Μαύρη Ζωή Που Κάνουμε Εμείς Οι Μαύροι Κάππα

Έχω μια πολύτιμη πληροφορία! Έμαθα τι λέει το τραγούδι από τα Γιαπωνέζικα Παραμύθια με το μαύρο παιδάκι! Που το παρακολουθούσαμε στην ΕΡΤ πιτσιρίκια και μας μαύριζε την ψυχή.





Λοιπόν, υπάρχουν τέσσερις παραλλαγές του τραγουδιού, η κάθε μια για μία από τις τέσσερις (γιαπωνέζικες) εποχές του χρόνου: λουλούδι (άνοιξη), τζίτζικας (καλοκαίρι), λιμπελούλα (φθινόπωρο), χιόνι (χειμώνας). Το τραγούδι του χιονιού λέει τα εξής:

Το μαύρο παιδάκι λέγεται Κάππα. Είναι μάλλον αγόρι (αλλά μπορεί να είναι και κορίτσι). Είναι ολομόναχος και δεν έχει φίλους. Έφτασε ο χειμώνας, έπεσε το χιόνι, όλοι μαζεύονται γύρω από το τζάκι κι ο Κάππα δεν έχει κανέναν. Ακούει μια φωνή να τον καλεί και να του υπόσχεται ότι θα βρει φίλους στη Μαγική Χώρα, εκεί όπου λουλούδια πλέουν στα ποτάμια. Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, φτάνει στη Μαγική Χώρα, όμως ούτε εκεί κάνει φίλους. Τα 'χει χαμένα και δεν ξέρει πώς να γυρίσει σπίτι του.

Μα τι τραγούδια είναι αυτά που λένε οι Γιαπωνέζοι στα παιδάκια;!


Η Αυτοδικηγορία

Αστεία που είναι η ζωή ώρες-ώρες... Δείτε ένα ωραίο που βρήκα:

Ο Gordon Marino είναι καθηγητής στο κολλέγιο St. Olaf (στη Μινεσότα). Τη δεκαετία του ’80, όταν ήταν σπουδαστής, μελετούσε την ηθική φιλοσοφία του Κίρκεγκορ, ήθελε μάλιστα να πάει έναν χρόνο στη Δανία, να μάθει τη γλώσσα και να τον διαβάσει στο πρωτότυπο. Ο Κίρκεγκορ ήταν ένας θερμός χριστιανός, ο οποίος έλεγε ότι στη ζωή, πρέπει ο καθένας να δώσει τη μάχη εναντίον του Εχθρού.

Ποιος είναι ο Εχθρός; Ο Εωσφόρος, ο Σατανάς, ο 666;

Όχι, έλεγε ο Κίρκεγκορ: ο εαυτός μας. Ο καθένας μας είναι ο χειρότερος εχθρός του εαυτού του. Όχι ότι η «σάρκα» ή το «σώμα» αντιστρατεύεται το «πνεύμα» ή την «ψυχή», καμία σχέση, δεν σκεφτόταν με τέτοιους όρους ο Κίρκεγκορ. Αλλά από την άποψη ότι όλοι κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας. Τα βολεύουμε μέσα μας, κάνουμε διασταλτικές ερμηνείες και εκπτώσεις, ώστε να αποφεύγουμε την πράξη και το ρίσκο. Αυτοδικηγορούμε.

Ας επιστρέψουμε όμως στον Gordon Marino. Τη δεκαετία του ’80, έκανε αίτηση για υποτροφία Fullbright προκειμένου να πάει στη Δανία. Ήταν παράλληλα απασχολημένος και με το αμερικάνικο αντιπολεμικό κίνημα, λόγω της επέμβασης στη Νικαράγουα. Πάνω εκεί, σκεφτόταν την άρνηση πληρωμής φόρων ως πράξη αντίστασης. Όμως ένας φίλος του τον πληροφόρησε ότι αν προχωρούσε σε άρνηση πληρωμής φόρων, ξέχνα την υποτροφία Fullbright. Τον παρηγόρησε και μια άλλη φίλη από ψυχαναλυτική σκοπιά, ότι πίσω από την άρνηση πληρωμής φόρων κρυβόταν ο φόβος της επιτυχίας, τάσεις αυτοκαταστροφής, πιθανώς και αίσθηση μεγαλείου. Τελικά τα βόλεψε μέσα του μέχρι που «ο εύκολος δρόμος έγινε ο σωστός δρόμος», πλήρωσε τους φόρους του, πήρε την υποτροφία και πήγε στη Δανία. Ο ίδιος περιγράφει την εμπειρία του εδώ.

Αν το καλοσκεφτείτε, είναι βαθειά ειρωνικό: κάποιος κορόιδεψε τον εαυτό του προκειμένου να μελετήσει έναν συγγραφέα ο οποίος έλεγε ακριβώς ότι κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας. Τουλάχιστον ο G. Marino είναι ειλικρινής και το παραδέχεται. Κάτι είναι κι αυτό.

Ακόμα όμως και η ίδια η πράξη της ακαδημαϊκής ανάλυσης... ο Κίρκεγκορ έλεγε ότι δεν είναι ο σκοπός να αναλύετε και να μελετάτε τα γραπτά μου, να τα κάνετε ακαδημαϊκό αντικείμενο. Μια πράξη τιμιότητας προς τον εαυτό σου, πληρώνοντας και το όποιο τίμημα φέρει η ζωή (έτσι πάνε συνήθως αυτά, δεν είναι ποτέ ανώδυνα), σε κάνει πολύ μεγαλύτερο ειδικό για τον Κίρκεγκορ, παρά η ανάλυση των γραπτών του. Το να γνωρίζεις εγκεφαλικά, διανοητικά, ότι στα 50 km/h βάζουμε τρίτη, δεν σε κάνει οδηγό.

Captain Beefheart, H Πέμπτη Εντολή της Κιθάρας: If you're guilty of thinking, you're out. If your brain is part of the process, you're missing it. You should play like a drowning man, struggling to reach shore. 

Κίρκεγκορ: Οι πάπιες πηγαίνουν, με τον κουνιστό, κωμικό τρόπο που περπατάνε, στην παπιοεκκλησία για να ακούσουν το παπιοκήρυγμα από τον παπιοπάστορα. Ο παπιοπάστορας τούς λέει ότι ο Θεός προίκισε τις πάπιες με υπέροχα φτερά, ώστε να είναι ελεύθερες, να πετάνε και να πηγαίνουν παντού στον κόσμο. Στο τέλος οι πάπιες λένε μεταξύ τους: "Μα τι υπέροχο κήρυγμα! Τι έμπνευση και σοφία!", και παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής περπατώντας με τον κουνιστό, κωμικό τρόπο που περπατάνε οι πάπιες. 

Τι Έχει Μέσα Το Κουτί;

Ένας μικρός προβληματισμός με αφορμή μια κουβέντα στου Σαραντάκου. Το θέμα ήταν σχετικά με τον Θεό, την αθεΐα, τους άθεους, τους πιστούς κ.λπ. Ας αρχίσουμε όμως με τον Richard Dawkins. Ο οποίος κάπου έλεγε ότι υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων, αυτοί που πιστεύουν στην προέλευση της ζωής με βάση κάποια ανώτερη διάνοια (Θεός, Ευφυής Σχεδιασμός κ.λπ.) κι αυτοί που δέχονται την επιστημονική ερμηνεία της εξέλιξης μέσω φυσικής επιλογής. Λοιπόν, πιστεύω κι εγώ ότι υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων, όχι όμως αυτές που λέει ο Dawkins. Κάποιες άλλες! Το ξέρω αυτό... κοιτώντας γύρω μου, όλους τους ανθρώπους που συναντώ και που συνάντησα στη ζωή μου. Θα προσπαθήσω να το δείξω με μια μεταφορά:

Όπως όλος ο κόσμος, χρησιμοποιώ κι εγώ Η/Υ. Όπως όλος ο κόσμος, στέλνω κι εγώ e-mail, ψάχνω στο ίντερνετ, γράφω στο Word. Όπως όλος κόσμος, έτσι κι εγώ ξέρω ελάχιστα για το περιεχόμενο του κουτιού – όχι, όχι, δεν είναι η σωστή έκφραση:

Ούτε καν με απασχολεί τι έχει μέσα το κουτί, ούτε που περνάει από το μυαλό μου.

Θέλω απλώς να πατάω το κουμπί και να κάνω αυτά που ξέρω να κάνω. Όπως όλος ο κόσμος. Αν με ρωτήσεις σχετικά, φυσικά και πιστεύω εις ένα Μάδερμπορντ, και εις ένα Σκληρό Δίσκο, και εις έναν Επεξεργαστή, δι’ ου τα πάντα εγένετο, δεν τα έχω δει ποτέ όμως τα πιστεύω, καμιά αντίρρηση. Παραβλέπεις όμως ότι ασχολήθηκα με αυτές τις αόρατες οντότητες μόνο και μόνο τώρα, που με ρώτησες, ακριβώς επειδή με ρώτησες! Στη συνηθισμένη μου αλληλεπίδραση με το μηχάνημα, δεν αφιερώνω ούτε ένα δευτερόλεπτο να σκεφτώ τι έχει μέσα το κουτί. Ο πατέρας μου έλεγε: «Μη μου λες, δε με νοιάζει. Δείξε μου πώς να στέλνω e-mail, πώς να γράφω στο Word, και δεν πα να ‘χει και μικρά ανθρωπάκια μέσα ο Η/Υ, ούτε που με ενδιαφέρει». Όπως όλος ο κόσμος. Όπως σχεδόν όλος ο κόσμος...

Διότι υπάρχει μια ισχνή κατηγορία ανθρώπων που ενδιαφέρονται: οι τεχνικοί, οι χάκερς, οι πιτσιρικάδες που ασχολούνται παθιασμένα κ.λπ. Για αυτούς είναι σημαντικό ότι ο Η/Υ έχει μέσα μάδερμπορντ και σκληρό δίσκο, όχι λέιζερ ή τεχνολογία πλάσματος ή μικρά ανθρωπάκια. Εμείς οι υπόλοιποι, οι κοινοί θνητοί, μπορεί τυπικά να συμφωνούμε μαζί τους, όμως δεν την έχουμε βρει σημαντική αυτή τη γνώση – κι αυτό είναι κάτι που μας ενώνει με τους παλαβούς, οι οποίοι πιστεύουν σε τεχνολογία πλάσματος ή μικρά ανθρωπάκια. Αντίθετα, η γνώση που όλοι εμείς έχουμε βρει σημαντική είναι π.χ. πώς να βάζεις φωτογραφίες σε e-mail, πώς να ψάχνεις καλύτερα στο ίντερνετ, πώς να αλλάζεις το διάστιχο στα κείμενα του Word. Αυτά πράγματι μας ενδιαφέρουν. Είναι κι αυτό κάτι που μας ενώνει με τους παραπάνω παλαβούς. Στις συνηθισμένες συνεδρίες μας με το μηχάνημα, όλοι εμείς, λογικοί και παλαβοί, θέλουμε απλώς να πατάμε το κουμπί και να κάνουμε ό,τι ξέρουμε να κάνουμε.

Λοιπόν, αντικαταστήστε στην παραπάνω μεταφορά όπου:
Υπολογιστής --> Ζωή ή κόσμος
Επεξεργαστής & μάδερμπορντ --> Επιστημονική ή θεολογική αφήγηση για τη ζωή και τον κόσμο
Απλοί χρήστες --> Απλοί πιστοί ή απλοί άθεοι
Τεχνικοί & χάκερς --> Ιερατείο, διανοούμενοι της θρησκείας & διανοούμενοι της αθεΐας

Αυτή η θεώρηση λοιπόν ενώνει τον Richard Dawkins με τον Πειραιώς Σεραφείμ. Διότι και οι δύο νοιάζονται για την προέλευση του κόσμου ή της ζωής, το μυαλό τους πηγαίνει πολύ συχνά εκεί, το θεωρούν τρομερά σημαντικό. Απλά έχουν ριζικά διαφορετικές αφηγήσεις μεταξύ τους. Όμως όλοι εμείς, οι κοινοί πιστοί ή κοινοί άθεοι, ούτε καν το σκεφτόμαστε. Τυπικά μπορεί να συμφωνούμε με τον έναν ή τον άλλον όμως, εκ των πραγμάτων, πρόκειται για μια γνώση την οποία δεν έχουμε βρει σημαντική. Σε αντίθεση με τον Πειραιώς Σεραφείμ. Και τον Richard Dawkins.

Ο Max Weber κάνει μια παρατήρηση στην Κοινωνιολογία της Θρησκείας, νομίζω, πολύ εύστοχη. Ότι έχει μεγάλη διαφορά η έννοια της σωτηρίας που έτεινε ιστορικά να αναπτύσσει η ιντελιγκέντσια από την λαϊκή έννοια της σωτηρίας: “The needs of intellectualism are mostly philosophical, they are the needs of the human mind as it is driven to reflect on ethical and religious questions, driven not by material need but by an inner need to understand the world as a meaningful cosmos”.

