρόμος και αμόκ.

Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο
Όμως εσύ είσαι ο πρωθυπουργός
Κι όταν την ευρωζώνη αναστατώνεις
Και δημοψήφισμα ανακοινώνεις
Μου πέφτει στο κεφάλι ο ουρανός.

Τη συμφωνία παίζεις στη ρουλέτα
Σε ένα παραμύθι εφιαλτικό
Έβαλες γκολ εφάμιλλο του Κούδα
Όμως εσύ φρικάρεις και τον Βούδα
Ρίγη δημιουργείς και πανικό.

Πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία
Πώς η υστερία γίνεται δραχμή
Και σε κοιτάζω, Γιώργο, μουδιασμένος
Ξερός κι αποπροσανατολισμένος
Όπως η Μέρκελ και ο Σαρκοζί.

Ο Αχιλλέας Μπέος Ως Βούληση Και Ως Παράσταση

Ο Σωκράτης δίδαξε ότι βάση της αρετής είναι η διάκριση ανάμεσα στο Ορθόν και το Λάθος. Ο Ισοκράτης τόνισε: η δε αρετής κτήσις μόνη μεν συγγηράσκει, πλούτου δε κρείττων – δηλαδή, η αρετή είναι το μόνο απόκτημα που μένει μαζί μας ως τα γεράματα και είναι καλύτερη από τον πλούτο. Χρειάστηκε όμως να έρθει ο Αχιλλέας Μπέος με τη εφηρμοσμένη βιοσοφία του («είμαι ένας άνθρωπος με ηθικές αρχές»), για να αποσαφηνιστεί το φιλοσοφικό ζήτημα που έθεσαν οι αρχαίοι διδάσκαλοι: το Ορθόν, για το οποίο μιλούσε ο Σωκράτης, τελικά είναι εταιρεία offshore στην Κύπρο (ΟΡΘΟΝ Α.Ε.). Και είναι όντως καλύτερη η αρετή από τον πλούτο, αφού είναι παράγοντας πρόσβασης στον αλλότριο πλούτο – πιο καλός και πιο γλυκός από τον σκέτο πλούτο – ο οποίος μάλιστα συχνότατα είναι και αφορολόγητος πλούτος. Μ’ άλλα λόγια: όπου ακούς για ιδανικά, ανθρωπισμούς, ιδεολογίες, ηθικότητες κ.λπ. – φυλάξου! Κάποιο χέρι κατευθύνεται στο πορτοφόλι σου!

Ας δούμε όμως ορισμένα παραδείγματα. Πρόσφατα είχαμε μια συζήτηση στο Buzz για τη βρώμικη υπόθεση των Μεταλλείων Κασσάνδρας. Η ιστορία είναι παλιά και μεγάλη, πάντως τον Δεκέμβρη του 2003, τα Μεταλλεία μεταβιβάστηκαν από την χρεοκοπημένη TVX HELLAS Α.Ε. στο Δημόσιο έναντι 11 εκατ. ευρώ, έμειναν στην κατοχή του λίγες μόνο ώρες, και την ίδια μέρα πωλήθηκαν στο ίδιο τίμημα και χωρίς διαγωνισμό στην ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ Α.Ε., εταιρεία που είχε συσταθεί πριν λίγες μέρες (με μετοχικό κεφάλαιο € 60.000). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε εξηγήσεις καθότι το τίμημα της πώλησης έδειχνε να είναι πολύ κατώτερο της αγοραίας αξίας των Μεταλλείων, οι εξηγήσεις δεν έπεισαν, και το θέμα παραπέμφηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τον Μάρτιο του 2009. Γιατί όμως η ελληνική κυβέρνηση δεν έκανε διαγωνισμό για τα Μεταλλεία; Και γιατί δεν τα πούλησε ακριβότερα; Για κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς λόγους. Διότι «λόγω του ότι η TVX HELLAS A.E. κηρύχθηκε σε πτώχευση το 2003, υπήρχε φόβος απόλυσης των 600 εργαζομένων της (κάποιος απλώνει το ξερό του στο πορτοφόλι μου...) καθώς και ρύπανσης του περιβάλλοντος (κάτω τα χέρια απ’ το πορτοφόλι μου!) σε περίπτωση παύσης λειτουργίας της μονάδας» (εδώ, σελ 3).

Δηλαδή, η οικολογία και η κοινωνική ευαισθησία στην υπηρεσία της κλοπής. Η αβάσταχτη ηθικότητα του είναι. Το πορτοφόλι μου ως τελείωση της ηθικής και της αρετής.

Ας μεταφερθούμε όμως στην εξωτική Ξάνθη και στον εξωτικό της Δήμο. Ο οποίος ήδη είναι μέσα 20 εκατομμύρια ευρώ, δείχνει ότι έχει περιουσία αναξιοποίητη, ζημίες από μισθώματα και πρόστιμα που δεν εισπράτονται (εδώ), διάφορες δημοτικές επιχειρήσεις έχουν το μαύρο τους το χάλι, ενώ οι απαντήσεις που δίνει η δημοτική αρχή είναι ελάχιστα πειστικές – δεν ξέρει καν για ποιο λόγο εκτινάχθηκαν οι δανειακές δαπάνες! Δεν ξέρει αν ο εργολάβος τέλειωσε ή όχι το έργο στην κεντρική πλατεία, δεν ξέρει για το μπαράζ κλοπών στον Δήμο, δεν ξέρει τι θα γίνει με τον δημοτικό φωτισμό, τους παιδικούς σταθμούς, το κολυμβητήριο, ο προς έγκριση ισολογισμός είναι διάτρητος κ.α. (εδώ). Τείνω να τα πιστέψω γιατί καταγγέλονται από τη δημοτική αντιπολίτευση και συνήθως αυτή ξέρει τι λέει – όσο είναι αντιπολίτευση, γιατί όταν έρθει στα πράγματα, μια απ’ τα ίδια αποδεικνύεται κι αυτή. Τι λέει όμως ο κ. δήμαρχος για όλο το μπάχαλο; «Ο ισολογισμός είναι το τελευταίο που με ενδιαφέρει, γιατί ο Δήμος δεν είναι κερδοσκοπική επιχείρηση (ωχ ωχ ωχ...) και κάνει επενδύσεις για να βελτιώσει την καθημερινότητα των δημοτών του (πάρ’ το ξερό σου απ’ το πορτοφόλι μου!) και να παράσχει υπηρεσίες» (εδώ).

Καταπληκτικό. Δηλαδή, ο δημόσιος και μη-κερδοσκοπικός χαρακτήρας της τοπικής αυτοδιοίκησης, ως πρόσχημα για τη διαιώνιση του μπάχαλου κι ενδεχομένως της ρεμούλας. Δίνει και συνεντεύξεις η δημαρχάρα, όπου μιλάει για το όραμά του στον Δήμο, την επαφή του με το λαό, την αγάπη για τον τόπο κ.λπ. Ναι, αλλά ποιος θα πληρώσει τη νύφη στο φινάλε; Ακριβώς: όλα ανάγονται στο πορτοφόλι μου!

Ας φύγουμε όμως από τον αστικό κόσμο, ας πάμε στον κόσμο της ταξικής πάλης και στο επαγγελματικό κομμάτι του ΚΚΕ, αυτήν την ομάδα στελεχών του Περισσού που δίνουν τον τόνο στο κόμμα. Ποιος δε θυμάται τη συγκινητική Ρηνιώ του Ριζοσπάστη και τη διαλεκτική ανάμεσα στον προσωπικό της αγώνα και τον ταξικό αγώνα; «Με 50 ευρώ ούτε εγώ ούτε τα παιδιά μου σωνόμαστε. Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να σωθούμε: Η ενίσχυση του ταξικού λαϊκού κινήματος (ωχ ωχ ωχ...). Μα για να δυναμώσει τούτο πρέπει πρώτα να δυναμώσει η μάνα του, το ΚΚΕ (ε πέστο, ντε!) ... 50 ευρώ έχω όλα κι όλα, σύντροφοι. Πάρτε τα. Δώστε τα στο Κόμμα από μένα και κυρίως απ' το στέρημα των παιδιών μου. Αυτό μπορώ να κάνω μόνο τούτη τη στράτα. Αύριο, αν χρειαστεί, θα δώσω και το αίμα μου, για να γυρίσει ο τροχός και να δρομολογηθεί επιτέλους ο σοσιαλισμός (άσε κάτω το πορτοφόλι μου!)».

Ευτυχώς όμως που η Ελλάδα έχει την ποιμένουσα Εκκλησία, φάρο πνευματικότητας κι άγρυπνο φρουρό των ηθικών αξιών του έθνους. Η οποία εξηγεί συχνά πυκνά για ποιους λόγους πρέπει να σιτίζεται από το πρυτανείο του Κράτους – δηλαδή, στο φινάλε, από το πορτοφόλι μου: «Oι Ορθόδοξοι πρεσβύτεροι τού κράτους μας δεν επιβαρύνουν τις τοπικές ενορίες, αλλά πληρώνονται από το κράτος, από χρήματα που αλλοιώς θα κατέληγαν ποιος ξέρει πού (εκπληκτικό!) ... το ότι το Ελληνικό κράτος έχει την ευλογία να συμμετέχει στην οικονομική ενίσχυση τής Εκκλησίας, είναι το μεγάλο αγκάθι στο μάτι τού διαβόλου (κάποιος έβαλε στο μάτι το πορτοφόλι μου!...) (εδώ). Ενώ πρόσφατα ο αρχιεπίσκοπος δήλωσε κάτι πολύ παρόμοιο μ’ αυτό του δημάρχου Ξάνθης πιο πάνω: «Δεν θα πρέπει να επιδοθούμε στο έργο αξιοποιήσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας με σκοπό να εξελιχθεί η Εκκλησία σε πανίσχυρο οικονομικό οργανισμό. Διακαής μας πόθος είναι να μετουσιωθεί η ύλη σε πνευματικό έργο (άσε κάτω το πορτοφόλι μου!). Η περιουσία της Εκκλησίας πρέπει να πάρει πνευματική αξία» (εδώ).

