‘Reality’ is nothing but an expression of the prevailing ideology. Seen in this light, the classic theory of cinema that the camera is an impartial instrument which grasps, or rather is impregnated by, the world in its ‘concrete reality’ is an eminently reactionary one. What the camera in fact registers is the vague, unformulated, untheorized, unthought-out world of the dominant ideology
(από το CINEMA/IDEOLOGY/CRITICISM των Comolli & Narboni, 1969)
Η Πραγματικότητα Είναι Στρατευμένη
-βόλοι και -ουργοί
Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο, καθόσουνα στο διπλανό θρανίο κι όταν σου έδινα το βιβλίο, μου ‘λεγες «σ’ αγαπώ». Επίσης, παίζαμε μπάλα όλοι, κορίτσια κι αγόρια, σε αλάνες ή ακάλυπτους πολυκατοικιών• οι αρένες της νιότης μας κι οι αθλητικές μας περιπτύξεις με το αντίθετο φύλο, το οποίο τότε δε γινόταν αντιληπτό ως «αντίθετο φύλο» αλλά ως ενοχλητικό εμπόδιο μέσ’ στο γήπεδο που σκεδάζει μπαλιές προς κάθε κατεύθυνση. Αυτή πρέπει να υπήρξε και η πρώτη μας σεξουαλική διαπίστωση: τα αγόρια στοχοθετούν, τα κορίτσια ανακλούν.
Έχουν περάσει δεκαετίες από τότε,όμως η παιδική επισήμανση συνεχίζει να ισχύει. Οι άντρες είναι (γενετικά προδιατεθημένοι; κοινωνικά κατασκευασμένοι;) ρίπτες. Είναι εκ φύσεως/εκ κοινωνίας –βόλοι (σφαιροβόλοι, δισκοβόλοι κ.λπ.). Άντρας = η οργανική μηχανή που κατασκευάστηκε για να εκτοξεύει βλήματα προς στόχους, να τους προσδίδει ικανή κινητική ενέργεια ώστε να ξεπερνάνε την αντοχή ενός κρανιακού οστού ή τις αποκρουστικές δυνατότητες ενός τερματοφύλακα. Η αντρική πράξη επιδρά μονόδρομα στον εξωτερικό κόσμο μέσω ισχύος και χειρισμού του, βασίζεται κυρίως στα απαγωγά νεύρα από τον νωτιαίο μυελό στους γραμμωτούς μυς.
Οι γυναίκες όμως βγήκαν από διαφορετικό εργοστάσιο. Η θηλυκή πράξη έχει αμφίδρομη σχέση με τον εξωτερικό κόσμο, τον επηρεάζει και επηρεάζεται από αυτόν στη βάση κιναισθητικής ανάδρασης (feedback), χρησιμοποιώντας τόσο τα επαγωγά όσο και τα απαγωγά νεύρα. Οι γυναίκες είναι εκ φύσεως/εκ κοινωνίας –ουργοί (ιερουργοί, τελετουργοί, δραματουργοί κ.λπ.). Γυναίκα = η οργανική μηχανή που κατασκευάστηκε για να ενορχηστρώνει τον εξωτερικό κόσμο, να τον χωροθετεί ώστε να τον κάνει περισσότερο εργονομικό. Ορισμένες υποκειμενικές και καθόλου επιστημονικές παρατηρήσεις:
1) Αντρικό βάδισμα. Ταχύ και –βολικό. Δεν είναι το ταξίδι για την Ιθάκη που μετράει, αλλά η ίδια η Ιθάκη. Το αριστερό πόδι είναι μια πρόκληση για το δεξί πόδι, το οποίο με τη σειρά του είναι μια άλλη πρόκληση για το αριστερό πόδι, το οποίο ξαναγίνεται μια πρόκληση για το δεξί πόδι κ.λπ. Βάδισμα προκειμένου να μετακινηθεί ένα σώμα στον χώρο. Ο βαδίζων ζει σ’ ένα σύμπαν γεμάτο προορισμούς, λειτουργεί με εργαλειακό τρόπο σκέψης και τα τρένα στον κόσμο του αναχωρούν πάντα πέντε λεπτά πιο γρήγορα απ’ ό,τι θα ήθελε.
2) Γυναικείο βάδισμα. Μετρημένο και –ουργικό. Δεν είναι η Ιθάκη που μετράει, αλλά το ταξίδι για την Ιθάκη. Το αριστερό πόδι ανοίγει δρόμο για το δεξί πόδι, το οποίο με τη σειρά του ανοίγει δρόμο για το αριστερό πόδι, το οποίο ξανανοίγει δρόμο για το δεξί πόδι κ.λπ. Βάδισμα που ελαχιστοποιεί την κατανάλωση ενέργειας και μεταφέρει ένα κέντρο βάρους στον χώρο, όχι όμως απαραίτητα κι ένα σώμα. Ο βαδίζων ζει σ' ένα σύμπαν γεμάτο χοροπραξίες, λειτουργεί με αξιακό τρόπο σκέψης και κάνει κάτι λοιπόν να χάσει το τρένο.
Έχω εντοπίσει κι ακόμα ένα:
3) Γιαπωνέζικο βάδισμα. Ανδρεοπαπανδρεϊκό και –γοτθικό (οστρογοτθικό, βησιγοτθικό κ.λπ.). Το αριστερό πόδι είναι η εμπροσθοφυλακή για το δεξί πόδι, το οποίο με τη σειρά του γίνεται η εμπροσθοφυλακή για το αριστερό πόδι, το οποίο ξαναγίνεται η εμπροσθοφυλακή για το δεξί πόδι κ.λπ. Βάδισμα που διεκδικεί χώρο, φυτεύει και μια προσωπική σημαία κυριαρχίας σε κάθε βήμα. Ο βαδίζων ζει σ' ένα σύμπαν γεμάτο εχθρούς, λειτουργεί με πασοκικό τρόπο σκέψης κι όποιου δεν του αρέσει, να κατέβει απ' το τρένο της Αλλαγής.
