Πολλή κουβέντα έγινε τον τελευταίο καιρό για τα λάθη του ΔΝΤ με τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές και τα προγνωστικά ανάπτυξης, καθώς και για τις σφοδρές επιπτώσεις που είχε η πολιτική λιτότητας στις οικονομίες του ευρωπαϊκού νότου• πολύ πιο σφοδρές απ’ ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί. Το θέμα αυτό είναι εξαιρετικά πολύπλοκο και δεν έχω κάτι να σχολιάσω... Ψέματα, έχω! Θα το πω όμως βαθμιαία και θα προσπαθήσω να θίξω γενικότερα συμπεράσματα.
Fire the Forecaster
To 2009 και μετά το σοκ της χρηματοπιστωτικής κρίσης 2007-2008 στις ΗΠΑ, κυκλοφόρησε το βιβλίο Animal Spirits των George Akerlof & Robert Shiller. Ήταν, λένε, μία από τις σοβαρές απόπειρες να κατανοηθεί αυτό που έγινε, γιατί έγινε, πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί στο μέλλον κάτι παρόμοιο, και τι δεν πάει καλά με τις καθιερωμένες οικονομικές θεωρίες. Το γενικό πνεύμα του βιβλίου είναι ότι η οικονομική δραστηριότητα επηρεάζεται τόσο πολύ από ψυχολογικούς παράγοντες ώστε είναι θεμελιωδώς μη-ορθολογική, όχι με την κλασική έννοια του ορθολογισμού στην οικονομική επιστήμη τουλάχιστον. Σήμερα πλέον, μετά τη δουλειά δεκαετιών και το Νόμπελ του Ντάνι Κάνεμαν, αρχίζει να μην ακούγεται καθόλου περιθωριακή αυτή η ιδέα. Συμφωνώ φυσικά, θα ήταν ωραία ο άνθρωπος να συμπεριφερόταν οικονομικά σαν ένας στυγνός ορθολογιστής (με την έννοια των κλασικών οικονομικών), λειτουργώντας πάντα ως μεγιστοποιητής μιας χρησιμότητας (utility)• θα ήταν προβλέψιμος και παραμετροποιήσιμος, θα έβγαιναν και τα οικονομικά μας μοντέλα, με τα τόσο ωραία τους μαθηματικά. Δυστυχώς, οι πραγματικοί άνθρωποι στην πραγματική ζωή δεν δείχνουν να μπαίνουν τόσο εύκολα σε καλούπια, οι αναιδέστατοι, κι αυτό είναι το βασικό μήνυμα του Animal Spirits. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε μια σύνοψη του βιβλίου. Να σημειώσω επίσης ότι οι συγγραφείς δεν είναι τίποτα γραφικοί, ο Akerlof είναι βραβευμένος με Νόμπελ κι ο Shiller είναι διαπρεπής οικονομολόγος στο Yale.
Θέλω εδώ να αναφερθώ μόνο σε μια ιδέα του βιβλίου: fire the forecaster. Οι συγγραφείς συγκεκριμένα λένε επανειλημμένως ότι οι οικονομολόγοι τείνουν να βλέπουν τη λειτουργία της οικονομίας μέσα από πολύ απλοϊκές θεωρίες. Ότι τόσο η χάραξη της οικονομικής πολιτικής στον δημόσιο τομέα όσο και πολλές οικονομικές αποφάσεις στον ιδιωτικό τείνουν να βασίζονται σε επιπόλαιες προβλέψεις αναλυτών, οι οποίοι δεν επιδεικνύουν καθόλου προβληματισμό και κριτική στάση ως προς τη συμβατότητα των μοντέλων τους με τις πραγματικές περιστάσεις στον πραγματικό κόσμο. Και το πρόβλημα είναι ότι οι αναλυτές αυτοί δεν μπορούν να ελεγχθούν, καθότι η εξειδικευμένη τους κατάρτιση είναι απρόσιτη γι’ αυτούς που βιώνουν στο πετσί τους την αποτυχία των προβλέψεων.
