Η Μεγαλύτερη Αγάπη Στον Κόσμο

Ακόμα ένα απρόσμενο encore στο μπλογκ που δε φανταζόμουν... Το βάζω μήπως έστω κι ένας πάρει ανάσα. 

Μεταφράζω ένα χιλιοαγαπημένο κείμενο, που δε νομίζω να ‘χει μεταφραστεί ποτέ στα Ελληνικά. Λίγο μπακγκράουντ: το έγραψε ο Σόρεν Κίρκεγκωρ στα τελευταία του, ετοιμαζόταν να παρατήσει την Κοπεγχάγη, να πάει στην επαρχία, σε κάποιο χωριό ή κωμόπολη, να ζήσει πάστορας εκεί (τελικά δεν το κατάφερε, λίγο μετά τον πρόλαβε ο θάνατος). Πάνω εκεί, ετοίμαζε μερικές εμπνευστικές ομιλίες για το εκκλησίασμα. Μια απ’ αυτές το παρακάτω κείμενο. 

Το οποίο είναι φοβερά τολμηρό: λίγο πολύ, ο Κίρκεγκωρ μιλά για τη μεγαλύτερη αγάπη που μπορεί να υπάρξει στον κόσμο. Ποια είναι η μεγαλύτερη αγάπη στον κόσμο; Τι θα απαντούσατε;... Ας δούμε τι έχει να πει ο Δανός. Κανείς άλλος δεν μπορεί να πιάσει τέτοιο θέμα, μόνο ο Κίρκεγκωρ. Δεν έχω εμπιστοσύνη σε άλλον συγγραφέα. 

Όμως το κείμενο έχει και συνέχεια! Κάπου 50 χρόνια μετά, το διάβασε ο Αντόρνο και το βρήκε αισχρό! Απαράδεκτο! Απαίσιο! Έκανε μια πολύ σφοδρή κριτική, μπορείτε να δείτε σχετικά εδώ. Οπότε προετοιμαστείτε: θα διαβάσετε κάτι που ή θα λατρέψετε ή θα μισήσετε, τίποτα ενδιάμεσο. Προειδοποιώ, έτσι; Αν έχετε καρδιά λιονταριού, συνεχίστε την ανάγνωση. 

Όσο για μένα, δεν τίθεται θέμα: είμαι 100% με τον Κίρκεγκωρ. 

Οπότε λοιπόν, φανταστείτε ότι είστε μέσα 19ου αιώνα στη Δανία, κάποιο αγροτικό–κτηνοτροφικό χωριό, πάτε την Κυριακή στην εκκλησία κι ακούτε τον πάστορα να λέει τα παρακάτω λόγια. Διαβάστε το γουλιά–γουλιά, αργά–αργά, κι απολαύστε το (ή μισήστε το): 

Η Πράξη Αγάπης, να Θυμάσαι τους Νεκρούς 
Ο θάνατος είναι η πιο συνοπτική επιτομή της ζωής. Φρόντισε να ελέγχεις πολύ τακτικά μ’ αυτή τη συνοπτική επιτομή όσα κατανόησες από τη ζωή. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε συγγενείς αίματος, παρόλο που συνεχώς αρνιόμαστε αυτήν τη συγγένεια. Όμως ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε συγγενείς πηλού, τη συγγένεια του θανάτου, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί αυτό. 
 
Όταν ένας άνθρωπος σχετίζεται μ’ έναν νεκρό, τότε σ’ αυτή τη σχέση υπάρχει μόνο ένας. Διότι ο νεκρός απλά δεν υπάρχει! Κανείς δεν μπορεί να περάσει τόσο απαρατήρητος όσο ένας νεκρός, γιατί πραγματικά είναι απαρατήρητος! Εδώ δεν τίθεται θέμα ότι κάποιος δεν κατάλαβε καλά, δεν πρόσεξε, δεν είδε. Εδώ ο ζωντανός θα ξεδιπλωθεί ολόγυμνος, θα δείξει τι στ’ αλήθεια είναι. Διότι ένας νεκρός είναι πολύ διακριτικός, έχει εντελώς αποτραβηχτεί, δεν ασκεί την παραμικρότερη επιρροή, ούτε ταράζει ούτε παροτρύνει τον ζωντανό που σχετίζεται μαζί του. Ο νεκρός δεν είναι αντικείμενο αγάπης, είναι μόνο η περίσταση που συνεχώς αποκαλύπτει τι είναι ο ζωντανός που σχετίζεται μαζί του. 
 