Σήμερα φτιάξαμε κοινωνίες στις οποίες η πρωτογενής αντρική πράξη, η ρίψη αντικειμένων προς στόχους, γίνεται όλο και λιγότερο απαραίτητη δεξιότητα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τον χορό, την πρωτογενή θηλυκή πράξη: είναι μια 100% ζωτική συμπεριφορά, οι ιστορικοί και οι ανθρωπολόγοι δεν έχουν καταγράψει ούτε μία ανθρώπινη κοινότητα η οποία να μη χορεύει. Ο άνθρωπος είναι ζώο χορευτικό. Τους απαρχαιωμένους μας σωματικούς προγραμματισμούς τους διοχετεύουμε τώρα σε σπορ, τα οποία όσο πιο συναφή είναι με το παλαιολιθικό μοτίβο: κυνήγι – εντοπισμός θηράματος – επίθεση – εκτόξευση βλήματος, τόσο περισσότερο οι αντρικές επιδόσεις υπερτερούν των γυναικείων. Τα μόνα σπορ που οι γυναίκες είναι καλύτερες από τους άντρες είναι η κολύμβηση μεγάλων αποστάσεων, η τοξοβολία ακριβείας, η ενόργανη και ρυθμική γυμναστική• σπορ τα οποία δεν βεβαιώνουν έναν εξωτερικό κόσμο γεμάτο στόχους που πρέπει να βληθούν με ορμή.
Οι καθαυτό πράξεις έχουν μεν από καιρό καταστεί αχρείαστες, όμως εμείς απομείναμε παλαιολιθικοί και ξεπερασμένοι, σαν αμετανόητοι βασιλόφρονες που δε βλέπουν τίποτα άλλο στη χώρα παρά κατάντια και ηθική σήψη. Θυμάμαι ότι από τότε ακόμα, στης νιότης μας τις αρένες, οι άρρενες κοροϊδεύαμε τους μη–άρρενες για τον τρόπο που σουτάρουν. Το κοριτσίστικο σουτ, στα δικά μας μάτια, δεν ήταν μια κίνηση για να εκτοξεύσει την μπάλα με ταχύτητα προς το τέρμα• ήταν κάτι που έμοιαζε περισσότερο με ευχή, ένα τελετουργικό λάκτισμα προκειμένου να εκφράσει το σύμβολο του σουτ, όχι το σουτ καθαυτό. Έτσι το βλέπαμε. Όμως αρκεί να αφαιρέσεις τα τέρματα από το γήπεδο κι η παλιά αγορίστικη κοσμοθεώρηση καταρρέει. Ζούμε πλέον σε κοινωνίες υψηλής συμβολικής πυκνότητας κι ο χορός, αυτό το κοινοβούλιο συμβόλων που συγκροτείται σε σώμα από ένα σώμα, είναι πολύ πιο ταιριαστή συμπεριφορά απ’ ό,τι η ρίψη αντικειμένων• κι όταν αποτυγχάνουμε να δούμε τον εξωτερικό κόσμο σαν μια χορογραφία προς εκτέλεση, καταλήγουμε να βάζουμε γκολ εκεί που δε χρειάζεται, να σκοράρουμε χωρίς να υπάρχει τέρμα. Όλοι υποπίπτουμε κατά καιρούς σ’ αυτόν τον αντιληπτικό αταβισμό: άντρες, γυναίκες και Γιαπωνέζοι. Βρισκόμαστε στη μεταπολίτευση της Ιστορίας, στη μετάβαση από το παλαιολιθικό ποδόσφαιρο σε μια χορογραφική αντίληψη της ζωής. Αποτερματοποίηση του ποδοσφαίρου τώρα!
Don't Feed The Trolls
Διάβασα εδώ τον plagal, που κάνει ένα statement μιάσματος («μίασμα» = ό,τι ο χρυσαυγίτης θεωρεί πως δεν ανήκει στην Ελλάδα)• διάβασα κι εδώ έναν άλλον τύπο, που κάνει μια ενδιαφέρουσα ανάλυση για τη Χρυσή Αυγή και τους λόγους της επιτυχίας της, το χαλάει όμως στις τελευταίες παραγράφους που προτείνει βία στη βία της ΧΑ. Καλά το πήγαινε μέχρι ενός σημείου, όμως χάνει την ψυχραιμία του στο φινάλε. Διάβασα στο Twitter, όπου pidyo & talws ανάφεραν αυτή τη μετεκλογική δημοσκόπηση της MARC για τον ALPHA, η οποία υποδεικνύει ότι ένα σημαντικό ποσοστό ψηφοφόρων ΧΑ (16%) λέει ότι μετάνιωσε για την ψήφο του και θα ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ. Οπότε λοιπόν, τι είν’ αυτό που το λένε αγάπη;
Δεν πιστεύω ότι είναι πολλοί αυτοί που δεν ήξεραν τι ψήφιζαν και θα σοκαριστούν τώρα που θα δουν τη Χρυσή Αυγή σε όλο της το μεγαλείο. Ούτε βλέπω την εκλογική της επιτυχία να σχετίζεται πρωτίστως με το μεταναστευτικό. Αρκετά ομοιόμορφα ήταν τα ποσοστά της σ' όλη την επικράτεια, ακόμα κι εκεί που δεν υπάρχει πρόβλημα με τους μετανάστες, ενώ διέπρεψε στις μικρές ηλικίες. Αυτό το τελευταίο υποδεικνύει ότι ένας από τους σημαντικούς λόγους πίσω από την άνοδό της ήταν το 50% ανεργίας στους νέους. Άνεργοι και ημιαπασχολούμενοι πιτσιρικάδες, που βλέπουν το μέλλον τους χαντακωμένο και τη ζωή τους μίζερη, θυμώνουν με όλους και με όλα, με «το σύστημα». Τη δεκαετία του ’70 στην Αγγλία, οι αντίστοιχοι χαντακωμένοι πιτσιρικάδες δημιούργησαν το κίνημα πανκ, εξέφρασαν έτσι τον θυμό τους. Το 2012 στην Ελλάδα, ψήφισαν ΧΑ. Ο καθείς και τα όπλα του. Μια κραυγή διαμαρτυρίας, αίσθηση αδιεξόδου και ματαιότητας, «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων» – δηλαδή, θα καταστραφώ που θα καταστραφώ, θα σας πάρω όμως κι εσάς μαζί μου ή θα σας σοκάρω όσο περισσότερο γίνεται. Η ψήφος στη ΧΑ, δηλαδή, ήταν μια τρολιά - και μάλιστα ιδιαίτερα επιτυχημένη, πράγματι, ο απελπισμένος νέος κόσμος τρόλαρε όλη την Ελλάδα και την Ευρώπη. Ό,τι ήταν και το κίνημα πανκ, δηλαδή, αλλά στο πιο μιλιτέρ και μπρουτάλ.