Το φάρμακο που προτείνουν οι συγγραφείς γι’ αυτό το πρόβλημα είναι το fire the forecaster. Ότι ο αναλυτής που κάνει λάθος προβλέψεις, με τα χρήματα και τις ζωές άλλων, θα πρέπει να απολύεται. Καθώς κι ο πολιτικός που υιοθετεί άκριτα τις προβλέψεις του αναλυτή, θα πρέπει να τιμωρείται κι αυτός – στην έννοια του forecaster περιλαμβάνεται τόσο αυτός που κάνει την εσφαλμένη οικονομοτεχνική πρόγνωση όσο και αυτός που την υιοθετεί από θέση ευθύνης, όμως με επιπτώσεις σε κάποιους τρίτους. Εδώ είναι το σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου, μπορείτε να το διαβάσετε κι εσείς.
Fools or Liars
Παρόμοια είναι και η πρόταση του Nassim Nicholas Taleb στο πιο πολυσυζητημένο βιβλίο των τελευταίων χρόνων, στο The Black Swan. Λέει ο Taleb (στη βρετανική έκδοση του 2010, σελ. 163): "People … who forecast simply because ‘that's my job,’ knowing pretty well that their forecast is ineffectual, are not what I would call ethical. What they do is no different from repeating lies simply because ‘it's my job.’ Anyone who causes harm by forecasting should be treated as either a fool or a liar [δική μου υπογράμμιση]. Some forecasters cause more damage to society than criminals”.
Όπως ίσως γνωρίζετε, ο Taleb στα βιβλία του τονίζει έντονα ότι τόσο στις αγορές κεφαλαίου όσο και σε ολόκληρες οικονομίες, ουσιαστικά δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη. Τουλάχιστον όχι σε βάθος χρόνου και με ακρίβεια – μπορούν ίσως κάποιες γενικότητες να ειπωθούν, να κατονομαστούν τάσεις, μόνο όμως για το άμεσο μέλλον και πάντα υπό μεγάλη αβεβαιότητα: είναι ό,τι καλύτερο έχουμε. Δηλαδή, δεν μπορεί να γίνει οικονομική πρόβλεψη όχι επειδή οι θεωρίες και τα μοντέλα μας είναι ημιτελή, αλλά επειδή τα ίδια τα υπό μελέτη φαινόμενα είναι θεμελιωδώς απρόβλεπτα. Επομένως, λέει, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά• να αποβάλουμε αυτήν την ψευδαίσθηση ελέγχου του μέλλοντος μέσω προβλέψεων, και να φτιάξουμε έτσι τις οικονομίες και τις πολιτικές μας ώστε να είναι σε θέση να απορροφήσουν απρόβλεπτα σοκ – τα οποία θα έρθει η στιγμή που θα προκύψουν.
Το πρόβλημα όμως είναι ακριβώς αυτή η ψευδαίσθηση πρόβλεψης. Η πεποίθηση ότι μπορούμε να ελέγξουμε το μέλλον με κάποιες θεωρίες και μοντέλα, να κάνουμε τοπογραφικό στην αβεβαιότητα, να χωροθετήσουμε το απρόβλεπτο και να του βάλουμε μια μαθηματική τιμή, να το φυλακίσουμε μέσα σε ένα διάστημα εμπιστοσύνης, να το μαρκάρουμε με μία p-value, όπως οι γελαδάρηδες στην Άγρια Δύση μάρκαραν με πυρωμένα σίδερα τα ζώα τους... Είναι μια πολύ ανθρώπινη και κατανοητή ψευδαίθηση (ο «αποικισμός του μέλλοντος», ήταν ο όρος του Anthony Giddens γι’ αυτήν την πεποίθηση ότι έχουμε κάνει συμβόλαιο με τη ζωή να μη μας τύχει ποτέ κάτι απρόβλεπτα κακό). Και λειτουργεί πάντα ναρκωτικά, καθησυχαστικά και υπνωτικά ως προς τη συνειδητοποίηση των πραγματικών ρίσκων στις πραγματικές οικονομίες. Οι οικονομοτεχνικές προβλέψεις είναι το όπιο του λαού.
