Πραγματισμός Και Ιδεαλισμός

Τον Ιούνιο του 1990 χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία να γίνει ο κόσμος λίγο καλύτερος. Τον Μάιο της ίδιας χρονιάς είχαν διεξαχθεί εκλογές στη Βιρμανία και το NLD, το κόμμα της Σου Τσι, σάρωσε με περίπου 60% ποσοστό και 392 από τις 492 έδρες στο κοινοβούλιο. Η βιρμανική χούντα τα έχασε, δε φανταζόταν με τίποτα τόσο συντριπτική ήττα. Περιμένοντας λοιπόν τη βουλή να συνεδριάσει για πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια και τη χούντα να παραχωρήσει την εξουσία, η Κυρία και οι συναγωνιστές της ήταν αισιόδοξοι. Δεν ανησυχούσαν (όχι πολύ, τουλάχιστον). Με την προσοχή του πλανήτη στραμμένη στη Βιρμανία και τον κόσμο να ψηφίζει τόσο μαζικά το NLD, πίστευαν ότι οι χουντικοί ήταν στριμωγμένοι στη γωνία• αν τολμούσαν να παραβλέψουν το εκλογικό αποτέλεσμα, ο κόσμος θα ξανάβγαινε στους δρόμους κατά εκατοντάδες χιλιάδες – όπως είχε κάνει πριν δυο χρόνια – οι απεργίες θα νέκρωναν τη Βιρμανία, η πίεση των ξένων κυβερνήσεων θα γινόταν ασφυκτική, οι εμπόλεμες μειονότητες θα έπαυαν την προσωρινή ανακωχή και η χούντα θα κατέρρεε. Έτσι νόμιζαν.

Όμως οι στρατηγοί τόλμησαν το αδιανόητο και, πολύ απλά, ακύρωσαν τις εκλογές. Ο κόσμος δεν βγήκε στους δρόμους, η χούντα έκανε βιαστικά ειρήνη με τις εμπόλεμες μειονότητες μοιράζοντάς τους απλόχερες υποσχέσεις, και η πίεση των ξένων κυβερνήσεων έστρεψε τους στρατηγούς στην αγκαλιά της Κίνας. Η Βιρμανία, μια από τις πιο φτωχές χώρες της Ασίας, συνέχισε να στενάζει κάτω από το πιο καταπιεστικό καθεστώς του πλανήτη.

Τότε όμως, τον Ιούνιο του 1990, αμέσως μετά τις εκλογές, θα μπορούσαν να είχαν αλλάξει πολλά αρκεί το NLD να ήταν λίγο πιο σοφό. Έπρεπε να είχε διαγνώσει ότι η χούντα δε θα παραχωρούσε με τίποτα την εξουσία, δεν είχε τέτοιο σκοπό. Οι στρατηγοί θα έκαναν τα πάντα για να διατηρήσουν την ηγεσία του στρατού και την κυριαρχία του στρατού στη χώρα. Όσο όμως η χούντα τα ‘χε χαμένα, ήταν η μοναδική ευκαιρία του NLD να παζαρέψει κάποια λύση προς την εκδημοκρατικοποίηση της χώρας – ίσως ελευθερία του Τύπου, ανθρώπινα δικαιώματα, ίσως κάποιο μοίρασμα της εξουσίας με εκλεγμένους πολιτικούς, κάτι τέτοιο. Από το βιβλίο της Barbara Victor, The Lady: Burma’s Aung San Suu Kyi:


While William [ψευδώνυμο πολιτικού αγωνιστή] was in solitary confinement in Insein Prison, he wrote a congratulatory letter to Aung San Suu Kyi’s colleague, U Kyi Maung, cautioning him about the results. “It was a two-page letter,” William explains, “telling him that the NLD got all those votes not because of the party but because the people were dissatisfied. I suggested that instead of demanding anything from the SLORC [η τότε εκδοχή της βιρμανικής χούντας], the NLD should leave the responsibility in the hands of the SLORC for handing over the government. I advised Kyi Maung to send a representative to the SLORC to try to negotiate a solution. It was an error to demand the formation of a government right away. The SLORC needed time, and the people needed to understand what the NLD was about”


Εδώ και 24 χρόνια, η Σου Τσι εντυπωσίασε όλον τον πλανήτη με το πείσμα και τον ιδεαλισμό της, υπήρξε σχεδόν larger than life, υπερβολικά καλή για να είναι αληθινή. Ο σεβασμός στο πρόσωπό της άγγιξε σχεδόν θρησκευτικές διαστάσεις (κι αν μιλάμε για Βιρμανούς, άγγιξε κυριολεκτικά θρησκευτικές διαστάσεις, με κόσμο να προσεύχεται σ’ αυτήν, να έχει τη φωτογραφία της δίπλα στο άγαλμα του Βούδα κ.λπ.). Ναι, ο ιδεαλισμός είναι θαυμαστός και εμπνευστικός, όμως δεν αντικαθιστά τη διορατικότητα και τη νηφάλια ανάγνωση της πραγματικότητας – η οποία, δυστυχώς, συνηθίζει να είναι αυτό που δεν αλλάζει όταν σταματάς να το πιστεύεις. Στην πολιτική ειδικά, ο τρόπος που υλοποιείται ο ιδεαλισμός είναι ως τελικό κριτήριο πράξεων και αποφάσεων, αυτός είναι ο ρόλος του. Πυξίδα για να εντοπίζει τις αποκλίσεις. Το πρόβλημα όμως είναι όταν από πυξίδα γίνεται καράβι και φτάνει κάποιος να πιστέψει ότι μπορεί να πορευτεί με τον άκρατο ιδεαλισμό. Είναι πολύ επικίνδυνο τότε να χάσει τη γείωσή του και να πιστέψει ότι όλο το σύμπαν θα συνωμοτήσει για να τον βοηθήσει, εφόσον ο ίδιος έχει τόσο υψηλά ιδανικά. Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα... Και στην πολιτική ειδικά, που έχουμε να κάνουμε με ανθρώπινο πόνο κι ανθρώπινες ζωές, δεν παίζουμε. Ο ιδεαλισμός σκοτώνει.

Από την άλλη όμως, μακάρι αυτό να ήταν το πρόβλημα μ' όλους τους πολιτικούς, ότι εμφορούνται από υπερβολικά υψηλά ιδανικά! Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την Κυρία ότι δεν υποστήριξε με τη ζωή της τις αρχές που υπηρέτησε, ακόμα κι όταν έπαιξε το κεφάλι της κορώνα-γράμματα. Ενέπνευσε μια χώρα, κράτησε άσβεστη τη φλόγα της αντίστασης, έστρεψε την προσοχή όλου του πλανήτη στη Βιρμανία. Ένας από τους κύριους λόγους που οι χουντικοί αναγκάστηκαν πρόσφατα να κάνουν κάποιες παραχωρήσεις προς τη δημοκρατία ήταν και η χρόνια πίεση που ένιωθαν, στο εξωτερικό και στο εσωτερικό της χώρας• διαπίστωσαν κι αυτοί ότι η πραγματικότητα δεν αλλάζει όταν σταματάνε να την πιστεύουν.



