Προγνώσεις Που Μείνανε Προγνώσεις

Πολλή κουβέντα έγινε τον τελευταίο καιρό για τα λάθη του ΔΝΤ με τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές και τα προγνωστικά ανάπτυξης, καθώς και για τις σφοδρές επιπτώσεις που είχε η πολιτική λιτότητας στις οικονομίες του ευρωπαϊκού νότου• πολύ πιο σφοδρές απ’ ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί. Το θέμα αυτό είναι εξαιρετικά πολύπλοκο και δεν έχω κάτι να σχολιάσω... Ψέματα, έχω! Θα το πω όμως βαθμιαία και θα προσπαθήσω να θίξω γενικότερα συμπεράσματα.




Fire the Forecaster

To 2009 και μετά το σοκ της χρηματοπιστωτικής κρίσης 2007-2008 στις ΗΠΑ, κυκλοφόρησε το βιβλίο Animal Spirits των George Akerlof & Robert Shiller. Ήταν, λένε, μία από τις σοβαρές απόπειρες να κατανοηθεί αυτό που έγινε, γιατί έγινε, πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί στο μέλλον κάτι παρόμοιο, και τι δεν πάει καλά με τις καθιερωμένες οικονομικές θεωρίες. Το γενικό πνεύμα του βιβλίου είναι ότι η οικονομική δραστηριότητα επηρεάζεται τόσο πολύ από ψυχολογικούς παράγοντες ώστε είναι θεμελιωδώς μη-ορθολογική, όχι με την κλασική έννοια του ορθολογισμού στην οικονομική επιστήμη τουλάχιστον. Σήμερα πλέον, μετά τη δουλειά δεκαετιών και το Νόμπελ του Ντάνι Κάνεμαν, αρχίζει να μην ακούγεται καθόλου περιθωριακή αυτή η ιδέα. Συμφωνώ φυσικά, θα ήταν ωραία ο άνθρωπος να συμπεριφερόταν οικονομικά σαν ένας στυγνός ορθολογιστής (με την έννοια των κλασικών οικονομικών), λειτουργώντας πάντα ως μεγιστοποιητής μιας χρησιμότητας (utility)• θα ήταν προβλέψιμος και παραμετροποιήσιμος, θα έβγαιναν και τα οικονομικά μας μοντέλα, με τα τόσο ωραία τους μαθηματικά. Δυστυχώς, οι πραγματικοί άνθρωποι στην πραγματική ζωή δεν δείχνουν να μπαίνουν τόσο εύκολα σε καλούπια, οι αναιδέστατοι, κι αυτό είναι το βασικό μήνυμα του Animal Spirits. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε μια σύνοψη του βιβλίου. Να σημειώσω επίσης ότι οι συγγραφείς δεν είναι τίποτα γραφικοί, ο Akerlof είναι βραβευμένος με Νόμπελ κι ο Shiller είναι διαπρεπής οικονομολόγος στο Yale. 

Θέλω εδώ να αναφερθώ μόνο σε μια ιδέα του βιβλίου: fire the forecaster. Οι συγγραφείς συγκεκριμένα λένε επανειλημμένως ότι οι οικονομολόγοι τείνουν να βλέπουν τη λειτουργία της οικονομίας μέσα από πολύ απλοϊκές θεωρίες. Ότι τόσο η χάραξη της οικονομικής πολιτικής στον δημόσιο τομέα όσο και πολλές οικονομικές αποφάσεις στον ιδιωτικό τείνουν να βασίζονται σε επιπόλαιες προβλέψεις αναλυτών, οι οποίοι δεν επιδεικνύουν καθόλου προβληματισμό και κριτική στάση ως προς τη συμβατότητα των μοντέλων τους με τις πραγματικές περιστάσεις στον πραγματικό κόσμο. Και το πρόβλημα είναι ότι οι αναλυτές αυτοί δεν μπορούν να ελεγχθούν, καθότι η εξειδικευμένη τους κατάρτιση είναι απρόσιτη γι’ αυτούς που βιώνουν στο πετσί τους την αποτυχία των προβλέψεων.

Το φάρμακο που προτείνουν οι συγγραφείς γι’ αυτό το πρόβλημα είναι το fire the forecaster. Ότι ο αναλυτής που κάνει λάθος προβλέψεις, με τα χρήματα και τις ζωές άλλων, θα πρέπει να απολύεται. Καθώς κι ο πολιτικός που υιοθετεί άκριτα τις προβλέψεις του αναλυτή, θα πρέπει να τιμωρείται κι αυτός – στην έννοια του forecaster περιλαμβάνεται τόσο αυτός που κάνει την εσφαλμένη οικονομοτεχνική πρόγνωση όσο και αυτός που την υιοθετεί από θέση ευθύνης, όμως με επιπτώσεις σε κάποιους τρίτους. Εδώ είναι το σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου, μπορείτε να το διαβάσετε κι εσείς.




Fools or Liars

Παρόμοια είναι και η πρόταση του Nassim Nicholas Taleb στο πιο πολυσυζητημένο βιβλίο των τελευταίων χρόνων, στο The Black Swan. Λέει ο Taleb (στη βρετανική έκδοση του 2010, σελ. 163): "People … who forecast simply because ‘that's my job,’ knowing pretty well that their forecast is ineffectual, are not what I would call ethical. What they do is no different from repeating lies simply because ‘it's my job.’ Anyone who causes harm by forecasting should be treated as either a fool or a liar [δική μου υπογράμμιση]. Some forecasters cause more damage to society than criminals”.

Όπως ίσως γνωρίζετε, ο Taleb στα βιβλία του τονίζει έντονα ότι τόσο στις αγορές κεφαλαίου όσο και σε ολόκληρες οικονομίες, ουσιαστικά δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη. Τουλάχιστον όχι σε βάθος χρόνου και με ακρίβεια – μπορούν ίσως κάποιες γενικότητες να ειπωθούν, να κατονομαστούν τάσεις, μόνο όμως για το άμεσο μέλλον και πάντα υπό μεγάλη αβεβαιότητα: είναι ό,τι καλύτερο έχουμε. Δηλαδή, δεν μπορεί να γίνει οικονομική πρόβλεψη όχι επειδή οι θεωρίες και τα μοντέλα μας είναι ημιτελή, αλλά επειδή τα ίδια τα υπό μελέτη φαινόμενα είναι θεμελιωδώς απρόβλεπτα. Επομένως, λέει, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά• να αποβάλουμε αυτήν την ψευδαίσθηση ελέγχου του μέλλοντος μέσω προβλέψεων, και να φτιάξουμε έτσι τις οικονομίες και τις πολιτικές μας ώστε να είναι σε θέση να απορροφήσουν απρόβλεπτα σοκ – τα οποία θα έρθει η στιγμή που θα προκύψουν.

Το πρόβλημα όμως είναι ακριβώς αυτή η ψευδαίσθηση πρόβλεψης. Η πεποίθηση ότι μπορούμε να ελέγξουμε το μέλλον με κάποιες θεωρίες και μοντέλα, να κάνουμε τοπογραφικό στην αβεβαιότητα, να χωροθετήσουμε το απρόβλεπτο και να του βάλουμε μια μαθηματική τιμή, να το φυλακίσουμε μέσα σε ένα διάστημα εμπιστοσύνης, να το μαρκάρουμε με μία p-value, όπως οι γελαδάρηδες στην Άγρια Δύση μάρκαραν με πυρωμένα σίδερα τα ζώα τους... Είναι μια πολύ ανθρώπινη και κατανοητή ψευδαίθηση (ο «αποικισμός του μέλλοντος», ήταν ο όρος του Anthony Giddens γι’ αυτήν την πεποίθηση ότι έχουμε κάνει συμβόλαιο με τη ζωή να μη μας τύχει ποτέ κάτι απρόβλεπτα κακό). Και λειτουργεί πάντα ναρκωτικά, καθησυχαστικά και υπνωτικά ως προς τη συνειδητοποίηση των πραγματικών ρίσκων στις πραγματικές οικονομίες. Οι οικονομοτεχνικές προβλέψεις είναι το όπιο του λαού.

Εκτός από αυτό, τίθεται κι ένα μεγάλο ηθικό ζήτημα: όπως επισημαίνει ο Taleb, πολλοί αναλυτές (μήπως όλοι σχεδόν;) νιώθουν υπόλογοι έναντι των μοντέλων τους, όχι έναντι των ανθρώπων που παίρνουν στον λαιμό τους! Μια νοοτροπία, «τι να κάνω, αυτή είναι η δουλειά μου». Μια ρουτίνα, business as usual: εισάγουμε τις παραμέτρους και τα μεγέθη σ’ ένα μοντέλο, πατάμε το ENTER στον Η/Υ, βγάζουμε κάποιες προβλέψεις, κι ας ξέρουμε ότι η πραγματικότητα δεν είναι τόσο παραμετροποιήσιμη και θεωρητικοποιήσιμη και τακτοποιήσιμη, ότι έχουμε περάσει στο ντούκου τόσες αυθαίρετες παραδοχές προκειμένου να δουλέψουν τα μοντέλα μας, ότι τα αποτελέσματά μας έχουν αξία δελφικού χρησμού. Μ' όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά, τι κούφια λόγια ήσανε αυτές οι βασιλείες...

Η απάντηση του Taleb στο «τι να κάνω, αυτή είναι η δουλειά μου» είναι «βρες άλλη δουλειά». Δεν είναι δουλειά αυτή να κοροϊδεύεις τον κόσμο και να τον παίρνεις στον λαιμό σου! Αν δεν μπορείς να κάνεις προβλέψεις, οφείλεις να το παραδεχτείς, να αρνηθείς να βάλεις την υπογραφή σου σ’ ένα χαρτί που θα χρησιμοποιηθεί για χάραξη πολιτικής ή για επιλογή οικονομικών στόχων με επιπτώσεις στη ζωή του κόσμου. Ο αναλυτής οφείλει να νιώθει υπόλογος έναντι των ανθρώπων που επηρεάζει με τα πορίσματα της αλχημ... επιστήμης του, όχι έναντι των μοντέλων και των θεωριών. Αν η οικονομική πραγματικότητα είναι θεμελιωδώς μη-προβλέψιμη, όπως υποστηρίζει ο Taleb, τότε το καλύτερο που μπορούμε να έχουμε είναι υπεύθυνους αναλυτές, που παραδέχονται τα όριά τους. Κι ο πρακτικός τρόπος για να το έχουμε αυτό είναι παρόμοιος με το fire the forecaster των Akerlof & Shiller: fools or liars, οι αναλυτές που καταστρέφουν κόσμο με τις προβλέψεις τους θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ανόητοι ή ψεύτες (με ό,τι συνεπάγεται αυτό), η ευθύνη είναι δική τους. Το σημαντικό εδώ είναι ότι ο Taleb μπορεί να τα υποστηρίξει όλα αυτά με τη ζωή και την εμπειρία του, δεν τα λέει μόνο ακαδημαϊκά.




Προγνώσεις που Μείνανε Προγνώσεις

Ας πάμε και στον καθηγητή Φλάιμπεργκ του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, που κι αυτός τονίζει κάτι συναφές. Είχαμε πει εδώ (Oops, I Did It Again!...) για τα μεγάλα έργα αξίας πολλών (δισ)εκατομμυρίων παγκοσμίως, που μοιάζει ότι πέφτουν έξω από τις αρχικές τους προβλέψεις σε εξοργιστικά μεγάλο βαθμό, σχεδόν σε καθολικό βαθμό. Για την ακρίβεια, μοιάζει ότι συνεχώς και παντού η απόφαση για την κατασκευή τους λαμβάνεται βάσει μιας οικονομοτεχνικής πρόγνωσης κόστους-όφελους, όμως στην πορεία το κόστος συνεχώς εκτροχιάζεται, η αποπεράτωση συνεχώς καθυστερεί, το τελικό όφελος συνεχώς αποδεικνύεται κατώτερο των προσδιοκιών. Δηλώσεις που μείνανε δηλώσεις, προγνώσεις που μείνανε προγνώσεις. Ο Φλάιμπεργκ δεν λέει fire the forecaster, ότι θα πρέπει να απολύουμε τον αναλυτή που κάνει καταστροφικά υπεραισιόδοξες προβλέψεις, όχι, δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά... 

...λέει ότι θα πρέπει επιπλέον να τον πηγαίνουμε και στο δικαστήριο, να απαιτούμε και αποζημίωση, άμα λάχει να πηγαίνει και φυλακή: Firing the forecaster may be letting off forecasters too easily. Some forecasts are so grossly misrepresented and have such dire consequences that we need to consider not only firing the forecasters but suing them, too, for the losses they incur. In a few cases, where forecasters foreseeably produce deceptive forecasts, criminal penalties may be in place.

H εικόνα που διαγράφεται στο θέμα αυτό των μεγάλων έργων είναι απρόσμενη: πέφτουν τόσο συχνά έξω οι αρχικές εκτιμήσεις τους (πάντα επί το χείρον), ώστε φαίνεται ότι αυτές είναι μέρος του έργου! Δηλαδή, δε μοιάζει να υπάρχει αυτό το ζώο, «αντικειμενικός αναλυτής που κάνει αμερόληπτη εκτίμηση κόστους-όφελους βάσει μιας επιστημονικής θεωρίας κ.λπ.», είναι μυθικό ζώο, σαν τον Πήγασο, τον Κέρβερο και τον Άνθρωπο του Μόχθου («συγκινούμαι ειλικρινά όταν άνθρωποι του μόχθου με σταματάν στον δρόμο και μου λένε: για την πατρίδα, θυσιάζω κι έναν μισθό μου» κ.λπ.). Αυτό που μοιάζει να υπάρχει είναι συστηματικά υπεραισιόδοξες αρχικές προβλέψεις, απαραίτητες προκειμένου να πεισθούν οι επενδυτές να ρισκάρουν τα χρήματά τους ή οι πολιτικοί να αποφασίσουν για την κατασκευή κάποιου έργου ή οι ψηφοφόροι να ενθουσιαστούν με τους πολιτικούς. Οι αρχικές υπεραισιόδοξες προβλέψεις είναι κι αυτές μέρος του έργου, όπως οι γυψοσανίδες και τα μπετά. Αυτό είναι το ζώο που μοιάζει να υπάρχει.

Τελικά όμως τι σημαίνουν όλα αυτά;




Η Ειδωλολατρία της Θεωρίας

Υπάρχει ένα νήμα που διατρέχει τόσο την πρόταση των Akerlof & Shiller, όσο κυρίως τη δουλειά του Danny Kahneman, του Nassim Nicholas Taleb και του καθηγητή Φλάιμπεργκ (αυτοί οι τρεις σαν να κάνουν παρέα τώρα τελευταία... μοιάζει ότι βρήκαν πολλά κοινά). Πρώτον, η έντονη υποψία ότι έχουμε υπερεκτιμήσει την Οικονομική Επιστήμη και τις προγνωστικές της δυνατότητες – όχι μόνο σε θέματα δημόσιας πολιτικής αλλά και σε θέματα ιδιωτικών επενδύσεων, σε όλα. Μήπως είναι πολύ λιγότερα από ό,τι νομίζαμε αυτά που μπορεί να προβλέψει για το μέλλον; (ναι, είναι!). Δεύτερον, παρόλα αυτά είναι δυνατόν να έχουμε καλές οικονομικές εκτιμήσεις, στις οποίες να μπορούμε να βασιστούμε. Ναι, είναι δυνατόν να βάλουμε την Οικονομική Επιστήμη να δουλέψει προς όφελός μας• θα πρέπει όμως πρώτα να απομαγοποιήσουμε όχι το «Οικονομική» αλλά το «Επιστήμη». Εξηγούμαι:

Ένα όνειρο που κρατά από τα αρχαία χρόνια και τον Πλάτωνα είναι να μεταφέρουμε τον μαθηματικό τρόπο σκέψης στα ανθρώπινα θέματα. Κάτι που σημαίνει: να βρούμε ιδανικές θεωρίες οι οποίες να είναι καθολικές (να εφαρμόζονται παντού και πάντα, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ασία και στην Αφρική), σαφείς (να μην επηρεάζονται από υποκειμενικές ερμηνείες και κρίσεις), αφηρημένες (να εφαρμόζονται κάθε φορά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και να την ερμηνεύουν πλήρως), αντικειμενικές (οι βάσεις πάνω στις οποίες θεμελιώνονται να είναι ανεξάρτητες συμφραζομένων, context-independent)• αν επιπλέον μας προσφέρουν και προβλεπτική δυνατότητα, τόσο το καλύτερο. Κάπως έτσι οραματιζόμαστε την ιδανική επιστήμη. Είναι αλήθεια ότι η Φυσική πλησίασε πολύ στο πλατωνικό αυτό όνειρο της ιδανικής θεωρίας. Μια άλλη αλήθεια είναι ότι στην Κοινωνιολογία υπάρχουν εδώ και 100 χρόνια οι παρατηρήσεις του Μαξ Βέμπερ, ότι δεν είναι και δεν θα γίνει ποτέ επιστήμη - όχι με την έννοια της Φυσικής και της Χημείας τουλάχιστον. Νομίζω ότι περιγράφω την εμπειρία πάρα πολλών κοινωνικών επιστημόνων στον 20ο αιώνα, οι οποίοι τέλειωσαν το διδακτορικό τους με έντονα ποζιτιβιστική νοοτροπία, νόμιζαν ότι είχαν τις μεγάλες απαντήσεις, όμως σε κάποια στιγμή της καριέρας τους είπαν: «πρέπει να ξαναγυρίσω στον Βέμπερ... κάτι ήξερε και τα έλεγε αυτά...».