Εκτός από αυτό, τίθεται κι ένα μεγάλο ηθικό ζήτημα: όπως επισημαίνει ο Taleb, πολλοί αναλυτές (μήπως όλοι σχεδόν;) νιώθουν υπόλογοι έναντι των μοντέλων τους, όχι έναντι των ανθρώπων που παίρνουν στον λαιμό τους! Μια νοοτροπία, «τι να κάνω, αυτή είναι η δουλειά μου». Μια ρουτίνα, business as usual: εισάγουμε τις παραμέτρους και τα μεγέθη σ’ ένα μοντέλο, πατάμε το ENTER στον Η/Υ, βγάζουμε κάποιες προβλέψεις, κι ας ξέρουμε ότι η πραγματικότητα δεν είναι τόσο παραμετροποιήσιμη και θεωρητικοποιήσιμη και τακτοποιήσιμη, ότι έχουμε περάσει στο ντούκου τόσες αυθαίρετες παραδοχές προκειμένου να δουλέψουν τα μοντέλα μας, ότι τα αποτελέσματά μας έχουν αξία δελφικού χρησμού. Μ' όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά, τι κούφια λόγια ήσανε αυτές οι βασιλείες...
Η απάντηση του Taleb στο «τι να κάνω, αυτή είναι η δουλειά μου» είναι «βρες άλλη δουλειά». Δεν είναι δουλειά αυτή να κοροϊδεύεις τον κόσμο και να τον παίρνεις στον λαιμό σου! Αν δεν μπορείς να κάνεις προβλέψεις, οφείλεις να το παραδεχτείς, να αρνηθείς να βάλεις την υπογραφή σου σ’ ένα χαρτί που θα χρησιμοποιηθεί για χάραξη πολιτικής ή για επιλογή οικονομικών στόχων με επιπτώσεις στη ζωή του κόσμου. Ο αναλυτής οφείλει να νιώθει υπόλογος έναντι των ανθρώπων που επηρεάζει με τα πορίσματα της αλχημ... επιστήμης του, όχι έναντι των μοντέλων και των θεωριών. Αν η οικονομική πραγματικότητα είναι θεμελιωδώς μη-προβλέψιμη, όπως υποστηρίζει ο Taleb, τότε το καλύτερο που μπορούμε να έχουμε είναι υπεύθυνους αναλυτές, που παραδέχονται τα όριά τους. Κι ο πρακτικός τρόπος για να το έχουμε αυτό είναι παρόμοιος με το fire the forecaster των Akerlof & Shiller: fools or liars, οι αναλυτές που καταστρέφουν κόσμο με τις προβλέψεις τους θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ανόητοι ή ψεύτες (με ό,τι συνεπάγεται αυτό), η ευθύνη είναι δική τους. Το σημαντικό εδώ είναι ότι ο Taleb μπορεί να τα υποστηρίξει όλα αυτά με τη ζωή και την εμπειρία του, δεν τα λέει μόνο ακαδημαϊκά.
Προγνώσεις που Μείνανε Προγνώσεις
Ας πάμε και στον καθηγητή Φλάιμπεργκ του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, που κι αυτός τονίζει κάτι συναφές. Είχαμε πει εδώ (Oops, I Did It Again!...) για τα μεγάλα έργα αξίας πολλών (δισ)εκατομμυρίων παγκοσμίως, που μοιάζει ότι πέφτουν έξω από τις αρχικές τους προβλέψεις σε εξοργιστικά μεγάλο βαθμό, σχεδόν σε καθολικό βαθμό. Για την ακρίβεια, μοιάζει ότι συνεχώς και παντού η απόφαση για την κατασκευή τους λαμβάνεται βάσει μιας οικονομοτεχνικής πρόγνωσης κόστους-όφελους, όμως στην πορεία το κόστος συνεχώς εκτροχιάζεται, η αποπεράτωση συνεχώς καθυστερεί, το τελικό όφελος συνεχώς αποδεικνύεται κατώτερο των προσδιοκιών. Δηλώσεις που μείνανε δηλώσεις, προγνώσεις που μείνανε προγνώσεις. Ο Φλάιμπεργκ δεν λέει fire the forecaster, ότι θα πρέπει να απολύουμε τον αναλυτή που κάνει καταστροφικά υπεραισιόδοξες προβλέψεις, όχι, δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά...