Η χθεσινή μέρα λοιπόν ήταν ιστορική. Σύμφωνα με ανεπίσημα αποτελέσματα, η Κυρία κέρδισε έδρα στο (στρατιωτικά ελεγχόμενο) κοινοβούλιο της Βιρμανίας, στις συμπληρωματικές εκλογές που διεξήχθησαν. Επί χρόνια διάβαζα στον ελληνικό Τύπο να την αναφέρουν εσφαλμένα ως «ηγέτιδα της αντιπολίτευσης», μεταφράζοντας μηχανικά το αγγλικό opposition, ενώ το σωστό ήταν «ηγέτιδα της αντίστασης» – τι αντιπολίτευση να υπάρχει σε μια χούντα; (και για το όνομά της διάβασα διάφορες αποδόσεις, η σωστή προφορά είναι κάτι σαν Αν Σαν Σου Τσι). Τώρα όμως που η Βιρμανία μετασχηματίζεται σε κάτι σαν δημοκρατία, μετά από αυτές τις κάτι σαν εκλογές, το «ηγέτιδα της αντιπολίτευσης» έρχεται πιο κοντά στην πραγματικότητα. Η ίδια είναι πλέον αρκετά κουρασμένη• τράβηξε πολλά, έδωσε μεγάλο αγώνα, πέρασε 18 χρόνια σε κατ’ οίκον περιορισμό και φυλακή. Η νίκη της έχει σίγουρα τεράστιο συμβολικό χαρακτήρα (καθόλου αμελητέο), όμως όλοι ελπίζουμε πως η ίδια διατηρεί ακόμα πολλές δυνάμεις ώστε η νίκη της να έχει και ουσιαστικό χαρακτήρα.

Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στην Σου Τσι του 2012 και σ’ αυτήν του ’90. Οι θυσίες και οι εμπειρίες της την έκαναν πιο πραγματίστρια και λιγότερο απόλυτη. Πέρυσι, έφτασε μάλιστα να δηλώσει ότι δεν αποκλείει ακόμα και τη χρήση βίας, διευκρινίζοντας ότι πάντα υποστήριζε τη μη-βίαιη λύση για «πρακτικούς και πολιτικούς, όχι όμως για ηθικούς λόγους». Ιδεαλισμός γειωμένος με πραγματισμό. Δεν είναι αστείο όμως, μετά από 24 χρόνια αγώνων και αίματος, τόσο αυτή όσο και οι συναγωνιστές της έφτασαν πολλές φορές να σκεφτούν ότι οι θυσίες τους ήταν μάταιες• δεν ήταν, οι θυσίες βοήθησαν ώστε η Βιρμανία να μη γίνει εντελώς Βόρειος Κορέα, δημιούργησαν πίεση και κατακραυγή που τελικά αποδίδουν κάτι σήμερα. Απλώς δεν οδήγησαν και στην πτώση της χούντας, όπως έλπιζαν οι Βιρμανοί αγωνιστές. Πενιχρό αποτέλεσμα; Ίσως, αρκεί όμως να βγάλει κάποιος τα σωστά συμπεράσματα: ότι η μη-βίαιη αντίσταση θέλει και στρατηγική, εξυπνάδα. Δεν πας με τον σταυρό στο χέρι απαιτώντας όλα ή τίποτα, προχωράς βήμα-βήμα και με σχέδιο.

Από την άλλη όμως, είναι η Σου Τσι του ’90 αυτή που χαμογελάει στο φινάλε, εκείνη η γυναίκα που έλεγε ότι οι διαφορές πρέπει να λύνονται χωρίς όπλα γιατί μόνο τότε χρησιμοποιεί κάποιος το μυαλό και την καρδιά του να βρει λύσεις. Αν όμως σ’ αυτόν τον άνθρωπο του βάλεις ένα όπλο στο χέρι, τότε η κοσμοθεώρησή του αλλάζει και η επιχειρηματολογία του αλλοιώνεται από αυτό που κερδίζει τους τέσσερις άσους στο πόκερ, όπως έλεγαν παλιά στην Άγρια Δύση (= ένα γεμάτο εξάσφαιρο). Η στρατιωτική νοοτροπία του «θα γίνει το δικό μου επειδή εγώ κρατάω το όπλο!», έχει κι αυτή τα προβλήματά της, όπως διαπιστώνει τώρα η βιρμανική χούντα. Στο μακροπρόθεσμο μέλλον, είναι ο άνθρωπος χωρίς το όπλο αυτός που θα χαμογελάσει.

Λοιπόν, η Βιρμανία σταδιακά αλλάζει. Μια νέα γενιά μεγαλώνει, παιδιά που δεν έζησαν τους αιματηρούς αγώνες του 1988 ή ήταν πολύ μικρά τότε για να τους κατανοήσουν. Η γενιά αυτή ζητάει πρώτα και καλύτερα έξοδο από τη φτώχεια και μετά δημοκρατία. Η Σου Τσι δεν έχει την ίδια βαρύτητα σ’ αυτή τη γενιά όπως στους γονείς και στους παππούδες της, είναι απλώς μια σεβάσμια θεία, ένα πρόσωπο για το οποίο έχουν ακούσει πολλά. Το ίντερνετ εντωμεταξύ με τη διείσδυσή του έχει κάνει πιο γνωστό τον έξω κόσμο στα βιρμανόπουλα, πλέον η διαφώτιση και η συνειδητοποίηση του νέου κόσμου λαμβάνει χώρα ψηφιακά, μέσω της σύγκρισης με άλλες χώρες (η Σου Τσι έχασε αυτήν την έκρηξη των ψηφιακών μέσων, υπήρξε έγκλειστη για πολλά χρόνια και πέρυσι που αποφυλακίστηκε, βρέθηκε σ’ έναν θαυμαστό καινούργιο κόσμο). Απολιτικοποιημένοι νέοι; Πάντως είναι γι’ αυτή τη νέα γενιά που αγωνίστηκε το NLD και η Σου Τσι κι όλοι, για να ζήσουν αυτά τα παιδιά πιο ανθρώπινα κι ελεύθερα. Και πάντα είναι οι νέοι αυτοί που έχουν σημασία – εμείς, τα απολιθώματα, καλά θα κάνουμε να το βουλώσουνε και να ακούμε χωρίς να πολυμιλάμε. Αν η Σου Τσι καταλάβει ότι τώρα έχει να παίξει άλλο ρόλο, ν' αφουγκραστεί αυτή τη νέα γενιά ακόμα κι αν η ίδια παραμείνει ένα σύμβολο, μια πηγή σοφίας, τότε θα συνεχίσει ιδανικά μια ζωή αγώνων. Θα βγάλει τα σωστά συμπεράσματα από τις εμπειρίες της. Αν όμως παρουσιαστεί με το κύρος της αυθεντίας και ζητήσει να επιβάλει αποκλειστικά τις δικές της ερμηνείες... όχι εντάξει, άκυρο, δεν ανησυχούμε, η ίδια δείχνει να το καταλαβαίνει.