Μου λείπει εδώ πέρα η φωνή των ψηφοφόρων ΧΑ, να καταλάβω γιατί έκαναν αυτό που έκαναν, πώς το ερμηνεύουν οι ίδιοι στον εαυτό τους. Είδα αυτόν τον μεγαλύτερης ηλικίας ψηφοφόρο ΧΑ στον Σαραντάκο, lamproscrete (σχόλιο 66, 69, 72, 80, 81 κ.λπ.). Λέει ότι επαγγελματικά είναι διαλυμένος, εκφράζει οργή για ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, ειδικά για τον ΓΑΠ, και πιστεύει ότι η ΧΑ είναι η μόνη που θα αποδώσει δικαιοσύνη («Τους ψήφισα για να βάλουν φυλάκη τους προδότες που ειναι ακόμα στην εξουσία και χαμογελάνε με υφάκι»), όλους τους άλλους τους βλέπει «μέρος του συστήματος». Όσο μπορώ να κρίνω απ' αυτό, η χρυσαυγίτικη ψήφος μοιάζει αρκετά παρόμοια με ένα μεγάλο μέρος της συριζικής ψήφου: οργή για ΠΑΣΟΚ - ΝΔ, ψήφος σε κάποιον «αντισυστημικό» μπας και πραγματικά αλλάξει κάτι. Το θέμα είναι, τι αντιλαμβάνεται ο καθένας ως αντισυστημικό.
Είμαι ίσως ο μόνος που δε βλέπει την άνοδο της ΧΑ ως κάτι το αποκλειστικά αρνητικό. Δημιουργεί προβληματισμό. Και να μην υπήρχε η Χρυσή Αυγή, θα έπρεπε να την εφεύρουμε για να συγκρατήσουμε την υπερβολική αισιοδοξία που θα κυριαρχούσε από την επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως οτιδήποτε υπέρμετρο τώρα είναι σφάλμα, είτε υπέρμετρη αισιοδοξία είτε απαισιοδοξία, καλό είναι να υπάρχουν και κάποια μαύρα σύννεφα στον ουρανό. Επίσης, αν η παραπάνω ερμηνεία μου είναι σωστή, τότε μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων της δεν είναι καμένοι, σαν τους ίδιους τους χρυσαυγίτες, αλλά απλώς οργισμένοι κι απελπισμένοι. Τέλος, η άνοδος της ΧΑ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης στο πολιτικό παζάρι Αθήνας - Βρυξελλών - Βερολίνου το επόμενο διάστημα, «η λιτότητα έφερε τους νεοναζιστές στο κοινοβούλιο». Τους Γερμανούς ειδικά τους πονάει πολύ κάτι τέτοιο. Είδα ότι ο πρόεδρος του SPD χρεώνει τη Χρυσή Αυγή στην Μέρκελ και στην πολιτική της. Με λίγη εξυπνάδα κι ικανότητα, ακόμα και τα τρολ μπορεί να γίνουν χρήσιμα.
Οφειλέτες Του Δημοσίου
Όλοι όρθιοι: «Παρακαλώ, όταν εισέλθει ο αρχηγός να σηκωθείτε, έτσι; Σαν ένδειξη σεβασμού, το ‘χουμε αυτό εμείς, οι Χρυσηαυγίτες κ.λπ.». Και κατόπιν, ως γνωστόν, συγκρούστηκαν δύο μοντέλα νομιμοποίησης της εξουσίας, το ένα από την κορυφή προς τη βάση και το άλλο αντιστρόφως. Εντάξει, είναι εύκολο να κοροϊδεύουμε τη Χρυσή Αυγή για την αρχηγολατρεία της, σκεφτόμουν όμως...
Τώρα μπορείτε να καθίσετε.
... ότι κι εμείς έχουμε ένα εγέρθουτου στην οδωνυμία μας: υπερβολικά πολλοί δρόμοι έχουν ονόματα ηγετών. Οι ελληνικές πόλεις είναι γεμάτες με οδούς Βενιζέλου, Μαυροκορδάτου, Τρικούπη, Κολοκοτρώνη, Νικηφόρου Φωκά, Κουντουριώτου, Κωλέττη, Καραϊσκάκη, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Μεγάλου Αλεξάνδρου, Κριεζή, Κανάρη κ.λπ. Για ποιο λόγο όμως θα πρέπει να μνημονεύουμε τον Ηγέτη, οποιονδήποτε Ηγέτη, στους δρόμους μας; Όσο σπουδαίες πράξεις κι αν έκανε, ήταν ή δεν ήταν ένας υπηρέτης στη δούλεψη του ανώνυμου πλήθους από πίσω του; Τα κατορθώματά του μπορεί να ήταν εμπνευσμένα και ηρωικά, σύμφωνοι, δεν παύουν όμως να ήταν και προσωπικές του οφειλές στον κάθε Γιάννη και στην κάθε Μαρία της εποχής του. Οπότε αυτό που κάνουμε στην πραγματικότητα είναι ότι ονομάζουμε τους δρόμους μας με οφειλέτες του Δημοσίου! Η λατρεία του Ηγέτη στην οδωνυμία, στην ιστορία, στην πολιτική, στη ρητορική κ.λπ. είναι μια πράξη αντιμετάθεσης, βάζουμε το κάρο μπροστά από το άλογο. Εμείς είμαστε για τον Ηγέτη ή ο Ηγέτης για μας; Ποιος εγέρθουτου σε ποιον; Μήπως θα πρέπει ν’ αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τον Ηγέτη ως ηγέτη;
Μη ρωτάς τι μπορείς να κάνεις εσύ για τον ηγέτη, ρώτα τι μπορεί να κάνει ο ηγέτης για σένα.
Μεταμεταπολίτευση
Εδώ λοιπόν, στη ρωγμή του χρόνου, στο ξεκίνημα της μεταμεταπολίτευσης, τώρα που ο δικομματισμός πέθανε, έφαγε τις σάρκες του κι οι σχολιαστές ψάχνουν να βρουν αν ήταν αυτοκτονία ή δολοφονία, μια ανάρτηση εκ δεξιών και ευωνύμων για φίλους και όχι μόνο.