Μια τρίτη αλήθεια είναι ότι τα Οικονομικά πατούσαν πάντα σε δύο βάρκες: με το ένα πόδι στις κοινωνικές επιστήμες και με το άλλο στις θετικές. Ήταν και συνεχίζουν να είναι κάπου ανάμεσα. Ή τουλάχιστον έτσι καμώνονται. Το πλεονέκτημα είναι ότι μπορούν να χρησιμοποιούν πολύ ωραία μαθηματικά και προχωρημένα μοντέλα, κατανοητά μόνο σε μια ελίτ. Το μειονέκτημα είναι ότι επανειλημμένως έχει κοστίσει αίμα αυτή η θετικιστική αξίωση των Οικονομικών...

Λοιπόν, το πρώτο ζήτημα που επισημαίνω εδώ, μαζί με όλη την εκλεκτή παρέα ανωτέρω, είναι ότι υπάρχει πολύ θεμελιώδες πρόβλημα στην Οικονομική Επιστήμη, όσο πιο θεμελιώδες γίνεται. Ότι δεν είναι και, ενδεχομένως, δεν θα γίνει ποτέ επιστήμη – όχι με την έννοια της Φυσικής και της Χημείας. Με άλλα λόγια, κάνω την παρατήρηση του Αριστοτέλη: ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει θεωρία που να εφαρμόζεται προκάτ στα ανθρώπινα θέματα, να τα εξηγεί πλήρως, να προσφέρει και προβλεπτική δυνατότητα. Όλες οι θεωρίες (έτσι ιδανικά όπως το έθεσα πιο πάνω) στα ανθρώπινα θέματα φτάνουν μόνο μέχρις ενός σημείου, πάντα θα υπάρχει απόσταση ανάμεσα από τη θεωρία και την πραγματικότητα.

Επισημαίνω όμως κι ένα δεύτερο ζήτημα (με όλους τους εκλεκτούς φίλους πιο πάνω): δεν είναι αναγκαστικά κακό που η Οικονομική Επιστήμη δεν θα γίνει ποτέ επιστήμη! Οι Akerlof & Shiller τονίζουν στο βιβλίο τους πως οι οικονομολόγοι τείνουν να βλέπουν τη λειτουργία της οικονομίας μέσα από απλοϊκές θεωρίες, είναι πάνδημο το φαινόμενο• όταν όμως προτείνουν ως φάρμακο το fire the forecaster, βεβαιώνουν έναν θεμελιώδη αριστοτελισμό. Δηλαδή, ότι προκειμένου να έχουμε οικονομικές αναλύσεις που να αναγνωρίζουν τα όριά τους και να μπορούμε να βασιστούμε επάνω τους, δεν είναι τόσο το θέμα να βελτιώσουμε τις θεωρίες και τα μοντέλα μας, αλλά να εφαρμόσουμε (ας το πω έτσι) εξωεπιστημονικές ρήτρες στους παραγωγούς των αναλύσεων. Ότι μια οικονομία δεν είναι όπως ένα μηχάνημα, όπου ο τεχνικός έρχεται εξωτερικός και αμέτοχος, ανεξάρτητος από αυτό, κρίνει αμερόληπτα τη βλάβη και συνιστά κάποιες πράξεις βελτίωσης. Στις πραγματικές οικονομίες του πραγματικού κόσμου, ο αναλυτής που κάνει δημόσιες προγνώσεις γίνεται κι αυτός μέρος του φαινομένου. Δεν είναι ουδέτερος γιατρός που κάνει την αμερόληπτη διάγνωση, αλλά εμπλεκόμενος που πάντα θα μεροληπτεί. Είτε από ανοησία και πλατωνισμό είτε από σκοπιμότητα: fools or liars. Οπότε λοιπόν fire the forecaster. Ή ακόμα περισσότερο, sue the forecaster.

Χρησιμοποιώ τον όρο «πλατωνισμό» (platonicity) με παρόμοιο τρόπο όπως κι ο Taleb: ως ειδωλολατρία της θεωρίας, η οποία είναι έμφυτη σε όλους τους ανθρώπους (και σε μένα, δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω). Ο ορισμός του Taleb για την πλατωνικότητα είναι: Our tendency to mistake the map for the territory, to focus on pure and well-defined forms … With these ideas and crisp constructs inhabit our minds, we privilege them over other less elegant objects, those with messier and less tractable structures. Platonicity is what makes us think that we understand more than we actually do. Ας το εξηγήσω καλύτερα με το παράδειγμα του ίδιου του Taleb:

Θέτουμε ένα πρόβλημα σε δύο διαφορετικούς ανθρώπους, τον Γιώργο, πανεπιστημιακό καθηγητή στατιστικής, και τον Γιάννη, έναν καθημερινό άνθρωπο: «Ρίχνω ένα σωστό κέρμα 99 φορές και έρχεται συνέχεια κορώνα. Ετοιμάζομαι να το ρίξω για 100η φορά: τι μπορώ να περιμένω ότι θα έρθει;»

Ο Γιώργος δίνει τη θεωρητικά σωστή απάντηση: «Εφόσον το κέρμα είναι σωστό, τότε η προηγούμενη εμπειρία δεν σου εξασφαλίζει τίποτα. Ό,τι και να έφερε προηγουμένως το κέρμα, πάλι υπάρχει πιθανότητα 50:50 να έρθει κορώνα ή γράμματα (διότι αν ρίξουμε το κέρμα δισεκατομμύρια φορές, θα προκύψει ο προβλεπόμενος αριθμός από σειρές 99 όμοιων αποτελεσμάτων κ.λπ.)».

Ο Γιάννης δίνει τη σωστή απάντηση: «Αστρονομικά μικρή η πιθανότητα ένα σωστό κέρμα να ήρθε 99 φορές κορώνα... Από πού έχεις την πληροφορία ότι το κέρμα είναι σωστό; Πώς το ξέρεις αυτό;»

Δηλαδή, προκειμένου να δουλέψουν τα κομψά θεωρητικά μοντέλα, απαιτούνε μια σειρά από μουλωχτές παραδοχές που τακτοποιούνε την πραγματικότητα, οι οποίες όμως συνεχώς περνάνε στο ντούκου διότι έχουν από πενιχρή έως ανύπαρκτη τεκμηρίωση. Οι αναλυτές τις δέχονται χωρίς κριτική διότι αλλιώς θα καταρρεύσει η θεωρία. Το κλειδί στο παραπάνω παράδειγμα είναι η όλο αθωότητα έκφραση, σαν πανεπιστημιακή άσκηση: «Ρίχνω ένα σωστό κέρμα 99 φορές κ.λπ.», που περνάει στο ντούκου τη λέξη σωστό. Σύμφωνοι, οι προβλέψεις σου είναι έγκυρες και το μοντέλο σου αξιόπιστο εφόσον το κέρμα είναι σωστό, η κατανομή κανονική, ο κόσμος ορθολογιστής, μεγιστοποιητής μιας χρησιμότητας (utility) κ.λπ. Κι αν δεν είναι; Με ποιον μαγικό, μεταφυσικό τρόπο το ξέρεις αυτό; Ποια εξ αποκαλύψεως αλήθεια έχεις;

Όμως το business as usual της οικονομοτεχνικής ανάλυσης, το καθημερινό μεροδούλι-μεροφάι να περνάς παραμέτρους και μεγέθη στον Η/Υ, να πατάς το ENTER, να παίζεις με το Excel και το SPSS κ.λπ., απαιτεί αυτό το «πίστευε και μη ερεύνα» για πολλές θεωρητικές παραδοχές. Διότι αλλιώς δεν τακτοποιείται η πραγματικότητα, οπότε καταρρέουν τα μοντέλα και ουσιαστικά δεν μπορούν να γίνουν προβλέψεις (όχι ακριβείς προβλέψεις και σε βάθος χρόνου, τουλάχιστον). Ο πλατωνισμός εκδηλώνεται ως πράξη πίστης (faith) στη μαγική δύναμη των θεωριών και των μοντέλων (γιατί; Γιατί έτσι, χωρίς γιατί. Για αισθητικούς λόγους, διότι έχουν ωραία μαθηματικά). Κι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι είναι ο κίνδυνός του, το μέγιστο ηθικό θέμα που θίγει κι ο Taleb: ότι ο πλατωνισμός συντελεί στο να αισθάνονται οι αναλυτές, κι αυτοί που χρησιμοποιούν τις αναλύσεις, υπόλογοι έναντι των θεωριών τους, όχι έναντι του κόσμου που παίρνουν στον λαιμό τους...




Πλατωνισμός, Καβαφισμός και Παπαγεωργοπουλισμός

Ας έρθουμε στα δικά μας τώρα, σχετικά με τα λάθη του ΔΝΤ - όπου μάλιστα, όπως διαβάζω στο Βήμα, η λεπτομέρεια των πολλαπλασιαστών περιελήφθηκε με τόσο μικρά γράμματα σε μια πρόσφατη έκδοση του Ταμείου, ώστε θα έπρεπε κάποιος να είναι έμπειρος οικονομολόγος για να την προσέξει και να κατανοήσει τη σημασία της. Η παρατήρησή μου εδώ είναι ότι όλα αυτά δεν ήταν δική μας δουλειά. Ήταν δουλειά του Παπανδρέου, πρωθυπουργού της χώρας που άνοιξε την πόρτα στο ΔΝΤ, και του οικονομικού του επιτελείου. Και όλων αυτών που ψήφισαν το μνημόνιο χωρίς να το διαβάσουν, χωρίς να ψάξουν να βρουν τους ειδικούς και να τους ρωτήσουν: «εξήγησέ μου τι ακριβώς ψηφίζω και τι σημαίνουν όλα αυτά». Ο Παπανδρέου όμως σήμερα γυρνάει τα Χάρβαρντ και την υφήλιο δίνοντας διαλέξεις, παριστάνοντας τον ήρωα και εξηγώντας γιατί δεν μπόρεσαν να υλοποιηθούν τα πρασινοαναπτυξιακά του οράματα, αντί να βρίσκεται πίσω από τα σίδερα της φυλακής.

Με άλλα λόγια, πιστεύω έντονα ότι η κατάσταση στην Ελλάδα θα ήταν πολύ διαφορετική σήμερα (προς το καλύτερο), αν ο Παπανδρέου είχε βαθιά και προσωπική έγνοια για τη ρεαλιστικότητα των μνημονιακών στόχων. Αν ήξερε ότι θα βρεθεί κι αυτός, προσωπικά, στην οικονομική κατάσταση του κόσμου που υφίσταται τις επιπτώσεις των μέτρων, έτσι και δεν υλοποιηθούν οι παραμυθικές προγνώσεις. Θα εντόπιζε τους λάθος πολλαπλασιαστές, είμαι σίγουρος, θα έκανε τις αναγκαίες διαπραγματεύσεις, θα έθετε αυτός θέμα ότι δεν μπορούμε να κάνουμε πολιτική με παραμύθια, με εγνωσμένα ανέφικτους στόχους. Κι αν ήταν τα πράγματα πια τόσο αδιέξοδα, «τελεσίγραφο: ή δέχεσαι το μνημόνιο με το παραμύθι του ή τίποτα άλλο», τότε θα εξηγούσε δημόσια την κατάσταση και θα προκήρυττε εκλογές, να πάρει ο κόσμος την απόφαση, να φύγει η καυτή πατάτα από τα χέρια του. Θα τα έκανε όλα αυτά εφόσον ήξερε ότι θα πληρώσει κι ο ίδιος, προσωπικά και οδυνηρά, τα μνημονικά παραμύθια και τις προγνώσεις που μείνανε προγνώσεις.

Δεν μπορώ να ξέρω αν οι αναλυτές του ΔΝΤ κι ο Παπανδρέου με το επιτελείο του είναι fools or liars. Υποψιάζομαι ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η αλήθεια είναι κάπου στη μέση: υπάρχει ένα μέρος πλατωνισμός, δηλαδή ειλικρινής αυτοεξαπάτηση και ειδωλολατρία των θεωρητικών μοντέλων, ένα μέρος καβαφισμός, δηλαδή καλοπροαίρετο μαγείρεμα μέσα από μια νοοτροπία business as usuall – μ' όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά, τι κούφια λόγια ήσανε αυτοί οι πολλαπλασιαστές – κι ένα μέρος παπαγεωργοπουλισμός, δηλαδή συνειδητό, υστερόβουλο μαγείρεμα. Αυτό που τονίζω όμως, μαζί με όλη την εκλεκτή παρέα ανωτέρω, είναι ότι τόσο ο αναλυτής όσο κι αυτός που χρησιμοποιεί τις αναλύσεις οφείλει να νιώθει υπόλογος έναντι του κόσμου, όχι έναντι των θεωριών και των μοντέλων. Τόσο για το καλό της Οικονομικής Επιστήμης όσο και για το καλό όλων μας. Επαινετός και τιμούμενος αν οι προβλέψεις βγούνε σωστές, καμία αντίρρηση. Αν όμως οι προβλέψεις βγούνε λάθος, με σφοδρές επιπτώσεις στη ζωή του κόσμου, τότε... τα σίδερα της φυλακής είναι για τους λεβέντες. Και για τους οικονομικούς αναλυτές. Και για τους πολιτικούς.

Πλατωνισμός Και Μπεπεγκριλλοϊσμός

Διαβάζω το The Black Swan του Nassim Nicholas Taleb (έχει μεταφραστεί στα ελληνικά;), το οποίο νομίζω πως έχει ήδη αρχίσει να παίρνει διαστάσεις κλασικού, βρίσκω συνέχεια αναφορές στις ιδέες του, ολοένα και περισσότερες. Κάτι άλλο όμως μου κάνει εντύπωση: ο Taleb γράφει όπως κι εγώ! Έχουμε το ίδιο στιλ• ένα προβοκατόρικο, λαϊκίστικο, μπεπεγκριλλοϊκό ύφος γραψίματος, αναμιγνύοντας συνεχώς το σοβαρό με το χιουμοριστικό, παραθέτοντας τα πιο ετερόκλητα παραδείγματα, κυνηγώντας τον ηχηρό τίτλο και μη χάνοντας ευκαιρία για σαρκασμό όλων όσων αντιπαθούμε. Τον νιώθω!

Έπαθα πλάκα όμως όταν είδα ότι έχουμε γράψει και (περίπου) την ίδια έκφραση! Παραθέτω από τη σελίδα 83 (αγγλική έκδοση του 2010, Penguin Books):


I kept reading in various texts that the cortex is where animals do their ‘thinking’, and that the creatures with the largest cortex have the highest intelligence – we humans have the largest cortex, followed by bank executives, dolphins, and our cousins the apes 


Μόλις το διάβασα, κατάλαβα αμέσως σε ποια φάση ήταν όταν το έγραφε. Πριν περίπου τρία χρόνια, είχα γράψει κι εγώ σ’ αυτό το κείμενο:


... το αντίστοιχο αυτού του συστήματος στην τεχνολογία της Φύσης είναι ο εγκεφαλικός νεοφλοιός. Αν και υφίσταται στοιχειωδώς σε όλα τα θηλαστικά (πλην του Γεράσιμου Γιακουμάτου, φυσικά) κ.λπ. 


Περίπου η ίδια έκφραση! Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό μας είναι ότι κι οι δυο φιλοσοφούμε με βάση τις εμπειρίες μας, διαβάζουμε διάφορους στοχαστές να δούμε ποιοι έχουν κινηθεί σε παρόμοιες γραμμές με μας, το παίζουμε ερασιτέχνες φιλόσοφοι, όπως επίσης ότι κι οι δυο καταλήξαμε πως η ρίζα του κακού ανάγεται τελικά στον Πλάτωνα. Τα προβλήματα που δημιούργησαν οι ιδέες αυτού του ανθρώπου συνεχίζουν ακόμα και σήμερα να καταδυναστεύουν όλους. Ο ορισμός του πλατωνισμού (platonicity) που δίνει ο Taleb, στην εισαγωγή του βιβλίου, είναι: Our tendency to mistake the map for the territory, to focus on pure and well-defined “forms” … With these ideas and crisp constructs inhabit our minds, we privilege them over other less elegant objects, those with messier and less tractable structures. Platonicity is what makes us think that we understand more than we actually do

Κάτι που θα μπορούσα να είχα γράψει κι εγώ. Ο δικός μου ορισμός θα πήγαινε κάπως σαν: πλατωνισμός είναι η αυθαίρετη αξίωση πως πίσω από το χάος των φαινομένων υπάρχει μια θεμελιώδης θεωρητική οντότητα, την οποία αν κανείς συλλάβει, θα εξηγήσει κατόπιν όλη τη φαινομενική πολυπλοκότητα. Στην επιστήμη, πλατωνισμός είναι η πεποίθηση πως η έρευνα μπορεί να γίνει πάνω σε αφηρημένα μοντέλα, που θεωρητικοποιούν το υπό μελέτη αντικείμενο, το παίρνουν από τους πραγματικούς ανθρώπους στον πραγματικό κόσμο και το εισάγουν σε άνετο περιβάλλον γραφείου. Δηλαδή, μην αφήνεις τα ενοχλητικά εμπειρικά δεδομένα να σου χαλάσουν τις τόσο όμορφες θεωρίες αφού, στο δρόμο που χάραξε ο Πλάτωνας, εσύ έχεις ήδη συλλάβει την Ιδέα.

Ή με δυο λόγια, ένας ακόμα πιο συνοπτικός ορισμός: πλατωνισμός είναι να κάνεις επιστήμη από την ησυχία του γραφείου σου, με τον καφέ και το κλιματιστικό σου. Χαίρομαι όταν διαπιστώνω ότι αυτά που βλέπω εγώ τα βλέπουν κι άλλοι, ότι δεν είμαι μόνος.

Habemus Data!

Αυτό είναι ένα σχόλιο στο Buzz, που όμως έχει αυτοτέλεια και, πιστεύω, ενδιαφέρον ώστε το έκανα ανάρτηση. Πέτρα του σκανδάλου ήταν αυτή η έρευνα του M. Keith Chen από το πανεπιστήμιο Yale. Με λίγα λόγια, ο κ. Chen υποστηρίζει ότι ο τρόπος που μια γλώσσα κωδικοποιεί γραμματικά τον μέλλοντα χρόνο έχει επίπτωση και στην αντίληψη που σχηματίζουν οι ομιλητές της για το μέλλον• πιο συγκεκριμένα, αν οι ομιλητές χρησιμοποιούν ενεστώτα για το μέλλον (όπως συνήθως γίνεται στα γερμανικά, στα κινέζικα κ.α.), τότε, λέει ο κ. Chen, ότι μαθαίνουν από την ίδια τους τη γλώσσα να αισθάνονται το μέλλον οικείο και κοντινό, κάτι σαν ένα διαρκές παρόν, ας πούμε. Στα γερμανικά π.χ. ελάχιστα χρησιμοποιείται ο μέλλοντας χρόνος• οι Γερμανοί κυρίως εκφράζονται για το μέλλον σαν να είναι παρόν: αύριο πηγαίνω ταξίδι! ή την άλλη βδομάδα συναντιέμαι με τον Γιώργο! κ.λπ. Αυτό, κατά τον κ. Chen, δημιουργεί μια αίσθηση συνάφειας ή ταύτισης του παρόντος με το μέλλον, οπότε έχει και επίπτωση στον τρόπο με τον οποίο οι ομιλητές της γλώσσας τείνουν να παίρνουν αποφάσεις. Δηλαδή, συμβάλλει στη θυσία του παρόντος για χάρη του μέλλοντος, οπότε οι ομιλητές τείνουν να αποταμιεύουν περισσότερο, να καπνίζουν λιγότερο, να γίνονται λιγότερο παχύσαρκοι και να κάνουν ασφαλέστερο σεξ. Έχουν τη στάση: οικονομία κάνε και σφίξε τα λουριά, τώρα που είσαι νέος σώρευε τον παρά.

Οι γλώσσες όμως που έχουν σαφή γραμματική διαφοροποίηση του μέλλοντα χρόνου (όπως π.χ. τα ελληνικά με το μόριο θα ή τα αγγλικά με το will) εκπαιδεύουν τους ομιλητές τους να αισθάνονται το μέλλον διακριτό, απομακρυσμένο. Οπότε αυτοί τείνουν να μη θυσιάζουν τόσο πολύ το παρόν για χάρη του μέλλοντος, τουλάχιστον στις παραπάνω δραστηριότητες (αποταμίευση, κάπνισμα, παχυσαρκία, ασφάλεια στο σεξ), έχουν τη στάση: γλέντα τη ζωή, όλοι δύο μέτρα παίρνουν γη, διότι αισθάνονται μακρινή και αόριστη τη μελλοντική ωφέλεια που θα λάβουν – πάντα κατά τον κ. Chen. Δηλαδή και χιουμοριστικά μιλώντας, ο Σαμαράς θα καταργήσει το μόριο θα από την ελληνική γλώσσα, προκειμένου να στηριχτούν οι τράπεζες, τα ταμεία, και να μειωθούν οι δημόσιες δαπάνες υγείας. Πώς όμως συμπέρανε όλα αυτά ο κ. Chen; Κάνοντας στατιστικές συσχετίσεις ανάμεσα στις γλώσσες (κωδικοποιημένες ανάλογα με το αν έχουν σαφή γραμματική διάκριση του μέλλοντα χρόνου από τον ενεστώτα) και σε διάφορα δεδομένα μελετών που, λέει ότι, υποδεικνύουν τη στάση κάθε λαού ως προς την αποταμίευση, την πρόληψη της υγείας κ.λπ.  

Να θυμίσω εδώ ότι πριν λίγες μέρες είδαμε στο Buzz αυτό το άρθρο του Taleb, που έλεγε για τον κίνδυνο των πολλών δεδομένων. Ότι αν έχεις στη διάθεσή σου πολλούς, πάρα πολλούς αριθμούς τότε θα βρεις και στατιστικές σχέσεις, θα κάνεις διάφορες συσχετίσεις – δόξα τω Θεώ, θα βγάλεις υλικό για δημοσίευση. Τα δεδομένα μόνο να ‘ναι καλά και πολλά, αυτό είναι που μετράει: habemus data! Οι συσχετίσεις κατόπιν θα βρεθούν, είναι σίγουρο, άσχετα αν αυτές υπάρχουν και στην πραγματικότητα ή μόνο «στον Η/Υ του ερευνητή», όπως γράφει ο Taleb. Μήπως η έρευνα του κ. Chen βρίσκεται στην επικράτεια της προειδοποίησης του Taleb; (ναι, κατά τη γνώμη μου) 

Και για να γίνω συγκεκριμένος, θα ασχοληθώ με ένα μόνο θέμα: βλέπω στη σελ. 10 του άρθρου ότι ο κ. Chen έκανε τις αρχικές συσχετίσεις γλώσσας – αποταμιευτικής τάσης με παλινδρομήσεις στις έρευνες του World Values Survey, το οποίο (ισχυρίζεται ότι) μετρά τις παγκόσμιες αξίες με ερωτηματολόγια. Εδώ μπορείτε να δείτε ένα παράδειγμα – «ποιες αξίες θεωρείτε ότι πρέπει να ενθαρρύνονται στα παιδιά; Έχετε πέντε επιλογές: (V12) Ανεξαρτησία, (V13) Σκληρή δουλειά, (V14) Υπευθυνότητα κ.λπ.» Τέτοια δεδομένα (μαζί με άλλα) χρησιμοποίησε ο κ. Chen στη δική του έρευνα: απαντήσεις σε ερωτήματα αξιών και πεποιθήσεων του World Values Survey (Πόσο εμπιστεύεστε τους άλλους; Πόσο σημαντική αξία θεωρείτε την αποταμίευση; κ.λπ.).  

Εδώ θέλω να κάνω μια ερώτηση σε σας που διαβάζετε: σε τέτοια φορτισμένα θέματα, που έχουν να κάνουν με αξίες, ηθικές κρίσεις και βιοτικές αποφάσεις, σας πείθει εσάς η απάντηση που δίνει κάποιος σ’ ένα ερωτηματολόγιο μιας τυπικής έρευνας; Π.χ. το πόσο κάποιος εμπιστεύεται ή όχι τους άλλους φανερώνεται από το κουτάκι που τσεκάρει στο ερωτηματολόγιο – (Α) Πολύ, (Β) Μέτρια, (Γ) Λίγο, (Δ) Καθόλου; Τι λέτε κι εσείς; Η απάντηση που δίνει κάποιος στο ερωτηματολόγιο (σε τέτοια φορτισμένα θέματα πάντα) μάς προσφέρει προβλεπτική ικανότητα για τις αποφάσεις αυτού του ανθρώπου στην πραγματική ζωή; Εγώ αμφιβάλλω πολύ. Π.χ. σας έχουν τύχει άνθρωποι που να έχουν μια ιδέα για τον εαυτό τους, όμως εσείς να παρατηρείτε άλλα πράγματα σ’ αυτούς, διαφορετικά από αυτό που δηλώνουν; Ή που να παρουσιάζουν τη ζωή τους τακτοποιημένη και εκλογικευμένη, σαν διήγημα του Τσέχωφ, μια καλοστημένη αφήγηση με αρχή – μέση – τέλος, με δοκιμασία, κορύφωση και τελική κάθαρση, όμως εσείς να είστε σε θέση να ξέρετε λεπτομέρειες που χαλάνε την κομψότητα της αφήγησης; Ή που να θεωρούν τους εαυτούς τους στρατιώτες ενός ιδανικού, μιας αξίας, μιας ηθικής αρχής, όμως εσείς να βλέπετε τα τυφλά τους σημεία; Εγώ νομίζω πως αυτός είναι ο κανόνας, σχεδόν απόλυτος κανόνας! Το τι δηλώνουμε για τον εαυτό μας, για τη ζωή μας, για τη ζωή γενικά, μπορεί να είναι ή να μην είναι αυτό που παρατηρούν οι άλλοι σε μας. Το ότι τσεκάρω το κουτάκι στο ερωτηματολόγιο της World Values Survey, «πιστεύω πως η αποταμίευση είναι σημαντική αξία στη ζωή», αυτό σας εξασφαλίζει πως αν παρατηρήσετε τη ζωή μου, θα τη δείτε να βεβαιώνει αυτήν την δήλωση; Το ότι κάποιος γράφει για τον εαυτό του σε ένα προφίλ στο ίντερνετ, π.χ. «είμαι γενναιόδωρος, τίμιος, καλόβολος», σας εξασφαλίζει ότι αν τον συναντήσετε, θα βρείτε έναν γενναιόδωρο, τίμιο, καλόβολο άνθρωπο; O κόσμος δε λέει ψέματα, ακόμα και στον εαυτό του; Δεν έχει τυφλά σημεία;

Τη δεκαετία του ’90 έγιναν μερικές σφοδρές αντιπαραθέσεις, κυρίως στις ΗΠΑ, μεταξύ κοινωνικών και φυσικών επιστημόνων σχετικά με το αντικείμενο του καθενός – κάτι που σήμερα έχει επικρατήσει να ονομάζεται Science Wars. Ένα από τα θέματα που συζητήθηκαν ήταν κι αυτή η λατρεία των ερωτηματολογίων στις κοινωνικές επιστήμες• πολλοί Αμερικάνοι κοινωνιολόγοι τότε προσπαθούσαν να μιμηθούν τη φυσική, να παίξουν κι αυτοί δηλαδή με αριθμούς και στατιστικές αναλύσεις, οπότε έκαναν αποκλειστικά έρευνες με ερωτηματολόγια. Ο R. C. Lewontin εκείνον τον καιρό έγραψε μια πολύ καυστική κριτική στο The New York Review of Books στηλιτεύοντας την τότε προβεβλημμένη έρευνα του US National Opinion Research Center ως προς τις σεξουαλικές πρακτικές των Αμερικανών (με ερωτηματολόγια κι αυτή). Παραθέτω κάποια σημεία από την κριτική του Lewontin (εδώ, όμως θέλει συνδρομή• μπορείτε να βρείτε ένα εκτεταμένο απόσπασμα εδώ): «Είναι τρομακτική η σκέψη ότι η κοινωνική επιστήμη βρίσκεται στα χέρια επαγγελματιών, που είναι τόσο τυφλοί ως προς τις εκφάνσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς ώστε να πιστεύουν πως ο κόσμος δεν λέει ψέματα, τόσο στον εαυτό του όσο και στους άλλους, γι’ αυτά τα φορτισμένα θέματα της ζωής του». Σε ένα άλλο σημείο γράφει επίσης: «Οι συγγραφείς της έρευνας δαπάνησαν πολλή διανοητική ενέργεια για να πάρουν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα των Αμερικάνων και να τους ρωτήσουν για τη σεξουαλική τους ζωή, από την άλλη όμως παρουσιάζονται πολύ αφ’ υψηλού ως προς το ερώτημα αν ο κόσμος λέει την αλήθεια όταν τον ρωτάς για τέτοια θέματα».   

Συμφωνώ με τον Lewontin, πολύ δίκιο έχει. Ορισμένα ζητήματα είναι από τη φύση τους ανερωτηματολόγητα και δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να πάρουμε απλές, ποσοτικές απαντήσεις για ολόκληρους πληθυσμούς – όλα αυτά τα θέματα που άπτονται ηθικών κρίσεων, βιοτικών αποφάσεων, θρησκευτικών πεποιθήσεων, σεξουαλικών προτιμήσεων, αξιακών στάσεων κ.λπ. Δεν απορρίπτω το ερωτηματολόγιο ως μέθοδο έρευνας, όμως για αφόρτιστα, πραγματιστικά θέματα. Για ερωτήματα τύπου: Είστε αριστερόχειρας ή δεξιόχειρας; ή Κατεβήκατε στο κέντρο (Α) με το μετρό, (Β) με λεωφορείο, (Γ) με ταξί, (Δ) με ΙΧ κ.λπ. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που υποτίθεται ότι κάνει το World Values Survey με τις «έρευνές» του, πάντως ο τίτλος παραπλανεί: θα ήταν ρεαλιστικότερο να ονομάζεται: World Self-Images Survey.