Τσε ντε (= σ’ αγαπώ) Αν Σαν Σου Τσι:




ΥΓ: Η Σου Τσι δεν χρησιμοποιεί Twitter ούτε Facebook, οι λογαριασμοί με το όνομά της που θα βρείτε σ’ αυτά τα μέσα δεν διατηρούνται από την ίδια. Το μόνο μέρος στο ίντερνετ που σχετίζεται μ’ αυτήν είναι η σελίδα του NLD: www.nldburma.org

Η Συνέχιση Του Σεξ Με Άλλα Μέσα

Διάβασα εδώ ένα κείμενο του Αντώνη από το Lenin Reloaded για τον Νταλάρα, με αφορμή το πρόσφατο γιαούρτωμά του, και μου κόλλησε μια φράση:

Ο Νταλάρας δεν "το έπαιξε" λαϊκός τραγουδιστής• ήταν λαϊκός τραγουδιστής, και όποιος λέει το αντίθετο δεν έζησε σε εργατική και λαϊκή συνοικία τη δεκαετία του εβδομήντα και μιλάει στον αέρα

Μπορεί να μιλάω στον αέρα, αλλά η εντύπωσή μου είναι ότι η λαϊκή απήχηση του Νταλάρα υπήρξε σαν τον Χριστιανισμό στην Ασία: επιδερμική. Γινόταν ακουστός με τον ίδιο τρόπο που ο προσηλυτισμένος Ασιάτης πήγαινε στην εκκλησία, ενώ παράλληλα διατηρούσε τον παραδοσιακό ανιμισμό ή τη λατρεία των προγόνων. Γιατί ήδη από τη δεκαετία του ’50 ακόμα, είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ένα ξεχωριστό ρεύμα λαϊκής μουσικής που γινόταν όλο και πιο διακριτό στην πορεία, μέχρι που σε κάποια στιγμή αποσχίστηκε οριστικά από τα νομιμοποιημένα ακούσματα. Μιλάω για τα τραγούδια που κατά καιρούς έχουν αποκληθεί παρακμιακά, σκυλάδικα, άντεργκραουντ, ξεφωνημένα λαϊκά, «Ομόνοια sound», λαϊκοπόπ, γύφτικα, trash κ.α. Αυτή, νομίζω, υπήρξε η πραγματική λαϊκή κουλτούρα 60 χρόνια τώρα, με την έννοια ότι όσο κι αν προσηλυτίζονταν τα λαϊκά στρώματα (και η επαρχία) στην επιτηδευμένη μουσική, το φινάλε πάντα ήταν, όπως λέει χαρακτηριστικά εδώ ο Γιάννης Χάρης: «πάμε να ξεπλύνουμε τ’ αφτιά μας σε κάνα σκυλάδικο». Στις παρακάτω παραγράφους θα περιγράψω την εικόνα που έχω σχηματίσει, χωρίς φυσικά να διεκδικώ κανένα αλάθητο:

Η νομιμοποίηση της λαϊκής μουσικής, η αποδοχή της δηλαδή από ευρύτερα πληθυσμιακά στρώματα και η θεώρησή της ως τέχνη, ξεκίνησε πρώτη φορά το 1949, με την περίφημη διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι στο Θέατρο Τέχνης. Το ενδιαφέρον για μένα είναι ότι η σχέση του Χατζιδάκι με τα λαϊκά ακούσματα ξεκίνησε από την Κατοχή ακόμα, όταν επισκεπτόταν τα μπουζουξίδικα – ξένος μέσα στην ανθρωπολογία τους, παρατηρητής παρά συμμέτοχος, που όμως με κάποιον τρόπο εκτιμούσε τους θαμώνες και την κουλτούρα τους. Ο ίδιος έχει πει αναλυτικά σε συνεντεύξεις ότι ένιωθε να πνίγεται από την εξευρωπαϊσμένη mainstream μουσική της εποχής και πήρε βαθιά ανάσα όταν ανακάλυψε τα ρεμπέτικα• δεν ανακάλυψε όμως μόνο μια άλλη μουσική κουλτούρα αλλά και τους φορείς της, το ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντασσόταν αυτή η κουλτούρα, καθώς και τα σημεία κοινωνικής της έκφρασης: τα καμπαρέ της εποχής. Εκτίμησε όλο το πακέτο. Κρατήστε το αυτό, θα το βρούμε και στη συνέχεια.

Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, η νομιμοποίηση της λαϊκής μουσικής προχωρούσε ακάθεκτη. Ακουγόταν όλο και περισσότερο από το ραδιόφωνο, οι ελληνικές ταινίες άρχισαν να χρησιμοποιούν μπουζούκια στη μουσική επένδυση, οι δισκογραφικές μπήκαν για τα καλά στο παιχνίδι που, με την εμφάνιση του Καζαντζίδη, άρχισε να γίνεται πολύ επικερδές. Επαγγελματίες συντελεστές έσκυψαν πάνω από το λαϊκό τραγούδι, μουσικοί που μπορούσαν να διαβάσουν παρτιτούρα, τα Παιδιά του Πειραιά έγιναν παγκόσμιο χιτ, όπως και το Συρτάκι του Ζορμπά, ενώ όλο και περισσότερος κόσμος είχε την εμπειρία του Χατζιδάκι και επισκεπόταν τα νυχτερινά κέντρα – κόσμος ετερόκλητος, από τον Δημήτρη Ψαθά μέχρι τον Ωνάση. Η ειρωνία είναι ότι ο ίδιος ο Χατζιδάκις εγκατέλειψε το ρεμπέτικο όταν ένιωσε ότι γίνεται μόδα: you love me as a loser, but now you’re worried that I just might win.

Δεν το εγκατέλειψε όμως μόνο αυτός. Ολοένα και περισσότερος κόσμος πνίγονταν μέσα στα νομιμοποιημένα μπουζουξίδικα. Η συμμετοχή σ’ αυτά συνεπαγόταν μια άλλη νομιμοποίηση: την αποδοχή της καθεστωτικής ανάγνωσης για τα λαϊκά στρώματα, μια ερμηνεία ταινιών Βασιλάκη Καΐλα για την ελληνική κοινωνία (= με το διάβασμα, τη δουλειά και την τιμιότητα θα πας μπροστά, θα ξεφύγεις από τη φτώχεια, θα βρεις καλούς αγγέλους να σε βοηθήσουν όταν τους χρειαστείς, θα παντρευτείς και την κόρη του βιομήχανου). Πολύς κόσμος όμως ήξερε ότι η πραγματική Ελλάδα μπορούσε να γίνει άδικη, ασφυξιογόνος και κανιβαλική. Αυθόρμητα και απροσχεδίαστα, ένα καινούργιο είδος μαγαζιών άρχισε να δημιουργείται ήδη από τη δεκαετία του ’50, μπουζουξίδικα στα οποία μπορούσε να εκφραστεί η βιοτική διάλυση και η απόγνωση των λαϊκών στρωμάτων. Με τους δικούς τους κώδικες τιμής και συμβολισμούς, ήταν μαγαζιά στα οποία μπορούσε κάποιος να μεθύσει μέχρι λιποθυμίας ή να κάθεται όλο το βράδυ με το κεφάλι στα χέρια, χωρίς οι υπόλοιποι θαμώνες να νιώθουν ότι θίγονται από την εικόνα του. Και είπεν ο Θεός: γεννηθήτω σκυλάδικα. Και εγένοντο σκυλάδικα.

Πότε όμως; Η πρώτη αναφορά που βρίσκω στον Τύπο είναι από το ΕΜΠΡΟΣ της 14/08/1965 (αν κάποιος βρει προγενέστερη αναφορά, ας συνεισφέρει): Η καλλιτέχνις [κάποια που χρησιμοποιούσε στις εμφανίσεις της το όνομα της Σούλης Σαμπάχ] δούλευε – και δουλεύει – σε λαϊκά κέντρα μακρυά από την Αθήνα και ιδιαίτερα στα «σκυλάδικα», όπως χαρακτηριστικά λέγονται τα κέντρα «αγνώστου» κατηγορίας. 