Οι μορφωμένοι διανοούμενοι της μεσαίας τάξης (που δεν αγωνιούν για το νοίκι και τους λογαριασμούς) θέλουν να κατανοήσουν τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα. Οι ευρείες λαϊκές μάζες (που αγωνιούν για το νοίκι και τους λογαριασμούς) δεν ενδιαφέρονται να κατανοήσουν. Δεν το ‘χουν βρει σημαντικό να μάθουν τι έχει μέσα το κουτί! Έχουν άλλα ζόρια. Γι’ αυτό και στη θρησκεία τείνουν να παίρνουν την κατεστημένη έννοια της σωτηρίας και να την κάνουν πολύ πιο υλική, εγκόσμια, ανταποδοτική.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στον αθεϊσμό, δηλαδή την απόρριψη της κατεστημένης εκκλησίας ή θρησκείας. Ο οποίος πρέπει να υπήρχε από τα αρχαία χρόνια ακόμα: «Είπεν άφρων εν καρδία αυτού, ουκ έστι Θεός». Η παρατήρηση που κάνει εδώ ο Weber είναι ότι έχει μεγάλη διαφορά ο αθεϊσμός της ιντελιγκέντσιας από τον κατωταξικό αθεϊσμό: ο μορφωμένος διανοούμενος απορρίπτει την κατεστημένη θρησκεία πάνω σε μια εναλλακτική αφήγηση για τον κόσμο ή τη ζωή• ο αγρότης, εργάτης, μικροτεχνίτης, υπηρέτης, πωλητής του δρόμου κ.λπ. απορρίπτει τη θρησκεία επειδή βιώνει έναν κόσμο άδικο, ενώ η εκκλησία τείνει να του περιγράφει έναν κόσμο με εγγενή μηχανισμό δικαιοσύνης. Όσο για το τι έχει μέσα το κουτί... συνήθως ούτε που τον ενδιαφέρει.

Πώς συνεχίζει ο παραπάνω Ψαλμός, θυμάστε; «Διεφθάρησαν και εβδελύχθησαν εις τα έργα, ουκ έστι πράττων αγαθόν». Όχι «ουκ έστι κοινωνιοβιολόγος» ή «ουκ έστι επιστημονική ερμηνεία της φύσης του κόσμου, της προέλευσης της ζωής κ.λπ.». Δεν ενδιαφέρουν αυτά τον κατωταξικό αθεϊσμό! Η κάτω τάξη (εννοώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων), από τα αρχαία χρόνια ακόμα, απέρριπτε την κατεστημένη θρησκεία χωρίς κάποια εναλλακτική αφήγηση, επιστημονική ή φιλοσοφική ή οτιδήποτε, για τον κόσμο και τη ζωή – όχι, όχι, κάτι ακόμα ισχυρότερο:

Χωρίς καν να περνάει απ’ το μυαλό της ότι χρειάζεται μια τέτοια αφήγηση! 

Τους περνάνε όμως απ' το μυαλό άλλα πράγματα. Όπως παρατηρούσε ο Weber για κάποιους άθεους γερμανούς εργάτες της εποχής του: “Rejection of the belief in god was motivated, not by scientific arguments, but by their difficulty in reconciling the idea of providence with the injustice and imperfection of the social order”.

Αντιπαραβάλετέ το αυτό με τη μαρτυρία του Ντάγκλας Άνταμς για τον δικό του αθεϊσμό (την αναφέρει ο Dawkins στο The God Delusion), δείτε πόσο ριζικά διαφορετική είναι. Ο Ντάγκλας Άνταμς, σε κάθε πρότασή του, εκφράζει αυτήν τη μεσοταξική ανάγκη να κατανοήσω, να βρω κάποιο εναλλακτικό μοντέλο, να μάθω τι έχει μέσα το κουτί (οι υπογραμμίσεις δικές μου):

I was extremely doubtful about the idea of god, but I just didn't know enough about anything to have a good working model of any other explanation for, well, life, the universe, and everything to put in its place. But I kept at it, and I kept reading and I kept thinking. Sometime around my early thirties I stumbled upon evolutionary biology, particularly in the form of Richard Dawkins's books The Selfish Gene and then The Blind Watchmaker, and suddenly … it all fell into place. It was a concept of such stunning simplicity, but it gave rise, naturally, to all of the infinite and baffling complexity of life

Ούτε ο ίδιος συνειδητοποιεί πόσο μειοψηφία είναι στους συν-άθεούς του. Όπως κι οι ιερείς και οι θεολόγοι και οι άλλοι επαγγελματίες ή διανοούμενοι της θρησκείας συνήθως δεν συνειδητοποιούν πόσο μειοψηφία είναι στους συν-πιστούς τους. Όσο μειοψηφία είναι οι χάκερς και οι τεχνικοί των Η/Υ στο σύμπαν των κοινών χρηστών.

Λοιπόν ο απλός άνθρωπος, πιστός ή άθεος, απλά δέχεται τον κόσμο όπως τον βρίσκει! Τον απασχολούν, φυσικά, πολλά πράγματα – να βγάλω δίπλωμα, να γράψει καλά το παιδί στις εξετάσεις, να κυνηγήσω τους οφειλέτες, να αποφύγω τους πιστωτές, να μ’ αγαπήσει η Μαρία, να πέσει η κυβέρνηση, τέτοια πράγματα. Όμως, τι έχει μέσα το κουτί... ούτε που το σκέφτεται, ούτε που τον ενδιαφέρει.

Σε αντίθεση με τον Richard Dawkins. Και τον Πειραιώς Σεραφείμ.

Μάγκας Από Μικράκι Reloaded

Ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά. Όλοι ευχόμαστε ο ένας στον άλλον χρόνια πολλά, υγεία, ευτυχία κι άλλα τέτοια μικροαστικά. Τις ημέρες αυτές, το μπλογκ έλαβε e-mail από τον απεσταλμένο του στον 19ο αιώνα, κ. Σόρεν Κίρκεγκορ, ο οποίος δεν ευχήθηκε τίποτα από τα παραπάνω. Αντιθέτως, η δική του ευχή ήταν: να ζήσεις μια γεμάτη ζωή. Ή, με τον τρόπο που το έθετε αυτός και στη δική του ορολογία, να γίνεις ένας άνθρωπος που υπάρχει. Θα το εξηγήσουμε καλύτερα στην πορεία, προς το παρόν ας ξαναπιάσουμε μια παλαιότερη ανάρτηση που την αφήσαμε ημιτελή:

Περίληψη προηγουμένων (Μάγκας Από Μικράκι): Εν αρχή ην η Ελλάς του μεσοπολέμου. Και η Ελλάς του μεσοπολέμου ην πληκτική, και πληκτική ην η Ελλάς του μεσοπολέμου. Όλο στρατιωτικούς που σχεδίαζαν πραξικοπήματα, πολιτικούς που μιλούσαν καθαρεύουσα, δασκάλους που έδερναν τους αριστερόχειρες, και μικρές αδελφές που περίμεναν να αποκατασταθεί πρώτα η μεγάλη αδελφή για να πάρουν σειρά. Μέχρι που ξαφνικά – ΜΠΑΜ! – από τους παλιούς μάγκες προκύπτει η λαϊκή μουσική, οπότε η Ελλάς αποκτά ενδιαφέρον. Μήπως τα ταξίμια, το αυτοσχεδιαστικό μέρος της λαϊκής μουσικής, μπορούν να ρίξουν φως στο φαινόμενο αυτό της μαγκιάς;

O μουσικός αυτοσχεδιασμός, η απροσχεδίαστη επινόηση μουσικών λύσεων σε πραγματικό χρόνο και εντός συγκεκριμένου περιβάλλοντος, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Θέλουν πολλή εμπειρία και ωριμότητα. Κάποιος μπορεί να είναι ακόμα και σπουδαίος εκτελεστής, όμως η αυτοσχεδιαστική του παραγωγή να είναι πενιχρή• έχει συνηθίσει μια ζωή το μουσικό του καθήκον να είναι η πιστότητα στην αναπαραγωγή κάποιου προετοιμασμένου υλικού, και τρομάζει όταν δεν έχει από κάτι να κρατηθεί. Για να το καταλάβετε αυτό, δείτε το γνωστό βίντεο με την Maria-João Pires, κορυφαία κλασική πιανίστρια, που με τις πρώτες νότες του κοντσέρτου συνειδητοποιεί ότι είχε προετοιμάσει άλλο έργο του Μότσαρτ. Από το 0:42 ως το 2:50 είναι σοκαρισμένη, μέχρι που ο μαέστρος την πείθει να βάλει τα δάχτυλά της στα πλήκτρα, και τελικά παίζει το σωστό κοντσέρτο από μνήμης. Αυτό που θέλω να παρατηρήσω εδώ είναι ότι σε μια συναυλία τζαζ, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αναγκαστικά κακό – και σίγουρα ο μουσικός δεν θα έμενε δύο ολόκληρα λεπτά παραιτημένος και αδρανής. Υπό προϋποθέσεις μάλιστα, σε μια συναυλία τζαζ μπορεί να ήταν και πολύ καλό που πήγες έχοντας προετοιμάσει άλλο κομμάτι. Κάτι σαν το αντίθετο της εμπειρίας τις Pires είναι η εμπειρία που που περιγράφει εδώ ο Bill Benzon, τζαζ τρομπετίστας (και ακαδημαϊκός): πέντε μουσικοί σε ένα εργαστήριο ελεύθερης τζαζ (free jazz), συντονίστηκαν μεταξύ τους στην πορεία της εκτέλεσης, και από το μηδέν έφτιαξαν ένα καινούργιο έργο. Κανείς δεν είχε προετοιμάσει τίποτα, απλά ακούγοντας επί τόπου ο ένας τον άλλον και αυτοσχεδιάζοντας διαρκώς, μετέτρεψαν σταδιακά το αρχικό χάος σε κανονικό μουσικό κομμάτι (και το απόλαυσαν). Χωρίς κι οι ίδιοι να καταλάβουν πώς ακριβώς το έκαναν. Με ενθουσίασε η έκφραση improvisational democracy.

Γιατί όμως ο αυτοσχεδιασμός είναι τόσο δύσκολος; Και γιατί, άμα τον κατακτήσεις, μετά δεν κρατιέσαι και δεν σταματάς με τίποτα; Μήπως η νευροεπιστήμη έχει κάτι να μας πει;



Η Νευρολογία της Μαγκιάς 
Η κυριότερη νευρολογική έρευνα για τις αλλαγές στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια του μουσικού αυτοσχεδιασμού είναι αυτή, Neural Substrates of Spontaneous Musical Performance, των Limb & Braun, με χρήση fMRI σε επαγγελματίες πιανίστες τζαζ. Το βασικό εύρημά της ήταν ότι ο αυτοσχεδιασμός μοιάζει να αφορά τον προμετωπιαίο φλοιό (prefrontal cortex), το εγκεφαλικό τμήμα πίσω από το μέτωπό μας, μια περιοχή που δείχνει να λειτουργεί ως μαέστρος για τις εγκεφαλικές λειτουργίες. Το pattern δείχνει να είναι: πτώση δραστηριότητας πλευρικών τμημάτων του προμετωπιαίου φλοιού (lateral prefrontal cortex) με παράλληλη αύξηση δραστηριότητας εστιών του μέσου προμετωπιαίου φλοιού, medial prefrontal cortex – ας τον λέμε χαϊδευτικά MPFC. Ναι, όμως πώς μεταφράζονται όλα αυτά σε ανθρώπινη γλώσσα; Θα τα εξηγήσω με δυο λόγια, αφού πρώτα συστήσω λίγη επιφύλαξη, όπως και σε κάθε τέτοια νευρολογική έρευνα, είναι παρακινδυνευμένο να τις κάνουμε παντιέρα. Όλα τα παραθέματα ενός εισαγωγικών είναι από το paper των Limb & Braun.

H δραστηριοποίηση του μέσου προμετωπιαίου φλοιού – γνωστού στην πιάτσα ως MPFC – έχει να κάνει με τον βαθύ ύπνο (SWS, slow-wave sleep), δηλαδή με το εγκεφαλικό φορμάτ που ανασυγκροτεί τις αναμνήσεις της ημέρας. Οι ηλικιωμένοι, στους οποίους ο βαθύς ύπνος είναι προβληματικός, δυσκολεύονται να θυμηθούν πρόσφατα περιστατικά. Οπότε από αυτήν την άποψη, τα ταξίμια είναι και ελιξίριο νεότητας. Αυτό το στοιχείο του βαθέως ύπνου εξηγεί ίσως γιατί οι μουσικοί αυτοσχεδιασμοί χαρακτηρίζονται συχνά σαν ένα είδος έκστασης (“frequently described as occurring in an altered state of mind beyond conscious awareness or control”): είναι ένας βαθύς ύπνος εν ώρα ξύπνιου, νιρβάνα σε δρόμο χιτζάζ.

Ο MPFC είναι και έδρα της προσωποσύνης, της ιδιότητας του να είναι κάποιος πρόσωπο, όχι αντικείμενο. Σκεφτείτε τον διαχωρισμό που κάνουμε ανάμεσα σε πρόσωπα και αντικείμενα• π.χ. τα πρώτα τείνουμε να τα χαρακτηρίζουμε καλοπροαίρετα, αγχωμένα, κεντροαριστερά, δόλια, μέλη της πρωτοβουλίας των 58 κ.λπ., εκφράσεις που δεν προσδίδουμε σε αντικείμενα. Λοιπόν, όταν επεξεργαζόμαστε και σκεφτόμαστε τα χαρακτηριστικά προσώπων, όταν αποδίδουμε ιδιότητες, προθέσεις, κίνητρα, διαθέσεις σε πρόσωπα, ή όταν εικάζουμε γι’ αυτά με βάση τη συμπεριφορά τους, τότε ο MPFC δραστηριοποιείται. Όχι όμως όταν έχουμε να κάνουμε με αντικείμενα. Γι’ αυτό και σε μια σειρά παθήσεων του MPFC ο ασθενής αγγίζει την ψυχοπάθεια, τείνει να βλέπει τα πρόσωπα ως αντικείμενα (όπως ο Στουρνάρας τον πληθυσμό της Ελλάδας, δηλαδή).

