Τι μου συνέβη; συλλογίστηκε. Όνειρο πάντως δεν ήταν. Στην κρεβατοκάμαρά του, μία συνηθισμένη κρεβατοκάμαρα με πολλά περισσότερα τετραγωνικά από το μέσο όρο, επικρατούσε ησυχία. Στο τραπέζι ήταν σκορπισμένα κάτι περιοδικά με κριτικές της εκπομπής του – ο Γκρέγκορ ήταν τηλεοπτικός παρουσιαστής – και στον πίνακα ανακοινώσεων από πάνω είχε καρφιτσωμένη τη φωτογραφία αυτής της καινούργιας λαϊκής τραγουδίστριας που έβγαλε το σουξέ Αξίζω Μια Περιουσία – Ευτέρπη, Μελπομένη, Ερατώ, πώς διάολο τη λέγαν, είχε το όνομα μιας Μούσας πάντως και τελευταία εμφανιζόταν κάπου στην παραλιακή. Η εικόνα την έδειχνε να φορά ένα φόρεμα από χαρτονομίσματα, πορτοκαλί στο λαιμό και στη μέση (πενηντάευρα), πράσινο στο στήθος και στους γοφούς (κατοστάευρα), με στρας από κέρματα και δύο γυαλισμένα δίευρα για σκουλαρίκια.

Θεέ μου, συλλογίστηκε, τι εξοντωτική δουλειά πήγα και διάλεξα! Παρουσιαστής σε πρωινάδικο. Ο κεφάτος πρωινός σας φίλος. Πολύ ενοχλητική δουλειά, χειρότερη κι από παρουσιαστής τηλεπαιχνιδιών. Να παριστάνεις τον ευδιάθετο, να τηλεφωνείς ζωντανά σε κάτι φριχτές γιαγιάδες, να ψάχνεις συνέχεια την ατάκα, τη σπόντα, το πείραγμα, τον υπαινιγμό που θα περιέχει το σωστό ποσοστό σεξουαλικότητας και, πάνω απ’ όλα, να έχεις συνεχώς στο νου την εικόνα σου. Αξυρισιά τριών ημερών, κρέμες προσώπου, τεχνητό μαύρισμα, γυμναστήριο, τα πρώτα μπότοξ, τζελ στα μαλλιά, προσοχή μη φανούνε τα παραπάνω κιλά… Στο διάβολο όλα! Ένιωσε μιαν ελαφριά φαγούρα στην κοιλιά του. Κατάλαβε πού ακριβώς τον έτρωγε, ένα μέρος με πολλές μικρές λευκές κηλίδες, αλλά δεν ήξερε τι ήταν. Έκανε να το αγγίξει με ένα ποδαράκι όμως το τράβηξε αμέσως πίσω, γιατί η επαφή τού έφερνε ρίγος.
Αυτό το πολύ πρωινό ξύπνημα, συλλογίστηκε, αποβλακώνει για τα καλά. Οι άνθρωποι χρειάζονται κανονικό ύπνο. Όσοι έχουν μεσημεριανές εκπομπές ζούνε σαν τις χανούμισσες στο χαρέμι. Εγώ όμως αναγκάζομαι να ξυπνάω την ώρα που όλος ο κόσμος είναι έξω ακόμα και διασκεδάζει. Είναι και τα βράδια, όλες αυτές οι προσκλήσεις για φαγητό, για ποτό, για σεξ που δεν πρέπει να απορρίπτω, είναι που πρέπει να περνάω από Ιερά Οδό και Πειραιώς, να ρίχνω τις ζεϊμπεκιές μου στις πίστες των αυριανών καλεσμένων μου, να κάνω επαφές με ηθοποιούς, δημοσιογράφους, επιχειρηματίες, πολιτικούς… Αχ, το σωστό είναι να έχεις μια καθωσπρέπει μεσημεριανή εκπομπή – όχι όμως τηλεπαιχνίδι, τα σιχάθηκα – με κουτσομπολιά για τις αμοιβές των σταρ, συνταγές μαγειρικής, τηλεψυχολόγους, αστρολόγους και πλακατζίδικα βιντεάκια. Να κοιμάσαι τα βράδια σαν άνθρωπος. Αν δοκίμαζα όμως να το ζητήσω από τη διοίκηση, τώρα που τα ποσοστά μου είναι πεσμένα και βρίσκομαι στην τέταρτη θέση της πρωινής ζώνης, θα με απέλυαν στο λεπτό. Ίσως πάλι αυτό να ‘ταν καλό, ποιος ξέρει; Αν δεν είχα να πληρώνω τα δάνεια του εξοχικού και του σκάφους, θα ήμουν από καιρό φευγάτος. Θα είχα πάει στη διοίκηση και θα τους τα είχα πει έξω απ’ τα δόντια. Κάποιο άλλο κανάλι θα με ζήταγε, με καλύτερο συμβόλαιο και καλύτερους όρους. Μόλις αποπληρώσω το σκάφος, θα το κάνω σίγουρα. Τώρα όμως καλύτερα να σηκωθώ, στις πέντε πρέπει να είμαι στο στούντιο.