Βοήθεια! Όχι άλλους ευαισθητοποιημένους ανθρωπιστές! Όχι άλλους ιδεολόγους! Όχι άλλους τίμιους! Όλοι το πορτοφόλι μου γυρεύουν!

Τέλος, για όσους από εσάς είστε βουδιστές, θα ήθελα να δώσω ένα αρχαίο βουδιστικό μάντρα, στη γλώσσα Πάλι, να σας φυλάει από σεισμούς, λιμούς, καταποντισμούς, ιδεολόγους, καλοπροαίρετους, ανθρωπιστές, ιδεαλιστές, φιλάνθρωπους, ανιδιοτελείς κι άλλους υψηλόφρονες. Απαγγείλετέ το τρεις φορές την ημέρα επάνω στη μελωδία και θα πετύχετε τη φώτιση:

Λευτέρη, Λευτέρη, Λευτέρη

Θα σου το κόψω τούτο το μακρύ σου χέρι
Λευτέρη, Λευτέρη, Λευτέρη
Όταν ακούω για ιδανικά, τραβάω μαχαίρι.

Άσε τα σάπια και την κοροϊδία
Μη μου μιλάς για ιδεολογία
Μη μου πουλάς μέγιστα ιδεώδη
Με κίνητρα θολά και ερεβώδη.

Μεγάλους ιδεαλισμούς κηρύττεις
Καλός κι αγνός, το παίζεις, Σαμαρίτης
Στα χρήματά μου θες να βάλεις χέρι
Αυτές είναι οι βλέψεις σου, Λευτέρη!

Την προπαγάνδα σου θ’ ανασκευάσω
Τις πονηριές σου θα υπερκεράσω
Και μια και δυο, Λευτέρη, Λευτεράκη
Θα ‘ρθω να σου τις βρέξω ένα χεράκι!

Τη φτέρη, τη φτέρη, τη φτέρη
Λαγός την έσειε και γρουσουζιά θα φέρει
Λευτέρη, Λευτέρη, Λευτέρη
Να σε συλλάβουν ψάχνουν οι καραμπινιέροι.

Τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα
Μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα
Ανθρωπισμούς μη μου επικαλείσαι
Ένας κοινός απατεώνας είσαι.

Ψεύτικες ερμηνείες ενσταλάζεις
Πραγματικότητα κατασκευάζεις
Μα ένα αλάρμ χτυπάει στα σωθικά μου:
Πρόσβαση ψάχνεις για τα χρήματά μου!

Τα παραμύθια σου θ’ αποδομήσω
Το οικοδόμημά σου θα γκρεμίσω
Και μια και δυο, Λευτέρη, Λευτεράκη
Θα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη!

Της Λαμογιάς Η Σκάλα

Εις τον βουλευτή Θεόκριτο παραπονιούνταν
Μια μέρα ο αφισοκολλητής Ευμένης:
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν στο κόμμα
Και μια δουλίτσα έστησα μονάχα,
Τα μόνα χρήματα που έβαλα στην τσέπη μου είναι.
Aλίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
Πολύ υψηλή της Λαμογιάς η σκάλα•
Κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
Ποτέ δεν θ’ ανεβώ, ο δυστυχισμένος...»

Είπ’ ο Θεόκριτος: «Aυτά τα λόγια
Ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
Να ‘σαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι•
Τόσα που έφαγες, μεγάλη μπάζα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
Πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
Πρέπει να είσαι μέσα στα κυκλώματα.
Στων σχέσεων και των συναναστροφών
Την καθημερινή κομματική ανοησία.
Και δύσκολο τα κυκλώματα αυτά είναι
Και σπάνιο να σου ανοίξουν την πόρτα.
Έχουν Υπουργούς και Νομοθέτας
Που δεν αγγίζει κανείς δημοσιογράφος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι•
Τόσα που έφαγες, μεγάλη μπάζα».

Πίνει Μα Δε Δίνει

Ό,τι και να πίνει
Ό,τι και να λάχει
Τίποτα δε δίνει
Τραγουδάν οι βλάχοι.

Κι αν στη Μυτιλήνη
Κόλλησα συνάχι
Πήρα ασπιρίνη
Κι ήπια σαν βατράχι
Πίνει μα δεν δίνει κι ό,τι θέλει ας γίνει.

Κλαιν οι μπαμπουΐνοι
Σκούζουν, άμα λάχει
Πέντε μανδαρίνοι
Έγιναν πυγμάχοι.

Κούντου λούνα βίνι
Λεν οι ταυρομάχοι
Η κυρά-Φροσύνη
Μαύρο τέλος θα ‘χει
Πίνει μα δε δίνει κι ό,τι θέλει ας γίνει.

Κούντου λούνα βίνι
Όλοι εμείς οι βλάχοι
Τρώμε μαργαρίνη
Τρώμε και σαλάχι.

Η στρεπτομυκίνη
Βλάπτει το στομάχι
Πάρε ινσουλίνη
Πάρε και τον Σάχη
Πίνει μα δεν δίνει κι ό,τι θέλει ας γίνει.

Ένα Φλιτζάνι Φρίκη

Επέμενε πάντα να μου φτιάχνει καφέ. Με το που έμπαινα στο μαγαζί του, κάθε Σάββατο πρωί, μετά τις καλημέρες ερχόταν η στιγμή της φρίκης: «Έχεις πιει καφέ; Να σου ψήσω;» Δε γινόταν να αρνηθώ, έλεγε ότι ήταν πολύ σημαντικό να με κεράσει κάτι.

Σηκωνόταν λοιπόν από το γραφειάκι δίπλα στην είσοδο, διέσχιζε τα περίπου είκοσι μέτρα του μαγαζιού και πήγαινε πίσω στο συνεργείο. Εκεί πέρα, δίπλα σε ξεκοιλιασμένους κινητήρες, είχε κι ένα ράφι με μπρίκι, καφέ, γκαζάκι κι όλα τα σύνεργα της φρίκης. Περίμενα κάνα πεντάλεπτο στο γραφειάκι ακούγοντας μουσική από το ραδιόφωνο, κοιτώντας τους πελάτες στο μαγαζί που κάποιος άλλος εξυπηρετούσε, χαζεύοντας τους γεμάτους τοίχους από εργαλεία, κλαδευτικά, γράσα, βαλβολίνες, μπουζιά, βαριοπούλες κ.λπ. κι αφίσες με ημίγυμνες που χάιδευαν μηχανήματα. Καμιά φορά σήκωνα και το τηλέφωνο κιόλας, είχα γίνει μέρος του μαγαζιού. Μέχρι που τον έβλεπα ξανά στην πόρτα του συνεργείου με το φλιτζάνι, να το κρατάει προσεκτικά από το αυτάκι και να περπατάει με μικρά βήματα, όπως οι Κινέζες, πολύ αργά να μη χύσει τον καφέ. Εκατοστό προς εκατοστό λοιπόν, το φλιτζάνι διέσχιζε τα περίπου 20 μέτρα από το συνεργείο ως το γραφειάκι με ταχύτητα 0,01 km/h. Με γέμιζε φρίκη αυτή η σκηνή, να τον παρακολουθώ να περπατάει όσο πιο αργά μπορεί, ανιχνεύοντας με τα παπούτσια του τις ανωμαλίες του πατώματος, απορροφώντας τις με τα εσωτερικά του αμορτισέρ ώστε να διατηρεί συνεχώς τον καφέ οριζόντιο.

Ας τον πούμε Στέφανο. Ήταν κουρασμένος κι αρκετά μεγαλύτερος από μένα στην ηλικία. Πιτσιρικάς έλεγε ότι έπαιζε καλούτσικο ποδόσφαιρο, κάποια στιγμή μάλιστα είχε ενδιαφερθεί κι η ΑΕΚ γι’ αυτόν, όμως ο προπονητής τον έκοψε επειδή δεν του άρεσε η φάτσα του. Έτσι μου έλεγε, τουλάχιστον. Με λίγη περισσότερη τύχη ίσως θα μπορούσε να είχε παίξει επαγγελματικά, αργότερα θα άνοιγε ένα προπατζίδικο, όπως όλοι οι παροπλισμένοι ποδοσφαιριστές, και μια φορά τον χρόνο θα έπαιρνε μέρος σε κάποιον αγώνα παλαιμάχων. Αντί γι’ αυτό, τελικά κατέληξε στο μικρό μαγαζί με το γραφειάκι στην είσοδο και το συνεργείο στο βάθος, ο θάνατος του εμποράκου, κι όλα επάνω του φώναζαν: είμαι μικρός, κουρασμένος, σκυφτός ανθρωπάκος. Του προμήθευα κάποια εξειδικευμένα ανταλλακτικά που πουλούσε κατόπιν σχεδόν σε όλους τους (προ-καλλικρατικούς) Δήμους της χώρας και κάθε Σάββατο πρωί αναγκαζόμουν να κάνω τον εισπράκτορα και να μαζεύω τις πληρωμές. Κάθε Σάββατο πρωί αναγκαζόμουν να παίζω αυτό το τελετουργικό, «έχεις πιει καφέ;», να του δίνω πέντε λεπτά περιθώριο να αναβάλλει τη στιγμή του μαρτυρίου.