Εικάζω λοιπόν ότι εκεί γύρω στο 1965 έγινε ξεκάθαρα αισθητή η ολοκληρωμένη συγκρότηση μιας εναλλακτικής λαϊκής κουλτούρας, ένα στατιστικό σφάλμα στην καθεστωτική ερμηνεία για τα λαϊκά στρώματα, ένας κουρελής επαίτης στο φόντο που χαλάει την καλοστημένη μας οικογενειακή φωτογραφία. Δεν είχε κάποιο μανιφέστο να κηρύξει – δεν ήταν π.χ. ραπ. Η σκυλάδικη εμπειρία δεν γινόταν αντιληπτή ως διαμαρτυρία αλλά ως καταφύγιο: κρατώντας μόνο μια κρυφήν αναπνοή, των μπουζουξίδικων το γκέτο. Μουσικά, βασιζόταν στα ίδιο ρεπερτόριο με την εγκεκριμένη λαϊκή μουσική, απλώς είχε προτίμηση σε μια συγκεκριμένη θεματολογία: τραγούδια που εξέφραζαν θλίψη και ήττα, θάνατο, καψούρα, αδιαμεσολάβητη σεξουαλικότητα, ναρκωτικά και αλκοόλ. Η διαφορά τότε του σκυλάδικου από το νομιμοποιημένο λαϊκό ήταν στον τρόπο πρόσληψης. Το νομιμοποιημένο λαϊκό γινόταν αντιληπτό, σε μεγάλο βαθμό, ως σκοπός. Τραγούδι για το τραγούδι. Κάτι που θα μπορούσες να σιωπήσεις για να το ακούσεις, να προσέξεις τους στίχους και να εκτιμήσεις τη μουσική. Το ίδιο τραγούδι όμως όταν παιζόταν μέσα στα σκυλάδικα γινόταν μέσο• όχι τραγούδι για το τραγούδι, αλλά soundtrack για την σκυλάδικη εμπειρία. Εντός του σκυλάδικου, η μουσική γινόταν το ένδυμα του ρυθμού και οι στίχοι χρησίμευαν για να γεμίσουν την ατμόσφαιρα με συνθηματικές φράσεις και λέξεις-κλειδιά όπως: «πονώ», «πληγή», «Χάρος», «απονιά», «ντέρτια», «λιώνω» κ.λπ.

Η Δεξιά ήταν καχύποπτη απέναντι στα σκυλάδικα. Πέρα από μαχαιροβγάλτες, χασίς και κονσομασιόν, δεν μπορούσε να δει σ’ αυτά κάτι άλλο. Ούτε όμως η ΕΔΑ κι η Αριστερά τα αγκάλιασε, νομίζω, γιατί τα έβλεπε ως λούμπεν: δεν καλλιεργούσαν στον κόσμο αγωνιστική διάθεση, δεν προήγαν τα «σωστά» λαϊκά (κυρίως του Θεοδωράκη). Όλοι πάντως συμφωνούσαν ότι τα σκυλάδικα ήταν κέντρα χαμηλού γούστου και αισθητικής, το κατώτερο σε σχέση με κάποιο ανώτερο• όλοι εκτός από τον κόσμο, που πλημμύριζε τα σκυλάδικα.

Κάπου μέσα στη χούντα, έχω την εντύπωση, ήταν που άρχισαν πλέον να γράφονται και τραγούδια ειδικά για τα σκυλάδικα. Το στατιστικό σφάλμα δεν έκανε το χατίρι κανενός να εξαφανιστεί, ο κόσμος τα ψήφιζε με τη συμμετοχή του, κι αρκετοί πλέον μουσικοί συντελεστές άρχισαν να τα προσέχουν• άρχισαν, δηλαδή, να γράφουν τραγούδια με τέτοιον τρόπο, ώστε από την mainstream σκοπιά να εκλαμβάνονται ως «άτεχνα λαϊκά». Πάντως μέσα στην επταετία, ακόμα κι η αναφορά στον πόνο ή τον θάνατο ήταν, ως ένα βαθμό, αντικαθεστωτική, σπίλωνε την ηλιόλουστη εικόνα που πάσχιζαν να παρουσιάσουν οι συνταγματάρχες. Από την ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΗΧΩ της 25ης Απριλίου 1973: Και άλλη τραγική σελίδα [η προηγούμενη προφανώς ήταν η περίπτωση Κοεμτζή, δύο μήνες πριν] προσετέθη στό παθητικό τών «μπουζουκιών», τόπου συγκεντρώσεως αρκετών ποδοσφαιριστών, με τον φόνο του Γιώργου Κίνλεϋ, αδελφού του γνωστού μας προπονητού Θανάση Σούλη, παλαιού διεθνούς ποδοσφαιριστού του Ολυμπιακού. Ο φόρος αίματος που πληρώνουν τελευταία αθώοι άνθρωποι δεν μπορεί να μη έχη κάποια σχέσι με τον «Χάρο που βγήκε παγανιά», «Φέρτε το παιδί του Χάρου», «Πες μας, βρε Χάρε» κ.λπ. που άδονται με πάθος και προκαλούν πάθη άγρια σε ωρισμένα καθάρματα. Ας προσέχουν λοιπόν οι «συχνάζοντες σε ύποπτα κέντρα διασκεδάσεως» ποδοσφαιρισταί. Δεν κινδυνεύουν να χάσουν μόνο την φόρμα τους ξενυχτώντας στα «σκυλάδικα», άλλα και την ζωή τους



Στη μεταπολίτευση το σκυλάδικο τραγούδι άρχισε ν’ απογειώνεται. Από στατιστικό σφάλμα έγινε στατιστικός μέσος όρος. Βοήθησαν σ’ αυτό και οι δύο θρυλικές δισκογραφικές εταιρείες, SONORA και VASIPAP. Το καινούργιο τώρα ήταν ότι εμφανίστηκε ένα άλλο mainstream: πολιτικοποιημένα λαϊκά, στην υπηρεσία του ΚΚΕ ή του ΠΑΣΟΚ. Το σκυλάδικο κράτησε αποστάσεις ενστικτωδώς κι αυτά το περιφρόνησαν – η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ’ αυτό μιαν άλλην απειλή. Το μεν ΠΑΣΟΚ στην αρχή στηρίχτηκε σε στρατευμένους συνθέτες (π.χ. Μαρκόπουλος), αντισκυλάδες, γρήγορα πάντως έπαψε να προσδιορίζεται μουσικά. Η απόρριψη όμως του ΚΚΕ για τα «λούμπεν» λαϊκά ήταν χαρακτηριστική, δεν μπορούσε να δει τίποτα αξιόλογο σ’ αυτά. Από τον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ της 11ης Ιανουαρίου 1976: Δυστυχώς πολλοί από τους νέους εργαζόμενους της πόλης πηγαίνουν προπαντώς τα Σαββατοκύριακα στα σκυλάδικα και ξοδεύουν και το μισό τους βδομαδιάτικο καμιά φορά. Πηγαίνουν όμως και φοιτητές, πρωτοετείς οι περισσότεροι, που δεν έχουν γραφτεί στο Σύλλογο ακόμα. Ο «αμερικάνικος τρόπος ζωής» επιτίθεται και στην Κομοτηνή. Πορνό, καράτε, ντισκοτέκ, σκυλάδικα. Υποψυχαγωγία μ’ όλα τα φθοροποιά αποτελέσματα. 



Ενδιαφέρουσα η ψυχοσωτήριος δράση του Φοιτητικού Συλλόγου. Κάπου εκεί, στα φορτισμένα χρόνια της μεταπολίτευσης, συνέβη κι ένα μοναδικό γεγονός: για πρώτη φορά εμφανίστηκε ένα συγκεκριμένο τραγούδι που έγινε αποδεκτό από όλο το μήκος και το πλάτος της λαϊκής κουλτούρας. Και είπεν ο Θεός: γεννηθήτω Εκδίκηση της Γυφτιάς. Και είπεν ο Νίκος Παπάζογλου, ο Νίκος Ξυδάκης κι ο Μανώλης Ρασούλης: γεννηθήτω Τρελή κι Αδέσποτη.