Έριξε μια ματιά στο ξυπνητήρι επάνω στο σκρίνιο. Για όνομα του Θεού! Ήταν περασμένες εξίμισι, πλησίαζε εφτά παρά τέταρτο. Μα δε χτύπησε το ξυπνητήρι; Σίγουρα θα χτύπησε. Να, έβλεπε καθαρά ότι το ‘χε βάλει στις τέσσερις. Μάλλον δε θα το άκουσε έτσι βαριά που κοιμήθηκε. Τώρα έπρεπε να σηκωθεί και να τρέξει σαν παλαβός για να φτάσει τουλάχιστον στις εφτάμισι – ή μάλλον στις οκτώ, αφού θα έτρωγε στη μάπα το πρωινό μποτιλιάρισμα. Κάποιον τρόπο θα είχαν βρει να τον καλύψουν, αν σηκωνόταν τώρα και έφευγε χωρίς να κάνει μπάνιο ή να πιει καφέ, θα έφτανε πριν τις οκτώ. Θα τον χτένιζαν στο στούντιο, θα φόραγε τα ρούχα του χορηγού της εκπομπής και θα έβγαινε στον αέρα. Δεν ένιωθε όμως και πολύ ευδιάθετος, πράγμα ακατανόητο μετά από τόσον ύπνο. Κι αν τηλεφωνούσε ότι ήταν άρρωστος; Αυτό πάλι θα φαινόταν ύποπτο, γιατί στα δύο χρόνια που δούλευε στο κανάλι, δεν είχε αρρωστήσει ούτε μία φορά. Σίγουρα θα ερχόταν αυτοπροσώπως ο νομικός σύμβουλος του καναλιού, που κοιτούσε να βγάλει απ’ τη μύγα ξύγκι, και θα τον κατηγορούσε για αθέτηση των όρων του συμβολαίου.
Καθώς το μυαλό του στριφογύριζε σε όλα αυτά και χωρίς να σηκωθεί από το κρεβάτι, ακούστηκε ένα σιγανό χτύπημα στην πόρτα. «Γκρέγκορ» είπε μία φωνή – αυτή η τραγουδιάρα με το Αξίζω Μια Περιουσία, Ερατώ πρέπει να τη λέγαν τελικά – «πήγε εφτά παρά τέταρτο. Δεν έχεις εκπομπή;» Τι μπελάς, Θεέ μου! Είχε πάει να τη δει χθες βράδυ στην παραλιακή, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, αφού η διοίκηση του επέβαλλε να την παρουσιάσει στη μεθαυριανή εκπομπή. Μετά από πολλές βότκες ήρθαν σπίτι του και κάτι είχαν καπνίσει, δε θυμόταν τι, μετά κάτι είχαν κάνει μεταξύ τους, ούτε κι αυτό το θυμόταν με λεπτομέρειες, όμως κατέληξαν να κοιμούνται αυτός στο κρεβάτι κι αυτή στον καναπέ του σαλονιού. «Ναι, ναι, σηκώνομαι» της απάντησε και τα ‘χασε σαν άκουσε τη φωνή του, ένα φριχτά γοργό και νευρικό τσίριγμα. Τσατίστηκε. Είχε κρυολογήσει μάλλον, η μεγαλύτερη συμφορά για έναν παρουσιαστή της τηλεόρασης, ίσως αυτή η Κερατώ να τον κόλλησε. Πήγε να της πει ότι είναι μία επαρχιώτισσα της κακιάς ώρας, ένα αναρριχητικό φυτό με οξυζενέ μαλλιά που πουλάει μπούτι και στήθος για να αναδειχθεί, όμως το τσίριγμα δυνάμωσε και έπνιξε τις λέξεις. Η ξύλινη πόρτα της κρεβατοκάμαρας πρέπει να έκρυψε την αλλαγή στη φωνή του, γιατί η τραγουδιάρα ηρέμησε και έφυγε. Όμως αυτή η σύντομη συνομιλία έκανε την οικιακή βοηθό να καταλάβει ότι ο Γκρέγκορ βρισκόταν ακόμα στο κρεβάτι του και άρχισε να χτυπάει την πλαϊνή πόρτα. «Κύριος Γκρέγκορ; Κύριος Γκρέγκορ;» είπε με την αλβανική προφορά της, «τέλετε έρτω κάτι σας φέρω;» Εκείνη τη στιγμή χτύπησε και το τηλέφωνο επάνω στο ινδικό τραπεζάκι δίπλα του, λες κι ήταν συνεννοημένο. Απάντησε ο τηλεφωνητής, ακούστηκε το μπιπ και αμέσως μετά η φωνή του νομικού συμβούλου: «Έλα, Γκρέγκορ, σήκωσέ το. Είσαι ακόμα σπίτι, το ξέρω. Σήκωσέ το. Σήκωσέ το, παιδάκι μου». Ο Γκρέγκορ δεν είχε καμία διάθεση να το σηκώσει. Ευγνωμονούσε κιόλας τις παιδικές του φοβίες που ακόμα τον βασάνιζαν – κάτι ψυχώσεις με δολοφόνους και τέρατα – όμως τουλάχιστον τον έκαναν να κλειδώνει κάθε βράδυ τις δύο πόρτες στην κρεβατοκάμαρα πριν κοιμηθεί.