Ας αρχίσουμε από τα ευώνυμα: συγχαρητήρια στον ΣΥΡΙΖΑ και πολύ χαίρομαι που ένα κόμμα με τέτοιες θέσεις για το μεταναστευτικό, επιβραβεύτηκε τόσο ηχηρά στην κάλπη. Αν υπολογίσουμε και τον Κουβέλη και το ΚΚΕ που έχουν παρόμοιες θέσεις (αλλά δεν τις προβάλουν και τόσο εμφατικά), διάφορα μικρά κόμματα (Οικολόγοι, ΑΝΤΑΡΣΥΑ κ.λπ.), θέλω να πιστεύω κι ένα κάποιο κομμάτι του ΠΑΣΟΚ, τότε μπορούμε να πούμε ότι οποιαδήποτε φοβική «λύση» για το μεταναστευτικό θα βρει απέναντί της τον ηθικό αποτροπιασμό της μισής χώρας τουλάχιστον (χώρια που θα βρει επίσης απέναντι την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, τα ξένα ΜΜΕ, την ξένη κοινή γνώμη, πολλές ΜΚΟ κ.ο.κ.).
Το άλλο πολύτιμο σημείο στο οποίο μπορεί να συνεισφέρει σημαντικά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι να σπάσει την κυρίαρχη αφήγηση, κυρίως στα μεγάλα ΜΜΕ, για τη «χώρα», την «Ελλάδα», την «πατρίδα» και τη σωτηρία της ή το μέλλον της κ.λπ. Λες κι η χώρα είναι κάτι μονολιθικό, μια κοινή κουβέρτα που σκεπάζει όλες τις διαφορές και τις υπαρκτές αδικίες. Πιστεύω/ελπίζω λοιπόν ότι μια ένεση ΣΥΡΙΖΑ τώρα θα είναι καλό τονωτικό ταξικότητας για όλες τις αφηγήσεις-μενίρ που παραβλέπουν τους μηχανισμούς της εκμετάλλευσης στο όνομα μιας «πατρίδας», έτσι γενικά, που πρέπει κάπως να «σωθεί».
Ελπίζω επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι αρκετά τολμηρός για να ρίξει στο τραπέζι και θέματα-ταμπού. Να ζητήσει, ας πούμε, δημόσια και επίσημα από την Εκκλησία να κάνει μια γιγαντιαία δωρεά υπέρ Δημοσίου από την περιουσία της, καθώς και να παραιτηθεί οικειοθελώς από ένα μεγάλο μέρος των κρατικών απολαβών της• το βασίλειο το δικό μου δεν είναι του κόσμου τούτου κ.λπ. Ή τα στρατιωτικά θέματα: έχουμε άραγε τώρα τέτοιες πολυτέλειες για προαιώνιους εχθρούς κι αρπακτικούς γείτονες; Μήπως να μην έχουμε και τόσο προαιώνιους εχθρούς, είναι ακριβοί, κοστίζουν χρήματα για εξοπλισμούς (και μίζες), για μισθούς στρατιωτικών, κοστίζουν σε άπειρες χαμένες εργατοώρες μέσα στα στρατόπεδα – μήπως δε βγαίνει ο λογαριασμός και να ψωνίσουμε φτηνότερα; Δεν είναι η ώρα τα σπαθιά να γίνουν αλέτρια;
Ας πάμε και στα δεξιά: η ΔΡΑΣΗ/ΦιΣ μού θυμίζει αυτό το γνωστό φιλμάκι: δεν αρκεί να λες κάτι, πρέπει να βρεις και τον σωστό τρόπο να το πεις, εδώ είναι η τέχνη. Να το κάνεις υπόθεση πολλών ανθρώπων. Δηλαδή, είδα μέσω Buzz την καλογυρισμένη αλλά άνευρη ταινία που ετοίμασε ο Νίκος Περάκης κι έφριξα!... Παιδιά, συζητάτε για την κρίση, την ανεργία, τα λουκέτα, τις πιθανές διεξόδους κ.λπ. καθισμένοι στo Θησείο;! Το εφέκτ της ταινίας θα ήταν ασύγκριτα ισχυρότερο αν περπατούσατε και κοιτούσατε γύρω σας – κι ας λέγατε τα ίδια ακριβώς πράγματα. Δεν το καταλαβαίνετε ότι, καθισμένοι στην άνεση του Θησείου, ακυρώνετε ό,τι κι αν λέτε; Ο κόσμος καίγεται, φοβάται, αγωνιά, κι εσείς του δίνετε μια στατική εικόνα ολύμπιων θεών, απομακρυσμένων από τους κοινούς θνητούς, που συζητάνε ακαδημαϊκά και απερίσπαστα.
Το μήνυμα δεν είναι μόνο το περιεχόμενό του – άλλo είναι να πεις σ’ αγαπώ με e-mail, κι άλλο να το πεις με κραγιόν στον καθρέφτη.
Και τέλος, ας ηρεμήσουμε όλοι μας λίγο. Το μέλλον ούτως ή άλλως είναι αόρατο κι εξαρτάται από παράγοντες που δεν ελέγχονται από οποιαδήποτε διαδικασία εθνικών εκλογών, σε οποιαδήποτε χώρα. Τι να κάνουμε, έτσι είναι η ζωή. Οποιαδήποτε «λύση» εφαρμοστεί είτε στο οικονομικό είτε στο μεταναστευτικό πρόβλημα, θα έχει οπωσδήποτε και απρόβλεπτες συνέπειες που θα πιάσουν όλους απροετοίμαστους. Κανείς δεν μπορεί να είναι 100% σίγουρος ότι κάτι που τώρα μοιάζει φάρμακο, δε θ’ αποδειχθεί τελικά αρρώστια• ή ότι κάτι που τώρα μοιάζει αρρώστια, δε θ’ αποδειχθεί τελικά φάρμακο. Ας μην έχουμε ισχυρές απόψεις και απόλυτες βεβαιότητες, ψηλαφητά θα προχωρήσουμε ούτως ή άλλως, και θα χρειαστεί να περάσουν πολλά χρόνια για να καταλάβουμε τι ακριβώς γίνεται τώρα και γιατί γίνεται. Το άλογο θα το αποδείξει ο δρόμος, τον άνθρωπο θα τον αποδείξει ο χρόνος. Ας χαλαρώσουμε λίγο όλοι μας κι ας απολαύσουμε το γέλιο που θα μας χαρίσει απλόχερα η Χρυσή Αυγή.