Το τρίο της Θεσσαλονίκης πέτυχε ό,τι λαχτάρησε αλλά δεν κατάφερε ποτέ του ο Σαββόπουλος• το προσπάθησε στα Τραπεζάκια Έξω αλλά δεν του βγήκε, δεν το ‘χε. Ενώ εκτιμούσε τα σκυλάδικα, τα έβλεπε όπως ο Ρουσσώ τον άνθρωπο της φύσης (= κάτι πρωτόγονο αλλά και θεμελιακά αγνό), δεν μπόρεσε να παίξει τον ρόλο του Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο. Η Τρελή κι Αδέσποτη όμως υπήρξε, νομίζω, αυτό το ιδανικό τραγούδι που άγγιξε μια διαπολιτισμική τελειότητα: τόσο οι «ποιοτικοί» όσο και οι «σκυλάδες» το ένιωσαν δική τους υπόθεση.

Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία, αλλάζει και το σκυλάδικο στις κατοπινές δεκαετίες. Πλέον χάνει τον θανατολογικό του χαρακτήρα, αρχίζει να εκφράζει και καταναλωτικές παραστάσεις, οι μουσικές του φόρμες τροποποιούνται κι εμφανίζεται ένας τεράστιος αριθμός μπουζουξίδικων, από πολυτελή με φίρμες, μέχρι συνοικιακά κι επαρχιώτικα με σταρ τοπικής εμβέλειας. Το ακόμα πιο καινούργιο mainstream τώρα ήταν τα «ποιοτικά» ή «έντεχνα» λαϊκά, τραγούδια που δεν μπορούσαν με τίποτα να σταθούν μέσα σ’ ένα σκυλάδικο. Ο Σαββόπουλος συνέχισε τους πειραματισμούς του με νεοβαλκανικό ήχο προσπαθώντας να εντοπίσει την πρωτογονική θεμελιακότητα της μουσικής μας κουλτούρας, μάταια όμως. Παρόλο που αγάπησε τη σκυλάδικη εμπειρία, υπήρξε μάλλον υπερβολικά επιτηδευμένος για να την αποδώσει αυθεντικά (τον συγχωρούμε, πάντως, γιατί μας έδωσε ένα τραγούδι καταπληκτικής έμπνευσης, το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο»).

Τελικά όμως τι είναι αυτή η σκυλάδικη εμπειρία, η οποία γεννά, σε δεύτερο χρόνο, το σκυλάδικο τραγούδι; Είναι μια σύνθετη κοινωνική – αισθητική – συμβολική εμπειρία, που έχει ως κέντρο τη σεξουαλικότητα. Αυτή είναι η βάση κι όλα τ’ άλλα το εποικοδόμημα. Η σκυλάδικη εμπειρία είναι η συνέχιση του σεξ με άλλα μέσα. Ή με άλλα όργανα: μπουζούκια, κλαρίνα και ντέφια.

Ναι, όμως πώς επικοινωνείται η σεξουαλικότητα μέσα στα μπουζουξίδικα χαμηλής επιτήδευσης; Ο δεύτερος όρος του σκυλάδικου κοινωνικού συμβολαίου είναι η επίδειξη. Το σκυλάδικο θεμελιώνεται πάνω σε μια αντίθεση με την εξωσκυλάδική μας κοινωνικότητα, στην οποία μηνύματα όπως «μπορώ να γίνω επικίνδυνος», «ελέγχω τους ανθρώπους και το περιβάλλον μου», «είμαι σεξουαλικά διαθέσιμη», «έχω καταναλωτική δυνατότητα», «ψάχνω χορηγό», «είμαι χορηγός» κ.λπ., εκπέμπονται με ήπιο και διακριτικό τρόπο, ώστε πάντα να υπάρχει η ασφάλεια της αμφιβολίας. Στο σκυλάδικό όμως αυτά τα μηνύματα εκπέμπονται με σαφήνεια και μην αφήνοντας ενδεχόμενο παρεξήγησης• αν η κουλτούρα μας άλλαζε ώστε μηνύματα σαν τα παραπάνω να προσλαμβάνονταν άμεσα, τότε τα σκυλάδικα θα εξαφανίζονταν, δε θα είχαν λόγο ύπαρξης πλέον. Δεν πάει ο πελάτης στα σκυλάδικα για να απολαύσει τη μουσική αλλά για να συμμετάσχει σε μια συνωμοσία, να ξεπεράσει τη συμβατική ομερτά της καθημερινής αμφιβολίας. Απ’ αυτή την άποψη, το σκυλάδικο είναι η συνέχιση ενός κλαμπ γυμνιστών με άλλα μέσα.

Και ο τρίτος όρος είναι οι προσωπικές σχέσεις. Όλα έχουν αυτόν τον χαρακτήρα, το σκυλάδικο είναι ένας χώρος όπου παύουν να ισχύουν πολλές από τις απρόσωπες συμβάσεις του εξωσκυλάδικου σύμπαντος. Ακόμα και στα πολυτελή σκυλάδικα που τραγουδάνε οι μεγάλες φίρμες και παίζονται πολλά λεφτά, οι συμφωνίες με τον επιχειρηματία είναι προσωπικές και τα συμβόλαια διακοσμητικά. Ο σκυλόκοσμος δεν σε αναγνωρίζει παρά μόνο ως πρόσωπο, όχι ως φορέα κάποιου τίτλου ή ρόλου, και η μεγαλύτερη αρετή στο σύμπαν του είναι η φιλία – κι όλα όσα τη συνοδεύουν: μπέσα, συμπαράσταση, αλληλοβοήθεια, φιλότιμο κ.λπ. Εδώ μπορούμε να δούμε και το στοιχείο της τόσο παρεξηγημένης κονσομασιόν• δεν είναι η απρόσωπη εξωσκυλάδικη πορνεία, διότι η κονσοματρίς θα σχετιστεί προσωπικά με τον θαμώνα, θα αναφέρονται ο ένας στον άλλον με το μικρό όνομα, η ανταλλαγή χρημάτων για σεξ θα γίνει σε συναισθηματική ή ακόμα και φιλική βάση• ανταλλαγή προσωπικών δώρων, όχι απρόσωπων αγαθών. Τα σκυλάδικα υπήρξαν η αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας στη συνεχή αστικοποίηση μετά τον πόλεμο, νησίδες κοινοτικών αξιών και στάσεων μέσα στην ολοένα και πιο απρόσωπη πόλη. Απ’ αυτήν την άποψη, το σκυλάδικο είναι η συνέχιση του χωριού στην Αθήνα με άλλα μέσα.


*  *  *  *  *

«Ντισκοτσιφτετέλια γι’ αμερικανάκια / Νεοέλληνες χορεύουνε στα τέσσερα με κουδουνάκια», έλεγε περιφρονητικά ο Τζίμης Πανούσης αντηχώντας το προαναφερθέν χωρίο του Ριζοσπάστη, σαν εθνολόγος του 19ου αιώνα που καταγράφει τελετές πρωτόγονων φυλών χωρίς να τις κατανοεί, χωρίς να συμμετέχει, με τη συγκατάβαση της ευρωπαϊκής του ανωτερότητας. Παραμένει όμως μια βασική ασυμμετρία στο φινάλε: εμείς, οι απέξω, μπορεί να θαυμάζουμε ή να χλευάζουμε τη σκυλάδικη εμπειρία, πάντως ασχολούμαστε μαζί της• ο συμμετέχων σ’ αυτήν δεν πολυνοιάζεται για μας, του φτάνει η ικανοποίηση της ίδιας της εμπειρίας. Μας εξαφανίζει μέσω της αδιαφορίας του.