Κατ’ αρχήν έπρεπε να σηκωθεί ήρεμα, με την ησυχία του, να κάνει ένα μπάνιο, να πάρει πρωινό και μετά να σκεφτεί τα παρακάτω. Έτσι κι αλλιώς είχε αργήσει, δε χάλασε ο κόσμος αν καθυστερούσε άλλη μισή ώρα. Θυμήθηκε ότι πολλές φορές στο παρελθόν είχε νιώσει, ενώ βρισκόταν στο κρεβάτι, πως μεταμορφώθηκε σε κάτι απαίσιο. Μια φορά νόμιζε ότι ήταν σαύρα, μιαν άλλη ότι είχε καύκαλο χελώνας, και μια τρίτη ότι έγινε δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας. Τελικά όμως είχε απλώς στραβοκοιμηθεί, όλα αυτά αποδεικνύονταν γεννήματα της φαντασίας του ή κάποιας σκόνης που έπαιρνε. Λαχταρούσε λοιπόν να δει να εξαφανίζονται και οι σημερινές του παραισθήσεις. «Κύριος Γκρέγκορ;» συνέχισε ανήσυχη η οικιακή βοηθός από δίπλα. «Γκρέγκορ, δεν έχεις δικαιολογία, το ξέρεις καλά», είπε ο νομικός σύμβουλος από το τηλέφωνο. «Ακόμα κι αν είσαι άρρωστος, οφείλεις να ειδοποιείς πριν τις 04:45, όπως προβλέπει το συμβόλαιο. Θα εισηγηθώ για πρόστιμο, που θα παρακρατηθεί τμηματικά από το μισθό σου». Ήθελε να τους απαντήσει να τον αφήσουν ήσυχο όλοι τους, δεν τόλμησε όμως να μιλήσει για να μην ξανακούσει αυτό το φριχτό τσίριγμα της φωνής του. Ξαφνικά, ένα από τα ποδαράκια του ακούμπησε επάνω σε κάτι σκληρό στο κρεβάτι. Το τηλεκοντρόλ από το DVD Player. «Γκρέγκορ, πάω στο περίπτερο να πάρω παγωτό. Μήπως θες κι εσύ;» φώναξε από μέσα η Ξερατώ. «Βανίλια ή σοκολάτα;» Με πολλή προσπάθεια, κατάφερε να κουμαντάρει αυτό το σπαστικό ποδαράκι και να πατήσει το PLAY. Άκουσε τον ανακουφιστικό ήχο της συσκευής που έμπαινε σε λειτουργία και αμέσως μετά τις πρώτες νότες ενός τραγουδιού. Ήταν αυτό το Αξίζω Μια Περιουσία. Εντελώς βλακεία. Δεν πειράζει όμως. Καλύτερο από το να ακούει τους άλλους. Λυσσάξαν όλοι τους πια, μια φορά είπε κι αυτός να κοιμηθεί δυο ώρες παραπάνω, το άξιζε στο κάτω κάτω, ήταν ο Γκρέγκορ Αρναούτογλου, ο βασιλιάς της πρωινής ζώνης – όχι ακριβώς βασιλιάς, μάλλον βαρόνος. Τέλος πάντων, υποκόμης. Άφησε έναν αναστεναγμό, χαλάρωσε τις δίπλες της κοιλιάς του και αφέθηκε στο τραγούδι.
Εγώ δεν είμαι μαριονέτα
Είμαι Μαρία Αντουανέτα
Ιδανική Ιουλιέτα
Αξίζω βίλα στην Κινέτα.
Ασφάλισέ με μη με χάσεις
Και φτύσε με μη με ματιάσεις
Θα είσαι δίπλα μου Ωνάσης
Χρυσό θα γίνει ό,τι κι αν πιάσεις.
[Ρεφραίν]
Αξίζω μια περιουσία
Είμαι το συν στη συνουσία
Είμαι παρθένος και οσία
Είμαι τριάς ομοουσία.