Ποια είναι η διαφορά της αντίληψης ενός κόσμου προσώπων από έναν κόσμο αντικειμένων; Το βασικό εδώ είναι η ευαισθησία και ανοιχτοσύνη που πρέπει να έχουμε για να ανταποκριθούμε στους ερεθισμούς ενός πολύπλοκου κοινωνικού περιβάλλοντος, κάτι που δεν απαιτείται όταν είμαστε σε περιβάλλον αντικειμένων: “Τhe application of person knowledge demands a flexibility that is typically unnecessary for most classes of object knowledge (e.g. people must frequently track interactions among independent agents acting in complex social settings)”.

Επίσης, ο MPFC είναι και έδρα αυτοβιογραφίας, έχει να κάνει με την ανάκληση σημαντικών προσωπικών αναμνήσεων: “It is a brain part that activates during recollection of personally meaningful events, or when attention is directed introspectively, or when the individual is involved in self-referential action”. Δραστηριοποιείται, δηλαδή, όταν καλούμαστε να πούμε την ιστορία μας – όχι την ιστορία κάποιου άλλου, όχι ουδέτερες και απρόσωπες ιστορίες. Οπότε λοιπόν, ο αυτοσχεδιασμός είναι ένα είδος απομνημονευμάτων, το να λες την ιστορία σου με μουσική. Γενικότερα μιλώντας, ο MPFC δείχνει να λειτουργεί σαν δείκτης της συμπεριφοράς με εσωτερικό έρεισμα (internally motivation behavior) – όταν δηλαδή πράττουμε κατόπιν προσωπικών επιθυμιών και στόχων – σε αντιπαραβολή με τη συμπεριφορά με εξωτερικό έρεισμα (externally motivated behavior), όταν επηρεαζόμαστε από εξωτερικές πηγές και πράττουμε πάνω στις προσδοκίες και τα παραδείγματά τους. Είναι το εγκεφαλικό αντίστοιχο της Ρίτας Σακελλαρίου: μια ζωή πληρώνω αμαρτίες αλλονών, τέρμα ως εδώ, άλλο δεν μπορώ.

Ο MPFC λοιπόν σημαίνει όλα τα παραπάνω. Για την ακρίβεια, η περιοχή του MPFC που έδειξε να δραστηριοποιείται κατά τη διάρκεια του αυτοσχεδιασμού είναι η περιοχή 10 κατά Brodmann (Brodmann area 10), περίπου τα 14 cm3 εγκεφαλικής ουσίας στο πλέον εμπρόσθιο άκρο του εγκεφάλου. Απλώς το παραθέτω ως πληροφορία, είναι μια ελάχιστα κατανοητή περιοχή και δεν θέλω να γράψω γι’ αυτήν. Εξάλλου, όταν αναφέρεται κανείς σε τόσο εντοπισμένο εγκεφαλικό επίπεδο, είναι πολύ δύσκολο να πει οτιδήποτε σαφές.


Η περιοχή 10 κατά Brodmann (το ήμισύ της): Mήπως είναι η εγκεφαλική έδρα της μαγκιάς; 


Είπαμε όμως ότι για να βγει ένα καλό ταξίμι θα πρέπει, παράλληλα με την ενεργοποίηση του MPFC, να σωπάσουν και κάποιες πλευρικές περιοχές του προμετωπιαίου φλοιού, συγκεκριμένα ο πλευρικός κογχομετωπιαίος φλοιός (lateral orbitofrontal cortex ή LOFC), καθώς και περιοχές του ραχιαίου έξω προμετωπιαίου φλοιού (dorsolateral prefrontal cortex ή DLPFC) – θα χρησιμοποιώ τα ακρωνύμια καθότι οι λέξεις είναι απρόφερτες. Οι περιοχές αυτές είναι ένα είδος υπερεγώ, η πρεσβεία της κοινωνίας στον εγκέφαλό μας. Έχουν να κάνουν με τη στοχευμένη συμπεριφορά (goal-directed behavior) και το γνωστικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτή διαρκώς αποτιμάται, ελέγχεται και διορθώνεται. Ο LOFC είναι μια τρόικα στον εγκέφαλό μας: φαίνεται ότι εκτιμά διαρκώς τη στοχευμένη συμπεριφορά, αν ανταποκρίνεται στις κοινωνικές απαιτήσεις, και της ασκεί ανασταλτικό έλεγχο όταν αυτή είναι ακατάλληλη. Ο DLPFC είναι ένας τεχνοκράτης στον εγκέφαλό μας: είναι υπεύθυνος για την κατάστρωση σχεδίων, για τη βαθμιαία εφαρμογή τους, και για τη συνεχόμενη προσαρμογή τους με βάση τον στόχο• ενεργοποιείται όταν επικεντρώνουμε την προσοχή μας κάπου, όταν καταβάλουμε προσπάθεια να λύσουμε προβλήματα και όταν έχουμε συνειδητή επίγνωση του εαυτού μας.

Όλα αυτά όμως είναι εμπόδια για να ξεδιπλώσεις ένα καλό ταξίμι. Ο αυτοσχεδιασμός δεν είναι μια προμελετημένη, καρφωτή και δουλεμένη πράξη, πρέπει να χάσεις τον συνειδητό έλεγχο για να το κάνεις καλά: “outside of conscious awareness and beyond volitional control”. Να μην έχεις από κάπου να κρατηθείς. Πρέπει να σωπάσει το εγκεφαλικό μνημόνιο, ο LOFC και ο DLPFC, και να ενεργοποιηθούν οι αντιμνημονιακές δυνάμεις (εγκεφαλικά πάντα μιλώντας), ο MPFC.

Disclaimer: Η ανάρτηση δεν είναι πολιτική.

Αφού ξανασυστήσω λίγη επιφύλαξη (όπως και με κάθε νευρολογική έρευνα), ας κάνω μια σύνοψη: θέλει βαθειά ανάσα να πεις τον αμανέ. Θέλει επίσης και χαλαρή, αφεστιασμένη προσοχή για να βγάλεις το ταξίμι – όχι συγκέντρωση της προσοχής σε κάποιον στόχο, όχι προσπάθεια, όχι εφαρμογή σχεδίων. Δεν είναι δουλειά, είναι ονειροπόλημα. Δεν είναι καθήκον, είναι απόλαυση. Σίγουρα, υπάρχουν και κάτι μπλοφαδόροι που παινεύουν τη δουλειά, μπράβοι και κοντυλοφόροι καθενού μαχαραγιά, αλλά όλοι αυτοί είναι της κατεστημένης μουσικής εκτέλεσης: πιστή αναπαραγωγή κάποιου προετοιμασμένου υλικού. Ο αυτοσχεδιασμός όμως, τα ταξίμια, η μουσική του περιθωρίου, των λούμπεν, των μειονοτήτων και των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, δεν είναι κάτι που το κάνεις, είναι κάτι που αφήνεις να γίνει. Όπως το ονειροπόλημα (αυτό υποδεικνύει πόσο διορατικός ήταν ο Διδάσκαλος όταν κήρυττε: μη νομίζεις πως χαζεύω σαν με βλέπεις να γυρνώ, την αγάπη μου μαζεύω μέσα απ’ το σκουπιδαριό). Κάτω οι διαλεκτικές των τεχνικών της εξουσίας! Πρέπει να σωπάσει οτιδήποτε συγγενικό στον εγκέφαλό σου με τον Όλι Ρεν και την Άνγκελα Μέρκελ προκειμένου να πεις την ιστορία σου με μουσική – όμως τη δική σου ιστορία, όχι την ιστορία κάποιου άλλου. Όχι ουδέτερες και απρόσωπες ιστορίες.



Το Ταξίμι για την Ιθάκη
Δεν χρειαζόμαστε όμως τη νευρολογία να μας τα πει αυτά! Μπορούμε να τα δούμε και στη ζωή, παντού γύρω μας. Π.χ. όλα τα αγόρια στην εφηβεία ψάχνουν τρόπο να είναι κουλ και να αρέσουν στα κορίτσια. Και όλα περνάνε από τη φάση που θεωρούν ότι υπάρχουν φόρμουλες για να είσαι κουλ, ότι πρέπει να φοράς το Α ή να ακούς τη Β μουσική ή να έχεις τα μαλλιά σου κατά τον Γ τρόπο ή να κάνεις ό,τι κάνει κι ο Δ ή να αντιγράφεις τον τρόπο που μιλάει ο Ε. Είναι μια απαραίτητη εφηβεία που όλα τα αγόρια περνάνε, θέλουν από κάπου να κρατηθούν. Δηλαδή, παίζουν μουσική με τον κατεστημένο τρόπο κι αναπαράγουν κάποιο προετοιμασμένο υλικό, όλα αυτά τα διάφορα Α, Β, Γ που αντιγράφουν: λένε την ιστορία κάποιου άλλου. Αν υπήρξατε ποτέ νέοι άντρες, καταλαβαίνετε τι εννοώ• κι αν υπήρξατε ποτέ νέες γυναίκες, που αναγκάστηκαν να υποστούν νέους άντρες, καταλαβαίνετε κι εσείς τι εννοώ.

Σε κάποια στιγμή κι αφού έχουν εισπράξει πολλές απογοητεύσεις, κάποιοι άντρες – σχετικά λίγοι, φοβάμαι – αρχίζουν να βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά. Ότι, στο φινάλε, δεν έχουν μεγάλη σημασία οι φόρμουλες και τα Α, Β, Γ. Ότι δεν είναι ανάγκη να έχεις από κάπου να κρατηθείς. Σιγά-σιγά αλλάζουν προοπτική, από τον πλευρικό κογχομετωπιαίο φλοιό (LOFC) περνάνε στον μέσο προμετωπιαίο φλοιό (MPFC), και αρχίζουν να είναι κουλ δια της απροσχεδίαστης και δημιουργικής ανταπόκρισης στις εξελισσόμενες απαιτήσεις του περιβάλλοντος – όχι με συνταγές και πιστή αναπαραγωγή προτύπων, όχι με στοχοθεσία και μέθοδο. Φεύγουν από την κατεστημένη μουσική εκτέλεση και περνάνε στην αυτοσχεδιαστική, καταλαβαίνουν ότι δεν είναι η Ιθάκη που μετράει, είναι το ταξίμι για την Ιθάκη. Βιώνουν κάτι αντίστοιχο μ’ αυτό που λένε στην ξιφασκία: όλοι οι ξιφομάχοι έχουν μειονεκτήματα, κανείς δεν είναι τέλειος• ο μέτριος ξιφομάχος χάνει από τα μειονεκτήματά του• ο καλός ξιφομάχος ξέρει και τα καλύπτει• ο βιρτουόζος ξιφομάχος ξέρει και τα χρησιμοποιεί, τα κάνει πλεονεκτήματα. Με άλλα λόγια: αρχίζουν να λένε τη δική τους ιστορία – όχι την ιστορία κάποιου άλλου, όχι ουδέτερες κι απρόσωπες ιστορίες!

Ας πιάσουμε όμως και τις γυναίκες. Πάνω εδώ και ξαναγυρνώντας στους παλιούς μάγκες, μπορούμε να δούμε τη Ρόζα (Εσκενάζυ). Όπως ίσως ξέρετε, το 1949 η Ρόζα, με πατημένα τα πενήντα (μήπως εξήντα;), έκανε δεσμό μ’ έναν άντρα 30 χρόνια νεότερό της. Για τα ήθη της εποχής εκείνης, κάτι τέτοιο πρέπει να ήταν το ισοδύναμο του «γεια σου, κυρ εισαγγελέα, με την Τζένη την ωραία». Και έμειναν μαζί 35 χρόνια, ως το τέλος της ζωής της. Μπορώ όμως να το καταλάβω από τη σκοπιά ενός νέου άντρα: διαβάζοντας για τη Ρόζα, σχηματίζω την αίσθηση μιας φοβερής γυναίκας, που έγινε καλλιτέχνις όταν κάτι τέτοιο περίπου σήμαινε «πόρνη», ερωτεύτηκε και την ερωτεύτηκαν, ηχογράφησε πολλά τραγούδια, είχε πολλούς εραστές, γύρισε τη μισή Ελλάδα κι αργότερα τη μισή υφήλιο, έπαιξε τη ζωή της κορώνα-γράμματα στην Κατοχή, φυλακίστηκε, κρύφτηκε, έκανε ένα παιδί, έγινε συνδικαλίστρια, επιχειρηματίας, δούλεψε με τον Τούντα και τον Τσιτσάνη, είδε άντρες να πέφτουν στα πόδια της, έμεινε κοκέτα ως τα γεράματα... τη γλέντησε τη ζωή της. Η Ρόζα στα πενήντα της (μήπως εξήντα της;) και με μια εγκυμοσύνη στο ενεργητικό της, σίγουρα δεν είχε την ομορφιά και τη φρεσκάδα των νιάτων της, όμως μπορώ να το καταλάβω από τη σκοπιά ενός πολύ νεότερού της άντρα: «σίγουρα θα βρω και ομορφότερες και νεότερες γυναίκες, όμως τέτοια γυναίκα δεν θα ξαναβρώ, δεν επαναλαμβάνεται τέτοια ευκαιρία». Νέες και όμορφες κοπέλες υπήρχαν και υπάρχουν πολλές (δόξα τω Θεώ, το εργοστάσιο που βγάζει κουκλιά δουλεύει ακόμα). Που όλες τους είναι φωτοτυπίες η μία της άλλης, όλες λένε την ιστορία κάποιου άλλου. Η Ρόζα όμως, που ήξερε καλά κι από τη δουλειά της τι σημαίνει ταξίμι, έλεγε τη δική της ιστορία! Όχι την ιστορία κάποιου άλλου! Όχι ουδέτερες και απρόσωπες ιστορίες! Οπότε, παρέμεινε ερωτική πρωταθλήτρια ακόμα και στα πενήντα της (μήπως εξήντα της;).