Εξήντα χρόνια τώρα, το σκυλάδικο ήταν αυτό που ήταν και δεν καμώθηκε ποτέ για το αντίθετο. Δε θέλησε να κηρύξει μανιφέστα, να δώσει λύσεις, να έχει άποψη. Δεν δήλωσε ποτέ κάποια ανωτερότητα, του έφτανε το «πάμε να ξεπλύνουμε τ’ αφτιά μας σε κάνα σκυλάδικο». Περιορισμένο μέσα στα ενδιαιτήματά του, τα σκυλάδικα κέντρα, βαθιά προσωπικό και σεξουαλικό, άνθισε πάνω στη βάση της καθημερινής μας ομερτάς, στη σκιά που έριχνε η μελετημένη αμφιβολία της συμβατικής μας κοινωνικότητας. Μαζί όμως με τους παλιούς ραδιοπειρατές, αποτελεί ένα καταπληκτικό δείγμα λαϊκής κουλτούρας της σύγχρονης Ελλάδας, που ποτέ δεν μελετήθηκε όσο του άξιζε. Η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της και τα τραγούδια της, πες τα, ρε Χρήστο Γιανναρά: «ο φαυλεπίφαυλος κύκλος της ηθικής μας κρίσης». Αυτό ακριβώς!

ΥΓ: Ακούω όμως τις φωνές διαμαρτυρίας, νιώθω τις ενστάσεις... Μα τα σκυλάδικα τραγούδια δεν είναι άτεχνα κι ανεπιτήδευτα; Φτηνιάρικα κομμάτια που γράφονται μέσα σε μισή ώρα (στίχοι, μουσική και ενορχήστρωση); Ναι, ας πούμε ότι είναι. Με τον ίδιο τρόπο όμως που κι η πραγματική λαϊκή μουσική, σ’ όλο τον πλανήτη, είναι άτεχνη και φτηνιάρικη. Τα (πραγματικά) λαϊκά τραγούδια έχουν μια κοινωνική πορεία προκειμένου να καταναλωθούν ευρέως, χρειάζονται επεξεργασία σαν το αργό πετρέλαιο: πρώτα συνθέτονται από μια πηγή• κατόπιν έρχεται κάποιος Πιονιέρος και τα προσέχει• τέλος, φτάνει κάποιος Επαγγελματίας και τα αναδεικνύει. Το Man of Constant Sorrow, για παράδειγμα, τραγουδιώταν αρχικά κάπως έτσι• το πήρε όμως ο Επαγγελματίας (Dan Tyminski) και το έκανε έτσι όπως το ακούσαμε στην ταινία. Το John Henry αρχικά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από αυτό• ήρθε όμως ο Johnny Cash κι έχτισε πάνω του αυτό• τέλος, το πήρε ο Bruce Springsteen και το παρουσίασε έτσι. Συγνώμη αλλά αυτή είναι η πραγματική λαϊκή μουσική! Άτεχνη, φτηνιάρικη και μονότονη – στα δικά μας καλλιεργημένα αυτιά. Χρειαζόμαστε την παρέμβαση ενός Πιονιέρου ή Επαγγελματία για να την απολαύσουμε. Καλή η μακαρίτισσα η Δόμνα Σαμίου όμως άνηκε στους Πιονιέρους: αυτά που τραγουδούσε δεν ήταν τα πραγματικά δημοτικά, ήταν οι δικές της δημιουργικές διασκευές πάνω στο υλικό τους. Ας πούμε λοιπόν κάτι παρόμοιο και για τα σκυλάδικα: είναι σαν τα δημοτικά τραγούδια, πριν την επέμβαση της κυρίας Δόμνας όμως.


Τα Αόρατα Μνημεία



Με αφορμή τους αγανακτισμένους ποιητές (μη χέσω) και το "αόρατο μνημείο στον άγνωστο ποιητή", θυμήθηκα κάτι σχετικό:

"Τα μνημεία είναι ορατά αντικείμενα. Όχι όμως και τα βαθύτερα μηνύματά τους, όπως το γεγονός ότι τόσα πολλά μνημεία είναι αφιερωμένα σε καβαλάρηδες. Να γίνεται ορατός ο πολεμιστής κι ο πολιτικός άντρας, όχι όμως το πιο σημαντικό ανθρώπινο γεγονός: μια γυναίκα που φέρνει στον κόσμο την καινούργια ζωή. Κατά τον ίδιο τρόπο, δε φαίνεται να υπάρχει ούτε ένα μνημείο αφιερωμένο στην οικογένεια - σε γονείς και παιδιά που απλά είναι όμορφα κι αγαπημένα ο ένας με τον άλλον. Το βαθύτερο μήνυμα μεταφέρεται τόσο από το ορατό μνημείο, όσο κι από αυτό που απουσιάζει: κάποια πράγματα, καταστάσεις και σχέσεις είναι πιο δοξασμένα από κάποια άλλα" - Johan Galtung


(η φωτο από το www.lastoffertravel.gr)

Αστρολογίες

Κάτι παθαίνω και βλέπω συνεχώς αστρολογίες εκεί που δεν υπάρχουν (;)

Το κακό ξεκίνησε με τoν Λαβύρινθο του Πάνα, την ισπανική ταινία του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, που ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι είναι, ουσιαστικά, το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα, του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Επόμενο κρούσμα ήταν το Hey Joe του Τζίμι Χέντριξ. Είναι κλεμμένο! Το πρωτότυπο, φυσικά, είναι ο Μενούσης (ο Μπιρμπίλης κι ο Ρεσούλ Αγάς), το ίδιο πράγμα λένε και τα δυο τραγούδια.

Τελευταία, η πάθηση ξαναχτύπησε. Μόνο εγώ βλέπω ότι αυτό το απόσπασμα από τον Φρανκενστάιν της Μέρι Σέλι: "I found that I could not compose a female without devoting several months to profound study & laborious disquisition"...

... είναι ουσιαστικά αυτό το τραγούδι του Στράτου Διονυσίου;   

Κυλήστε, Δάκρυά Μου, Είπε Ο Εισαγγελεύς...

... κυλήστε υπό τους ήχους των Pink Floyd (διαβάστε την περιγραφή στο βίντεο):

Αθήνα 24/4/1984
Κύριε Γεωργόπουλε,

Να μας συγχωρέσετε για την παρά την θέλησή σας και απουσία (;) σας είσοδό μας εις την οικογενειακή σας εστία, αλλά βλέπετε ο νόμος...
Όσο για την ποιότητα της εκπομπής σας, είναι πραγματικά από αυτές που προάγουν τα πολιτιστικά επίπεδα του τόπου μας, γι’ αυτό βέβαια αξίζετε συγχαρητηρίων. 
Μετά από 48ωρον να επικοινωνήσετε με το παράρτημα της περιοχής σας.