Όταν τελικά έφτανε σε μένα, ο καφές συνήθως ήταν χυμένος. «Δεν πειράζει», έπρεπε να πω τότε εγώ, «γούρι, θα πάρω λεφτά!». Μια πάσα σε έναν παλιό ποδοσφαιριστή. Εκεί ήταν που ο Στέφανος απαντούσε: «Αμ, δε θα πάρεις λεφτά...» και κατόπιν με πληροφορούσε ότι δεν πλήρωσε ούτε η Καβάλα ούτε ο Τύρναβος ούτε το Καλοχώρι ούτε η Σταυρούπολη κ.λπ., μόνο η Κόρινθος έβαλε λίγα χρήματα. Έπεφτε μια σύντομη σιωπή τότε, λίγα δευτερόλεπτα όλο κι όλο, κατά την οποία μπορούσα ν’ ακούσω τις σκέψεις του: μην πεις τίποτα, σε παρακαλώ, δέξου το όπως στο λέω και τέρμα!... Το ήξερα φυσικά ότι μου έλεγε ψέμματα. Το ήξερα ότι υπήρχαν κι άλλες πληρωμές που μου έκρυβε, για να χρησιμοποιήσει τα λεφτά, να πληρώσει επιταγές, λογαριασμούς και διάφορα απαραίτητα. Τι μπορούσα να του πω; Καιγόταν για χρήματα, ήταν απελπισμένος. Δεν ήταν ότι ήθελε να πάει διακοπές στη Χαβάη, αλλά να βγάλει τη βδομάδα. Έκανα λοιπόν ότι τον πίστευα κι έπαιζα το παιχνίδι του. Το καταλάβαινε κι ο ίδιος ότι δεν τον πίστευα, όμως δεν είχε το θάρρος να μου ζητήσει αυτά τα λεφτά, να τα κρατήσει λίγες μέρες παραπάνω. Συνήθως καταλήγαμε σε μια μοιρολατρική κουβέντα για την ανοργανωσιά των ελληνικών Δήμων, που δεν μπορείς να βασιστείς πάνω τους, λένε ότι θα σε πληρώσουν κι όλο το αναβάλλουν, σε πάνε από βδομάδα σε βδομάδα, δεν μπορούν να κάνουν κουμάντο στα οικονομικά τους κ.λπ. Κι ο καφές ήταν αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της θεατρικής παράστασης, ήταν πέντε λεπτά για να πάρει κουράγιο και να προετοιμάσει τα ψέμματά του. Ο καθένας δικαιούται δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας και πέντε λεπτά αναβολής της θανατικής του ποινής. Κάθε φορά που έβλεπα τον Στέφανο να βγαίνει από το συνεργείο με το φλιτζάνι στο χέρι, μου ερχόταν να βάλω τις φωνές: «Ψήσε τον καφέ, πάρε το μπρίκι και το άδειο φλιτζάνι, περπάτα σαν άνθρωπος, φέρτα στο γραφειάκι και τότε μόνο γέμισε το φλιτζάνι! Αυτή είναι η τεχνική!» Κουραζόμουν αφάνταστα να τον κοιτάω να κάνει αυτήν την Οδύσσεια των είκοσι μέτρων, αισθανόμουν απαίσια που ένας άνθρωπος μεγαλύτερος στην ηλικία έφτανε σε τέτοια κατάσταση, να λέει ψέμματα και να μην ξέρει πώς να μεταφέρει ένα φλιτζάνι καφέ.

Όταν το Κοινωνικό Συμβόλαιο σε φέρνει στο σημείο να λες Α και να εννοείς Β, κι ο άλλος να το καταλαβαίνει ότι εννοείς Β όμως ν’ απαντάει στο προσχηματικό σου Α, κι εσύ να το καταλαβαίνεις ότι ο άλλος το καταλαβαίνει το υπονοούμενο Β σου όμως να συνεχίζεις με το άλλοθι του Α, κι ο άλλος να το καταλαβαίνει ότι το καταλαβαίνεις ότι το καταλαβαίνει ότι το Α είναι απλώς μια μεταμφίεση για το Β όμως να κάνει πως δεν το καταλαβαίνει ότι το καταλαβαίνεις ότι το καταλαβαίνει... ε τότε, κάτι δεν πάει καθόλου καλά με το Κοινωνικό Συμβόλαιο.

Συνήθως κλείναμε τη θεατρική παράσταση με μια κουβέντα για την κόρη του. Τι κάνει, ποια είναι τα αγαπημένα της παιχνίδια, τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει, ποιον αγαπάει περισσότερο, τον μπαμπά ή τη μαμά κ.λπ. Εκεί ήταν που ο Στέφανος μαλάκωνε κι άλλαζε διάθεση. Όταν μιλούσε για την κόρη του, ήταν η μόνη στιγμή σ’ εκείνα τα σαββατιάτικα πρωινά που έλεγε Α κι εννοούσε Α. Την είχε ανάγκη αυτήν την κουβέντα για να καταλαγιάσουν λίγο οι τύψεις του, να νιώσει ότι αμαρτάνει μεν, για το παιδί του δε. Την είχα κι εγώ ανάγκη για να νιώσω ότι επιτέλους μιλάμε σαν άνθρωποι.

Μερικές φορές πέταγα ήρωες του Φίλιπ Ντικ μέσα στα σαββατιάτικα πρωινά, προσπαθούσα να φανταστώ τη σκηνή με τα μάτια του Μάνφρεντ Στάινερ από το Martian Time-Slip, του αυτιστικού παιδιού που έβλεπε τους ανθρώπους ως αιχμηρά αντικείμενα προς αποφυγή: Ο Στέφανος βγαίνει από το συνεργείο προχωρώντας αργά, με το φλιτζάνι του καφέ στο χέρι. Μεγάλα υγρά σκουλίκια ξεπροβάλλουν από το φλιτζάνι. Ο Στέφανος μεταμορφώνεται σε ένα τεράστιο σαρκοφάγο πουλί. Κάνω να τρέξω προς την είσοδο όμως τη βρίσκω κλειστή. Πίσω μου ακούω τον ήχο φλιτζανιού που σπάει στο πάτωμα, γυρνώ και βλέπω ένα ολόκληρο σμήνος σαρκοφάγων πουλιών να κινείται προς τα μένα. Το πάτωμα κάτω από τα πόδια μου γίνεται κατηφορικό, δεν μπορώ να κρατήσω την ισορροπία μου, κατρακυλάω σαν μπίλια σε φλιπεράκι προς τα πίσω. Τα πουλιά ορμάνε και μου κόβουν το κεφάλι. Ξαφνικά βρίσκομαι να κοιτάζω από ψηλά μια θάλασσα με καρχαρίες, οι οποίοι μου επιτίθενται, πηδάνε όλο και πιο ψηλά, μέχρι που στο τέλος με φτάνουν και μου κόβουν ξανά το κεφάλι. Βρίσκομαι πάλι μόνος στο μικρό μαγαζί. Όλα είναι σκοτεινά και κρύα, το ραδιοφωνάκι είναι βουβό, σηκώνω το τηλέφωνο όμως αυτό βγάζει μόνο έναν μακρινό ήχο παρασίτων και στους τοίχους σέρνονται μεγάλα υγρά σκουλίκια.



 Κάπως έτσι θα έβλεπα τη σκηνή του Σαββάτου αν ήμουν ο Μάνφρεντ Στάινερ. Είναι απίστευτο πόση φρίκη μπορεί να κρύβεται σε ένα κοινό φλιτζάνι καφέ


Με έσωζε μια τεχνική που ανέπτυξα με τον καιρό: η Αναγωγή σε Μιούζικαλ. Έψαχνα μια μετα-πραγματικότητα που να αναπτύσσει το υλικό της πραγματικότητας. Πάντα μου άρεσαν οι μουσικοχορευτικές σκηνές από τα αμερικάνικα μιούζικαλ, εκεί που ξαφνικά η πλοκή διαλύεται κι οι πρωταγωνιστές βγαίνουν από το ρόλο τους, συναντιούνται σε ένα δεύτερο σκηνικό επίπεδο όλοι μαζί, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ μ’ έναν χίππι, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά. Προσπαθούσα λοιπόν να φανταστώ ότι ήμουν σκηνοθέτης κι έπρεπε να φτιάξω μια σκηνή μιούζικαλ από τις πρωινές σαββατιάτικες τελετουργίες. Είχα καταλήξει σε κάτι τέτοιο:

Μπαίνω στο μαγαζί, «καλημέρα – καλημέρα», οι τοίχοι γεμάτοι από εργαλεία, μηχανήματα κι αφίσες με ημίγυμνες, ένας πελάτης κοιτάζει ένα αλυσοπρίονο, ένας άλλος κοιτάζει ένα χλοοκοπτικό, πιτσιρικάδες τους εξυπηρετούν κ.λπ. Κάθομαι στο γραφειάκι κι ο Στέφανος ακουμπάει μπροστά μου το γνωστό φλιτζάνι. «Ο καφές της παρηγοριάς», ανακοινώνει.