Να θίξω και ένα ακόμα θέμα: το άτομο που κάνει την έρευνα παίζει κάποιο ρόλο; Ίδια θα απαντήσει κάποιος σε τέτοια λεπτά ερωτήματα αν η έρευνα γίνεται από έναν τρακαρισμένο πιτσιρικά ή από έναν έμπειρο πωλητή, που ξέρει να δείχνει χαλαρός και να κερδίζει την εμπιστοσύνη του άλλου; Πολύς κόσμος διστάζει να απαντήσει σε έρευνες με ευαίσθητα θέματα, ή δίνει την politically correct απάντηση άσχετα αν την ενστερνίζεται ή όχι, επειδή έχει την παράλογη πεποίθηση ότι οι απαντήσεις του θα διαρρεύσουν και θα μαθευτούν• εδώ είναι καλό να έχει ο ερωτών την ποιότητα του έμπειρου πωλητή και να κερδίζει την εμπιστοσύνη του κόσμου. Ίδια θα απαντήσει κάποιος αν έχει απέναντί του μια φοιτήτρια που βαριέται ή που νιώθει ότι κάνει απλήρωτη αγγαρεία για τον καθηγητή της ή μια νόστιμη κοπέλα, όλο χαμόγελα και ευγένεια; (ο πατέρας μου πάντως με τέτοια εξωγενή κριτήρια απαντούσε στα ερωτηματολόγια: πόσο όμορφη ήταν η κοπέλα που έκανε την έρευνα!). Όλοι οι παραπάνω θα πάρουν τις ίδιες απαντήσεις από τα ίδια πρόσωπα σε τέτοια φορτισμένα ερωτήματα;

Υπάρχει όμως κι ακόμα ένα θέμα:

Αναρωτιόμουν πρόσφατα αν ο Nassim Nicholas Taleb είναι σοβαρός άνθρωπος ή όχι. Διάβασα αυτό το άρθρο και πείστηκα ότι είναι από τους πιο σοβαρούς ανθρώπους στον κόσμο. Με δυο λόγια, ο Freakonomics έθεσε σε πέντε, ας πούμε, διαμορφωτές γνώμης το ερώτημα: Περπατάς στον δρόμο με $10 στην τσέπη, και συναντάς από τη μια έναν αλκοολικό ζητιάνο κι από την άλλη έναν καθωσπρέπει τύπο που πουλάει λουκάνικα. Τι μέρος από τα χρήματα θα δώσεις στον καθένα και γιατί; Οι υπόλοιποι απάντησαν διάφορα ψαγμένα (όχι 100% όμως, μερικές απαντήσεις σώζονται στο φινάλε). Ο Taleb είπε ότι το ερώτημα αυτό δεν απαντιέται, είναι ψευδοερώτημα, με την έννοια ότι καμία αξιόπιστη πληροφορία δεν μπορεί να εξαχθεί από τις απαντήσεις. Το τι θα πράξω εξαρτάται από τη στιγμή και την περίσταση – όπως γίνεται και με όλες τις πραγματικές αποφάσεις στην πραγματική ζωή: είναι πάντα σχετικές με τα ευρύτερα συμφραζόμενα (context-dependent), έχουν οικολογική διάσταση. Το πόσα χρήματα π.χ. θα δώσω στον ζητιάνο έχει να κάνει με το αν προηγουμένως κοιτούσα φωτογραφίες πεινασμένων παιδιών, αν μου θυμίζει τον αγαπημένο θείο μου, αν προκύψει χημεία ανάμεσά μας κ.λπ. Μετά δε, αν με ρωτήσεις για την πράξη μου, θα σου δώσω μια εξήγηση εκλογικεύοντάς την, όχι πάντως χρησιμοποιώντας τέτοιους όρους όπως «χημεία». Η απόφασή μου δεν έχει να κάνει ούτε με το τι συνειδητά πρεσβεύω για την επαιτεία και ποιες ηθικές νόρμες δηλώνω ότι ακολουθώ, ακόμα και στον εαυτό μου αν τις δηλώνω• π.χ. πιστεύω ότι θα προσπαθούσα να μη δώσω χρήματα στον ζητιάνο αλλά είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν τα κατάφερνα τελικά (εδώ μια τέτοια πραγματική περίπτωση, βγαλμένη μέσα από τη ζωή).  

Συμφωνώ απόλυτα με τον Taleb, με τον τρόπο που το βλέπει. Οι αποφάσεις στην πραγματική ζωή λαμβάνονται πάντα μέσα σ’ ένα περιβάλλον και εξαρτώνται από αυτό όσο και οι ζωντανοί οργανισμοί από το φυσικό τους περιβάλλον. Το να τις απομονώνεις τεχνητά με ένα ερωτηματολόγιο είναι σαν να απομονώνεις το αριστερό από το δεξί χέρι σ’ ένα χειροκρότημα. Σίγουρα έτσι θα ‘χεις πολλούς αριθμούς να παίξεις, σύμφωνοι, θα κάνεις και δημοσιεύσεις, θα βρεις και τις στατιστικές συσχετίσεις – άσχετα αν αυτές υπάρχουν και πραγματικά ή μόνο μέσα στον Η/Υ σου. Τα δεδομένα να ‘ναι καλά και πολλά, οι συσχετίσεις θα βρεθούν. Habemus data!

Print The Legend

Ο Nassim Nicholas Taleb έχει δίκιο: όλες οι στραβές αντιλήψεις – στην επιστήμη ή στην πολιτική ή στη φιλοσοφία ή στην κοινωνική σκέψη κ.λπ. – αν τις ακολουθήσεις ιστορικά, θα καταλήξεις τελικά στον Πλάτωνα. Είναι τεράστιο το κακό που έκανε αυτός ο άνθρωπος, η αμαρτωλή γοητεία που άσκησαν οι ιδέες του. Προσωπικά, τον βρίσκω συνεχώς παντού, όπου και να σκαλίσω, σαν αστυνομικός που καταλήγει ξανά και ξανά στον ίδιο συνήθη ύποπτο. Η σημερινή ανάρτηση όμως έχει να κάνει με τον Μότσαρτ:

Όπως όλοι ξέρουμε, ο Μότσαρτ ήταν ένα θεϊκό μουσικό ταλέντο, «ένας επισκέπτης στη γη» (Α. Αϊνστάιν), χωρίς καμία σχέση με μας, τους κοινούς μουσικούς θνητούς, που στην καλύτερη περίπτωση «ο Θεός μάς δίνει αρκετό ταλέντο για να εκτιμήσουμε τον Μότσαρτ, όχι όμως τόσο ώστε να τον μιμηθούμε», όπως έλεγε κι ο Σαλιέρι στη γνωστή ταινία Amadeus (1984) του Μίλος Φόρμαν. Διότι, όπως έδειχνε και η ταινία, ο Μότσαρτ είχε μια εξωπραγματική σχέση με τη μουσική, αδιανόητη για όλους εμάς. Ο τρόπος που συνέθετε τα έργα του ήταν σχεδόν μαγικός: μιλάμε για έναν άνθρωπο που συνελάμβανε όλο το μουσικό έργο με το μυαλό του – σχεδόν σαν ραδιοφωνική λήψη από μια άγνωστη πηγή – και κατόπιν το αντέγραφε στην παρτιτούρα: «όταν νιώθω καλά κι έχω διάθεση ή όταν κάνω βόλτα μετά από ένα καλό γεύμα ή τις νύχτες που δεν μπορώ να κοιμηθώ, οι μουσικές σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό μου», έγραφε σε μια γνωστή επιστολή του ο Αυστριακός συνθέτης. «Από πού και πώς έρχονται; Δεν ξέρω, δεν τις δημιουργώ εγώ ... οι μουσικές εμπνεύσεις δεν μου έρχονται τμηματικά, αλλά η φαντασία μου επιτρέπει να τις ακούσω στην ολότητά τους». Εκπληκτικό, ε;

Ναι, υπερβολικά εκπληκτικό για να είναι αληθινό.

Καταρχήν, η παραπάνω «επιστολή του Μότσαρτ» είναι σχεδόν σίγουρα πλαστογραφημένη. Αν έχετε διαβάσει κάπου το απόσπασμα – το οποίο έχει αναπαραχθεί σε αμέτρητα βιβλία και άρθρα – να ξέρετε ότι, σχεδόν σίγουρα, ο Μότσαρτ δεν το έγραψε ποτέ. Αντίθετα, αυτός που φαίνεται ότι το επινόησε ήταν κάποιος Johann Friedrich Rochlitz, εκδότης του περιοδικού Allgemeine Musikalische Zeitung, στο οποίο και εμφανίστηκε το 1815 ως επιστολή του Μότσαρτ σε κάποιον «βαρώνο φον κάτι». Ο Rochlitz είχε αναλάβει τον ρόλο του Αποστόλου Παύλου για τον Μότσαρτ και παρουσίαζε στο περιοδικό του διάφορα θαυμαστά γι’ αυτόν, ότι π.χ. συνέθεσε μέσα σε μία ώρα όλη τη Σονάτα για Βιολί σε σι ύφεση μείζονα (στην πραγματικότητα, του πήρε τουλάχιστον εφτά ημέρες), όμως η «επιστολή προς τον βαρώνο φον κάτι» έγινε μπεστ σέλερ τότε, διαβάστηκε σ’ όλη την Ευρώπη και εκτόξευσε στα ύψη τον θαυμασμό για τις υποτιθέμενες ικανότητες του Αυστρικού συνθέτη. Ήταν ο αιώνας του Ρομαντισμού• μια περίεργη εποχή, στην οποία μπορούσαν να βρουν μεγάλη απήχηση ιστορίες για καλλιτέχνες που εμπνέονται από μια μυστική μούσα. Όπως όλα τα στραβά, έτσι κι αυτό πάει πίσω στον Πλάτωνα... ο οποίος ήθελε τους καλλιτέχνες να κατακλύζονται από την έμπνευση και να μην καλλιτεχνούν οι ίδιοι αλλά οι θείες ή δαιμονικές δυνάμεις μέσα τους, όπως οι λάτρεις του Βάκχου που κατακυριεύονται από άλογες δυνάμεις (Ίωνας). Τελικά όμως πώς συνέθετε πραγματικά ο Μότσαρτ;

Λοιπόν, ο Μότσαρτ προχειρογραφούσε συνέχεια. Σημείωνε όλη την ώρα μουσικές ιδέες σε κομμάτια από χαρτί, όπου έβρισκε, κατόπιν καθόταν στο πιάνο και τις δούλευε, τις ξαναδούλευε, τις τροποποιούσε, τις άλλαζε, τις απέρριπτε κ.λπ. Ο Αυστριακός συνθέτης παρήγε έναν τεράστιο αριθμό από τέτοια μουσικά προχειρογραφήματα, τα περισσότερα από τα οποία έκαψε η γυναίκα του μετά τον θάνατό του και σήμερα έχουν διασωθεί περίπου 320 – εδώ μπορείτε να δείτε μερικά. Ο ίδιος δε νοιαζόταν να τα κρατήσει, κάτι που υποδεικνύει ότι δεν ήταν έτοιμα μουσικά έργα: ίσως κάποια μουσική σκέψη, κάποιο πείραμα, ίσως ο πυρήνας από κάποιο έργο ή μια μελωδία που του ερχόταν στα ξαφνικά, κάτι τέτοιο (μπορεί να θυμάστε μια είδηση που έκανε τον γύρο του κόσμου τον Σεπτέμβρη του 2008, ότι ανακαλύφθηκε «χαμένο χειρόγραφο του Μότσαρτ»• λοιπόν, τελικά απεδείχθη ότι ήταν ένα τέτοιο προχειρογράφημά του). Κατόπιν όμως ο Αυστριακός συνθέτης έπρεπε οπωσδήποτε να βάλει τα δάχτυλά του στα πλήκτρα και να δουλέψει τις ιδέες του• όπως όλοι οι συνθέτες, έτσι κι ο Μότσαρτ φαίνεται ότι δεν μπορούσε να συνθέσει χωρίς ένα μουσικό όργανο: «Το χώλ και οι σκάλες είναι τόσο στενές, που δεν μπορούμε ν’ ανεβάσουμε το πιάνο», ενημέρωνε η μητέρα του Μότσαρτ τον πατέρα του στις 5 Απριλίου 1778, όταν οι δυο τους εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι. «Οπότε ο Βόλφγκανγκ δεν μπορεί να συνθέσει σπίτι κι αναγκάζεται να πηγαίνει στου κυρίου Λε Γκρος, ο οποίος έχει πιάνο», ενώ στο προηγούμενό της γράμμα έγραφε ότι χωρίς πιάνο, ο Βόλφγκανγκ βαριέται (εδώ).




Ουΐσκι Μότσαρτ


Τα παραπάνω μάλλον κατεβάζουν τον Μότσαρτ σε ανθρώπινο επίπεδο: ούτε άκουγε νοητικά τα μουσικά έργα στην ολότητά τους ούτε ήταν κανάλι κάποιας μυστηριώδους μούσας ούτε είχε ιδιαίτερο DNA ή ιδιαίτερο εγκέφαλο κ.λπ. Αντίθετα, φαίνεται ότι συνέθετε με μια πολύ πιο οικεία μέθοδο – με προχειρογραφήματα και ψήγματα ιδεών, με δοκιμές και πειράματα, μέχρι τα ψήγματα να ενοποιηθούν και να αναδυθεί κάτι ολοκληρωμένο. Πίσω από το θαυμαστό του έργο κρύβονται μάλλον λιγότερο πλατωνικές ερμηνείες από τη μυστηριώδη πηγή της έμπνευσής του: κρύβεται η σκληρή δουλειά και η αφοσίωση στη μουσική. Αυτό είναι ίσως αχώνευτο για τους ρομαντικούς και για τον Πλάτωνα, όμως φανερώνει ότι ακόμα κι ένας τόσο σπουδαίος συνθέτης δεν είναι κάτι το απρόσιτο για μας, τους κοινούς μουσικούς θνητούς. Φυσικά, η «επιστολή στον βαρώνο φον κάτι» και ο μύθος του Μότσαρτ που άκουγε το μουσικό έργο στη φαντασία του θα συνεχίσουν να αναπαράγεται. Π.χ. είδα ότι ο Daniel Dennett χρησιμοποιεί παραδειγματικά τον μύθο σχεδόν σε όλα του τα βιβλία από το 1975 και μετά. Το απίστευτο είναι ότι ακόμα κι όταν τον ενημέρωσαν πως η «επιστολή» ήταν πλαστογραφημένη, αυτός δεν πτοήθηκε και συνέχισε να χρησιμοποιεί τον μύθο, τόσο πολύ τον γοήτευσε! (το αναφέρει στο Darwin’s Dangerous Idea, 1995, σελ. 346: "Peter Kivy informed me that this oft-quoted passage is counterfeit — not Mozart at all … I persist in quoting it here, in spite of Kivy's correction, because it not only expresses but exemplifies the thesis that memes, once they exist, are independent of authors and critics alike. Historical accuracy is important, but the passage so well suits my purposes that Ι am choosing to ignore its pedigree"). When the legend becomes fact, print the legend




 Προχειρογράφημα του Μότσαρτ

Οι Κόκκινες Κυριακές




Μ’ αρέσει αυτός ο τύπος, λέγεται Σομπάτ: είναι νέος• δείχνει να είναι σεμνός και κάθε άλλο παρά καβαλημένο καλάμι• είναι πανέξυπνος (θα πούμε παρακάτω γι’ αυτό)• δείχνει να έχει υπευθυνότητα κι επαφή με την πραγματικότητα• είναι μέσ’ στην πιάτσα• ξέρει να κάνει δουλειά και να την κάνει καλά, δεν του αρκεί μόνο η ηθική νίκη (δηλαδή η ήττα, να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους), αλλά καταφέρνει να επιτυγχάνει ουσιαστικές νίκες• έχει χιούμορ.

Δίνω πρώτα με λίγα λόγια το ευρύτερο πλαίσιο και μετά θα μπω στο θέμα: Το 1997-1998 η Ταϊλάνδη χτυπήθηκε από τη φριχτή ασιατική οικονομική κρίση: φτώχεια, ανεργία, αλκοολισμός, ΔΝΤ, κατά τα γνωστά. Στην Ταϊλάνδη ειδικά, η ούτως ή άλλως ισχνή μεσαία τάξη σκουπίστηκε ταχύτατα και πολλά εκατομμύρια μικροαγροτών (πάνω από το 80% του πληθυσμού ζει σε μικρές επαρχιακές πόλεις και χωριά) εξαθλιώθηκαν εντελώς. Τα προηγούμενα χρόνια η χώρα ζούσε μια ψευδαίσθηση ανάπτυξης, φανταζόταν ότι θα γίνει η καινούργια Νότιος Κορέα, η κρίση όμως έδειξε τραγικά πόσο πήλινα πόδια είχε αυτή η ανάπτυξη, τι κούφια λόγια ήσανε αυτές οι βασιλείες. Το 2001 λοιπόν και με τη χώρα ακόμα καταβεβλημένη, ήρθε στην εξουσία ο Τάκσιν.

Δεν υπάρχει τίποτα μονομερώς άσπρο ή μαύρο που μπορεί να πει κάποιος γι’ αυτόν τον τόσο συζητημένο πολιτικό, σε κάθε του θετικό είχε κι ένα αρνητικό, και σε κάθε του αρνητικό κι ένα θετικό. Εδώ τον είχα παραλληλίσει με τον Πεισίστρατο και τον Ανδρέα Παπανδρέου μαζί. Ας πούμε πρώτα μερικά από τα στραβά του: ήταν πάμπλουτος (στην Ασία δεν γίνεσαι πλούσιος χωρίς βρωμιές), λαϊκιστής, φιλόδοξος, αυταρχικός. Ήταν επίσης αυτό που οι αμερικάνοι λένε «νέο χρήμα» (nouveau riche / new money) – δηλαδή επιχειρηματικό κεφάλαιο, σε αντιδιαστολή με το παλαιό κεφάλαιο, την άτυπη αριστοκρατία της Ταϊλάνδης που, κατά βάση, ήταν φεουδαρχική – προσοδοθηρική. Γι’ αυτό και ποτέ δεν υπήρξε πραγματικό μέλος της, ο Τάκσιν ήταν μια αριστοκρατία μόνος του.

Ας πούμε τώρα και μερικά από τα θετικά του, το εξής ένα: διοχέτευσε τεράστια ποσά σε πολλά μέτρα στήριξης των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, ειδικά στην επαρχία της χώρας. Αμέτρητοι μικροαγρότες, μικροκαταστηματάρχες, μικροτεχνίτες, πωλητές του δρόμου, εργάτες κ.λπ., που είχαν χτυπηθεί άγρια από την κρίση, βγήκαν από τη φτώχεια και την εξαθλίωση επί Τάκσιν, δεν πιστεύω να είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο στην ιστορία της Ταϊλάνδης, τουλάχιστον όχι τόσο μαζικά και γρήγορα. Ό,τι κι αν ήταν τελικά ο Τάκσιν, άγγελος ή διάβολος (ή και τα δύο μαζί), συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι ο μόνος πολιτικός στην ιστορία της χώρας που οφέλησε τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, κανείς άλλος δεν φέρει αυτόν τον τίτλο• και η πρωθυπουργία του υπήρξε, για τους φτωχούς της Ταϊλάνδης, η πρώτη φορά που ένιωσαν ότι αυτό που λέμε «πολιτική» παίζει κάποιο ρόλο στη ζωή τους. Η παροιμία από τη γειτονική Βιρμανία – που ισχύει μια χαρά και για την Ταϊλάνδη – λέει ότι τα πέντε κακά της ζωής είναι η φωτιά, οι πλημμύρες, οι κλέφτες, οι κακόβουλοι άνθρωποι και η κυβέρνηση• φανταστείτε το ευχάριστο σοκ εκατομμυρίων ανθρώπων όταν ξαφνικά διαπίστωσαν πως αυτό το παροιμιώδες κακό, η κυβέρνηση, μπορεί να γίνει ακόμα και καλό, να τους βοηθήσει στη ζωή τους. Είναι έκπληξη λοιπόν που ο κόσμος λάτρεψε τον Τάκσιν;

Τη συνέχεια την έχετε διαβάσει στις εφημερίδες. Ο Τάκσιν κέρδισε με συντριπτικό ποσοστό τις εκλογές του 2005, όμως η ελίτ της Ταϊλάνδης άρχισε να νιώθει απειλούμενη από αυτόν τον τόσο δημοφιλή πολιτικό, οπότε συνασπίστηκε με τους εθνικιστές – τους ταϊλανδούς χρυσαυγίτες, ας πούμε – ρίξανε τη χώρα σε πολιτική κρίση και το 2006 καθαίρεσαν την κυβέρνηση Τάκσιν με στρατιωτική επέμβαση. Ήταν τότε, αμέσως μετά το πραξικόπημα, που άρχισε να σχηματίζεται το γνωστό πολιτικό κίνημα των Κόκκινων (red shirts) – ένα κίνημα γνήσια λαϊκό και σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητο, απροσχεδίαστο.

Το αρχικό τους αίτημα ήταν απλό: ψηφίσαμε τον Τάκσιν, μην κλέβετε τις ψήφους μας! Ήταν κατά βάση επαρχιώτες και μικροαγρότες, με συμμετοχή κι από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα της πρωτεύουσας, που υποστήριζαν τον άνθρωπο που άλλαξε τις ζωές τους, κι αντιδρούσαν στα νομιμοποιητικά προσχήματα του πραξικοπήματος («ο κόσμος είναι ανώριμος, αγράμματος, γίνεται έρμαιο στα χέρια λαϊκιστών πολιτικών, δεν έχει συγκρότηση και εθνικό κριτήριο να ψηφίζει σωστά κ.λπ.»). Στην πορεία και με την καταστολή που δέχονταν, ο προβληματισμός των Κόκκινων επεκτάθηκε σε πολύ περισσότερα θέματα, πολιτικά και ταξικά, ενώ οι γραμμές τους άρχισαν να πληθαίνουν κι από άλλα κοινωνικά στρώματα: φοιτητές, τμήματα της μεσαίας τάξης, πρωτευουσιάνοι, επιχειρηματίες, πανεπιστημιακοί, κοινωνικοί ακτιβιστές, ακόμα και παλιότεροι κριτικοί του Τάκσιν, που στηλίτευαν μεν την αυταρχικότητά του όμως το πραξικόπημα δεν το δικαιολογούσαν με τίποτα. Όλους αυτούς τους τράβηξε, σε μεγάλο βαθμό, το ισχυρό πρόταγμα για δημοκρατία που έβαζαν πρώτα και καλύτερα οι Κόκκινοι: η λαϊκή βούληση, όπως εκφράζεται μέσα από τις εκλογές, δεν παζαρεύεται.

Κατά τα επόμενα χρόνια, η Ταϊλάνδη άρχισε να βάφεται όλο και περισσότερο κόκκινη: το κίνημα αναπτύχθηκε σαν το ίντερνετ, χωρίς κεντρικό αρχηγείο και επιτελείο, αλλά με ένα δίκτυο από μικρές τοπικές εστίες, στέκια, χώρους συζητήσεων, μαγαζιά κ.λπ., ακόμα και ολόκληρα κόκκινα χωριά. Στις συγκεντρώσεις τους μπορούσε να βρει κανείς τη νοικοκυρά και τον διανοούμενο, τον αγρότη και τον πανεπιστημιακό, τον μορφωμένο και τον αμόρφωτο. Το κόμμα που υποστήριζαν κέρδισε τις εκλογές του 2007, όμως οι Κόκκινοι είδαν πάλι τις ψήφους τους να ακυρώνονται δικαστικά με διάφορες προφάσεις. Η οργή τους ήταν φοβερή όπως και η καταστολή την οποία υφίσταντο• οι δολοφονημένοι, οι τραυματίες και οι φυλακισμένοι άρχισαν να μαζεύονται σε πολλές εκατοντάδες, ενώ οι τραμπουκισμοί, η κατασυκοφάντηση και η τρομοκράτηση που δέχονταν ήταν στην ημερήσια διάταξη. Κατάφεραν όμως, υπό αυτές τις συνθήκες και με μια τέτοια οργή, να συγκρατήσουν τις δικές τους ακρότητες σχεδόν ολοκληρωτικά, να αποφύγουν το οφθαλμόν αντί οφθαλμού, τη στιγμή που δέχτηκαν πολλή βία και πλήρωσαν μεγάλο φόρο αίματος. Αν είχαν καταφύγει στο οφθαλμόν αντί οφθαλμού, το αποτέλεσμα θα ήταν ο εμφύλιος πόλεμος – κανονικός εμφύλιος, να χωριζόταν η Ταϊλάνδη σε δύο χώρες, ο βορράς και το ΒΑ τμήμα από τη μια (η «κόκκινη Ταϊλάνδη») και η ευρύτερη περιοχή της Μπανγκόκ από την άλλη. Το αποκορύφωμα ήρθε τον Μάιο του 2010, με τις μεγάλες διαδηλώσεις των Κόκκινων στην πρωτεύουσα, στις οποίες η (διορισμένη) κυβέρνηση απάντησε δημοκρατικότατα στέλνοντας τεθωρακισμένα και ελεύθερους σκοπευτές στους διαδηλωτές. Μπορείτε να πάρετε μια ιδέα εδώ, όμως τα διαβάσατε τότε και στις εφημερίδες. Αποτέλεσμα: 91 νεκροί και κάπου 2.000 τραυματίες.




Οι Κόκκινες Κυριακές
Ας μπούμε τώρα στο θέμα μας: μετά την καταστολή των διαδηλώσεων τον Μάιο του 2010, στους Κόκκινους επικρατούσε οργή και φόβος. Πολλοί είχαν φίλους ή συγγενείς που σκοτώθηκαν, ακρωτηριάστηκαν, τραυματίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Πολλοί είδαν δίπλα τους ανθρώπους να σωριάζονται νεκροί ή να αποσυναρμολογούνται σε χέρια, πόδια και εντόσθια (υπάρχουν σχετικά βίντεο στο YouTube, μην το ψάξετε αν δεν το αντέχετε). Με την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που επιβλήθηκε από την κυβέρνηση, απαγορεύτηκαν οι συναθροίσεις άνω των πέντε ατόμων, ενώ οι ξένες πρεσβείες συμβούλευαν τους ταξιδιώτες στην Ταϊλάνδη να μη φοράνε κόκκινα ρούχα. Πολλοί κρύβονταν να γλιτώσουν από την αστυνομία ή την παρα-αστυνομία κι ολόκληρες περιοχές της χώρας έβραζαν από οργή. Έπεσε πρόταση στους Κόκκινους για ένοπλο αγώνα, δηλαδή για σχηματισμό αντάρτικου σώματος, ακόμα και για να οδηγηθούν τα πράγματα σε εμφύλιο. Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα ήταν που ξεκίνησαν οι Κόκκινες Κυριακές του Σομπάτ:

Ιούλιος 2010, μια ευχάριστη Κυριακή στο πάρκο Λουμπίνι, το μεγαλύτερο της Μπανγκόκ. Μόλις δυο μήνες πριν, το μέρος έβραζε από διαδηλωτές και στρατό, με Κόκκινους να πέφτουν νεκροί από τις σφαίρες. Τον Ιούλιο όμως και με την απαγόρευση των συναθροίσεων, τίποτα δεν μαρτυρούσε το πρόσφατο αίμα, ο κόσμος στο πάρκο πλέον έκανε βόλτες, αερόμπικ, πιτσιρίκια έπαιζαν μπάλα κ.λπ., κάτω από τη διακριτική παρουσία της αστυνομίας. Ησυχία, τάξις, ασφάλεια.

Η ιδέα ήταν του Σομπάτ: εφόσον δε θα μας αφήσουν να κάνουμε πολιτική συγκέντρωση στο Λουμπίνι, ας πάμε να κάνουμε αερόμπικ κι εμείς. Εκείνη την Κυριακή λοιπόν, ο κόσμος στο πάρκο είδε ένα περίεργο θέαμα: ξαφνικά εμφανίστηκαν κάπου 1.000 Κόκκινοι – άντρες, γυναίκες, νέοι, ηλικιωμένοι, ολόκληρες οικογένειες με τα παιδιά τους – και συγκεντρώθηκαν σε ένα κεντρικό σημείο του πάρκου με πανό που έγραφαν: ΕΔΩ ΥΠΗΡΞΑΝ ΝΕΚΡΟΙ. Μερικοί έλεγαν και την ατάκα από την τανία H Έκτη Αίσθηση: I see dead people... Πολλοί φορούσαν μέικ-απ φαντάσματος (αναφορά στους νεκρούς) κι έκαναν πρώτα ένα μικρό τελετουργικό: ξάπλωσαν στο χώμα, σαν σωριασμένα κορμιά, ενώ οι υπόλοιποι τούς στόλιζαν με τριαντάφυλλα και νεκρικά αφιερώματα. Κάποιοι ξεσπούσαν σε κλάματα καθώς θυμόντουσαν τους δικούς τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν. Ειπώθηκαν μερικά λόγια να τιμήσουν τους σκοτωμένους, ενώ οι δημοσιογράφοι, που είχαν ειδοποιηθεί, τραβούσαν φωτογραφίες. Μόλις τέλειωσε η τελετή, οι «νεκροί» σηκώθηκαν κι όλος ο κόσμος άρχισε να κάνει αερόμπικ υπό τους ήχους των Κόκκινων τραγουδιών – το οποίο αερόμπικ γρήγορα εκφυλίστηκε σε καλαμπούρια, πειράγματα και γέλια, ενώ κάθε τόσο έβγαινε ένα ισχυρό, σχεδόν ποδοσφαιρικό fuck you! των συγκεντρωμένων προς την κυβέρνηση. Τα παιδιά έπαιζαν, οι πιτσιρικάδες φλέρταραν, οι περαστικοί μαζεύονταν και πιάναν κουβέντα με τους Κόκκινους, κάποιοι είχαν φέρει φαγητό και μοίραζαν στον κόσμο, ενώ η αστυνομία είχε πάθει νευρικό κλονισμό μην ξέροντας αν πρέπει να επέμβει ή όχι. Στο τέλος ο Σομπάτ έδωσε και μια παράσταση παντομίμας (είναι καλός, επαγγελματίας) παριστάνοντας όλη την εμπειρία των Κόκκινων τα προηγούμενα χρόνια: τις δολοφονίες, τη λογοκρισία, τις διώξεις, τις φυλακίσεις κ.λπ. από τις κυβερνήσεις της ελίτ• φυσικά, καταλάβαιναν όλοι, όμως αν τα έλεγε όλα αυτά σε κανονική ομιλία, θα έδινε ίσως λαβή στην αστυνομία να επέμβει.

Κι επειδή μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις, δείτε παρακάτω ένα δείγμα από το κόκκινο αερόμπικ. Κι επειδή ένα βίντεο είναι χίλιες εικόνες, παρακολουθήστε και το βίντεο στο τέλος. Μην ξεχνάτε, καθώς παρακολουθείτε, ότι η αστυνομία όλη αυτήν την ώρα ήταν συνεχώς στο: «Τι κάνουμε; Επεμβαίνουμε ή δεν επεμβαίνουμε;»









 Ο Σομπάτ δίνει παράσταση (στο παρακάτω βίντεο μπορείτε να δείτε και λίγη από την παντομίμα του, από το 1:10 και μετά) - οι φωτογραφίες είναι όλες από το prachatai






Κάπως έτσι λοιπόν ήταν μια τυπική Κόκκινη Κυριακή – οι οποίες ξεκίνησαν τον Μάιο του 2010, αμέσως μετά την αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων στην Μπανγκόκ, και συνεχίστηκαν ανελλιπώς κάθε Κυριακή για πάνω από δύο χρόνια. Ένα μίγμα από δάκρυα και γέλια, καρναβαλικές (για να τραβάνε την προσοχή του κόσμου και των δημοσιογράφων) αλλά και σοβαρές ταυτόχρονα, έντονα συμβολικές και τελετουργικές, αλλά επίσης παιχνιδιάρικες και χιουμοριστικές, ακτιβιστικές μεν όμως και οικογενειακές ώστε να μην τρομάζουν οι περαστικοί. Αλλά και να φέρνουν σε δύσκολη θέση την αστυνομία! Ο Σομπάτ καταλάβαινε καλά ότι αν οι εκδηλώσεις περιελάμβαναν κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί «πορεία», «συλλαλητήριο», «πολιτική συγκέντρωση», τότε οι Κόκκινοι θα έβρισκαν γρήγορα απέναντί τους τα ΜΑΤ και τους στρατιώτες, θα θεωρείτο παραβίαση του διατάγματος εκτάκτου ανάγκης. Οπότε έπαιξε αυτό το παιχνίδι ακριβώς στα όρια, με όρους και πρωτοβουλίες που προκαλούσαν σύγχυση στην αστυνομία.

Οι Κόκκινες Κυριακές όμως δεν ήταν και 100% πάρτι• είχαν στιγμές πικρές και φορτισμένες, ειδικά όταν γινόταν συμβολικές τελετές προς τιμήν των νεκρών. Οι Κόκκινοι ήταν εξοργισμένοι κι ο εμφύλιος πόλεμος ήταν κοντά, χρειάζονταν μια δυνατή εκτόνωση, ένα εμφατικό fuck you! προς την (διορισμένη) κυβέρνηση, τον στρατό και την ελίτ: είμαστε εδώ, είμαστε η πλειοψηφία, δεν σας φοβόμαστε. Οι συμμετέχοντες μπορούσαν να συλληφθούν ανά πάσα στιγμή και το ήξεραν, όμως η αλήθεια είναι ότι έχεις μια ιδιόρρυθμη προστασία όταν δίνεις παραστάσεις του δρόμου και μαζεύονται γύρω σου οι τουρίστες, όταν έχεις στις τάξεις σου ηλικιωμένους και μαμάδες με μωρά, όταν περιτριγυρίζεσαι από δημοσιογράφους και πιάνεις κουβέντα με τους περαστικούς – ακόμα και με τους αστυνόμους που σε περιφρουρούνε! Διασκεδάζω καθώς φαντάζομαι πόσες φορές στο αρχηγείο της αστυνομίας πρέπει να έγινε ένας διάλογος σαν τον παρακάτω:
- Θα τους δείξουμε εμείς!
- Τι θα τους δείξουμε, ρε συ; Θα στείλουμε τα ΜΑΤ και τον στρατό σε μίμους και ηθοποιούς; Σε γιαγιάδες που κάνουν αερόμπικ; Θα γελάει μαζί μας όλος ο πλανήτης! Θα φανούμε ότι φοβόμαστε και τη σκιά μας. Και πώς θα πείσουμε τους στρατιώτες ότι όλοι αυτοί είναι «ο εχθρός»;

Δείτε αυτό το ποστ από το μπλογκ ενός Αμερικάνου τουρίστα (Jerry Nelson), που έτυχε να πέσει πάνω σε μια Κόκκινη Κυριακή χωρίς καν να ξέρει περί τίνος πρόκειται. Έβγαλε φωτογραφίες, το διασκέδασε, προβληματίστηκε για την πολιτική κατάσταση της Ταϊλάνδης, κι έμεινε με θετικές εντυπώσεις από τους Κόκκινους: An article on Thai Visa dot com this morning said that after the demonstration, people went to Walking street and were reported as intimidating. I happened to be there and I certainly saw nothing threatening or intimidating. They were chanting and having encouraging each other, but they were certainly not intimidating. Frankly I found them friendly, sincere but still of good humor.

