May The Horse Be With You

Προβληματίζομαι για τον δαρβινισμό, τις διάφορες παραλλαγές της εξελικτικής θεωρίας μέσω φυσικής επιλογής. Δύο είναι οι σκέψεις μου:

(1) Οι παρανοήσεις του δαρβινισμού είναι ιδιαζόντως ειδεχθείς: ευγονική, κοινωνικός δαρβινισμός, στήριξη της αποικιοκρατίας, ρατσισμός, ναζισμός και άλλα, που όλα επικαλέστηκαν την εξέλιξη και τη φυσική επιλογή. Μοιάζει ότι ακόμα και σήμερα, αν αποφασίσεις να γίνεις Εξελικτικός Κάτι (Βιολόγος, Ψυχολόγος κ.λπ.), καταδικάζεσαι εφόρου ζωής να νευριάζεις από όλους αυτούς που μπλέκουν τη βιολογία με την πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία. Η εύκολη απάντηση εδώ είναι ότι φταίνε οι παρανοητές. Η βιολογία είναι ουδέτερη, φταίνε όσοι κάνουν αυθαιρεσίες και διαστρεβλώνουν. Αυτή είναι η εύκολη απάντηση.

Μήπως όμως δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα;

(2) Ο Francisco Ayala επαινεί το επίτευγμα του Δαρβίνου «να καταδείξει ότι η σύνθετη οργάνωση και λειτουργικότητα των όντων μπορεί να εξηγηθεί ως το αποτέλεσμα μιας φυσικής διαδικασίας – φυσική επιλογή – χωρίς ανάγκη από κάποιον Δημιουργό» (Darwin’s Greatest Discovery: Design without Designer, 2007). Όμως είναι αδύνατο να μη σκεφτώ ότι ο Δαρβίνος ΔΕΝ πρωτοτυπούσε όταν παρουσίαζε το πρόγραμμά του. Είχε διατυπωθεί και προηγουμένως: αν θέλετε το δαρβινικό ισοδύναμο του αόρατου χεριού, κατά Άνταμ Σμιθ, θα το βρείτε στη φυσική επιλογή. Και στις δύο έννοιες υπάρχει η ιδέα μιας νομοτέλειας η οποία παράγεται μηχανιστικά. Ο Δαρβίνος πήρε κάτι που ήξεραν καλά οι κτηνοτρόφοι και αγρότες της εποχής του, τη διασταύρωση φυτών και ζώων, και παρουσίασε ένα σύστημα που συμπεριφέρεται σαν να έχει Κεντρικό Αγρότη–Κτηνοτρόφο. Ο Άνταμ Σμιθ επίσης πήρε κάτι που ήξεραν καλά οι επιχειρηματίες της εποχής του, την εσωτερική διανομή πόρων και χρημάτων στα τμήματα μιας επιχείρησης, και παρουσίασε ένα σύστημα που λειτουργεί σαν να έχει Κεντρικό Μάνατζερ. Και τα δύο συστήματα απαιτούν συμφεροντολογικές μονάδες σε κατάσταση ανταγωνισμού (τουλάχιστον έτσι διαβάστηκε ο Άνταμ Σμιθ από τους επιγόνους: ελεύθερες αγορές, ανταγωνισμός, συμφεροντολογικά οικονομικά υποκείμενα• για να είμαι δίκαιος μαζί του, δεν είμαι 100% σίγουρος ότι ο ίδιος θα προσυπέγραφε αυτά τα τελευταία, όχι σε απόλυτη διατύπωση τουλάχιστον).

Επισημαίνω ότι υπάρχουν κι άλλοι που έχουν παρατηρήσει αυτήν την ομοιότητα και, κατά τεκμήριο, σοβαροί. Δεν είναι κάτι που βλέπω μόνο εγώ.

Το αόρατο χέρι και η φυσική επιλογή είναι δύο παρόμοιες ιδέες, που σίγουρα επηρέασαν η μία την άλλη – ουσιαστικά, είναι δύο όψεις της ίδιας ιδέας (στην αρχική της μάλιστα σύλληψη, η ιδέα αυτή ήταν θεολογική, ένδειξη της ύπαρξης του Θεού). Δεν είναι παράξενο που τόσο συχνά η εξελικτική ψυχολογία και τα νεοκλασικά οικονομικά χρησιμοποιούν θεωρία παιγνίων και παρόμοια μεθοδολογικά εργαλεία, ενώ ΒΡΙΘΟΥΝ οι μεταφορές κι οι παρομοιώσεις από το ένα πεδίο στο άλλο. «Τα γονίδια έχουν συνάρτηση χρησιμότητας», λέει χιουμοριστικά ο Richard Dawkins στο River Out of Eden• «ο ευφυής σχεδιασμός είναι ως προς την εξελικτική βιολογία ό,τι ο σοσιαλισμός ως προς τον νεοφιλελευθερισμό (free-market economics)» έλεγε ο Ronald Bailey, συγγραφέας επιστημονικών θεμάτων• ο Tom Chivers, επιστημονικός συντάκτης του The Telegraph, δηλώνει περήφανα εδώ: «Δεν είμαι σοσιαλιστής, για τον ίδιο λόγο που δεν πιστεύω στο δόγμα της Δημιουργίας: επειδή προφανώς ο Δαρβίνος είχε δίκιο».

Μόνο σε μένα ακούγονται περίεργα αυτά; Το αν ο Δαρβίνος είχε ή δεν είχε δίκιο οφείλει να μην έχει καμία σχέση με το αν είσαι ή δεν είσαι σοσιαλιστής. Είναι κουφό να αναγνωρίζονται αντιστοιχίες και ομοιότητες σε τόσο απομακρυσμένες επιστήμες, όπως η βιολογία με την οικονομία. Είναι κουφό η μία να δίνει παρομοιώσεις και σχήματα λόγου στην άλλη – πολύ περισσότερο, να δίνει επιχειρήματα η μία στην άλλη. Είναι κουφό να σκέφτεσαι πως αν δεν είχε υπάρξει ο Άνταμ Σμιθ, η βιολογία σήμερα θα ήταν διαφορετική. Εκτός αν δεν είναι κουφό... Εκτός αν πρόκειται για την ίδια προκάτ ιδέα: η φυσική επιλογή είναι ως προς το αόρατο χέρι ό,τι ο Κλαρκ Κεντ ως προς τον Σούπερμαν.

Θα αφήσω τη συζήτηση για το δεύτερο μέρος της ανάρτησης, θέλω πρώτα να παρουσιάσω την οπτική μου, μέσα από ένα θέμα που με απασχολεί πολύ:



Μηχανάκια που Ζορίζονται στην Ανηφόρα
Όπως όλα τα κακά της μοίρας μας, έτσι κι αυτό ανάγεται στον Καρτέσιο... Τον άνθρωπο που μεμονωμένα επηράσε τον δυτικό μας πολιτισμό περισσότερο από κάθε άλλον. Ο οποίος δήλωσε ότι τα ζώα είναι μηχανές. Πολύπλοκες και οργανικές, όμως μηχανές. Τους λείπει το στοιχείο του νου, που μόνο ο άνθρωπος έχει (πλην Μιχάλη Ταμήλου, φυσικά), οπότε δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο για να περιγράψουμε τη συμπεριφορά τους από αυτό που χρειάζεται για να περιγράψουμε την πέψη τους: μια σειρά μηχανικών αντιδράσεων σε ερεθίσματα. Ο μπηχεβιορισμός των Skinner και Watson δεν υπήρχε φυσικά στον καιρό του Καρτέσιου, όμως την ίδια ακριβώς οπτική υιοθέτησε. Τα καρτεσιανά ζώα είναι ρομπότ που αντιδρούν αυτόματα στις προκλήσεις του περιβάλλοντος ή των ενστίκτων, χωρίς αυτοσυνείδηση, εξοπλισμένα με μια μηχανική μνήμη που τους επιτρέπει να αποθηκεύουν πληροφορίες και να τις χρησιμοποιούν για τους ενστικτωδώς ή περιβαλλοντικώς καθοριζόμενους στόχους τους.

Με την τεράστια επίδραση που είχε το έργο του Καρτέσιου, οι σκέψεις αυτές μεταφράστηκαν από τους επιγόνους του ότι τα ζώα δεν έχουν και συναισθήματα. Δηλαδή, όταν λέμε «το ζώο υποφέρει», θα πρέπει να το σκεφτόμαστε σαν «το μηχανάκι ζορίζεται στην ανηφόρα», αλλιώς πέφτουμε στην παγίδα του ανθρωπομορφισμού και αποδίδουμε ανθρώπινες ιδιότητες σε κάτι που δεν τις έχει. Πιστός στον καρτεσιανισμό, ο Μαλεμπράνς αναφέρεται ότι κάποτε κλώτσησε στην ψύχρα μια γκαστρωμένη σκύλα• το ζώο βόγγηξε, κάποιος διαμαρτυρήθηκε, κι ο Μαλεμπράνς απάντησε: «Μα δεν ξέρεις ότι το ζώο δεν έχει συναισθήματα;». Κρατάει όμως χρόνια αυτή η κολώνια, ως τις μέρες μας... Σε άρθρο του στο Perspectives in Biology and Medicine (1986), o κ. H.N. Cristensen, βιοχημικός στο πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, εκφράζει ανησυχίες για κάποιες διαδεδομένες παιδικές ιστορίες και μυθιστορήματα (όπως π.χ. Η Μαύρη Καλλονή), που παρουσιάζουν τα ζώα με συναισθήματα, ευφυΐα, αρετές και ηθικά κριτήρια, με «απίθανες σκέψεις και ποιότητες, πολύ περισσότερες από αυτές που μπορεί να υποστηρίξει η προσεκτική επιστημονική παρατήρηση». Το θέμα, κατά τον κ. Christensen, είναι επικίνδυνο, διότι το παιδί κινδυνεύει να αναπτύξει μια «ανορθολογική προκατάληψη» (anti-rational bias) που θα το σημαδέψει για όλη του τη ζωή, μπορεί μια μέρα ακόμα και να γίνει αρνητής της επιστήμης.

Σε αντίθεση με τις «προσεκτικές επιστημονικές παρατηρήσεις» και τους «απροκατάλυπτους ορθολογισμούς» του κ. Christensen, η Vicky Hearne παρατηρεί ακριβώς τα αντίθετα (σε άρθρο της στον New Yorker, 1986). Η επισήμανσή της είναι πόσο διαφορετική γλώσσα χρησιμοποιούν οι εκπαιδευτές ζώων να μιλήσουν γι’ αυτά, σε σχέση με τους φιλόσοφους και τους επιστήμονες. Οι εκπαιδευτές τείνουν να χρησιμοποιούν ηθικά φορτισμένη γλώσσα, μιλάνε π.χ. για ηρωικά ή τετραπέρατα άλογα, για την έγνοια της φοράδας για το πουλαράκι της ή της γάτας για τα γατάκια της, εκεί που οι «προσεκτικές επιστημονικές παρατηρήσεις» επιβάλλουν να εκφραστείς με όρους: εκδήλωση κάποιας ρουτίνας συμπεριφορών, εξαρτημένη εκμάθηση και απομάθηση παρωθητικών μορφών συμπεριφοράς, κι άλλα τέτοια «ορθολογικά και απροκατάλυπτα».

Θέλω να σταθώ λίγο στην Vicky Hearne, έχει ενδιαφέρον. Συνδύαζε δύο παράταιρες ιδιότητες, από τη μια ήταν ακαδημαϊκός, από την άλλη ήταν εκπαιδεύτρια σκύλων και αλόγων. Ως εκπαιδεύτρια θεωρείτο κορυφαία, από τους καλύτερους. Είχε εντελώς δικό της σύστημα, το οποίο περιέγραφε ως αμφίδρομη επικοινωνία με το ζώο, πολύ διαφορετικό από την τυπική μπηχεβιοριστική εκπαίδευση – πάρε μια κροκέτα (επιβράβευση) ή ένα χτύπημα (τιμωρία) μέχρι να μάθεις να δίνεις το πόδι σου. Η ίδια έχει ενδιαφέρον γιατί προσπάθησε να αμφισβητήσει την κυρίαρχη καρτεσιανή θεώρηση των ζώων από το επιστημονικό κατεστημένο.

Για την ακρίβεια, η Vicky Hearne δεν ήταν απλώς εκπαιδεύτρια, ήταν αυτό που οι Αμερικάνοι λένε horse whisperer (έχετε δει το παλιό φιλμ με το Ρόμπερτ Ρέντφορντ;). Ένας άνθρωπος που μπορεί να επικοινωνεί με το άλογο, το διαβάζει, παρατηρεί ακόμα και απειροελάχιστες λεπτομέρειες στη συμπεριφορά του, ξέρει τι νιώθει και τι σκέφτεται το ζώο, ξέρει πώς να χτίσει σεβασμό και εμπιστοσύνη ανάμεσα τους, πώς να δώσει στο ζώο να καταλάβει αυτό που του ζητά κ.λπ. Ανήκει στην ίδια άτυπη παράδοση με τους υπόλοιπους ονομαστούς horse whisperers, τους αδερφούς Tom & Bill Dorrance, τον Monty Roberts, την Sheila Varian, τον Ray Hunt, τον Buck Brannaman, τον Mark Rashid, τον John Solomon Rarey κ.α. Το σκανδαλώδες με όλους αυτούς είναι ότι μιλάνε για τα άλογα σαν να μιλάνε για πρόσωπα. Καμία σχέση με τις «προσεκτικές επιστημονικές παρατηρήσεις» και τους «απροκατάλυπτους ορθολογισμούς» του κ. Christensen. Το ξέρω και προσωπικά αυτό, κάποτε ήμουν αρραβωνιασμένος με μία horse whisperer. Αν τους ακούσετε να μιλάνε για τα ζώα τους, θα νομίζετε ότι μιλάνε για ανθρώπους. Όλοι αυτοί δεν είναι ακριβώς «φιλόζωοι» με την υστερική έννοια, δηλαδή υπερσυναισθηματικοί απέναντι στα ζώα και με απόλυτες απόψεις• απλά είναι κάποιοι που μπορούν και καταλαβαίνουν τα ζώα περίφημα. Η Vicky Hearne έλεγε ότι ούτε οι επιστήμονες και οι φιλόσοφοι, αλλά ούτε και οι υστερικοί φιλόζωοι καταλαβαίνουν πραγματικά τα ζώα. Δυστυχώς δεν έχω τα βιβλία της, οπότε αναγκαστικά θα αναφερθώ σ’ αυτήν από δεύτερο χέρι, μέσα από αποσπάσματα, κριτικές, άρθρα, reviews και δοκίμια που έχουν γράψει άλλοι γι’ αυτήν. 



Χαρούμενα Ζώα
Ας πάρουμε το ερώτημα το σχετικό με την ευμάρεια των ζώων (animal welfare): ποιο ζώο είναι χαρούμενο και ποιο δυστυχισμένο; Πότε θα λέγατε ότι κάτι είναι καλύτερο ή χειρότερο για ένα ζώο; Πότε θεωρείτε ότι η ζωή ενός ζώου έχει ή δεν έχει ποιότητα;

Ο δαρβινισμός βλέπει τα ζώα ως σύνολα συμπεριφορών: “If we believe in evolution ... then in order to avoid suffering, it is necessary over a period of time for the animal to perform all the behaviors in its repertoire”, λέει η Kiley-Worthington εδώ. Δηλαδή π.χ. οι ταύροι έχουν τακτικά ανάγκη να τρέχουν, οπότε άμα κρατάς μόνιμα κλεισμένο τον ταύρο στον στάβλο, χωρίς κάθε τόσο να του δίνεις μια ανοιχτή έκταση να ξεδίνει, το ζώο δυστυχεί. Δεν έχω αντίρρηση, θα έλεγα όμως ότι προσφέρει ένα πολύ μικρό μέρος της απάντησης στο ερώτημα «ποιο ζώο είναι χαρούμενο και ποιο δυστυχισμένο;». Αφήνει απέξω το πιο σημαντικό. Ας πάμε πάλι στη Vicky Hearne και ας δούμε το δικό της σχόλιο για την ευμάρεια των ζώων:

Χαρούμενο είναι το ζώο που αντιμετωπίζει προκλήσεις και εμπόδια, και τα ξεπερνάει. 