«Ωχ... Πάλι δεν πλήρωσε κανένας;»

«Μα τους πήρα όλους! Χιλιάδες φορές! Και τον Γιώργο στα Τρίκαλα και την Ελένη στα Γρεβενά και τη Μαρία στη Σπάρτη και τον Νίκο στη Ρόδο και τον Πρόδρομο στην Ηγουμενίτσα και τη Δανάη στη Χρυσούπολη και τον Ορέστη στον Βόλο και τη Χριστίνα στην Πάτμο!». Παράλληλα καθώς λέει αυτά, ρίχνει κι από ένα βελάκι στις αντίστοιχες περιοχές ενός μεγάλου χάρτη της Ελλάδας στον τοίχο πίσω μου. «Τους έπρηξα, δεν τους άφησα σε χλωρό κλαρί! Όλοι όμως μου ‘λέγαν το συνηθισμένο: Να, σήμερα ο αντιδήμαρχος θα υπογράψει τα εμβάσματα και θα σου βάλω τα λεφτά, μείνε ήσυχος. Πούν' τα όμως; Πούν' τα; Ψεύτες όλοι τους...»

Εκείνη τη στιγμή χαμηλώνει ο φωτισμός κι ένας προβολέας πέφτει επάνω στον Στέφανο καθώς αρχίζει να τραγουδάει:

Πάμε κι εμείς στην αυλή του φθινοπώρου
Πίσω απ' τα κιτρινισμένα τιμολόγια του καλοκαιριού
Πάμε κι εμείς στα λεφτά που αράχνιασαν
Σε κάποιο συρτάρι της ταμειακής υπηρεσίας
Πάμε να δεις τ’ ανυπόγραφα εμβάσματα:
Δυο εμβάσματα ξεχασμένα, δυο εμβάσματα του χαμού.

Στο ρεφραίν τραγουδάμε ντουέτο ενώ μπροστά μας χορεύει ο ένας πελάτης με το χλοοκοπτικό κι ο άλλος αγκαλιά με το αλυσοπρίονο:

Ορέστη απ' το Βόλο
Μαρία απ' τη Σπάρτη
Γυρεύω τα φράγκα,
Μαρία απ' τη Σπάρτη (Μαρία απ’ τη Σπάρτη!)
Ορέστη απ' το Βόλο (Ορέστη απ’ το Βόλο!)
Πληρώστε επιτέλους...

Η μουσική σβήνει κι οι δύο πελάτες έρχονται δίπλα μας, ο ένας στ’ αριστερά κι ο άλλος στα δεξιά. Βγάζουμε όλοι μαντίλια κι αρχίζουμε να χορεύουμε έναν καλαματιανό:

Σε γέλασε, Παρασκευούλα μου
Σε γέλασε το δημαρχόπουλο
Σου ‘πε θα σε πληρώσει, Παρασκευούλα μου
Παν τα φράγκα, παν τα κάλη, δεν ξαναγυρίζουν πάλι,
Παν τα φράγκα, παν τα κάλη, από δω πάνε κι οι άλλοι!

Η μουσική σταμάτει πάλι. «Καημό το ‘χω», λέει ο Στέφανος, «να γίνει ένα θαύμα μια φορά και να μας πληρώσουν όλοι!». Βγάζει έναν αιγυπτιακό πάπυρο σε ρολό, τον ξετυλίγει κι αυτός φτάνει μέχρι το πάτωμα. «Ορίστε, δες εδώ, μας χρωστάει η μισή Ελλάδα. Τι ωραία που θα ‘ταν, ρε συ, να γινόταν ένα κουφό και να μας πλήρωναν όλοι αυτοί...». Κάποιος πελάτης παίρνει ένα κλαδευτικό για μπουζούκι και μ’ ένα μπουζί για πένα αρχίζει να ρίχνει μια πενιά. Στον χάρτη της Ελλάδας, οι αντίστοιχες περιοχές αστράφτουν με κόκκινο φωτάκι:

Πόσο θα ‘θελα, ρε φίλε
Να ‘χα φουλ το πορτοφόλι
Και να τα οικονομήσω
Από την Ελλάδα όλη:

Βόλο, Λάρισα, Καρδίτσα
Να εισπράξω μια βραδιά
Βγαίνει ο Αυγερινός στον κάμπο
Η Πούλια στην Ανακασά.

Στη Θεσσαλονίκη έχω
Μία περσινή προμήθεια
Όλο λεν φράγκα δεν έχουν
Και μου κρύβουν την αλήθεια.

Πάτρα, Τρίπολη και Σπάρτη
Μια βδομάδα θα εισπράξω
Κι από κει στην Καλαμάτα
Πάω τα στήθη να προτάξω.

Κι όταν κουραστώ, ρε φίλε
Στην Αθήνα θα γυρίσω
Στον Περαία και τα Πέριξ
Τους λογαριασμούς θα κλείσω.

Φάληρα και Βουλιαγμένη
Δεόν κι από κει λαβείν
Πάω να τους πολιορκήσω,
Να τους φτάσω στο αμήν.

Τότε ακριβώς μπαίνει ο ταχυδρόμος κι αφήνει την αλληλογραφία. «Αφεντικό», λέει στον Στέφανο, «ένας τρόπος μόνο υπάρχει, αν θες να πάρεις τα λεφτά σου, δηλαδή».

«Ποιος;». Τον κοιτάμε όλοι με αγωνία.

«Κοίτα, αν θες να σε πληρώσουν...»

«Ναι;»

«Να σου δώσουν τα λεφτά...»

«Ναι, ναι;»

«Ο μόνος τρόπος να το καταφέρεις είναι...»

«Ναι, ναι, ναι;»

«Το δράμα! Η τραγωδία! Η κλάψα! Τα βράδια δεν κοιμάσαι, η γυναίκα σου σε παράτησε, η κόρη σου δε σ’ αναγνωρίζει, κοντεύεις να χρεοκοπήσεις – τι λέω; – να πας στο Δαφνί! Δώσε πόνο στο κοινό, δώσε πόνο! Παίξ’ το Μάρθα Βούρτση, κατάλαβες; Πες ότι πας ντουγρού για την κατηφόρα τη μεγάλη». Κι αρχίζει να τραγουδάει:

Κι εσείς, παιδιά μωρέ κλεφτόπουλα
Παιδιά της Σαμαρίνας, μωρέ παιδιά καημένα
Παιδιά της Σαμαρίνας, γιατί είστε χρεωμένα.

Σαν πάτε απάνω, μωρέ, στα βουνά
Κατά τη Σαμαρίνα, μωρέ παιδιά καημένα
Κατά τη Σαμαρίνα, γιατί είστε χρεωμένα.

Μην πείτε πως, μωρέ, πληρώθηκα
Πως είμαι ματσωμένος, μωρέ παιδιά καημένα
Πως είμαι ματσωμένος, γιατί είστε χρεωμένα.

Να πείτε πως, μωρέ, σαλτάρισα
Είμαι φαληρισμένος, μωρέ παιδιά καημένα
Είμαι φαληρισμένος και χρεοκοπημένος.

«Το 'πιασα!» λέει ο Στέφανος και τα μάτια του λάμπουν. «Θα δώσω πόνο στο κοινό!». Τα πάντα τότε σκοτεινιάζουν και φωτίζεται το βάθος της σκηνής, στο οποίο υπάρχει ένα ψηλό βάθρο με έναν αντιδήμαρχο. Πίσω του έχει μια χρυσή επιγραφή: ΤΑΜΕΙΑΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ. Είναι ντυμένος με πορφύρα και μανδύα, στο ένα χέρι κρατάει μια στρογγυλή σφραγίδα και στο άλλο ένα στιλό. Ένας αυτόματος ιμάντας μπροστά του φέρνει διαρκώς έγγραφα, τα οποία τα εξετάζει για λίγο και μετά τα αφήνει να περάσουν ασφράγιστα κι ανυπόγραφα. Τον κοιτάζουμε όλοι με δέος. Ο ένας πελάτης αγκαλιάζει το χλοοκοπτικό προστατευτικά, ο άλλος στρέφει το αλυσοπρίονο προς τον αντιδήμαρχο απειλητικά, ο ταχυδρόμος κι εγώ στεκόμαστε πίσω τους φοβισμένοι, ενώ ο Στέφανος βγαίνει μπροστά:

«Μισό λεπτό να πάω να φορέσω τίποτα κουρελούδες, τίποτε μασκαρέματα λυπητερά να ντυθώ, σαν αυτά που φορούν οι θεατρίνοι, να τον συγκινήσω κομμάτι».

«Πολλές τζιριτζάντζουλες κάνεις», παρατηρούμε όλοι εμείς, «την καμπούρα, τα κουρέλια και του Χάρου τη μουτσούνα κι ό,τι γουστάρεις μα μην αργοπορείς».

«Συγχωρήστε με, ω αντιδήμαρχε», λέει ο Στέφανος, «που θα παρουσιαστώ μπροστά σας ντυμένος ζητιάνος, αλλά και η κωμωδία κάτι ξέρει από δικαιοσύνη...»

«Κωμωδία ή δράμα;»

«Κουρέλι, κουρελάκι, στα γόνατά σου πέφτω να ζητήσω απ’ το παλιό σου δράμα ένα κουρελάκι για να μιλήσω», απαντάει ο Στέφανος. «Δώσε μου τίποτε κουρέλια να ντυθώ από τα κρεμαστάρια, τα σφαχτάρια, τα ρούχα σου κι εκείνη την τραγική μελωδία, με το σουγιά στο κόκαλο και το λουρί στο σβέρκο, και για μπαστούνι μια βέργα λυγαριά, μια ρίζα δεντρολίβανο». Του δίνουμε όλα όσα ζήτησε κι αυτός ντύνεται εντελώς ντεκαντάνς. «Η ζητιανιά ας είναι το ρεφρέν μου, της εξορίας το σκουφί στο κεφαλάκι, ακούμπησέ μου».