Δεν πρέπει να ταράζουμε τους νεκρούς με οδυρμούς και κλάματα. Πρέπει να τους συμπεριφερόμαστε όπως σε κάποιον που κοιμάται και δε μας κάνει καρδιά να τον ξυπνήσουμε. «Κλάψε απαλά για τους νεκρούς, έχουν βρει την ανάπαυσή τους», λέει το βιβλίο της Σοφίας Σειράχ και πραγματικά δεν ξέρω καλύτερο τρόπο να δείξεις την ανάμνησή σου για τον νεκρό απ’ αυτό το απαλό κλάμα: κλάψε απαλά. Όμως κλάψε πολύ. Πόσο πολύ, κανείς δεν ξέρει. Όμως αν συνεχίζεις να θυμάσαι τον νεκρό με αγάπη, τότε ίσως μπορείς να χρησιμοποιήσεις κάποια λόγια απ’ τον ψαλμό του Δαυίδ: «Αν σε ξεχάσω, να ξεραθεί το δεξί μου χέρι. Η γλώσσα μου να κολλήσει στον ουρανίσκο αν πάψω να σε θυμάμαι. Αν πάψω να σε βάζω πιο πάνω κι απ’ τη μεγαλύτερη χαρά μου». Εδώ έχεις δουλειά να κάνεις, έχεις καθήκον.
 
Αυτή η πράξη αγάπης, να θυμάσαι τους νεκρούς, είναι η πιο ανιδιοτελής αγάπη που μπορεί να υπάρξει στον κόσμο. 
Αν θέλουμε να σιγουρευτούμε ότι η αγάπη μας είναι ανιδιοτελής, πρέπει να απομακρύνουμε κάθε πιθανότητα ανταπόδοσης. Κι οι ανταποδόσεις της αγάπης είναι πολλές και διάφορες. Υπάρχει και μια ανταπόδοση ομογενής με την αγάπη: η ανταποκρινόμενη αγάπη. Η πλειοψηφία των ανθρώπων θα θεωρούσε αυτήν πιο σημαντική, παρόλο που, ίσως, δε θα παραδέχονταν ότι είναι κι αυτή μια ανταπόδοση. 

Όμως με έναν νεκρό δεν υπάρχει η παραμικρότερη πιθανότητα για ανταπόδοση. Είναι τόσο ανήμπορο από μια σκοπιά αν το δεις, τόσο αχάριστο αυτό το καθήκον, τόσο αποκαρδιωτική αυτή η δουλειά, να συνεχίζεις να θυμάσαι τους νεκρούς!... Ο νεκρός δεν ανθίζει όπως το μικρό παιδί, να συναντήσει το μέλλον. Ο νεκρός δε σου δίνει χαρά, όπως το μικρό παιδί δίνει χαρά στη μάνα. Ο νεκρός δεν έχει αδυναμίες κι αγαπημένους, μοιάζει ότι δεν αγαπάει κανέναν. Είναι τόσο αποκαρδιωτικό ότι θα συνεχίσει να παραμένει ήσυχος στον τάφο του ενώ η λαχτάρα γι’ αυτόν θ’ αυξάνει. Τόσο αβάσταχτο ότι δεν πρόκειται να υπάρξει η παραμικρότερη αλλαγή στη σχέση σας. Ένα καλό παιδί δε δίνει άγρυπνες νύχτες στους γονείς ενώ, αντίθετα, όσο πιο καλός ήταν ο νεκρός, τόσο περισσότερες άγρυπνες νύχτες θα σου δώσει. Όμως είτε εσύ τον προσμένεις άγρυπνος είτε τον έχεις εντελώς ξεχάσει, μοιάζει ότι είναι αδιάφορο γι’ αυτόν. 
 
Αυτή η πράξη αγάπης, να θυμάσαι τους νεκρούς, είναι η πιο ελεύθερη αγάπη που μπορεί να υπάρξει στον κόσμο. 
Διώξε όλα όσα μπορούν να εξαναγκάσουν, με τον Α’ ή Β’ τρόπο, την πράξη της αγάπης. Όμως αυτό ακριβώς είναι που απουσιάζει στη σχέση σου μ’ έναν νεκρό. Και τα πράγματα που μπορούν να εξαναγκάσουν την πράξη αγάπης είναι πάμπολλα. Το μικρό παιδί κλαίει, ο φτωχός ζητιανεύει, η χήρα ικετεύει, ο άνθρωπος σε ανάγκη σε πρήζει, ο τσακισμένος σε πιέζει κ.ο.κ. Όταν κάποιος θέλει να περιγράψει την τέλεια ανημπόρια, συνήθως σκέφτεται ένα μικρό μωρό που, με την ανημπόρια του και μόνο, αναγκάζει την πράξη αγάπης των γονιών. Κι όμως! Όταν ένας άνθρωπος ξαπλώνει στον τάφο του με δυο κυβικά μέτρα χώμα πάνω του, είναι πιο ανήμπορος κι απ’ αυτό το μωρό! 
 