Vixi
Μπορούμε τώρα να ξαναδούμε την ευχή του Κίρκεγκορ, να γίνεις ένας άνθρωπος που υπάρχει. Ένα από τα πιο ανατριχιαστικά πράγματα που διάβασα ποτέ στο ίντερνετ ήταν εδώ, τα τελευταία λόγια ενός παππού στο νεκροκρέβατό του:

A few decades ago, a friend told me the story of his dying grandfather, a man who never chased down the dreams he dreamed as a youth. Didn't even really try, for a whole lot of reasons. On his deathbed, one of his final sentences to his grandson was this: 
“What? So that was it?”  

Ετοιμάζεσαι να πεθάνεις, αναλογίζεσαι τη ζωή που (δεν) έζησες και λες, «τι, δηλαδή, αυτό ήταν;»... Σαν πολυδιαφημισμένη ταινία, που πηγαίνεις να τη δεις όλος προσδοκία, όμως τελικά βγαίνεις από το σινεμά απογοητευμένος, έχασες δυο ώρες από τη ζωή σου. Ή και την ίδια τη ζωή σου.

Σε αντιπαράθεση μ’ αυτό, μπορούμε να δούμε τον φοβερό κύριο Τζιάκομο Καζανόβα, έναν τυχοδιώκτη του 18ου αιώνα που ταξίδεψε όλη την Ευρώπη από περιπέτεια σε περιπέτεια, από γυναίκα σε γυναίκα, από σκάνδαλο σε σκάνδαλο, κι από πάτρωνα σε πάτρωνα. Γνώρισε τον Γκαίτε, τον Ρουσσώ και τον Μότσαρτ, φυλακίστηκε, δραπέτευσε, ερωτεύτηκε (αμέτρητες φορές), πόνεσε, έμαθε να χειρίζεται τους ανθρώπους, έγινε γιατρός, μουσικός, στρατιωτικός, νομικός, ελευθεροτέκτονας, χαρτοπαίκτης, μοναχός, κυβερνητικός αξιωματούχος, θαυματοποιός, κατάσκοπος, αλχημιστής, ρισκάρισε τη ζωή του, μονομάχισε με μαρκήσιους και αξιωματικούς, έκανε απίθανες φάρσες, άνοιξε ένα εργοστάσιο, του το φάγαν τα χρέη και οι γυναίκες, έγραψε ένα θεατρικό έργο... έκανε πολλά. Δεν ήταν όλα χαρούμενα. Πέρασε από βάσανα και μεγάλες αγωνίες. Πολλές φορές έχασε τα πάντα και ξεκίνησε εκ νέου από το μηδέν. Πολλές φορές πίστεψε ότι έφτασε το τέλος του. Όμως, όπως το έθετε ο ίδιος, όταν σε μεγάλη ηλικία πλέον κάθισε να γράψει τα απομνημονεύματά του: «Δεν μπορώ να το αρνηθώ, vixi», (δηλαδή έζησα, στα λατινικά).

Disclaimer: Διαβάστε τα απομνημονεύματα του Τζιάκομο Καζανόβα, αξίζουν. Όχι μόνο ως πικάντικο ανάγνωσμα. Έχουν πολύ υλικό κι ενδιαφέρον, ο τύπος δεν ήταν βλάκας (αλλά και ως πικάντικο ανάγνωσμα να τα διαβάσετε, πάλι έχουν υλικό κι ενδιαφέρον).

Λοιπόν, το vixi του Καζανόβα ήταν αυτό που ο Κίρκεγκορ έλεγε: να γίνεις ένας άνθρωπος που υπάρχει. Δηλαδή, να ζήσεις με τέτοιον τρόπο ώστε όταν κοιτάζεις προς τα πίσω να μην λες, «τι, δηλαδή, αυτό ήταν;». Να μην λες, «πού πήγε η ζωή μου, ποιος την πήρε; Χθες προχθές ήμουν πιτσιρικάς με όνειρα και προσδοκίες, τι γίναν τα χρόνια;». Να μην λες, «μοιάζει σαν να ‘πεσα για ύπνο χθες βράδυ είκοσι χρονών και σήμερα να ξύπνησα τριάντα (σαράντα, πενήντα κ.λπ.), πώς έγινε αυτό;». Σ’ αυτήν την περίπτωση, ο Κίρκεγκορ θα σου έλεγε: δεν υπάρχεις. Έγινες πλευρικός κογχομετωπιαίος φλοιός (LOFC). Έζησες στοχευμένα, μεθοδικά, με την κάθε βιοτική σου πράξη μέρος ενός σχεδίου, ήξερες διαρκώς τι έκανες και γιατί το έκανες, είχες πάντα τον έλεγχο, αναπαρήγες πιστά τα παραδείγματα, ανταποκρίθηκες στις προσδοκίες: είπες την ιστορία κάποιου άλλου.

Το να υπάρχεις ή να ζήσεις τη ζωή σου γεμάτη ή να λες τη δική σου ιστορία (το ίδιο σημαίνουν όλα) δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με το να ζήσεις ευτυχισμένα. Όχι αναγκαστικά. Πρέπει να ρισκάρεις για να το επιτύχεις – μιλάω για πραγματικά ρίσκα, να ρίξεις στο τραπέζι ακόμα και την ίδια σου τη ζωή. Θα έρθουν και οι δύσκολες στιγμές, όπου θα μάθεις τι πα να πει βρωμιά και τρόμος, κατήφορος και προσβολές. Έχεις να φας φρίκες – όπως και ο Τζιάκομο και η Ρόζα έφαγαν φρίκες. Θα δαγκώσεις σίδερα. Ο κροκόδειλος θα σε φιλήσει με καρκινώδη φιλιά. Θα σε κλωτσάνε και θα σ’ αρέσει, δικέ μου, σαν το σκυλί τους θα σ’ έχουν, δικέ μου, έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία. Θα έρθει η στιγμή που θα νομίσεις ότι είσαι τρελός. Κατόπιν, θα έρθει η στιγμή που θα διαπιστώσεις ότι πράγματι είσαι τρελός. Κατόπιν, θα έρθει η στιγμή που θα διαπιστώσεις ότι το να είσαι τρελός δεν είναι αναγκαστικά κακό νέο. Κατόπιν, θα έρθει η στιγμή που θα διαπιστώσεις ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: όλοι οι άλλοι είναι τρελοί εκτός από σένα, εσύ είσαι ο μόνος λογικός. Μπορεί και να χρειαστεί να πεθάνεις – το λέω κυριολεκτικά. Όμως ψυχραιμία, τι να γίνει, στο φινάλε υπάρχουν και χειρότερα από τον θάνατο. Θα τα δεις όλα αυτά στην πορεία.

Όμως μην κολλήσεις, συνέχισε! Μόνο αυτό αξίζει να ονομάζεται γνώση, τίποτα άλλο. Συνέχισε, ακόμα κι αν δεν ξέρεις γιατί το κάνεις. Παγωμένος από τον τρόμο, σκοτάδι παντού γύρω σου, όλα γκρεμισμένα, χωρίς τίποτα στον κόσμο να πιαστείς, σου πήραν τα πάντα: εσύ συνέχισε, μην κολλήσεις. Και δεν χρειάζεται να ξέρεις γιατί το κάνεις. Συνέχισε διότι... παραδόξως όλα θα πάνε καλά. Διότι μόνο οι χαμένοι αγώνες έχουν αξία. Όταν ξέρεις ότι το παιχνίδι είναι στημένο κι ο διαιτητής πληρωμένος, το ξέρεις ότι θα χάσεις ό,τι κι αν γίνει – εκεί μόνο έχει αξία να αγωνίζεσαι. Αυτό μόνο αξίζει να ονομάζεται γνώση. Αν ξέρεις ότι υπάρχει περίπτωση να κερδίσεις, ο αγώνας δεν έχει αξία. Μόνο οι χαμένοι αγώνες έχουν αξία! Συνέχισε, όχι για να κερδίσεις, όχι για να δικαιωθείς στη μετά θάνατον ζωή ή στην επόμενη ενσάρκωση – ωχ, δεν τα ‘χεις ξεπεράσει ακόμα αυτά τα μετεφηβικά; Θέλεις να το κάνεις έτσι ώστε να κερδίσεις κάπου, κάπως; Ακόμα και μετά θάνατον; Θες κάτι να πιαστείς; Παράτα πια τα μετεφηβικά! Όπως έλεγε κι ο Κίρκεγκορ, το θέμα είναι εδώ, να ζήσεις την αιωνιότητα εδώ, σ’ αυτήν τη ζωή.

Κι αυτό μπορείς να το καταφέρεις μόνο άμα συνεχίσεις, άμα δεν κολλήσεις. Όταν δεν έχεις τίποτα να πιαστείς, ο πόνος που θα έρθει (και θα έρθει, είναι σίγουρο, έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία) θα είναι όλος δικός σου, δεν θα μπορείς να τον φορτώσεις πουθενά. Και κανείς δεν σου εγγυάται ότι θα υπάρχει happy end, ότι τελικά θα κερδίσεις. Αν όμως κερδίσεις έχοντας προηγουμένος ρισκάρει πραγματικά, έχοντας υποστηρίξει τις πράξεις σου ακόμα και με τη ζωή σου, τίποτα στον κόσμο δε θα συγκρίνεται με την οργασμική ευδαιμονία της επιτυχίας. Θα είναι κι αυτή όλη δική σου, κανείς δεν θα μπορεί να σου την πάρει.

Στο κάτω-κάτω... δε βαρέθηκες πια όλες αυτές τις ευχές, «χρόνια πολλά, με υγεία, ευτυχία κ.λπ.»; Εξάλλου, αυτό που ο άλλος ονομάζει «ευτυχία», εσύ μπορεί να το λες «ασφάλεια» ή «προβλεψιμότητα» ή «κονφορμισμό» ή κάτι άλλο παρόμοιο και μικροαστικό. Δεν θέλεις «ευτυχία», δεν είναι αρκετή, δε σου φτάνει! Θέλεις οργασμική ευδαιμονία, τίποτα λιγότερο, να ζήσεις την αιωνιότητα εδώ, σ’ αυτή τη ζωή! Κι όταν όλοι οι άλλοι θα λένε, «μα πού πήγαν τα χρόνια, πώς πέρασαν έτσι;...», εσύ θα είσαι ο μόνος που θα λες: vixi! Τίποτα στον κόσμο δεν συγκρίνεται μ’ αυτό.

Λοιπόν... πες μου την ιστορία σου. Όμως, τη δική σου ιστορία, όχι την ιστορία κάποιου άλλου! Όχι ουδέτερες κι απρόσωπες ιστορίες!



Επίλογος
Στράτος - Τσιτσάνης: Στου Αλευρά τη Μάντρα

Το Μετασυμφιλιωτικό Σεξ

Μερικές σκόρπιες σκέψεις γύρω από το θέμα της βίας:

Είναι ο άνθρωπος επιθετικό ον από τη φύση του; «Η απάντηση είναι ναι», υποστηρίζει ο E. O. Wilson στο κεφάλαιο 5 του On Human Nature, ένα γνωστό βιβλίο κοινωνιοβιολογίας / εξελικτικής βιολογίας, που βραβεύτηκε και με Πούλιτζερ. Με τα δικά του λόγια: «Ο άνθρωπος είναι ισχυρά προδιατεθειμένος να ανταποκρίνεται με ασύμμετρο μίσος στις εξωτερικές απειλές και να κλιμακώνει την εχθρότητά του ώστε να καταβάλει την πηγή της απειλής με μεγάλο περιθώριο ασφάλειας». Κατόπιν «εξηγεί» ότι η επιθετικότητα υπήρξε ενδημική σε κάθε κοινωνία της ιστορίας και της προϊστορίας• ότι ακόμα και οι σύγχρονες κοινωνίες που δείχνουν να είναι ειρηνικές, το ποσοστό τους είναι «μικροσκοπικό» (tiny). Αναφέρει φυσικά και τους Yanomamo, μη χάσει, τις διαβόητες «έρευνες» του Napoleon Chagnon. Με λίγα λόγια: ο άνθρωπος είναι κακός «από τη φύση του», καθότι η επιθετικότητα είναι έμφυτη, γενετική και αναπόφευκτη.

Όμως στο φινάλε, καταλήγει ο Wilson, ο άνθρωπος μπορεί να κυριαρχήσει στην επιθετική του φύση με έλλογο τρόπο και να δημιουργήσει ένα ανθεκτικό θεμέλιο για την παγκόσμια ειρήνη• οι διπλωμάτες, πολιτικοί, επιστήμονες, οι μεγάλοι συγγραφείς, οι πετυχημένοι επιχειρηματίες κ.λπ. κάθε χώρας μπορούν να πυκνώσουν τους δεσμούς με άλλες χώρες, να δημιουργήσουν αμοιβαίες αφοσιώσεις, ώστε οι μελλοντικοί πληθυσμοί να μη βλέπουν ο ένας τον άλλον ως ξένο κ.λπ. κ.λπ. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Όλο αυτό ονομάζεται «επιστήμη».

Έχω διαβάσει αρκετές τέτοιες ρεπουμπλικανόψυχες αφηγήσεις σε παρόμοιο μοτίβο, ότι ο άνθρωπος είναι επιθετικός και βίαιος «από τη φύση του», αποδείξεις: χιμπατζήδες, Yanomamo (δηλ. οι «έρευνες» του Chagnon), κάθε κοινωνία επιδίδεται σε βία, δεν υπάρχουν ειρηνικές κοινωνίες, εξελιχθήκαμε περίπου σε συνθήκες Μόρντορ οπότε γίναμε κάτι σαν ορκ κ.λπ.

Είναι όμως έτσι;

Έχω πολλά προβλήματα με τέτοια κείμενα. Πρώτο και καλύτερο ότι, σε πείσμα του Wilson, φαίνεται να υπάρχουν ειρηνικές κοινωνίες, και το ποσοστό τους δεν είμαι σίγουρος ότι είναι «μικροσκοπικό»!