«Το χρέος!»

Ο Στέφανος λοιπόν, κουρελής και τρισάθλιος, πάει και γονατίζει μπροστά στον αντιδήμαρχο. Εκείνη τη στιγμή αλλάζει και η μουσική:

Είδα στην Αμφιλοχία
Τον Σταμούλη τον ταμία
Έναν παλιό βασανιστή
Που μου κρατάει μια πληρωμή
Δε δίνει ούτε μια δραχμή...

Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει
Δε μου δίνει τα λεφτά
Με μια ματωμένη χλένη
Πάω να ρίξω κλάματα.

Γιατί αυτή η κοινωνία
Είναι δραματική σχολή
Πώς καταντήσαμε, λοχία;
Παλιάτσοι και ηθοποιοί,

Πώς καταντήσαμε, λοχία;
Στους Δήμους γελωτοποιοί...

Ο αντιδήμαρχος συγκινείται από το θέαμα του Στέφανου, σφραγίζει ένα έγγραφο και του το δίνει. Ο Στέφανος το κοιτάει με γουρλωμένα μάτια, «Πλήρωσε το Ρέθυμνο!», φωνάζει. Η σκηνή φωτίζεται, οι ημίγυμνες κοπέλες κατεβαίνουν από τις αφίσες κι αρχίζουμε όλοι έναν πεντοζάλη:

Μέσ’ στου Μαγιού τις μυρωδιές
Στα κόκκινα κεράσια
Για δέστε πώς πληρώνουνε
Της Κρήτης τα κοράσια.

Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά
Και στο Χρυσό κριάρια
Τώρα που πήραμε λεφτά
Θα σφάξουν και μοσχάρια!

Ο αντιδήμαρχος σφραγίζει άλλο ένα έγγραφο και το δίνει στον Στέφανο, «Πλήρωσε η Κομοτηνή!». Μπαίνουν καμιά δεκαριά ποδοσφαιριστές της ΑΕΚ στο μαγαζί, κάνουν κύκλο γύρω μας και τραγουδάνε:

Σ’ αυτό τ’ αλώ–, Ελένη μου, σ’ αυτό τ’ αλώνι το φαρδύ
Σ’ αυτό τ’ αλώνι το φαρδύ, τρανή γινέται πληρωμή.

Χίλια τρακό–, Ελένη μου, χιλιά τρακόσα ήταν ευρώ
Χίλια τρακόσα ήταν ευρώ, σ’ έναν παλιό λογαριασμό.

Ο αντιδήμαρχος σφραγίζει ακόμα ένα έγγραφο, το κάνει σαΐτα και μας το πετάει. Πέφτουμε επάνω του, το ξεδιπλώνουμε και διαβάζουμε: «Πλήρωσαν τα Τρίκαλα!»

Στα Τρίκαλα, στα δυο στενά
Πληρώσανε τον Σακαφλιά
Πληρώσανε τον Σακαφλιά
Στα Τρίκαλα, στα δυο στενά.

Φεύγουμε όλοι μαζί από το μαγαζί και βρισκόμαστε σε έναν πλούσιο κήπο με σιντριβάνια, δέντρα, λουλούδια κ.λπ. Ο πελάτης με το χλοοκοπτικό κουρεύει το γκαζόν κι από το μηχάνημα πετάγονται χρήματα. Ο άλλος με το αλυσοπρίονο κόβει ένα δέντρο και μέσα στον κορμό βρίσκει χρήματα. Οι ημίγυμνες κοπέλες τα μετράνε κι όλοι χορεύουμε. Οι ποδοσφαιριστές της ΑΕΚ βάζουν γκολ σε ένα άδειο τέρμα. Ο ταχυδρόμος έρχεται και φέρνει ακόμα ένα χαρτί, «Πλήρωσε η Λειβαδιά!»

Σαράντα παλικάρια από τη Λει– από τη Λειβαδιά
Πάνε για να πληρώσουνε τιμολό– μωρ’ τιμολόγια

Ακούγεται ο ήχος βροντής κι ο ουρανός αρχίζει να βρέχει χρήματα. Βουτάμε όλοι σε μια πισίνα στο σχήμα της Ελλάδας γεμάτη χαρτονομίσματα. Σε κάποια στιγμή βλέπουμε δίπλα μας κάτι σαν φτερό καρχαρία, το αρπάζουμε και είναι τελικά η τσάντα του ταχυδρόμου – με τον ίδιο από κάτω της. Μας δίνει ακόμα ένα χαρτί, «Πλήρωσε η Καλαμάτα!»

Σαν πας στην Καλαμάτα
Και 'ρθεις με το καλό
Ζήτα να σου ξωφλήσουν
Έναν λογαριασμό
Αμάν, καλέ, προπερσινό.

Ξαφνικά η μουσική σταματάει και τα φώτα σβήνουν. Όταν ανάβουν πάλι, βρισκόμαστε πίσω στο μαγαζί. Οι κοπέλες στις αφίσες τους, οι ποδοσφαιριστές εξαφανίζονται, οι πελάτες επεξεργάζονται τα εργαλεία κι εγώ κάθομαι στο γραφειάκι με τον Στέφανο. Πάω να πιω από το φλιτζάνι μπροστά μου κι ο καφές είναι χυμένος. «Ωχ, συγνώμη», λέει αυτός, «θα πάρεις λεφτά».

«Αν ήταν να έπαιρνα λεφτά για κάθε χυμένο καφέ που έχω πιει», λέω, «τώρα θα ήμουν πλούσιος!...». Κλείνουμε τη σκηνή τραγουδώντας μελαγχολικά:

Αν ήμουν πλούσιος
Καραβοκύρης, βασιλιάς, ταξιδευτής
Ό,τι κι εσύ κι εσύ κι εσύ θα ονειρευτείς
Όταν θα σβήσουνε τα φώτα της γιορτής.

THE END

El Revisionista



Με πείσανε να γίνω ρεβιζιονιστής
Και στο YouTube να παίξω
Θα ρθει όμως καιρός που κι εσύ θε να πειστείς
Πως δε θα το αντέξω.

Τι να κάνω; Ήτανε γραφτό
Μέσ’ σ’ αυτόν τον κόσμο τον ψηφιακό
Να ‘χω πολλές περσόνες.
Άνοιξα ακόμα έναν λογαριασμό
Μέσα στους δεκάδες που διατηρώ
Να τον φροντίζω, να τον ξεσκονίζω
Να ‘χω ουσία, να ‘χω παρουσία
Να έχω κύρος, μικρός να γίνω ήρως
Να γράφω λόγια, ανώγια και κατώγια
Να με προπαγανδίσω, να με διακωμωδήσω.

Κι από χρέος συναδελφικό
Φίλους να προσθέτω στον κατάλογο
Να τους τιμάω, να τους αποτιμάω
Να τους προσέχω και να τους κατέχω
Κι αυτό το σοκ μου, τα λέω και στο μπλογκ μου!
Μα θα τα γράφω, θα τα ξαναγράφω:
Είναι μαθήσεως μήτερ,
Θα φτιάξω και τουΐτερ (δυστυχία μου...)

Δουλειά σου είναι, μούπανε, να δίνεις υλικό
Αμέτρητων σχολίων
Το μέσο είναι το μήνυμα, ιδού το μυστικό
Στην πιάτσα των δικτύων.

Ίντερνετ και δόξα τω Θεώ
Τα καλά στον κυβερνόκοσμο
Είναι πως έχει ρεύμα.

Άμα πιάσεις το μηχανισμό
Και δημιουργήσεις παράλληλο εαυτό
Θα είσαι ονλάιν, θα ‘χεις και ντεντλάιν
Θα ‘χεις ακάουντ και ΠέιΠαλ αμάουντ
Και με τα χρόνια θα ζεις στα ηλεκτρόνια
Θα γίνεις ξένος και αλλοτριωμένος
Εξαρτημένος και καλωδιωμένος
Μέχρι να πεις: Αμάν πια!
Και άει στα κομμάτια!
Και άει στα κομμάτια!




Άντε μετά ν' αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας...



Αφού είσαι, πώς να το κάνουμε.




Τέτοια πράσινη ανάπτυξη, ούτε ο Παπανδρέου




Κεραμιδόσκυλος




Γάτος ο δικός σου




Μεγάλος γάτος

Το Βιοτικό Βαλς

Μου είχαν διηγηθεί την ιστοριούλα σ’ ένα χωριό του ανατολικού Πηλίου όταν ήμουν πιτσιρικάς. Παραείνει όμορφη για να είναι πραγματική, όμως αυτός ακριβώς είναι κι ο ορισμός της πραγματικότητας: κάτι που υστερεί σε ομορφιά σε σχέση με τις ιστοριούλες του ανατολικού Πηλίου.

Ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, λοιπόν, κάποιος τύπος αποφάσισε να κατεβεί στην παραλία για μια βουτιά. Φυσούσε αέρας, η θάλασσα ήταν ανήσυχη, όμως τα κύματα δε φαίνονταν πια και τόσο απειλητικά, οπότε τελικά ο τύπος βούτηξε. Με δυο απλωτές είχε ήδη φτάσει στα άπατα – όλο το ανατολικό Πήλιο είναι ουσιαστικά ένας γκρεμός που πέφτει απότομα στη θάλασσα κι οι «παραλίες» του είναι σχεδόν ευφημισμός. Ο τύπος κολυμπούσε ανέμελος, χωρίς να ξέρει όμως ότι υπήρχαν κρυφά ρεύματα κάτω από την επιφάνεια του νερού, που τον τραβούσαν μακριά από την παραλία, αργά, σταθερά και ύπουλα...

Σε κάποια στιγμή, ο τύπος κουράστηκε κι αποφάσισε να βγει έξω. Η απόσταση από την παραλία δε φαινόταν πολύ μεγάλη, λίγες απλωτές υπόθεση όλο κι όλο. Ο τύπος έκανε αυτές τις λίγες απλωτές και διαπίστωσε ότι είχε μείνει σχεδόν στάσιμος, τα κρυφά ρεύματα τον έσπρωχναν προς τα μέσα. Έκανε κι άλλες λίγες κι άλλες κι άλλες κι άλλες, όμως τελικά προόδευε λιγότερο κι από τη μνημονιακή Ελλάδα με τα μέτρα του ΓΑΠ. Ο τύπος άρχισε ν’ ανησυχεί. Τα έδωσε όλα και ξέσπασε σ’ ένα παθιασμένο κολύμπι προς την παραλία με όλες του τις δυνάμεις, μέχρι που εξαντλήθηκε εντελώς. Μάταιος κόπος. Κοίταξε την πενιχρή απόσταση που είχε διανύσει, σαν απογοητευμένος Παπακωνσταντίνου που προσπαθεί να καταλάβει γιατί τα έσοδα δεν αυξάνονται, σε πείσμα της θεωρίας. Κάπου εκεί, ο τύπος πανικοβλήθηκε.

Ξαφνικά είδε έναν φίλο του στην παραλία. Ο τύπος άρχισε να κουνάει τα χέρια και να ζητάει βοήθεια, μέχρι που ο άλλος κατάλαβε τι τρέχει. Δεν υπήρχε βάρκα ή σχοινί να του πετάξει, τίποτα που να μπορούσε να κάνει, του φώναξε μόνο δυο κουβέντες: «Αρπάξου απ’ το τρίτο κύμα». Μόνο αυτό. Ο τύπος το έκανε, τελικά κατάφερε να βγει στην παραλία και σώθηκε.

Διότι σε κάθε δύο κύματα, λέει, το τρίτο είναι μεγαλύτερο και δυνατότερο. Έτσι ισχυρίστηκε τουλάχιστον αυτός που μου διηγήθηκε την ιστορία. Άμα κολυμπήσεις παράλληλα με το τρίτο κύμα, τότε κερδίζεις «έδαφος» και προχωράς προς την παραλία. Στο πρώτο και στο δεύτερο κύμα δεν έχει νόημα να κολυμπάς, το καλύτερο που μπορείς να κάνεις είναι να χαλαρώσεις για να διατηρήσεις τις δυνάμεις σου, κι ας σε σπρώξουν πιο μέσα τα ρεύματα. Στο τρίτο κύμα όμως πρέπει να τα δώσεις όλα και να εκμεταλλευτείς τη δύναμή του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, κερδίζεις δύο μέτρα, χάνεις ένα, κερδίζεις δύο, χάνεις ένα, κερδίζεις δύο, χάνεις ένα, ο λογαριασμός όμως βγαίνει θετικός και προχωράς σιγά-σιγά. Είναι η μόνη τακτική που μπορεί να σε σώσει. Ακόμα και η λέξη τρικυμία, είπε αυτός που μου διηγήθηκε την ιστορία, από εκεί βγαίνει, από το τρίτο κύμα που είναι το μεγαλύτερο και δυνατότερο από τα άλλα δυο.

Η ιστοριούλα μάλλον δεν είναι αληθινή, όμως αυτό δεν την κάνει λιγότερο χρήσιμη. Πολλές φορές τη σκέφτηκα και τείνω τελικά να συμπεράνω ότι κάπως έτσι είναι η ζωή, έχει τρίτο κύμα μέσα της. Άλλη είναι η ώρα της σποράς κι άλλη η ώρα του θερισμού. Άλλη είναι η ώρα του μόχθου κι άλλη η ώρα της αδράνειας. Ορισμένες φορές είναι σοφό να δίνεις αγώνα, κάποιες άλλες είναι σοφό να αφήνεσαι και να προσπαθείς να μην προσπαθείς. Δεν ξέρω γιατί. Όταν πιάνεις τον εαυτό σου να νιώθει ότι παλεύει με γίγαντες και προσπαθεί να μετακινήσει βουνά, τότε μάλλον είσαι στα δύο πρώτα κύματα, πηγαίνεις κόντρα σε υπέρτερες δυνάμεις, κόντρα στους νόμους της ζωής. Έρχεται όμως η ευλογημένη στιγμή που ακόμα κι η πιο μικρή σου προσπάθεια δίνει καρπούς, ό,τι πιάνεις γίνεται χρυσός, εσύ ο ίδιος γίνεσαι νόμος της ζωής. Και μετά πάλι προσπαθείς να μετακινήσεις βουνά και πάλι και πάλι και πάλι... Η ζωή είναι γραμμένη σε ρυθμό τρία τέταρτα, ένα βαλς είναι η ζωή, κερδίζει αυτός που μπορεί να το χορέψει. Αρπάξου απ' το τρίτο κύμα.

Δεν είναι κρίμα
Να γίνω θύμα
Σ’ αυτό το σχήμα
Ν’ αναλωθώ;

Κάνω ένα βήμα:
Όλα είναι πρίμα
Το τρίτο κύμα
Ακολουθώ.

Ίσως το χρήμα
Μου χτίσει μνήμα
Μια παντομίμα
Είν’ η ζωή,

Κάνω ένα βήμα:
Όλα είναι πρίμα
Το τρίτο κύμα
Επενεργεί.

Κι αν στην Αθήνα
Δεν έχω σήμα
Στο ραδιοσήμα
Νεκρός σταθμός,

Κάνω ένα βήμα:
Όλα είναι πρίμα
Το τρίτο κύμα
Κρυφός ρυθμός.

Χειμέριο κλίμα
Χτικιό και φύμα
Αριάδνης νήμα
Δεν έχει πια,

Όμως κάνω ένα βήμα
Κι όλα είναι πρίμα:
Το τρίτο κύμα
Γράφει τροχιά.

Μπλόγκερ Σημαίνει Φως

Μπλόγκερ σημαίνει φως
Είναι καημός πολύ μικρός
Και στεναγμός πολύ πικρός.

Σκέψου και γράψε
Να ζητάς αναγνώριση πάψε
Πρωτοτυπείς;
Ακόμα έχεις πολλά να δεις!
Περιαυτολογείς
Τελικά τι θες να πεις;

Σ' αναζητώ στο χώρο αυτό
Με φέισμπουκ και τουΐτερ
Γιατί είμ' εγώ πολύ μικρός
Και θλιβερός μπλόγκερ.
Θα γράψεις μια, θα γράψω δυο
Θα σχολιάσεις μια, θα σχολιάσω δυο.

Θα εμπνευστώ, θα εκτεθώ
Με μια ανάρτηση κι έναν σχολιαστή
Που θα καλεί τον άλλο σχολιαστή,
Τον επικριτικό σχολιαστή.

Παρηγοριά στη μοναξιά, υπομονή
Του ίντερνετ ψευδαίσθηση
Κι ύστερα λες, "για δυο ψυχές
Που με διαβάζουν,
Γιατί δε σχολιάζουν; Γιατί δε σχολιάζουν;..."

ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!!!

Έλα στο φως, γράφω, θα δεις
Είμαι σοφός, μην απορείς
Έλα στο φως, γράφω, θα δεις!

Μπλόγκερ, ό,τι κι αν πεις
Είναι καημός πολύ πικρός
Και στεναγμός πολύ βαθύς

Μπλόγκερ, είτε μωρός, είτε σοφός
Είμαι κι εγώ, καθώς κι εσύ
Είσαι παιδί,
Που καρτερεί κάτι να πει.
Γράψε κι εσύ μια ανάρτηση
Απ' τη ψυχή ως την ψυχή
Ως την ψυχή
Ως την ψυχή
.
.
.

Σαν Βγεις Στον Πηγαιμό Για Την Τσετσενία

Ένα στιχάκι που είχα σκαρώσει παλιά, με αφορμή το Βατοπέδι, τον Εφραίμ και την παρέα του.

Αυτός ο Οίκος του Θεού
Είναι εταιρεία πλουτισμού
Με κεφάλαια, μετοχές
Απασχολεί επενδυτές

Θα πάω στο Τατζικιστάν (δίπλα από το Ουζμπεκιστάν)
Το τυρί μου κατσικίσιο, το ψωμί μου τατζικίσιο.

Είδα εκεί, στην Τσετσενία
Τον Σταμούλη, το λοχία
Παλιό μου συμπολεμιστή
Που του ‘λειπε το ένα αυτί
Του Αλλάχ το φάγαν οι πιστοί.

Κάποτε στο Άγιο Όρος είχα πάει για ρηλάξ
Μα ο Θεός κι ο Εωσφόρος με τραβάγαν εναλλάξ.

Τώρα εδώ, στην Τσετσενία
Πίνουμε βότκα και κρασί
Πώς καταντήσαμε, λοχία
Δύο Τσετσένοι, εγώ κι εσύ.