Παραδόξως όμως, όλα καλά θα πάνε στο φινάλε.
Κομπιούτερ & Φανουρόπιτες
«Μαζί Τα Φάγαμε»: το σουξέ της δεκαετίας. Το ερμήνευσε ένας σπουδαίος καλλιτέχνης κι έγινε επιτυχία από την πρώτη στιγμή. Οι στίχοι λένε ότι όλοι, λαός και πολιτικοί, φταίνε για την κρίση και την αποσύνθεση της χώρας, καθότι η παραοικονομία υπήρξε τόσο εκτεταμένη, η διαφθορά τόσο πανελλήνια, ώστε είναι αδύνατο να επιμεριστούν οι ευθύνες αποκλειστικά στο πολιτικό προσωπικό• όλοι έβαλαν το λιθαράκι τους. Εξάλλου, καταλήγει το τραγούδι στην τελευταία στροφή, οι φαύλοι πολιτικοί ψηφίστηκαν, δεν πήραν την εξουσία πραξικοπηματικά, η φαυλότητά τους νομιμοποιήθηκε μέσω της κάλπης. Ας πάρουμε όμως τα επιχειρήματα με τη σειρά.
1) «Η διαφθορά ήταν καθολική, δεν υπάρχει Έλληνας που να μη λάδωσε, να μην έκρυψε από την εφορία, να μην πούλησε χωρίς απόδειξη κ.λπ., κι η εκτεταμένη μικροδιαφθορά είναι λίπασμα για τη μεγαλοδιαφθορά»
Πράγματι, έτσι είναι. Ή μήπως όχι; Μήπως αντίθετα η εξώθηση μιας ολόκληρης χώρας σε μικροδιαφθορά υπήρξε το φύλλο συκής για τη μεγαλοδιαφθορά και τις πελατειακές σχέσεις; Μήπως τα καθημερινά φακελάκια, δωράκια, λαδώματα σε εφορίες, πολεοδομίες κ.λπ. επιβλήθηκαν συνειδητά, εσκεμμένα, από τους αρχιτέκτονες ενός ανθρωποφαγικού συστήματος, σχεδιασμένου έτσι ώστε να κρύβει τη φαυλότητα της κορυφής; Η μικροδιαφθορά ήταν το λίπασμα ή το άλλοθι της μεγαλοδιαφθοράς; Η κα. Ελπίδα Πρασοπούλου δείχνει να εκτιμά το δεύτερο:
«Το λαβυρινθώδες νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούσαν οι γραφειοκράτες του Δημοσίου και οι στενά συνυφασμένες σχέσεις με το πολιτικό προσωπικό, επέτρεψαν τη διαφθορά από πάνω προς τα κάτω προωθώντας τα συμφέροντα των μεγάλων εταιρειών» (σελ. 9). Στην έρευνά της που κατατέθηκε στο Ελληνικό Παρατηρητήριο του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου, περιγράφει το ελληνικό Δημόσιο σαν έναν κυκεώνα νόμων που ρυθμίζουν ως και την παραμικρότερη διοικητική πράξη, χωρίς διαδικαστικές ρουτίνες, χωρίς υποδείγματα λειτουργίας, χωρίς τρόπο μέτρησης της απόδοσης, που προσφέρει υπηρεσίες χαμηλής αξίας στους πολίτες και χειρίζεται με ασάφεια ακόμα και τα απλά, καθημερινά ζητήματα (σελ. 7). Εντάξει, αυτά τα ξέρουμε κι από τη δική μας εμπειρία, το θέμα όμως είναι γιατί στήθηκε έτσι αυτός ο Λεβιάθαν; «Για να διασφαλίζεται ότι καμία κύρωση δεν θα προκύψει [για τους δημόσιους υπάλληλους] σε περίπτωση σφάλματος» και να διαιωνίζονται οι πελατειακές σχέσεις υπαλλήλων – πολιτικών (σελ. 8). Για να μένει η δημόσια διοίκηση όμηρος των κομμάτων, ενώ «την ίδια στιγμή, απέβαιναν μάταιες οι απαιτήσεις της κοινωνίας των πολιτών για καλύτερες υπηρεσίες ... κι όλο αυτό οδήγησε σε αδιαφάνεια και διαφθορά. Οι πολίτες που ήθελαν να διεκπεραιώσουν τις υποθέσεις τους, αναγκάζονταν να συναλλάσσονται με τους χαμηλόβαθμους γραφειοκράτες» (σελ. 8 – 9).
Με δυο λόγια, η κα. Πρασοπούλου παρουσιάζει μιαν άλλη ανάγνωση της πραγματικότητας: σκόπιμα το ελληνικό Δημόσιο είναι καφκικό• δεν έχει φτιαχτεί για να εξυπηρετεί αλλά για να κρύβει, να επιτρέπει την ιεραρχική διαφθορά και τον διορισμό της κομματικής πελατείας. Σκόπιμα δεν υπάρχουν αντικειμενικά και προσδιορίσιμα μέτρα απόδοσης• υπάρχει μόνο αυτό το νευροδιαλυτικό: «τι να σας κάνω; αφού έτσι λέει ο νόμος», που μπορεί να κάμψει ακόμα και το πιο γενναίο φρόνημα. Σκόπιμα ο πολίτης καλείται συχνά ν’ αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας. Κι άμα, για κακή του τύχη, δεν διαθέτει Πιστοποιητικό Μη–Ελέφαντα (σφραγισμένο και υπογεγραμμένο) τότε αναγκαστικά οδηγείται σε συναλλαγή με τον κάθε καρεκλοκένταυρο της κάθε Δημόσιας Υπηρεσίας Ελεφάντων• όπως λέει κι αυτός ο ταλαίπωρος λογιστής: «Όταν την πατάς στα πρόστιμα είσαι μόνος. Εσύ κι αυτά. Κανείς δεν σου συμπαραστέκεται εκεί. Ούτε και κανείς εξετάζει τον λόγο για τον οποίο την πάτησες ούτε αν το σύστημα ήταν διαθέσιμο ούτε η χαζομάρα τους που σε οδήγησε εκεί. Μόνος πρέπει να τα πληρώσεις. Ή άθελα σου να γίνεις απατεώνας».
