Η Σοφίτα

Ανακαλύφθηκε μετά θάνατον στις προσωπικές σημειώσεις της Simone Weil. Κανείς δεν ξέρει τι εννοεί, όποιος το βρει ας το πει κ σε μένα: 

Αυτός μπήκε στο δωμάτιό μου κ είπε: "Άθλιο πλάσμα, δεν καταλαβαίνεις τίποτα, δεν ξέρεις τίποτα. Έλα μαζί μου κ θα σε διδάξω πράγματα που ούτε τα υποψιάζεσαι". Τον ακολούθησα 

Με πήγε σε μια εκκλησία. Ήταν μοντέρνα κ άσχημη. Με οδήγησε στον βωμό κ είπε: "Προσκύνα." Είπα: "δεν έχω βαπτιστεί." Αυτός είπε: "Πέσε στα γόνατά μπροστά σ’ αυτό το μέρος όλο έρωτα γιατί εδώ υπάρχει αλήθεια." Τον υπάκουσα. 

Με οδήγησε έξω κ μ’ έβαλε να σκαρφαλώσω σε μια σοφίτα. Απ’το παράθυρο έβλεπα την πόλη, ξύλινες σκαλωσιές και το ποτάμι, βάρκες ξεφόρτωναν. Η σοφίτα ήταν άδεια, μόνο ένα τραπέζι κ δυο καρέκλες. Αυτός με έβαλε να καθίσω 

Ήμασταν μόνοι. Αυτός μίλησε. Κατά καιρούς έμπαιναν κ άλλοι, αναμιγνύονταν στην κουβέντα κ φεύγαν Πέρασε ο χειμώνας, η άνοιξη δεν ήρθε ακόμα. Τα κλαδιά ήταν γυμνά, χωρίς μπουμπούκια στον κρύο αέρα του ήλιου 

Ερχόταν η μέρα με το μεγαλείο της κι έσβηνε, κατόπιν απ’ το παράθυρο το φεγγάρι κ τα αστέρια 

Κατά καιρούς μέναμε σιωπηλοί, μοιραζόμασταν λίγο ψωμί απ’ το φανάρι. Αυτό το ψωμί είχε γνήσια γεύση ψωμιού, τέτοιο ψωμί δεν έχω ξαναφάει Αυτός μοίραζε λίγο κρασί για τους δυο μας —κρασί με γεύση ήλιου και του χώματος κάτω απ’ την πόλη 

Άλλες φορές ξαπλώναμε στο πάτωμα της σοφίτας κ με τύλιγε γλυκά ο ύπνος. Μετά ξυπνούσα κ έπινα στο φως του ήλιου 

Αυτός υποσχέθηκε να με διδάξει όμως δε με δίδαξε τίποτα. Μιλούσαμε για πολλά κ διάφορα, σαν παλιοί φίλοι 

Μια μέρα μου είπε: "Φύγε τώρα." Έπεσα στα γόνατά του, τον ικέτευσα μη με διώξει. Αλλά αυτός με πέταξε απ’ τις σκάλες. Κατέβηκα ασύνειδη, η καρδιά μου κουρέλια. Περιπλανιόμουν στους δρόμους μέχρι που κατάλαβα ότι έχασα τον δρόμο της επιστροφής 

Ποτέ δεν προσπάθησα να τον βρω ξανά. Καταλαβαίνω ότι αυτός ήρθε σε μένα κατά λάθος. Δεν ανήκω σ’ αυτήν τη σοφίτα. Μπορώ παντού—σε κελί φυλακής, σε μεσοταξικό σαλόνι γεμάτο μπιχλιμπίδια κ κ βελούδινα διακοσμητικά, στην αίθουσα αναμονής ενός σταθμού—παντού εκτός απ’ τη σοφίτα. 

Κάποιες φορές προσπαθώ να επαναλάβω, με κόπο κ τύψεις, ένα μέρος απ’ αυτά που μου είπε Πώς ξέρω ότι τα θυμάμαι σωστά; Αυτός δεν είναι εδώ να μου πει 

Ξέρω καλά ότι αυτός δε μ’ αγαπάει. Πώς μπορεί κάποιος ν’ αγαπάει εμένα. Κι όμως βαθιά μέσα μου κάτι, ένα κομματάκι του εαυτού μου δεν μπορεί να σταματήσει να σκέφτεται, με φόβο κ ρίγος, ότι παρόλα αυτά ίσως μ’ αγαπάει