Καλάσνικοφ στη Λειτουργία
Μολότοφ στη Μετάληψη!

Τα Τραγούδια Που Γύρισαν Από Τα Μπάζα

Τα ακόλουθα τραγουδάκια δεν είναι για τα μπάζα, είναι από τα μπάζα - δηλαδή, από σχόλια στο Buzz (τα περισσότερα). Κανένα τους δεν ήταν προμελετημένο, καρφωτό και δουλεμένο. Προέκυψαν στη ροή της κουβέντας απροσχεδίαστα. Κάθισα χθες και τα συγκέντρωσα να τα ξαναθυμηθώ. 

Σχεδόν όλα γράφτηκαν μέσα σε 10 - 20 λεπτά κι η αλήθεια είναι ότι πολύ το απόλαυσα όταν τα σκάρωνα! Κάποια είναι περισσότερο, κάποια λιγότερο επιτυχημένα, πάντως όλα τους υπήρξαν προϊόν κεφιού. Είναι ίσως λίγο δύσκολο να τα κατανοήσει κάποιος έτσι ξεκάρφωτα, θα πρέπει να παρακολουθήσει ολόκληρη την κουβέντα που τα γέννησε. Ηθικοί αυτουργοί, φυσικά, είναι οι συνήθεις ύποπτοι του Buzz, με τις παρατηρήσεις τους, τις ενστάσεις τους, τα σχόλιά τους - θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για ένα στιχουργικό όργιο, έναν πνευματικό οργασμό, μια καλλιτεχνική συνουσία. Αν συνάγεται κάποιο μήνυμα, είναι η ανάγκη για πολλή μουσική, πολλά τραγούδια, παράταιρα και ετερόκλητα, από τα πιο ψαγμένα ως τα πιο ξεφωνημένα λαϊκά (με έμφαση στα δεύτερα):

Αγάπησα Αριστερό
Τι είν' αυτό που το λένε Αριστερά; Το πρωτότυπο εδώ (Έφη Σαρρή).

Είμαι Πολύ Σπουδαίος
Κύριε Τσαγκαρουσιάνο, κατέβα λίγο απ' το καλάμι σου. Το πρωτότυπο εδώ (Θέμης Ανδρεάδης).

Εμπρός Της Γης Οι Παντρεμένοι
Overdose μικροαστισμού. Το πρωτότυπο εδώ (Ιωσήφ Στάλιν).

Ένα Το Ματσακόνι
Η αυθεντική ελληνικότητα που ξεπροβάλλει μέσα από ένα τυπικό αυθαίρετο, καθώς και μέσα από τα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη - που χωρίς αυτόν δε θα ξέραμε ούτε κατά πού πέφτει το Αιγαίο. Το πρωτότυπο εδώ (Γρηγόρης Μπιθικώτσης).

Καληνύχτα, Γιώργο
Ακούστε τώγα την ιστογία του Γιώγου, ενός νεαγού πγίγκηπα της Ελλάδας, απόγονου του Ανδγέα του Σοσιαλιστή, που πίστεψε πως θ' αλλάξει τη χώγα. Αλλά πικγές οι βουλές του Αλλάχ και σκοτεινές οι ψυχές των αγογών... Το πρωτότυπο εδώ (Αλίκη Καγιαλόγλου).

Καληνύχτα, Ντόρα
Ακούστε τώγα την ιστογία της Ντόγας, μιας φιλελεύθεγης πγιγκήπισσας της Ευγυτανίας, απόγονης του Κώστα του Ψηλού, που πίστευε ότι μπογεί να αλλάξει το κόμμα. Αλλά πικγές οι βουλές του Αλλάχ και σκοτεινές οι ψυχές της οικογένειας Σαμαγά... Το πρωτότυπο εδώ (Αλίκη Καγιαλόγλου).

Καλύτερα Ελεύθερη
... παρά νεοφιλελεύθερη. Το πρωτότυπο εδώ (Θέλξη).

Κόμματα, Κόμματα
Πόσο φιλόχριστος είναι ο ελληνικός Στρατός και με ποιο δικαίωμα μπορούμε πια να προσευχώμεθα "υπέρ του κατά ξηράν, θάλασσαν και αέρα φιλοχρίστου ημών Στρατού"; Για πείτε μας, Εξοχώτατε Υπουργέ Εθνικής Αμύνης; Το πρωτότυπο εδώ (Νίκος Ξυλούρης).

Κρίση
Ο τίτλος τα λέει όλα. Το πρωτότυπο εδώ (Νίκος Μακρόπουλος).

Λαέ Της Συμπρωτεύουσας
Σήκωσε πια παντιέρα, με τον Γκιουλέκα δήμαρχο δε βλέπεις άσπρη μέρα. Το πρωτότυπο εδώ (Σπύρος Σακκάς).

Μικρό Ζεϊμπέκικο Για Τη Ροδιά
Το αιματηρό χρονικό της σφαγής εργολάβων από τη Ροδιά. Το πρωτότυπο εδώ κι εδώ (Διονύσης Σαββόπουλος).

Να 'Τανε Το '81
Πραγματικό γεγονός: στην πρώτη γιορτή του Κιλελέρ αμέσως μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ το '81, ένας κουλουρτζής είχε στήσει τον πάγκο του. Πουλούσε αυτά τα κλασικά σουσαμένια κουλούρια, όχι στρόγγυλα αλλά μακρόστενα, σαν μπαγκέτες. Ο τόπος δονείτο από το σύνθημα των ημερών, "Εδώ και τώρα, Αλλαγή!" κι ο κουλουρτζής σιγοντάριζε: "Αλλαγή, Αλλαγή, από στρόγγυλο μακρύ!"
Το πρωτότυπο εδώ (Προσοχή: Γιώργος Νταλάρας! Η ακρόαση είναι αποκλειστικά δική σας ευθύνη!)

Νοσταλγός Των Λαϊκών
Το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά, όμως τα κόκαλα του Αντρέα θα τρίζουν με τις μουσικές προτιμήσεις του γιου του. Το πρωτότυπο εδώ (Γιάννης Γιοκαρίνης).

Ξεφτυλίζοντας Απόψε Τ' Όνομά Μου
Ανεκπεραίωτος, ανεκπεραίωτος θα είμαι εγώ για σένα. Το πρωτότυπο εδώ (Τόλης Βοσκόπουλος).

Ο ΣΥΡΙΖΑ Δε Ζει
Ριζοσπαστικοί κι ανανεωτικοί, Αλαβάνος και Κουβέλης, μπηχτές του Κύρκου, υποκριτικά λόγια για τον Μ. Παπαγιαννάκη που μόλις είχε πεθάνει κι άλλα τέτοια φολκλορικά. Το πρωτότυπο εδώ (Γιώργος Μητσάκης).

Οι Νεοδημοκράτες Άνθρωποι
Λίγη ποίηση για ν' ανέβει το επίπεδο. Το πρωτότυπο εδώ (T. S. Eliot).

Οι Ωραίοι Έχουν Χρέη
Τα πληρώνουνε στο Buzz. Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει. Το πρωτότυπο εδώ (Χρήστος Δάντης).

Ουράνιο Ζωής
Σε κάθε Έλληνα αντιστοιχούν $ 96.000.000.000 (δισεκατομμύρια, όχι εκατομμύρια), όμως τα τρώει όλα αυτός ο κερατάς, ο Soros. Το πρωτότυπο εδώ (Notis Sfakianakis).

Παίρνω Έναν Δήμαρχο
"Η αστραπή κι η θύελλα", παρατηρούσε ο Νίτσε, "είναι δυνάμεις ατίθασες, ελεύθερες. Αγνή Βούληση πέραν του καλού και του κακού, χωρίς τη σύγχυση της ηθικής και της διάνοιας". Παραδόξως, η περιγραφή ισχύει τέλεια και για τους Δημάρχους της ελληνικής επαρχίας. Το πρωτότυπο εδώ (Κώστας Μακεδόνας).

Παλαιοκώστας Ι (Σαν Βγω Απ' Αυτή Τη Φυλακή)
Ο Παλαιοκώστας δραπετεύει από τον Κορυδαλλό με ελικόπτερο και Παπαληγούρα Υπουργό Δικαιοσύνης. Το πρωτότυπο εδώ (Διονύσης Σαββόπουλος)

Παλαιοκώστας ΙΙ (Σαν Ξαναβγώ Απ' Αυτή Τη Φυλακή)
Ο Παλαιοκώστας βαδίζει στο δρόμο που χάραξε ο Παλαιοκώστας, με Δένδια Υπουργό Δικαιοσύνης. Καταντάει ρουτίνα πια. Το πρωτότυπο εδώ (Notis Sfakianakis)

Πέντε Χρόνια Δικασμένος
Στιχουργικός ευπρεπισμός των τραγουδιών. Το πρωτότυπο εδώ (Άννα Βίσσυ).

Ριζοσπαστικό Ζεϊμπέκικο Για Τον Νώντα
Κορκονέας & Κοεμτζής: ομοιότητες και διαφορές, με αφορμή το διαβόητο διήγημα που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη. Το πρωτότυπο εδώ κι εδώ (Διονύσης Σαββόπουλος).

Σομαλός Πειρατής Ι
Κόντρα Αριστερών & Δεξιών με θέμα τους πειρατές της Σομαλίας. Το πρωτότυπο εδώ (Προσοχή: Βασίλης Παπακωνσταντίνου! Η ακρόαση είναι αποκλειστικά δική σας ευθύνη!)