...λέει ότι θα πρέπει επιπλέον να τον πηγαίνουμε και στο δικαστήριο, να απαιτούμε και αποζημίωση, άμα λάχει να πηγαίνει και φυλακή: Firing the forecaster may be letting off forecasters too easily. Some forecasts are so grossly misrepresented and have such dire consequences that we need to consider not only firing the forecasters but suing them, too, for the losses they incur. In a few cases, where forecasters foreseeably produce deceptive forecasts, criminal penalties may be in place.
H εικόνα που διαγράφεται στο θέμα αυτό των μεγάλων έργων είναι απρόσμενη: πέφτουν τόσο συχνά έξω οι αρχικές εκτιμήσεις τους (πάντα επί το χείρον), ώστε φαίνεται ότι αυτές είναι μέρος του έργου! Δηλαδή, δε μοιάζει να υπάρχει αυτό το ζώο, «αντικειμενικός αναλυτής που κάνει αμερόληπτη εκτίμηση κόστους-όφελους βάσει μιας επιστημονικής θεωρίας κ.λπ.», είναι μυθικό ζώο, σαν τον Πήγασο, τον Κέρβερο και τον Άνθρωπο του Μόχθου («συγκινούμαι ειλικρινά όταν άνθρωποι του μόχθου με σταματάν στον δρόμο και μου λένε: για την πατρίδα, θυσιάζω κι έναν μισθό μου» κ.λπ.). Αυτό που μοιάζει να υπάρχει είναι συστηματικά υπεραισιόδοξες αρχικές προβλέψεις, απαραίτητες προκειμένου να πεισθούν οι επενδυτές να ρισκάρουν τα χρήματά τους ή οι πολιτικοί να αποφασίσουν για την κατασκευή κάποιου έργου ή οι ψηφοφόροι να ενθουσιαστούν με τους πολιτικούς. Οι αρχικές υπεραισιόδοξες προβλέψεις είναι κι αυτές μέρος του έργου, όπως οι γυψοσανίδες και τα μπετά. Αυτό είναι το ζώο που μοιάζει να υπάρχει.
Τελικά όμως τι σημαίνουν όλα αυτά;
Η Ειδωλολατρία της Θεωρίας
Υπάρχει ένα νήμα που διατρέχει τόσο την πρόταση των Akerlof & Shiller, όσο κυρίως τη δουλειά του Danny Kahneman, του Nassim Nicholas Taleb και του καθηγητή Φλάιμπεργκ (αυτοί οι τρεις σαν να κάνουν παρέα τώρα τελευταία... μοιάζει ότι βρήκαν πολλά κοινά). Πρώτον, η έντονη υποψία ότι έχουμε υπερεκτιμήσει την Οικονομική Επιστήμη και τις προγνωστικές της δυνατότητες – όχι μόνο σε θέματα δημόσιας πολιτικής αλλά και σε θέματα ιδιωτικών επενδύσεων, σε όλα. Μήπως είναι πολύ λιγότερα από ό,τι νομίζαμε αυτά που μπορεί να προβλέψει για το μέλλον; (ναι, είναι!). Δεύτερον, παρόλα αυτά είναι δυνατόν να έχουμε καλές οικονομικές εκτιμήσεις, στις οποίες να μπορούμε να βασιστούμε. Ναι, είναι δυνατόν να βάλουμε την Οικονομική Επιστήμη να δουλέψει προς όφελός μας• θα πρέπει όμως πρώτα να απομαγοποιήσουμε όχι το «Οικονομική» αλλά το «Επιστήμη». Εξηγούμαι:
Ένα όνειρο που κρατά από τα αρχαία χρόνια και τον Πλάτωνα είναι να μεταφέρουμε τον μαθηματικό τρόπο σκέψης στα ανθρώπινα θέματα. Κάτι που σημαίνει: να βρούμε ιδανικές θεωρίες οι οποίες να είναι καθολικές (να εφαρμόζονται παντού και πάντα, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ασία και στην Αφρική), σαφείς (να μην επηρεάζονται από υποκειμενικές ερμηνείες και κρίσεις), αφηρημένες (να εφαρμόζονται κάθε φορά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και να την ερμηνεύουν πλήρως), αντικειμενικές (οι βάσεις πάνω στις οποίες θεμελιώνονται να είναι ανεξάρτητες συμφραζομένων, context-independent)• αν επιπλέον μας προσφέρουν και προβλεπτική δυνατότητα, τόσο το καλύτερο. Κάπως έτσι οραματιζόμαστε την ιδανική επιστήμη. Είναι αλήθεια ότι η Φυσική πλησίασε πολύ στο πλατωνικό αυτό όνειρο της ιδανικής θεωρίας. Μια άλλη αλήθεια είναι ότι στην Κοινωνιολογία υπάρχουν εδώ και 100 χρόνια οι παρατηρήσεις του Μαξ Βέμπερ, ότι δεν είναι και δεν θα γίνει ποτέ επιστήμη - όχι με την έννοια της Φυσικής και της Χημείας τουλάχιστον. Νομίζω ότι περιγράφω την εμπειρία πάρα πολλών κοινωνικών επιστημόνων στον 20ο αιώνα, οι οποίοι τέλειωσαν το διδακτορικό τους με έντονα ποζιτιβιστική νοοτροπία, νόμιζαν ότι είχαν τις μεγάλες απαντήσεις, όμως σε κάποια στιγμή της καριέρας τους είπαν: «πρέπει να ξαναγυρίσω στον Βέμπερ... κάτι ήξερε και τα έλεγε αυτά...».
Μια τρίτη αλήθεια είναι ότι τα Οικονομικά πατούσαν πάντα σε δύο βάρκες: με το ένα πόδι στις κοινωνικές επιστήμες και με το άλλο στις θετικές. Ήταν και συνεχίζουν να είναι κάπου ανάμεσα. Ή τουλάχιστον έτσι καμώνονται. Το πλεονέκτημα είναι ότι μπορούν να χρησιμοποιούν πολύ ωραία μαθηματικά και προχωρημένα μοντέλα, κατανοητά μόνο σε μια ελίτ. Το μειονέκτημα είναι ότι επανειλημμένως έχει κοστίσει αίμα αυτή η θετικιστική αξίωση των Οικονομικών...
Λοιπόν, το πρώτο ζήτημα που επισημαίνω εδώ, μαζί με όλη την εκλεκτή παρέα ανωτέρω, είναι ότι υπάρχει πολύ θεμελιώδες πρόβλημα στην Οικονομική Επιστήμη, όσο πιο θεμελιώδες γίνεται. Ότι δεν είναι και, ενδεχομένως, δεν θα γίνει ποτέ επιστήμη – όχι με την έννοια της Φυσικής και της Χημείας. Με άλλα λόγια, κάνω την παρατήρηση του Αριστοτέλη: ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει θεωρία που να εφαρμόζεται προκάτ στα ανθρώπινα θέματα, να τα εξηγεί πλήρως, να προσφέρει και προβλεπτική δυνατότητα. Όλες οι θεωρίες (έτσι ιδανικά όπως το έθεσα πιο πάνω) στα ανθρώπινα θέματα φτάνουν μόνο μέχρις ενός σημείου, πάντα θα υπάρχει απόσταση ανάμεσα από τη θεωρία και την πραγματικότητα.