Κάπως έτσι κερδίζεις τους περαστικούς και τους ουδέτερους, ακόμη και τους τουρίστες. Επίσης, δείχνεις στην ελίτ και στον στρατό ότι τους αψηφάς, δεν τους φοβάσαι. Επίσης, τονώνεις το ηθικό των ανθρώπων σου σ’ όλη τη χώρα και σ’ όλο τον κόσμο. Δείτε μια ακόμα άλλη Κόκκινη Κυριακή σε κεντρικό σημείο της Μπανγκόκ, σε ένα άλλο μέρος όπου σκοτώθηκε κόσμος στις μεγάλες διαδηλώσεις του 2010:






Οι φωτογραφίες από το μπλογκ Thailand’s Troubles 




Κόκκινοι και στο Αμβούργο (οι φωτογραφίες του Saksith Saiyasombut)  





Κόκκινοι και στο Λονδίνο (οι φωτογραφίες της Wanpen Hedges)  



Οι ιδέες που σκαρφίστηκε ο Σομπάτ όλα αυτά τα χρόνια ήταν ατελείωτες: κόκκινες ποδηλατοδρομίες, κόκκινο τζόκινγκ, κόκκινοι χοροί, κόκκινα παιχνίδια, απελευθέρωση κόκκινων μπαλονιών προς τιμήν των νεκρών, κόκκινες βόλτες, κόκκινα ψώνια στα μαγαζιά, κόκκινα πανηγύρια, κόκκινα δείπνα κ.α. Τον Ιανουάριο του 2011 και κατά την Ημέρα του Παιδιού, οι Κόκκινοι σ’ όλη τη χώρα οργάνωσαν εκδηλώσεις με παιχνίδια, μαθήματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τα παιδιά, με κεντρικό σύνθημα: «τα παιδιά μας πιστεύουν στη δημοκρατία και δεν παίζουν με στρατιώτες» – παραδοσιακά, την Ημέρα του Παιδιού, ανοίγουν τα στρατόπεδα και τα παιδιά πηγαίνουν να παίξουν με τους στρατιώτες, ν’ ανεβούν επάνω σε τανκς και να ακούσουν ηρωικούς λόγους που νομιμοποιούν την παρουσία του στρατού στη χώρα (η Ταϊλάνδη έχει τον 17ο μεγαλύτερο στρατό στον κόσμο, ακόμα και αεροπλανοφόρο έχει, όμως ουσιαστικά είναι μια χώρα που δεν έχει γνωρίσει πόλεμο στην ιστορία της). Οι Κόκκινοι χρησιμοποίησαν έξυπνα και αποτελεσματικά τα social media για την οργάνωσή τους, ενώ κέρδισαν και τη μάχη του ίντερνετ (παρόλη τη λογοκρισία της κυβέρνησης). Στις εκλογές του Αυγούστου 2011, η ελίτ δέχτηκε ένα ακόμα δυνατό χαστούκι, όταν το υποστηριζόμενο από τους Κόκκινους κόμμα κέρδισε για μια ακόμα φορά τις εκλογές, δείχνοντας εμφατικά ότι οι Ταϊλανδοί στην πλειοψηφία τους ήταν και θα παραμείνουν «ανώριμοι, αγράμματοι, χωρίς πολιτικό κριτήριο, που παρασέρνονται από ιδιοτελείς πολιτικούς κ.λπ.». Φυσικά, για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή – όπως και για να πάψει να ανακατεύεται ο στρατός στην πολιτική. Αλλά η ελίτ και οι ταϊλανδοί χρυσαυγίτες πλέον έχουν μείνει χωρίς εύκολες απαντήσεις.

Μόλις πριν δύο μήνες, τον περασμένο Νοέμβριο, οι εθνικιστές κάλεσαν ανοιχτά τον στρατό να κάνει πραξικόπημα και να παγώσει την ταϊλανδική δημοκρατία. Αμέσως μετά από αυτό, την Κυριακή 18 του μηνός, οι πολυάριθμοι επιβάτες στον κεντρικότερο σταθμό του μετρό της Μπανγκόκ απόλαυσαν ένα απίθανο θέαμα: μερικές χιλιάδες Κόκκινοι, ντυμένοι με τα πιο χοντρά τους ρούχα, μαζεύτηκαν από όλες τις κατευθύνσεις με πανό κι επιγραφές: ΤΑΪΛΑΝΔΗ, Η ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΧΩΡΑ! ή ΘΑ ΠΑΓΩΣΕΙ ΟΠΟΙΟΣ ΒΑΛΕΙ ΤΗΝ ΤΑΪΛΑΝΔΗ ΣΤΟΝ ΠΑΓΟ! και διάφορα παρόμοια. Οι χοντροντυμένοι Κόκκινοι έμειναν εκεί για μερικές ώρες, βολτάροντας με το μετρό, πηγαίνοντας για παγωτό στα γύρω μαγαζιά και λέγοντας στους περαστικούς: «Μπρρρ... τι ψοφόκρυο είν’ αυτό!» (η θερμοκρασία εντωμεταξύ γύρω στους 40 βαθμούς). Φυσικά, πόζαραν και για φωτογραφίες στους τουρίστες κάνοντας ότι τρέμουν από το κρύο.

Ειλικρινά πιστεύω ότι οι Κόκκινες Κυριακές ήταν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που βοήθησαν την Ταϊλάνδη να αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο όλα αυτά τα χρόνια. Διότι στο φινάλε, πρέπει όλοι να βρουν έναν τρόπο να συνυπάρξουν στην ίδια χώρα, όσες διαφορές κι αν τους χωρίζουν. Ο στρατός και τα ΜΑΤ δεν είναι λύση, δεν σημαίνει ότι άμα έχεις δικούς σου τους στρατηγούς και τα μεγάλα ΜΜΕ, κάνεις ό,τι θέλεις• το απέδειξε τρανταχτά ο Σομπάτ, πετώντας επανειλλημένως στα μούτρα της ελίτ την πρόκληση: «κάντε το, αν τολμάτε, να δούμε αν οι στρατιώτες κι οι αστυνομικοί θα εκτελέσουν τις διαταγές».






☯

Είναι ένα πολύ κομψό σύμβολο, έχει επικρατήσει να το ονομάζουμε «γιν-γιανγκ». Συνήθως το χρησιμοποιούμε μεταφορικά, για καταστάσεις στις οποίες συνυπάρχουν δύο αντιθετικές ουσίες, δυνάμεις, συστατικά, τάσεις κ.λπ. και θέλουμε να υποδείξουμε ότι το ιδανικό είναι η ισορροπία ανάμεσά τους, όχι η μονομερής επικράτηση του ενός. Οι δύο μικρές βουλίτσες, σαν πρεσβείες του καθενός αντιθέτου μέσα στο άλλο, ίσως υποδηλώνουν ότι οι δύο πόλοι ταυτίζονται σε κάποιο βαθύτερο επίπεδο ή ίσως ότι θα πρέπει να δούμε το σύμβολο δυναμικά, ως ένα ινσταντανέ μιας διαδικασίας. 



Συνήθως συνδέουμε το γιν-γιανγκ με την Κίνα και τον ταοϊσμό• πράγματι το σύμβολο εμφανίστηκε, όπως το ξέρουμε σήμερα, στην Κίνα τον 14ο αιώνα μ.Χ., όμως μοιάζει ότι είχε ήδη εμφανιστεί στην Ευρώπη περίπου 1000 χρόνια νωρίτερα. Αναγκαστικά λοιπόν πρέπει να το πιστώσουμε στους Ρωμαίους – με μια επιφύλαξη – γιατί εκεί φαίνεται να ανάγεται η αρχαιότερη εικονογράφησή του. Συγκεκριμένα, το σύμβολο παρουσιάζεται στο Notitia Dignitatum, ένα δικαστικό έγγραφο του 4ου αιώνα μ.Χ., ως έμβλημα ασπίδας κάποιων armigeri (νομίζω ότι σημαίνει «σωματοφύλακες») της δυτικής αυτοκρατορίας, καθώς και κάποιων mauriosismiaci (;). Μπορείτε να το δείτε στο Notitia εδώ, σελ. 118 του (χάρτινου) βιβλίου και σελ. 153 του ηλεκτρονικού εγγράφου, ενώ μια καθαρότερη εικόνα έχει η Wikipedia εδώ.
Είδα ότι, σύμφωνα πάλι με τη Wikipedia, το σύμβολο – ή κάτι που μοιάζει μ’ αυτό – θεωρείται ότι απαντάται και σε ακόμα πιο αρχαία κελτικά, ετρουσκικά και ρωμαϊκά στολίδια, μωσαϊκά, οινοχόους, ακροκέραμα κ.λπ., όμως προσωπικά απαιτώ και τις βουλίτσες – τις πρεσβείες των αντιθέτων – σε κάτι για να το ονομάσω «σύμβολο γιν-γιανγκ», δε μου φτάνουν δύο ιχθυόμορφες οντότητες που εναγκαλίζονται. Θέλω επιπλέον το σύμβολο να στέκει μόνο του εκεί που έχει βρεθεί, αυτόνομα, όχι ως οργανικό μέρος ενός ευρύτερου διάκοσμου. Οπότε, δεν βιάζομαι να το πιστώσω στους αρχαίους Κέλτες και Ετρούσκους.


 To γιν-γιανγκ (;) των armigeri από το Notitia Dignitatum


Διαβάζω όμως στην Katherine M. Jenerette, ότι έχουν διατυπωθεί ενστάσεις ως προς τις εικονογραφήσεις του Notitia: κάποιοι ιστορικοί πιστεύουν ότι είναι ακριβείς απεικονίσεις των αρχαίων ρωμαϊκών εμβλημάτων, κάποιοι άλλοι ότι είναι κατασκευασμένες, ως έναν βαθμό τουλάχιστον, από τους κατοπινούς αντιγραφείς της Αναγέννησης.
Πρέπει να κρατήσουμε μια επιφύλαξη για το γιν-γιανγκ, ίσως να μην είναι τόσο αρχαίο ούτε τόσο ρωμαϊκό• αν πράγματι συμβαίνει αυτό και το γιν-γιανγκ, τελικά, είναι αναγεννησιακό σύμβολο, τότε ίσως να υπάρχει κάτι ενδιαφέρον εδώ.
Ας βάλουμε όμως πρώτα και την κινέζικη πλευρά της ιστορίας στην κουβέντα:

Το σύμβολο γιν-γιανγκ, όπως το ξέρουμε σήμερα (σχεδόν), εμφανίστηκε στην Κίνα, τέλη του 14ου αιώνα, συνοδευόμενο από μια πλούσια φιλοσοφία, και δείχνει ότι συνδέεται με κάποιον Zhao Huiqian (1351-1395) της δυναστείας Μινγκ. Αυτός μάλλον το πρωτοσχεδίασε (ή το ξεσήκωσε από κάποια κρυφή πηγή; δεν είμαστε σίγουροι), ενώ οι κατοπινοί λόγιοι της δυναστείας άρχισαν να το καθιερώνουν και, σταδικά, να το τυποποιούν. Η ονομασία του τότε στα κινέζικα ήταν tiandi zhiran hetu ή tiandi ziran zhitu (ας πούμε: To Φυσικό Διάγραμμα του Ουρανού και της Γης). Είναι αλήθεια ότι και πριν από τον Zhao υπήρχαν γινγιανγκοειδή σύμβολα στην κινέζικη κουλτούρα• κάποια λίγα από αυτά πλησίαζαν αρκετά κοντά σ’ αυτό που αναγνωρίζουμε σήμερα ως γιν-γιανγκ και η φιλολογία αναφέρεται σ’ αυτά ως «προγεννητικά διαγράμματα» (prenatal diagrams) – φανταστείτε τα σαν συμμετρικά κυκλικά σχεδιάσματα, που συνδύαζαν δύο χρώματα, μαζί με κάποιο ερμηνευτικό κείμενο. «Διαγράμματα» όμως κι όχι «σύμβολα», γιατί όλα συνοδεύονταν από μια φιλοσοφία-μεταφυσική την οποία συνόψιζαν απεικονιστικά, δεν ήταν απλώς αισθητική η φύση τους.


 To γιν-γιανγκ του Zhao Huiqian


Το κυριότερο από αυτά τα προγεννητικά διαγράμματα ήταν το taijitu shuo (ας πούμε: Εξήγηση του Διαγράμματος του Υπερτάτου), του σπουδαίου λογίου Zhou Dunyi (1017-1073), της δυναστείας Σουνγκ• το taijitu shuo και τη φιλοσοφία του ήταν που προσπάθησε αργότερα να αποδώσει σε ένα πιο οικονομικό σύμβολο ο Zhao Huiqian, οπότε δημιούργησε (ή ξεσήκωσε από κάπου;) το γνωστό γιν-γιανγκ. Όσο για τον Zhou Dunyi, πρόκειται για μεγάλη μορφή της κινέζικης ιστορίας, ήταν αυτός που πυροδότησε τον νεοκομφουκιανισμό, δηλαδή την αναγέννηση του κομφουκιανισμού στην κινέζικη κουλτούρα και τη σύνδεσή του με μια μεταφυσική κοσμολογία. Ο Zhou εμπνεύστηκε το taijitu shuo συνθέτοντας ιδέες από τον ταοϊσμό, ίσως και τον βουδισμό, με σκοπό να καταδείξει ότι τα παραδοσιακά ιδανικά του κομφουκιανισμού ανάγονται σε υπερβατικές αρχές.
Εδώ χρειάζεται να ανοίξουμε παρένθεση: ο (νεο)κομφουκιανισμός είναι και δεν είναι θρησκεία• συνήθως αναφέρεται ως «κουλτούρα» ή «βιοτική φιλοσοφία» ή «ηθικό σύστημα». Από την αρχαία γέννησή του μέχρι σήμερα, ελάχιστα ενδιαφέρθηκε για μεταφυσικές αιτιάσεις. Όλη η ουσία στον (νεο)κομφουκιανισμό υπήρξε πάντα η σωστή συμπεριφορά, η σωστή ηθική στάση κι ο σωστός βίος, εκεί έριξε το βάρος. Κατά την αναγέννησή του από τον Zhou και προκειμένου να ανταγωνιστεί την τότε δημοφιλία του ταοϊσμού και του βουδισμού στην Κίνα, o νεοκομφουκιανισμός ανέπτυξε κοσμολογία, δηλαδή θεμελίωση της σωστής συμπεριφοράς σε μεταφυσικές αρχές. Ας δούμε όμως συνοπτικά το taijitu shuo του Zhou, έχει ενδιαφέρον:


 Το taijitu shuo του Zhou Dunyi


Ο κόκκινος κύκλος στην κορυφή του Διαγράμματος είναι το Υπέρτατο (taiji), μια ουδέτερη αρχή, ούτε αρσενική ούτε θηλυκή. Πρόκειται για μια μυστηριώδη κατάσταση, που σχετίζεται ή ταυτίζεται επίσης και με το wuji, το Άπειρο της ταοϊστικής κοσμολογίας, την πρωταρχική φύση του σύμπαντος. Ουσιαστικά, αυτό που κάνει εδώ ο Zhou είναι ότι δανείζεται έναν ταοϊστικό όρο (το wuji) και δηλώνει ότι μπορεί κανείς να το κατακτήσει και μέσω του κομφουκιανιστικού ιδεώδους, της σωστής συμπεριφοράς και του σωστού βίου, όχι αποκλειστικά μέσω της ταοϊστικής οδού που περιλαμβάνει διαλογισμό και μυστικισμό.