Οι παρατηρήσεις αυτές δείχνουν έναν άλλον τρόπο ακρόασης του παγκάλειου σουξέ «Μαζί Τα Φάγαμε»: ούτε λίγο ούτε πολύ είναι, εχμ, μια περίπτωση ηγεμονίας κατά Γκράμσι. Η άρχουσα τάξη που προσπαθεί να επιβάλλει τη δική της ιδεολογία στις κατώτερες τάξεις, να την πλασάρει ως καθολική ερμηνεία της πραγματικότητας. Υπερβολή; Η κα. Πρασοπούλου πάντως είναι σαφής και συγκεκριμένη, τουλάχιστον για την περίπτωση του TAXIS: όταν υλοποιήθηκε το «Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Φορολογίας», αναγγέλθηκε από τους εκσυγχρονιστές της εποχής ως ένα μεταρρυθμιστικό έργο που θα προωθήσει τη διαφάνεια, θα εκλογικεύσει τον φορολογικό μηχανισμό, θα πατάξει τη φοροδιαφυγή κι άλλες τέτοιες ωραίες λέξεις. Όμως «η διαφθορά, σύμφωνα με την τότε κυβέρνηση, δεν ήταν ένα φαινόμενο που αφορούσε τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους και τις συναλλαγές τους με επιχειρηματίες μεγάλων δημοσίων έργων. Ήταν ένα φαινόμενο που αφορούσε τον κάθε Έλληνα και τις συναλλαγές του με χαμηλόβαθμους εφοριακούς» (σελ. 11). Το περίφημο TAXIS στο φινάλε δεν έκανε κάτι πολύ περισσότερο από το να ψηφιοποιήσει τις παλαιότερες έντυπες φόρμες. Αυτοματοποίησε κάποιες ήδη εγκαθιδρυμένες διαδικασίες, όμως απέτυχε να δημιουργήσει καινούργιες, μέσα από τις οποίες οι εφορίες και το Υπουργείο Οικονομικών θα ήλεγχαν τη φοροδιαφυγή και θα βελτίωναν τη συλλογή των φόρων (σελ. 14)• δεν έφερε κάτι ριζικά νέο, απλώς πήρε το παλιό και το έκανε λίγο πιο γρήγορο. Ίσως όμως ήταν όμως σκόπιμο να γίνει έτσι: «Η εφαρμογή του TAXIS κατέδειξε ότι οι ΤΠΕ (τεχνολογίες πληροφορικής & επικοινωνιών) μπορούσαν να παραγάγουν κάποια περιορισμένα αποτελέσματα ακόμα και σ’ ένα άκαμπτο περιβάλλον πελατοκρατίας/ευνοιοκρατίας, χωρίς να απειλήσουν τον στενό εναγκαλισμό των πελατειακών μηχανισμών με την κρατική γραφειοκρατία» (σελ. 17 – 18).
Στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή της πληροφορικής στο Δημόσιο, έτσι όπως έγινε, ήταν μια συνειδητή κοροϊδία, κατέληξε κι ο Θεόδωρος Ζιάκας: «Εκ πείρας γνωρίζω ότι το πρόβλημα της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας (από τη σκοπιά του πολίτη) δεν είναι ‘τεχνικό’. Δεν προσκρούουμε σε ‘τεχνική ανεπάρκεια’ ή ‘καθυστέρηση’, δεν μας λείπουν δηλαδή τα μέσα ή η ειδημοσύνη στο πεδίο των ΤΠΕ (τεχνολογία πληροφορικής και επικοινωνιών). Το πρόβλημα είναι κατ’ εξοχήν διοικητικό – πολιτικό. Πιο συγκεκριμένα: παρά τις πάγιες διακηρύξεις (για την ‘πάταξη’ της διαφθοράς και πάσης άλλης κακοδαιμονίας, ‘με τη βοήθεια της πληροφορικής’) η στάση της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας και της εκάστοτε εκ μέρους της διοριζόμενης ανώτατης υπηρεσιακής διοίκησης υπήρξε, όλα αυτά τα χρόνια, σαφώς αρνητική στην αξιοποίηση της πληροφορικής προς το σκοπό της δημόσιας διαφάνειας».
Αλήθεια... όταν το 2009 ο ΓΑΠ παρουσίασε το άλλο μεγάλο σουξέ, «Λεφτά Υπάρχουν», εκείνο το τραγουδάκι που έλεγε ότι θα περιορίσουμε τη φοροδιαφυγή και θα εξοικονομήσουμε τα χρήματα που λείπουν, βρέθηκε κάποιος να του υποδείξει ότι τα ίδια ακριβώς έλεγαν κι οι εκσυγχρονιστές δέκα χρόνια πριν; Ότι το TAXIS είχε παρουσιαστεί ως αυτό ακριβώς το εργαλείο που – υποτίθεται – θα ελέγξει, θα διασταυρώσει, θα οργανώσει, θα εντοπίσει, θα κάνει τους τυφλούς να δουν και τους κουφούς ν’ ακούσουν; Πέρυσι (με ΓΑΠ πρωθυπουργό), ο Jeff Randal της βρετανικής The Telegraph ήρθε στην Ελλάδα να δει τη «μάχη της ελληνικής κυβέρνησης κατά της φοροδιαφυγής» κι επισκέφτηκε ένα τηλεφωνικό κέντρο (προφανώς της Οικονομικής Αστυνομίας) στον Ταύρο: «Η ομάδα αποτελείται από τρεις μεσήλικες με απλά πουκάμισα και χακί παντελόνια, που απαντάνε στις κλήσεις και σημειώνουν τις πληροφορίες των τηλεφωνημάτων σε βιβλία καταχωρήσεων. Η υπηρεσία μοιάζει με επαρχιακό γραφείο στοιχημάτων – πριν την εποχή των υπολογιστών». Εντοπίζοντας τους φοροφυγάδες με φανουρόπιτες...