Η Vicky Hearne λέει ότι το ζώο συνεχώς δουλεύει, κάνει πράγματα. Και επενδύει τη δουλειά του με τεράστιο νόημα – δε δουλεύει μικροαστικά, δηλαδή βολεύεται σε μια θεσούλα και την αράζει, αλλά δουλεύει ως υπαρξιακή ανάγκη. Πάνω εδώ, απορρίπτει την εκπαίδευση των ζώων με τιμωρίες αλλά και με συνεχή επιβράβευση, το αποκαλεί «λάδωμα» και λέει ότι περιορίζει την ανάπτυξη της νοημοσύνης και της φαντασίας του ζώου: «Αντί ο σκύλος να συγκεντρώνεται στο να καταφέρει κάτι, το μόνο που σκέφτεται είναι η κροκέτα. Στο φινάλε, το ζώο θα καταντήσει ηλίθιο». Ένας σκύλος που απλά κάθεται μπορεί να είναι γεμάτος νοήματα, «ναι, τον άκουσα κι εγώ αυτόν τον θόρυβο!» ή «εντάξει, είμαστε εδώ παρέα, τι θα κάνουμε τώρα;». Όταν όμως εκπαιδεύεις τον σκύλο να κάθεται με τον αυταρχισμό ή με το συνεχές «λάδωμα», τότε περιορίζεις τον κόσμο του, τον αποθαρρύνεις από το να προσπαθήσει να εκφράσει ένα νόημα και να επικοινωνήσει μαζί σου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, κάνεις το ζώο ηλίθιο – για την ακρίβεια, το κάνεις μικροαστό, βολεμένο σε μια θεσούλα. Και οι μικροαστοί δεν φημίζονται για την ευφυΐα τους. Ούτε για την ευτυχία τους.

Όμως τα ζώα δεν είναι γεννημένα για μικροαστική ζωή, θέλουν να δουλεύουν, να αντιμετωπίζουν προκλήσεις και να τις ξεπερνάνε. Ας δούμε ένα παράδειγμα: ξέρετε το πείραμα με την Χου, το δελφίνι, που συζητούσε ο George Bateson; Θα το περιγράψω με λίγα λόγια, μπορείτε να βρείτε το paper ονλάιν εδώ (The Creative Porpoise: Training for Novel Behavior). Οι συγγραφείς, βέβαια, γράφουν με την μπηχεβιοριστική γλώσσα της εποχής (1965), για «ενίσχυση συμπεριφορών» κι άλλα τέτοια επιστημονικά:

Οι ερευνητές στο Makapuu Oceanic Center της Χαβάης συνήθιζαν να δίνουν επιμορφωτικές παραστάσεις με τα δελφίνια τους για το κοινό. Σε μια από αυτές, ήθελαν να δείξουν στον κόσμο πώς εκπαιδεύουν ένα ζώο να κάνει τα κόλπα του. Επέλεξαν λοιπόν την Χου, ένα δελφίνι που θεωρείτο δειλό, οκνηρό και χωρίς καθόλου πρωτοβουλία. Οι ερευνητές προηγουμένως είχαν ξανακάνει άτυπα την ίδια διαδικασία και με ένα άλλο δελφίνι, τη Μάλια.

Η Χου έβγαινε στην πισίνα των επιδείξεων, τριγυρνούσε για λίγο και σε κάποια στιγμή έκανε κάποιο κόλπο, δηλαδή κάτι από αυτά τα χαριτωμένα που κάνουν τα δελφίνια, πέρα από το συνηθισμένο τους κολύμπι. Την 1η φορά εκτινάχθηκε έξω από το νερό και προσγειώθηκε με το πλευρό. Ο πειραματιστής τότε σφύριζε με μια σφυρίχτρα και της πετούσε ένα ψάρι. Η Χου πήγαινε να ξεκουραστεί λίγο και ξαναέβγαινε στην πισίνα. Δοκίμαζε να κάνει εκτίναξη, όμως ψάρι δεν ερχόταν, ο πειραματιστής περίμενε από αυτήν κάτι καινούργιο. Μετά από λίγο, η Χου έκανε τυχαία κάποιο άλλο κόλπο – τη 2η φορά, δοκίμασε να κάνει αυτά τα χαρακτηριστικά αλματάκια των δελφινιών, όπου καθώς κολυμπούν πηδούν ελαφρά στον αέρα, βυθίζονται στο νερό, ξαναπηδούν, ξαναβυθίζονται κ.λπ. Σφυρίχτρα και ψάρι. Την 3η φορά, η Χου ξεκίνησε τα αλματάκια, όμως ψάρι δεν ερχόταν. Επέμενε ξανά και ξανά, όμως τίποτα. Σε κάποια στιγμή, έβγαλε το κεφάλι της από το νερό και το ακούμπησε στην άκρη της πισίνας, κοντά στα πόδια του πειραματιστή. Σφυρίχτρα και ψάρι.

Κάθε επόμενη φορά γινόταν το ίδιο: η Χου έβγαινε στην πισίνα και δοκίμαζε να κάνει το τελευταίο της κόλπο, όμως ψάρι δεν ερχόταν. Συνήθως κατόπιν δοκίμαζε κάποια από τα παλιά της κόλπα, όμως και πάλι τίποτα. Σε κάποια στιγμή, αποκαμωμένη, θα έκανε τυχαία κάτι καινούργιο – π.χ. θα ισορροπούσε στην ουρά της ή θα εκτινασσόταν αντίθετα από την κατεύθυνση που κολυμπούσε ή θα πλατάγιαζε την ουρά της – οπότε σφυρίχτρα και ψάρι. Σταδιακά το δελφίνι άρχισε να δείχνει όλο και περισσότερα σημάδια κόπωσης και εκνευρισμού. Συχνά κολλούσε σε 2-3 από τα παλιά της κόλπα, με ένα πείσμα σαν να έλεγε, «αυτό έμαθα, αυτό κάνω». Ο πειραματιστής τότε της πετούσε ψάρι ακόμα και για εύκολες, μη-εντυπωσιακές πράξεις της (π.χ. κατάδυση στον πάτο της πισίνας), προκειμένου να την ξεκολλήσει.

Την 15η φορά, η Χου έδειχνε ασυνήθιστα ενεργητική ήδη από τη δεξαμενή της ακόμα. Βγήκε στην πισίνα κι άρχισε να κάνει το ένα κόλπο μετά το άλλο, παλιά και καινούργια, ξανά και ξανά και ξανά. Και μάλιστα σε όλο το μήκος και το πλάτος της πισίνας• στον παρελθόν, έκανε τα κόλπα της μόνο μπροστά στον πειραματιστή. Την 16η φορά, η Χου ξέσπασε σε μια πανδαισία από κόλπα, ορισμένα μάλιστα από αυτά δεν είχαν ξαναπαρατηρηθεί ποτέ στο είδος της. Έγραψε ιστορία. Τις επόμενες φορές, η παράστασή της εξελίχθηκε σε ένα κολυμβητικό–αεροπλανικό ντελίριο, το ένα κόλπο μετά το άλλο, παλιά, καινούργια και ιστορικά. Μέχρι που την 32η φορά, τα κόλπα της έγιναν τόσο πολύπλοκα ώστε ξεπερνούσαν τις δυνατότητες των ερευνητών να τα περιγράψουν και το πείραμα σταμάτησε.

Οι επιπτώσεις του όμως συνεχίστηκαν. Η Χου και η Μάλια, το άλλο δελφίνι που είχε περάσει προηγουμένως από την ίδια εκπαίδευση, δεν έμαθαν απλώς κάποια κόλπα• μεταμορφώθηκαν, έγιναν άλλα πλάσματα. Τις επόμενες μέρες, άρχισαν να ανοίγουν τα μάνταλα στις δεξαμενές τους και να φεύγουν. Ή έβγαιναν από το νερό και μπουσουλούσαν στο πλακόστρωτο για να προϋπαντήσουν τον ερευνητή που ερχόταν. Ή άλλαζαν δεξαμενές, και οι ερευνητές ανακάλυπταν τη μια στη δεξαμενή της άλλης. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες αναφέρουν ότι τα δελφίνια τελικά έγιναν μέχρι και εγγυητές της ενότητας του ΠΑΣΟΚ. Η Vicky Hearne θα παρατηρούσε εδώ ότι οι ερευνητές, έστω και τυχαία, ανακάλυψαν τη δουλειά των δελφινιών. Τα ζώα αντιμετώπισαν προκλήσεις και εμπόδια, και τα ξεπέρασαν: να ένα παράδειγμα από δύο χαρούμενα δελφίνια. Γι’ αυτό και τα ζώα μεταμορφώθηκαν – η Χου, από ένα οκνηρό, δειλό και χωρίς πρωτοβουλία δελφίνι, έγινε σαφώς ένα έξυπνο και δημιουργικό πλάσμα (πάντως, από τους περισσότερους πασόκους, η Χου είναι σίγουρα πιο έξυπνη).



Μικρό Διάλειμμα
Ας κάνουμε όμως ένα διάλειμμα κι ας δούμε τι έχουν να μας πουν οι μάστορες, οι ονομαστοί horse whisperers. Όσοι από σας είστε γονείς, δοκιμάστε να σκεφτείτε τα παρακάτω για τα παιδιά σας. Προειδοποίηση: ακολουθούν ανορθολογικές, απρόσεχτες και προκατειλημμένες παρατηρήσεις, χωρίς ΚΑΜΙΑ ΜΑ ΚΑΜΙΑ επιστημονική αξία! Όποιος θέλει επιστήμη, να πάει αλλού!

Mark Rashid
- Αν θυμώσεις, πάει, το ‘χασες το άλογο.
- Σχεδόν πάντα ο τρόπος για να πάρεις μια καλύτερη απόκριση από το άλογό σου είναι να αλαφραίνεις την πίεση, αντί να την αυξάνεις.
- Αν μελετάς μια τεχνική, οι επιλογές σου είναι πολύ περιορισμένες. Αν μελετάς το άλογο, οι επιλογές σου είναι απεριόριστες.
- Ο πρώτος εκπαιδευτής στον οποίο μαθήτευσα έλεγε να μην περιμένω ενέργεια από το άλογο αν δεν νιώθει ότι υπάρχει σοβαρός σκοπός γι’ αυτό που του ζητώ. Θα πρέπει να βρω τρόπο ώστε αυτό που θέλω, να γίνει σημαντικό για το άλογο, να θελήσει να το κάνει μαζί μου. Μου εξήγησε ότι ίππευα την Σταρ χωρίς σκοπό και κατεύθυνση. Της ζητούσα να τρέξει, όμως δεν της έδινα κάποιο μέρος να πάει. Όλη την ώρα κοιτούσα το κεφάλι της. Όταν κοιτάς το κεφάλι της, δεν της δίνεις κάποια κατεύθυνση, πού να πάει. Η Σταρ με ένιωθε σαν έναν άβολο όγκο στη ράχη της. Δεν ήταν κάτι που κάναμε μαζί, ήταν κάτι που εγώ έκανα στο άλογο. Όταν άρχισα να της δείχνω με το σώμα και τη στάση μου ότι είχα κάποια ιδέα γι’ αυτό που έκανα, η δουλειά έγινε σημαντική και για τους δυο μας.

Tom Dorrance («ο δικηγόρος των αλόγων», «ο προστάτης άγιος των αλόγων»)
- Ό,τι έμαθα για τα άλογα, το έμαθα από τα άλογα.
- Δεν θεωρώ τον εαυτό μου «εκπαιδευτή αλόγων», δε μ’ αρέσει αυτός ο όρος. Απλώς από μικρός ζούσα με άλογα και γελάδια. Περνούσα πολλές ώρες μόνος μαζί τους, κι όταν ήμουν μόνος μ’ αυτά, μάθαινα πολλά.
- Απλώς ζω τη ζωή μου, όπως όλοι. Κι αν κανείς καταφέρει να πετύχει κάτι καλό, μπράβο του. Δεν επιβάλλω τίποτα σε κανέναν. Δεν δουλεύω έτσι με τα άλογα, δεν δουλεύω έτσι με τους ανθρώπους.
- Όταν ακούω κάποιον να λέει για ένα άλογο ή γελάδι ότι είναι ηλίθιο, σκέφτομαι ότι το ζώο τού έβαλε τα γυαλιά.
- Το άλογο μπορεί να μην κάνει αυτό που πρέπει, αυτό που του ζητά ο καβαλάρης, αλλά από τη σκοπιά του ζώου, το άλογο πάντα κάνει αυτό που πρέπει.
- Αφουγκράσου το άλογό σου. Άκουσέ το τι προσπαθεί να σου πει.

Buck Brannaman
- Άσε την ιδέα σου να γίνει ιδέα του αλόγου.
- Μπορείς να μάθεις να καβαλάς άλογο με φυσικό τρόπο, μέσα από την επικοινωνία, την κατανόηση, την ψυχολογία. Μπορείς και να το μάθεις μέσα από τη μηχανική, τον φόβο, τον τσαμπουκά.
- Τα κακοποιημένα άλογα είναι σαν τα κακοποιημένα παιδιά: δεν εμπιστεύονται κανέναν και πάντα περιμένουν το χειρότερο. Όμως με την υπομονή, την καθοδήγηση, τη συμπόνοια και την αποφασιστικότητα, μπορείς να τα βοηθήσεις να ξεπεράσουν το παρελθόν τους.
- Το άλογο είναι καθρέφτης της ψυχής σου. Κι ορισμένες φορές μπορεί να μη σου αρέσει αυτό που βλέπεις στον καθρέφτη.
- Είναι καταπληκτικό πόσο συγχωρούνε τα άλογα. Μπορούν αυτό που εμείς δεν μπορούμε.
- Τα άλογα δεν είναι τεμπέλικα ούτε άπληστα ούτε ζηλόφθονα ούτε μοχθηρά ούτε αργόστροφα. Δεν είναι έτσι. Αλλά ο άνθρωπος μερικές φορές βλέπει τα άλογα με τον τρόπο που βλέπει τους άλλους ανθρώπους.
- Πρέπει να προσαρμόζεσαι στις καταστάσεις. Αυτό που δουλεύει με ένα άλογο, μπορεί να μη δουλεύει με κάποιο άλλο. Όμως οι άνθρωποι συνήθως δεν θέλουν να προσαρμόζονται. Αν έχεις μια ρέγουλα και νομίζεις πως όλα τα άλογα θα προσαρμοστούν σ’ αυτήν, καλή επιτυχία. Δε γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα. Ναι, κι εγώ πολλές φορές θέλω από το άλογό μου να αλλάξει αυτό που κάνει, όμως πρέπει κι οι δυο μας να βρούμε ένα κοινό έδαφος. Δεν είμαι εγώ καλύτερος από το άλογο. Αλλά ούτε και χειρότερος. Έχω τα δικαιώματά μου. Αλλά και το άλογο έχει τα δικαιώματά του και οφείλω να τα σεβαστώ (δείτε εδώ ένα βίντεο με τον Buck να μιλά για τη δουλειά του).

Bill Dorrance
- Αν το άλογο δεν κάνει αυτό που του ζήτησες, τότε είτε έκανες τη λάθος ερώτηση είτε έκανες την ερώτηση λάθος.
- To άλογο θα κάνει φοβερά πράγματα για σένα όταν καταλάβει αυτό που του ζητάς. Θα κάνει εξίσου φοβερά πράγματα κι όταν δεν το καταλάβει.
- Όσο πιο πολλά μαθαίνω, τόσο πιο έξυπνο γίνεται το άλογό μου.
- Όταν τα άλογα τρομάζουν, δεν σκέφτονται ότι θα τα χτυπήσεις, σκέφτονται ότι θα τα σκοτώσεις.
- Μάθε να μην προσβάλλεσαι από το άλογό σου.
- I don't blame my horse. He's just being the best that he can be in spite of me.
- Να είσαι όσο το δυνατόν πιο ήπιος, να είσαι όμως και σταθερός. Να είσαι σταθερός χωρίς να γίνεσαι σκληρός ή να θυμώνεις, και να είσαι ήπιος χωρίς να γίνεσαι φλώρος.
- Μέσα σε κάθε άγριο άλογο είναι ένα καλό άλογο. Και μέσα σε κάθε καλό άλογο είναι ένα άγριο άλογο.