Το δεύτερο πρόβλημα που έχω είναι ένα περίεργο φαινόμενο: οι ειδικοί δεν μπορούν να συμφωνήσουν εύκολα ούτε για το ποιες είναι οι ειρηνικές κοινωνίες ούτε καν για το τι θεωρείται «ειρηνική κοινωνία». Όχι μόνο αυτό, αλλά πεισμώνουν να αποδείξουν την ατζέντα τους με αντιεπιστημονικό τρόπο – παίζοντας με τις λέξεις, κάνοντας greek statistics με τους αριθμούς, κρύβοντας τις λίστες Λαγκάρντ και παραβλέποντας τα στοιχεία που τους χαλάνε την ερμηνεία. Κάτι παίζει εδώ, το ζήτημα δεν είναι καθαρά επιστημονικό, μοιάζει ότι είναι και ιδεολογικό...

Είναι γεγονός: σε κάποιους ανθρώπους δεν αρέσει καθόλου η επίγνωση ότι υπάρχουν κοινωνίες στις οποίες λέξεις όπως «φόνος», «βασανιστήρια», «βιασμός», «ξυλοδαρμός» κ.λπ. είναι, αν όχι εντελώς άγνωστες, τουλάχιστον κάτι σαν μακρινοί θρύλοι, απόηχοι του παρελθόντος, ή εξαιρετικά γεγονότα που συμβαίνουν στη χάση και στη φέξη. Δεν τους αρέσει το γεγονός ότι υπάρχουν κοινωνίες στις οποίες τα παιδιά δεν αναθρέφονται με ξύλο, οι διαφορές δεν τακτοποιούνται με μαχαίρια, και οι συζυγικοί καβγάδες δεν λύνονται με βρισιές και χαστούκια. Ως εκ τούτου, κάνουν ό,τι μπορούν για να εξαφανίσουν ταχυδακτυλουργικά αυτές τις κοινωνίες, να μπορούν μετά να λένε ότι ο άνθρωπος είναι βίαιος «από τη φύση του».

Ας αναφέρω ένα παράδειγμα μιας τέτοιας κοινωνίας, από τις σχετικά άγνωστες: οι Paliyan της νότιας Ινδίας. Κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες, που για αιώνες έκαναν ημινομαδική ζωή κι έμαθαν να επιβιώνουν στις ζούγκλες των βουνών. Σήμερα κάποιοι από αυτούς έχουν εγκατασταθεί σε χωριά, ενώ οι περισσότεροι συνεχίζουν την παραδοσιακή ζωή τους. Αναφορές για την ειρηνικότητα των Paliyan υπάρχουν ήδη από τον 19ο αιώνα, ότι πρόκειται για εξαιρετικά μη-βίαιη κοινωνία, τόσο εσωτερικά όσο και προς τους γειτονικούς πληθυσμούς. Το άλλο αξιοσημείωτο σ’ αυτούς είναι η κοινωνική δομή τους, η οποία είναι πολύ χαλαρή, χωρίς ιεραρχίες, χωρίς κάτι το ισοδύναμο της αστυνομίας ή του μεγάλου σοφού ηγέτη να επιδιαιτητεύει στις διενέξεις• ουσιαστικά, πρόκειται για μια κοινωνία εξαιρετικής ισότητας, που δεν κάνει διακρίσεις φύλου, τάξης ή ηλικίας: όλοι είναι ανώτερη τάξη (ακόμα και η κατώτερη τάξη), όλοι είναι ενήλικες (ακόμα και τα παιδιά), όλοι είναι άντρες (ακόμα και οι γυναίκες). Ο Peter M. Gardner από το πανεπιστήμιο του Μισούρι είναι ο ανθρωπολόγος που ασχολήθηκε ειδικά με αυτούς (μπορείτε να διαβάσετε εδώ ένα σχετικό άρθρο του) και αναφέρει διάφορες νόρμες που έχουν αναπτύξει ώστε να μην κλιμακώνονται οι διενέξεις σε βία – π.χ. σεβασμός προς όλους, ακόμα και προς τα μικρά παιδιά (effective anarchy το ονομάζει ο Gardner), ή αποφυγή και απομόνωση του θυμωμένου μέχρι να ηρεμήσει. Ίσως κάποτε να αποφύγατε την αντιπαράθεση με κάποιον εξοργισμένο και να αναρωτηθήκατε κατόπιν αν αυτό που κάνατε ήταν δειλία ή σοφία• λοιπόν, χωρίς να έχω τη σίγουρη απάντηση, μπορώ τουλάχιστον να επισημάνω ότι το ίδιο κάνουν και οι Paliyan.

Κι άλλες τέτοιες κοινωνίες υπάρχουν στις οποίες, με βάση τις συσσωρευμένες εθνογραφίες και τις αξιόπιστες αναφορές, η βία φαίνεται να είναι εξαιρετικά σπάνια ή και ανύπαρκτη – π.χ. οι Mardu/Martu της Αυστραλίας, κάποιες φυλές Hopi στην Αριζόνα, οι Ifaluk στον Ειρηνικό, οι Lepcha στα Ιμαλάια, οι Sami του Αρκτικού κύκλου στη σημερινή Σουηδία, Φινλανδία, Νορβηγία και Ρωσία (“they are a small, non-violent people”) κ.α. Πόσες είναι αυτές οι κοινωνίες; Ποιος ξέρει (μόνο ο E. O. Wilson, φυσικά). Πάντως, ο Douglas Fry (The Human Potential for Peace), μετά από συστηματική και μακροχρόνια μελέτη σε ένα βουνό από εθνογραφίες και μαρτυρίες, μάζεψε τεκμήρια για περίπου 60-70 τέτοιες κοινωνίες όπου διαβάζεις και λες: «εκεί θα πάω να ζήσω». Η κάθε μια έχει βρει τους δικούς της τρόπους να καλλιεργεί συστηματικά την ανθρωπιά και την αποφυγή της βίας – π.χ. κάποιες προάγουν ως κοινωνική αξία το χιούμορ, τον σεβασμό προς τον άλλον, ή απαξιώνουν τον τσαμπουκά και τις προσβολές, ή δίνουν μεγάλη σημασία στην ανατροφή των παιδιών, ή αποφεύγουν το αλκοόλ κ.α. Δεν υπάρχει κάποιος εύκολος οικουμενικός κανόνας.

Θα μπορούσε όμως εδώ κάποιος να παρατηρήσει: όσες κι αν είναι αυτές οι κοινωνίες ανθρωπιάς, ο συνολικός πληθυσμός τους αποκλείεται να αθροίζεται σε κάτι περισσότερο από ένα ελάχιστο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού• όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον οι περισσότερες ζούνε στις παρυφές του πολιτισμού, μακριά από την επιρροή της κυβέρνησης, της αστυνομίας, του στρατού και των μεγάλων συγκεντρώσεων κεφαλαίου. Καμία σχέση η δική τους ζωή με τη δική μας.

Τα παραπάνω όμως μπορούν να διαβαστούν και διαφορετικά, ε;

Ίσως (λέω «ίσως») ότι αν αφήσεις τους ανθρώπους ήσυχους, χωρίς κυβέρνηση, αστυνομία, στρατό και μεγάλες συγκεντρώσεις κεφαλαίου, τότε αυτοί τείνουν να τα βρίσκουν μεταξύ τους. Ίσως ότι ο Θεός έπλασε την κυβέρνηση, την αστυνομία, τον στρατό και το μεγάλο κεφάλαιο προκειμένου να δημιουργούν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύνουν. Ο Δυτικός μας πολιτισμός ενδεχομένως να είναι μια υποβέλτιστη λύση κοινωνικής συνύπαρξης• πολύ καλύτερη μεν από κάποιες άλλες, αλλά και πολύ χειρότερη από τουλάχιστον 60-70 διαφορετικές λύσεις. Κάτι κερδίζουμε, κάτι χάνουμε. Ίσως η δική μας λύση να δημιουργεί μεν μια αρκετά ικανοποιητική (;) Ρώμη, υποδεέστερη όμως σε σχέση με κάποια μικρά γαλατικά χωριά στις παρυφές της. Ο άνθρωπος είναι επιθετικό ον «από τη φύση του» ή ο Δυτικός πολιτισμός δεν έχει όλες τις απαντήσεις; Ας διαλέξει ο καθένας ανάλογα με την προκατάληψή του.

Δεν θέλω να απαξιώσω τη δική μας λύση. Η αξία του Δυτικού πολιτισμού είναι τεράστια. Μας χαρίζει τόσες ευλογίες που κάνουν τη ζωή μας καλύτερη (π.χ. χαρτόσημα, πρωτόκολλα, σφραγίδες, βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής), οι μεγάλες συγκεντρώσεις κεφαλαίου προσφέρουν σπουδαίες ωφέλειες στο κοινωνικό σύνολο (π.χ. Ολυμπιακούς Αγώνες, διαπλοκή καναλαρχών – επιχειρηματιών – κυβέρνησης), ο στρατός επιτελεί απαραίτητο έργο (π.χ. χούντες, πραξικοπήματα, εθνικιστικούς μύθους, εξόντωση των «τρομοκρατών»), η κυβέρνηση σταθεροποιεί το κοινωνικό χάος (π.χ. βαφτίζοντας «τρομοκράτες» όσους διαφωνούν μαζί της), και η αστυνομία κάνει τη ζωή μας ασφαλέστερη (π.χ. με δακρυγόνα, βασανιστήρια, νταηλίκια). Άλλο αυτό όμως κι άλλο να κλείνουμε τα μάτια μας: αν καταλήξαμε σε μια υποβέλτιστη λύση για την κοινωνική μας συνύπαρξη, είναι ωριμότητα τουλάχιστον να το παραδεχτούμε. Εμείς μεν το κάνουμε καλύτερα από πολλούς άλλους, όμως κάποιοι το κάνουν διαφορετικά και, ενδεχομένως, καλύτερα από μας.

Τελικά όμως τι σημαίνει «ειρηνική κοινωνία» – ή «κοινωνία ανθρωπιάς», όπως μ’ αρέσει να τις λέω – και ποια σχέση έχει η «φύση του ανθρώπου»; Ας εξηγήσω πώς το σκέφτομαι εγώ μ’ έναν παραλληλισμό από δύο χώρες που με έχουν απασχολήσει πολύ, το Βιετνάμ και την Ταϊλάνδη:


Οι Ακορνάριστες Κοινωνίες 
Υπάρχουν κοινωνίες στις οποίες οι οδηγοί δεν κορνάρουν (αναφέρομαι στο νευρικό κορνάρισμα από στρες, στο κορνάρισμα «άντε κουνήσου, ρε βόδι...», όχι στο κορνάρισμα «πρόσεχε!», για να ξυπνήσεις κάποιον που πάει να περάσει αφηρημένος τον δρόμο: εκεί θα είσαι εγκληματίας αν δεν κορνάρεις). Στις ακορνάριστες κοινωνίες λοιπόν, ακόμα και στην πιο πυκνή κυκλφορία δεν ακούγεται μπιπ. Η ελληνική, ως γνωστόν, δεν είναι μία από αυτές. Ούτε η βιετναμέζικη. Αντίθετα, στην Ταϊλάνδη το κουμπί της κόρνας είναι κάτι σαν ξεχασμένο αξεσουάρ για τους οδηγούς, ακόμα και στο πιο απάνθρωπο μποτιλιάρισμα. Για του λόγου το αληθές, δείτε κι ένα βίντεο που βρήκα στο YouTube. Πυκνή κυκλοφορία στην Μπανγκόκ εδώ: ακούτε έστω κι ένα κορνάρισμα; 

Πάνω σ’ αυτό, το 1999 είχα γίνει μάρτυρας μιας κουβέντας ανάμεσα σ’ έναν Αμερικάνο κι έναν Ταϊλανδό, που μου έκανε εντύπωση. «Γιατί δεν κορνάρετε;», ρώτησε με απορία ο Αμερικάνος. Ο Ταϊλανδός δεν κατάλαβε καν την ερώτηση: «εσείς, δηλαδή, γιατί κορνάρετε;». Με άλλα λόγια, γιατί να είμαι εγώ ο περίεργος της υπόθεσης, αυτός που κάνει κάτι ασυνήθιστο, και να μην είσαι εσύ;

Λοιπόν, αν μια οδηγική κοινωνία φτάσει σ’ αυτό το σημείο, όχι μόνο να εξαφανίσει το μπιπ από τους δρόμους αλλά και να της είναι φυσιολογικό αυτό, τότε μπορώ να της δώσω τον τίτλο «ακορνάριστη κοινωνία». Δηλαδή, δεν θέλω απλώς έλλειψη θορύβου αλλά κάτι παραπάνω: να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη αυτή η έλλειψη, ως η νορμάλ κατάσταση των πραγμάτων. Αν εγκαθιδρυθεί ένα τέτοιο αυτονόητο σε μια οδηγική κοινωνία, τότε υπάρχει ένας παραπάνω παράγοντας που συνεισφέρει στο μη-κορνάρισμα, πέρα από την έλλογη επεξεργασία («και τι θα καταφέρω, δηλαδή, αν κορνάρω; Θα φτάσω δύο λεπτά πιο γρήγορα; Αξίζει τον κόπο να στρεσαριστώ, να στρεσάρω και τους άλλους; κ.λπ.»): υπάρχει η τεράστια επιρροή του νορμάλ, η δύναμη του αυτονόητου, όπου η σκέψη και μόνο ενός κορναρίσματος φαντάζει παράφωνη και απρεπής, σαν δυνατό ρέψιμο στη δεξίωση του πρέσβη.