Επισημαίνω όμως κι ένα δεύτερο ζήτημα (με όλους τους εκλεκτούς φίλους πιο πάνω): δεν είναι αναγκαστικά κακό που η Οικονομική Επιστήμη δεν θα γίνει ποτέ επιστήμη! Οι Akerlof & Shiller τονίζουν στο βιβλίο τους πως οι οικονομολόγοι τείνουν να βλέπουν τη λειτουργία της οικονομίας μέσα από απλοϊκές θεωρίες, είναι πάνδημο το φαινόμενο• όταν όμως προτείνουν ως φάρμακο το fire the forecaster, βεβαιώνουν έναν θεμελιώδη αριστοτελισμό. Δηλαδή, ότι προκειμένου να έχουμε οικονομικές αναλύσεις που να αναγνωρίζουν τα όριά τους και να μπορούμε να βασιστούμε επάνω τους, δεν είναι τόσο το θέμα να βελτιώσουμε τις θεωρίες και τα μοντέλα μας, αλλά να εφαρμόσουμε (ας το πω έτσι) εξωεπιστημονικές ρήτρες στους παραγωγούς των αναλύσεων. Ότι μια οικονομία δεν είναι όπως ένα μηχάνημα, όπου ο τεχνικός έρχεται εξωτερικός και αμέτοχος, ανεξάρτητος από αυτό, κρίνει αμερόληπτα τη βλάβη και συνιστά κάποιες πράξεις βελτίωσης. Στις πραγματικές οικονομίες του πραγματικού κόσμου, ο αναλυτής που κάνει δημόσιες προγνώσεις γίνεται κι αυτός μέρος του φαινομένου. Δεν είναι ουδέτερος γιατρός που κάνει την αμερόληπτη διάγνωση, αλλά εμπλεκόμενος που πάντα θα μεροληπτεί. Είτε από ανοησία και πλατωνισμό είτε από σκοπιμότητα: fools or liars. Οπότε λοιπόν fire the forecaster. Ή ακόμα περισσότερο, sue the forecaster.
Χρησιμοποιώ τον όρο «πλατωνισμό» (platonicity) με παρόμοιο τρόπο όπως κι ο Taleb: ως ειδωλολατρία της θεωρίας, η οποία είναι έμφυτη σε όλους τους ανθρώπους (και σε μένα, δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω). Ο ορισμός του Taleb για την πλατωνικότητα είναι: Our tendency to mistake the map for the territory, to focus on pure and well-defined forms … With these ideas and crisp constructs inhabit our minds, we privilege them over other less elegant objects, those with messier and less tractable structures. Platonicity is what makes us think that we understand more than we actually do. Ας το εξηγήσω καλύτερα με το παράδειγμα του ίδιου του Taleb:
Θέτουμε ένα πρόβλημα σε δύο διαφορετικούς ανθρώπους, τον Γιώργο, πανεπιστημιακό καθηγητή στατιστικής, και τον Γιάννη, έναν καθημερινό άνθρωπο: «Ρίχνω ένα σωστό κέρμα 99 φορές και έρχεται συνέχεια κορώνα. Ετοιμάζομαι να το ρίξω για 100η φορά: τι μπορώ να περιμένω ότι θα έρθει;»
Ο Γιώργος δίνει τη θεωρητικά σωστή απάντηση: «Εφόσον το κέρμα είναι σωστό, τότε η προηγούμενη εμπειρία δεν σου εξασφαλίζει τίποτα. Ό,τι και να έφερε προηγουμένως το κέρμα, πάλι υπάρχει πιθανότητα 50:50 να έρθει κορώνα ή γράμματα (διότι αν ρίξουμε το κέρμα δισεκατομμύρια φορές, θα προκύψει ο προβλεπόμενος αριθμός από σειρές 99 όμοιων αποτελεσμάτων κ.λπ.)».