Ray Hunt
- Το άλογο είναι ένα ζώο που σκέφτεται, νιώθει και κρίνει. Μην το μεταχειρίζεστε σαν σκλάβο.
- Είναι απίστευτο τι μπορεί να κάνει ένα άλογο για μας, αρκεί να το μεταχειριστούμε σαν να είναι ένας από μας.
- Άμα θες να διδάξεις κάτι σ’ ένα άλογο κι έχεις καλή σχέση μαζί του, δεν το κάνεις να μάθει, το αφήνεις να μάθει.
- Παρακολούθα τα αυτιά του, τα μάτια του. Είναι όπως τα λαμπάκια στο αυτοκίνητό σου, είναι καλοί δείχτες.
- Δεν είναι τόσο ο στόχος, όσο αυτό που πρέπει να γίνεις για να τον πετύχεις.
- Να οδηγείς το άλογο με όλο σου το σώμα, όχι μόνο με τα χέρια και τα πόδια.
- To άλογο δεν είναι ο σκλάβος σου, είναι ο σύντροφός σου.
- Το μόνο που μετράει είναι αυτό που μαθαίνεις μετά από εκεί που νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα.
- Μπορεί να σε πετάξει απ’ τη ράχη του, να σε δαγκώσει, να σε κλωτσήσει. Σημαίνει ότι κάτι έκανες λάθος. To άλογο όμως δεν κάνει ποτέ λάθος.
- To άλογο ξέρει. Το ξέρει όταν ξέρεις, το ξέρει κι όταν δεν ξέρεις.
- Όταν κάποιος λέει για ένα άλογο ότι είναι αργόστροφο, ηλίθιο, ξεροκέφαλο, σημαίνει ότι δεν μπορεί να βάλει τον εαυτό του στη θέση του ζώου.
- Να θαυμάζεις το άλογό σου για όλα τα ωραία που κάνει και μάθε να μη δίνεις μεγάλη σημασία στα στραβά που κάνει.
- Άμα δεν κέρδισες την προσοχή του, μην προσπαθείς να την εκβιάσεις.
- The horse knows how to be a horse.
- Ο σκοπός μου με το άλογο δεν είναι να κερδίσω κάποιον, είναι να κερδίσω μέσα μου. Να κάνω το καλύτερο που μπορώ και αύριο να προσπαθήσω να το κάνω ακόμα καλύτερα. Δεν παλεύω με το άλογο αλλά με τον εαυτό μου.

Chris Irwin
- Μη ρωτάς τι μπορεί να κάνει το άλογό σου για σένα, ρώτα τι μπορείς να κάνεις εσύ για το άλογό σου.

John Lyons
- Μόνο δύο συναισθήματα μπορείς να πάρεις πάνω στη σέλα: υπομονή και αίσθηση του χιούμορ.
- Οι ακριβοί στάβλοι δεν φτιάχνουν ένα καλό άλογο, αλλά η φροντίδα που αφιερώνεις σ’ αυτό.

Monty Roberts
- Ο σπουδαίος εκπαιδευτής δεν κάνει το άλογό του να δουλεύει καλά. Ο σπουδαίος εκπαιδευτής κάνει το άλογό του να θέλει να δουλέψει καλά.

Royce McLaury
- Εκεί που τελειώνει η επικοινωνία και η κατανόηση, εκεί αρχίζει η βία.

Buster McLaury
- Η αίσθηση που εισπράττει το άλογο από σένα πρέπει πάντα να έχει κάποιο νόημα.
- Όταν ένα άλογο τα κάνει θάλασσα, αν ακούσεις προσεκτικά, σου λέει: δεν ήμουν σίγουρος τι υποτίθεται ότι έπρεπε να κάνω και, εκτός αυτού, ήμουν τρομαγμένος.

Ανώνυμος
- May the horse be with you.



Η Νεοφιλελεύθερη Φύση
Ερχόμαστε λοιπόν στον δαρβινισμό... Δηλαδή, στον νεοφιλελευθερισμό. Όμως, ας πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή: ο Άνταμ Σμιθ απεχθανόταν προσωπικά τη ζητιανιά και τα παρακάλια. Στους φτωχούς και τους ζητιάνους που ικέτευαν για χρήματα έβλεπε μόνο τεμπέληδες που βολεύονται στην εύκολη λύση, αντί να δουλέψουν τίμια• Έλληνες που κλέβουν και φοροδιαφεύγουν, σε αντιδιαστολή με τα παιδάκια του Νίγηρα. Δεν έβλεπε κάτι άλλο. Οπότε σκεφτόταν ότι θα ήταν καλύτερα, αντί ο ζητιάνος να τον παρακαλάει δουλικά, να του ξεχορταριάσει τον κήπο και να πάρει αμοιβή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα έμεναν όλοι ευχαριστημένοι. Και καθότι ο Σμιθ ήταν διανοούμενος, ανέπτυξε την παραπάνω μυωπία του σε μια αφήγηση για την κοινωνία, η οποία να προβλέπει ότι αν κάποιος ζητά αναδιανομή πλούτου, δεν μπορεί παρά να είναι τεμπέλης που βολεύεται στην εύκολη λύση. Οι επίγονοι του Σμιθ ολοκλήρωσαν την αφήγησή του σε μια καρτουνίστικη οικονομική σκοπιά, η οποία καταδεικνύει και μαθηματικά ότι το κοινό όφελος μεγιστοποιείται όταν δεν υπάρχει αναδιανομή πλούτου• όταν όλοι λειτουργούνε όπως τα κατά φαντασίαν παιδάκια του Νίγηρα, τότε συνεισφέρουν, χωρίς να το ξέρουν, στη δημιουργία ενός καλοσυνάτου φαντάσματος που φροντίζει για τη μέγιστη δυνατή ευτυχία στο μέγιστο δυνατό κομμάτι του πληθυσμού. Έχει όνομα αυτό το φάντασμα, λέγεται...

... όχι, όχι, δεν λέγεται αόρατο χέρι, λέγεται φυσική επιλογή.

Διότι και το δαρβινικό πρόγραμμα βρήκε εύλογη την ιδέα των μονάδων που, χωρίς να το ξέρουν, συνεισφέρουν στη δημιουργία ενός φαντάσματος. Υπό τον όρο ότι αυτές οι μονάδες θα συμπεριφέρονται όπως τα κατά φαντασίαν παιδάκια του Νίγηρα. Φοβάμαι όμως ότι η στάση που παρουσίασα για τα ζώα πιο πάνω φαλτσάρει με τον δαρβινισμό. Δεν έρχεται ακριβώς σε αντίθεση, όμως είναι μια ριζικά διαφορετική οπτική σε σχέση με τις υπονοούμενες παραδοχές του – οι διάφορες θεωρίες δεν είναι μόνο οι διακηρυγμένες θέσεις τους, είναι επίσης και οι μη–αποδείξιμες θεολογίες τους, τα υπονοούμενα αυτονόητα τα οποία συχνά οι θεωρητικοί περνάνε στο ντούκου.

Η θεολογία του δαρβινισμού είναι ο μαλθουσιανισμός, που επηρέασε έντονα την εποχή του. Ο Δαρβίνος έγραφε στην αυτοβιογραφία του (1876), έμφαση δική μου: «Τον Οκτώβριο του 1838, έτυχε να διαβάσω το δοκίμιο του Μάλθους για τον ανθρώπινο πληθυσμό. Οι εκτενείς μου παρατηρήσεις σε φυτά και ζώα με προετοίμασαν καλά για να εκτιμήσω αυτόν τον οικουμενικό αγώνα για επιβίωση. Μου ήρθε τότε η σκέψη ότι υπό αυτές τις συνθήκες, οι ευνοϊκές διαφοροποιήσεις θα τείνουν να διατηρούνται και οι υπόλοιπες να καταστρέφονται. Το αποτέλεσμα θα είναι ο σχηματισμός νέων ειδών. Επιτέλους, είχα μια θεωρία την οποία μπορούσα να δουλέψω» (από εδώ). Ο Μάλθους προβληματιζόταν για τη διάχυτη φτώχεια γύρω του και την εντατική τεκνοποίηση των φτωχών. Αν η προλεταριακή υπερπαραγωγή απογόνων συνεχίσει ανεξέλεγκτη, κατά τον Μάλθους πάντα, οι πληθυσμοί θα αυξηθούν πιο γρήγορα από ό,τι οι διαθέσιμοι πόροι, σε κάποια στιγμή δεν θα μπορούν πλέον να υποστηριχθούν, οπότε θα καταλήξουμε σε πολέμους, λιμούς, επιδημίες. Τα φάρμακα που πρότεινε ο Μάλθους ήταν η σεξουαλική εγκράτεια και ο οικογενειακός έλεγχος – όχι η στήριξη προς τους φτωχούς, αυτό δεν παίζει ως φάρμακο, διότι θα ενθαρρύνει την ανευθυνότητά τους, που γενοβολάν σαν κουνέλια χωρίς σκέψη για το αύριο. Αντιθέτως, η φτώχεια είναι θεόσταλτη επειδή αποτελεί ευκαιρία άσκησης των αρετών, οπότε ενάρετα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Ο Μάλθους δηλαδή είχε μια οπτική παρόμοια με αυτήν της κυβέρνησης Σαμαρά, που βλέπει τα τέκνα ως φορολογικό τεκμήριο. Άδικο είχαν οι Μαρξ & Ένγκελς όταν τον έλεγαν «λακέ της μπουρζουαζίας που νομιμοποιεί τη φτώχεια»;

Αυτό που έκανε κλικ στον Δαρβίνο ήταν η εικόνα της φύσης ως μαλθουσιανή καταστροφή – πολλά άτομα, λίγοι πόροι, σφοδρός ανταγωνισμός, συνεχής αγώνας για επιβίωση. Η εξέλιξη των ειδών υπήρχε, ως ιδέα, και πριν τον Δαρβίνο, δεν ήταν δική του• εξάλλου, ήταν κάτι που δεν ακουγόταν ξένο στους αγρότες και τους κτηνοτρόφους, από την εμπειρία τους στη διασταύρωση φυτών και ζώων, ήξεραν ότι τα είδη έχουν πλαστικότητα. Αυτό που έλειπε από τον Δαρβίνο ήταν μια σύλληψη ώστε η εξέλιξη να μην εξαρτάται από κάποιον Μεγάλο Αγρότη–Κτηνοτρόφο. Την βρήκε στη μαλθουσιανή φύση• τη φύση ως έναν σφοδρά ανταγωνιστικό καπιταλισμό, όπου τα διάφορα είδη είναι επιχειρήσεις και τα χαρακτηριστικά τους είναι προϊόντα που ρίχνονται στην αγορά. Αυτά που ανταποκρίνονται στη διαθέσιμη ζήτηση (= αναγκαιότητες του περιβάλλοντος) επικρατούν, τα υπόλοιπα εξαλείφονται από τους αμείλικτους νόμους της αγοράς, οι κερδοφόρες επιχειρήσεις συνεχίζουν να υπάρχουν, ενώ οι υπόλοιπες βάζουν λουκέτο. Κομψό, καρτουνίστικο, και μέσα στην προπαγάνδα της εποχής του (ήταν ο καιρός του laissez-faire τότε). Φοβάμαι ότι πρέπει να το πάρουμε απόφαση: η φύση είναι νεοφιλελεύθερη. Μελετήθηκε και εκπονήθηκε από τον Μίλτον Φρίντμαν.

Αυτή η αξίωση του μαλθουσιανισμού είναι σημείο αφετηρίας στη θεωρία του Δαρβίνου. Ακόμα και σήμερα, κάθε πανεπιστημιακό μάθημα Εξελικτικής Τάδε (Βιολογίας, Ψυχολογίας κ.λπ.) ξεκινά με τον μαλθουσιανισμό, ότι όταν κοιτάζουμε τη φύση, οφείλουμε να βλέπουμε αγώνα για επιβίωση. Και είναι μια θεολογία, κάτι μη–αποδείξιμο. Δεν είναι όμως και εντελώς στον αέρα, μπορεί κανείς να πει κάτι. Όχι για να την αποδείξει – δεν αποδεικνύεται – αλλά για να τη στηρίξει, να δείξει ότι έχει λόγους που υιοθετεί την οπτική αυτή. Αυτό κάνει ο Δαρβίνος στο Κεφάλαιο 3 του On the Origin of Species (1859), πριν ακόμα αναπτύξει τη θεωρία του. Στο Κεφάλαιο αυτό, που είναι το σημείο-κλειδί στο έργο του, επιχειρεί να εγκαθιδρύσει στον αναγνώστη τη θεολογία του μαλθουσιανισμού, να τον κάνει να βλέπει παντού ανταγωνισμούς και αγώνες και μάχες. Οπότε μιλά για τσακάλια σε περίοδο λιμού που παλεύουν μέχρι θανάτου για λίγη τροφή, φυτά βίσκου που ανταγωνίζονται μεταξύ τους να επικρατήσουν πάνω στον ξενιστή, τον τρομακτικό αλλά ήσυχο αγώνα των οργανικών όντων που λαμβάνει χώρα μέσα σε ειρηνικά δάση και ηλιόλουστα λιβάδια: “it is the doctrine of Malthus applied with manifold force to the whole animal and vegetable kingdoms”. Διατήρησε όμως για τα ζώα όχι μόνο τα μαθηματικά του Μάλθους, αλλά και την οπτική του για τους φτωχούς. Ο Πάγκαλος δεν πρωτοτυπούσε όταν έλεγε «μαζί τα φάγαμε», ούτε η Μέρκελ όταν έλεγε «ζούσατε πάνω από τις δυνατότητές σας». Ο Δαρβίνος τα είχε πει πρώτος. Στο Κεφάλαιο 3 φέρνει το παράδειγμα των ελεφάντων ως μαλθουσιανό μοντέλο για όλα τα είδη: ένα ζευγάρι ελεφάντων κάνει κατά μέσο όρο 6 ελεφαντάκια, τρία ζευγάρια, όπου το κάθε ένα θα κάνει άλλα 6 ελεφαντάκια, άλλα τρία ζευγάρια, όπου το καθένα άλλα 6 ελεφαντάκια κ.ο.κ. Κάθε ελέφαντας ζει περίπου 90 χρόνια, χρειάζεται 150 κιλά τροφής καθημερινά, όμως με τους πληθυσμούς να αυξάνονται εκθετικά, δε θέλει πολλή φιλοσοφία ότι μέσα σε μερικές γενιές οι απόγονοι ενός ζευγαριού ελεφάντων θα χρειάζονται όλη τη χλωρίδα του πλανήτη για να τραφούν. Οπότε αναγκαστικά ένα μεγάλο μέρος τους θα πρέπει να εξαλειφθεί πριν την ενηλικίωση, σκληρός ανταγωνισμός, αγώνας για επιβίωση, νεοφιλελεύθερη φύση.

Δηλαδή, κατά τον Δαρβίνο, οι ελέφαντες είναι κρετίνοι.

Όπως ακριβώς οι φτωχοί, κατά τον Μάλθους: ξέρουν μόνο να τρων και να γαμάνε, μέχρι να εξαντλήσουν τους πόρους του περιβάλλοντος. Για πες, ρε Μέρκελ, κι εσύ: «ζούσατε πάνω από τις δυνατότητές σας». Μαζί τα φάγατε.

Η φυσική επιλογή, λοιπόν, γεννήθηκε πριν από τον Δαρβίνο, τότε που ο Μάλθους παρουσίασε τη δυστοπία του και οι επίγονοι του Άνταμ Σμιθ αξίωσαν ότι συμφεροντολογικές μονάδες που ανταγωνίζονται δημιουργούν μακροσκοπικές νομοτέλειες. Πρόκειται για κοινή ιδέα με δύο διαφορετικές αποχρώσεις. Έχουμε όμως το δικαίωμα να ελέγξουμε τους δογματικούς αυτής της καρτουνίστικης ιδέας για την οικονομία, να τους ρωτήσουμε αν αυτό που ονομάζουν «ελεύθερες αγορές» δημιουργεί πάντα αόρατα χέρια που φροντίζουν για τη μέγιστη δυνατή ευτυχία στο μέγιστο δυνατό κομμάτι του πληθυσμού, ή ανησυχητικά πολλές φορές τείνει να παράγει κοινωνία δύο ταχυτήτων, διαιώνιση της φτώχειας, αόρατα χέρια για την ελίτ και αόρατα κωλοδάχτυλα για τους πολίτες 2ης κατηγορίας (δεν θα είμαστε οι μόνοι, ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ Βατικανού έχει κάποιες συναφείς ενστάσεις). Ομοίως, έχουμε το δικαίωμα να αναρωτηθούμε και για την ιδέα αυτή στη βιολογία.

Ούτε κι εδώ θα είμαστε οι μόνοι. Ήδη από τον καιρό του Δαρβίνου ακόμα, είχαν διατυπωθεί ενστάσεις από μια σειρά Ρώσων φυσιοδιφών (ο Κροπότκιν ο πιο γνωστός), που αμφισβητούσαν τη θεολογία του μαλθουσιανισμού: «Εμείς, στη φύση, δεν βλέπουμε αυτόν τον οικουμενικό αγώνα για επιβίωση που βλέπεις εσύ. Βλέπουμε μια άλλη φύση, με εκτενή συνεργασία, και ο αγώνας για επιβίωση να είναι περισσότερο η εξαίρεση παρά ο κανόνας. Αυτό που εσύ βλέπεις είναι μάλλον χρωματισμένο από τις ιδιαιτερότητες και της καταστάσεις της χώρας σου» (εδώ για όποιον θέλει περισσότερα). Σε πιο σύγχρονη εκδοχή, μπορούμε να δούμε την αλλαγή οπτικής που έλαβε χώρα τις τελευταίες δεκαετίες ως προς τις κοινωνίες πολλών ζώων, κι αντί ο κόσμος τους να περιγράφεται ανταγωνιστικός, βίαιος και ρεπουμπλικανόψυχος, άρχισε να περιγράφεται συνεργατικός, αλληλοβοηθητικός και ειρηνικός. Όλα αυτά φαλτσάρουν με τον μαλθουσιανισμό πίσω από τον δαρβινισμό. Βέβαια, η εξέλιξη μέσω φυσικής επιλογής αφήνει χώρο και για αλτρουιστικές συμπεριφορές, αρκεί αυτές να είναι οι εξαιρέσεις που δεν απειλούν τον κανόνα. Αν μαζευτούν, τότε σε όλο και περισσότερο κόσμο θα αρχίσει να μην ακούγεται εύλογη η θεολογία του μαλθουσιανισμού. Αντίθετα, θα μοιάζει ότι αυτή είναι κάτι που περισσότερο χαρακτηρίζει τον ίδιο τον Δαρβίνο, την εποχή και τον τόπο του, παρά μια αντικειμενική αλήθεια στην πραγματικότητα εκεί έξω. Ο Μπέρτραντ Ράσελ παρατηρούσε (εδώ) ότι τον 17ο αιώνα, τα ζώα ήταν αιμοβόρα. Από την εμφάνιση του Ρουσσώ και μετά, τα ζώα έγιναν ευγενείς άγριοι. Τον καιρό της βασίλισσας Βικτώριας, οι πίθηκοι έγιναν πρότυπα μονογαμίας. Τη δεκαετία του 1920 (με την εμφάνιση του Φρόιντ), τα ζώα έγιναν σεξομανιακά. Το ζώο που αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα, προσπαθεί μανιασμένα μέχρι να πετύχει τυχαία τη λύση – αν ο παρατηρητής είναι Αμερικάνος. Εναλλακτικά, κάθεται και ξύνει το κεφάλι του μέχρι να αναδυθεί από μέσα του η λύση – αν ο παρατηρητής είναι Γερμανός. Το τι βλέπει ο καθένας στη φύση εξαρτάται έντονα κι από το πνεύμα της εποχής του, από τα αυτονόητα στα οποία έχει συνηθίσει.

Όμως δεν χρειάζεται να πάμε αναγκαστικά στη σοσιαλιστική φύση του Κροπότκιν για να βρούμε οπτικές που φαλτσάρουν με τη θεολογία του δαρβινισμού. Το μεγαλύτερο μέρος από την ίδια την επιστήμη της οικολογίας (όχι με την πολιτική έννοια) επίσης φαλτσάρει μαζί του. Αυτό είναι κάτι που αρχίζει να αναγνωρίζεται τώρα τελευταία, γι’ αυτό και οι Loehle & Pechmann γκρινιάζουν εδώ: “At present, however, evolutionary theory is rarely an integral part of systems ecology or ecosystem modeling”. Για παράδειγμα, οι (επιστήμονες) οικολόγοι που εξετάζουν τα οικοσυστήματα από κυβερνητική σκοπιά συνήθως δεν βλέπουν αυτό που έβλεπε ο Δαρβίνος, «τον τρομακτικό αλλά ήσυχο αγώνα των οργανικών όντων που λαμβάνει χώρα μέσα σε ειρηνικά δάση και ηλιόλουστα λιβάδια». Ούτε και τη σοσιαλιστική φύση του Κροπότκιν. Αυτό που βλέπουν στα οικοσυστήματα είναι ένα πολυδιάστατο ίντερνετ, ένα γιγάντιο δίκτυο μηνυμάτων και feedback, μια ροή πληροφοριών μεγέθους πολλών Mbps, με τα καλώδιά του να είναι όλοι οι παράγοντες που μεσολαβούν στους μετασχηματισμούς μάζας και ενέργειας: ήχοι, οσμές, θεάσεις, αισθήσεις, χημικά μηνύματα, το ύψος του ήλιου στον ουρανό, η θερμοκρασία, τα κελαϊδίσματα των πουλιών, το βουητό των εντόμων, φερομονικά δίκτυα, αλληλοπαθητικές χημικές ενώσεις, τακτικές μίμησης και καμουφλάζ, τα ίδια τα μέλη του οικοσυστήματος που λειτουργούν ως μηνύματα για άλλα μέλη. Οι επιστήμονες αυτοί δεν βλέπουν τα σαρκοφάγα ως «την κορυφή της τροφικής αλυσίδας» αλλά ως έναν ρυθμιστή βακτηρίων του οικοσυστήματος• δε βλέπουν τα υμενόπτερα (μυρμήγκια, μέλισσες, σφήκες κ.λπ.) ως τους παρίες της φύσης, έναν καταναλωτή χαμηλής τάξης στην τροφική αλυσίδα, αλλά ως έναν ρυθμιστή μεταβολισμού του οικοσυστήματος, όπου μέσω της παρασιτικής του δράσης στα φυτοφάγα είναι ικανός να παραγάγει μεγάλο μακροσκοπικό effect παρόλο που συμμετέχει σε ένα ασήμαντο ποσοστό του ολικού μεταβολισμού. Από την οπτική αυτή, τα οικοσυστήματα είναι ίντερνετ, χωρίς κάποιο στρατηγείο ή κρυμμένο μηχανισμό, γεμάτα από μικρούς παράγοντες που μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες επιπτώσεις, τα οποία μέσα από τη χαώδη και πολυδιάστατη αλληλεπίδραση των μελών τους παράγουν κανονικότητες, δομή και οργάνωση. Όμως αυτή η σύλληψη του συστήματος δεν υπήρχε καν στον καιρό του Δαρβίνου: “Either the ecosystem is orderly in the way we have described, or its lack of chaos just happened to develop from unregulated Darwinian struggles between competing populations, all alone and uninfluenced except by each other, on a neutral stage of life. The latter seems implausible to us” (Patten & Odum, The Cybernetic Nature of Ecosystems).

Σκεφτείτε τώρα πόσο απλοϊκή ακούγεται η συλλογιστική του Δαρβίνου από την παραπάνω σκοπιά, σκεφτείτε το παράδειγμα με τους μαζί–τα–φάγαμε ελέφαντες. Η οικολογία έχει να δώσει αμέτρητα παραδείγματα από πληθυσμούς που αυξάνονται ραγδαία, μέχρι που μειώνουν τον ρυθμό αναπαραγωγής τους με συστημικό τρόπο πριν φτάσουν σε μαλθουσιανή καταστροφή: ούτε νεοφιλελεύθερη φύση ούτε αγώνας για επιβίωση. Γενικότερα μιλώντας, οι διάφορες παραλλαγές του δαρβινικού προγράμματος απαιτούν να υπάρχει κάτι στη φύση που να συμπεριφέρεται σαν homo economicus. Πάντα πρέπει να υπάρχει κάτι που μεγιστοποιεί κάτι άλλο, που έχει συνάρτηση χρησιμότητας, που θέλει μόνο να τρώει και να γαμάει. Αυτό το κάτι είναι είτε οι οργανισμοί (όπως η αρχική σύλληψη του Δαρβίνου), είτε οι πληθυσμοί των οργανισμών, είτε συνδυασμός αυτών των δύο (όπως η μεταγενέστερη σύλληψή του), είτε τα γονίδια ενός πληθυσμού• το δαρβινικό πρόγραμμα έχει πάντα κάτι που πρέπει να κάνει κλικ σε έναν νεοκλασικό οικονομολόγο. Όμως, στη κυβερνητική σκοπιά που ανέφερα πιο πάνω, δεν υπάρχει τίποτα στα οικοσυστήματα που να έχει συνάρτηση χρησιμότητας. Το σύστημα δεν λειτουργεί με στρατηγείο, δε λειτουργεί μηχανιστικά, αλλά με ένα τεράστιο δίκτυο αλληλεπιδράσεων και ανταλλαγής πληροφοριών. Είναι αναρχικό και αντιεξουσιαστικό, όπως ο Γιώργος Παπανδρέου. Οπότε, η ίδια η επιστήμη της οικολογίας φαλτσάρει με τον δαρβινισμό, κάτι που βλέπω πως τώρα τελευταία αρχίζει να αναγνωρίζεται και συνειδητά: “Darwin offered a way to abstract away from the complex details of ecology, by summing all the positive and negative influences on an organism’s propensity to survive and reproduce, into a single term called fitness ... ecologists have found other ways of navigating through this complexity. Τhey have discovered dimensions of simplicity and order besides fitness” (από εδώ).

Όλα τα παραπάνω δεν καταρρίπτουν τον δαρβινισμό («φαλτσάρουν» είναι η έκφραση που χρησιμοποιώ). Και δεν μπορούν να τον καταρρίψουν διότι αυτός στηρίζεται σε μια μη–αποδείξιμη θεολογία: η φύση είναι αγώνας για επιβίωση. Είναι;... Δεν απαντιέται αυτό το ερώτημα, take it or leave it. Όμως όλες οι επιστημονικές θεωρίες περιλαμβάνουν και θεολογίες, δεν είναι εξαίρεση ο δαρβινισμός, οπότε δεν διαψεύδονται ποτέ δραστικά. Ο Dawkins μπορεί να επαναλαμβάνει την εξυπνάδα του Haldane, «αν βρεθεί ένα απολίθωμα κουνελιού σε γεωλογικά στρώματα της προκάμβριας περιόδου, πάει η θεωρία της εξέλιξης, διαψεύστηκε», όμως αυτό δεν γίνεται ποτέ στην επιστήμη (αλήθεια, αν βρεθεί ένα προκάμβριο κουνέλι θα διαψευστεί η θεωρία του Δαρβίνου; Το συζητάνε οι βιοχημικοί, παλαιοντολόγοι, βιολόγοι στα σχόλια αυτού του μπλογκ, καθώς κι ο Godfrey-Smith εδώ, διαβάστε τα. Αν ανακοινωθεί ότι βρέθηκε απολίθωμα κουνελιού σε προκάμβρια στρώματα, πιο πιθανό είναι να ειπωθεί ότι το δείγμα μολύνθηκε, ότι δεν είναι σε καλή κατάσταση, ότι έγινε λάθος στη χρονολόγηση, ότι είναι απάτη, ότι είναι μια τοπική ανωμαλία που δεν απειλεί το θεωρητικό οικοδόμημα, ότι ο επιστήμονας είναι άπειρος, ή να αμφισβητηθεί ότι πρόκειται για κουνέλι). Αυτό που όντως γίνεται στην επιστήμη είναι ότι οι θεωρίες γερνάνε, ασχημαίνουν και παύουν να γοητεύουν, σαν τους σταρ του σινεμά. Οπότε, η στάση των οικολόγων πιο πάνω, που αδιαφορούνε για εξελικτικές σκοπιές στις μελέτες τους (Loehle & Pechmann: “At present, however, evolutionary theory is rarely an integral part of systems ecology or ecosystem modeling”), είναι χαρακτηριστική αυτής της γήρανσης. Και δεν είναι μόνο οι οικολόγοι. Να δώσω ένα άλλο παράδειγμα: το πιο επιδραστικό επιστημονικό βιβλίο του 20ου αιώνα ήταν σίγουρα το The Structure of Scientific Revolutions του Thomas Kuhn. Ο συγγραφέας μελέτησε ιστορικά πολλές επιστημονικές επαναστάσεις, όμως παραδόξως άφησε απέξω τον Δαρβίνο. Γιατί; Δεν μπορώ να ξέρω, δεν είμαι μέσ’ στο μυαλό του. Η υποψία μου είναι ότι ο Kuhn αισθανόταν άβολα με τον δαρβινισμό, οπότε επέλεξε να αδιαφορήσει γι’ αυτόν. Πάρα πολύς κόσμος αισθάνεται άβολα με τον δαρβινισμό – σοβαρός κόσμος, μέσα στον χώρο της επιστήμης, όχι θρησκόπληκτοι – όμως δεν μπορεί να εντοπίσει εύκολα τι του φταίει. Και δε γίνεται να το ομολογήσει ανοιχτά, θα πέσουν να τον φάνε: είσαι αρνητής της επιστήμης, οπισθοδρομικός, δίνεις τροφή στους σκοταδιστές κ.λπ. Οπότε, απλά κρατάει το στόμα του κλειστό και αυτολογοκρίνεται, όπως εικάζω ότι έκανε ο Kuhn. Διότι οι διάφοροι Dawkins και οι δογματικοί έχουν πολώσει το θέμα: ή δαρβινισμός ή Θεός (ευφυής σχεδιασμός, εξωγήινοι κ.λπ.), δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Το οποίο, αν το καλοσκεφτείτε, είναι η τακτική του Σαμαρά: ψηφίστε με αλλιώς θα βγει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Καταλήγουμε στο σημείο που με ενδιαφέρει και θέλω τώρα να σας ρωτήσω: διαβάστε πάλι τη στάση της Vicky Hearne και τους horse whisperers που ανέφερα πιο πάνω. Ποια φύση βλέπουν αυτοί; Τη νεοφιλελεύθερη φύση του Δαρβίνου; Πώς βλέπουν τα ζώα; Ως προϊόντα ενός σκληρού αγώνα για επιβίωση και αναπαραγωγή;... ή ως οχήματα γονιδίων που συμπεριφέρονται σαν χυδαίοι καπιταλιστές, νοιάζονται μόνο να μεγιστοποιήσουν το κέρδος τους (= τη διαιώνιση των αντιγράφων τους μέσα σ’ έναν πληθυσμό);... Έτσι βλέπουν τα ζώα;

Όχι, σαφώς και δεν τα βλέπουν έτσι, σε καμία περίπτωση. Δε βλέπουν τα ζώα ως κρετίνους, αλλά ως δημιουργικά πρόσωπα. Νομίζω όμως πως ούτε τη σοσιαλιστική φύση του Κροπότκιν βλέπουν. Για παράδειγμα, η συνεργασία και η μη-βία, στην οπτική των horse whisperers, δεν προκύπτει επειδή οι άνθρωποι και τα ζώα έχουν «καλοσύνη» μέσα τους, είναι «καλοί» από τη φύση τους• προκύπτει από την επικοινωνία και την κατανόηση (Royce McLaury: «Εκεί που τελειώνει η επικοινωνία και η κατανόηση, εκεί αρχίζει η βία»). To αντίθετο της βίας, δηλαδή, δεν είναι η καλοσύνη και η αγάπη, είναι η κατανόηση. Όσο περισσότερο βάζεις τον εαυτό σου στη θέση του άλλου και καταλαβαίνεις γιατί κάνει αυτό που κάνει, τόσο λιγότερο τείνεις να γίνεσαι βίαιος απέναντί του. Όπως λέει κάπου η Vicky Hearne, όταν κάποιος θυμώνει με τον σκύλο του και τον χτυπάει, είναι σαν ένα διαζύγιο, μια διακοπή επικοινωνίας: εκείνη τη στιγμή, παύει να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον.

Επίσης, νομίζω πως οι horse whisperers δεν βλέπουν ούτε την ιντερνετική φύση των οικολόγων. Δηλαδή στο μοντέλο του Δαρβίνου με τους μαζί–τα–φάγαμε ελέφαντες, πιστεύω, θα παρατηρούσαν πώς όταν οι ελέφαντες αρχίζουν να μη βρίσκουν αρκετή τροφή και να πεινάνε... θα καταλάβουν ότι δεν τους παίρνει να κάνουν πολλά ελεφαντάκια! Νομίζω πως όλοι αυτοί θα λέγαν στον Δαρβίνο πολύ απλά: «Οι ελέφαντες δεν είναι κρετίνοι!» (Buck Brannaman: «Τα άλογα δεν είναι τεμπέλικα ούτε άπληστα ούτε ζηλόφθονα ούτε μοχθηρά ούτε αργόστροφα. Δεν είναι έτσι. Αλλά ο άνθρωπος μερικές φορές βλέπει τα άλογα με τον τρόπο που βλέπει τους άλλους ανθρώπους»).

Λοιπόν, σίγουρα δεν βλέπουν τη νεοφιλελεύθερη φύση του Δαρβίνου αλλά κάτι άλλο. Δεν είμαι σίγουρος πώς να το εκφράσω, βοηθήστε κι εσείς. Αν πρέπει να διαλέξω μια λέξη, θα έλεγα μάλλον: αγώνας για επίτευξη (;). Οι horse whisperers συνέχεια τονίζουν ότι το άλογο θέλει να κάνει πράγματα, να καταφέρει κάτι, και χαίρεται όταν το καταφέρνει. Η Vicky Hearne έλεγε ότι το ζώο συνεχώς δουλεύει, κι έχει υπαρξιακή σημασία η δουλειά του. Αγώνας για επίτευξη, όχι για επιβίωση, όμως επίτευξη με το νόημα που του δίνει το ζώο, όχι εμείς. Βλέπουν ίσως μια φύση προσώπων, όχι αντικειμένων;

Εδώ όμως χρειάζομαι βοήθεια. Ενας από τους λόγους που έγραψα το κείμενο είναι επειδή θέλω ν’ ακούσω κι άλλες γνώμες. Εσείς τι βλέπετε στα λόγια τους;

Ας κλείσουμε με μια ανταπάντηση στον Δαρβίνο για τους μαζί–τα–φάγαμε ελέφαντές του. Εσείς κι εγώ δεν ξέρουμε από ελέφαντες. Ούτε ο Δαρβίνος, εξάλλου. Προτείνω να ρωτήσουμε τους ειδικούς, αυτούς που ζούνε με ελέφαντες και κάνουν πράγματα μαζί τους. Αυτοί είναι που οφείλουν να μιλήσουν, και θα τα πούνε με τον δικό τους τρόπο, όχι με τον δικό μας. Αντιγράφω από εδώ μια μαρτυρία Καρέν:

A long time ago there was a couple. The man went away for a long time trading. When he returned home he had a small basket with a white fly inside. His wife was curious, opened the basket and the white fly penetrated her nose. She started to sneeze without stopping until her nose was as long as a trunk. Her body grew bigger and bigger and her skin became harder and harder. She did not fit into her house anymore. Her body grew as big as an elephant.
The man talked to the elephant since it was his wife. As if they were humans, elephants and Karen understand each other very well. They are good companions. Once, a man put heavy loads on the elephant and it complained. To avoid hearing the complaints the man twisted the tongue of the elephant. Although elephants can not speak, they can understand very well. 
Karen and elephants are very close. They cooperate beyond spoken language, showing respect for each other like partners, like husband and wife. 

Λοιπόν, οι ελέφαντες είναι άνθρωποι που δεν μπορούν να μιλήσουν. Όμως καταλαβαίνουν πολύ καλά, είναι και καλοί σύντροφοι. Σαν σύζυγοι. Με άλλα λόγια... οι ελέφαντες δεν είναι κρετίνοι!

Με ενδιαφέρει το θέμα του «ορθολογισμού», που λέει ο κ. Christensen, και θέλω να το συζητήσω περισσότερο έτσι όπως χρησιμοποιείται στην επιστήμη. Αυτό όμως θα το αφήσω για την επόμενη ανάρτηση. Μέχρι τότε, δείτε αυτά που έθιξα, ψάξτε τα κι εσείς, γυρίστε τα στο μυαλό σας, πείτε μου τη γνώμη σας και ...

... may the horse be with you


The Truth Is Out There

Θέλω να κάνω μια κουβέντα για τη φύση της ανθρώπινης νοημοσύνης. Την μετράμε (ή έτσι νομίζουμε) με διάφορους τυπικούς και άτυπους τρόπους – π.χ. «έξυπνος» αυτός που έχει υψηλό IQ, ή πανεπιστημιακό πτυχίο, PhD και Νόμπελ, ή θεωρούμε πως τα μαθηματικά και το σκάκι ευνοούν τη νοημοσύνη. Όλα τα παραπάνω όμως δεν με ικανοποιούν, αν με τη λέξη «νοημοσύνη» εννοούμε, πολύ γενικά, την επιτυχημένη αντιμετώπιση των ποικιλόμορφων βιοτικών περιστάσεων. Το αφήνω ανοικτό ερώτημα και σε σας. Έχετε γνωρίσει γκραν μαιτρ στο σκάκι; Τους έχετε βρει «έξυπνους»; (τους έχετε βρει ελκυστικούς ή ευχάριστους;). Πιστεύετε ότι ένας καθηγητής πανεπιστημίου ή κάποιος με υψηλό IQ είναι «έξυπνος»; Ότι καλλιέργησε κάποια θεμελιώδη ανθρώπινη ικανότητα, που τον βοηθά να αντιμετωπίσει επιτυχημένα τις ποικιλόμορφες καταστάσεις που φέρνει η ζωή; Έχετε γνωρίσει πιο μονόχνωτους ανθρώπους από τους μαθηματικούς;

Κάποτε συνάντησα ένα παλικάρι που ήταν εκπέρ στα σταυρόλεξα. Άνοιγε το περιοδικό και πήγαινε κατευθείαν στα πολύ δύσκολα σταυρόλεξα, «για δυνατούς λύτες», αυτά στα οποία πρέπει να συμπληρώσεις και τα μαύρα κουτάκια. Μου ζητούσε να κρατήσω χρόνο τρία λεπτά. Το μολύβι του έτρεχε σαν μανιασμένο, έγραφε – έσβηνε – έγραφε – έσβηνε, και αν έλυνε το σταυρόλεξο σε περισσότερο από τρία λεπτά, το θεωρούσε αποτυχία (πάντως ήταν δεδομένο ότι θα το έλυνε, δεν υπήρχε περίπτωση, και «λύση» του σταυρόλεξου καλείται το να μην αφήσεις ούτε ένα γράμμα ασυμπλήρωτο). Αυτός ο άνθρωπος ήταν σίγουρα εξειδικευμένος σε κάτι, είχε μια δεξιότητα. Όπως κι ένας ζογκλέρ έχει μια άλλη δεξιότητα, ένας ταχυδακτυλουργός μια άλλη, ένας ταυρομάχος μια άλλη. Σε κάποιες πολύ στενές βιοτικές περιστάσεις, όλοι οι παραπάνω διαπρέπουν. Δε σημαίνει όμως ότι ανέπτυξαν όμως κάποια θεμελιώδη ανθρώπινη ποιότητα («νοημοσύνη»), που τους βοηθά να αντιμετωπίσουν επιτυχημένα τις προκλήσεις που φέρνει η ζωή: είναι απλά εξειδικευμένοι, δεξιοτέχνες σε κάτι.

Το ίδιο ακριβώς και το υψηλό IQ, τα μαθηματικά, την ακαδημαϊκότητα, το σκάκι: τα βλέπω όλα αυτά όπως την τέχνη του ζογκλέρ και του σταυρολεξολόγου. Απλώς μια εξειδίκευση σε κάτι. Και το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι έτσι ώστε να βγάζει διάφορους τέτοιους καταρτισμένους σταυρολεξολόγους, ηλίθιους έξυπνους (αυτό όμως είναι θέμα για άλλη ανάρτηση). Κρίνω ότι υπάρχει μια ΠΟΛΥ ΠΙΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ στην ανθρώπινη νοημοσύνη, για την οποία το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι τυφλό. Ας αρχίσουμε όμως με προτεστάντες:


Η Επιστημολογία των Συντηρητικών
Ο Σκωτσέζος κοινωνιολόγος Steve Bruce στο βιβλίο του God is Dead (2002) κάνει μια πολύ εύστοχη παρατήρηση (στο Κεφ. 5) για τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ συντηρητικών και φιλελεύθερων Προτεσταντών (φιλελεύθερος δηλαδή liberal, το αντίθετο του conservative). Αυτή έχει να κάνει με τον τρόπο που διαβάζουν τη Βίβλο οι μεν και οι δε, και προσλαμβάνουν τα νοήματά της: οι συντηρητικοί τα ανακαλύπτουν, οι φιλελεύθεροι τα χτίζουν.

Σκεφτείτε το ως εξής. Διαισθάνομαι μια σειρά από περίεργες συμπτώσεις και συμβάντα στο περιβάλλον μου. Κάποιοι συνωμοτούν εναντίον μου ή εγώ γίνομαι παρανοϊκός; Πού θα αποδώσω την ανησυχία μου: διαβάζω σωστά τα εξωτερικά σημάδια ή παραλογίζομαι; Ποιο από τα δύο ισχύει, (1) το νόημα είναι εκεί έξω, στην αντικειμενική πραγματικότητα, κι εγώ μια ουδέτερη κάμερα που το καταγράφει ή (2) το νόημα είναι σε μένα και το προβάλλω έξω; Οι συμπτώσεις και τα συμβάντα συνδέονται από μόνα τους (π.χ. εξαιτίας μιας συνωμοσίας) ή εγώ είμαι αυτός που κάνει τις συνδέσεις;

Αυτό που παρατηρεί ο Steve Bruce είναι ότι οι συντηρητικοί Προτεστάντες υιοθετούν τη στάση (1). Η πεποίθησή τους είναι ότι ανακαλύπτουν το νόημα στη Γραφή, νιώθουν ότι δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να ανιχνεύουν αυτό που ήδη υπάρχει εκεί έξω, στις σελίδες της Βίβλου. Από την άλλη, οι φιλελεύθεροι Προτεστάντες τείνουν να το καταλαβαίνουν ότι ερμηνεύουν όταν διαβάζουν τη Βίβλο – δηλαδή παίρνουν ένα χωρίο, το εξετάζουν σε σχέση με τη ζωή τους, τα βιώματά τους, το εξηγούν μεταφορικά, έχουν την επίγνωση ότι συνεισφέρουν κι οι ίδιοι στο νόημα των στίχων.

Τώρα... η αλήθεια είναι ότι πάντα ερμηνεύουμε, όλοι μας! Η διαφορά είναι, κατά τον Bruce, ότι οι φιλελεύθεροι Προτεστάντες τείνουν να το καταλαβαίνουν. Οι συντηρητικοί Προτεστάντες όμως – και οι συντηρητικοί, γενικότερα – δεν το συνειδητοποιούν. Οπότε, κατοικούν σε έναν κόσμο διαρκούς ανακάλυψης, διαβάζουν εξωτερικά σημάδια, ανιχνεύουν κάτι αντικειμενικό, ανεξάρτητο από αυτούς. Δεν αρμενίζω εγώ στραβά, ο γυαλός είναι στραβός. Δεν είμαι εγώ παρανοϊκός, αυτοί συνωμοτούν εναντίον μου.

Παράδειγμα γι’ αυτό μπορούμε να δούμε στον πρώτο συντηρητικό Προτεστάντη της ιστορίας, τον ίδιο τον Λούθηρο. Όπως ίσως ξέρετε, ο Λούθηρος κήρυξε το sola scriptura («μόνο η Γραφή»), ότι δεν χρειαζόμαστε εκκλησιαστικές αυθεντίες, όλη η απαραίτητη γνώση περιέχεται στη Γραφή και μπορούμε να την αποκτήσουμε από αυτήν. Ο Έρασμος όμως καταλάβαινε ότι η «Γραφή» σήμαινε, ουσιαστικά, «ο τρόπος που ο Λούθηρος διαβάζει τη Γραφή»: You stipulate that we should not ask for or accept anything but Holy Scripture, but you do it in such a way as to require that we permit you to be its sole interpreter. Ο Έρασμος το καταλάβαινε πολύ καλά ότι ο Λούθηρος «ανακάλυπτε» αυτό που ο ίδιος προέβαλλε στη Γραφή, όμως για τον Λούθηρο ήταν τυφλό σημείο. Ο ίδιος ήταν όχι απλώς συντηρητικός – θα έλεγα, τυπικός φανατικός. Απόλυτα πεπεισμένος ότι διάβαζε στα βιβλικά κείμενα την «αντικειμενική» τους ερμηνεία, διαθέσιμη για τον καθένα που απλώς κάνει τον κόπο να ανοίξει τη Γραφή. Π.χ. το γνωστό περιστατικό στα 1518 με το χωρίο 1:17 από την Προς Ρωμαίους Α’ επιστολή του Παύλου, όπου ξαφνικά «ανακάλυψε» το αληθινό της νόημα (“At last, by the mercy of God, meditating day and night, I gave heed to the context of the words etc.”). Και η μαρτυρική του καριέρα ήταν γεμάτη με τέτοιες «ανακαλύψεις» στα βιβλικά κείμενα.

Ό,τι και να πούμε γι’ αυτόν, ήταν ειλικρινής. Κάθε άλλο παρά υποκριτής. Δεν αγωνιζόταν για τη δική του ερμηνεία της Βίβλου, αλλά για την αντικειμενική αλήθεια που ανακάλυψε στη Βίβλο. Η περίπτωσή του δείχνει ξεκάθαρα την επιστημολογία των συντηρητικών – ότι δεν έχουν επίγνωση για τις προσωπικές τους ερμηνείες και τις εξορίζουν σε αντικειμενική διάσταση, ως αλήθειες εκεί έξω. Το νόημα είναι στα βιβλικά κείμενα• δεν είμαι εγώ παρανοϊκός, αυτοί συνωμοτούν εναντίον μου• δεν αρμενίζω εγώ στραβά, ο γυαλός είναι στραβός.

Ένα άλλο παράδειγμα για την επιστημολογία των συντηρητικών είναι τα... X-Files! Αν θυμάστε, σε κάθε επεισόδιο της σειράς γινόταν περίπου το εξής: ο Μόλντερ και η Σκάλι είχαν ορισμένα στοιχεία για ένα περίεργο περιστατικό, τα οποία μπορούσαν πάντα να ερμηνευθούν με δύο τρόπους, (1) υπάρχει πράγματι μια συνωμοσία, ένα τέρας, ένας εξωγήινος κ.λπ. εκεί έξω, ή (2) δεν φταις εσύ, η φαντασία μου τα φταίει. Οι δύο πράκτορες του FBI παρουσιάζονταν πάντα ψυλλιασμένοι, σε αντίθεση με τους αφελείς, έκαναν έρευνα, και στο φινάλε κατέληγαν πάντα στη συνωμοσία, στο τέρας, στον εξωγήινο. Αν θυμάστε, το μότο της σειράς ήταν: The Τruth Ιs Οut Τhere. Δεν είμαι εγώ παρανοϊκός, αυτοί συνωμοτούν εναντίον μου• δεν αρμενίζω εγώ στραβά, ο γυαλός είναι στραβός.

Θυμάμαι, είχε παρατηρηθεί από παλιά ότι τα X-Files ήταν η σειρά των Ρεπουμπλικάνων. Αυτό το άρθρο στο Taki’s Magazine εξετάζει τα διάφορα συντηρητικά θέματα της σειράς (την απουσία ενός ουτοπικού οράματος, την καχυποψία για το μέλλον, τους απόλυτους Καλούς και απόλυτους Κακούς, την υπερκυριαρχία των λευκών στο καστ, την απουσία σεξουαλικότητας κ.α.), ενώ οι τύποι εδώ, στο data.ranker.com, βρήκαν ότι τα X-Files ήταν μακράν η αγαπημένη τηλεοπτική σειρά στους ψηφοφόρους του Μιτ Ρόμνι κατά τις τελευταίες αμερικάνικες εκλογές. Πιστεύω όμως, μαζί με τον Steve Bruce, ότι ο πυρήνας του συντηρητισμού είναι αυτό το Τhe Τruth Ιs Οut Τhere• τα τυφλά σημεία, η έλλειψη επίγνωσης για τις προσωπικές ερμηνείες κι ο εξορισμός τους στην πραγματικότητα εκεί έξω, ως αντικειμενικές αλήθειες.

Αυτό ήταν κάτι που απασχολούσε και τον Edmund Husserl, ότι κανένας δογματικός στον κόσμο δεν ξέρει ότι είναι δογματικός. Όλοι θεωρούν ότι είναι ρεαλιστές, αντικειμενικοί. Ο δογματισμός, δηλαδή, είναι σαν μια κολώνια που φοράς και παύεις να μυρίζεις: την αντιλαμβάνονται όλοι οι άλλοι γύρω σου, εσύ όμως νομίζεις ότι είσαι οσφρητικά ουδέτερος. Ο Husserl έλεγε ότι όλοι ξεκινάμε τη ζωή μας με τη στάση The Truth Is Out There, μόνιμα ανακαλύπτουμε ανεξάρτητα νοήματα εκεί έξω, στην αντικειμενική πραγματικότητα. Το ονόμαζε αυτό: η φυσική μας στάση (natural attitude). Με τη συσσωρευμένη βιοτική εμπειρία όμως και τα χαστούκια που τρώμε από τη ζωή, προβληματιζόμαστε όλο και περισσότερο μήπως αυτό που αρχικά αποδίδαμε στην αντικειμενική πραγματικότητα είναι, ουσιαστικά, δικό μας κατασκεύασμα• μια πορεία ωρίμανσης, κατά την οποία προβληματιζόμαστε όλο και περισσότερο αν στραβός είναι ο γυαλός ή μήπως εμείς αρμενίζουμε στραβά. Ο παρανοϊκός που φτάνει να αναρωτιέται μήπως είναι παρανοϊκός, παύει να είναι παρανοϊκός• ο πραγματικός παρανοϊκός δεν το ξέρει, θεωρεί ότι είναι ρεαλιστής.

Κι αυτό ήταν κάτι που είχε πιάσει ο Karl Popper, ότι ο δογματικός συνήθως έχει και μια αντίληψη άκρας παθητικότητας για τον τρόπο απόκτησης της γνώσης, οπότε θεωρεί ότι μιλάει στο όνομα της πραγματικότητας. Όπως κι ο Λούθηρος, έτσι και κάθε δογματικός ζει σ’ έναν κόσμο διαρκούς ανακάλυψης, διαβάζει εξωτερικά σημάδια, και δεν αγωνίζεται για τη δική του ερμηνεία αλλά για την αντικειμενική αλήθεια την οποία ανακαλύπτει εκεί έξω. Ο Popper ονόμαζε σαρκαστικά αυτήν την αντίληψη για τον τρόπο απόκτησης της γνώσης the bucket theory of mind – ότι ο νους είναι ένας άδειος κουβάς, τέλεια παθητικός, όπου απλώς γεμίζει με τα αντικειμενικά facts που θα του βάλεις μέσα (πρωτοπαρουσίασε τον σαρκαστικό όρο σε μια διάλεξή του το 1948 με τίτλο, The Bucket and the Searchlight: Two Theories of Knowledge). Αν ο δογματικός αρχίζει να μυρίζει την κολώνια που φορά και να αντιλαμβάνεται τα τυφλά του σημεία, ότι π.χ. επιλέγει ο ίδιος πού θα επικεντρωθεί, τι θα αφήσει απ’ έξω από την εικόνα, τι κάδρο θα της βάλει, τι θα προσπεράσει λαθραία... τότε παύει να είναι δογματικός. Και παύει να έχει αυτήν την αντίληψη άκρας παθητικότητας για τον τρόπο απόκτησης της γνώσης.

Από αυτήν την σκοπιά λοιπόν, ο δογματισμός και η συντηρητικότητα είναι μια ήπια μορφή παράνοιας. Η οποία, καθώς έλεγε ο Husserl, αφορά όλους μας. Όλοι ξεκινάμε τη ζωή μας με τη στάση the truth is out there, είναι η φυσική μας στάση• μια μυωπία κατά την οποία αποποιούμαστε κάθε προσωπική ευθύνη για την απόκτηση της γνώσης (“the bucket theory of mind”). Όπως ο ιδεώδης γραφειοκράτης που πάντα έχει δικαιολογία – «δεν ξέρω τίποτα, κύριέ μου, αυτό λέει η εγκύκλιος απ’ το υπουργείο» – έτσι ακριβώς και ο άνθρωπος, γενικά, είναι ον γραφειοκρατικό. Θέλει να μην έχει ποτέ την ευθύνη, θέλει πάντα να έχει δικαιολογία. Οπότε, τα βολεύει ασυνείδητα όλα έτσι ώστε να ανακαλύπτονται εκεί έξω, στην αντικειμενική πραγματικότητα. Και υπάρχει ένα τραγικό στοιχείο εδώ, στον παρανοϊκό που δεν ξέρει ότι είναι παρανοϊκός, ή στον δογματικό που δεν ξέρει ότι είναι δογματικός (δηλαδή, με άλλα λόγια, σε όλους εμάς). Τουλάχιστον π.χ. ο διαβητικός ξέρει την κατάστασή του και καταλαβαίνει ότι πρέπει να ζητήσει βοήθεια. Ο δογματικός όμως είναι τυφλός ως προς τη δογματικότητά του, όσο ευφυής και να ‘ναι κατά τ’ άλλα. Σαν το μάτι που δεν μπορεί να δει τον εαυτό του... Και πάνω εδώ, υπάρχει ένα πολύ γνωστό, διάσημο θεατρικό έργο, που πραγματεύεται ακριβώς αυτό το θέμα:


Καθρέφτες και Πολικοί Αστέρες
Ο Ιούλιος Καίσαρας είναι από τα ώριμα έργα του Σαίξπηρ. Μπορείτε να διαβάσετε εδώ το πλήρες κείμενο, τόσο στη γλώσσα της εποχής του όσο και σε σύγχρονα αγγλικά. Συνήθως χαρακτηρίζεται πολιτικό έργο ή ιστορική τραγωδία ή έργο για το θέμα της φιλίας και του πατριωτισμού. Είναι όμως έτσι; Ακολούθως θα αναφέρω τη δική μου ανάγνωση, τι είναι αυτό που εγώ βλέπω στον Ιούλιο Καίσαρα. Όχι μια πολιτική ή ιστορική τραγωδία, αλλά ένα έργο που χρησιμοποιεί το ιστορικό υλικό και τα πολιτικά θέματα προκειμένου να θίξει ένα βαθύτερο, επιστημολογικό θέμα. Και νομίζω ότι ο Σαίξπηρ το κάνει συνειδητά, νομίζω ότι αυτό είχε στο μυαλό του όταν έγραφε.

Οπότε λοιπόν, προτείνω να το δούμε από αυτήν τη σκοπιά. Ο Ιούλιος Καίσαρας είναι ένα έργο στο οποίο οι ήρωες πρέπει να πάρουν σημαντικές αποφάσεις, χωρίς κάθε φορά να ξέρουν αν διαβάζουν σωστά τις καταστάσεις: στραβός είναι ο γυαλός ή εγώ στραβά αρμενίζω; The truth is out there, ή δεν φταις εσύ, η φαντασία μου τα φταίει; Συγκεκριμένα, τρεις είναι οι μεγάλες αποφάσεις που προβληματίζουν τους ήρωες: (1) Ο Ιούλιος Καίσαρας πρέπει να αποφασίσει αν θα πάει ή όχι στο Καπιτώλιο, (2) ο Βρούτος πρέπει να αποφασίσει αν θα δολοφονήσει ή όχι τον Καίσαρα, (3) οι συνωμότες πρέπει να αποφασίσουν αν θα αφήσουν ή όχι τον Μάρκο Αντώνιο να αγορεύσει στην κηδεία του Καίσαρα. Όλοι παίρνουν τη λάθος απόφαση, όλοι βλέπουν τον γυαλό στραβό ενώ ήταν οι ίδιοι που αρμένιζαν στραβά, κάτι που τελικά πληρώνουν με τη ζωή τους.

(1) Ο Καίσαρας φοβάται να πάει στο Καπιτώλιο, αλλά δεν θέλει να το παραδεχτεί ούτε καν στον εαυτό του. Τελικά, τον ρίχνει ένας επιτήδειος αυλοκόλακας και ο Καίσαρας κάνει το μοιραίο λάθος, πηγαίνει προς τον θάνατό του, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι γίνεται παιχνίδι στα χέρια των γύρω του. Ακόμα και δευτερόλεπτα πριν πεθάνει, παρομοιάζει τον εαυτό του με τον πολικό αστέρα, ακλόνητο στο στερέωμα, ανεπηρέαστο από ικεσίες, κολακείες, γαλιφιές και παινέματα. Το πιστεύει πραγματικά. Δεν το καταλαβαίνει, όπως λέει ο Δέκιος, ότι «κολακεύεται πολύ όταν του λέω πως αυτός δε μασάει από κολακείες» (ΙΙ.2). Και τελικά, πεθαίνει όχι από άγνοια κινδύνου, όχι• πεθαίνει επειδή νομίζει ότι είναι πολικός αστέρας.

(2) Στην αρχή του έργου, βρίσκουμε τον Βρούτο προβληματισμένο. Ανησυχεί μήπως ο Καίσαρας έχει σκοπό να καταλύσει τη δημοκρατία και να στεφθεί βασιλιάς. Τον πλευρίζουν οι συνωμότες, που μισούνε τον Καίσαρα για προσωπικούς λόγους, και τελικά τον ρίχνουν. Το σημείο-κλειδί είναι ο διάλογος του Βρούτου με τον Κάσκα• εκεί είναι που ο Βρούτος αλλάζει, από εκεί και μετά δεν διατηρεί πλέον καμία αμφιβολία και εμφανίζεται απόλυτα πεπεισμένος πως ο Καίσαρας πράγματι έχει δεσποτικές βλέψεις:

ΒΡΟΥΤΟΣ: Τι έγινε σήμερα στους αγώνες και ο Καίσαρας είναι τόσο σοβαρός;
ΚΑΣΚΑΣ: Του προσέφεραν ένα στέμμα χάριν αστεϊσμού, κι αυτός το απέρριψε με την ανάποδη του χεριού του, να, κάπως έτσι. Και μετά το πλήθος άρχισε να ξεφωνίζει.
ΒΡΟΥΤΟΣ: Και τι ήταν ο δεύτερος θόρυβος που άκουσα;
ΚΑΣΚΑΣ: Για το ίδιο πράγμα ακριβώς.
ΒΡΟΥΤΟΣ: Το πλήθος φώναξε τρεις φορές.
ΚΑΣΚΑΣ: Για το ίδιο πράγμα.
ΒΡΟΥΤΟΣ: Τρεις φορές του προσφέρθηκε το στέμμα;
ΚΑΣΚΑΣ: Ναι. Κι αυτός το έσπρωξε με την παλάμη του, κάθε φορά και πιο μαλακά, και κάθε φορά οι συμπολίτες μας ξεσπούσαν σε ιαχές.
ΒΡΟΥΤΟΣ: Ποιος του προσέφερε το στέμμα;
ΚΑΣΚΑΣ: Ο Μάρκος Αντώνιος.
ΒΡΟΥΤΟΣ: Για πες μου λεπτομέρειες.
ΚΑΣΚΑΣ: Τι να σου πω, ήταν τόσο ανόητο που δεν πολυπρόσεχα. Είδα τον Αντώνιο να του προσφέρει ένα στέμμα (όχι πραγματικό, απ’ αυτά τα κοινά στεφάνια, ξέρεις), κι αυτός το απέρριψε, όπως σου ‘πα, αν και νομίζω ότι πολύ θα το ‘θελε. Μετά ο Αντώνιος του το προσέφερε και πάλι, κι αυτός πάλι το απέρριψε (αν και, νομίζω, τράβηξε το χέρι του με μεγάλο δισταγμό). Μετά ο Αντώνιος του το προσέφερε και τρίτη φορά, αυτός πάλι το απέρριψε, κι ο λαός ξεσπούσε σε κραυγές και χειροκροτήματα (Ι.2) 

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο ο Βρούτος αλλάζει και παίρνει την απόφαση να σκοτώσει έναν άνθρωπο που αγαπούσε. Από εκεί και μετά τον βλέπουμε πεπεισμένο ότι ο Καίσαρας έχει σκοπό να καταλύσει τη ρωμαϊκή δημοκρατία και να στεφθεί βασιλιάς. Με τα σημερινά δεδομένα, θα λέγαμε ότι ο Βρούτος αποφασίζει να καταγγείλει έναν φίλο του στην αστυνομία, παρόλο που τον αγαπάει, γιατί πλέον η πρέζα του έχει φάει το μυαλό, τον έχει κάνει επικίνδυνο, δεν είναι ο ίδιος που μιλάει αλλά η πρέζα μέσα του.

Όμως η ερώτηση που έπρεπε να είχε κάνει ο Βρούτος στον εαυτό του ήταν: ποια είναι η είδηση στα παραπάνω που είπε ο Κάσκας; Η είδηση είναι ότι ο Καίσαρας απέρριψε τρεις φορές ένα συμβολικό στέμμα, παρουσία του πλήθους. Αυτό και τίποτα άλλο. Όλα τα υπόλοιπα – ότι το απέρριπτε κάθε φορά και πιο μαλακά, ότι θα το ήθελε πολύ, ότι τραβούσε το χέρι του με μεγάλο δισταγμό – μπορεί να είναι από προσωπικές εντυπώσεις, ο Κάσκας έβλεπε αυτό που ήθελε να δει, μέχρι κατάφωρα ψέμματα. Πάντως δεν είναι είδηση. Και σίγουρα δεν είναι αιτία δολοφονίας, δεν είναι ο καταλυτικός παράγοντας που θα άρει τις αμφιβολίες. Όμως στην επόμενη σκηνή, ο Βρούτος παρουσιάζεται χωρίς καμία αμφιβολία, «ο Καίσαρας θέλει να στεφθεί βασιλιάς» (ΙΙ.1), λέει με απόλυτη βεβαιότητα. Εδώ ένας έμπειρος δημοσιογράφος, που ξέρει να διαχωρίζει την είδηση από τις προσωπικές εντυπώσεις, θα ήταν πιο σοφός από τον Βρούτο...

(3) Έρχεται η στιγμή για τους διάσημους επικήδειους, το πιο γνωστό κομμάτι του έργου. Οι συνωμότες δεν θέλουν να αφήσουν τον Αντώνιο να μιλήσει, δεν είναι καν σίγουροι ότι κάνουν καλά που τον αφήνουν ζωντανό, όμως δεν έχουν τίποτα παραπάνω από ένα ασαφές προαίσθημα. Ο Κάσσιος δεν μπορεί να δικαιλογήσει για ποιο λόγο είναι απρόθυμος να δει τον Αντώνιο στο βήμα:

ΚΑΣΣΙΟΣ: Ελπίζω ότι μπορούμε να βασιζόμαστε σ’ αυτόν, όμως ακόμα τον φοβάμαι, και τα προαισθήματά μου συνήθως βγαίνουν σωστά (III.3) 

Κάτι που σίγουρα δεν είναι αρκετό για τον Βρούτο και σαφώς αποτυγχάνει να τον πείσει. Ο Βρούτος λοιπόν δεν ανησυχεί για τον Αντώνιο, ανεβαίνει πρώτος στο βήμα, μπροστά από τον λαό της Ρώμης και το αιματοβαμμένο πτώμα του Καίσαρα, και βγάζει τον δικό του λόγο.

Ο οποίος δεν λέει απολύτως τίποτα.

Ο λόγος του Βρούτου συνήθως χαρακτηρίζεται ώριμος, λιτός και μεστός, η φωνή της λογικής, όχι του συναισθήματος, ο λόγος ενός σοβαρού πολιτικού. Υποθέτω ότι αμέτρητοι φιλόλογοι έχουν ζητήσει από τους μαθητές τους να τον μελετήσουν, και έβαλαν άριστα μόνο σ’ αυτούς που δήλωσαν τα παραπάνω. Όμως ο Βρούτος καταφέρνει να μιλάει χωρίς να λέει τίποτα! Ο λόγος του είναι εντελώς αβραμοπουλικός (= μπλα-μπλα, ωραίες λέξεις και εκφράσεις, ουσία μηδέν). Και συγκεκριμένα, αποτυγχάνει εντελώς να απαντήσει στο σημαντικότερο ερώτημα, που βασάνιζε τόσο τους Ρωμαίους όσο και τον Αντώνιο: πώς το ξέρουμε ότι ο Καίσαρας είχε πράγματι δεσποτικές βλέψεις; Θυμηθείτε ότι στην αμέσως προηγούμενη σκηνή, ο Βρούτος υποσχέθηκε στον Αντώνιο ότι θα του δώσει πολύ καλούς λόγους για τη δολοφονία:

ΑΝΤΩΝΙΟΣ: Είμαι φίλος σας και σας αγαπώ όλους, υπό έναν όρο. Ότι θα μου αποδείξετε πως ο Καίσαρας ήταν επικίνδυνος.
ΒΡΟΥΤΟΣ: Χωρίς αυτήν την απόδειξη, Αντώνιε, η πράξη μας θα ήταν βάρβαρη! Όμως τη σκεφτήκαμε τόσο καλά, έχουμε τόσο καλούς λόγους, που θα σε ικανοποιήσουν ακόμα κι αν ήσουν γιος του Καίσαρα (III.1)

Πού είναι αυτοί οι καλοί λόγοι; Όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει, ο Βρούτος δεν παρουσιάζει καμία ένδειξη, καμία απόδειξη, κανένα στοιχείο, τίποτα. Απλώς δηλώνει ότι «ο Καίσαρας είχε δεσποτικές βλέψεις και ήθελε να καταλύσει τη δημοκρατία», σαν να είναι δεδομένο, κομμάτι της αντικειμενικής πραγματικότητας. Δεν συνειδητοποιούσε ότι τόσο ο Αντώνιος όσο και ο λαός της Ρώμης περίμεναν κάτι παραπάνω εδώ, ήθελαν κάποια στοιχεία• και δεν το συνειδητοποιούσε γιατί, όπως είδαμε, ούτε ο ίδιος μπορούσε να κάνει αυτόν τον διαχωρισμό, η πεποίθησή του ήταν απόλυτη. Έβλεπε έναν δεσποτικό Καίσαρα εκεί έξω, στην αντικειμενική πραγματικότητα, με την κάθε πράξη του να είναι και μια ακόμα ένδειξη για τις απολυταρχικές του βλέψεις, χωρίς να καταλαβαίνει ότι ο ίδιος προβάλλει τις δικές του ανησυχίες πάνω στον Καίσαρα. Όπως ακριβώς και με τον Λούθηρο: ό,τι και να πούμε για τον (σαιξπηρικό) Βρούτο, πάντως ήταν ειλικρινής. Κάθε άλλο παρά υποκριτής. Αγωνιζόταν στο όνομα της αντικειμενικής αλήθειας. Διάβαζε τα σημάδια εκεί έξω: δεν είμαι εγώ που προβάλλω κάτι στον Καίσαρα, αυτός έχει δεσποτικές βλέψεις. Δεν αρμενίζω εγώ στραβά, ο γυαλός είναι στραβός. The truth is out there.

Καλά κάνει λοιπόν ο Κάσσιος και παραμένει απρόθυμος να δει τον Αντώνιο στο βήμα, παρόλο που δεν μπορεί να δικαιολογήσει τα ασαφή προαισθήματά του. Γιατί οι συνωμότες, πολύ απλά, δεν έχουν κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο Καίσαρας ήταν πράγματι επικίνδυνος! Ο Κάσσιος είχε κάποια επίγνωση γι’ αυτό, ήταν ο πιο σοφός από όλους, κι ο Βρούτος θα έκανε καλά αν τον άκουγε περισσότερο.

Κατόπιν ανεβαίνει ο Αντώνιος στο βήμα και βγάζει τον δικό του επικήδειο, ένα από τα πιο γνωστά κομμάτια στο έργο του Σαίξπηρ. Τώρα... ο λόγος του Αντώνιου συνήθως χαρακτηρίζεται δημαγωγικός, ξεσηκωτικός, λαϊκίστικος. Συνήθως αυτό περιμένουν οι φιλόλογοι από τους μαθητές: να κάνουν την αντιδιαστολή με τον λόγο του Βρούτου, και να πουν ότι στον έναν έχουμε ωριμότητα και στον άλλον λαϊκισμό.

Παρατηρήστε όμως ότι ο Αντώνιος τουλάχιστον προσπαθεί να πει κάποια πράγματα και να αναπτύξει ένα σκεπτικό!

Επισημαίνει στους Ρωμαίους το περιστατικό με το στέμμα, που ο Καίσαρας το αρνήθηκε τρεις φορές. Κολλάει αυτό με δεσποτικές φιλοδοξίες; Θυμίζει ότι ο Καίσαρας πάντα φάνηκε συμπονετικός προς τους φτωχούς. Κολλάει αυτό με δεσποτικές φιλοδοξίες; Εγώ βλέπω ότι ο Αντώνιος προσπαθεί να τουλάχιστον να αντιμετωπίσει το κρίσιμο ερώτημα: τι ενδείξεις υπάρχουν ότι ο Καίσαρας είχε σκοπό να καταλύσει τη δημοκρατία; Σύμφωνοι, σε διάφορα σημεία ο Αντώνιος γίνεται λίγο drama queen, όμως μην ξεχνάτε ότι έπαιζε το κεφάλι του, δεν ήταν καν σίγουρος ότι οι συνωμότες θα τον άφηναν ζωντανό. Πάντως, αν ο λόγος του Βρούτου είναι «σοβαρός» και ο λόγος του Αντώνιου «λαϊκίστικος», τότε έχω πρόβλημα. Εγώ βλέπω ακριβώς το αντίθετο.

Μια τελευταία παρατήρηση: νομίζω ότι ο Σαίξπηρ αποσκοπούσε συνειδητά να τονίσει το επιστημολογικό θέμα. Ο Ιούλιος Καίσαρας, δηλαδή, δεν είναι απλώς ένα πολιτικό ή ιστορικό έργο, αλλά ένα έργο που χρησιμοποιεί το ιστορικό υλικό για να τονίσει τον τρόπο που εξαπατάμε τον εαυτό μας όταν παίρνουμε σημαντικές αποφάσεις σε βιοτικά ζητήματα. Το καταλαβαίνω αυτό από δύο σημεία. Κατ’ αρχήν, η ματιά του συγγραφέα είναι η ματιά των ηρώων. Δεν υιοθετεί τη σκοπιά του Θεού, που βλέπει αυτό που δεν βλέπουν οι ήρωες. Για παράδειγμα, μέχρι το τέλος του έργου δεν ξέρουμε, ως θεατές, αν ο Καίσαρας είχε πράγματι δεσποτικές βλέψεις ή όχι, δεν μας το φανερώνει ο δραματουργός. Ο Σαίξπηρ εύκολα θα μπορούσε να είχε βάλει π.χ. έναν μικρό μονόλογο του Καίσαρα, στον οποίο να αποκαλύπτει τα μυστικά της καρδιάς του, ότι δεν είχε σκοπό να στεφθεί βασιλιάς (οπότε να αγανακτήσουμε, ως θεατές, για τον άδικο θάνατό του), ή ότι είχε πράγματι τέτοιο σκοπό (οπότε να ταυτιστούμε με τον Βρούτο και να τον νιώσουμε ήρωα). Ο Σαίξπηρ όμως δεν κάνει τίποτα τέτοιο. Δεν βάζει κάποιον παντογνώστη αφηγητή να μας αποκαλύπτει τι πραγματικά συμβαίνει, δεν κρατά κάποιο πρόσωπο έξω από την πλοκή, στον ρόλο του σοφού και αποστασιοποιημένου παρατηρητή, να λέει στον θεατή αν ο Καίσαρας πέθανε δίκαια ή άδικα. Μας δείχνει αυτό που βλέπουν οι ήρωες, τίποτα περισσότερο. Δηλαδή, ό,τι ακριβώς θα δούμε κι εμείς, όταν εμπλακούμε σε φορτισμένες καταστάσεις, στις οποίες πρέπει να πάρουμε αποφάσεις χωρίς να ξέρουμε αν διαβάζουμε σωστά τα σημάδια ή όχι.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι συνεχώς ο Σαίξπηρ εισάγει λαθραία επιστημολογικές επισημάνσεις στο κείμενο. Για παράδειγμα, βάζει παραμοιώσεις με καθρέφτες και αντανακλάσεις:

ΚΑΣΣΙΟΣ: Πες μου, Βρούτε, μπορείς να δεις το πρόσωπό σου;
ΒΡΟΥΤΟΣ: Όχι, Κάσσιε, το μάτι δεν μπορεί να δει τον εαυτό του, παρά μόνο αν ανακλαστεί σε άλλες επιφάνειες.
ΚΑΣΣΙΟΣ: Πολύ σωστά. Και δυστυχώς, Βρούτε, δεν έχεις καθρέφτες να σου δείξουν την κρυμμένη σου αξία ... Και καθότι δεν μπορείς να δεις την αντανάκλαση του εαυτού σου σε κάποια επιφάνεια, ας γίνω εγώ ο καθρέφτης σου να σου φανερώσω, χωρίς παραμόρφωση, όλα αυτά μέσα σου που δεν μπορείς να δεις (Ι.3) 

Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Κικέρωνας. Δεν προσθέτει τίποτα στην πλοκή, είναι έξω από τα τεκταινόμενα, για ποιο λόγο τον βάζει ο Σαίξπηρ στο έργο; Λοιπόν, τον βάζει μόνο και μόνο για να πει το ακόλουθο:

ΚΑΣΚΑΣ: Όταν συμβαίνουν τέτοια εξαιρετικά πράγματα, δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι είναι φυσιολογικά. Νομίζω, αυτά τα πράγματα είναι σημάδια για το μέλλον που μας περιμένει.
ΚΙΚΕΡΩΝΑΣ: Πράγματι, οι καιροί είναι περίεργοι. Όμως οι άνθρωποι τείνουν να ερμηνεύουν τα σημάδια όπως θέλουν, όπως τους βολεύει, και χάνουν το πραγματικό νόημα των καταστάσεων (I.3) 

Έχω γράψει κι εγώ ιστορίες, και κάτι ξέρω από τον τρόπο που το κάνει ένας συγγραφέας – ποια πράγματα λέει ευθέως, ποια πράγματα περνάει λαθραία, να μην πολυτραβήξουν την προσοχή του αναγνώστη, πώς αφηγείται μια ιστορία προκειμένου να επισημάνει κάτι άλλο. Λοιπόν, κρίνω ότι ο Σαίξπηρ το κάνει συνειδητά! Αυτό ήταν που είχε στο μυαλό του όταν έγραφε το έργο. «Αλίμονο», λέει η Καλπούρνια στον Καίσαρα, «η αυτοπεποίθησή σου σκοτώνει τη σοφία σου!» (ΙΙ.2). Κι όσο για τον Κάσσιο, τον πιο σοφό από τους συνωμότες, στην αρχή του έργου κάνει μια περίεργη παρατήρηση: «Οι άνθρωποι μπορούν να είναι κύριοι της μοίρας τους. Το πρόβλημα δεν είναι εκεί ψηλά στ’ αστέρια, Βρούτε, αλλά σε μας, εδώ κάτω» (Ι.2). Πόσο τεράστια η διαφορά από τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες, που οι ήρωες παρουσιάζονταν αθύρματα του πεπρωμένου, πιόνια στα χέρια υπέρτερων δυνάμεων...

.................................................................................

Πιο πάνω έδωσα παραδείγματα από το αντίθετο της νοημοσύνης. Ο Λούθηρος, τα X-Files, ο (σαιξπηρικός) Βρούτος και ο Καίσαρας, όλοι αυτοί, άσχετα από το IQ τους, έβλεπαν πράγματα που δεν υπήρχαν. Και μάλιστα χωρίς να το συνειδητοποιούν. Όμως ποιο είναι ένα παράδειγμα νοημοσύνης; (με την ουσιαστική έννοια της λέξης, όχι «νοημοσύνη» = μαθηματικά, Νόμπελ και υψηλό IQ). Ποιο είναι ένα παράδειγμα κάποιου, που μπορούσε να κάνει όσα δεν μπορούσαν οι παραπάνω, οπότε είχε πράγματι αυτήν την ικανότητα να αντιμετωπίζει επιτυχημένα τις ποικιλόμορφες βιοτικές περιστάσεις; Λοιπόν, έχω κατά νου ένα τέτοιο παράδειγμα... Και μάλιστα πασίγνωστο, όλοι ξέρετε τον άνθρωπο που έχω στο μυαλό μου. Αυτόν πράγματι, θα τον χαρακτήριζα «έξυπνο». Απόδειξη, η ζωή του και οι πράξεις του. Έξτρα μπόνους, ο άνθρωπος αυτός μας άφησε και μερικές πολύ ενδιαφέρουσες σκέψεις και ιδέες, οι οποίες ανακαλύπτονται ξανά και ξανά μέχρι σήμερα.


Μη χάσετε την επόμενη ΦΑ – ΝΤΑ – ΣΤΡΟΥΜ – ΦΙ – ΚΗ ανάρτηση! Θα έχει και σεξ! 
to be continued


Μικρό Υστερόγραφο
Ξαναδιάβασα τον Ιούλιο Καίσαρα για τις ανάγκες της ανάρτησης, και έχω να πω ότι είναι έργο γραμμένο από μάστορα. Κατ’ αρχήν, είναι άρτιο: η πλοκή κορυφώνεται ωραία, οι χαρακτήρες είναι όλοι διαφορετικοί (οι μέτριοι συγγραφείς συχνά φτιάχνουν χαρακτήρες που ο ένας είναι φωτοτυπία του άλλου), καμία σχέση μεταξύ δύο προσώπων δεν είναι ίδια με κάποια άλλη σχέση κάποιων άλλων δύο προσώπων. Κατά δεύτερον, είναι καλογραμμένο, σε κάνει να μη θες να το αφήσεις από τα χέρια σου. Σε πολλά σημεία του κειμένου, ο Σαίξπηρ κεντάει. Κάνει ακόμα και αυτοαναφορικό χιούμορ, κάτι που νόμιζα ότι είναι μοντέρνο συγγραφικό φαινόμενο (ΚΑΣΣΙΟΣ: Αυτή η ηρωική σκηνή [της δολοφονίας] θα ξαναζωντανεύει για αιώνες στο μέλλον, σε χώρες που ακόμα δεν υπάρχουν και σε γλώσσες που ακόμα δεν είναι γνωστές! – ΒΡΟΥΤΟΣ: Πόσες φορές στο μέλλον ο Καίσαρας θα πεθάνει ξανά, σε θεατρικές παραστάσεις!). Το κυριότερο όμως είναι η βαθιά ανθρωπιστική ματιά του, που μας επιτρέπει να ταυτιστούμε με τους ήρωες και να τους νιώθουμε οικείους. Δηλαδή, ελάχιστοι από εμάς θα εμπλακούμε κάποτε σε πολιτική δολοφονία ή θα πέσουμε σε ενέδρα θανάτου. Όμως όλοι μας θα πάρουμε αποφάσεις με σημαντικές επιπτώσεις σε πλήθος θεμάτων – βιοτικά, επαγγελματικά, οικογενειακά, συναισθηματικά κ.λπ. – και θα προσπαθήσουμε να διαβάσουμε σωστά τις καταστάσεις: στραβός είναι ο γυαλός ή εγώ στραβά αρμενίζω; The truth is out there, ή δεν φταις εσύ, η φαντασία μου τα φταίει; Πάνω εκεί, θα αναρωτηθούμε, όπως υποδεικνύει ο Κικέρωνας, μήπως οι ενδείξεις συνδέονται από μόνες τους, μήπως είναι τεκμήρια για κάτι, μήπως κάτι υπάρχει πίσω τους... ή μήπως απλά εμείς κάνουμε τις συνδέσεις και ερμηνεύουμε τις ενδείξεις όπως θέλουμε. Θα επηρεαστούμε από τον περίγυρό μας χωρίς να το καταλάβουμε, όπως ο Καίσαρας, και θα νομίζουμε ότι είμαστε ακλόνητοι πολικοί αστέρες. Θα έχουμε ασαφή προαισθήματα, όπως ο Κάσσιος, «κάτι δε μου πάει καλά... κάτι δε μου αρέσει...», χωρίς να μπορούμε να τα δικαιολογήσουμε τυπικά, και χωρίς να ξέρουμε αν γινόμαστε σοφοί ή αφελείς. Θα είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι για το δίκιο μας, όπως ο Βρούτος στον επικήδειό του, όμως κανένας άλλος γύρω μας δεν θα βλέπει αυτό το δίκιο που επικαλούμαστε. Έχουμε να τα ζήσουμε όλα αυτά.

Πεντακόσια χρόνια χωρίζουν τον Σαίξπηρ από τα X-Files όμως, δραματουργικά μιλώντας, είναι η μέρα με τη νύχτα. Ως προς τα ειδικά εφέ, φυσικά, τα X-Files είναι άπαιχτα, όμως δραματουργικά είναι σε νηπιακό επίπεδο. Έχω να πω ότι υπάρχει λόγος που τα έργα του Σαίξπηρ έγιναν κλασικά, επιβιώνουν και διαπρέπουν ως τις μέρες μας, πολλοί άνθρωποι τα παρακολουθούν και τα διαβάζουν με ενδιαφέρον, καινούργιες γενιές τα ανακαλύπτουν. Δεν είναι τυχαίο, υπάρχει λόγος που ο Σαίξπηρ έχει μείνει κλασικός.

Φέισμπουκ

Αν δείτε περίεργα πράγματα να αναρτώνται στον λογαριασμό μου στο φέισμπουκ, να ξέρετε φυσικά ότι δεν είμαι εγώ

Ερμηνευτικός Ιζνογκουντισμός

Λοιπόν, αυτό σκέφτομαι να το ονομάσω Ερμηνευτικό Ιζνογκουντισμό. Τον συναντώ τόσο συχνά και σε τόσο ετερόκλητες περιστάσεις που, δεν μπορεί, δεν είναι τυχαίο, πρόκειται για κάποιο θεμελιώδες ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Δίνω αμέσως παραδείγματα:



(1) Μπαλτάκος 
Μια φορά κι έναν καιρό, η Ελλάδα ευημερούσε κάτω από τη χρηστή διακυβέρνηση του καλόκαρδου χαλίφη της, Αντώνη Σαμαρά (ινδιάνικο όνομα: Μιλάει Με Την Παναγία). Ο οποίος δούλευε και τα Σάββατα, έβγαζε τη χώρα στις αγορές και πολεμούσε τη Χρυσή Αυγή σκληρότερα από τον καθένα. Μέχρι που ξαφνικά... όλος ο κόσμος βλέπει τον ποταπό, μοχθηρό και απαίσιο βεζύρη Μπαλτάκο (ινδιάνικο όνομα: Πίνει Τσάι Όχι Καφέ) να χαριεντίζεται με τον Κασιδιάρη. Οπότε;

Οπότε όλοι συμφωνούνε σε κάτι βασικό: ο χαλίφης είναι καλός, για όλα φταίει ο κακός βεζύρης. Όπως μας πληροφορεί ο κ. Στάθης Καλύβας (ινδιάνικο όνομα: Η Σιγουριά Της Επιστημονικής Μελέτης), ουσιαστικά δεν υπάρχει είδηση - ή τουλάχιστον αυτή φτάνει μόνο μέχρι τον κακό βεζύρη, όχι παραπέρα:
Ο Μπαλτάκος ήταν αυτό που στην Αμερική αποκαλείται political operator ή operative. Είχε φαίνεται αναλάβει … να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του Κασιδιάρη, ίσως και άλλων στην ΧΑ, για να τους ψαρεύει και να τους ταΐζει με διάφορες "πληροφορίες" που θα επηρέαζαν τις αποφάσεις τους. Πρόκειται για μια δύσοσμη πλευρά της πολιτικής, αλλά υπάρχει παντού και πάντα ... Ο Μπαλτάκος ήταν αφελής όχι σε σχέση με αυτό που έκανε αλλά γιατί δεν είχε καταλάβει πως είχε μπλέξει με ένα απασφαλισμένο κωλόπαιδο, ένα loose canon κ.λπ. κ.λπ. 



Όπως επίσης επιβεβαιώνει και η Καθημερινή (ινδιάνικο όνομα: Λήο Δες Το Λίγο Με Τον Ζήρα Γιατί Είναι Φίλοι Μας Αυτοί) της 7ης Απριλίου, ο χαλίφης είναι καλός, για όλα φταίει ο κακός βεζύρης Ιζνογκούντ:
Οσο για τον πρωθυπουργό, ο δρόμος είναι ένας και φαίνεται να τον ακολουθεί: κάθετη ρήξη με ακραία πρόσωπα και τοποθετήσεις, όσο κοντά του και αν βρίσκονταν, θωράκιση των θεσμών με τοποθετήσεις άξιων ανθρώπων παντού 

Ο καλός χαλίφης Σαμαράς κοιμάται τον ύπνο του δικαίου, ενώ πίσω από την πλάτη του ο κακός βεζύρης Μπαλτάκος επαναπατρίζει ψηφοφόρους από τη ΧΑ



(2) Πάσχος
Ο ιζνογκουντισμός όμως δεν περιορίζεται μόνο στον Σαμαρά και τον Μπαλτάκο. Άρθρο του Πάσχου από τις 17/2/2009 (επί Καραμανλή ακόμα, και τότε μιλούσαν για «κρίση» όμως φυσικά δεν είχε τη σημερινή έννοια).
Διαβάζουμε κι ακούμε [έλα, ρε Πάσχο, με τον πληθυντικό μεγαλοσύνης σου, σαν τον απόστολο Παύλο...] ότι για την εγχώρια κρίση στην οποία μπαίνουμε φταίει ο νεοφιλελευθερισμός ... Πώς μπορεί για την εγχώρια κρίση να φταίει ο νεοφιλελευθερισμός;
Για φτιάξε λοιπόν κι εσύ, Πάσχο, έναν κακό βεζύρη να σώσεις την εικόνα του χαλίφη. Ποιος θες να φταίει; Πώς τον λένε τον Ιζνογκούντ σου;
Ο ‘τζογαδόρικος καπιταλισμός’ συνέβαλε έστω διά της πλαγίας στην ελληνική κρίση. Ολα αυτά τα χρόνια, που κυριαρχούσαν τα αποκαλούμενα σήμερα τοξικά προϊόντα, το χρήμα ήταν άφθονο και φθηνό στις διεθνείς αγορές. Το αποτέλεσμα η κυβέρνηση να μην το πολυσκέφτεται κάθε φορά που υπέγραφε για επιπλέον δαπάνες ... Το πρόβλημα λοιπόν βρίσκεται στο πολιτικό σύστημα που δεν αντιστάθηκε στις σπατάλες κ.λπ. κ.λπ.
Συμπέρασμα: Ο χαλίφης (= νεοφιλελευθερισμός) είναι καλός, αυτός που φταίει είναι ο κακός βεζύρης Ιζνογκούντ (= τζογαδόρικος καπιταλισμός, σπάταλες κυβερνήσεις κ.λπ.).



(3) Μνημόνιο 
Κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές έχω ακούσει δεν φταίει το (καημένο το) μνημόνιο, φταίνε οι πολιτικοί που δεν το εφάρμοσαν σωστά. Πιστεύω ότι δεν χρειάζονται πολλά εδώ, ε; Τέλος πάντων, ας βάλω λίγο Φλωρίδη από τον Ιούνιο του 2011:
Κανένα μνημόνιο δεν μας φταίει. Φταίει ότι παρατηρούμε μέχρι τώρα έλλειψη πολιτικής βούλησης απ΄ όλο το πολιτικό προσωπικό της χώρας
Ας βάλω και λίγη Ντόρα από τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς:
Δεν φταίει το μνημόνιο, φταίει–  
Για να δούμε, ποιος είναι ο κακός βεζύρης Ιζνογκούντ;
–η κυβέρνηση και η εφαρμογή του. Το μνημόνιο δεν εφαρμόστηκε σωστά πέραν του ασφαλιστικού
Τι έκπληξη...



(4) Σημίτης
Α, ώστε το ‘χετε ακούσει κι εσείς, ε; Κάποτε η Ελλάδα στάθηκε τόσο τυχερή ώστε να έχει ένα πρωθυπουργό από το μέλλον. Έναν εκσυγχρονιστή ο οποίος δεν της άξιζε, παραήταν καλός γι’ αυτήν. Και είπεν ο Θεός: γεννηθήτω Κώστας Σημίτης. Και εγένετο Κώστας Σημίτης. Ο οποίος ήταν 100 χρόνια μπροστά – όμως ας μας τα πει καλύτερα ο Γιώργος Σιακαντάρης στην AthensVoice, Δεκέμβρης 2011:
Πίστεψε στη δημιουργική και όχι στην επιδοτούμενη Ελλάδα ... Μπορεί να έγιναν αστοχίες και καθυστερήσεις, μπορεί να μη χτυπήθηκε τόσο πολύ ο κρατισμός όσο έπρεπε, όμως ξεκίνησε μία προσπάθεια 
ΟΚ, ο χαλίφης είναι καλός, έχουμε το πρώτο στοιχείο του μύθου. Λίγο άστοχος, όμως καλός. Όχι επιδοτούμενος αλλά δημιουργικός (ειδικά στη λογιστική). Τουλάχιστον προσπάθησε. Ας μάθουμε τώρα και ποιος είναι ο κακός βεζύρης Ιζνογκούντ:
Αντιτάχθηκαν όσοι θεωρούν πως η Ελλάδα σε γενικές γραμμές ήταν μία καλή κοινότητα (των ορθόδοξων εθνικιστών και των δήθεν αριστερών αντιευρωπαϊστών). Άρα γι’ αυτούς τα πράγματα δεν χρειάζονταν κανένα επαχθή εκσυγχρονισμό. Τι να τον κάνουμε τον εκσυγχρονισμό, είναι ένα κακό πράγμα που μπορεί να μας δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα, να διαταράξει ισορροπίες, να διαταράξει στρωμένες καριέρες κ.λπ. Έτσι εξηγώ την αντίθεση προς τον Σημίτη από ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, αλλά και από διανοούμενους και καλλιτέχνες. Γιατί δήθεν στον εκσυγχρονισμό υπάρχει ένας εξορθολογισμός και είναι μακριά από το συναίσθημα
Ωραίο. Το φάγαν το παλικάρι οι επιδοτούμενοι και οι ανορθόλογοι συναισθηματικοί. Και οι αδιαφώτιστοι, επίσης: «Τελικά εκείνο που δεν άρεσε είναι η συνέπεια, η συστηματικότητα, η ανάγκη τήρησης των κανόνων και των συμφωνηθέντων. Και κυρίως το διαφωτιστικό πρόταγμα». Ήλιε φονιά, πώς βάσταξες να γίνει το κακό, σκοτώσανε τον σταυραετό και τον αυγερινό, πάνω στο σταυροδρόμι, τον εκσυγχρονισμό...

Θα επανέρθω όμως, θα ψάξω και για άλλα παραδείγματα, παίρνω όρκο ότι έχω συναπαντήσει αυτόν τον ιζνογκουντισμό πάρα πολλές φορές. Όποιος έχει κάτι άλλο υπόψη, ας συνεισφέρει.


(βούτηξα τον ναζί Ιζνογκούντ από το μπλογκ Ocean Swells)
 

...

Πριν λίγο είδα άνθρωπο να σκοτώνεται μπροστά στα μάτια μου. Πέντε-έξι μέτρα μπροστά μου.

Ωχ...

Εδώ το κορμί, εκεί το μηχανάκι, αλλού η μια παντόφλα, αλλού η άλλη.

Προσέχτε, ρε παιδιά, πώς οδηγείτε. Κράνος, ζώνη, και συντηρητικότητα Εστίας. Όχι αναποδογυρισμένες παντόφλες στη μέση του δρόμου, όχι τέτοια πράματα.

Λερώνει, γαμώτο


Μαύρη Ζωή Που Κάνουμε Εμείς Οι Μαύροι Κάππα

Έχω μια πολύτιμη πληροφορία! Έμαθα τι λέει το τραγούδι από τα Γιαπωνέζικα Παραμύθια με το μαύρο παιδάκι! Που το παρακολουθούσαμε στην ΕΡΤ πιτσιρίκια και μας μαύριζε την ψυχή.





Λοιπόν, υπάρχουν τέσσερις παραλλαγές του τραγουδιού, η κάθε μια για μία από τις τέσσερις (γιαπωνέζικες) εποχές του χρόνου: λουλούδι (άνοιξη), τζίτζικας (καλοκαίρι), λιμπελούλα (φθινόπωρο), χιόνι (χειμώνας). Το τραγούδι του χιονιού λέει τα εξής:

Το μαύρο παιδάκι λέγεται Κάππα. Είναι μάλλον αγόρι (αλλά μπορεί να είναι και κορίτσι). Είναι ολομόναχος και δεν έχει φίλους. Έφτασε ο χειμώνας, έπεσε το χιόνι, όλοι μαζεύονται γύρω από το τζάκι κι ο Κάππα δεν έχει κανέναν. Ακούει μια φωνή να τον καλεί και να του υπόσχεται ότι θα βρει φίλους στη Μαγική Χώρα, εκεί όπου λουλούδια πλέουν στα ποτάμια. Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, φτάνει στη Μαγική Χώρα, όμως ούτε εκεί κάνει φίλους. Τα 'χει χαμένα και δεν ξέρει πώς να γυρίσει σπίτι του.

Μα τι τραγούδια είναι αυτά που λένε οι Γιαπωνέζοι στα παιδάκια;!


Η Αυτοδικηγορία

Αστεία που είναι η ζωή ώρες-ώρες... Δείτε ένα ωραίο που βρήκα:

Ο Gordon Marino είναι καθηγητής στο κολλέγιο St. Olaf (στη Μινεσότα). Τη δεκαετία του ’80, όταν ήταν σπουδαστής, μελετούσε την ηθική φιλοσοφία του Κίρκεγκορ, ήθελε μάλιστα να πάει έναν χρόνο στη Δανία, να μάθει τη γλώσσα και να τον διαβάσει στο πρωτότυπο. Ο Κίρκεγκορ ήταν ένας θερμός χριστιανός, ο οποίος έλεγε ότι στη ζωή, πρέπει ο καθένας να δώσει τη μάχη εναντίον του Εχθρού.

Ποιος είναι ο Εχθρός; Ο Εωσφόρος, ο Σατανάς, ο 666;

Όχι, έλεγε ο Κίρκεγκορ: ο εαυτός μας. Ο καθένας μας είναι ο χειρότερος εχθρός του εαυτού του. Όχι ότι η «σάρκα» ή το «σώμα» αντιστρατεύεται το «πνεύμα» ή την «ψυχή», καμία σχέση, δεν σκεφτόταν με τέτοιους όρους ο Κίρκεγκορ. Αλλά από την άποψη ότι όλοι κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας. Τα βολεύουμε μέσα μας, κάνουμε διασταλτικές ερμηνείες και εκπτώσεις, ώστε να αποφεύγουμε την πράξη και το ρίσκο. Αυτοδικηγορούμε.

Ας επιστρέψουμε όμως στον Gordon Marino. Τη δεκαετία του ’80, έκανε αίτηση για υποτροφία Fullbright προκειμένου να πάει στη Δανία. Ήταν παράλληλα απασχολημένος και με το αμερικάνικο αντιπολεμικό κίνημα, λόγω της επέμβασης στη Νικαράγουα. Πάνω εκεί, σκεφτόταν την άρνηση πληρωμής φόρων ως πράξη αντίστασης. Όμως ένας φίλος του τον πληροφόρησε ότι αν προχωρούσε σε άρνηση πληρωμής φόρων, ξέχνα την υποτροφία Fullbright. Τον παρηγόρησε και μια άλλη φίλη από ψυχαναλυτική σκοπιά, ότι πίσω από την άρνηση πληρωμής φόρων κρυβόταν ο φόβος της επιτυχίας, τάσεις αυτοκαταστροφής, πιθανώς και αίσθηση μεγαλείου. Τελικά τα βόλεψε μέσα του μέχρι που «ο εύκολος δρόμος έγινε ο σωστός δρόμος», πλήρωσε τους φόρους του, πήρε την υποτροφία και πήγε στη Δανία. Ο ίδιος περιγράφει την εμπειρία του εδώ.

Αν το καλοσκεφτείτε, είναι βαθειά ειρωνικό: κάποιος κορόιδεψε τον εαυτό του προκειμένου να μελετήσει έναν συγγραφέα ο οποίος έλεγε ακριβώς ότι κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας. Τουλάχιστον ο G. Marino είναι ειλικρινής και το παραδέχεται. Κάτι είναι κι αυτό.

Ακόμα όμως και η ίδια η πράξη της ακαδημαϊκής ανάλυσης... ο Κίρκεγκορ έλεγε ότι δεν είναι ο σκοπός να αναλύετε και να μελετάτε τα γραπτά μου, να τα κάνετε ακαδημαϊκό αντικείμενο. Μια πράξη τιμιότητας προς τον εαυτό σου, πληρώνοντας και το όποιο τίμημα φέρει η ζωή (έτσι πάνε συνήθως αυτά, δεν είναι ποτέ ανώδυνα), σε κάνει πολύ μεγαλύτερο ειδικό για τον Κίρκεγκορ, παρά η ανάλυση των γραπτών του. Το να γνωρίζεις εγκεφαλικά, διανοητικά, ότι στα 50 km/h βάζουμε τρίτη, δεν σε κάνει οδηγό.

Captain Beefheart, H Πέμπτη Εντολή της Κιθάρας: If you're guilty of thinking, you're out. If your brain is part of the process, you're missing it. You should play like a drowning man, struggling to reach shore. 

Κίρκεγκορ: Οι πάπιες πηγαίνουν, με τον κουνιστό, κωμικό τρόπο που περπατάνε, στην παπιοεκκλησία για να ακούσουν το παπιοκήρυγμα από τον παπιοπάστορα. Ο παπιοπάστορας τούς λέει ότι ο Θεός προίκισε τις πάπιες με υπέροχα φτερά, ώστε να είναι ελεύθερες, να πετάνε και να πηγαίνουν παντού στον κόσμο. Στο τέλος οι πάπιες λένε μεταξύ τους: "Μα τι υπέροχο κήρυγμα! Τι έμπνευση και σοφία!", και παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής περπατώντας με τον κουνιστό, κωμικό τρόπο που περπατάνε οι πάπιες.