Σομαλός Πειρατής ΙΙ
Μιλάμε για άγρια κόντρα. Το πρωτότυπο εδώ (Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας).

Σομαλός Πειρατής ΙΙΙ
Τρία ολόκληρα πειρατικά τραγούδια απαιτήθηκαν μέχρι να κάμψω την αντίσταση των Αριστερών. Το πρωτότυπο εδώ (Διονύσης Σαββόπουλος).

Σπουδή Σε Μανδραβέλη
Λίγη ακόμα ποίηση για ν' ανέβει κι άλλο το επίπεδο.

Σφύριξέ Μου Ό,τι Ξέρεις, Ταξιτζή
Ταξιτζήδες-λιακόπουλοι, που γνωρίζουν και διαδίδουν απόρρητη γνώση και μικρά γαλάζια μυστικά. Το πρωτότυπο εδώ (Στράτος Διονυσίου).

Τα Άτιμα Λαμόγια Τα Μεγάλα
Ελλάδα Ελλάδα, μάνα του Τοτού. Το πρωτότυπο εδώ (Νίκος Δημητράτος).

Τα Αυτονόητα
Και ο Σημίτης έχει ψυχή (σίγουρα;). Το πρωτότυπο εδώ (Νατάσσα Θεοδωρίδου).

Ταξίδεψα Κάποια Βραδιά
Μου λείπουν κάποιοι παλιοί σχολιαστές από το Buzz, π.χ. αυτοί που το όνομά τους αρχίζει από Sraosha. Το πρωτότυπο εδώ (Βασίλης Λέκκας).

Τι Να Τα Κάνω Τα Βραβεία Σας
Χριστιανόπουλος φτύνει Γερουλάνο. Το πρωτότυπο εδώ (Διονύσης Σαββόπουλος).

Το Μέσο Είναι Το Μήνυμα
Η πραγματικότητα είναι μια ψευδαίσθηση που οφείλεται στην έλλειψη τηλεόρασης. Το πρωτότυπο εδώ (Βασίλης Νικολαΐδης).

Φέρτε Μου Τ' Αναδρομικά
Ένα τραγούδι-κόλαφος στην αναλγησία της κυβέρνησης, που περικόπτει συντάξεις κι οδηγεί στην απόλυτη εξαθλίωση τους ηλικιωμένους της χώρας. Το πρωτότυπο εδώ (Γρηγόρης Μπιθικώτσης).

Αυτά, πάνω-κάτω. Υπάρχουν πολλά σκόρπια στιχάκια εδώ κι εκεί, όπως το Καμποτάζ, το Μακάρι, Μπουτάρη, οι Κλιματισμένοι, το Φτηνό Υδρογόνο, το You Give Blog A Bad Name, τα Τοξικά Ομόλογα κ.α., όμως είναι απλώς λίγες γραμμές. Όλο και κάποιο άλλο τραγουδάκι θα μου 'χει διαφύγει. Ελπίζω να διασκεδάσατε.

Με Πείσανε Να Γίνω Ρεβιζιονιστής...

... και να γυρίσω δίσκο. Όχι ακριβώς, απλώς βρήκα παπά (= στούντιο) κι είπα να θάψω πέντε-έξι. Όχι ακριβώς πέντε-έξι, προς το παρόν είμαστε στα τέσσερα, όμως σταδιακά θα τον γεμίσουμε τον δίσκο. Σήμερα λοιπόν έχουμε φρέσκο πράμα, σιγά-σιγά θα 'ρθουν κι άλλα:

1) Όπως όλοι ξέρουμε, το Αξίζω Μια Περιουσία είναι το μεγάλο λαϊκό σουξέ της Ερατώς, βασίλισσας της Ιεράς Οδού και της Παραλιακής. Όποιοι έχουν μνήμη χρυσόψαρου και ξεχνάνε, μπορούνε να ξαναθυμηθούνε εδώ (θα βρουν και τους στίχους). Κατευθείαν λοιπόν από τα πιο λούμπεν χαμαιτυπεία της Ιεράς Οδού, το βρωμερότερο τραγούδι στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, Αξίζω Μια Περιουσία. Αν παρόλα αυτά επιμένετε να το κατεβάσετε στον Η/Υ σας σε mp3, από εδώ.



Βάζω μαζί και τα τραγούδια που είχα ηχογραφήσει παλιότερα, να υπάρχουν κάπου μαζεμένα. Τα είχαμε πει κι εδώ, όμως κατάλαβα ότι πολλοί από σας βαριέστε να κάνετε κλικ σε ένα link.

2) Η Βιολογιστική γράφτηκε το 2003. Παίζει πιάνο και κάνει δεύτερη φωνή η Σοφούλα. Οι στίχοι εδώ, το τραγούδι σε mp3 εδώ.



3) Η CIA είναι ακόμα πιο παλιό τραγούδι και είχε αρχικό τίτλο: Σαν Βγεις Στον Πηγαιμό Για Την Ιθάκη, Φρόντισε Να Μην Πέσεις Στην Τουριστική Σαιζόν. Ο Μάριος κάνει δεύτερη φωνή. Οι στίχοι εδώ, το τραγούδι σε mp3 εδώ.



4) Οι Γότθοι είναι το καλύτερό μου τραγούδι. Από εκεί που σταμάτησε ο Ρουσσώ μέχρι εκεί που τελειώνει ο δυτικός πολιτισμός. Οι στίχοι εδώ, το τραγουδι σε mp3 εδώ.



Ηχογράφησε, διηύθυνε την ορχήστρα, έπαιξε τα μισά όργανα, έσωσε την παρτίδα με τις ιδέες του ο Μάριος. Ουίσκι έφερε ο Χρίστος. Γενικών καθηκόντων η Αλεξάντρα. Συντόνισε την ηχογράφηση η Ψι (γάτα). Στήριξε ψυχικά ο Κώστας. Έπαιξε τα υπόλοιπα όργανα, ενορχήστρωσε και τραγούδησε η αφεντιά μου. Η ηχογράφηση έγινε στο στούντιο Marios.

Όλα τα τραγούδια προστατεύονται από Creative Commons Licence: επιτρέπεται η αναπαραγωγή υπό τον όρο ότι θα πιείτε ένα ποτήρι στην υγειά μου. Μην καθυστερείτε λοιπόν, ιδιοποιηθείτε τα και μεταλαμπαδεύστε τα, η ιδιοκτησία είναι κλοπή. Τα παιδιά θα τα λατρέψουν, οι φίλοι θα σας εκτιμήσουν, οι γείτονες θα ζηλέψουν. Το καλύτερο δώρο για τις καλοκαιρινές σας διακοπές. Η αναφορά στον δημιουργό δεν είναι μεν 100% υποχρεωτική όμως, διάολε, γράψτε δυο λέξεις! Δεν κοστίζει τίποτα και δίνει χαρά.

Ξεκόλλα Νικόλα

Νίκο, μην κλείνεις το τηλέφωνο
Δυο λόγια άκου μόνο
Σου λέω βαδίζεις ολόισια στον γκρεμό
Ολοταχώς για πόνο.

Άσ' τη, Νικόλα, ξέχνα την
Βγάλ' την απ' το μυαλό σου
Δεν είναι η σχέση που ονειρεύτηκες
Δεν είν' ο άνθρωπός σου.

Ξέρω το μέλλον, διαβάζω οιωνούς
Σε βλέπω να 'χεις μπλέξει
Σε μία σχέση, προσποίηση οργασμού
Ψευτιά κι όποιος αντέξει.

Θα Πάω Στη Ζούγκλα Με Τον Ταρζάν

Η ελπίδα είναι όνειρο βραχύβιο
Δεν υπάρχει σωσίβιο
Η κρίση μ' έχει κάνει ορεσίβιο
Δεν υπάρχει σχέδιο εξόδου
Παίρνω το δρόμο της ορεινής ανόδου
Δεν καταπίνεται τέτοιο φαρμάκι
Φεύγω να πάω στη ζούγκλα με τον Μάκη
Κι αν θα με φάνε τ' άγρια θηρία
Θα με γράψουν και στην Ιστορία
Πως το έκανα με στιλ
Αλλά και με σεξ-απίλ.

Ο Θάνατος Είναι Μια Καινούργια Γέννηση

Ασήκωτος ο πόνος μετά από το ναυάγιο
Μα κι η χαρά πελώρια, άγρια, ατέλειωτη
Αβάσταχτος ο πόνος, ανείπωτη η χαρά.

Κορμί σακατεμένο, καραβοτσακισμένο
Δυο φορές γεννημένο, αγνό, παρθενικό
Αβάσταχτος ο πόνος, ανείπωτη η χαρά.

Καρδιά χίλια κομμάτια, ξερή και πεθαμένη
Για πάντα μεθυσμένη από κρασί θεών
Αβάσταχτος ο πόνος, ανείπωτη η χαρά.

Πληγές που δε θα κλείσουν, που θα κακοφορμίσουν
Που θα γεννήσουν άνθη, λίθους πολύτιμους
Αβάσταχτος ο πόνος, ανείπωτη η χαρά.

Μια τέτοια δυστυχία ποιος άλλος έχει νιώσει;
Μια τέτοια ευτυχία ποιος έχει φανταστεί;
Αβάσταχτος ο πόνος, ανείπωτη η χαρά.

Ντροπή και περηφάνεια, ρεζίλι και καμάρι
Θανάσιμη αμαρτία μαζί και λύτρωση
Αβάσταχτος ο πόνος, ανείπωτη η χαρά.