
...και διατύπωσε τις, ομολογουμένως, ριζοσπαστικές του θέσεις...

...οι οποίες φυσικά ακούστηκαν με προβληματισμό και σκεπτικισμό.

Τίποτα όμως δεν μπορούσε να πτοήσει τον αποφασισμένο Αλέκο, που είχε στόχο έναν άλλο, καλύτερο κόσμο, απελευθερωμένο από τον καταναγκασμό των αγορών και του κέρδους.

Έπιασε δουλειά άμεσως. Και προκειμένου να καταδείξει ότι η βία είναι πολιτικό πρόβλημα, προσέγγισε τους πιο σκληρούς, μοχθηρούς, αιμοβόρους εκληματίες της Άγριας Δύσης. Σύντομα ανακάλυψε ότι κάτω από το αιμοσταγές προσωπείο που φορούσαν, κρυβόταν ένα τραυματισμένο παιδί που ζητούσε κατανόηση, δικαιοσύνη και αύξηση των κοινωνικών δαπανών χωρίς τους περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας:

Όλοι αυτοί οι εγκληματίες ήταν στην πραγματικότητα αποξενωμένοι νέοι άνθρωποι, που έπεσαν θύματα των περιστάσεων και της αλλοτρίωσης, φυλακισμένοι σε μία κοινωνία που κάποιοι άλλοι δημιούργησαν και επέβαλλαν. Ο Αλέκος δε μάσησε τα λόγια του και κατονόμασε αμέσως την αιτία του κακού:

Έτριξαν οι δομές του συστήματος... Οι κερδοσκόποι και οι στυλοβάτες του δικομματισμού ένιωσαν τη λάβα της λαϊκής οργής και τρόμαξαν.

Ή κατακλύστηκαν από τύψεις, όσοι δηλαδή είχαν ακόμα λίγη τσίπα μέσα τους.

Ο Αλέκος άρχισε να νιώθει τη γλυκιά γεύση της επιτυχίας και της δικαίωσης που ονειρευόταν μια ζωή, από τότε ακόμα που ήταν ΚΚΕ και έτρωγε τις Chernobyl-free φράουλες. Ο αγώνας τώρα δικαιώνεται - ένας αγώνας αποκλειστικά δικός του, που ξεκίνησε από τον πρώτο ξεσηκωμό των φοιτητών επί Μαριέτας.


Όμως σε κάποια στιγμή ήρθε το πλήρωμα του χρόνου... Δεκέμβρης ήτανε δεν ήτανε, θαρρώ, τότε που έβγαιναν μπουλούκια οι κουκουλοφόροι - κι αναστενάζαν οι βιτρίνες.

Το κίνημα που δημιουργήθηκε απεδείχθη ένα ετερόκλητο συνονθύλευμα από θυμικά κινούμενες μονάδες, που όχι μόνο δεν μπορούσαν να αρθρώσουν λόγο για τα αιτήματά τους, αλλά ούτε και να συνεννοηθούν μεταξύ τους.

Η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει. Δακρυγόνα και φωτιές σκόρπισαν παντού, η Βουλή απέχει μόλις ένα ντου.

Ο Αλέκος σύντομα διαπίστωσε ότι οι πολίτες άρχισαν να ψυχραίνονται από τη νεφελώδη στάση του και τις "ναι μεν αλλά" δηλώσεις του. Στη συνείδησή τους, η βία - είτε επαναστατική είτε ποινική - συνέχισε να παραμένει βία, ενώ όλο και λιγότεροι πλέον πείθονταν ότι η κυβέρνηση είναι αυταρχική και όχι απλώς εγκληματικά ανίκανη.

Και τι απέμεινε τελικά στην Άγρια Δύση από αυτήν την περιπέτεια; Τίποτα το ιδιαίτερο - ίσως μόνο ένα ρομαντικό τραγουδάκι που σιγοσφυρίζουν οι μοναχικοί καουμπόυς επάνω στο άλογό τους και οι τσαχπίνες Μεξικάνες στις αυλές των σπιτιών:



