Δαρβινισμός

Στη ζωή γουστάρω τα απόνερα της εξέλιξης. Τους χαμένους, τους απροσάρμοστους, τους άτυχους, τους λούζερς. Αυτών την παρέα θέλω. Οι νικητές είναι ξενέρωτοι. Οι μεγιστοποιητές συναρτήσεων χρησιμότητας είναι βαρετοί. Όμως οι Σταχτοπούτες της εξέλιξης είναι σέξι (κι όποιος αντέξει). Τα λιπάσματα της εξέλιξης, αυτοί που γίνονται τροφή για τους νικητές, αυτοί που θα ξεχαστούν σαν των βουνών το περσινό το χιόνι, αυτοί που δίνουν χαμένους αγώνες. Όχι αυτοί που δίνουν αγώνες με πιθανότητες. Όχι αυτοί που προσαρμόζονται βέλτιστα στο περιβάλλον τους (πλήξη...) - αυτοί που είναι βέλτιστοι όμως το περιβάλλον δεν είναι βέλτιστο γι' αυτούς.

Οι Εβραίοι της εξέλιξης, όχι οι Ναζί της εξέλιξης.

Συνήθως είναι αυτοί που γράφουν τα πιο όμορφα τραγούδια, διηγούνται τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες, κάνουν τα πιο ξεσηκωτικά γλέντια, βλέπουν τα πιο όμορφα όνειρα. Όμως τι γλέντι να κάνεις με τους τυχερούς και τους εξελικτικά προσαρμοσμένους;... Πώς να ξεσηκωθείς με τους δαρβινικούς μαυραγορίτες;...

Η Δική Σου Δουλειά

Το Ταλμούδ κάπου γράφει (σε λίγο ελεύθερη απόδοση):
Μην απελπίζεσαι από την ατέλειωτη θλίψη του κόσμου τούτου. Εσύ κοίτα να έχεις καρδιά, να αγαπάς και να συμπονάς. Κοίτα να είσαι σωστός. Κοίτα να περπατάς σεμνά στην πιάτσα. Η δική σου δουλειά δεν είναι να ολοκληρώσεις το θείο έργο, είναι να μην το βάλεις κάτω.

Μύρισε Το Ντουμπάι Μας Θυμάρι

Βάζω στο Γιου Τιουμπ ν' ακούσω το "Σφαγείο" (είμαι θρεφτάρι μ' έχουν κλέισει στο σφαγείο, σήμερα εσύ αύριο εγώ). Έκπληκτος ακούω πρώτα μια χαρούμενη διαφήμιση: "Το Ντουμπάι σε περιμένει!! Πέτα με την Εμιρέιτς!!! κ.λπ."

Μου ήρθε τέτοιο σοκ όταν μετά άκουσα το "Σφαγείο", που ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω αν η διαφήμιση νίκησε το τραγούδι (οπότε ό,τι ακούς στο Γιου Τιουμπ είναι μαγαρισμένο από τις διαφημίσεις του) ή το τραγούδι τη διαφήμιση (οπότε ακυρώνει ακόμα και τον παράδεισο της μεσαίας τάξης, τις ονειρεμένες διακοπές στο Ντουμπάι). Δεν το έχω αποφασίσει ακόμα. Μέχρι τότε, ένα τραγουδάκι της στιγμής: 

Το μεσημέρι χτυπάνε στο Ντουμπάι
Μετρώ τους χτύπους, το αίμα μετρώ
Αεροπλάνο στις διακοπές σε πάει
Τακ τακ κι εσύ, τακ τακ κι εγώ

Μύρισε το Ντουμπάι μας θυμάρι
Κι η Εμιρέτς στον κόκκινο ουρανό
Μέσ' στο σφαγείο μ' έχουν κλείσει σαν θρεφτάρι
Βιβλιοπαρουσίαση στον Ιανό

Συνάρτηση Θέσης

Προσπαθούσα να τους εξηγήσω την έννοια της συνάρτησης θέσης. Έκανα ένα σύστημα συντεταγμένων στον πίνακα, στον οριζόντιο άξονα ο χρόνος, στον κατακόρυφο η απόσταση, "κινητό που κινείται σε άξονα", τους είπα, "ας πούμε Βόλος - Λάρισα" συμπλήρωσα, να τους γίνει πιο απτό.

Σχεδίασα μια γραφική παράσταση, έβαλα διάφορους χρόνους και διάφορες αποστάσεις στους άξονες να έχουν παραδείγματα: Βελ για Βελεστίνο, Αρμ για Αρμένιο, και ψάξαμε όλοι μαζί να βρούμε τι μπορεί να σημαίνει ότι μια συνάρτηση θέσης δεν είναι συνεχής ("διακτινισμός!" το συμπέρασμα που οδηγήθηκαν χαρούμενοι), ότι δεν είναι παραγωγίσιμη ("η βελόνα στο κοντέρ πάει κατευθείαν από τα 50 km/h στα 30 km/h!"), τι μπορεί να σημαίνει ότι αλλάζει η μονοτονία της συνάρτησης ("ξαναγυρνάω από τη Λάρισα στον Βόλο!") κι έβαζα σημεία στους άξονες. Καλοί μαθητές όλοι, θετικής και τεχνολογικής κατεύθυνσης. Εύκολα οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι αν μια χρονική στιγμή t1 βρίσκομαι στο Στεφανοβίκειο και μια επόμενη χρονική στιγμή t2 ξαναβρίσκομαι στο Στεφανοβίκειο, τότε κάπου ενδιάμεσα η ταχύτητά μου θα έχει μηδενιστεί. Κάπου μετά το Στεφανοβίκειο. Τι υπάρχει μετά το Στεφανοβίκειο; "Κιλελέρ" είπα και το συμπλήρωσα στον πίνακα. Άκουσα κάποια γέλια από κάτω και σχόλια του τύπου "Κιλελέρ! Τι όνομα είν' αυτό; Σαν Τιμπουκτού!"

Ολοκλήρωσα το παράδειγμα, μεταφράσαμε όλες τις έννοιες του Απειροστικού Λογισμού, έμαθαν τη συνάρτηση θέσης. "Παιδιά", τα ρώτησα στο τέλος, "τι έγινε το 1910 στο Κιλελέρ;". Σιωπή από κάτω. "Ποιος ήταν ο Μαρίνος Αντύπας;". Ποιος ήταν άραγε;... Αφού τέλειωσαν τα απαραίτητα εφηβικά καλαμπούρια ("ο Αντύπας ο τραγουδιστής! κ.λπ."), τα ξαναρώτησα και πάλι: "Τι έγινε το 1910 στο Κιλελέρ; Και γιατί στο κέντρο της Λάρισας έχει οδό Μαρίνου Αντύπα; Ποιος ήταν αυτός;"

Απόλυτη σιωπή από κάτω. Αυτά τα ερωτήματα δεν ήταν στην ύλη των μαθηματικών.
- "Ήταν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι τότε", είπε ο Α. "μήπως κάτι μ' αυτούς;"
- "Όχι, κάτι άλλο"
Κάποια στιγμή πετάχτηκε ο Δ.: "Α! Κάτι με τους αγρότες!"
- "Ναι, πες περισσότερα;"
- "Αχ... δε θυμάμαι, κάτι είχα ακούσει κάποτε". Πάλι καλά.
- "Λοιπόν, προχωράμε παρακάτω. Και στο επόμενο μάθημα, μαζί με τις ασκήσεις σας, θα μου φέρετε σε 300 λέξεις τις απαντήσεις σας σ' αυτά τα ερωτήματα: Τι έγινε το 1910 στο Κιλελέρ και ποιος ήταν ο Μαρίνος Αντύπας. Τις περιμένω, έτσι; Έχετε ίντερνετ, εύκολα θα τις βρείτε"

Και Όλοι Να Λένε

Είναι το διαχρονικότερο ελληνικό χιτ, κι εσύ κι εγώ το έχουμε πει αμέτρητες φορές:

Να ζήσεις, [όνομα εορτάζοντα], και χρόνια πολλά 
Μεγάλος να γίνεις με άσπρα μαλλιά κ.λπ. 

Το τραγούδι κάνει μπαμ ότι είναι μεταπολεμικό, από Αθηναίο και ωδειοσπουδαγμένο συνθέτη, που έμαθε μουσική σε πιάνο και με παρτιτούρα (όχι σε μπουζούκι ή κιθάρα και με το αυτί). Η παράξενη ευχή, «μεγάλος να γίνεις με άσπρα μαλλιά», μαρτυρά ότι γράφτηκε σε μια εποχή που δεν ήταν δεδομένο ότι θα προλάβει κάποιος να γκριζάρει, σε μια εποχή που παράλληλα γράφονταν τραγούδια: «ένας αλήτης πέθανε στου πάρκου την πλατεία». Σήμερα το τραγούδι προκαλεί διχογνωμίες, τι πρέπει να σκορπίζεις, της γνώσης ή της νιότης το φως; Υποθέτω όμως ότι η νιότη άρχισε να έχει φως στην Ελλάδα από την εμφάνιση του φαινομένου Αλίκη Βουγιουκλάκη και μετά, πιο πριν φως είχε μόνο ο μεσήλικας. Πιστεύω λοιπόν ότι ο άγνωστος ποιητής έγραψε για της «γνώσης το φως και όλοι να λένε: να ένας/μία σοφός», κάτι που στην μετεμφυλιακή Ελλάδα σήμαινε πιθανότατα: να πάρεις ένα πτυχίο, παιδί μου, να γίνεις γιατρός ή δικηγόρος ή επιστήμονας. Ή έστω μηχανικός. Δεν μπορώ να μη θυμηθώ τον Νόρμαν Μέιλερ, κάπου είχε γράψει: η δεκαετία του ’50, η πιο βαρετή δεκαετία στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ της Μηχανής του Χρόνου, το τραγούδι έγραψε ή καθιέρωσε η Αντιγόνη Μεταξά, γνωστή ως Θεία Λένα, μέσα από τη ραδιοφωνική εκπομπή της, «Η Ώρα του Παιδιού». Το πιστεύω, πρέπει να είναι έτσι. Ήταν η εποχή του εσωτερικού αποικισμού της χώρας, όπου το ασπόνδυλο αθηναϊκό και αμερικανόφιλο κατεστημένο κατέστρεφε ζωές και ευρείες επαρχιακές περιοχές προκειμένου να δημιουργήσει ένα καινούργιο κοινωνικό στρώμα Ζήκων, μικροκάτι της πρωτεύουσας (μικροπωλητών, υπηρετών, χαμάληδων, παιδιών για όλες τις δουλειές, μικρεμπόρων, μικροκαταστηματαρχών, μικροεπαγγελματιών, εργατών κ.λπ.). Και όλοι αυτοί οι μικροκάτι έπρεπε να διδαχθούν δυτικότροπες συμπεριφορές και κουλτούρες – ακόμα και γενεθλιακά άσματα – προκειμένου να μάθουν τη θέση τους στην καινούργια αθηναϊκή Ελλάδα. Η Θεία Λένα έπαιξε το ρόλο της κι αυτή, κάθε σημαίας να πλαισιώσει τους ιστούς με ιδεώδεις υποτακτικούς.

Όμως αυτό που μου προξενεί το πιο βαθύ ρίγος στο τραγουδάκι της κυρίας Μεταξά είναι κάτι άλλο. Είναι αυτό το «και όλοι να λένε»...

«Και όλοι να λένε», λοιπόν. Η γνώμη των άλλων ως οδηγός. Ο κομφορμισμός του κοπαδιού. Ένας στίχος που παραπέμπει στο «τι θα πει ο κόσμος;», σε αμέτρητους μη–ευτυχισμένους ανθρώπους που έζησαν τη ζωή κάποιου άλλου, όχι τη δική τους, επειδή δεν βρήκαν το κουράγιο να κάνουν μια Γαλλική Επανάσταση μέσα τους. «Και όλοι να λένε»: ο οδηγός για μια κικηδημουλική ζωή. Φοβάμαι ότι η ανάποδη πλευρά του νομίσματος στο γενεθλιακό τραγουδάκι είναι το άλλο τραγούδι, εκείνο που λέει: Ο παροιμοιώδης μέσος ανθρωπάκος, κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος, επαναστάσεις στα όνειρά του αναζητεί... Δεν σας πιάνει ένα άρωμα καθαρής πτωμαΐνης, βγαλμένης μέσα από τις σελίδες του παλιού Αναγνωστικού της Α’ Δημοτικού; Εκείνο κι αν ήταν γεμάτο με «και όλοι να λένε»!



Θα μας φάνε όλους οι δεινόσαυροι του Σπήλμπεργκ 


Όσο περισσότερο γυρνάω στο μυαλό μου το καθιερωμένο γενεθλιακό τραγουδάκι, τόσο περισσότερο με απωθεί... Η Θεία Λένα δεν είναι δική μου θεία. Τι ευχόμαστε, στην πραγματικότητα, στον φίλο μας τον Δημήτρη όταν του το τραγουδάμε στα γενέθλιά του; Νομίζω, κάτι τέτοιο:

Να ζήσεις,Δημήτρη, και χρόνια πολλά 
Σαν ποίημα η ζωή σου Κικής Δημουλά 
Να πας να σπουδάσεις, να γίνεις γιατρός 
Πορεύσου σαν άψογος μικροαστός! 

Πραγματικά θέλετε να ευχηθείτε αυτό στους ανθρώπους που αγαπάτε; Πρέπει οπωσδήποτε να βάλετε τη Θεία Λένα στις σχέσεις σας με τα παιδιά σας και με τους ιδιαίτερους ανθρώπους σας; Κάτω οι διαλεκτικές των τεχνικών της εξουσίας – αλλά και της κυρίαρχης κουλτούρας! Φτιάξτε δικά σας τραγούδια, πείτε αυτό που πραγματικά θέλετε να πείτε στους αγαπημένους σας κι αφήστε την αθλιότητα της κυρίας Μεταξά. Κάντε το σαν μια προσωπική πινελιά γνήσιου ενδιαφέροντος. Πώς σας φαίνεται, ας πούμε η παρακάτω παραλλαγή για τα γενέθλια του φίλου μας, του Δημήτρη;

Να ζήσεις, Δημήτρη, και χρόνια πολλά 
Να είναι η ζωή σου γεμάτη μαγκιά 
Στο κατεστημένο να είσαι εχθρός 
Κι η γνώμη του πλήθους μας νοιάζει ποσώς! 

ΥΓ: Μπορείτε να πάρετε μια ιδέα για τις εκπομπές της Θείας Λένας εδώ. Μιλάμε για εφιάλτη στον δρόμο με τις λεύκες 

Παροιμίες Καρέν

Οι Καρέν είναι ένα ετερόκλητο συνονθύλευμα φυλών που ζούνε στα βουνά της ΝΑ Ασίας, με διαφορετικούς βαθμούς ενσωμάτωσης στα κράτη της περιοχής. Οι φυλές αυτές κάποτε τσουβαλιάστηκαν όλοι μαζί από τις τοπικές κυβερνήσεις και, για πολιτικούς λόγους, απέκτησαν τον επίσημο χαρακτηρισμό «Καρέν». Εδώ μπορείτε να διαβάσετε λίγα πράγματα γι’ αυτούς.

Παρακάτω είναι ένα σύνολο παροιμιών από μια φυλή Καρέν κάπου σε μια από τις αμέτρητες ρεματιές της ΝΑ Ασίας. Δεν ξέρω πώς να το αποδώσω στα ελληνικά, «παροιμίες» είναι η καλύτερη έκφραση, όμως φοβάμαι ότι η λέξη παραπλανά. Στη γλώσσα Καρέν λέγονται Τα ή Μπο Τα. Με λίγα λόγια, όταν θες να τονίσεις μια ιδιαίτερη κατάσταση, κάτι που ξεφεύγει από τα καθημερινά, θα χρησιμοποιήσεις ένα από τα παραδοσιακά Τα (όπως ακριβώς κι εμείς χρησιμοποιούμε στίχους από τραγούδια, μαντινάδες ή γνωμικά). Τα περισσότερα Τα που μάζεψα παρακάτω είναι από αυτό το paper. Πιστεύω πως πέτυχα μια καλή μεταφορά τους στα ελληνικά:

To πλανερό τραγούδι του γρύλλου, η πλανερή φωνή δίπλα στ’ αυτί σου 

Το ρέμα αρνιέται την πηγή του, το κορίτσι αρνιέται το αγόρι που της έδωσε ένα φυλαχτό 

Ο βράχος φράζει το ρέμα, το νερό θα τον πετάξει 

Αν κρατάς το κεφάλι της κόμπρας σε μια διχάλα, μην το αφήσεις γιατί θα σε δαγκώσει 

Τα κουνέλια δε ρωτάν πού είναι ο δρόμος, του κεφαλιού τους κάνουν και χάνονται 

Μην πας ν’ αναπνεύσεις μέσα από ξένες μύτες 

Να φας την ουρά της σαύρας, να φας τις κακίες και τις κατάρες του κόσμου 
(Το μετέφρασα έτσι, με τις «σαύρες» εδώ εννοούν τα water monitors, τις μεγαλύτερες σαύρες του κόσμου)

Έφαγα την ουρά της σαύρας, καίγομαι και πνίγομαι 
(«σαύρα» = monitor)

Όταν δεις τ’ αχνάρια, κοκκορεύεσαι. Όταν όμως δεις αυτόν που άφησε τ’ αχνάρια, το βουλώνεις 
(Αυτό μου θυμίζει πολύ την ιστορία του Αισώπου με τον Κυνηγό και τον Ξυλοκόπο, «μόνο ίχνη λιονταριού σου ζήτησα να μου δείξεις, όχι το ίδιο το λιοντάρι!»)

Αν δε βράσει το νερό, δε λυγάει η ουρά του ψαριού 
(κάτι σαν αυτό που λέμε κι εμείς, στη βράση κολλάει το σίδερο)

Μαζί θα φάμε τα ξινά 
(δηλ, θα περάσουμε τις δυσκολίες μαζί)

Τρώνε από το ίδιο πιάτο 

Αν παγιδεύτηκες κάτω από τον πεσμένο κορμό, δεν μπορείς να κάνεις και πολλά 

Στην πλημμύρα και την πυρκαγιά, θα κρυφτούμε οι δυο μας στον βλαστό της αγριομπανανιάς 
(ο βλαστός της αγριομπανανιάς δεν καίγεται στη φωτιά)

Ο παππούς έκρυψε τον κορμό του δέντρου που έκοψε, ο παππούς κάτι σκαρώνει 

Οι νέοι ξεχορταριάζουν τα χωράφια των μεγαλυτέρων, οι μεγαλύτεροι τα χωράφια των νέων 
(Όταν καλλιεργείς μέσ’ στη ζούγκλα, το ξεχορτάριασμα είναι το πιο σημαντικό κομμάτι καθότι οι καλλιέργειες ταχύτατα γεμίζουν ζιζάνια)

Τα λεφτά τα βάζουν στα μάτια και στην καρδιά του νεκρού κατά την κηδεία

Πόσο Λάθος Με Μετράς

Στις πανελλήνιες των εσπερινών ΕΠΑΛ 2014 δόθηκε ως Θέμα Δ ένα γνωστό πρόβλημα διαφορικού λογισμού: από όλα τα ορθογώνια με δεδομένο εμβαδό, να βρεθεί αυτό με την ελάχιστη περίμετρο (τελικά το τετράγωνο). Είναι μια άσκηση που συχνά δίνεται σε μαθητές Γ’ Λυκείου, ΕΠΑΛ ή Γενικού, όταν κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον διαφορικό λογισμό. Όμως η εξεταστική επιτροπή που έβαλε αυτήν την άσκηση έκρινε σκόπιμο να υπενθυμίσει στην εκφώνηση τον τύπο για το εμβαδό ορθογωνίου (= μαθηματικά Γ’ Δημοτικού), καθότι ήξερε φυσικά ότι τυπικά οι μαθητές ΕΠΑΛ έχουν κενά ακόμα και στα πιο στοιχειώδη γεωμετρικά σχήματα – θυμίζω ότι στην εξεταστική ύλη περιλαμβάνονταν τότε και στοιχεία ολοκληρωτικού λογισμού, δηλαδή ήταν ζητούμενο από τον μαθητή ΕΠΑΛ να υπολογίζει εμβαδά χωρίων σε γραφικές παραστάσεις, τη στιγμή που ομολογείτο ότι αυτός μπορεί να μην κατέχει ούτε τα πιο στοιχειώδη εμβαδά επιπέδου Δημοτικού:


Πανελλήνιες Εσπερινών ΕΠΑΛ 2014: Η σχιζοφρένεια του εκπαιδευτικού συστήματος


Λοιπόν, δεν μπορώ να μη θαυμάσω τη σχιζοφρένεια αυτού του εκπαιδευτικού συστήματος που κρίνει σωστό να διδάσκει στοιχεία διαφορικού λογισμού, δηλ. πανεπιστημιακών μαθηματικών, σε μαθητές που τυπικά δυσκολεύονται ακόμα και σε μαθηματικά Δημοτικού. Είναι κοινό μυστικό ότι ο φόβος για τα μαθηματικά είναι βασικότατος λόγος που αμέτρητοι μαθητές επιλέγουν το ΕΠΑΛ. Είναι γενική διαπίστωση ότι οι μαθητές ΕΠΑΛ επιμένουν να παρουσιάζονται αδύναμοι στα μαθηματικά. Οι καθηγητές απελπίζονται μ’ αυτούς ή νιώθουν ότι κάνουν μπαλώματα και πασαλείμματα, οι φροντιστές ομοίως, όλοι σαρκάζουν και διηγούνται στους συναδέλφους τους ανέκδοτα για τη μαθηματική ανεπάρκεια των μαθητών τους. Και δεν είναι μόνο τα κενά από προηγούμενες τάξεις αλλά κάτι πολύ περισσότερο: ο τυπικός μαθητής ΕΠΑΛ φτάνει στην Γ’ Λυκείου νιώθοντας ενδόμυχα ότι τα μαθηματικά τελικά είναι θέμα αυθεντίας.

Φανταστείτε ότι κοιτάτε με θολά γυαλιά μια θολή φωτογραφία μέσα σ’ ένα ομιχλώδες τοπίο. Έτσι είναι και το σύμπαν των μαθηματικών για τον τυπικό μαθητή ΕΠΑΛ, ο οποίος σε κάποια στιγμή της μαθητικής του καριέρας εγκατέλειψε την ελπίδα να το κατακτήσει. Δεν νιώθει να πατάει σίγουρα πουθενά, στο σχολείο έχει παρακολουθήσει αμέτρητες ώρες τον καθηγητή του να δείχνει ακατάληπτα πράγματα στον πίνακα, ενώ έχει βιώσει πολλές φορές την εμπειρία να παρουσιάζει μια μαθηματική δουλειά θεωρώντας ότι είναι σωστή, όμως ο καθηγητής να επισημαίνει λάθη (για απροσδιόριστους λόγους). Αποτέλεσμα, ο μαθητής ΕΠΑΛ φτάνει να νιώθει ότι τα μαθηματικά είναι θέμα αυθεντίας, όχι θέμα κανόνων. Όπως εμείς νιώθουμε απέναντι σε έναν ειδικό τέχνης, ο οποίος σε ένα έργο βλέπει πράγματα που εμείς δεν μπορούμε να δούμε, έτσι κι ο τυπικός μαθητής ΕΠΑΛ νιώθει ότι το σωστό στα μαθηματικά είναι αυτό στο οποίο ο καθηγητής λέει «σωστό!» (για απροσδιόριστους λόγους), όχι αυτό που επιτρέπουν οι κανόνες του παιχνιδιού.

Αυτή η ενδόμυχη στάση έχει συνέπειες σε όλο το μήκος και το πλάτος της πονεμένης τριβής των ΕΠΑΛιτών με τα μαθηματικά. Π.χ. πολλοί από αυτούς γράφουν λες και κάνουν αγώνα δρόμου, λες και είναι σημαντικό να ξεμπερδέψουν στα γρήγορα με τις ασκήσεις, όχι να τις κάνουν σωστά. Συχνά λειτουργούν σαν να έχουν υπογράψει συμβόλαιο ότι η άσκηση θα βγει σε δυο–τρεις γραμμές, οπότε μπορεί να χάσουν μέρος της όχι επειδή δεν ξέρουν να τη συνεχίσουν αλλά επειδή νιώθουν ότι αν έχουν ήδη εργαστεί «αρκετά», δεν μπορεί παρά να τέλειωσαν την άσκηση. Τυπικά επίσης δεν επαληθεύουν, δεν βλέπουν λόγο να διαβάζουν καλά τις εκφωνήσεις, δεν κρατάνε το γραπτό τους οργανωμένο και ευανάγνωστο (ακόμα και για τους ίδιους), ενώ η ίδια η λύση ενός μαθηματικού προβλήματος για τον τυπικό μαθητή ΕΠΑΛ σημαίνει «ρίχνω γενικώς ντουφεκιές στον αέρα μήπως και πετύχω κάτι». Ή μήπως και με λυπηθεί ο καθηγητής και μου βάλει έναν βαθμό για τον κόπο μου. Τα μαθηματικά για τον τυπικό μαθητή ΕΠΑΛ φτάνουν να είναι μια χαμένη υπόθεση, μια ακατανόητη αγγαρεία που απευθύνεται σε κάποιους άλλους, πιο έξυπνους από εμένα, εγώ μάλλον υστερώ κάπου...

Όμως η απάντηση του εκπαιδευτικού συστήματος σ’ αυτήν την πραγματικότητα είναι να φέρνει στην ίδια αίθουσα, σχολική ή φροντιστηριακή, ειδικούς των μαθηματικών (καθηγητές, φροντιστές) και θύματα των μαθηματικών (μαθητές ΕΠΑΛ) απαιτώντας από τα τελευταία να αφομοιώσουν μέσα σε μια σχολική χρονιά στοιχεία διαφορικού λογισμού: είναι αναπόφευκτος ο σαρκασμός των πρώτων προς τους δεύτερους και η απελπισία όλων. Είναι αναπόφευκτη η θλιβερή επίδοση των μαθητών ΕΠΑΛ στα μαθηματικά των πανελληνίων (78,45% κάτω από τη βάση το 2014, 76,09% το 2015). Η απάντηση του εκπαιδευτικού συστήματος είναι να εθελοτυφλεί ως προς τον εκτεταμένο φόβο των μαθητών ΕΠΑΛ για τα μαθηματικά και ως προς τις πάνδημες μαθητικές τους αδιεξιότητες, μη δείχνοντας κανένα σημάδι ότι δέχεται αυτήν την κατάσταση ως δικό του δημιούργημα, καμία ένδειξη ότι προτίθεται να κοιτάξει στα μάτια αυτά τα προβλήματα και να τα αντιμετωπίσει ως δική του ευθύνη.