Συμπέρασμα: Δε μοιάζει να στέκεται η ερμηνεία για την καθολική διαφθορά που έριξε τη χώρα στην κρίση κι οι καλοί πρωθυπουργοί δεν μπόρεσαν να την περιορίσουν παρόλο που επιστράτευσαν όλα τα μέσα (το TAXIS ο εκσυγχρονιστής, τις φανουρόπιτες ο ΓΑΠ). Πιο κοντά στην πραγματικότητα μοιάζει να είναι η άλλη ερμηνεία, ότι η διαφθορά ήταν καθολική γιατί ήταν αναπόφευκτη, εφόσον το Δημόσιο οργανώθηκε με πρότυπο τον Λεβιάθαν προκειμένου να κρύβονται οι δοσοληψίες, να βολεύονται οι ημέτεροι και να συναλλάσσεται η κορυφή με τον κάθε Χριστοφοράκο• μιλάμε, δηλαδή, για εξώθηση μιας χώρας όχι σε πορνεία αλλά σε διαφθορά. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά οι ελίτ (ΜΜΕ – πολιτικός κόσμος) εξαπέλυσαν έναν περίτεχνο πόλεμο εναντίον των πολιτών, κατασκευάζοντας την ερμηνεία της συλλογικής ευθύνης και προσπαθώντας να πετάξουν το μπαλάκι στους πολίτες. Δεν τα λέω μόνο εγώ, κάτι τέτοιο διαφαίνεται κι από τη διατύπωση των Λαμπροπούλου, Αγγελή, Παπαμανώλη, Μπακάλη στην έρευνά τους για το Πανεπιστήμιο της Konstanz και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή: «Η διαφθορά [στην Ελλάδα] χαρακτηρίζεται από πολλές ομάδες (ΜΜΕ, ΜΚΟ, Πολιτικοί) ως μια κοινωνική ασθένεια και κάποιες φορές ως ένα κοινωνικό φαινόμενο και παραπροϊόν των σύγχρονων κοινωνιών. Η ‘κοινωνική ασθένεια’ δεν αναλύεται περαιτέρω σε καμία από τις αφηγήσεις που αξιολογήσαμε, η έκφραση χρησιμοποιείται ως μια διαπίστωση, αποφθεγματικά και αφοριστικά ... τέτοιες εκφράσεις όπως κοινωνική ασθένεια, νόσος και καρκίνος είναι ένας εύκολος τρόπος να κατηγορήσει κανείς την κοινωνία (κάτι εκεί έξω που δεν περιλαμβάνει εμάς) ή συνολικά το κράτος (αυτοί σε αντιδιαστολή μ' εμάς) και να αποποιηθεί την ευθύνη, χωρίς να επιχειρήσει να αναλύσει την κατάσταση ώστε να προσφέρει κάποιες χρήσιμες προτάσεις για να περιορίσουν το πρόβλημα, πέρα από την (αυστηρή) νομοθεσία και τον ακόμα περισσότερο έλεγχο, σε συνδυασμό με το επιχείρημα ότι οι νόμοι δεν εφαρμόζονται» (σελ. 8).
2) «Ο κόσμος νομιμοποίησε με την ψήφο του τους φαύλους πολιτικούς»
Το επιχείρημα αυτό λέει ότι εφόσον οι πολιτικοί δεν πήραν την εξουσία πραξικοπηματικά τότε το προϊόν τους, αυτό το δυσλειτουργικό, πελατειακό, σαρκοφαγικό και βαθιά διεφθαρμένο σύστημα διοίκησης πρέπει να θεωρείται λαϊκό αίτημα• ας απαιτούσε ο κόσμος, δια της ψήφου του, ένα άλλο υπόδειγμα πολιτικής. Η εγκληματική φαυλότητα μπορεί να εδράζεται στους πολιτικούς, αλλά η ηθική ευθύνη εδράζεται στους ψηφοφόρους. Είναι έτσι;
Θέλω να το αφήσω πιο ανοιχτό αυτό το ερώτημα κι απλώς να θίξω ορισμένα σημεία. Σκοπός της ανάρτησης είναι να ξεκινήσει συζήτηση και να κατατεθούν απόψεις – αν ο αναγνώστης κρίνει ότι πέφτω έξω, είμαι μονόπλευρος, δεν ερμήνευσα σωστά τις έρευνες κ.λπ., είναι καλοδεχούμενος να το πει.
Α) Θα ήμουν πιο πρόθυμος να δεχτώ το επιχείρημα αν δεν υπήρχε η τεράστια αδιαφάνεια του κρατικού Λεβιάθαν. Το ελληνικό Δημόσιο στήθηκε και λειτούργησε σαν το Σπήλαιο του Πλάτωνα, μ’ ένα θέατρο σκιών να προβάλλεται για τις μάζες κι ένα αόρατο παρασκήνιο που ήξεραν μόνο οι λίγοι κι εκλεκτοί. Μέχρι ποιου σημείου λοιπόν μπορώ να ψέξω τους ψηφοφόρους για την αφέλειά τους;
Έστω ότι κάποιος τραγουδιστής κάνει συναυλίες αφιλοκερδώς, διαθέτει όλες τις εισπράξεις υπέρ ενός ευγενούς σκοπού, όμως περνάει στα έξοδα ενοικίαση ηχοσυστημάτων σε τιμή πολλαπλάσια της αγοράς από εταιρεία ελεγχόμενη από τον ίδιο• τότε μπορώ να κατηγορήσω τους ακροατές ότι συγκινήθηκαν από τη μεγαλοσύνη του ανδρός, τον ψήφισαν διά του εισιτηρίου τους και δεν έψαξαν βαθύτερα το ζήτημα; Εσείς τι λέτε;
Β) Αν δεχτούμε το επιχείρημα και ρίξουμε την ευθύνη στους ψηφοφόρους, τότε μοιάζει ότι πετάμε στα σκουπίδια ένα μεγάλο μέρος του Γκράμσι, του Αντόρνο, του Μαρκούζε και του Φουκώ. Στοχαστών, δηλαδή, που τόνισαν ότι η σχέση ελίτ – μαζών δεν είναι ισότιμη, δεν είμαστε στο ίδιο έργο θεατές μ’ αυτούς, διότι οι κάτοχοι της κοινωνικής ισχύος είναι παράλληλα και σκηνοθέτες του έργου• μπορούν να κατασκευάσουν και να επιβάλουν τη δική τους πραγματικότητα, τη δική τους έννοια του νορμάλ και του παρεκκλίνοντος, του υγιούς και του ασθενούς, τη δική τους εκδοχή για το εθνικό συμφέρον, για το κοινωνικό καλό κ.λπ. Ας πάρουμε όμως ένα συγκεκριμένο παράδειγμα:
Από το 1997 και μετά, τα περισσότερα ΜΜΕ και το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού κόσμου βούιξαν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, την εθνική τους σημασία, το όφελος για τη χώρα κ.λπ. Ο κόσμος το πίστεψε, οι εθελοντές βοήθησαν, και οι λίγες αντιρρητικές φωνές απομονώθηκαν. Μια από αυτές μάλιστα, ο Φίλιππος Συρίγος, υπαινίσσεται ότι υπήρχε προπαγανδιστικό σχέδιο από πίσω. Σήμερα μπορεί πια να είναι ξεκάθαρο στους πάντες ότι οι Ολυμπιακοί ήταν ένα πάρτι εργολάβων και προμηθευτών, μια κοροϊδία που στοίχισε χρυσάφι, όμως τότε, στις ένδοξες ημέρες της εθνικής ανάτασης, όλη η Ελλάδα χόρευε στο χορό της Γιάννας. Είτε λοιπόν αυτός ο χορός ήταν προμελετημένος, καρφωτός και δουλεμένος (κατά Φ. Συρίγο) είτε ΜΜΕ και πολιτικοί μέθυσαν από τη χαρά και την αφέλεια και δεν προειδοποίησαν επαρκώς (η καλύτερη περίπτωση), εσείς κρίνετε ότι ο απλός κόσμος ευθύνεται, τη στιγμή που υπέστη τέτοια πλύση εγκεφάλου;
Γ) Πολύ δύσκολα μπορώ να ρίξω την ευθύνη στους πολίτες, γιατί έχω την υποψία ότι ο κόσμος άλλο παράγγειλε κι άλλο του σέρβιραν οι πολιτικοί (με συνεργία των ΜΜΕ). Δεν το ήθελε ο κόσμος αυτό το κράτος–Λεβιάθαν ούτε τα φακελάκια και τα λαδώματα, έτσι πιστεύω• όμως κανείς πολιτικός δε θέλησε να κάνει κάτι ουσιαστικότερο πέρα από προσχηματικές αλλαγές.
Τι εννοώ: το φακελάκι και το λάδωμα μοιάζει να είναι από τις υψηλά κατακριτέες πράξεις στην ελληνική κοινωνία, όπως αναφέρει η κα. Λαμπροπούλου (σελ. 11). Κι από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, με την προοπτική της μελλοντικής εισόδου της χώρας στην ΟΝΕ, υπήρχε εκτεταμένο αίτημα στην ελληνική κοινωνία για εκμοντερνισμό της δημόσιας διοίκησης και εκλογίκευση της λειτουργίας της, ώστε η χώρα να σταθεί αξιοπρεπώς ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς εταίρους (Πρασοπούλου, σελ. 10). Οι εκσυγχρονιστές του Σημίτη απάντησαν με το πρόσχημα του TAXIS και με τη μεθοδευμένη συκοφάντηση της ελληνικής κοινωνίας για το πρόβλημα της διαφθοράς. Ο επανιδρυτής του κράτους, αργότερα, κήρυξε ότι θα μηδενίσει τη συναλλαγή πολιτών – εφοριακών πάνω στις ασάφειες του φορολογικού κώδικα, συντάσσοντας λεπτομερέστατο δαπανολόγιο, έναν τυφλοσούρτη που θα καταγράφει τις χιλιάδες περιπτώσεις εκπιπτουσών δαπανών, θα λαμβάνει υπ’ όψη της τη σχετική νομολογία, θα επικαιροποιείται σε μηνιαία βάση, και διάφορα άλλα ωραία που δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα. Κι ο ΓΑΠ, όπως είδαμε, θέλησε να καταπολεμήσει τη φοροδιαφυγή με φανουρόπιτες. Δεν υπάρχει εδώ ένα λαϊκό αίτημα που απέτυχε μεθοδευμένα να υλοποιηθεί επί σειρά δεκαετιών;
Δ) Ένα παραμυθάκι του Άμπροουζ Μπιρς, ο Τζίτζικας κι ο Μέρμηγκας: Μια χειμωνιάτικη μέρα ένα πεινασμένο Τζιτζίκι ζήτησε από ένα Μυρμήγκι να του δώσει λίγο φαγητό από τη μυρμηγκαποθήκη.
- «Γιατί όμως», του είπε το Μυρμήγκι, «δεν αποθήκευες κι εσύ λίγο φαγητό να έχεις, αντί να τραγουδάς όλη την ώρα;»
- «Μα το ‘κανα!» είπε το Τζιτζίκι. «Το ‘κανα, πώς δεν το ‘κανα! Όμως εσείς, ρε παιδιά, μπήκατε και μου τα σηκώσατε όλα».
Και Τα Μυαλά Στις Κάλπες
Η προεκλογική περίοδος κορυφώνεται, ο πυρετός στα ύψη. Το μπλογκ, ταγμένο στην υπηρεσία του δημόσιου διαλόγου και της πολύπλευρης ενημέρωσης, σας προσφέρει σήμερα ένα απαραίτητο πολιτικό βοήθημα για τις ερχόμενες εκλογές:
Πηγαίνετε εδώ και διαβάστε ονλάιν ή κατεβάστε στον Η/Υ σας:
- κάπου 35 βιβλία του Φίλιπ Ντικ
- μερικά ακόμα βιβλία για τον Φίλιπ Ντικ
- πολλές δεκάδες διηγήματά του
Ψάξτε το επίσης αυτό το website, οι τύποι έχουν ανεβάσει ολόκληρη βιβλιοθήκη! Θα βρείτε Howard, Farmer, Pynchon, Lovecraft, Zelazny, Heinlein, Le Guin, τα πάντα όλα. Τέρμα πια οι αυταπάτες!
Τώρα πλέον δεν έχουμε καμία δικαιολογία.