Ο Γιάννης δίνει τη σωστή απάντηση: «Αστρονομικά μικρή η πιθανότητα ένα σωστό κέρμα να ήρθε 99 φορές κορώνα... Από πού έχεις την πληροφορία ότι το κέρμα είναι σωστό; Πώς το ξέρεις αυτό;»
Δηλαδή, προκειμένου να δουλέψουν τα κομψά θεωρητικά μοντέλα, απαιτούνε μια σειρά από μουλωχτές παραδοχές που τακτοποιούνε την πραγματικότητα, οι οποίες όμως συνεχώς περνάνε στο ντούκου διότι έχουν από πενιχρή έως ανύπαρκτη τεκμηρίωση. Οι αναλυτές τις δέχονται χωρίς κριτική διότι αλλιώς θα καταρρεύσει η θεωρία. Το κλειδί στο παραπάνω παράδειγμα είναι η όλο αθωότητα έκφραση, σαν πανεπιστημιακή άσκηση: «Ρίχνω ένα σωστό κέρμα 99 φορές κ.λπ.», που περνάει στο ντούκου τη λέξη σωστό. Σύμφωνοι, οι προβλέψεις σου είναι έγκυρες και το μοντέλο σου αξιόπιστο εφόσον το κέρμα είναι σωστό, η κατανομή κανονική, ο κόσμος ορθολογιστής, μεγιστοποιητής μιας χρησιμότητας (utility) κ.λπ. Κι αν δεν είναι; Με ποιον μαγικό, μεταφυσικό τρόπο το ξέρεις αυτό; Ποια εξ αποκαλύψεως αλήθεια έχεις;
Όμως το business as usual της οικονομοτεχνικής ανάλυσης, το καθημερινό μεροδούλι-μεροφάι να περνάς παραμέτρους και μεγέθη στον Η/Υ, να πατάς το ENTER, να παίζεις με το Excel και το SPSS κ.λπ., απαιτεί αυτό το «πίστευε και μη ερεύνα» για πολλές θεωρητικές παραδοχές. Διότι αλλιώς δεν τακτοποιείται η πραγματικότητα, οπότε καταρρέουν τα μοντέλα και ουσιαστικά δεν μπορούν να γίνουν προβλέψεις (όχι ακριβείς προβλέψεις και σε βάθος χρόνου, τουλάχιστον). Ο πλατωνισμός εκδηλώνεται ως πράξη πίστης (faith) στη μαγική δύναμη των θεωριών και των μοντέλων (γιατί; Γιατί έτσι, χωρίς γιατί. Για αισθητικούς λόγους, διότι έχουν ωραία μαθηματικά). Κι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι είναι ο κίνδυνός του, το μέγιστο ηθικό θέμα που θίγει κι ο Taleb: ότι ο πλατωνισμός συντελεί στο να αισθάνονται οι αναλυτές, κι αυτοί που χρησιμοποιούν τις αναλύσεις, υπόλογοι έναντι των θεωριών τους, όχι έναντι του κόσμου που παίρνουν στον λαιμό τους...
Πλατωνισμός, Καβαφισμός και Παπαγεωργοπουλισμός
Ας έρθουμε στα δικά μας τώρα, σχετικά με τα λάθη του ΔΝΤ - όπου μάλιστα, όπως διαβάζω στο Βήμα, η λεπτομέρεια των πολλαπλασιαστών περιελήφθηκε με τόσο μικρά γράμματα σε μια πρόσφατη έκδοση του Ταμείου, ώστε θα έπρεπε κάποιος να είναι έμπειρος οικονομολόγος για να την προσέξει και να κατανοήσει τη σημασία της. Η παρατήρησή μου εδώ είναι ότι όλα αυτά δεν ήταν δική μας δουλειά. Ήταν δουλειά του Παπανδρέου, πρωθυπουργού της χώρας που άνοιξε την πόρτα στο ΔΝΤ, και του οικονομικού του επιτελείου. Και όλων αυτών που ψήφισαν το μνημόνιο χωρίς να το διαβάσουν, χωρίς να ψάξουν να βρουν τους ειδικούς και να τους ρωτήσουν: «εξήγησέ μου τι ακριβώς ψηφίζω και τι σημαίνουν όλα αυτά». Ο Παπανδρέου όμως σήμερα γυρνάει τα Χάρβαρντ και την υφήλιο δίνοντας διαλέξεις, παριστάνοντας τον ήρωα και εξηγώντας γιατί δεν μπόρεσαν να υλοποιηθούν τα πρασινοαναπτυξιακά του οράματα, αντί να βρίσκεται πίσω από τα σίδερα της φυλακής.
Με άλλα λόγια, πιστεύω έντονα ότι η κατάσταση στην Ελλάδα θα ήταν πολύ διαφορετική σήμερα (προς το καλύτερο), αν ο Παπανδρέου είχε βαθιά και προσωπική έγνοια για τη ρεαλιστικότητα των μνημονιακών στόχων. Αν ήξερε ότι θα βρεθεί κι αυτός, προσωπικά, στην οικονομική κατάσταση του κόσμου που υφίσταται τις επιπτώσεις των μέτρων, έτσι και δεν υλοποιηθούν οι παραμυθικές προγνώσεις. Θα εντόπιζε τους λάθος πολλαπλασιαστές, είμαι σίγουρος, θα έκανε τις αναγκαίες διαπραγματεύσεις, θα έθετε αυτός θέμα ότι δεν μπορούμε να κάνουμε πολιτική με παραμύθια, με εγνωσμένα ανέφικτους στόχους. Κι αν ήταν τα πράγματα πια τόσο αδιέξοδα, «τελεσίγραφο: ή δέχεσαι το μνημόνιο με το παραμύθι του ή τίποτα άλλο», τότε θα εξηγούσε δημόσια την κατάσταση και θα προκήρυττε εκλογές, να πάρει ο κόσμος την απόφαση, να φύγει η καυτή πατάτα από τα χέρια του. Θα τα έκανε όλα αυτά εφόσον ήξερε ότι θα πληρώσει κι ο ίδιος, προσωπικά και οδυνηρά, τα μνημονικά παραμύθια και τις προγνώσεις που μείνανε προγνώσεις.
Δεν μπορώ να ξέρω αν οι αναλυτές του ΔΝΤ κι ο Παπανδρέου με το επιτελείο του είναι fools or liars. Υποψιάζομαι ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η αλήθεια είναι κάπου στη μέση: υπάρχει ένα μέρος πλατωνισμός, δηλαδή ειλικρινής αυτοεξαπάτηση και ειδωλολατρία των θεωρητικών μοντέλων, ένα μέρος καβαφισμός, δηλαδή καλοπροαίρετο μαγείρεμα μέσα από μια νοοτροπία business as usuall – μ' όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά, τι κούφια λόγια ήσανε αυτοί οι πολλαπλασιαστές – κι ένα μέρος παπαγεωργοπουλισμός, δηλαδή συνειδητό, υστερόβουλο μαγείρεμα. Αυτό που τονίζω όμως, μαζί με όλη την εκλεκτή παρέα ανωτέρω, είναι ότι τόσο ο αναλυτής όσο κι αυτός που χρησιμοποιεί τις αναλύσεις οφείλει να νιώθει υπόλογος έναντι του κόσμου, όχι έναντι των θεωριών και των μοντέλων. Τόσο για το καλό της Οικονομικής Επιστήμης όσο και για το καλό όλων μας. Επαινετός και τιμούμενος αν οι προβλέψεις βγούνε σωστές, καμία αντίρρηση. Αν όμως οι προβλέψεις βγούνε λάθος, με σφοδρές επιπτώσεις στη ζωή του κόσμου, τότε... τα σίδερα της φυλακής είναι για τους λεβέντες. Και για τους οικονομικούς αναλυτές. Και για τους πολιτικούς.





