Λοιπόν, κάτι αντίστοιχο εννοώ και με τον όρο «κοινωνία ανθρωπιάς». Όχι απλώς μια κοινωνία με εξαιρετικά χαμηλά ή ανύπαρκτα επίπεδα βίας, αλλά κάτι ακόμα περισσότερο: μια κοινωνία που διαμόρφωσε την κουλτούρα της πάνω σ’ αυτό το ιδεώδες της ανθρωπιάς. Ανέπτυξε, δηλαδή, κατάλληλες αξίες, έθιμα, νοοτροπίες και θεσμούς, ώστε να εγκαθιδρύσουν ως αυτονόητο το κάντε-έρωτα-κι-όχι-πόλεμο. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι τα μέλη της είναι άγιοι ή έχουν καλύτερη «ανθρώπινη φύση» από εμάς ή καλύτερο DNA ή μεγαλύτερη ευφυΐα• δε σημαίνει καν ότι υπάρχει η εξασφάλιση πως αυτό το κοινωνικό αυτονόητο της ανθρωπιάς θα ξεπεράσει κάθε μελλοντική αντιξοότητα και θα διατηρηθεί στο διηνεκές. Σημαίνει απλά και μόνο ότι γίνεται, μπορεί, είναι δυνατόν να χτιστεί ένα τέτοιο κοινωνικό αυτονόητο ως η νορμάλ κατάσταση των πραγμάτων:

– «Γιατί δεν δέρνετε τα παιδιά;»
– «Εσείς, δηλαδή, γιατί τα δέρνετε;»

Αυτό λοιπόν είναι το κριτήριό μου. Ένα ή ελάχιστα περιστατικά βίας στη χάση και στη φέξη δεν αλλάζουν κάτι (όπως κι ένα κορνάρισμα στη χάση και στη φέξη δεν θα αλλάξει το ακορνάριστο μιας οδηγικής κοινωνίας). Αρκεί όμως να είναι τόσο εξαιρετικά αυτά τα περιστατικά ώστε να μη μεταβληθεί η αντίληψη για τη νορμάλ κατάσταση πραγμάτων. Σε κάθε περίπτωση όμως, μια κοινωνία φοβισμένων προβάτων υπό μία pax romana δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτό που έχω στο μυαλό μου: δεν το λέω «ειρήνη» αυτό, το λέω «ησυχία, τάξις κι ασφάλεια» (με τον ίδιο τρόπο που δεν λέω «ακορνάριστη» μια κοινωνία στην οποία αυστηροί τροχονόμοι επιτηρούν την κυκλοφορία και τιμωρούν με βαρύ πρόστιμο κάθε μπιπ).

Είναι προφανές, πιστεύω, ότι το τελευταίο που μ’ απασχολεί είναι τα ερωτήματα για τη «φύση του ανθρώπου». Αυτά τα αφήνω στον E. O. Wilson και στους εξελικτικούς ψυχολόγους. Δεν ξέρω ποια είναι η «φύση του ανθρώπου», δεν πολυχρησιμοποιώ τον όρο, δε μου λέει και πολλά. Ξέρω όμως ποια είναι η φύση του σκύλου! Ως γνωστόν, τα σκυλιά είναι άγρια, μοβόρικα και επιθετικά, ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου, έτσι δεν είναι; Αυτή πάντως είναι η παραδοσιακή αντίληψη στο Βιετνάμ για τα σκυλιά. Καμία σχέση με τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου που έχουμε εμείς. Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά: τα σκυλιά στο Βιετνάμ είναι φαγητό. Είναι όπως τα κοτόπουλα σε μας. Και τα βιετναμεζόσκυλα δεν είναι χαζά, το καταλαβαίνουν ότι κινδυνεύουν από τον άνθρωπο, οπότε τείνουν να δαγκώνουν πρώτα και να ρωτάνε κατόπιν. Τουλάχιστον όμως τα δικά τους ρεπουμπλικανικά αυτονόητα για τη «φύση του σκύλου» οι Βιετναμέζοι τα κρατάν για τον εαυτό τους, δεν τα παρουσιάζουν ως επιστήμη, ούτε έρχονται να κηρύξουν κάποια ιεραρχική ειρήνη, όπου οι φωτισμένες ελίτ των ανθρώπων και των σκύλων θα δημιουργήσουν αμοιβαίες αφοσιώσεις κ.λπ.

Και τέλος πάντων, η «φύση του ανθρώπου» δεν είναι ο τρόπος που το σκέφτομαι εγώ. Το σημαντικό για μένα είναι ότι μπορεί• γίνεται• είναι δυνατόν να στεριώσει ένα αυτονόητο ανθρωπιάς σε μια κοινωνία, το οποίο, από ένα σημείο και μετά, να γίνει αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία: η νορμάλ κατάσταση των πραγμάτων.



Η Κοινωνική Καψικίνη
Ένα τελευταίο αλλά σημαντικό θέμα. Η Laura Betzig είναι ανθρωπολόγος (από αυτούς με την «ανθρώπινη φύση») που, όπως ο E. O. Wilson, δεν της αρέσει η ιδέα ότι υπάρχουν κοινωνίες που δεν ξέρουν τι σημαίνει «φόνος», «βασανιστήρια», «ξυλοδαρμοί», «βιασμοί» κ.λπ. Οπότε, και προκειμένου να εξαφανίσει αυτές τις κοινωνίες, σε διάφορα κείμενά της κάνει αυτήν την ταχυδακτυλουργία και παίζει με τις λέξεις, συγχέει την επιθετικότητα (aggressiveness), κι ακόμα περισσότερο τη βία (violence), κι ακόμα περισσότερο τον πόλεμο (war), με τη σύγκρουση (conflict) – κάτι που με φέρνει στο θέμα μου. Ως προς τα τρία πρώτα συμφωνώ, όσο λιγότερο τα βιώσουμε στη ζωή μας, τόσο το καλύτερο.

Η σύγκρουση όμως δεν είναι αναγκαστικά κακό!

Εδώ έχω τεράστιο θέμα. Σε κάθε κοινωνία – ακόμα και σε κάθε σχέση – θα υπάρχουν συνεχώς διαφορετικές ανάγκες, ερμηνείες, συμφέροντα, επιθυμίες, αξίες, και φυσικά ο κόσμος θα έρχεται σε σύγκρουση. Αυτό όμως είναι φυσιολογικό! Αλλάζουν εντελώς τα πράγματα αν η σύγκρουση καταλήξει σε αίμα• ακόμα περισσότερο, αν γίνει νόρμα ότι η σύγκρουση θα καταλήγει σε αίμα• ακόμα περισσότερο, αν η βία οργανωθεί και συστηματοποιηθεί. Αυτά είναι εντελώς διαφορετικά.

Όμως η ύπαρξη σύγκρουσης, διαφωνίας, ηθικού αποτροπιασμού σε μια κοινωνία ή σε μια σχέση είναι, για μένα, υγεία! Αλίμονο αν η κοινωνία προβατοποιηθεί κι όλοι φαίνεται να συμφωνούν με την κυβέρνηση, δεν ακούγεται καμία ένσταση και καμία διαφωνία. Αλίμονο αν μια σχέση δεν έχει ιστορικό συγκρούσεων και διαφωνιών• δεν είναι υγιής και εποικοδομητική, το πιθανότερο είναι ότι κάποιος τρέχει με χίλια προς τον νευρικό κλονισμό. Η Φραγκογιαννού του Παπαδιαμάντη δεν έζησε συγκρούσεις στις σχέσεις της, αλλά υπηρετούσε μια ζωή πειθήνεια τους γονείς, τον άντρα, τα παιδιά της – μέχρι που «ψήλωσε ο νους της» κι άρχισε να σκοτώνει κοριτσάκια.

Ας το δούμε όμως αυτό και σε επίπεδο κοινωνίας: οι Rotuma του Ειρηνικού (κοντά στα νησιά Φίτζι) ανταποκρίνονται καλά σ’ αυτό που θα λέγαμε «ειρηνική κοινωνία». Διάφοροι ανθρωπολόγοι, ανάμεσά τους κι ο Alan Howard του πανεπιστημίου της Χαβάης, που τους μελετούσε από το 1959 μέχρι το 1987, παρατηρεί εδώ ότι είναι πολύ ευγενικοί στους τρόπους τους, κάτι που ξεκινά από την ανατροφή των παιδιών: η τιμωρία είναι άγνωστο μέσο διαπαιδαγώγησης, ο μόνος τρόπος διόρθωσης των παιδιών είναι το χιούμορ, το γέλιο και o σαρκασμός. Τα βίαια περιστατικά στους Rotuma είναι πολύ σπάνια, κάτι σαν εξαιρετικά γεγονότα• γι’ αυτούς είναι απαράδεκτο όχι μόνο να βγάλεις μαχαίρι, αλλά ακόμα και να το στρέψεις σε κάποιον συμβολικά ή παίζοντας – με άλλα λόγια, αυτή η σκηνή από τη γνωστή ταινία Της Κακομοίρας (1963), με τον Κ. Χατζηχρήστο («Ζήκος»), θα ήταν σοκαριστική για τους Rotuma.

Όμως το ότι η κοινωνία τους είναι τόσο ειρηνική, δε σημαίνει ότι δε βιώνει διαφορές και συγκρούσεις για πολλά θέματα – προσωπικά, πολιτικά, οικονομικά, ακόμα και αθλητικά. Ακριβώς το αντίθετο, πρόκειται για πολύ συγκρουσιακή κοινωνία! “Disputes are endemic in Rotuma”, όπως γράφει ο Alan Howard πιο πάνω. Αυτό όμως που συμβαίνει είναι ότι οι συγκρούσεις τους εξαιρετικά σπάνια καταλήγουν σε βία: “What is remarkable is that they [disputes] so rarely escalate to violence” (διαβάστε το άρθρο του Alan Howard για τους Rotuma, είναι ενδιαφέρον και καλογραμμένο).

Λοιπόν, ο καθένας μας ζει τη ζωή του με τα ιδιαίτερα βιώματά του, το στιλ, τις ανάγκες και αξίες του. Αν είναι φυσιολογικός άνθρωπος, θα τα εκφράσει όλα αυτά, οπότε σε κάποιους θ’ αρέσουν και σε κάποιους δε θ’ αρέσουν. Μοιραία θα κάνει φίλους κι εχθρούς, θα έρθει σε σύγκρουση με κάποιους – αυτά όμως είναι καλά νέα! «Μου καμάρωνε τις προάλλες ο τάδε», έγραφε ο Ψευδοπλούταρχος στο Περί Ωφελιμότητας των Εχθρών, «ότι δεν έχει κανέναν πραγματικό εχθρό. Του απάντησα: μήπως δεν έχεις και κανέναν πραγματικό φίλο;». Η σύγκρουση συνήθως συνοδεύεται από ένα σωρό υγιή μηνύματα: ίσως κανείς δεν έχει όλη την αλήθεια, ο καθένας βλέπει μόνο ένα τμήμα της• ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να δούμε τον εαυτό μας από εξωτερική σκοπιά, να συνειδητοποιήσουμε πώς φαινόμαστε στους αντιπάλους μας• ίσως είναι μια πρόκληση για να προωθήσουμε τα αιτήματά μας έτσι ώστε να κερδίσουμε τη συμπάθεια των ουδέτερων που παρακολουθούν. Εξάλλου, όπως ξέρετε καλά και οι παντρεμένοι από εσάς (όχι εσύ, είσαι μικρό ακόμα, δεν τα ξέρεις αυτά!), το καλύτερο σεξ είναι το μετασυμφιλιωτικό σεξ, αυτό που επισφραγίζει την άρση μιας σύγκρουσης: μερικοί το προτιμούν καυτό. Καμιά σχέση με το ντεκαφεϊνέ σεξ που συνοδεύει τη ρουτίνα της έγγαμης νηνεμίας. Οι τρικυμίες είναι σέξι, όχι οι νηνεμίες. Απλά δεν χρειάζεται κι ούτε είναι αναπόφευκτο οι συγκρούσεις να καταλήγουν σε βία. Όπως Rotuma.

Καταλήγω στο φινάλε ότι η κοινωνική ή σχεσιακή υγεία είναι φαγητό που, για να γίνει νόστιμο, χρειάζεται και πιπέρι. Αν όλοι συμφωνούν με όλους, ή όλοι είναι ίδιοι με όλους, τότε αυτό το λες ομοιόσταση, pax romana, αβάσταχτη ελαφρότητα του μικροαστισμού ή κάτι σχετικό, πάντως δεν το λες υγεία. Αν δεν έχεις κανέναν πραγματικό εχθρό, τότε μάλλον δεν έχεις και κανέναν πραγματικό φίλο. Η κοινωνική υγεία θέλει καψικίνη, είναι πιπεράτο φαγητό. Είναι επίσης δυναμική και μονίμως μεταβαλλόμενη• η στατική υγεία εκφυλίζεται γρήγορα σε – όχι ακριβώς σε ασθένεια, αλλά πάντως σε κάτι υποθερμικό και κατατονικό, σαν κεντροαριστερό μανιφέστο. Η πραγματική υγεία όμως είναι πυρετική και ριζοσπαστική, σαν το σεξ: απαιτεί σύγκρουση και άρση της σε ένα καταστασιακό, εχμ, γαμήσι (μεταφορικά πάντα μιλώντας), που χαράζει πορεία και γράφει ιστορία. Μερικοί το προτιμούν συγκρουσιακό.