Από το πρώτο αυτό στοιχείο εκπορεύονται τα δύο επόμενα, τα οποία είναι γνωστά σε όλον τον πλανήτη: «Το Υπέρτατο κινείται και παράγει το γιανγκ», λέει ο Zhou. «Όταν η κίνηση ολοκληρωθεί, επέρχεται ηρεμία. Κατά την ηρεμία, το Υπέρτατο παράγει το γιν». Τα βλέπουμε στον επόμενο κύκλο, σ' αυτόν με τα άσπρα και μαύρα τόξα, το αριστερό του μέρος είναι το γιν και το δεξιό το γιανγκ. Όπως ήδη ξέρετε, το γιανγκ θεωρείται αρσενικό και το γιν θηλυκό• εδώ έχουμε πολικότητα.

Από την αλληλεπίδραση του γιν και του γιανγκ παράγονται τα πέντε στοιχεία (στο μεσαίο μέρος του Διαγράμματος): νερό, φωτιά, ξύλο, μέταλλο, γη: «Το γιανγκ μεταμορφώνεται αλληλεπιδρώντας με το γιν κι έτσι παράγονται τα πέντε στοιχεία». Ο Zhou Dunyi δεν εννοεί φυσικά το γνωστό μας νερό, τη γνωστή μας φωτιά κ.λπ., πρόκειται για αφηρημένες αρχές. Κι εδώ υπάρχει πολικότητα: το μεγάλο και το μικρό γιανγκ (φωτιά και ξύλο), το μεγάλο και το μικρό γιν (νερό και μέταλλο), ενώ η γη είναι ουδέτερη. Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό μέρος του Διαγράμματος για τον κομφουκιανισμό, διότι εδώ παράγονται οι πέντε αρετές, μία για κάθε στοιχείο: η αρετή του νερού είναι η ηθική σοφία (zhi), της φωτιάς είναι η ευπρέπεια (li), του ξύλου είναι η ανθρωπιά (ren), του μετάλλου είναι η δικαιοσύνη (yi) και της γης είναι η εμπιστοσύνη (xin). Εδώ και μόνο εδώ ουσιαστικά έχουμε κομφουκιανισμό, γιατί όλο το υπόλοιπο διάγραμμα είναι σύνθεση από ταοϊστικές έννοιες.

Μια μικρή εξήγηση για τις αρετές του κομφουκιανισμού, όπως τις καταλαβαίνω εγώ: το ren είναι η βασίλισσα των αρετών και εκφράζει τη θεμελιώδη ποιότητα του ανθρώπου, «καλοσύνη» ή «ανθρωπιά». Όταν λέμε σε κάποιον, «δεν είσαι άνθρωπος εσύ, δεν έχεις ψυχή, καρδιά κ.λπ.», εννούμε, σε κομφουκιανιστική μετάφραση: «δεν έχεις ren». Από αυτό εκπορεύεται το yi, «δικαιοσύνη» (μπορεί να αποδοθεί επίσης «αυστηρότητα» ή «αποφασιστικότητα»)• αν ήμασταν μόνο ren, οι άλλοι θα μας έκαναν ό,τι ήθελαν, οπότε πρέπει να προστατέψουμε την ανθρωπιά μας με μια δυναμική αρετή, το yi. Όταν η Lady Gaga λέει, “but how can I protect something so perfect without evil?” (The Manifesto of Mother Monster), εκφράζει αυτή τη σχέση ren (“good”) και yi (“evil”).
Κατόπιν, το li είναι το απαραίτητο όχημα της ανθρωπιάς: li  είναι να σου προκύπτουν αυθόρμητα και φυσιολογικά τα σωστά λόγια και η σωστή συμπεριφορά σε κάθε ανθρώπινη σχέση. Το li είναι μια απελευθέρωση, όπως ακριβώς το έλεγε ο A. N. Whitehead: “for the well-conducted people, life presents no problems”. Αν δεν έχεις li και δεν σου προκύπτει αυθόρμητα σε μια σχέση τι πρέπει να πεις και τι να κάνεις, αυτό σημαίνει ή ότι δεν έχεις ανθρωπιά μέσα σου ή ότι δεν την έχεις προστατέψει, έχεις γίνει άθυρμα στα χέρια των άλλων, είσαι γεμάτος πίκρες και παράπονα.
Κατόπιν το xin είναι η ικανότητα να κερδίζεις την επιστοσύνη και τον σεβασμό των άλλων• να κρατάς τον λόγο σου, να είσαι υπεύθυνος, να δείχνεις κι εσύ σεβασμό, να μην υπάρχει απόσταση ανάμεσα σ’ αυτά που λες κι αυτά που κάνεις κ.λπ., όλα αυτά εμπεριέχονται στο xin. Το αντίθετό του είναι να μην μπορείς να κερδίσεις τον σεβασμό των άλλων αλλά να τον κλέβεις με ψέματα ή να τον εκβιάζεις με αυταρχικότητα• ο Κομφούκιος συμβούλευε να φεύγουμε μακριά από έναν άνθρωπο χωρίς xin.
Τέλος, το zhi είναι μια μετα-αρετή: εδώ ο Κομφούκιος λέει ότι δεν υπάρχουν συνταγές και απόλυτοι κανόνες, πρέπει να εξασκήσεις όλα τα παραπάνω στην πράξη• να αναπτύξεις ηθική σοφία, zhi, μέσα από την τριβή με ανθρώπους και εντός συγκεκριμένων καταστάσεων. Θυμίζει Αριστοτέλη και Ηθικά Νικομάχεια; Πράγματι, και οι δύο έλεγαν ότι η αρετή βρίσκεται στη μεσότητα, ούτε στην έλλειψη ούτε στην υπερβολή• και οι δύο έβλεπαν την αρετή ως έξη, δηλαδή δεξιότητα, όχι ως θεωρία• και οι δύο τόνιζαν ότι η αρετή μαθαίνεται από την εμπειρία και την πράξη, όχι από τα βιβλία. Οπότε, η ριζοσπαστική πρόταση του Zhou με το Διάγραμμα ήταν ότι ακολουθώντας κανείς τον Ηθικό Δρόμο, μιμούμενος το παράδειγμα των σοφών κι ενσαρκώνοντας στη ζωή του τις πέντε αρετές, θα υπερβεί τα γήινα και θα βιώσει τον θεμελιώδη δυισμό του κόσμου, θα νιώσει τα πάντα ως ένα παιχνίδι του γιν και του γιανγκ. Όχι όμως με τον τρόπο των ταοϊστών, όχι με διαλογισμό, μοναχισμό και μυστικισμό, αλλά «εναρμονίζοντας τον ουρανό με τη γη» μέσω των βιοτικών του εμπειριών. Ως παραπροϊόν αυτής της πορείας, θα έχει και καλή τύχη στη ζωή του.

Ο προτελευταίος κύκλος στο Διάγραμμα εκφράζει έναν κατώτερο δυισμό, έντονα σεξουαλικό: όλη η παραπάνω υπερδομή του Διαγράμματος συνοψίζεται στην αρσενική αρχή qian (μια κατώτερη μορφή του γιανγκ), η οποία γονιμοποιεί τη θηλυκή γήινη αρχή, το kun (μια κατώτερη μορφή του γιν). Από την ένωσή τους παράγονται τα «μυριάδες πράγματα», δηλαδή ο κόσμος όπως τον ξέρουμε, ο τελευταίος κύκλος στο Διάγραμμα. Στον άνθρωπο φυσικά το qian είναι το «πνεύμα» και το kun είναι το «σώμα».
Όλο το Διάγραμμα, από κάτω προς τα πάνω, μπορούμε να το διαβάσουμε ως εξής: τελειοποιώντας στη ζωή σου τις πέντε αρετές, θα διαπιστώσεις ότι τα αμέτρητα αντικείμενα, καταστάσεις, φαινόμενα κ.λπ. του κόσμου είναι σύζευξη δύο αρχών, μια γήινης (kun) και μιας πνευματικής (qian)• κατόπιν θα συνειδητοποιήσεις ότι η πνευματική αρχή αποτελεί παιχνίδι πέντε στοιχείων• συλλαμβάνοντας τη θεμελιώδη πολιτικότητα αυτών των στοιχείων (η φωτιά και το ξύλο είναι γιανγκ, το νερό και το μέταλλο είναι γιν, η γη είναι ουδέτερη), θα έρθει η στιγμή που θα πάψεις να βλέπεις πέντε, θα βλέπεις δύο (γιν & γιανγκ)• με ακόμα περισσότερη ωριμότητα και τελειοποίηση, θα διαπιστώσεις ότι τα δύο είναι ένα, το Υπέρτατο (taiji), το οποίο είναι διαβατήριο για το Άπειρο (wuji), για τον κόσμο της μη-ύπαρξης. Το γνωστό μας σύμβολο γιν-γιανγκ σχεδιάστηκε αργότερα για να εκφράσει αυτήν τη φιλοσοφία.


 Τριπλό γιν-γιανγκ, με συμμετοχή και της ΔΗΜΑΡ


Είναι ενδιαφέρον αλλά, όπως παρατηρεί ο καθηγητής Martin Zwick του Portland State University, το προγεννητικό Διάγραμμα του Zhou Dunyi έχει έντονες ομοιότητες με το καββαλιστικό Δέντρο της Ζωής. Μπορεί να μην εντελώς όμοια, δεν περιμένουμε δα και 100% ταύτιση, όμως δεδομένης της γεωγραφικής απόστασης και της ριζικά διαφορετικής τους παράδοσης, οι ομοιότητές τους φαίνονται εντυπωσιακές. Ομολογώ ότι ξεκίνησα να διαβάζω το άρθρο του με δυσπιστία, όμως τελικά μάλλον πείθομαι από τις παρατηρήσεις του.

Λίγα πράγματα ξέρουμε με σιγουριά για το Δέντρο, η σύλληψή του είναι τυλιγμένη στο μυστήριο. Τα βασικά συγγράματα της Καββάλα – του μεσαιωνικού εβραϊκού μυστικισμού – ήταν το Zohar του Moshe de Leon de Guadalajara (1286, Ισπανία) και το Sefer Yetsirah (3ος – 6ος αιώνας), τα οποία όμως δεν πραγματεύονται το Δέντρο. Το βρίσκουμε πρώτη φορά τον 14ο αιώνα, χωρίς ακόμα να αποτελεί κεντρικό σύμβολο στο καββαλιστικό σύστημα. Κατά τους επόμενους αιώνες, η Καββάλα περνά όλο και περισσότερο σε χριστιανικούς κύκλους ως απόκρυφη διδασκαλία, κάτι που μεταδίδεται μόνο προφορικά και σε λίγους, δεμένη με όρκους σιωπής. Φαίνεται πως τότε είναι που το Δέντρο αρχίζει να τυποποιείται και να αναδεικνύεται σε κεντρικό σύμβολο του καββαλιστικού συστήματος. Θα χρειαστεί να φτάσουμε στον 17ο αιώνα ώστε η Καββάλα να γίνει η μελέτη του Δέντρου, δηλαδή του μεταφυσικού συστήματος πίσω από αυτό. Ας δούμε όμως λίγα πράγματα για το Δέντρο και τις ομοιότητές του με το Διάγραμμα του Zhou Dunyi:


 Η απόκρυφος Καβάλα


Για τους καββαλιστές λοιπόν, το Δέντρο της Ζωής εξέφραζε, ας το πούμε έτσι, το οργανόγραμμα του Θεού. Δηλαδή, έλεγαν, ότι η έννοια που ονομάζουμε «Θεός» (στην ιουδαϊκή-χριστιανική-μουσουλμανική κατανόηση) είναι, στην πραγματικότητα, όπως το ΠΑΣΟΚ: έχει δομή και βάθος. Το Δέντρο φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε φιλοσοφικά, μαγικά, τελετουργικά και διαλογιστικά, ενώ μπορούσε να διαβαστεί με δύο τρόπους: από πάνω προς τα κάτω, αποτελούσε εξήγηση της Δημιουργίας, η οποία τότε γινόταν κατανοητή με αιτιακό τρόπο (δηλαδή, ότι ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο συνεχώς, κάθε στιγμή), όχι με ιστορικό τρόπο, όπως κάνουν σήμερα οι φονταμενταλιστές χριστιανοί (Δημιουργία = κάτι που έγινε κάποτε, πριν πολλά χρόνια στον ιστορικό χρόνο)• από κάτω προς τα πάνω, το Δέντρο διαβαζόταν ως μέθοδος θέωσης, άλματος στον ουρανό (και πέρα από αυτόν). Οι κόμβοι του Δέντρου ήταν τα σεφιρότ («απαριθμήσεις»), τα οποία μπορούμε να τα δούμε ως θεϊκές ιδιότητες και ταυτόχρονα ως στάδια της θεϊκής εκδήλωσης, με κάθε κατοπινό να εμπεριέχεται στο προηγούμενο, καθώς η ιεραρχική αυτή διαδικασία που ονομάζουμε «Θεός» δημιουργεί συνεχώς τον κόσμο. Όπως και στο Διάγραμμα έτσι και στο Δέντρο υπήρχε πολικότητα: τα σεφιρότ στα αριστερά είχαν θηλυκό πρόσημο, τα σεφιρότ στα δεξιά είχαν αρσενικό, και τα κεντρικά ήταν ουδέτερα. Πέρα από τελετουργικές και διαλογιστικές χρήσεις, οι καββαλιστές φαίνεται πως έβρισκαν αντιστοιχίες και κατηγοριοποιήσεις των σεφιρότ στο ανθρώπινο σώμα, στην ανθρώπινη ψυχολογία, στην ανθρώπινη ζωή και συμπεριφορά. Υπήρχαν δέκα τέτοια σεφιρότ στο Δέντρο:



Το Δέντρο της Ζωής με τα δέκα σεφιρότ (αργότερα μειώθηκαν σε εφτά, μετά από παρέμβαση του Ευάγγελου Βενιζέλου)


Στην κορυφή λοιπόν είναι το keter («στέμμα»), η πρώτη εκδήλωση του Θεού. Δεν απεικονίζεται στο Δέντρο, όμως πίσω από το keter υπήρχε μια μυστηριώδης κατάσταση, το ein–sof, «αυτό που δεν έχει τέλος». Το ein–sof μπορούμε να πούμε ότι είναι το βαθύ ΠΑΣΟΚ του Θεού: η μη-ύπαρξη, αυτό που δεν υπάρχουν λόγια να περιγραφεί, ο εντελώς υπερβατικός Θεός που μπορεί να προσεγγιστεί μόνο μέσω του keter. Είναι ελκυστικό εδώ να δούμε την αντιστοιχία: keter --> taiji («Υπέρτατο»), ein–sof --> wuji («Άπειρο»)• χρειάζεται όμως λίγη προσοχή διότι κάθε μυστικιστική παράδοση του κόσμου είχε έννοιες για τη μη-ύπαρξη, γι’ αυτό που είναι τόσο διαφορετικό από οτιδήποτε οικείο ώστε όλες οι λέξεις αποτυγχάνουν μπροστά του.

Κατόπιν παράγεται η θεμελιώδης πολικότητα, όπως ακριβώς και στο Διάγραμμα: το keter παράγει το hokhmah ή chokhmah («σοφία») που θεωρείται αρσενικό, στα δεξιά της εικόνας του Δέντρου, από το οποίο εκπορεύεται κατόπιν το binah («κατανόηση») που θεωρείται θηλυκό, στα αριστερά της εικόνας – το γιανγκ και το γιν του Δέντρου. Και στα δύο συστήματα, δηλαδή, έχουμε κάτι υπέρτατο (keter / taiji), το οποίο είναι διαβατήριο για κάτι υπερβατικό (ein–sof / wuji), και από το οποίο εκπορεύεται η βασική πολικότητα (hokhmah – binah / γιανγκ –γιν). Αυτή η πολικότητα δεν γίνεται κατανοητή ως «καλό» και «κακό», «άγγελος» και «διάβολος»• και στα δύο συστήματα, το «καλό» είναι η ισορροπία ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο αρχές και το «κακό» η μονομερής επικράτηση της μιας.

Από την ένωση του hokhmah και του binah παράγονται τα πέντε σεφιρότ στο μεσαίο τμήμα του Δέντρου: hesed ή chesed («καλοσύνη»), geburah («νόμος» ή «κρίση»), tiferet ή tiphareth («ομορφιά»), netsah ή netzach («νίκη»), hod («δόξα»). Αυτά στα αριστερά θεωρούνται θηλυκά, στα δεξιά αρσενικά, και το tiferet ουδέτερο. Πέντε στοιχεία έχουμε και στο μεσαίο τμήμα του Διαγράμματος, αντιστοιχούν όμως με τα σεφιρότ του Δέντρου; Αυτό που προτείνει ο καθηγητής Zwick είναι ότι προκύπτει αξιοσημείωτη αντιστοιχία αν αναποδογυρίσουμε την ταξινόμηση των στοιχείων του Διαγράμματος, τα μικρά γιν και γιανγκ επάνω και τα μεγάλα κάτω – όπως στην ακόλουθη εικόνα:




Αρετές και σεφιρότ


Κατ’ αυτόν τον τρόπο έχουμε τις αντιστοιχίες:
- Καλοσύνη (αρσενικό) --> Ξύλο (γιανγκ). Ταιριάζει με την αρετή του ξύλου, κατά τον Zhou Dunyi, που είναι η ανθρωπιά (ren).
- Νόμος ή Κρίση (θηλυκό) --> Μέταλλο (γιν). Ταιριάζει με την αρετή του μετάλλου, κατά τον Zhou Dunyi, που είναι η δικαιοσύνη (yi).
- Ομορφιά (ουδέτερο) --> Γη (ουδέτερη). Η αρετή της γης, κατά τον Zhou Dunyi, είναι η εμπιστοσύνη (xin).
- Νίκη (αρσενικό) --> Φωτιά (γιανγκ). Η αρετή της φωτιάς, κατά τον Zhou Dunyi, είναι η ευπρέπεια (li).
- Δόξα (θηλυκό) --> Νερό (γιν). Η αρετή του νερού, κατά τον Zhou Dunyi, είναι η ηθική σοφία (zhi).

Είναι αλήθεια ότι οι τελευταίες τρεις αντιστοιχίες δεν φαίνεται να φανερώνουν κάτι, όμως υπάρχει μια αξιοσημείωτη ταύτιση στις δύο πρώτες. Και τα δύο συστήματα μιλάνε για μια πρωταρχική αρετή συμπόνοιας (ren – hesed), η οποία θεωρείται αρσενική, και που αναγκαστικά ισορροπεί με μια κατοπινή αρετή αυστηρότητας (yi – geburah), η οποία θεωρείται θηλυκή.
Όμως οι ομοιότητες είναι ακόμα περισσότερες!
Θα παρατηρήσατε ότι υπάρχει κι ένας ενδέκατος κύκλος στην εικόνα του Δέντρου, στην ουδέτερη μεσαία στήλη και λίγο πιο πάνω από το hesed και το geburah. Αυτή είναι μια μυστηριώδης οντότητα που ονομάζεται daat, «γνώση». Οι καββαλιστές δεν μας έχουν πει πολλά γι’ αυτήν, παρά μόνο ότι είναι καλύτερο να τη σκεφτόμαστε ως το μέρος στο οποίο τα δέκα σεφιρότ ενώνονται και γίνονται ένα, στο daat τα βιώνουμε ως «το ίδιο φως μέσα σε δέκα διαφορετικά δοχεία». Παρομοίως και στο Διάγραμμα του Zhou Dunyi υπάρχει ένας επιπλέον κύκλος ανάμεσα στα πέντε στοιχεία, ο οποίος ταυτίζεται με τη θέση του daat όταν αναποδογυρίσουμε το μεσαίο τμήμα του Διαγράμματος (όπως κάναμε πιο πάνω). Για τον κύκλο αυτό δεν έχει μιλήσει ο Zhou αλλά ένας κατοπινός σπουδαίος λόγιος του νεοκομφουκιανισμού, ο Zhu Xi (1130-1200): «Ο μικρός κύκλος, που συνδέεται με όλα τα στοιχεία, υποδεικνύει ένα ουδέτερο μέρος στο οποίο όλα τα υπόλοιπα στοιχεία ενώνονται μυστηριωδώς και γίνονται ένα». Όπως οι Τρεις Σωματοφύλακες ήταν τέσσερις, έτσι και τα πέντε στοιχεία ήταν έξι, και τα δέκα σεφιρότ ήταν έντεκα, προσθέτοντας το μυστηριώδες μέρος στο οποίο όλα φαίνονται σαν ένα.

Τα δύο τελευταία σεφιρότ στο Δέντρο είναι ουδέτερα: το yesod («θεμέλιο») και το malkuth («βασίλειο»). Οι ομοιότητες με το Διάγραμμα συνεχίζουν να εντυπωσιάζουν: το yesod είναι κι αυτό ένα χωνί, έντονα σεξουαλικό, στο οποίο όλη η παραπάνω υπερδομή του Δέντρου συνοψίζεται σε μια αρσενική αρχή («πνεύμα», «ψυχή»), η οποία έρχεται να ενωθεί με τη γήινη θηλυκή αρχή («σώμα»). Από την ένωσή τους παράγεται ο κόσμος όπως τον ξέρουμε, δηλαδή το malkuth – το οποίο δεν είναι λιγότερο Θεός από τα άλλα σεφιρότ του Δέντρου: ο εβραϊκός μυστικισμός έβλεπε ένα είδος σχάσης του Θεού, στο οποίο η θηλυκή πλευρά του Θεού είναι εγκλωβισμένη στο malkuth, στον γνωστό μας κόσμο της ύλης, και η αρσενική πλευρά την περιμένει στον ουρανό. Οπότε η πορεία της θέωσης είναι, στην πραγματικότητα, επιστροφή του Θεού στον Θεό – κάτι σαν «ανασυγκρότηση», που λέει κι ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Από την άλλη, η εμπειρία τόσο του yesod όσο και του προτελευταίου κύκλου του Διαγράμματος είναι δυισμός, αυτό που βλέπει κανείς εκεί είναι ένα «κατώτερο» κι ένα «ανώτερο» μέρος του ανθρώπου ή του ΠΑΣΟΚ – συνήθως το «σώμα» ή τα «πάθη» ή το «λαϊκίστικο ΠΑΣΟΚ» έναντι του «πνεύματος», της «ψυχής», του «εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ» κ.λπ.

Τι συμπέρασμα να βγάλουμε από τις ομοιότητες των δύο συστημάτων, αλλά κι από την εμφάνιση του γνωστού συμβόλου γιν-γιανγκ; Μην ξεχνάμε ότι το δόγμα των Δύο Αρχών (γιν-γιανγκ) και των πέντε στοιχείων (φωτιά, ξύλο, νερό, μέταλλο, γη) προϋπήρχε του Διαγράμματος, απλώς ο Zhou τα τακτοποίησε κατ' αυτόν τον τρόπο. Από την άλλη, και το δόγμα των σεφιρότ προϋπήρχε του Δέντρου, μόνο που δεν θα μάθουμε ποτέ τον άγνωστο καββαλιστή που τα δενδροποίησε. Τόσο το Διάγραμμα όσο και το Δέντρο είναι, ας το πούμε έτσι, νεοπλατωνικής σύλληψης, δηλαδή απεικονίζουν έναν αντικατοπτρισμό του μακρόκοσμου στον μικρόκοσμο και αντιστρόφως. Και τα δύο εξέφραζαν μία διαδικασία τελειοποίησης, με το πέρας της οποίας κάποιος εναρμονίζει τον εαυτό του με τον μακρόκοσμο. Όμως το Διάγραμμα ήταν μια ηθική διδασκαλία, ενώ το Δέντρο μια μυστική παράδοση με σκοπό τον διαλογισμό, την τελετουργία και τη μαγεία.
Δεν θα πρέπει να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικούς τόπους να έφτασαν σε παρόμοιες ιδέες, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον. Όλα είναι πιθανά. Από την άλλη, μπορούμε ίσως να εντοπίσουμε κάποιο κανάλι επικοινωνίας ανάμεσα στη μεσαιωνική Ευρώπη και στην Κίνα της δυναστείας Σουνγκ; Εγώ δεν μπόρεσα να σκεφτώ κάτι, ίσως εδώ ο Ρογήρος να έχει κάποια ιδέα. Θα μπορούσε ίσως να υπάρχει μια κοινή πηγή και για τα δύο συστήματα;

Η μόνη εικασία που κάνει ο καθηγητής Zwick είναι οι Εβραίοι της Καϊφένγκ, πρωτεύουσας της δυναστείας Σουνγκ (το ξέρατε ότι υπήρχαν Εβραίοι στην Κίνα πολύ πριν από τον Μάρκο Πόλο;). Η Καϊφένγκ τότε πρέπει να ήταν η μεγαλύτερη πόλη του κόσμου, ένα κοσμοπολίτικο κέντρο στον Δρόμο του Μεταξιού, κι ο Zhou πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σ’ αυτήν, ενώ οι συγκεκριμένοι Εβραίοι (για τους οποίους δεν ξέρουμε από πού ήρθαν) ήταν εκεί τουλάχιστον από το έτος 960. Ίσως –ίσως– να ήταν αυτοί οι φορείς μιας παλαιότερης διδασκαλίας. Υπήρχαν κι άλλοι Εβραίοι στον χώρο της Κίνας, κάποιοι ακόμα από το 92 μ.Χ. και τη δυναστεία Χαν, τότε που πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας ήταν η Τσανγκάν, αλλά δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτούς και, στο κάτω-κάτω, έζησαν σε πολύ μακρινές αποστάσεις από την Καϊφένγκ. Όλα αυτά όμως είναι μόνο εικασίες και καλύτερα να μην το τραβήξουμε άλλο.

Όχι, να το τραβήξουμε λίγο ακόμα!
Οι ιδέες δεν γεννιούνται σε κενό αέρος, συνήθως έχουν παρελθόν. Λοιπόν, αυτό που ξέρουμε με σιγουριά για την Καββάλα είναι ότι αρκετά από τα δόγματά της έχουν ανιχνευθεί στον 1ο αιώνα μ.Χ., συνδεδεμένα με τον εβραϊκό μυστικισμό Merkabah και της φιλολογίας Hekhalot. Αυτό που προτείνει ο Simo Parpola του πανεπιστημίου του Helsinki, είναι ότι ίσως η εσωτερική παράδοση του Δέντρου να πηγαίνει περίπου 1.400 χρόνια ακόμα πιο πίσω: συγκεκριμένα, παρατηρεί πόσο ωραία τακτοποιούνται επάνω στο Δέντρο οι μέγιστοι θεοί των Ασσυρίων με τους μαγικούς τους αριθμούς• τόσο ωραία ώστε, προτείνει, το Δέντρο δείχνει να βασίστηκε επάνω σε ένα αρχαιότερο θεολογικό μοντέλο της Μεσοποταμίας.

Μπορείτε να διαβάσετε εδώ τη δουλειά του. Με λίγα λόγια: όταν τα σεφιρότ του Δέντρου αντικατασταθούν από τους μέγιστους ασσυριακούς θεούς, προκύπτει μια δομή που αντιστοιχεί ακριβώς στη γενεαλογία της θεϊκής τάξης της αρχαίας Μεσοποταμίας:

- Στο ein-sof, που δεν απεικονίζεται στο Δέντρο, αντιστοιχεί ο εντελώς υπερβατικός θεός Ashur, ο Ανδρέας Παπανδρέου των ασσυριακών θεών, οποίος γεννά ή εκπορεύει όλους τους εκδηλωμένους θεούς.
- Στο keter («στέμμα») είναι ο Anu, θεός του ουρανού, με μαγικό αριθμό το 1.
- Στο hokhmah («σοφία»), ο θεός Ea/Enki, με μαγικό αριθμό το 60.
- Στο binah («κατανόηση»), ο θεός Sin, με μαγικό αριθμό το 30.
- Στο μυστηριώδες daat («γνώση»), που ανήκει και δεν ανήκει στο Δέντρο, ο θεός Mummu.
- Στο hesed («καλοσύνη»), ο θεός Marduk, με μαγικό αριθμό το 50.
- Στο geburah («νόμος» ή «κρίση»), ο θεός Samas, με μαγικό αριθμό το 20.
- Στο tiferet («ομορφιά») η Ishtar, γνωστή στην πιάτσα και ως «Αστάρτη», θεά της ομορφιάς, με μαγικό αριθμό το 15.
- Στο hod («δόξα») ο Adad, θεός της καταιγίδας, με μαγικό αριθμό το 10.
- Στο netsah («νίκη»), ο θεός Nabu, με μαγικό αριθμό το 40.
- Στο yesod («θεμέλιο») ο Nergal, θεός του κάτω κόσμου, με μαγικό αριθμό το 14.
- Στο malkuth («βασίλειο») αντιστοιχεί ο βασιλιάς, δηλαδή ο αντιπρόσωπος των θεών επί της γης. Των θεών; Άμα είναι έτσι όπως τα λέει ο Simo Parpola, τότε θα πρέπει να δούμε τη θρησκεία των αρχαίων Ασσυρίων ως μονοθεϊσμό, με τις διάφορες θεότητες να αποτελούν ουσιαστικά εκφάνσεις του ενός και μοναδικού Θεού, τον οποίο θα πρέπει να δούμε ως διαδικασία, όχι οντότητα.




To θεϊκό sudoku: σε κάθε οριζόντια γραμμή, η αφαίρεση της αριστερής στήλης από τη δεξιά δίνει 30 (Simo Parpola, The Assyrian Tree, Journal of Near Eastern Studies, 1993)


To επάνω τρίγωνο είναι η πρώτη θεϊκή γενιά και ταυτόχρονα η διανοητική τριάδα, το μεσαίο τρίγωνο είναι δεύτερη γενιά και η ηθική τριάδα, το κάτω τρίγωνο η τρίτη γενιά και η υλική τριάδα. Παράλληλα, κάτω από κάθε πατέρα υπάρχει ο υιός του. Μπορείτε να δείτε εδώ, σελ. 176 – 190, πώς ακριβώς έφτασε στις συγκεκριμένες ταξινομήσεις θεών και αριθμών. Σε κάθε περίπτωση, δε βρήκα κριτική για τη δουλειά του, οπότε, νομίζω, δεχόμαστε την εικασία του ως εύλογη για την προέλευση του Δέντρου: οι απαρχές του φτάνουν πίσω σε μια εκλεπτυσμένη ασσυριακή θεολογία, που σίγουρα απευθυνόταν σε λίγους και πάντως όχι στον μέσο Ασσύριο γεωργό. Σ' εκείνο τον καιρό όμως (μιλάμε για περίπου 1.300 π.Χ.), είναι πολύ απίθανο ότι μια τέτοια διδασκαλία θα γινόταν κατανοητή ως πορεία τελειοποίησης του κρυφού software του ανθρώπινου όντος μέσα στο hardware του σώματος• κατά πάσα πιθανότητα, η διδασκαλία αυτή θα ήταν τελετουργική ένωση με τους θεούς (ή με τις εκφάνσεις του ενός Θεού). Και το ασσυριακό Δέντρο θα απεικόνιζε την κοσμική τάξη, την αέναη δημιουργία και διακυβέρνηση του κόσμου από την πνευματική αρχή.

Με μια γεύση τρικυμίας στα χείλη λοιπόν, το τελικό σενάριο επιστημονικής φαντασίας διαγράφεται ως εξής – πάντα με πολλές επιφυλάξεις: Μια αρχαία μεσοποταμιακή θεολογία, εσωτερικού χαρακτήρα και περιορισμένη σε λίγους, διαδόθηκε προφορικά, από δάσκαλο σε μαθητή, παίρνοντας πάντα τοπικό χρώμα. Πέρασε στους Εβραίους, από αυτούς στη μεσαιωνική Ευρώπη αλλά και στην Κίνα της δυναστείας Σουνγκ, ίσως μέσω των Εβραίων της Καϊφένγκ. Το πανάρχαιο διάγραμμα αυτής της διδασκαλίας χρησιμοποιήθηκε ανεξάρτητα, τόσο από τους Εβραίους και Χριστιανούς καββαλιστές όσο κι από τους λόγιους του νεοκομφουκιανισμού, για εντελώς διαφορετικούς στόχους. Παράλληλα εμφανίζεται και στις δύο ηπείρους ένα καινούργιο, ιδιαίτερα οικονομικό σύμβολο, που συνοψίζει τη διδασκαλία του διαγράμματος – τουλάχιστον στην Κίνα. Πάντως, ένα ωραίο μυθιστόρημα μπορεί να γραφτεί από αυτό το υλικό.

ΥΓ: Δεν αποκλείεται να έχω κάνει κάποιο λάθος στην απόδοση των ιστορικών–αρχαιολογικών όρων. Κι αν το σφάλμα είναι δικό μου, δείξτε καλοσύνη (ren, κατά τον κομφουκιανισμό).