Ο νεκρός δε θα κλάψει σαν το μικρό παιδί, δε θα σου υπενθυμίσει την παρουσία του, δε θα σε πρήξει όπως ο ζητιάνος, δε θα σε αναγκάσει να τον κοιτάξεις, δε θα σου καταδείξει την εμφανή κατάντια του: θα παραμείνει σιωπηλός, εντελώς ακίνητος. Κανείς δε θα σε απασχολήσει λιγότερο από έναν νεκρό. Κανέναν δε θα αποφύγεις πιο εύκολα από έναν νεκρό. Δεν έχει το παραμικρότερο δικαίωμα στη ζωή, κανείς δικαστής δε θα σου πει τίποτα αν σταματήσεις να τον θυμάσαι. Μια χαρά μπορούμε να γράψουμε στην είσοδο του νεκροταφείου: «Εδώ με μας δεν υπάρχει εξαναγκασμός». Ο νεκρός, πολύ απλά, δε σε αναγκάζει σε τίποτα
 
Ως προς τις άλλες ανθρώπινες αγάπες, συχνά υπάρχει εξαναγκασμός, αν μη τι άλλο από την καθημερινή συνήθεια, να τον συναντάς τακτικά. Οπότε, δεν μπορείς να δεις ξεκάθαρα πόσο η αγάπη σου ελεύθερα κρατά το αντικείμενό της, ή το αντικείμενο της αγάπης σου, με τον Α’ ή Β’ τρόπο, αναγκάζει την υπενθύμισή του. 
Κι η αγαπημένη ανάμνηση του νεκρού πρέπει να αμυνθεί απέναντι στην πραγματικότητα, ώστε αυτή μην πάρει το πάνω χέρι με τα μυριάδες συγκλονιστικά βιώματα που συνεχώς φέρνει και φτάσει κάποια στιγμή να σβήσει τη θύμιση. Η αγαπημένη ανάμνηση του νεκρού πρέπει να αμυνθεί απέναντι στο χρόνο: να υπερασπίσει την ελευθερία της απέναντι σε όλα όσα θα σε προτρέψουν να ξεχάσεις. Κι η δύναμη του χρόνου είναι τεράστια. Στο μεταξύ θα ‘ρθουν οι πάμπολλες απαιτήσεις της ζωής. Θα ‘ρθουν οι ζωντανοί να σε τραβήξουν απ’ το μανίκι: «έλα σε μας, θα σ’ αγαπήσουμε εμείς». 
Ενώ ο νεκρός, αντίθετα, ούτε που θα σου κλείσει το μάτι. Δε θα κάνει το παραμικρότερο να τραβήξει την προσοχή σου, δε θα κουνήσει δαχτυλάκι. Πόσο εύκολο είναι η δύναμη της ζωής και της στιγμής να νικήσει αυτήν την ανημπόρια! Κανείς δεν είναι τόσο αδύναμος όσο ένας νεκρός, και μέσ’ στην αδυναμία του δε σε αναγκάζει στο παραμικρότερο! 
 
Αυτή η πράξη αγάπης, να θυμάσαι τους νεκρούς, είναι η πιο πιστή αγάπη που μπορεί να υπάρξει στον κόσμο.  
Αν θέλουμε να βεβαιωθούμε ότι η αγάπη μας παραμένει σταθερή, πρέπει να διώξουμε όλα όσα μπορούν να κάνουν το αντικείμενο της αγάπης να μας βοηθήσει με τον Α’ ή Β’ τρόπο. Αλλά ακριβώς αυτό είναι που απουσιάζει στη σχέση μας μ’ έναν νεκρό διότι, πολύ απλά, εδώ δεν υπάρχει αντικείμενο στην αγάπη! Κι αν αυτή συνεχίσει να παραμένει, τότε πραγματικά στάθηκε πιστή. 
Κι είναι δύσκολο καθήκον να διατηρήσει κάποιος την αγάπη του αναλλοίωτη στο χρόνο. Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι λατρεύουμε να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας μ’ ένα σωρό προσχήματα. Πόσοι από μας δεν είμαστε ακλόνητα πεπεισμένοι, μέχρι θανάτου, ότι φταίει ο άλλος που άλλαξε η αγάπη μας, δε φταίμε εμείς. 
 