Να Θυμηθεί Τα Δόντια Του

Το κείμενο αυτό είναι μια άλλη ανάγνωση για το χρυσαυγίτικο φαινόμενο, καθότι οι σχετικές αναλύσεις που έχω διαβάσει δεν με ικανοποιούν. Ενδεχομένως δεν ικανοποιούν ούτε εσάς. Κάτι λείπει, κάποιος παράγοντας απουσιάζει από όλες τις γνώμες που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τη Χρυσή Αυγή... Τι είναι αυτό που έκανε τόσες εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, οι οποίοι δεν είναι ούτε τραμπούκοι ούτε ουγούρθουτου, να ψηφίσουν τους τραμπούκους και τους ουγούρθουτου; Σήμερα, μετά τη δολοφονία Φύσσα, η ΧΑ έχει μείνει με ένα ποσοστό υποστηρικτών περίπου 8%, το οποίο δεν δείχνει να ξεκολλά με τίποτα – έχω την αίσθηση ότι ακόμα κι αν αύριο βγει ο Μιχαλολιάκος και πει: «σας κοροϊδεύαμε, ήμασταν απλά και μόνο μια σπείρα που εξυπηρετούσε συμφέροντα», πάλι αυτό το 8% δεν πρόκειται να ξεκολλήσει. Θέλω λοιπόν εδώ να προτείνω μια διαφορετική ανάγνωση για προβληματισμό και συζήτηση:


Μυρμήγκια και Ποντίκια, Βουβάλια και Ελέφαντες
Ο Paulo Freire (1921 – 1997) ήταν ένας γνωστός βραζιλιάνος παιδαγωγός, κοινωνικός αγωνιστής και φιλόσοφος, που αφιέρωσε τη ζωή του στη μόρφωση και χειραφέτηση (δεν τα έβλεπε διακριτά αυτά τα δύο αλλά συμπληρωματικά, είχε εναλλακτικό όραμα για το σχολείο) των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα γι’ αυτόν, μπορείτε εύκολα να βρείτε πληροφορίες στο ίντερνετ (προσοχή, υπάρχει και αστρονόμος με το ίδιο όνομα). Ο Freire με ενδιαφέρει εδώ για τρεις λόγους:

(1) Δεν ήταν φιλόσοφος εκ του ασφαλούς. Δούλεψε κι αγωνίστηκε πολύ, φυλακίστηκε και εξορίστηκε για τη δράση του – αν υπάρχουν άνθρωποι που έκαναν τον κόσμο λίγο καλύτερο, ένας από αυτούς ήταν ο Freire. Και δεν ήταν ακριβώς «φιλόσοφος» αλλά «παιδαγωγός που φιλοσοφούσε», δηλαδή δεν έφτιαχνε ωραίες θεωρίες από την ησυχία του γραφείου του, απομακρυσμένος από την πραγματικότητα, αλλά προβληματιζόταν πάνω στο βιωμένο υλικό του, το οποίο προήρθε από την επαφή του με πάρα πολλούς πάμφτωχους χωρικούς.

(2) Δεν ήταν ευρωπαίος ή αμερικάνος, οπότε η σκέψη του ήταν λιγότερο αλλοιωμένη από την ευρωπαϊκή μόλυνση, τον δυτικό τρόπο σκέψης.

(3) Κρίνω ότι κάποιες παρατηρήσεις του έχουν κάτι να πουν και για το φαινόμενο των ψηφοφόρων ΧΑ. Δεν τα λένε όλα, δεν ισχυρίζομαι κάτι τέτοιο, ίσως όμως να εντοπίζουν αυτόν τον παράγοντα που μας διαφεύγει και ενδεχομένως προσφέρουν γραμμή πλεύσης για το μέλλον.

Ο Freire λοιπόν παρατηρούσε τον τρόπο με τον οποίο οι καταπιεσμένοι ερμηνεύουν την κατάστασή τους και βγάζουν νόημα από αυτήν. Ο ίδιος δεν χώριζε τους ανθρώπους σε «αριστερούς», «δεξιούς», «ακροδεξιούς», «εθνικιστές», «κεντροαριστερούς» κ.λπ., έκρινε ότι ήταν επιφανειακοί αυτοί οι χαρακτηρισμοί. Υπάρχει κάτι θεμελιωδέστερο και πολύ πιο ισχυρό στη νοηματοδότηση που κάνει ο καταπιεσμένος, το οποίο, σε δεύτερο χρόνο, δίνει τον τόνο και για την πολιτική του τοποθέτηση (ή την ανυπαρξία της): Πώς ερμηνεύει την αιτιότητα και πώς αποδέχεται τη σχέση του εαυτού του με τον κόσμο; Μπαίνω αμέσως στο ψητό:

Το σημείο εκκίνησης είναι η Κουρασμένη Αντίληψη για την αιτιότητα και τη σχέση του ατόμου με τον κόσμο. Αυτή αποδέχεται τη ζωή έτσι όπως τη βρίσκει. Ο Κουρασμένος πρώτα αποφασίζει ότι δεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή του και να κάνει κάτι, νιώθει μυρμήγκι απέναντι σε ελέφαντα, οπότε προσαρμόζει τον τρόπο σκέψης και την κοσμοθεώρησή του σε μια μυρμηγκίστικη αντίληψη των πραγμάτων. Δηλαδή, αφήνεται παθητικά στις επιδιώξεις κάθε υπέρτερης δύναμης, σε όλα τα ΤΙΝΑ (There Is No Alternative) που αυτή διακηρύσσει, και «αντιδρά» στους περιορισμούς που τον συντρίβουν με το να τους αρνείται: δεν τους αντιλαμβάνεται καν ως περιορισμούς, δεν αναγνωρίζει ότι η ζωή του έχει πρόβλημα. Όπως έλεγε κι ο Steven Biko για τη Νότια Αφρική: «Το ισχυρότερο όπλο ενός καταπιεστή είναι το μυαλό του καταπιεσμένου».

Οι Κουρασμένοι είναι παραιτημένοι και συνήθως ταλαιπωρημένοι. Απλώς μεθάνε κάθε βράδυ, ξεχνιούνται στην τηλεόραση (και στο φέισμπουκ), περιμένουν τον θάνατο ως λύτρωση, ίσως παρηγοριούνται με τη σκέψη κάποιας μετά θάνατον ανταμοιβής, κάποιας καλύτερης γέννησης στην επόμενη ενσάρκωση, ή ότι τα βάσανά τους είναι ηθικώς δίκαια και αρεστά στον Θεό, ότι μαζί τα φάγαμε κ.λπ. Στο φινάλε, εμφανίζονται πάντα μοιρολάτρες: τι μπορεί να κάνει ένα μυρμήγκι απέναντι σ’ έναν ελέφαντα;

Ξεπερνώντας το στάδιο της Κουρασμένης Αντίληψης, περνά κανείς πάντα από τη Θυμωμένη Αντίληψη. Οι Θυμωμένοι αρχίζουν να συνειδητοποιούν τα ΤΙΝΑ και τους περιορισμούς που τους επιβάλλονται από τις υπέρτερες δυνάμεις της ζωής, δεν τα αρνούνται: Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ / Μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. Όμως δεν μπορούν να κάνουν τη σύνδεση της κατάστασής τους με τον κόσμο, οπότε καταφεύγουν σε ανιμισμούς για να δώσουν ερμηνεία.

Ένας Θυμωμένος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ηθικά ανώτερο από την πραγματικότητα, οπότε νιώθει ελεύθερος να την κατανοήσει όπως θέλει. Καθότι συνειδητοποιεί ότι δεν έχει τον εμπράγματο έλεγχο της ζωής του, θέλει τουλάχιστον να έχει τον ηθικό έλεγχο. Κι επειδή ακόμα αδυνατεί να κατανοήσει τον εαυτό του ως μέρος του κόσμου, ελέγχει τη ζωή και την κατακτά με συμβολικό-μαγικό τρόπο, αντιλαμβάνεται την αιτιότητα εντοπισμένη και εμπρόθετη. Τις περισσότερες φορές φτάνει να νιώθει το πρόβλημά του ως ατύχημα, ως σύμπτωση: ο εκμεταλλευτής γαιοκτήμονας και ο νταής επιστάτης του έτυχε να είναι παλιάνθρωποι και με βασανίζουν• η Μέρκελ και ο Σαμαράς έτυχε να είναι καθάρματα. Και γιατί όλοι αυτοί είναι καθάρματα; Εδώ χρειάζεται ένας ανιμισμός να εξηγήσει τα ανεξήγητα: διότι είναι Κακοί Άνθρωποι (ανθέλληνες, πιόνια των Σιωνιστών, μέλη της Λέσχης Μπίλντενμπεργκ κ.α.). Όπως στα ουέστερν της δεκαετίας του ’50, που ο Κακός ήταν πολύ κακός, ανεξήγητα κακός (φορούσε μαύρο καπέλο, ήταν και ασχημομούρης), ενώ ο Καλός, με τη σειρά του, ήταν υπερβολικά και ανεξήγητα καλός (ομορφόπαιδο, φορούσε και άσπρο καπέλο). Όμως δεν δινόταν κάποια εξήγηση γιατί: απλά έτσι έτυχε, στον κόσμο υπάρχουν Καλοί και Κακοί Άνθρωποι.

Είναι μεγάλο το άλμα από την Κούραση στον Θυμό. Τουλάχιστον εδώ αρχίζει κάποιος να νοιάζεται για την κατάστασή του («νοιάζεται» με την έννοια του αγγλικού giving a damn) – διότι ο Κουρασμένος απλά δεν νοιάζεται, μυρμήγκι απέναντι στον ελέφαντα. Ο Θυμωμένος όμως δεν αισθάνεται τα ΤΙΝΑ των εκμεταλλευτών ως ελέφαντα αλλά ως κάτι μικρότερο – ας πούμε, βουβάλι. Και τον εαυτό τον νιώθει ως κάτι μεγαλύτερο από μυρμήγκι – ας πούμε, ποντίκι. Ένα ποντίκι απέναντι σε ένα βουβάλι πάλι δεν μπορεί να κάνει κάτι πρακτικό, συνεχίζει να είναι μεγάλη η διαφορά ισχύος• τουλάχιστον όμως μπορεί να οργιστεί, δηλαδή να πολεμήσει σε ηθικό επίπεδο: κι επαναστάσεις στα όνειρά του αναζητεί. Ή σε ανιμισμούς προκειμένου να διατηρηθεί με κάθε κόστος η ανημπόρια του απέναντι στον κόσμο.

Από κάποια στιγμή και μετά, ο Θυμωμένος αρχίζει να μην ικανοποιείται με ανιμιστικές ερμηνείες. Αρχίζει να καταλαβαίνει ότι οι «κακοί άνθρωποι» – ο επιστάτης κι ο γαιοκτήμονας, η Μέρκελ κι ο Σαμαράς, δεν το ξέρουν ότι είναι κακοί. Ο Θυμωμένος παύει να είναι Θυμωμένος όταν αλλάζει αυτό που βλέπει: όχι έναν κόσμο που αποτελείται από Καλούς και Κακούς Ανθρώπους, αλλά έναν κόσμο που αποτελείται από προστάτες συμφερόντων και φορείς ιδεολογιών – οι οποίοι, φυσικά, δεν το ξέρουν ότι είναι φορείς ιδεολογιών, θεωρούνε ότι αντικρύζουν την πραγματικότητα (και η πραγματικότητά τους περιλαμβάνει «κατώτερους ανθρώπους» που πρέπει να σωθούνε από τον εαυτό τους: and in spite of himself, the native must be helped). Όταν ο Θυμωμένος καταλάβει ότι οι κακοί δεν ξέρουν ότι είναι κακοί, τότε αρχίζει να αντιλαμβάνεται το ίδιο και για τον εαυτό του, όλα τα ΤΙΝΑ που κατάπιε αμάσητα και τις κυρίαρχες ιδεολογίες που αποδέχτηκε. Παύει λοιπόν να βλέπει τα προβλήματά του ως τυχαία: και να μην ήταν ο συγκεκριμένος επιστάτης, θα ήταν κάποιος άλλος εξίσου «κακός», διότι φυσικά θεωρεί φυσιολογικό να προστατέψει τα συμφέροντα του αφεντικού του, την τσέπη που τον πληρώνει• και να μην ήταν ο συγκεκριμένος γαιοκτήμονας, θα ήταν κάποιος άλλος που εξίσου θα ήθελε δουλοπάροικους να του οργώνουν τα χωράφια για ένα κομμάτι ψωμί (και που εξίσου θα νόμιζε ότι τους κάνει και χάρη κιόλας)• και να μην ήταν η συγκεκριμένη Μέρκελ ή ο συγκεκριμένος Σαμαράς, θα ήταν κάποιοι άλλοι, εξίσου φορείς της ίδιας ελιτίστικης ιδεολογίας, που θα προωθούσαν την ίδια ερμηνεία για την ευρωπαϊκή κρίση, για την ηθική ευθύνη του κόσμου, για το δίκαιο και ψυχοσωτήριο της λιτότητας, για τις ανύπαρκτες εναλλακτικές που διαθέτει η Ελλάδα κ.λπ. Τελικά, αλλάζει ο τρόπος που αντιλαμβάνεται κανείς την αιτιότητα: αντί να τη βλέπει εντοπισμένη και εμπρόθετη, αρχίζει να ψάχνει για συστημικές και δομικές αιτίες. Όπως έλεγε ο βραζιλιάνος αρχιεπίσκοπος Helder Camara (1909 – 1999): Όταν μοιράζω φαγητό στους φτωχούς, όλοι με λένε άγιο. Όταν ρωτάω, «γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι φτωχοί;», όλοι με λένε κομμουνιστή. Ο Freire ονόμαζε αυτό το στάδιο: Κριτική Συνείδηση.