Ήμουνα μοναχοπαίδι, ήμουν μαθητής καλός
Κι έγω γίνει ΕΠΑΛίτης, κι έχω γίνει παραγιός
Στα δικά σου τα σταθμά, αφιλότιμη
Πόσο λάθος με μετράς, αφιλότιμη

Στο Δημοτικό είχα κέφι, ήμουνα επιμελής
Άλγεβρα του Γυμνασίου, τρόμος ο καθηγητής
Στα δικά σου τα σταθμά, αφιλότιμη
Πόσο λάθος με μετράς, αφιλότιμη

Ήμουν κάποτε ωραίος, ήμουν κάποτε νορμάλ
Όμως με τρομοκρατήσαν και συνέχισα ΕΠΑΛ
Στα δικά σου τα σταθμά, αφιλότιμη
Πόσο λάθος με μετράς, αφιλότιμη

Φταίω που δεν καταλαβαίνω, ίσως είμαι ανεπαρκής
Θα ‘μαι πάντοτε παρίας, δε γεννήθηκα ευφυής
Δύο μέτρα δυο σταθμά, αφιλότιμη
Πόσο λάθος με μετράς, αφιλότιμη

Ως προς τους 88.713 μαθητές στα ΕΠΑΛ της επικράτειας (σχολικό έτος 2015 – 2016), θα έλεγα ότι το μαθηματικό τους πρόγραμμα είναι πολύ επιτυχημένο στο να τους εφοδιάζει με μαθητικές και βιοτικές αδιεξιότητες: ο απόφοιτος Επαγγελματικού Λυκείου θα μάθει στη ζωή του να μη διαβάζει προσεκτικά τις οδηγίες σε κάποιο κουτί, σε μια έγγραφη φόρμα, σε έναν πίνακα ανακοινώσεων• να θεωρεί ότι στον κόσμο υπάρχουν αυθεντίες με γνώση και κατανόηση απρόσιτη για τους κοινούς θνητούς• να ασχολείται απρόσεκτα και βιαστικά με εργασίες γραφειοκρατικού τύπου• να αισθάνεται ελλειμματικός και θα αποδίδει ενοχικά το φταίξιμο σε δική του μειονεξία. Συγνώμη, όμως αν τόσοι πολλοί μαθητές φτάνουν στην Γ’ Λυκείου και νιώθουν ότι τα μαθηματικά είναι θέμα αυθεντίας, τότε κάτι δεν πάει καθόλου καλά με το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Μάλλον πρόκειται για αποεκπαιδευτικό σύστημα. Οι γραμμές της τόσο περιφρονημένης τεχνικής εκπαίδευσης – που από παλιά στην Ελλάδα θεωρείτο φτωχή συγγενής της θεωρητικής και επιστημονικής – φαίνεται ότι στελεχώνονται χάρη σε μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, μια παγίδα του (απο)εκπαιδευτικού μας συστήματος. Ούτε από κλίση ούτε από επιλογή ούτε από ταλέντο ούτε από μεράκι: ένας σημαντικός αριθμός μαθητών, προερχόμενοι κυρίως από οικογένειες χαμηλού εισοδήματος και συχνά με χειρώνακτες ή άνεργους γονείς, πρέπει να πειστούν για τη γνωστική τους ανεπάρκεια, να αισθανθούν αρκετά μειονεκτικοί και κατώτεροι ώστε να καταφύγουν στην τεχνική εκπαίδευση ως λύση ανάγκης.