Ο εισαγγελεύς
Νίκος Καρπέτας (;)

Φτηνές Φιλοσοφίες

«Κύριε, δώσ’ μου γαλήνη να δεχτώ αυτά που δεν μπορώ ν’ αλλάξω, δύναμη ν’ αλλάξω αυτά που μπορώ, και σοφία να διακρίνω τη διαφορά», λέει η γνωστή Προσευχή της Γαλήνης που αποδίδεται στον Reinhold Niebuhr. Συχνά όμως δεν ξέρουμε εκ των προτέρων τι μπορούμε ν’ αλλάξουμε, αν δεν δοκιμάσουμε. Το άλογο το αποδεικνύει ο δρόμος, τον άνθρωπο τον αποδεικνύει ο χρόνος. Κάποιες φορές μετακινούνται βουνά.

Η οντολογία της Προσευχής θέλει τον κόσμο να αποτελείται από δύο κατηγορίες αντικειμένων: αυτά που μπορούμε κι αυτά που δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε. Θα μπορούσε να ονομαστεί και η Προσευχή του Μικροαστού. Αν ο Δαυίδ άκουγε την Προσευχή, δε θα τα έβαζε ποτέ με τον Γολιάθ. Γιατί ο κόσμος αποτελείται από δύο άλλες κατηγορίες αντικειμένων: αυτά με τα οποία έχουμε ήδη αναμετρηθεί κι αυτά με τα οποία δεν αναμετρηθήκαμε ακόμα. Οπότε, μια πιο ταιριαστή προσευχή θα ήταν: «Κύριε, δώσ’ μου την αποκοτιά να τα βάλω με γίγαντες, κέφι για να φιλοσοφήσω την ήττα μου, αν χάσω, και προσγείωση για να μην πάρουν τα μυαλά μου αέρα, αν νικήσω».

* * * * *

Τσίλι: το ύστατο επιχείρημα υπέρ του μαζοχισμού.

* * * * *

«Πάντα ουν όσα εάν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτως και υμείς ποιείτε αυτοίς• ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται», Ματθαίος 7:12 (να κάνετε στους άλλους ό,τι θέλετε κι αυτοί να κάνουν σε σας), γνωστός και ως Χρυσός Κανόνας της ηθικής. Καταρρίπτεται όμως τελειωτικά από το τσίλι: η μαγειρική μου είναι απόπειρα δολοφονίας δια εσωτερικών εγκαυμάτων, όμως πάντα τηρώ τον Χρυσό Κανόνα: μαγειρεύω για τους άλλους έτσι όπως θα ήθελα κι αυτοί να μαγειρεύουν για μένα. Μία φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά.

* * * * *

Η Εβραϊκή πίστη είχε βαλτώσει για τα καλά, όταν ξαφνικά από τα σπάργανά της ανεδείχθη μια διαφορετική και ζωντανή θρησκεία. Πριν από περίπου 2.000 χρόνια, επί βασιλείας Ηρώδη, εμφανίστηκε στη γη του Ισραήλ ένας Διδάσκαλος που κήρυξε με λόγια και με έργα ένα ευαγγέλιο αγάπης. Ήταν ένας Διδάσκαλος ταπεινής καταγωγής, ξυλουργός στο επάγγελμα, που όμως ήξερε τον Νόμο καλύτερα κι από τους ηλικιωμένους αρχιερείς – αν και, όπως έλεγε ο ίδιος, όλος ο Νόμος συμπυκνώνεται σε μια απλή πρόταση: «ό,τι δε θέλεις να κάνουν οι άλλοι σε σένα, μην το κάνεις εσύ σ’ αυτούς». Και ο Διδάσκαλος αυτός ήταν... ο ραβίνος Χίλελ.

* * * * *

Φρουτολογία:
- Το ροδάκινο είναι η λαϊκίστικη εκδοχή του μάνγκο.
- Ποιος αποφάσισε ότι η φράουλα είναι φρούτο; Και με τι κριτήρια;
- Η μπανάνα είναι τόσο user–friendly, που δεν μπορεί παρά να σχεδιάστηκε στα εργαστήρια της Apple.
- Το τζάνερο είναι για το δαμάσκηνο ό,τι και το ΚΚΕ (μ-λ) για το (μ-λ) ΚΚΕ.
- Αν η Φρουτοπία ήταν συντεταγμένη πολιτεία, το κάστανο θα κοβόταν στο ΣτΕ ως αντισυνταγματικό.
- Το ρόδι δεν μπορεί παρά να προήλθε από διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης.
- Αν ο Θεός ήθελε τα καρπούζια να τα τρώμε, θα τα έφτιαχνε με φερμουάρ.
- Η φράουλα είναι η Άννα Διαμαντοπούλου των φρούτων.

* * * * *

«Ψάχνω να βρω τον εαυτό μου» σημαίνει: «δοκιμάζω καινούργια περιβάλλοντα». Καινούργιους ανθρώπους, καινούργιους στόχους, καινούργιες ανάγκες, που βγάζουν από μέσα μου καινούργιες συμπεριφορές και τρόπους σκέψης. Δε σημαίνει κάνω διαλογισμό ή διαβάζω βιβλία ή πηγαίνω σε ψυχαναλυτή. Δεν «βρίσκουμε τον εαυτό μας» μόνοι μας, αλλά με το να πάρουμε την ύπαρξή μας και να την εκθέσουμε σε άλλες εξωτερικές επιρροές. Όλοι είμαστε θεμελιωδώς τρωτοί, το περιβάλλον χτίζει μέσα μας πρεσβείες και προξενεία. Είμαστε έρμαια του περιβάλλοντός μας κι ας διαφωνεί όσο θέλει ο Βούδας.

* * * * *

Σκέφτομαι ότι το «κομίζει γλαύκας εις Αθήνας» θα μπορούσε να εκμοντερνιστεί σε: «ανοίγει τσιπουράδικο στον Βόλο».

Η Σιγουριά Της Επιστημονικής Μελέτης

Υπάρχουν τεσσάρων ειδών ψέματα: τα μικρά ψεματάκια, οι χοντρές ψεματάρες, η στατιστική και τα παιχνίδια με τις λέξεις.

Διαβάζω στη σημερινή Καθημερινή άρθρο του κ. Στάθη Καλύβα με τίτλο Εμφύλιοι, Εκρήξεις, Ταραχές..., όπου επιχειρηματολογεί (με σιγουριά που «προέρχεται από την επιστημονική μελέτη των εμφυλίων») ότι τουλάχιστον η Ελλάδα δεν κινδυνεύει από εμφύλιο πόλεμο. Με δυο λόγια: οι πόλεμοι τέτοιου είδους είναι κυρίως φαινόμενο των φτωχών χωρών (όμως πολλές φορές ο εμφύλιος είναι η αιτία που μια μη-φτωχή χώρα κατακρημνίζεται, π.χ. Βιρμανία, Αγκόλα), συνήθως συντρέχουν επιπλέον και εθνοτικές διαιρέσεις (αν και δε λείπουν τα παραδείγματα μη-εθνοτικών εμφυλίων: ο Αμερικάνικος, ο δικός μας εμφύλιος, οι Κμερ Ρουζ, ίσως κι ο εμφύλιος πόλεμος του Λάος κ.α.), ενώ η διεξαγωγή τους απαιτεί σημαντικά ποσοστά νέου και σκληραγωγημένου αντρικού πληθυσμού. Επομένως, όλοι αυτοί που μιλάνε για «εμφύλιο πόλεμο» γίνονται υπερβολικοί, λέει ο κ. Καλύβας: «Ας μου επιτραπεί να τους καθησυχάσω: κινδυνεύουμε από πολλά, αλλά όχι από εμφύλιο».

Ας μου επιτραπεί να τους αγχώσω: αν αντί για «εμφύλιο» μιλούσαμε π.χ. για «αναταραχή μεγάλης κλίμακας, στην οποία η μία πλευρά τουλάχιστον αμφισβητεί την κυβέρνηση», τότε η Ελλάδα κινδυνεύει.

Στην πράξη, κάπου βάζουμε τη διαχωριστική γραμμή για να διακρίνουμε τι είναι ο «εμφύλιος πόλεμος» και τι οι «ταραχές», ορισμένες φορές πάντως αυτό δεν είναι εύκολο. Ακόμα περισσότερο: ορισμένες φορές (= πολλές φορές), ο χαρακτηρισμός είναι πολιτικός κι όχι επιστημονικός. Ας μην αναφερθώ σε χούντες που πάντα αρνιούνται ότι υπάρχει εκτεταμένη άρνηση της νομιμοποίησής τους και βλέπουν μόνο μερικές ομάδες ταραξιών• το 2006, ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός δημοσιογράφων, πολιτικών και ακαδημαϊκών έφταναν να περιγράφουν την κατάσταση στο Ιράκ ως «εμφύλιο πόλεμο», ενώ η τότε κυβέρνηση Μπους το αρνιόταν. Κατανοητό• μιλώντας για «εμφύλιο πόλεμο» μεταφέρεις το νόημα ότι υπάρχει εδραιωμένη αντίσταση ενάντια στην κυβέρνηση του Ιράκ – οπότε και η όλη εκστρατεία σου τίθεται αυτόματα υπό αμφισβήτηση. Αποφεύγοντας όμως αυτήν την τόσο φορτισμένη λέξη, μπορεί και να περάσεις στο ντούκου την ερμηνεία ότι τα πράγματα είναι περίπου ελεγχόμενα, απλώς λίγες ομάδες ενόπλων πυροβολούν πού και πού κανέναν αστυνομικό ή ανατινάζονται σε κανένα παζάρι, κάτι τέτοιο, σύντομα θα τιθασευτούν, μην το κάνουμε και θέμα. Αν όμως το Ιράκ είναι μακρινό από την Ελλάδα του σήμερα, ας πούμε ένα άλλο παράδειγμα, πιο προσιτό: το 2006, η Ταϊλάνδη βυθίστηκε σε πολιτική κρίση, η οποία κλιμακωνόταν και κορυφώθηκε το 2010, με τους περίπου 90 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες στην Μπανγκόκ. Τότε λοιπόν, τον Μάιο του 2010, πολλοί ξένοι σχολιαστές και ΜΜΕ έφτασαν να ανησυχούν για κάτι σαν εμφύλιο πόλεμο (παράδειγμα 1, παράδειγμα 2, παράδειγμα 3, πού ήταν ο κ. Καλύβας τότε να εξηγήσει το ανυπόστατο των χαρακτηρισμών με σιγουριά που «προέρχεται από την επιστημονική μελέτη των εμφυλίων»;). Η τότε κυβέρνηση, φυσικά, αρνιόταν όλα αυτά και έβλεπε απλώς μερικές χιλιάδες «τρομοκράτες» και «πληρωμένους ταραχοποιούς». Δεν απέχει πολύ η Ελλάδα του 2012 από την Ταϊλάνδη του 2006• ούτε η Ταϊλάνδη του 2006 απέχει πολύ από την Ταϊλάνδη του 2010• δυστυχώς όμως, το επόμενο στάδιο είναι το Ιράκ του 2006.

Ας αφήσουμε λοιπόν τα παιχνίδια με τις λέξεις. Είτε το πεις «εκτεταμένες ταραχές» είτε «εμφύλιο πόλεμο» είτε «κάτι σαν εμφύλιο πόλεμο» είτε οτιδήποτε, το θέμα είναι ότι η Ελλάδα κινδυνεύει. Η βία δεν γεννιέται από τη μια μέρα στην άλλη• καλλιεργείται, γίνεται ανεκτή, οργανώνεται, περνάει από τη σκέψη στα λόγια, από τα λόγια στη συμβολική πράξη, από τη συμβολική πράξη στην ουσιαστική πράξη, δημιουργεί φαύλους κύκλους εκδίκησης – αντεκδίκησης κ.λπ. Υπάρχει ένα συνεχές απόλυτης ειρήνης – απόλυτου πολέμου και το ανησυχητικό είναι ότι η Ελλάδα δείχνει να μετακινείται προς τη βίαιη πλευρά του. Οι ενδείξεις εδώ είναι η αυξανόμενη φόρτιση και ο ηθικός αποκλεισμός: πολύς κόσμος αρχίζει να συλλαμβάνει την ιδέα μιας Ελλάδας στην οποία οι Χ (= μνημονιακοί, αντιμνημονιακοί, λαθρομετανάστες, δεξιοί, αριστεροί, εβραίοι κ.λπ., ο καθένας με τις προκαταλήψεις του) δεν έχουν θέση. Ο γενοκτονικός εμφύλιος στη Ρουάντα δεν έγινε στα καλά καθούμενα• δεν ξυπνήσαν μια μέρα οι Χούτου κι αποφάσισαν να σφάξουν τους Τούτσι. Προηγήθηκε μια περίοδος στην οποία τα πνεύματα οξύνονταν, οι ακραίες φωνές πολλαπλασιάζονταν εκατέρωθεν, ο δημόσιος λόγος σταδιακά ολίσθησε σε επίπεδα Αυριανής και Στόχου, και ο ηθικός αποκλεισμός κυριάρχησε ιδεολογικά. Μια τάση προς τα εκεί παρατηρούμε στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό, νομίζω (νομίζω, έτσι;). Δεν είναι για πανικό, είναι όμως για ανησυχία.

Όλα αυτά είμαι σίγουρος ότι τα ξέρει ο κ. Καλύβας, όμως η έγνοιά του είναι να μη χρησιμοποιείται η κακιά λέξη «εμφύλιος» (με σιγουριά που «προέρχεται από την επιστημονική μελέτη τους»). Ο λόγος είναι πολιτικός, όχι επιστημονικός: η κακιά λέξη δηλώνει εκτεταμένη αμφισβήτηση της κυβέρνησης. Αυτό ακριβώς που ήθελε να αποφύγει ο Μπους το 2006 και η κυβέρνηση της Ταϊλάνδης το 2010. Ο κ. Καλύβας επιτίθεται στην υπερβολή της λέξης, για να προσπεράσει έντεχνα το αντικυβερνητικό της περιεχόμενο• κατασκευάζει πραγματικότητα, κάνει πολιτική. Και η γλώσσα της πολιτικής δεν είναι ουδέτερη, είναι στρατευμένη.

Ας του κάνουμε όμως το χατίρι. Ας μην ξαναμιλήσουμε για «εμφύλιο», είναι υπερβολή, ο κ. Καλύβας έχει δίκιο. Εναλλακτικά όμως χρειαζόμαστε περιφράσεις, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Προτείνω λοιπόν η κατάσταση στην Ελλάδα να χαρακτηρίζεται από τον επιστημονικά ορθότερο όρο: Ε.Μ.Φ.Υ.Λ.Ι.Ο.Σ. = Εκτεταμένες Μισαλόδοξες Φαυλότητες Υπονόμευσης της Λαϊκής Ισχύος & Όλα Στακάρβουνα. Κάτι τέτοιο. Νομίζω πως τώρα βάλαμε, επιτέλους, το θέμα στις σωστές του βάσεις και μπορούμε να ηρεμήσουμε. Με σιγουριά που προέρχεται από την επιστημονική μελέτη των εμφυλίων.