Η Κριτική Συνείδηση πάντα φέρνει αλλαγές και στον τρόπο που τοποθετεί κανείς τον εαυτό του απέναντι στον κόσμο, μαζί πάνε αυτά. Ο Θυμωμένος έχει δεχτεί ότι είναι ποντίκι απέναντι σε βουβάλι. Η Κριτική Συνείδηση όμως αισθάνεται τους περιορισμούς των καταπιεστών όχι ως βουβάλι αλλά ως κάτι μικρότερο – ας πούμε, άνθρωπο• και αισθάνεται τον εαυτό της όχι ως ποντίκι αλλά ως κάτι μεγαλύτερο – ας πούμε, σκύλο. Τώρα τα μεγέθη συγκρίνονται, η Κριτική Συνείδηση παύει να νιώθει ότι είναι κάτι ασθενές κι ασήμαντο ώστε να αποτραβιέται από τον κόσμο, αντίθετα αισθάνεται μέρος του κόσμου. Ο Freire τόνιζε ότι όλα αυτά πάνε πακέτο, το ένα φέρνει το άλλο, είναι μια ολιστική διαδικασία ωρίμανσης: Κριτική Συνείδηση = Συστημική αντίληψη των μηχανισμών της αιτιότητας = Τοποθέτηση του εαυτού ως μέρος του κόσμου, ως συγκρίσιμο μέγεθος ισχύος = Απόρριψη ερμηνειών με εντοπισμένη, εμπρόθετη αιτιότητα.

Να χρησιμοποιήσω εδώ τη βοήθεια μιας αναγνώστριας αυτού του μπλογκ, η οποία κάποτε μου εξομολογήθηκε την οδηγική της εμπειρία: «Όταν πρωτοβγήκα στο δρόμο μόνη μου, ήταν τρομακτικό. Έβλεπα παντού γύρω μου τέρατα έτοιμα να μου επιτεθούν. Σε κάποια στιγμή, αυτό άλλαξε. Έπαψα να βλέπω τέρατα. Άρχισα να βλέπω μαλάκες που δεν ξέρουν να οδηγούν». Έτσι ακριβώς αλλάζει η αντίληψη ενός Θυμωμένου για τον κόσμο. Απορρίπτει την εμπρόθετη, βουλητική αιτιότητα (Κακοί Άνθρωποι, τέρατα) και τους ανιμισμούς, καθώς αισθάνεται όλο και περισσότερο μέρος του κόσμου (ή της κυκλοφορίας), καθώς αποκτά όλο και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να εφαρμόσουμε το παραπάνω σκεπτικό στην περίπτωση της Ελλάδας: Ένα μεγάλο μέρος των μνημονιακών ψηφοφόρων και της εκλογικής αποχής ωφείλεται στην κούραση και τον φόβο. Ταλαιπωρημένοι άνθρωποι που δεν νιώθουν ότι μπορούν να κάνουν κάτι και αποδέχονται μοιρολατρικά την κατεστημένη ερμηνεία της κρίσης, την ηθική ευθύνη του κόσμου, την ψυχοσωτήρια λιτότητα, την ανυπαρξία εναλλακτικών κ.λπ. «Το ισχυρότερο όπλο ενός καταπιεστή είναι το μυαλό του καταπιεσμένου».

Στους ψηφοφόρους ΧΑ θα πρέπει να αναζητήσουμε πάρα πολλούς Θυμωμένους, δηλαδή ανθρώπους που δεν μπορούν να κάνουν τη σύνδεση του εαυτού τους με τον κόσμο. Πάντα βρίσκουν κάποιον ανιμισμό να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα (εθνοκαπηλεία, θεωρίες συνωμοσίας, μια κατά φαντασίαν ΧΑ στο μυαλό τους κ.λπ.), όμως αυτός έχει μικρή σημασία• το ουσιαστικό με τους Θυμωμένους είναι ότι αισθάνονται ποντίκια απέναντι σε βουβάλια, οπότε παγιδεύονται στον μικρόκοσμό τους χωρίς όραμα για κάποια εναλλακτική κατάσταση, δεν νιώθουν ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν παρά μόνο με μαγικές λύσεις. Το αντίστοιχο του «κερδίζω το λαχείο» σε επιστημολογικό επίπεδο: πλάθω έναν κόσμο Καλών και Κακών, οι Καλοί στο φινάλε θα θριαμβεύσουν, THE END. Όπως στα ουέστερν του ’50.

Δοκιμάστε να σκεφτείτε έτσι την κατάσταση μήπως κι έχει νόημα, συγκρίνετε αυτό το σκεπτικό με τις δικές σας παραστάσεις και πληροφορίες, με τους ψηφοφόρους ΧΑ που τυχόν ξέρετε. Αν όντως το σκεπτικό έχει κάποιο νόημα, τότε ένα φυσιολογικό ερώτημα είναι τι κάνουμε από εδώ και μπρος μ’ αυτό το 8% υποστηρικτών ΧΑ που δεν ξεκολλάει με τίποτα; Αλλά και με τον παραιτημένο κόσμο; Προτείνω τρεις πιθανές απαντήσεις:

(1) Να τους δώσουμε να διαβάσουν Μαρξ (Γκράμσι, David Harvey, Λένιν κ.λπ.)

(2) Να τους εξηγήσουμε, με λογικά και στοιχειοθετημένα επιχειρήματα, τα σφάλματα στους εθνικιστικούς και συνωμοσιολογικούς μύθους.

(3) Κάποιος χαρισματικός ηγέτης, ομιλητής, καθοδηγητής να τους εμπνεύσει, να τους μεταδόσει τον ενθουσιασμό του και τον σωστό τρόπο σκέψης.

Τίποτα από τα παραπάνω, έλεγε ο Freire! Ο θεωρητικός στοχασμός, ο ηγέτης, τα βιβλία και τα επιχειρήματα δεν πρόκειται να σε κάνουν να αλλάξουν τη θεμελιώδη αντίληψη που φέρεις για τη σχέση σου με τον κόσμο! Είναι κάτι πολύ πιο ισχυρό και βαθύ, δεν αλλάζει με επιχειρήματα και θεωρίες – ακριβώς το αντίθετο, ο θεωρητικός στοχασμός είναι αυτός που προσαρμόζονται στον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τη σχέση σου με τον κόσμο, έτσι ώστε να την επιβεβαιώνει συνεχώς.

Γενικότερα μιλώντας, οι άνθρωποι δεν αλλάζουν με επιχειρήματα και θεωρητική γνώση. Αυτό ακριβώς είναι η Ευρωπαϊκή μόλυνση, ο δυτικός τρόπος σκέψης: ότι η δύναμη του ορθού λόγου είναι τέτοια ώστε να διασκορπίζει τα σκοτάδια της άγνοιας και της πρόληψης κ.λπ., ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να συγκροτήσουμε στοιχειοθετημένα και λογικά επιχειρήματα (και μετά, φυσικά, να αγανακτούμε με τους άλλους που επιμένουν «να μη βλέπουν τα αυτονόητα»). Ευτυχώς ή δυστυχώς, οι πραγματικοί άνθρωποι στον πραγματικό κόσμο δεν μπαίνουν στα καλούπια που τους ήθελαν οι Ευρωπαίοι Διαφωτιστές, είναι υπερεκτιμημένη η δύναμη του ορθού λόγου (δηλαδή, της τυφλωμένης αναγωγής των προσωπικών βιωμάτων μας σε παναθρώπινες και οικουμενικές αλήθειες, τις περισσότερες φορές αυτό σημαίνει στην πράξη ο «ορθός λόγος», και πάντα συνοδεύεται από συνακόλουθη αγανάκτηση με τους χαζούς που «δεν βλέπουν τα αυτονόητα»). Οι πραγματικοί άνθρωποι στον πραγματικό κόσμο δεν λειτουργούνε έτσι, δυστυχώς. Ή ευτυχώς.

Μόνο ένα πράγμα, έλεγε ο Freire, μπορεί να σε λυτρώσει: η πράξη. Δηλαδή, η έμπρακτη αμφισβήτηση των κατεστημένων ιδεολογιών, συλλογικά και στοχευμένα, και η συνακόλουθη ανακάλυψη ευκαιριών μεταμορφωτικής δράσης. Μόνο έτσι καταφέρνεις να δεις ότι η ζωή θα μπορούσε να ήταν διαφορετική• μόνο έτσι αρχίζεις να αισθάνεσαι κομμάτι του κόσμου και να τοποθετείς τον εαυτό σου ισοδύναμα απέναντί του. Οι απλοϊκοί ανιμισμοί, οι συνωμοσιολογίες, η εθνοκαπηλεία κ.λπ. τελικά καταρρίπτονται όχι με επιχειρήματα και λογική, αλλά παύουν να ικανοποιούν και ξεχνιούνται. Πέφτουν σαν μαραμένα φύλλα από το κλαδί, διότι εξαφανίζεται η θεμελιώδης ανάγκη που τους έκανε ελκυστικούς. Απλά, καθώς αποκτάς αυτοπεποίθηση, παύεις σε κάποια στιγμή να βλέπεις γύρω σου τέρατα. Βλέπεις μαλάκες που δεν ξέρουν να οδηγούν.



Επίλογος
Είναι ένας σκύλος ήσυχος, μικρούλης, που πηγαίνει
Στα πόδια των ανθρώπων και ποτέ του δεν γαυγίζει
Μήτε δαγκώνει, και γι’ αυτό ποτέ του δε χορταίνει
Το ποθητό και δίχως πέτσα κόκκαλο που ελπίζει.

Είναι ένας σκύλος ήσυχος, μικρούλης και φτωχός,
Που, απ’ τη σκυλίσια του ψυχή, για λάθος του νομίζει
Το ότι είναι σκύλος, πιο πολύ το ότι είν’ μικρός
Γι’ αυτό, σαν τον κλωτσάνε, δεν δαγκώνει ούτε γαβγίζει.

Είναι ένας σκύλος με ψυχή βαθιά χριστιανική,
Που δείχνει ταπεινόφρονα πως δεν έχει πονέσει,
Που με την πράξη του αποχτά ευτυχία μοναδική,
Μες στον παράδεισο των σκύλων μια μικρούλα θέση.

Μονάχα από τα γήινα τα δεινά του λείπει ακόμα,
Κάτι που την αγάπη του εαυτού του θα ξυπνήσει:
Του λείπει μια γερή κλωτσιά κατάμουτρα στο στόμα,
Να θυμηθεί τα δόντια του, να ορμήσει, να ξεσκίσει.

(Λευτέρης Ιερόπαις, 1920-1945)

Στο φινάλε, κανείς δεν μπορεί να λυτρώσει κανέναν. Μόνο ο καθένας μας μπορεί να λυτρώσει τον εαυτό του. Δηλαδή, αυτό που σε λυτρώνει δεν είναι ούτε τα βιβλία ούτε η εμπνευσμένη καθοδήγηση του ηγέτη: η δική σου υποκειμενική συνειδητοποίηση, μέσω της πράξης, ότι τελικά έχεις επιλογές και ότι μπορείς να απορρίψεις τις κατεστημένες συνταγές και ιδεολογίες, αυτό είναι που σε λυτρώνει. Ισχύει, δηλαδή, αυτό που τόνιζε συνεχώς ο Κίρκεγκορ: Η υποκειμενικότητα είναι η αλήθεια, όχι η αντικειμενικότητα. Αυτό όμως μπορεί να γίνει μόνο μέσω της πράξης.

Είναι όπως η οδήγηση: η θεωρητική γνώση, ο δάσκαλος και τα βιβλία δεν θα σε κάνουν οδηγό. Βοηθάνε όλα αυτά, όμως μπορούν να σε πάνε μόνο μέχρις ενός σημείου. Το να ξέρεις, εγκεφαλικά, ότι στα 50 km/h βάζουμε τρίτη, δεν σε κάνει οδηγό. Μόνο άμα βάλεις τρίτη, ξανά και ξανά και ξανά, εσύ ο ίδιος, σε πραγματικό αυτοκίνητο, μόνο αυτό θα σε κάνει οδηγό. Η υποκειμενικότητα είναι η αλήθεια, όχι η αντικειμενικότητα.

Ναι, είναι τρομακτικό όταν πρωτοβγαίνεις στο δρόμο μόνος σου. Και τίποτα στην προηγούμενή σου εμπειρία δεν σε προετοιμάζει γι' αυτό, ούτε τα βιβλία ούτε η οδήγηση με δάσκαλο. Το ρίσκο είναι πραγματικό και η ευθύνη είναι όλη δική σου, μόνο έτσι όμως τα τέρατα μπορούν να μεταμορφωθούν σε μαλάκες. Να αλλάξει αυτό που βλέπεις στον κόσμο.

Steven Biko: To ισχυρότερο όπλο ενός καταπιεστή είναι το μυαλό του καταπιεσμένου.

Helder Camara: Όταν μοιράζω φαγητό στους φτωχούς, όλοι με λένε άγιο. Όταν ρωτάω, «γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι φτωχοί;», όλοι με λένε κομμουνιστή.

Λευτέρης Ιερόπαις: Του λείπει μια γερή κλωτσιά κατάμουτρα στο στόμα / Να θυμηθεί τα δόντια του, να ορμήσει, να ξεσκίσει.

Όλοι Γότθοι (Το Μπιμπερό Του Ντιντερό)

Όλοι Γότθοι (Το Μπιμπερό του Ντιντερό) τώρα και στο YouTube!

Από εκεί που σταμάτησε ο Ρουσσώ ως εκεί που τελειώνει ο δυτικός πολιτισμός. Κοινωνικό Συμβόλαιο Reloaded, κατάθεση ψυχής σε σκληρό νόμισμα, μια γροθιά σε όλα τα πολιτικά κατεστημένα, ένα καρκίνωμα στο σώμα του καπιταλισμού.



Ιδιοποιηθείτε το και μεταλαμπαδεύστε το, η ιδιοκτησία είναι κλοπή. Τα παιδιά θα το λατρέψουν, οι φίλοι θα σας αγαπήσουν, οι γείτονες θα ζηλέψουν. Από ανθρώπους με μεράκι για ανθρώπους με γούστο