Όταν δυο άνθρωποι είναι ενωμένοι στην αγάπη, τότε ο ένας κυριαρχεί πάνω στον άλλον κι η σχέση κυριαρχεί πάνω στους δυο τους. Όμως μ’ έναν νεκρό, δεν υπάρχει η παραμικρότερη πιθανότητα σχέσης. Γιατί ο νεκρός είναι πονηρός, μη βιάζεσαι να του μιλήσεις. Συχνά μπαίνουμε στον πειρασμό να πιστέψουμε πως μπορούμε να πούμε ό,τι θέλουμε σ’ έναν νεκρό, γιατί ακριβώς είναι νεκρός. Δεν ακούει τίποτα, δεν απαντά τίποτα. 
Κι όμως! Να είσαι πολύ προσεκτικός σ’ όσα λες στους νεκρούς! Είναι τελειωμένοι κι αποφασισμένοι. Δεν είναι σαν κι εμάς, τους ζωντανούς, που ψάχνουμε για περιπέτειες, για συγκλονισμούς και δεκαεφτά φορές τη μέρα ξεχνάμε όσα υποσχεθήκαμε. Όταν λες σ’ ένα νεκρό, «Δε θα σε ξεχάσω ποτέ», είναι σα να σου ‘χει απαντήσει την ίδια στιγμή: «Πολύ ωραία! Κι εγώ δε θα ξεχάσω ποτέ αυτό που μόλις είπες». Και δεν μπορείς να επικαλεστείς προσχήματα, φταίει ο νεκρός που γέρασε γι’ αυτό άλλαξε η αγάπη σου, ούτε μπορείς να πεις ότι φταίει αυτός που πάγωσε η αγάπη του, ή ότι έγινε κακότροπος, γι’ αυτό δεν τον αγαπάς πια, ή ότι ενδιαφέρεται για άλλους. Όχι. Είτε θες να ξεκινήσεις από κει που σταμάτησες είτε όχι, να ‘σαι σίγουρος πως ο νεκρός θα ξεκινήσει με τη μέγιστη ακρίβεια από κει που σταμάτησες. 
 
Γιατί ένας νεκρός είναι δυνατός: η δύναμή του είναι ότι δεν πρόκειται ν’ αλλάξει. Κι ένας νεκρός είναι περήφανος. Το ‘χεις προσέξει πώς γίνεται με τους περήφανους ανθρώπους στη ζωή; Ακριβώς σ’ αυτούς που απεχθάνονται φροντίζουν να μη φανερώσουν το παραμικρότερο, προσπαθούν να μην προδώσουν, μη δείξουν τίποτα, ν’ αφήσουν τον απεχθή να βυθιστεί στην αθλιότητά του — διότι ένας περήφανος άνθρωπος μόνο καλοπροαίρετα θα σου υποδείξει το σφάλμα σου, ώστε να σε βοηθήσει να καταλάβεις το σωστό. 
 
Όμως ένας νεκρός, που τόσο περήφανα δεν προδίδει τίποτα!... Ακόμα κι αν απεχθάνεται τον ζωντανό που τον ξέχασε και τα αποχαιρετιστήρια λόγια του, ένας νεκρός θα κάνει τα πάντα για να επιφέρει τη λησμονιά του. Δε θα σου υπενθυμίσει, δε θα σου ρίξει ματιές γεμάτες νόημα καθώς περνά δίπλα σου στον δρόμο, δε θα τον συναντήσεις ποτέ, ο νεκρός έχει την εμφάνισή του υπό έλεγχο. Πραγματικά πρέπει να τρέμουμε όταν επικαλούμαστε τους νεκρούς ποιητικά, το φοβερό είναι ότι δε θα φανερώσουν το παραμικρότερο. 
Οπότε να φοβάσαι τους νεκρούς! Να φοβάσαι την πονηριά τους! Να φοβάσαι την αποφασιστικότητά τους! Να φοβάσαι τη δύναμή τους! Να φοβάσαι την περηφάνεια τους! 
 
Αλλά αν συνεχίζεις να τους θυμάσαι με αγάπη, τότε δεν έχεις κανένα λόγο να φοβάσαι. 
 
Κι αν με το πέρασμα του χρόνου δεν επέρθει αλλαγή στη σχέση σας, σημαίνει ότι ο ζωντανός στάθηκε πιστός στην αγαπημένη ανάμνηση — ενώ ο άλλος δεν έκανε το παραμικρότερο να σε κρατήσει. Ενώ έκανε τα πάντα να παραστήσει ότι τάχα σ’ έχει ξεχάσει εντελώς, κι εσένα κι όλα όσα του υποσχέθηκες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αδερφέ, δεν ξέρω τούτο το φεγγάρι
Στης καρδιάς της άδειας τη φυρονεριά
Πούθε τάχει φέρει, πούθε τάχει πάρει
Φωτεινά στην άμμο, χνάρια σαν κεριά.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.